Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Image Comics'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 15 results

  1. Ο Adventureman είναι ένας ήρωας pulp μυθιστορημάτων και κόμικς, αλλά αυτός και η ηρωική παρέα του έχουν ξεχαστεί πλέον από το κοινό. Οι μόνοι που τον θυμούνται ακόμα είναι η Claire και ο γιος της ο Tommy. Η Claire, η οποία πάσχει από σοβαρή απώλεια ακοής, δουλεύει στο βιβλιοπωλείο της μητέρας της που έχει πεθάνει, μεγαλώνει μόνη της τον Tommy, και έχει πολύ καλή σχέση με την πολυμελή και την "διαφορετική" οικογένεια της , καθώς όλα τα αδέλφια της είναι υιοθετημένα. Ενώ όλα κυλάνε ομαλά και βαρετά, μια περίεργη πελάτισσα στο βιβλιοπωλείο της αφήνει ένα σπάνιο βιβλίο, ένα κτίριο εμφανίζεται στο κέντρο της Νέας Υόρκης από το πουθενά και μόνο η Claire μπορεί να το δει, και η συντροφιά του Adventureman επιστρέφει, φέρνοντας μαζί της και τους villains της εποχής τους αλλά και μια τεράστια απειλή για τον ίδιο τον κόσμο. Ξεκινώντας, πρέπει να γράψει ότι πρόκειται, και χάρηκα για αυτό, για ένα κόμικ το οποίο προσπαθεί απεγνωσμένα να σε διασκεδάσει. Αποδίδοντας φόρο τιμής στις προπολεμικές ταινίες του Hollywood και στα αντίστοιχα pulp διηγήματα τα οποία είχαν τρομερή επιτυχία, με πειρατές και αεροπόρους, με ξιφομάχους και over-the-top villains, μου θύμισε, στην ψυχή, τα indiana Jones. Ο Matt Fraction, γνωστός για τα πολλά υπερηρωικά του (Hawkeye, Iron Man κ.α.), αλλά και τις αρκετές creator owned δουλειές του κυρίως στην Image (Sex Criminals,Casanova κ.α.), γράφει εδώ με πολύ διάθεση και με χαλαρή και "περιπετειώδη" πένα. Εχει βέβαια θεματάκια, όπως ότι στα 4 πρώτα τεύχη μας γνωρίζει 2 ομάδες, καλών και κακών, άνω των 10 ατόμων δηλαδή που δύσκολα μπορείς να θυμάσαι τι ακριβώς είναι και τι μπορεί να κάνει ο καθένας. Σίγουρα είμαστε στο στάδιο του στησίματος του κόσμου και των χαρακτήρων του, αλλά τόση πληροφορία σε τόσο λίγες σελίδες, καταλήγει συνήθως, όπως συνέβη και εδώ δηλαδή, σε μη ανεπτυγμένους χαρακτήρες. Περισσότερο fleshed-out είναι η οικογένεια της Claire, η οποία φαίνεται ότι θα λάβει πρωταγωνιστικό ρόλο στα επόμενα τεύχη, οπότε ίσως και να ωφείλεται εκεί η ελλιπής εμβάθυνση στους υπόλοιπους. Το σύνολο πάντως είναι ευχάριστο και αν αφεθείς στο "παραμύθι". χωρίς να το πολυσκέφτεσαι, περνάς καλά και διασκεδαστικά. Στο σχέδιο και στο χρώμα βρίσκεται το ζευγάρι Terry και Rachel Dodson (Wonder Woman,Generation X κ.α.), με την δεύτερη να κάνει τα μελάνια και τον πρώτο μολύβια και χρώμα. Πανέμορφο και οπτικά πολύ ευχάριστο, είμαι σίγουρος ότι πρέπει να τους πήρε αρκετό καιρό γιατί, όπως μπορείτε να δείτε και εσείς, κυρίως από splash, που ανεβάζω εδώ, η λεπτομέρεια είναι φανταστική. Ίσως και σε υπερθετικό βαθμό που σκέφτηκα, εγώ που είμαι φαν της πολύ λεπτομέρειας, ότι εδώ μερικές φορές κάποιες σελίδες ήταν παραφορτωμένες. Τα μοντέλα και τα πρόσωπα των χαρακτήρων μου έβγαλαν μια BD επιρροή, παρόλο που το χρώμα είναι σαφέστατα "αμερικάνικο". Ωραία κίνηση πάντως, ωραία σκηνοθεσία, γενικά μια αξιοσημείωτη δουλειά, όχι μόνο για την ομορφιά της αλλά και για την λειτουργικότητα της. Μέχρι τώρα έχουν βγει 4 τεύχη, με το πρώτο να είναι γύρω στις 60 σελίδες. Αυτά συγκεντρώθηκαν σε ένα over-oversized deluxe hardcover (32X24), τυπικό BD μέγεθος δηλαδή, πράγμα που ενισχύει τις υποψίες μου για τις επιρροές τους. Πανέμορφη έκδοση, τρομερή παραγωγή, με κείμενα από τους δημιουργούς στο τέλος και πολλές σελίδες με αρχικά σχέδιο. Με λίγα λόγια, μια σειρά η οποία αν προσεγγιστεί με την "χαλαρότητα" και την καλή διάθεση που της πρέπει, θα κάνει τον κάθε αναγνώστη να περάσει πλύ ευχάριστα. Ελπίζω σε γρήγορη συνέχεια γιατί το cliffhanger είναι, αν όχι συγκλονιστικό, τότε σίγουρα κινηματογραφικό!
  2. O Max Winter ήταν ένας ληστής στην (όχι πλέον και τόσο) Άγρια Δύση στα τέλη του 19ου αιώνα. Και ήταν από τους λίγους τυχερούς που κατάφεραν να επιζήσουν και να γλυτώσουν από τους εκπροσώπους του νόμου που τον καταδίωκαν. Flash forward στο 1939, στη Νέα Υόρκη. Μεγάλος σε ηλικία πλέον, έχει γίνει συγγραφέας pulp διηγημάτων, μικρών σε έκταση ιστοριών για πιστολάδες στην Αγρια Δύση, τα οποία συνήθως δημοσιεύονταν σε φτηνά, μαζικής κυκλοφορίας, περιοδικά. Αντλώντας έμπνευση από τις δικές του εμπειρίες, ουσιαστικά γράφει την αυτοβιογραφία, προσπαθώντας με τα λίγα λεφτά που βγάζει να συντηρήσει τον εαυτό του, και την Rosa με την οποία συζεί, αλλά και την κόρη της. Όταν μαθαίνει όμως ότι έχει μια σοβαρή καρδιακή πάθηση, σε συνδυασμό με την επίσκεψη που δέχεται από ένα παλιό αστυνομικό που τον καταδίωκε από την εποχή που ήταν ληστής, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, και να επιστρέψει στην εγκληματική του ζωή, να κάνει μια τελευταία ληστεία για να αφήσει κάποια χρήματα στη Rosa μετά το θάνατο του. Τίποτα δεν είναι όμως όπως φαίνεται..... Μικρή παρουσίαση θα είναι αυτή που θα γράψω, για ένα μικρό σε έκταση κόμικ (72 σελίδες) αλλά με συμπυκνωμένη ουσία και μαγεία. Ο Ed Brubaker, απλά ξέρει πως να γράφει και το ότι καταφέρνει, μέσα σε τόσες λίγες σελίδες, να μας δώσει μια δουλειά τόσο ολοκληρωμένη και τόσο γεμάτη από νοήματα, φανερά και κρυφά, φανερώνει ακριβώς αυτή την ποιότητα του. Στο Pulp, αυτό είναι για εμένα που ξεχωρίζει πάνω από όλα. Σε αντίθεση με το αντιστοίχου μεγέθους My Heroes Have Always Been Junkies, το οποίο είχα βρει ελαφρώς αδιάφορο και αδούλευτο, εδώ πραγματικά ξεζουμίζει κάθε καρέ, χρησιμοποιεί απόλυτα το χώρο αυτών των 72 σελίδων, και γράφει μια ιστορία με σωστή αρχή, μέση και τέλος, με πραγματικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες και αληθοφανείς συνθήκες γύρω τους αλλά και μέσα τους. Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο, δοσμένο σε περιγραφές, όπως κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, αλλά ξέρει και το κάνει με σύγχρονο τρόπο, με μοντέρνα γραφή και όχι στείρα επανάληψη των κλισέ, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται ο κορυφαίος στο είδος του. Μόνη παρατήρηση που μπορώ να κάνω, είναι ότι για άλλη μια φορά σε βιβλία του, όπως στο Criminal, στο Kill or be Killed και άλλα, έχουμε το ίδιο μοτίβο του κατεστραμμένου πρωταγωνιστή, που βρίσκεται ένα βήμα πριν το τέλος, κάτι γίνεται το οποίο δείχνει ότι μπορεί να τον σώσει, και εν τέλει, καταλήγει χειρότερα από ότι ξεκίνησε. Όπως προείπα, έχει το χάρισμα να αλλάζει τη θεματολογία και τις ιστορίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην με έχει ενοχλήσει ουσιαστικά ακόμα, αλλά πιστεύω ότι καλό είναι να δούμε και κάτι άλλο από τον Brubaker ως συγγραφικό εργαλείο. Στο σχέδιο ο Sean Phillips παραμένει από τους κορυφαίους, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Ίσως όχι τόσο στην ίδια την σχεδιαστική του ικανότητα, έχω δει καλύτερους και εκφραστικότερους χαρακτήρες και αλλού. Εκείπου για εμένα διαπρέπει ο Phillips, είναι η σκηνοθεσία του αλλά και οι στάσεις του σώματος του κάθε χαρακτήρα. Στις χειρονομίες, στα καμπουριάσματα και σε όλες τις "λυγισμένες" του φιγούρες, βγαίνει όλος ο ρεαλισμός που ξεπηδάει από το χαρτί. Θα ήθελα να τον δω ξανά με άλλο χρωματιστή, πέρα από τον γιο του Jacob, ο οποίος ναι μεν είναι καλός και ταιριαστός, αλλά δεν νομίζω ότι προσθέτει τίποτα ιδιαίτερο στο σχέδιο του πατέρα του. Συνολικά, μια μεστή και γεμάτη δουλειά, παρά το μικρό της μέγεθος. Σαν ένα ωραίο διήγημα, καλοφτιαγμένο, λιτό και στιβαρό. Διαβαστε το άφοβα, θα σας αρέσει.
  3. O Dracula, μετά τα γεγονότα του βιβλίου του Bram Stoker, δεν έχει (ξανά)πεθάνει, αλλά παραμένει παγιδευμένος στο φέρετρο του. Η (ξανά)αναβίωση του πραγματοποιείται στο Los Angeles του 1970. O Quincy Harker (καμία σχέση με τον ομοεπίθετο του από το βιβλίο του Stoker), είναι φωτογράφος, ειδικευμένος στις αιματηρές και τρομακτικές σκηνές φόνων. Κάπως έτσι, και με ένα τρόπο ελαφρώς περίεργο, θα εμπλακεί στις "ενδοοικογενειακές" έριδες του Δράκουλα και των νυφών του. Λίγα λόγια θα γράψω, καθώς οτιδήποτε παραπάνω θα άγγιζε το spoiler, για αυτό το μόλις 72 σελίδων graphic novel. Το οποίο προφανώς είχε ελπίδες για να είναι πολύ καλύτερο, αλλά δυστυχώς, πρέπει να είσαι πολύ μάγκας για να γράψεις κάτι, σε τόσο λίγες σελίδες, και να είναι πολύ καλό. Και δυστυχώς, η Alex De Campi (Grindhouse: Doors Open at Midnight, 2000AD κ.α.), δεν τα καταφέρνει καλά εδώ. Η ιστορία "τρέχει" υπερβολικά, τόσο που ολλά πράγματα δεν γίνονται αντιληπτά, παρά μόνο αν διαβάσεις το κείμενο με το οποίο συνοδεύει τη δουλειά της, στο τέλος του κόμικ. Δεν εμβαθύνει σε κανένα χαρακτήρα, o Δράκουλας σαν villain, είναι περισσότερο μια αρχέτυπη αποτύπωση του κακού παρά αντίβατο στον πρωταγωνιστή, ο Harker δεν έχει κίνητρα και περιφέρεται από σκηνή σε σκηνή σαν μαριονέτα. Και αν το τέλος είναι ενδιαφέρον και σχετικά πρωτότυπο, δεν αρκεί για να καλύψει το θεμελιώδες κενό του ότι διάβασα κάτι χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο. Αν κάτι αξίζει από αυτή τη δουλειά, είναι το σχέδιο της Erica Henderson, η οποία έγινε γνωστή κυρίως για τη δουλειά στο Unbeatable Squirrel Girl της Marvel. Και όχι τόσο γιατί είναι ιδιαίτερα καλή, αλλά γιατί είναι φιλόδοξη. Όπως αναφέρει η ίδια, προσέγγισε το συγκεκριμένο με τη λογική των δισέλιδων, και όχι της κάθε σελίδας ξεχωριστά. Κάτι προσπαθεί να μας "πει", και κάποια splash είναι ενδιαφέροντα, κυρίως και λόγω της λαμπερής neon-disco παλέτας που χρησιμοποιεί για το χρώμα. Δίνει κάποια ενδιαφέροντα καρέ και βοηθάει στο να σε κρατήσει λίγο περισσότερο από ότι τα καταφέρνει το σενάριο. Γενικά, μια δουλειά για την οποία κανονικά δεν θα έγραφα ολόκληρη παρουσίαση, αλλά με ιντρόγκαρε το γεγονός ότι το βιβλίο πούλησε υπερβολικά καλά. Αλλά, από ότι καταλαβαίνω, αυτό ήταν περισσότερο αποτέλεσμα marketing παρά ουσίας. Περισσότερο κόμικ για κομίστες, και ειδικά σχεδιαστές, παρά για τον μέσο αναγνώστη, πάντα IMO.
  4. Προσωπικά, στην πραγματική ζωή απεχθάνομαι κάθε θεωρία συνωμοσίας και ίσως για αυτό μου αρέσει να διαβάζω ή να βλέπω πράγματα που έχουν σχέση με αυτά. Προφανώς, δεν μου αρέσουν όλα εξίσου, αλλά αυτό εδώ το κόμικ ήταν από τα πολύ καλά συνωμοσιολογικά. Η ιστορία θυμίζει αρκετά τον “Κώδικα Ντα Βίντσι”, αλλά είναι πολύ πιο σύνθετη, χωρίς γρίφους και τα λοιπά, και – να το ενδιαφέρον της υπόθεσης – πολύ πιο πολιτική. Βρισκόμαστε στην Ευρώπη του 1933, αλλά όχι στην Ευρώπη που ξέρουμε, παρά σε μια Ευρώπη, η οποία δεν έχει γνωρίσει τις μεγάλες επαναστάσεις του 18ου και του 19ου αιώνα, ούτε τον Α΄ΠΠ και συνεπώς βρίσκεται ακόμα σε φεουδαρχικό καθεστώς και κυβερνάται από αυτοκράτορες και βασιλιάδες. Σαν να μην έφταναν αυτά, όλοι οι επαγγελματίες είναι οργανωμένοι σε συντεχνίες, όπως στο Μεσαίωνα. Μέλος της συντεχνίας των γιατρών είναι και ο Δόκτωρ Σονιέρ, ο οποίος κατοικεί στο Παρίσι και προκειμένου να βοηθήσει ένα φίλο του ιερέα θα εμπλακεί σε μια υπόθεση, όπου τα μυστήρια και οι φόνοι πολλαπλασιάζονται. Ταυτόχρονα, η πολιτική κατάσταση επιδεινώνεται, καθώς οι μεγάλες δυνάμεις της Ευρώπης ετοιμάζονται για πόλεμο. Μέσα σε αυτό το τεταμένο κλίμα, ο Σονιέρ, θα ανακαλύψει ένα συνταρακτικό μυστήριο. Πολύ σωστά δομημένο κόμικ, όπου η αγωνία ανεβαίνει σε κάθε τεύχος, ακόμη κι όταν η συνταρακτική αποκάλυψη είναι πλέον εμφανής. Ο συνδυασμός θρησκευτικού μυστηρίου και πολιτικής ίντριγκας λειτουργεί πάρα πολύ καλά και η έλλειψη κάθε δισταγμού και κάθε ηθικού φραγμού στην πολιτική αναδεικνύεται με κάθε ευκαιρία. Ο σεναριογράφος Άρβιντ Νέλσον δίνει ένα αρκετά καλό μάθημα πάνω στην ανεκτικότητα, όπου μπορεί και οι βολές ενάντια στην επίσημη εκκλησία είναι αρκετές. Προσωπικά, το θρησκευτικό μυστήριο με άφησε κάπως αδιάφορο, σε αντίθεση με το πολιτικό, αλλά πιθανότατα για κάποιον άλλο, να ισχύει ακριβώς το αντίθετο. Σε κάθε περίπτωση πάντως, η τελική λύση της ιστορίας δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε, θυμίζοντάς μου ξαναζεσταμένο φαγητό, μάλλον για τους λόγους που ανέφερα παραπάνω. Τα πρώτα 14 τεύχη έχουν σχεδιαστεί από τον EricJ (δικές του εικόνες βλέπατε έως εδώ), τα 15 και 16 από τον Jim Di Bartolo κι τα υπόλοιπα από τον Juan Ferreyra (δικές του εικόνες βλέπετε από εδώ και κάτω). Και οι τρεις είναι καλοί, αλλά η δική μου ψήφος πηγαίνει ανεπιφύλακτα στον πρώτον, το στιλ του οποίου είναι αρκετά πιο ρεαλιστικό και ταιριάζει καλύτερα στο κόμικ, κατά τη γνώμη μου, πάντα. Το κόμικ ξεκίνησε να δημοσιεύεται από την Image έως το τεύχος 19 και στη συνέχεια μετακόμισε στην Dark Horse, όπου δημοσιεύτηκαν τα υπόλοιπα 19. Αυτά συλλέχθησαν σε 6 trades και στη συνέχεια σε δύο Omnibus. Εγώ διάβασα τα τελευταία και ομολογώ ότι τα καταβρόχθισα σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα. Κάθε τεύχος περιέχει και σελίδες από μια εφημερίδα, η οποία αφηγείται τα νέα του φανταστικού κόσμου, που έχει πλάσει ο Νέλσον με ορισμένες στήλες να έχουν άμεση σχέση με την υπόθεση του κόμικ. Σε όσους αρέσουν παρόμοιες ιστορίες, το κόμικ συνίσταται ανεπιφύλακτα. Για τους υπόλοιπους, δεν ξέρω, ας κάνουν μια δοκιμή πρώτα. Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε γι απρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  5. O Perdita είναι ένας πλανήτης ο οποίος θεωρείται ότι είναι η Γη της επαγγελίας για δύο διαφορετικούς λαούς. Από τη μία έχουμε τους Rans, φιλειρηνικούς και εργατικούς, οι οποίοι ήρθαν στον Perdita για να τον αποικίσουν και να δημιουργήσουν την μελλοντική τους πατρίδα. Από την άλλη έχουμε τους Tayans, μια φυλή από πολεμοχαρείς πολεμιστές οι οποίοι δεν σκοπεύουν να σταματήσουν πουθενά για να πραγματοποιήσουν το όνειρο τους για μια καινούρια πατρίδα. Ο μισός πλανήτης είναι ακατοίκητος, γιατί εκεί περιφέρονται γιγάντια όντα, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως θεοί. και επιτίθενται σε όποιους κάνουν το λάθος να εισέρχονται στην περιοχή τους. Οι Lumani, γηγενείς κάτοικοι του πλανητή, φαινομενικά πρωτόγονοι και υποανάπτυκτοι τεχνολογικά, βρίσκονται στον πλανήτη για τον προστατεύουν από τις αχόρταγες ορέξεις των αποίκων. Η Sonata, κόρη του αρχηγού των Rans, μια νεαρή κοπέλα που δεν υπακούει στους κανόνες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην γη των γιγάντων, των κοιμώμενων θεών όπως τους αποκαλούν, για να λύσει το μυστήριο της καταγωγής των δύο λαών, και σε αυτή της τη προσπάθεια, θα συνεργαστεί, και στη συνέχεια θα ερωτευτεί, με τον Pau, τον γιο του αρχηγού των Tayans. Τι ακριβώς είναι οι κοιμώμενοι θεοί και ποια είναι ακριβώς η σύνδεση τους με τους 2 αντιμαχόμενους λαούς; Ποιο ακριβώς είναι το παρελθόν των Lumani και ποιος ο ρόλος που θέλουν να επιτελέσουν στον Perdita; Είναι όλα όπως φαίνονται, ή κρύβεται κάποιο μυστικό πίσω την ίδια την ύπαρξη του Perdita; Ανάμεικτα συναισθήματα μου άφησε η ανάγνωση της συγκεκριμένης σειράς. Μιλάμε προφανώς για μια space opera, η οποία δεν κρύβει τις επιρροές της από το όλες τις μεγάλες επιτυχίες του είδους, και μου προκάλεσε έντονη την αίσθηση ότι θέλει να γίνει το καινούριο Saga. Ο συγγραφέας David Hine ( Spawn, Spider-Man:Noir, Strange Embrace κ.α. ), τον οποίο είχαμε γνωρίσει σε ένα AthensCon πριν μερικά χρόνια, έχει στήσει έναν μεγάλο κόσμο, και αφηγείται μια ιστορία με αρκετές έξυπνες ιδέες. Πολλές από αυτές βέβαια είναι συνδυασμός όλων των κλισέ που έχουμε συναντήσει στο είδος, αλλά τις εμπλουτίζει με αρκετά πρωτότυπα στοιχεία, ώστε να καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι το οποίο μπορεί να σταθεί στα δικά του πόδια με αξιώσεις. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι οι διάλογοι είναι ελαφρά ( έως αρκετά ) ανέμπνευστοι και ξύλινοι. Ενώ υπάρχει ζουμί πίσω από τους χαρακτήρες, όσο αρχετυπικοί και αν είναι αυτοί, η στάση τους και η αντιμετώπιση του κόσμου γύρω τους είναι τόσο "βασική" και αναμενόμενη, που δεν αφήνει να δημιουργήθει ( στον αναγνώστη ) η αίσθηση μιας ρεαλιστικής ιστορίας. Και ενώ χτίζεται κάτι τόσο ωραία γύρω τους, η σχεδόν απαθής και ταυτόχρονα απόλυτα προβλεπόμενη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών, σε βγάζει από το "παραμύθι" μιας κινηματογραφικής εμπειρίας και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια "γρήγορη" και low-budget τηλεοπτική παραγωγή. Στο σχέδιο βρίσκεται ο Brian Haberlin ( Spawn, Cyberforce, Faster Than Light ), o οποίος μου έβγαλε πολύ έντονα 90s vibes από την προσπάθεια του. Εχει ωραίες ιδέες, οι θεοί/γίγαντες είναι διαφορετικοί, αποδίδονται σωστά στο μέγεθος και στην δύναμη τους, και ο πλανήτης αποδίδεται όμορφα τόσο στην αισθητική όσο και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Δεν μπορώ να πω όμως το ίδιο για τους ανθρωπόμορφους χαρακτήρες, οι οποίο είναι αρκετά ξύλινοι, εκφραστικοί μεν, αλλά λίγο αδιάφορα σχεδιασμένοι και προβληματικοί στις κινήσεις τους. Πράγμα που κάνει χειρότερο η προτίμηση για πάρα πολλά κοντινά καρέ, πολλές φορές χωρίς κάποιο background, και με την ταυτόχρονη αίσθηση ότι δημιουργηθήκαν ξεχωριστά και "τοποθετηθήκαν" μετά πάνω στο υπόλοιπο καρέ. Συνολικά δεν είναι κακό, και σίγουρα περνάει με άνεση το μέσο όρο, κυρίως λόγω του γίνεται στο βάθος και όχι μπροστά στην κάμερα. H συνολική μίξη fantasy, sci-fi και steampunk στοιχείων είναι συνολικά επιτυχημένη πάντως. Μέχρι στιγμής έχουν βγει 12 τεύχη, τα οποία μαζεύτηκαν σε 2 ( αρκετά προσεγμένα ποιοτικά και πάνω από τα συνηθισμένα της Image) trade paperbacks, τα οποία και διάβασα για να γράψω αυτή τη παρουσίαση. Δεν ξέρω αν θα συνεχιστεί η σειρά, μια και το #12 βγήκε τον περασμένο Αυγουστο, αλλά την εποχή της πανδημίας δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα. Δεν είναι κορυφαίο, αλλά ένα 7/10 το παίρνει για εμένα που μου αρέσουν τα sci-fi. Να αναφέρω εδώ ότι η ίδια δημιουργική ομάδα γράφει τώρα το The Marked, πάλι από την Image.
  6. O Rathraq ήταν ένας θεός, ένας πολεμιστής-θεός. Τα πολύ παλιά χρόνια, όταν οι θεοί κυριαρχούσαν στη γη και οι άνθρωποι ήταν απλά ένα ανερχόμενο είδος, η δουλειά του ήταν να προστατεύει τους υπόλοιπους θεούς και να σκοτώνει τα τέρατα και τους δαίμονες που προσπαθούσαν να εξοντώσουν θεούς και ανθρώπους. Οι θεοί όμως αποφάσισαν να αποσυρθουν από τη γη, και να την αφήσουν στους ανθρώπους, εξοντώνοντας όμως πρώτα τους δαίμονες και τα τέρατα τους. Για να το καταφέρουν αυτό, ο Rathraq απόφάσισε να παρουσιαστεί σε αυτούς, άοπλος, για να διαπραγματευτεί. Οι δαίμονες όμως τον ξεγέλασαν, τον συνέλαβαν, έκλεψαν το σώμα του και φυλάκισαν την ψυχή του μέσα σε ένα σκιάχτρο. Χιλιάδες χρόνια μετά και στο σήμερα πλέον, οι δαίμονες υπάρχουν ακόμα στη γη, αλλά κρυμμένοι από τους ανθρώπους και ο Rathraq ξαναγεννιέται, με τη μορφή του σκιάχτρου, και με τη βοήθεια ενός super-duper-γαμάτου-τεράστιου σπαθιού, ενός πιστού σκυλιού με 3 πόδια δύο ψιλοαποτυχημένων νεαρών και μιας νοσοκόμας/μάγισσας, συνεχίζει την προσπάθεια του να εντοπίσει το σώμα του και να ολοκληρώσει το έργο που είχε αφήσει ημιτελές πριν χιλιάδες χρόνια. Να κόψει επιτέλους το κεφάλι κάθε τέρατος που περπατάει πάνω σε αυτό το πλανήτη! Ζοριστήκατε με την παραπάνω παράγραφο; Το βρήκατε μπερδεμένο και ακατανόητο; Ε, που να διαβάζατε τα 2 πρώτα τεύχη τότε. Mind-fuck σε όλο του το μεγαλείο. Αράδιασμα ονομάτων, τοπωνυμίων και καταστάσεων, φαινομενικά ασύνδετα μεταξύ τους και χωρίς καμία λογική συνάφεια. Από το 3ο τεύχος και μετά αρχίζεις να καταλαβαίνεις τι γίνεται και πως συνδέονται γεγονότα και καταστάσεις. Ο John Arcudi (B.P.R.D., Doom Patrol, Warlock κ.α.) θα έπρεπε να προσέξει λίγο περισσότερα την αρχή της ιστορίας του, γιατί αν το διάβαζα σε τευχάκια, μάλλον δεν θα το συνέχιζα. Και θα ήταν κρίμα, γιατί συνεχίζοντας και επιμένοντας, και διαβάζοντας τελικά τα πρώτα 5 trade paperbacks (25 τεύχη), έφτασα στο συμπέρασμα ότι υπάρχει ζουμί στην ιστορία, στους πρωταγωνίστες, αλλά κυρίως, έχει δημιουργήσει έναν μεγάλο και πολύπλοκο κόσμο, ο οποίος είναι όμως επιμελώς χτισμένος. Πέρα από τον Rathraq, ως δευτεραγωνιστή ουσιαστικά, έχουμε τον Bobby (έναν από τους 2 φίλους που αναφέρω πιο πριν), έναν δειλό και παραιτημένο από τη ζωή ο οποίος μπλέκεται άθελα του σε αυτήν την παράδοξη και υπερφυσική περιπέτεια, και μέσα από τις συνεχείς προσωπικές του υπερβάσεις και τον αδέξιο και ανομολόγητο του έρωτα για την νοσοκόμα (και - όπως αποδεικνύεται - όχι μόνο) Timah, μέσα από τη δραματική σχέση του με την μητέρα του που είναι χρόνια σε κώμα και με τον αδέξιο και nerd φίλο του Del ( o οποίος λειτουργεί συχνά ως comic relief και ως Leroy Jenkins ), o οποίος αποτελεί το συναισθηματικό αντίβαρο της ιστορίας και ως "άγκυρα" με την πραγματικότητα. Στην πορεία των τευχών, τα σουρεαλιστικά στοιχεία κάπου ξεφεύγουν, αλλά ο Arcudi πάντα καταφέρνει να τα μαζέψει, έτσι ώστε η ιστορία να μην γίνεται ποτέ παλαβή, παρά μια παιχνιδιάρικη μίξη μεταξύ Conan και Hellboy, με την απαιτούμενη όμως πάντα ύπαρξη εκπληκτικών σκηνών δράσης. Στο σχέδιο, και για τα πρώτα 15 τεύχη, έχουμε τον James Harren (B.P.R.D., Hawkey vs Deadpool, Thor κ.α.) και μην έχοντας ξαναδει δική του δουλειά, αρχικά προβληματίστικα. Το σχέδιο του ακροβατεί μεταξύ του ρεαλιστικού και της καρικατούρας, και μεταξύ του σοβαρού και του ρεαλιστικού. Ακόμα χειρότερο, και μιλάω πάντα για τα δικά μου γούστα, οι φιγούρες των χαρακτήρων του είναι σχετικά προβληματικές και σίγουρα υπάρχει ένα θέμα με την ανατομία. Από την άλλη, σχεδιάζει ΕΚ-ΠΛΗ-ΚΤΙ-ΚΑ τέρατα και ακόμα πιο εκπληκτικές σκηνές δράσεις. Το πως καταφέρνει και στήνει τόσο υπέροχα ένα σκιάχτρο, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστο. Επίσης, τα μακρινά του πλάνα, αν και δεν χρησιμοποιεί πολλά, είναι ιδιαίτερα υποβλητικά και σου μεταφέρουν το απόκοσμο του περιβάλλοντος, ειδικά στις σκηνές που λαμβάνουν χώρα στα παλιά χρόνια. Μετά τον Harren, το σχέδιο ανέλαβε ο David Rubin (Ether, Sherlock Frankenstein κ.α.). Στον δύσκολο ρόλο του να διαδέχεσαι κάποιον άλλον σχεδιαστή, τα καταφέρνει αρκετά καλά και αρκετά κοντά στον Harren, αν και τα πρόσωπα του "καρτουνίζουν" πιο πολύ. Η σειρά ξεκίνησε το 2014, έβγαλε 15 τεύχη, και σταμάτησε προσωρινά τον Οκτώβριο του 2016. Επανεκίνησε τον Δεκέμβριο του 2017, με τον Rubin στο σχέδιο, και έχει βγάλει άλλα 17 τεύχη μέχρι τώρα. Όλα αυτά μαζεύονται σε 6 trade paperbacks, τα οποία σας προτείνω να τα διαβάσετε, όχι τόσο για πρωτοτυπία των ιστοριών, αλλά για το βάθος του κόσμου που δημιούργησε ο Arcudi αλλά και συνολικά διασκεδαστικού χαρακτήρα της σειράς.
  7. Το Bog Bodies* είναι ένα graphic novel σε σενάριο του Declan Shalvey και σχέδιο του Gavin Fullerton, με coloring της Rebecca Nalty και lettering του Clayton Cowles. Παρότι τα 3/4 της δημιουργικής ομάδας είναι Ιρλανδοί, το κόμικ κυκλοφόρησε από την Image (Μάιος 2020). Ο Killian δέχεται μια απρόσμενη νυχτερινή επίσκεψη, από τον «συνάδελφό» του Keano: πρέπει επειγόντως να παραδώσουν ένα πακέτο, κάπου στα βουνά γύρω από το Δουβλίνο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά. Τραυματισμένος και αποπροσανατολισμένος, συναντάει μια κοπέλα, που δεν θυμάται πώς κατέληξε εκεί, επίσης χτυπημένη και χαμένη. Μαζί, προσπαθούν να βγουν από το σκοτεινό δάσος και να γλυτώσουν από τους διώκτες τους. Ιρλανδία και γκάνγκστερς, τι άλλο χρειάζεται για να με τραβήξει ένα κόμικ; Η αλήθεια είναι ότι το ξεκίνησα πιο πολύ για να σκοτώσω την ώρα μου, αλλά τελικά διάβασα μονορούφι τις 96 σελίδες του. Έχει εκπληκτική ροή, γρήγορη και στιβαρή. Το σχέδιο του Fullerton συνδυάζει άψογα το καρτουνίστικο στιλ με την τραχύτητα που απαιτεί το νουάρ. Και η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, επηρεασμένη σίγουρα από τις ταινίες των αδελφών Cohen και του Martin MacDonagh. Κι ενώ οδεύουμε προς το δραματικό αποκορύφωμα, ο Shalvey δίνει ένα twist που όχι μόνο χαλάει την hardboiled αίσθηση, αλλά δεν έχει να προσφέρει και κάτι ουσιώδες. Δεν μπορώ να πω ότι ακυρώνει την εμπειρία που έχει προηγηθεί, αλλά κατ’ εμέ είναι τελείως αχρείαστο. Ακόμη κι έτσι, όμως, προτείνω σίγουρα το Bog Bodies για την γραφή, το κατάμαυρο χιούμορ και το σχέδιο. Μπορεί να διαβαστεί ευχάριστα ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, παρέα με μια Guinness ή ένα ποτήρι Jameson. *: o όρος “bog bodies” αναφέρεται σε πτώματα τα οποία έχουν μουμιοποιηθεί μέσα σε λάκκους με τύρφη. Μπορούν να συντηρηθούν για χιλιάδες χρόνια και απαντώνται κυρίως σε μέρη της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Δανία και οι Βρετανικές Νήσοι.
  8. Μια ευχάριστη και ενδιαφέρουσα σειρά κόμικ, που ολοκληρώθηκε σε 15 τεύχη και ήταν και υποψήφια για το βραβείο Eisner. Η βάση της υπόθεσης είναι σχετικά απλή και αρκετά πρωτότυπη: τι θα συνέβαινε εάν ξαφνικά μια μέρα το βαρυτικό πεδίο της Γης μειωνόταν πάρα πολύ; Η προφανής απάντηση θα ήταν, ότι εξαφανιζόταν κάθε ίχνος ζωής στον πλανήτη μας, αλλά στο χώρο των κόμικς έχουμε περιθώριο για λίγη φαντασία. Παρά τις μεγάλες απώλειες, λοιπόν, η ζωή συνεχίζεται, έστω και με δυσκολίες. Κάποιοι άνθρωποι έχουν προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες και χρησιμοποιώντας ειδικό εξοπλισμό είναι σε θέση να ίπτανται στον ουρανό, ενώ κάποιοι άλλοι αρνούνται την πραγματικότητα και χρησιμοποιώντας μπότες βαρύτητας συνεχίζουν τη ζωή τους περίπου όπως πριν. Σε μια ενδιαφέρουσα αντιστροφή των ρόλων, σε γενικές γραμμές οι ιπτάμενοι είναι οι λιγότερο προνομιούχοι και οι καρφωμένοι στη Γη οι πιο εύποροι. Ανάμεσα σοτυς πρώτους είναι η Γουίλα, η ηρωίδα της ιστορίας, που ήταν μικρό παιδί, όταν συνέβη το περιστατικό, στο οποίο χάθηκε και η μητέρα της. Ο δε πατέρας της Γουίλα, που είναι επιστήμονας, ζει μέσα στην απόλυτη άρνηση μη έχοντας βγει από το σπίτι του εδώ και 20 χρόνια, αλλά φαίνεται να ξέρει κάτι για το περιστατικό. Η Γουίλα θα ψάξει να βρει τον παλιό συνεργάτη του πατέρα της ψάχνοντας κάποιες απαντήσεις και η περιπέτεια θα ξεκινήσει. Ο συγγραφέας Joe Henderson έγραψε ένα καλό κόμικ, που διαβάζεται εύκολα και κυλάει με μεγάλη ευκολία. Ωραίοι, στρωτοί διάλογοι, ενδιαφέρουσα κεντρική ηρωίδα, αλλά σε γενικές γραμμές οι υπόλοιποι χαρακτήρες δεν είναι τόσο δουλεμένοι. Από τη στιγμή που αρχίζει η περιπέτεια και ξεκινούν και οι διάφορες αποκαλύψεις, τα πράγματα γίνονται λίγο πιο συμβατικά, αλλά ακόμη κι έτσι, η ιστορία ρέει αβίαστα. Δεν θα μπει στη λίστα των καλύτερων κόμικ, που έχετε διαβάσει, αλλά πιστεύω, ότι θα αρέσει στους περισσότερους. Ο σχεδιαστής Lee Garbett είναι σε μεγάλα κέφια: οπτικοποιεί με φαντασία το κόμικ, προσδίδοντας ρεαλισμό στους χαρακτήρες, πάντα φυσικά μέσα στα πλαίσια της ιστορίας. Το σχέδιο του συνδυάζει με απόλυτη επιτυχία τς σοβαρές και τις κωμικές πτυχές της ιστορίας (πολλές φορές μέσα στο ίδιο καρέ) και γενικά το στήσιμο και η σκηνοθεσία είναι εξαιρετικά. Επίσης, κατορθώνει με το δυναμικό του σχέδιο αυτό που πρέπει να δοθεί σε ένα τέτοιου είδους κόμικ: να δείξει έναν ρευστό κόσμο, πάντα σε κίνηση εξαιτίας της έλλειψης βαρύτητας. Κυκλοφόρησαν, όπως έγραψα στην αρχή 15 τεύχη, που συγκεντρώθηκαν σε τρία TPB, που περιέχουν κάποιο πρόσθετο υλικό, όπως σελίδες από το σενάριο και αρχικά σχέδια. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Μια κριτική του πρώτου τόμου (που όμως περιέχει spoiler)
  9. Τον Μάρτιο του 2015, ο Jeff Lemire, σεναριογράφος αρκετά γνωστός στην αντίπερα όχθη αλλά και εδώ για τίτλους όπως το Black Hammer και το Essex County, συνεργάζεται με τον αμερικανοθρεμμένο Βιετναμέζο σχεδιαστή Dustin Nguyen και με την Image στο εκδοτικό τιμόνι μας φέρνει την creator-owned sci-fi σειρά Descender. Με την ολοκλήρωση της τον Ιούλιο του 2018 έγραψε 32 τεύχη ενώ κάτι λιγότερο από χρόνο αργότερα, τον Απρίλιο του 2019 ήρθε το σίκουελ, Ascender. Στο σύμπαν του κόμικ, το UGC (United galactic council) αποτελεί το διοικητικό όργανο στο οποίο υπάγονται οι περισσότεροι πλανήτες του Γαλαξία, ενώ αυτοί που δεν υπάγονται άμεσα διατηρούν μια επισφαλή ειρήνη με αυτή την συνομοσπονδία πλανητών. Η εύθραυστη αρμονία κλονίζεται έντονα όταν κάτι τεράστια ρομπότ που ονομάζονται Harvesters εμφανίζονται από το πουθενά, καταστρέφοντας μεγάλα κομμάτια πολλών πλανητών και σκοτώνοντας εκατομμύρια πλάσματα από δεκάδες φυλές, ενώ εξαφανίζονται το ίδιο ξαφνικά. Στον απόηχο αυτής της επίθεσης, ο αναγνώστης ακολουθεί ένα companion robot ονόματι Tim-21 και τον παιδικό του φίλο Andy, εν μέσω ενός αποδιοργανωμένου κόσμου όπου οι οργανικές μορφές ζωής (άνθρωποι, gnishians κλπ) έχουν στραφεί μέσα στο μίσος της απώλειας τους εναντίον όλων των ρομπότ, οργανώνοντας πογκρόμ όπου τα καταστρέφουν, ή τα έχουν και δουλεύουν σαν σκλάβοι τους. Μέσα σε όλα, το μικρό ρομποτάκι tim-21 με τα ανθρώπινα χαρακτηριστικά του, είναι το κλειδί της πανσυμπαντικής ειρήνης, ή του ολικού αφανισμού. Κλασική space-opera ιστορία που σε δεύτερο επίπεδο, έτσι για να δώσει και ένα χ βάθος στην κατά τα άλλα τυπική sci-fi ιστορία με ρομπότ, διαγαλαξιακές μάχες και cyborgs, εξερευνά πολύ έντονα την σχέση ανθρώπου-τεχνολογίας και αν υπάρχουν ηθικά όρια στις αλληλεπιδράσεις των μεν με τους δε. Βλέπουμε ένα σύμπαν που τα ρομπότ έχουν καταδυναστευτεί, αντιμετωπίζονται με απέχθεια και σαδισμό,μέχρι που αρχίζουν και αντιδρούν. Δεν μπορώ να πω ότι τρελάθηκα κιόλας, στα πρώτα τρία trade είχα αρχίσει να βαριέμαι, είπα όμως να το συνεχίσω και το φινάλε όπου έγινε το κλείσιμο του πρώτου κύκλου,ήταν συμπαθητικό. Και την μεγάλη μάχη την είχε, και την αυτοθυσία, και 1-2 αναμενόμενα plot-twists. Παρόλα αυτά δεν φέρνει τίποτα νέο στο είδος, περισσότερο αναμασά υπάρχουσες ιδέες. Στο Ascender γίνεται ένα ολικό reboot στην ιστορία οπότε και θα το διαβάσω, γιατί μ'άρεσε εκεί που το πάει. Οτιδήποτε παραπάνω γράψω, είναι spoil, πέρα από το ότι αρχίζει να εμφανίζεται και μαγεία κάπου στην εικόνα. Το σχέδιο είναι όμορφη ακουαρέλα σε pal αποχρώσεις, απαλές γραμμές που δημιουργούν μια έντονη αντίθεση ανάμεσα στο σχέδιο και στα ρομπότ που κάποιος περιμένει ότι απαιτούν edgy και γεωμετρικά σχέδια για να "δείξουν". Παρόλα αυτά, βγαίνει ένα ενδιαφέρον και καλαίσθητο αποτέλεσμα. Ειδικά σε κάποια splash pages,ο Nguyen κάνει παπάδες.
  10. Όπως όλοι γνωρίζουμε, κάποια στιγμή, στις αρχές της δεκαετίας του 1990 κάποιοι δυσαρεστημένοι με το σύστημα της βιομηχανίας των κόμικς αποφάσισαν να ιδρύσουν μια νέα εταιρεία, προκειμένου να εκδίδουν τα έργα τους χωρίς να παραχωρούν τα δικαιώματα στην εταιρεία, όπως ήταν η συνήθης πρακτική σε όλες τις μεγάλες εταιρείες του χώρου στις ΗΠΑ. Και εγένετο Image Comics.... Και τα υπόλοιπα είναι ιστορία. Εκείνη την εποχή, χωρίς Ίντερνετ και ουσιαστική πληροφόρηση, ελάχιστα γνωρίζανε οι περισσότεροι για όλα αυτά. Εγώ δεν ήμουν ένας από αυτούς, που τα γνώριζαν αυτά και εξεπλάγην όταν κάπου αρχές καλοκαιριού του 1997, αν θυμάμαι καλά, είδα στα περίπτερα το 2ο τεύχος ενός νέου περιοδικού με τίτλο "Cyber Force" , το οποίο είχε στο εξώφυλλο την περίεργη λέξη "Image". Αυτός, λοιπόν, ήταν ο πρώτος τίτλος της νεοσύστατης εταιρείας, που κυκλοφόρησε στα ελληνικά, προλαβαίνοντας για ένα χρόνο τη ναυαρχίδα των εκδόσεών της, τον Spawn. Η ιστορία αφορά σε μια ομάδα μεταλλαγμένων, η οποία μάχεται εναντίον μια εγκληματικής οργάνωσης, η οποία θέλει να καταλάβει τον κόσμο. Η σειρά ήταν δημιουργία του εξαιρετικού σχεδιαστή Marc Silvestri σε σενάριο του αδερφού του, Eric. Στις ΗΠΑ ξεκίνησε ως μίνι σειρά το 1992 πριν γίνει ongoing, σε έκδοση της εταιρείας του Silvestri, Top Cow, η οποία συνεργαζόταν με την Image, Αυτήν ακριβώς τη μίνι σειρά έφερε στην Ελλάδα η Delta Graph, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει τη δεύτερη περίοδο του MAD και εξέδωσε και τα τέσσερα τεύχη, ολοκληρώνοντας τουλάχιστον την ιστορία. Μην περιμένετε κάτι σπουδαίο από άποψη σεναρίου, είναι απολύτως τετριμμένο. Τη σώζει το εντυπωσιακό σχέδιο του Marc Silvestri, ο οποίος είναι εδώ στα καλύτερά του. Η έκδοση της Delta Graph, ήταν εξαιρετική, σε πολύ καλό χαρτί, εξαιρετικά χρώματα και σωστή μετάφραση. Στο editorial του πρώτου τεύχους, ο εκδότης υποσχέθηκε και άλλους τίτλους, τους οποίους δυστυχώς δεν είδαμε ποτέ. Ήταν όμως μια μικρή, έστω, ένδειξη, ότι κάτι είχε αρχίσει να κινείται στο χώρο των ελληνικών κόμικς. Ακόμα κι αυτά τα τεύχη δεν είναι πλέον εύκολο να βρεθούν, με το #4 να είναι σαφώς δυσκολότερο των υπολοίπων. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (στα αγγλικά)
  11. O Mike είναι ένας πεζοναύτης με εξειδίκευση στην ανίχνευση. Στην συγκεκριμένη όμως αποστολή πρέπει να ταξίδεύσει μακριά, σε ένα πολύ μακρινό πλανήτη, σε μια αποικία η οποία έχει διακόψει την επικοινωνία της με τη Γη εδώ και πάρα πολλά χρόνια. Και εκείνος είναι επιφορτισμένος να ανακαλύψει το γιατί, αλλά και να επιστρέψει και να δώσει αναφορά στους ανώτερους του. Με το που φτάνει όμως, συλλαμβάνεται, πετάγεται στη φυλακή και βασανίζεται. Και αυτό γιατί κανείς δεν πιστεύει ότι ήρθε μόνος του, και ο παρανοϊκός πρόεδρος της αποκίας πιστεύει ότι θα τον ακολουθήσουν δυνάμεις από τη Γη. Ο Mike, με τη βοήθεια της ντόπιας Grace, μιας ντόπιας φυλακισμένης για εγκληματα εναντίον του καθεστώτος, θα αποδράσει από τη φυλακή. Από εκεί και πέρα, ακολουθεί ένα μακρόσυρτο κυνηγητό με τελικό προορισμό τη περιοχή Cemetery Beach, όπου και είχε αφήσει το διαστημόπλοιο του, ακολουθούμενος και βοηθούμενος πάντα από τη Grace και κυνηγημένος από όλες τις στρατιωτικές δυνάμεις του καθεστώτος, μέχρι και τον ίδιο του τον πρόεδρο Barrow. Κάτι που ξεκίνησε σαν έξυπνη ιδέα, και κατέληξε σαν κάτι διασκεδαστικό μεν, αλλά με ελάχιστο characterization και αδούλευτη πλοκή. Ο Warren Ellis ( Transmetropolitan, Trees, Injection ) ξέρει πως να γράψει μια καλή ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος, και εδώ τα καταφέρνει, αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία... στη μέση. Ξεκινάει πολύ ωραία και δυναμικά, χωρίς καθόλου exposition, διατηρώντας έτσι το ενδιαφέρον και σεβόμενος τη νοημοσύνη του αναγνώστη του μη δίνοντας του όλα μασημένα, αλλά επι της ουσίας, έγραψε μια μεγάλη σκηνή κυνηγιού. Εντυπωσιακή, ενδιαφέρουσα, με αγωνία, αλλά το παρατράβηξε και δεν έδωσε σημασία στους χαρακτήρες του. Και ενώ κάτι γίνεται με τον villain της υπόθεσης ( πρόεδρος Barrow ), ο οποίος παρ' ότι παρουσιάζεται στα όρια της καρικατούρας, αυτό δικαιολογείται από το sci-fi/post-apocalyptic περιβάλλον, για τους 2 πρωταγωνιστές μαθαίνουμε ελάχιστα. Και όσα μαθαίνουμε, μας τα δίνει με διάλογους εν μέσω εκρήξεων, εκρηγνυόμενων διαστημοπλοίων και βρισκόμενοι κρεμασμένοι από σχοινιά, πράγμα που μετά από ένα σημείο γίνεται τουλάχιστον αστείο. Φαντάζομαι ότι κάπως έτσι προσέγγισε την ιστορία ο συγγραφέας, βέβαια, σαν κάτι fun, χωρίς πολλά παραπέρα, αλλά πιστεύω ότι το παράκανε. Σελίδες επί σελίδων χωρίς καν μπαλονάκια, σαν να εμπνεύστηκε το project για να επιδείξει τις σχεδιαστικές του ικανότητες ο Jason Howard. O οποίος Jason Howard ( Trees, Horizon ) σώζει ότι σώζεται από το κόμικ. Θυμίζοντας μου πολύ τον Sean Murphy στον τρόπο που σχεδιάζει με γωνίες τα σώματα των χαρακτήρων, αλλά ταυτόχρονα έχοντας πολύ δυναμική κίνηση και μεγάλη λεπτομέρεια στο σχέδιο του, μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Και πιστεύω ότι πρέπει να το δούλεψε το μεροκάματο του, γιατί, όπως είπε και ο Ellis σε μια συνέντευξη του, έγραψε ένα κόμικ 150 σελίδων με 135 σελίδες δράσης. Οι πρωταγωνιστές κινούνται συνέχεια από περιοχή σε περιοχή, με μεγάλες οπτικές διαφορές μεταξύ τους, μπαίνουν σε αεροπλάνα, τανκς, φορτηγά, τούνελ και κάθε είδους κτίριο μπορείς να φανταστείς. Και όλα αυτά τα απεικονίζει με ενδιαφέρον τρόπο, χωρίς να "κλέβει¨ με άδεια καρέ και επαναλαμβανόμενα πλάνα. Σίγουρα ένας δημιουργός τον οποίο θα έχω στα υπόψη μου στο μέλλον. Σίγουρα πέρασα καλά διαβάζοντας το trade το οποίο μαζεύει τα 7 τεύχη που κυκλοφόρησαν μεταξύ 2018 και 2019. Ελλείψει και πολλών διαλόγων, διαβάστηκε και πολύ γρήγορα. Σεναριακά όμως, και πολλές τρύπες έμειναν ανοιχτές, και πέρα από ένα ( ενδιαφέρον αλλά καθόλου πρωτότυπο ) twist στο τέλος, δεν είχε να πει πολλά πράγματα. Δεν με ζόρισε ποτέ, δεν θα το χαρακτήριζα σε καμία περίπτωση κακό, αλλά δεν θα πρότεινα και σε κάποιον να δώσει λεφτά για να το πάρει. Λίγο πριν το τέλος, δίνεται ένα μεγάλο άνοιγμα για συνέχεια, πράγμα βέβαια που το βρίσκω δύσκολο πλέον λόγω των γνωστών θεμάτων που προέκυψαν με τον Ellis.
  12. Οι Rat Queens είναι μια γυναικεία ομάδα μισθοφόρων, η οποία αναλαμβάνει τις δυσκολότερες αποστολές, και ενδιάμεσα αυτών, παρτάρει σαν τρελή. Αυτή η πλήρως ανομοιογενής ομάδα αποτελείται από Elf μάγισσα, από μία πολεμίστρια νανο η οποία ήταν από τις πρώτες που αποφάσισαν να ξυρίσουν το μούσι τους, από μιά κληρικό η οποία είναι άθεος, από μία Halfling ( ή Smidgen όπως λέγονται σε αυτό το κόσμο ) κλέφτρα η οποία είναι εθισμένη στα γλυκά και το σεξ και από μια μονόφθαλμη τρανσέξουαλ Orc. Και από εκεί και πέρα, ΧΑΜΟΣ! Το σενάριο είναι του Kurtis J. Wiebe ( Peter Panzerfaust, Green Wake ), και ενω ξεκινάει πολύ έξυπνα και ευρηματικά, πολύ γρήγορα, "κάθεται" και περισσότερο μπερδεύει παρά προωθεί την ιστορία. Το κακό είναι ότι, ενώ μπήκε στην διαδικασία να φτιάξει μεν διαφορετικούς χαρακτήρες, αλλά και να τους δώσει ικανοποιητική προσωπικότητα, κίνητρα και βάθος, έμεινε εκεί και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία στο τι γίνεται γύρω από αυτούς. Σαν αποτέλεσμα, το πρώτο arc, τα πρώτα 5 τεύχη δηλαδή, κινείται ωραία και παρουσιάζει μια ενδιαφέρουσα περιπέτεια, μετά μπλεκόμαστε στα οικογενειακά/προσωπικά προβλήματα του κάθε χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα τρέχει κάποια θεωρητική περιπέτεια. Μην δίνοντας όμως βάρος έτσι, ούτε στα εσωτερικά ούτε στην περιπέτεια, καταλήγει έτσι ως ένα άνευρο και μπερδεμένο συνοθύλευμα, στο οποίο δεν βοηθάνε καθόλου οι πολλοί καινούριοι χαρακτήρες που εμφανίζονται, χωρίς ιδιαίτερο λόγο, μέσα σε λίγα τεύχη. Σπάει έτσι η δυναμική και ο ρυθμός του storytelling, και από εκεί και πέρα, και ως το τέλος των 20 τευχών που διάβασα, λίγα πράγματα βελτιώνονται. Δεν βοηθάει στα παραπάνω, το γεγονός ότι έχουν αλλάξει πολλοί σχεδιαστές, και μάλιστα με αρκετή παραφιλολογία γύρω από αυτές ακριβώς τις αλλαγές. Ο Roc Upchurch, ο οποίος ξεκίνησε τη σειρά και σχεδίασε τα πρώτα 8 τεύχη, πέτυχε κατά τη γνώμη μου ακριβώς την αισθητική και την ατμόσφαιρα αλλά και την ισορροπία μεταξύ χιούμορ και σοβαρότητας που χρειαζόταν ο τίτλος. Απομακρύνθηκε όμως από τον τίτλο μετά τη σύλληψη του λόγω κατηγοριών ενδοοικογενειακής βίας. Ακολούθησαν 2 τεύχη, μετριο-αδιάφορα σχεδιαστικά από τον Stjepan Sepic, και ακολούθως ανέλαβε η Tess Fowler (για το έργο αυτής δεν έχω άποψη, πράγμα που θα το εξηγήσω παρακάτω) για ένα arc 5 τευχών και για ένα ακόμα τεύχος, το πρώτο του επομένου arc. Και αυτή όμως αποχώρησε με τη σειρά της, λόγω διαφωνιών με τον συγγραφεα. Εκείνος έκανε μια παύση στη σειρά για 2 χρόνια, και μην μπορώντας να βρει τον τρόπο να συνεχίσει από εκεί που είχε σταματήσει, αποφάσισε ουσιαστικά να διαγράψει εκείνο το τεύχος (#15) και να κάνει ένα soft reboot στη σειρά, ξεκινώντας από καινούρια αρίθμηση και με τον Owen Gieni στο σχέδιο. Ο τελευταίος κάνει καλή δουλειά και πλησιάζει στη λογική και την αισθητική του αρχικού σχεδιαστή, αλλά η αλλαγή τόσων διαφορετικών καλλιτεχνών μέσα σε τόσα λίγα τεύχη, εν τέλει, δημιουργεί πρόβλημα στην απόλαυση της σειράς. Χωρίς να είναι μεν το μεγαλύτερο πρόβλημα, καθώς, όπως προανέφερα, το γράψιμο στερείται τελικής κατεύθυνσης και πορείας, πράγμα που δυσκολεύει στην απόλαυση του τίτλου εν γένει. Η παραπάνω πορεία συνεχίζεται μέχρι το τεύχος #15 του δεύτερου κύκλου της σειράς ( έχουν παρεμβληθεί και 3 specials ), όποτε και έχουμε νέες αλλαγές, αυτή τη φορά και στη θέση του συγγραφέα, και πλέον την σειρά τρέχουν οι Ryan Ferrier και Priscilla Petraites και με αυτή τη σκέψη, εγώ έχω κάνω logout, καθώς δεν βρίσκω κανένα λόγο να συνεχίζεται η σειρά χωρίς κανέναν από τους αρχικούς δημιουργούς. Έχουν κυκλοφορήσει 6 trade paperbacks και 2 deluxe hardcovers, τα οποία και διάβασα αλλά και στα οποία όμως δεν συμπεριλαμβάνονται τα τεύχη της Tess Fowler, για αυτό και δεν έχω άποψη για τη δική της συμβολή στη σειρά. Συνολικά, κάτι που ξεκίνησε με πολύ καλές προοπτικές, αλλά η έλλειψη σεναριακής στόχευσης και σταθερού σχεδιαστή, με οδήγησε σε μια ελαφρά κουραστική ανάγνωση. Αξίζει πάντως να διαβαστεί τουλάχιστον το πρώτο trade/arc γιατί αποτελεί άλλο ένα εξαιρετικό what-if στην ιστορία των κόμικς.
  13. Παράλληλα με το εκπληκτικό GIdeon Falls και το υπέροχο Black Hammer και όλα τα υπόλοιπα εξαιρετικά κόμικς, που έχει γράψει, ο Jeff Lemire φαίνεται ότι έχει πολύ χρόνο και αστείρευτη έμπνευση, έτσι ώστε να γράφει και άλλα καλά κόμικ, ίσως όχι τόσο ανανεωτικά, αλλά παρόλα αυτά, πολύ καλά. Ένα τέτοιο κόμικ είναι και το Plutona, το οποίο ολοκληρώθηκε σε 5 τεύχη και μας παρουσιάζει μια φαινομενικά απλή και απατηλά ανάλαφρη ιστορία ενηλικίωσης. Η υπόθεση είναι πολύ απλή: πέντε νεαροί έφηβοι, ο καθένας με τα δικά του προβλήματα ταυτότητας και προσαρμογής στον περίγυρο, ανακαλύπτουν σε ένα δάσος στα προάστια της πόλης, το σώμα της μεγαλύτερης υπερηρωίδας του κόσμου, της Πλουτόνα. Και φυσικά αρχίζουν τα διλήμματα: τι θα κάνουν, ποιον θα ειδοποιήσουν, πώς θα το χειριστούν. Όπως διάβασα κάπου, πρόκειται για μια παραλλαγή του “The Body” του Στίβεν Κινγκ, που μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο στην υπέροχη ταινία “Στάσου Πλάι μου” και η οποία αφηγείται μια παρόμοια ιστορία. Αυτό που κάνει το συγκεκριμένο κόμικ να ξεχωρίζει από τη νουβέλα του Κινγκ, είναι φυσικά το υπερηρωικό υπόβαθρο, αλλά και το γεγονός ότι η ιστορία διαδραματίζεται στο παρόν. Από εκεί και μετά, η ιστορία του Λεμίρ παίρνει μια εντελώς διαφορετική τροπή και μας εκπλήσσει με την κατάληξή της, για την οποία δεν θα αποκαλύψω κάτι παραπάνω. Ο τρόπος πάντως, με τον οποίον ο Λεμίρ χτίζει τις προσωπικότητες των ηρώων είναι βαθμιαίος και πολύ πειστικός, χτίζοντας την ένταση μεθοδικά. Το σχέδιο της Emi Lenox είναι πολύ ωραίο, σαφώς επηρεασμένο από τα μάνγκα, και αν και φαίνεται αρκετά παιδικό ή καρτουνίστικο, κατορθώνει να συλλάβει πολύ ωραία την ψυχοσύνθεση των νεαρών ηρώων, η δε σκηνοθεσία της αποτυπώνει με επιτυχημένο τρόπο τα διλήμματα τους, ακόμα και μέσα στις σιωπές και τους κενούς χώρους, χρησιμοποιώντας μεγάλα καρέ και δίνοντας έμφαση στο χώρο, ο οποίος διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στο κόμικ και πρακτικά γεμίζει το κόμικ με όσα το σενάριο ηθελημένα δεν λέει φωναχτά. Ο Jordi Bellaire, ένας από τους πιο έμπειρους κολορίστες, δίνει την απαραίτητη ώθηση χρησιμοποιώντας τα κατάλληλα χρώματα. Επειδή σημαντικό μέρος του κόμικ εκτυλίσσεται μέσα στο δάσος τη νύχτα, ο τρόπος με τον οποίον σχεδιάζεται το περιβάλλον δίνει μαι διαρκή αίσθηση απειλής. Τα τέσσερα πρώτα τεύχη περιέχουν και μια δευτερεύουσα ιστορία σε σχέδιο του ίδιου του Λεμίρ, που αφηγείται το πώς η ηρωίδα Πλουτόνα έφτασε στην κατάσταση που τη βρήκαν τα παιδιά. Οι τελευταίες σελίδες του κόμικ είναι εκκωφαντικές και πολύ μελαγχολικές μέσα στη σιωπή τους και λένε πάρα πολλά χωρίς λόγια. Μια θλιβερή ιστορία ενηλικίωσης, όπως και τόσες άλλες, ίσως όχι πολύ πρωτότυπη, αλλά ωραία δοσμένη, που πιστεύω ότι αξίζει μια ανάγνωση. επειδή είναι ταυτόχρονα και μια ιστορία επιλογών, μια ιστορία για την άσχημη πραγματικότητα, η οποία δεν μπορεί να υποκατασταθεί από τη θλιβερή πραγματικότητα, μια ιστορία για το πώς τελικά οι υπερήρωες δεν μπορούν να μας βοηθήσουν. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι το καλύτερο κόμικ, που έχει γράψει ο Lemire, αλλά δεν νομίζω ότι θα αφήσει κανέναν παραπονεμένο. Διάβασα τον τόμο που συλλέγει τα πέντε τεύχη, ο οποίος περιέχει τα εξώφυλλα των τευχών, σχέδια της Λένοξ και βιογραφικά των συντελεστών. Μια πρώτη μορφή αυτού του άρθρου αναρτήθηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο στο comicdom.gr (μόνο για το πρώτο τεύχος)
  14. Ακόμη μια σειρά της Image, της κορυφαίας εκδοτικής εταιρείας στα κόμικς αυτή τη στιγμή και κατά γενική ομολογία, η οποία προκάλεσε κάποια αίσθηση. Τα βασικά της ιστορίας συνοπτικά: σε μια αδιευκρίνιστη μελλοντική ή εναλλακτική πραγματικότητα, κάποια κορίτσια, όταν μπουν στην εφηβεία, μεταμορφώνονται σε ανθρωποφάγα αιλουροειδή τέρατα. Η κυβέρνηση προσπαθεί να καταστείλει αυτή την επιδημία χρησιμοποιώντας διάφορα φάρμακα και απομονώνοντας τις έφηβες κοπέλες ή αποκλείοντάς τις από ορισμένες δραστηριότητες, αλλά τα κρούσματα πληθαίνουν. Η Μοντ είναι 12 ετών, παιδί διαζευγμένων γονέων και μια σειρά από φόνους, οι οποίοι ξεκάθαρα οφείλονται σε ένα κορίτσι-αιλουροειδές, διαταράσσουν την ηρεμία της πόλης της. Η δημιουργική ομάδα των Chelsea Cain (σενάριο) και Kate Niemczyk (σχέδιο) μας είχαν δώσει το 2016 το απολαυστικό Mockingbird, όπου πήραν μια δευτερο- έως και τριτοκλασάτη υπερηρωίδα της Marvel, της εμφύσησαν νέα πνοή, αξιοποίησαν τις σύγχρονες μεθόδους αφήγησης στο έπακρο και τελικά δημιούργησαν ένα αναπάντεχα απολαυστικό κόμικ, το οποίο πρέπει να διαβαστεί επειγόντως από όλους τους κομικσόφιλους (μια θετική άποψη εδώ, μια αρνητική εδώ). Δυστυχώς, για λόγους που εξηγούνται στα άρθρα, το κόμικ ακυρώθηκε και το δημιουργικό δίδυμο βρήκε καλλιτεχνική στέγη, στη σαφώς πιο ψαγμένη Image. Η αλήθεια είναι ότι εδώ τα πράγματα είναι σαφώς δυσκολότερα: η ιστορία έχει ενδιαφέρον, η παραβολή είναι σαφής (η έναρξη της γυναικείας σεξουαλικότητας είναι επικίνδυνη), οι αναφορές περί διαφορετικότητας και σεβασμού είναι παρούσες, η απειλή από τους θεσμούς και η απόπειρα καταστολής είναι διαρκής. Φυσικά, όλη η ιστορία είναι μια ελάχιστα καλυμμένη απόπειρα φεμινιστικής προπαγάνδας (η λέξη δεν χρησιμοποιείται με την αρνητική της χροιά και υπάρχει και επιπλέον λόγος για τη χρήση της, όπως θα δείτε πιο κάτω): η έμμηνος ρήση είναι κάτι ενδεχομένως βλαβερό και πρέπει να κατασταλεί, για να ζήσουν “αρμονικά” οι υπόλοιποι. Στο κομμάτι των χαρακτήρων, η σχέση της Μοντ με τους γονείς της δίνεται αργά και πειστικά. Γενικά, οι χαρακτήρες, αν και δουλεμένοι, μάλλον έχουν πολλά ακόμα να αποκαλύψουν, για αυτό και είμαι λίγο φειδωλός ως προς αυτό το θέμα. Το πλέον ενδιαφέρον στο κόμικ είναι ότι οι Κέιν και Νιέμτσικ διανθίζουν την ιστορία με πλαστές διαφημίσεις και ψεύτικα άρθρα που ασχολούνται με το θέμα της μεταμόρφωσης κάποιων κοριτσιών σε αιλουροειδή, αλλά και με σκίτσα που έχουν φτιάξει έφηβες αναγνώστριες, οι οποίες αναφέρονται ανάμεσα στους δημιουργούς του κόμικ. Η προσέγγιση αυτή φτάνει στο έπακρο, στα τεύχη 4 και 8, τα τελευταία από κάθε έναν από τους δύο τόμους, που έχουν κυκλοφορήσει, τα οποία δεν είναι κόμικ, αλλά είναι – υποτίθεται – ένα περιοδικό το οποίο απευθύνεται σε έφηβες και δίνει διάφορες συμβουλές. Έχουμε δηλαδή, μια μεταμοντέρνα αφήγηση, η οποία σπάει τα στενά όρια του κόμικ, αλλά και προσπαθεί να δημιουργήσει ένα ολόκληρο σύμπαν με δικούς του κανόνες. Είναι όμως και ταυτόχρονα, επίκαιρο σχόλιο πάνω στη χρήση των μηχανισμών προπαγάνδας και καταστολής, αν και δεν είναι και τόσο πρωτότυπο σαν ιδέα. Γενικά, το κόμικ φαίνεται να επιχειρεί να σπάσει τα στεγανά της παραδοσιακής αφήγησης και σε γενικές γραμμές το καταφέρνει. Το εάν αυτή η προσπάθεια είναι τόσο επιτυχημένη όσο θα περιμέναμε, είναι τελείως διαφορετική ιστορία. Η ιστορία δεν είναι χωρίς προβλήματα, αφού κάποια πράγματα έχουν μείνει για την ώρα ασαφή και δεν ξέρω εάν θα εξηγηθούν (πχ η κυβέρνηση προσπαθεί να καταστείλει την έμμηνο ρύση, αλλά τότε πώς είναι δυνατή η αναπαραγωγή; ). Επιπλέον, η αφήγηση προχωρά αργά: οι δύο πρώτοι τόμοι έχουν από 4 τεύχη ο καθένας και, όπως έγραψα παραπάνω, το τελευταίο τεύχος κάθε τόμου δεν έχει σχέση με την κυρίως ιστορία. Πρακτικά, λοιπόν, μιλάμε για 6 τεύχη μέχρι στιγμής, που δεν αρκούν για να έχει κάποιος σαφή εικόνα του κόμικ. Το μεγαλύτερο ίσως πρόβλημα με το κόμικ είναι αυτό ακριβώς που είναι και το πιο ενδιαφέρον στοιχείο του: οι δημιουργοί μάλλον το παρακάνουν με το μεταμοντερνισμό και δίνουν την εντύπωση, ότι αγκομαχούν και προσπαθούν να εκβιάσουν το νόημα που θέλουν να βγάλουν. Το σχέδιο της Νιέμτσικ με σαφείς αναφορές στα μάνγκα, λειτουργεί συμπληρωματικά και επεξηγηματικά πολλές φορές στο σενάριο της Κέιν. Ο κατακερματισμός του χώρου επιτυγχάνεται με την υπέρβαση των παραδοσιακών καρέ και η χρήση του χρώματος αποκαλύπτει τον εσωτερικό κόσμο των ηρώων, ίσως λίγο πιο εύκολα από όσο θα έπρεπε. Η σκηνοθεσία της είναι πολύ πετυχημένη και δεν φοβάται να λάβει πρωτοβουλίες στο εικαστικό επίπεδο. Ίσως κάποιοι να το βρουν κάπως καρτουνίστικο, αλλά γούστα είναι αυτά. Παρόλα αυτά, έχω την εντύπωση ότι ο σχεδιασμός των μεγάλων αιλουροειδών δεν ανήκει στα δυνατά της σημεία. Αξίζει να ρίξετε μια ματιά. Είναι ενδιαφέρον και σε κάποιο βαθμό πρωτότυπο, αν και σίγουρα, ούτε η υπόθεση, ούτε ο τρόπος αφήγησης θα είναι για όλα τα γούστα. Όπως έγραψα πιο πάνω, έχουν κυκλοφορήσει μέχρι στιγμής 2 TPB, που συγκεντρώνουν τα 8 πρώτα τεύχη της σειράς, πενιχρή συγκομιδή, σε σχέση με το χρηματικό αντίτιμο του δεύτερου τόμου. Δυστυχώς, οι εποχές είναι δύσκολες και πρέπει να επισημαίνονται και αυτά. Και μια κριτική στα αγγλικά Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  15. Οι δωδεκάχρονες Erin, MacKenzie, KJ, και Tiffany μοιράζουν εφημερίδες σε ένα προάστιο στο Κλίβελαντ του Οχάιο ένα πρωινό την επομένη του Halloween το 1988, λίγες ημέρες πριν τις αμερικανικές εκλογές. Μιλάνε, γνωρίζονται (η Erin είναι η νεοφερμένη στην παρέα), χαζολογούν, μοιράζουν τις εφημερίδες, αλλά, όταν ετοιμάζονται να επιστρέψουν στα σπίτια τους, παρατηρούν κάποιους περίεργα ντυμένα ανθρώπους, που μιλάνε μια περίεργη γλώσσα να κυκλοφορούν στην πόλη, Δεν αργούν να καταλάβουν, ότι η πόλη τους έχει γίνει τόπος εξωγήινης εισβολής. Ή μήπως δεν είναι εξωγήινοι; Κάποιοι από αυτούς μιλάνε κάτι περίεργα αγγλικά. Και πριν το καταλάβουν, τα κορίτσια μπλέκουν στη μέση μιας σύγκρουσης, την οποία δεν καταλαβαίνουν καθόλου. Και έτσι, θα αρχίσει ένα απίθανο ταξίδι για τα 4 κορίτσια. Αρκετά ενδιαφέρον και πολύ διασκεδαστικό κόμικ, που μπλέκει με μεγάλη επιτυχία ΕΦ, μυστήριο, εφηβικά άγχη, χιούμορ και αρκετές σκέψεις για τη φύση του χρόνου και το αναπόφευκτο του μέλλοντος, χωρίς πολύ βαθιά σκέψη, αλλά δοσμένα με ανάλαφρο, όχι όμως χαζό τρόπο. Καθώς προχωρά η ιστορία και η υπόθεση περιπλέκεται, η αλήθεια είναι ότι τα άλματα, τα οποία γίνονται δεν είναι πάντα πειστικά. Πιστεύω, ότι όταν ξαναδιαβάσω τη σειρά από την αρχή, θα εντοπίσω διάφορες ανακολουθίες και ανακρίβειες, αλλά δεν πειράζει, η αλήθεια είναι ότι πέρασα ευχάριστα διαβάζοντάς την και τελικά ο Βον καταφέρνει να ενώσει τα διάφορα νήματα της πλοκής και να λύσει την υπόθεση με αρκετή επιτυχία. Το σημαντικότερο όμως, είναι ότι υπάρχει κυρίαρχη μια θλίψη για τη χαμένη νιότη, αλλά και για το αναπόδραστο κάποιων πραγμάτων: Η σειρά παρουσιάζει κάποιες επιφανειακές, έστω, ομοιότητες με το αγαπημένο Stranger Things, που ξεκίνησε να προβάλλεται κάποιους μήνες μετά την έναρξη κυκλοφορίας του κόμικ, αφού μοιράζονται το ίδιο υπόβαθρο στο χρόνο και παρόμοιο στο χώρο και έχουν νεαρούς πρωταγωνιστές. Οι συγκρίσεις όμως σταματούν εδώ, αφού, εκτός από αυτά, το κόμικ και η σειρά ακολουθούν εντελώς διαφορετικούς δρόμους. Ο Βον γράφει απλούς, αλλά εύστοχους διαλόγους και αφήνει να μιλήσει το πολύ καλό σχέδιο του Cliff Chiang, ο οποίος εικονογραφεί με αξιοσημείωτη επιτυχία το σύμπαν, που χτίζει ο συγγραφέας. Το σχέδιο του είναι απλό, η σύνθεση των καρέ πολύ πετυχημένη. Δεν κόβει ίσως την ανάσα, αλλά είναι αρκετά διακριτικό, ώστε να μην κλέβει την παράσταση από τους χαρακτήρες. Τεράστια η συμβολή του κολορίστα Matt Wilson, ο οποίος προσφέρει τα ζωντανά χρώματα, τα οποία διαρκώς αλλάζουν. Και ο Jared K. Fletcher, που έχει αναλάβει το lettering συμβάλλει στο τελικό αποτέλεσμα. Η σειρά έλαβε 2 βραβεία Eisner το 2016 (Best New Series και Best Penciller/Inker), άλλα δύο το 2017 (Best Writer και Best Colorist) και ξανά το βραβείο Best Colorist το 2019, ενώ ήταν υποψήφια και για το βραβείο Hugo στην κατηγορία Best Graphic Story το 2017. Ολοκληρώθηκε σε 30 τεύχη, τα οποία συλλέχθησαν σε 6 trades, ενώ έχει αρχίσει και η κυκλοφορία των Deluxe Hardcovers, που λογικά θα είναι τρία συνολικά με 10 τεύχη το καθένα, αλλά δεν γνωρίζω εάν έχει ολοκληρωθεί. Εγώ διάβασα τα trades, που δεν περιέχουν κάτι παραπάνω. Η καταχώρηση της Wikipedia για το κόμικ (περιέχει spoiler) Κριτική του The Comics Journal για το κόμικ, που δημοσιεύθηκε μετά το 5ο τεύχος.
×
×
  • Create New...