Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2020'.



More search options

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 59 results

  1. Πρωτότυπος τίτλος : Mai 68 - La veille du grand soir (Delcourt, 2018) Ένα κόμικ, που κυκλοφόρησε σε 4 μέρη στη χώρα μας αρχικά μέσω της Εφημερίδας των Συντακτών και στη συνέχεια στα περίπτερα. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το κόμικ είναι μια καταγραφή των γεγονότων, που οδήγησαν στις εξεγέρσεις του θρυλικού Μάη του '68 στη Γαλλία, καθώς και των ίδιων των εξεγέρσεων. Παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός φοιτητή, ο οποίος συμμετέχει στις εξεγέρσεις, ενώ παράλληλα ζει και τις δικές του, προσωπικές στιγμές. Ο σεναριογράφος Patrick Rotman ήταν κι ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς στα γεγονότα και πιθανόν, το κόμικ να είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν όλοι οι γνωστοί πρωταγωνιστές εκείνης της ταραγμένης περιόδου και απεικονίζονται όλα τα σημαντικά γεγονότα. Η αφήγηση είναι γραμμική, τα επεξηγηματικά σχόλια κρατούνται στο ελάχιστο και γενικά μου δόθηκε η αίσθηση, ότι παρακολουθούσα ένα ρεπορτάζ ή ένα ντοκιμαντέρ. Ο σχεδιαστής Sébastien Vassant εικονογραφεί επαρκώς το σενάριο. Έχει καλή αίσθηση των πλάνων και τα καταφέρνει καλά στο σχεδιασμό τοπίων, όχι όμως - κατά τη γνωμη μου - και στο σχεδιασμό των προσώπων, που δεν μπορούν να αποτινάξουν μια αίσθηση καρικατούρας. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα κόμικ, που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε δημοσιογραφικό" ή "ιστορικό", αν προτιμάτε, είναι δηλαδή ένα έργο, όπου αυτό που προέχει είναι η καταγραφή κάποιων γεγονότων με στόχο την ενημέρωση του κοινού και συνεπώς κρίνεται και από το εύρος των πληροφοριών, τις οποίες παρέχει. Συνήθως, σε τέτοιου είδους κόμικ οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις και οι πειραματισμοί κρατούνται στο ελάχιστο και κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ, αφού όλα κυλούν χωρίς εκπλήξεις. Σχετικά με το αμιγώς ιστορικό περιεχόμενο, δεν μπορώ να κρίνω, αφού δεν είμαι τόσο γνώστης των γεγονότων. Μπορώ να πω, ότι σχεδόν όλα όσα ξέρω σχετικά με εκείνη την περίοδο, βρίσκονται μέσα στο κόμικ, αλλά από την άλλη, δεν μπορώ να πω, ότι έμαθα και πολλά παραπάνω. Επιπλέον, η προσωπική ιστορία είναι ισχνή και δεν αρκεί για να στηρίξει το ιστορικό κομμάτι του κόμικ. Η έκδοση του "Μικρού Ήρωα" είναι καλή. Ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί, γερό δέσιμο, ζωντανά χρώματα και σωστή μετάφραση από την Τατιάνα Ραπακούλια. Δεν υπάρχει κάποια εισαγωγή από τους Έλληνες εκδότες, αλλά δεν το θεωρώ απαραιτήτως μειονέκτημα. Θα μπορούσαν να υπάρχουν, πάντως, κάποιες υποσημειώσεις σε ορισμένα σημεία, που δεν είναι τόσο αυτονόητα στους Έλληνες αναγνώστες. Γενικά, πάντως, σαν έκδοση αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. Φυσικά, όλοι θα προτιμούσαμε να είχε κυκλοφορήσει σε έναν τόμο, όπως έγινε και στη Γαλλία, αλλά η απόφαση να σπάσει στα 4 ελήφθη, υποθέτω, για οικονομικούς λόγους, κάτι απόλυτα κατανοητό. Σε γενικές γραμμές, είναι ένα κόμικ, που διαβάζεται περισσότερο λόγω του θέματός του και λιγότερο για οτιδήποτε άλλο. Όσοι θα ήθελαν να μάθουν κάτι για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δε θα χάσουν την ώρα τους, αλλά νομίζω, ότι οι υπολοιποι θα μείνουν αδιάφοροι. Τα σκαναρίσματα των εξώφυλλων έγιναν από εμένα, οι εσωτερικές εικόνες από το Ίντερνετ.
  2. Εκδόσεις : Μαμούθ Comix Μετάφραση : Bασίλης Πουλάκος Τιμή : 5.30 euro ISBN : 978-960-321-577-6 "Εγώ ξέρετε..ποτέ δεν ξεχώριζα χρώματα..." - Λούκυ Λουκ Αρχές Νοεμβρίου και μέσα στη πρώτη εβδομάδα της καραντίνας(για την Αθήνα)κυκλοφόρησε επιτέλους και η νέα περιπέτεια του Λούκυ Λούκ με τίτλο "Μπελάδες στις Φυτείες".Αν και ο πρωτότυπος τίτλος της στα γαλλικά μεταφράζεται σαν "Ένας Κάου-Μπόυ μέσα στο βαμβάκι" προφανώς όμως για να μη θυμίζει το τίτλο του προηγούμενου άλμπουμ(που σας παρουσίασα εδώ )ο μεταφραστής έδωσε έναν ωραίο τίτλο που ταιριάζει απόλυτα με την ιστορία και τα γεγονότα που εξελίσσονται μέσα σε αυτήν. Στο καινούργιο λοιπόν άλμπουμ(το ένατο για τον Acdhe στον κύριο τίτλο του Λούκυ Λούκ και το τρίτο που συνεργάζεται με τον σεναριογράφο Jul)o Λούκυ μαθαίνει ότι κληρονομεί μία μεγάλη φυτεία βαμβακιού στη Λουιζιάνα, από μία πάμπλουτη κυρία, την Πινκγουότερ, που τύχαινε να ήταν μεγάλη του θαυμάστρια(τα κάδρα στο σαλόνι του μεγάλου σπιτιού της αποτίουν φόρο τιμής στην σχεδιαστική εξέλιξη του ήρωα μέσα στις δεκαετίες).Μπροστά στο συμβάν θα είναι και οι Ντάλτον που αυτή τη φορά έχουν συλληφθεί από έναν άλλο εκπρόσωπο του νόμου,τον Μπάς Ριβς, τον πρώτο μαύρο Μάρσαλ του Φαρ Ουέστ. Αποφασίζει να δεχτεί τη κληρονομιά για να μην μείνουν οι εργάτες της φυτείας χωρίς δουλειά, ενώ στην άκρη του μυαλού του έχει ως σκέψη να χαρίσει το μερίδιο του στους εργάτες, που ειδικά στις χώρες του νότου, και μολονότι ο εμφύλιος είχε τελειώσει, και η δουλεία επίσημα έχει καταργηθεί , εξακολουθούν να φέρονται στους μαύρους εργάτες με το χειρότερο τρόπο και τους αναγκάζουν να ζουν σε συνθήκες σκλαβιάς... Φτάνοντας εκεί ο Λούκυ θα δει με τα ίδια του τα μάτια το πόσο βάναυσα φέρονται οι άνθρωποι του νότου στους μαύρους εργάτες, θα ακούσει τα παράπονα της νεαρής δασκάλας Άντζελα(φυσικά χαρακτήρας επηρεασμένος από την πολιτική ακτιβίστρια και συγγραφέα Άντζελα Ντέιβις)αλλά θα έρθει και σε σύγκρουση με τον πλούσιο ιδιοκτήτη της γειτονικής φυτείας, Κουίνσι Κουορτερχάουζ, και όλο το συνάφι του, όταν μαθαίνει πως και σε ποιους ακριβώς σκέφτεται να διαθέσει την φυτεία του...Και σαν να μην έφταναν όλα αυτά οι Ντάλτον δραπετεύουν και πάνε στη Λουιζιάνα να βρούνε τον "πλούσιο" Λούκυ... Ακόμα μία συνεργασία των Acdhe και Jul μας δίνει μία ακόμα ωραία ιστορία για τον φτωχό και μόνο κάου-μπόυ. Σε αυτό το άλμπουμ όμως περισσότερο από ποτέ θίγεται το θέμα του ρατσισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Των οποίων δικαιωμάτων κάποιοι συνεχίζουν να καταπατούν ακόμα και μετά το τέλος ενός εμφυλίου πολέμου που τους βρήκε χαμένους για τις απόψεις που πρέσβευαν και πολεμούσαν κιόλας , λίγο πριν την αυγή του εικοστού αιώνα...Και δυστυχώς θα συνεχίσουν να καταπατούν για πάρα πολλές δεκαετίες ακόμη μέχρι τις μέρες μας(εικοστό πρώτο αιώνα πλέον) και τη δολοφονία του George Floyd από το όπλο λευκού αστυνομικού.. Νύξεις για το ρατσισμό έχουν γίνει σχεδόν στα περισσότερα άλμπουμ του Λούκυ Λουκ ακόμα και από τον ίδιο τον Morris, τον Goscinny και όσους τους διαδέχτηκαν σεναριακά ,έστω και με χιουμοριστικό τρόπο(άλλωστε το κόμικ τις περισσότερες φορές διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις της Άγιας Δύσης) εδώ όμως είναι η πρώτη φορά που σεναριογράφος και σχεδιαστής παίρνουν τόσο ανοικτά θέση, εκφράζοντας με απόλυτη σοβαρότητα και ευαισθητοποιημένη ευθύνη τον αποτροπιασμό τους πάνω σε τέτοιου είδους καταστάσεις...Άλλωστε ακόμα και στο Λούκυ Κίντ (που επιμελείται μόνος του ο Achde σε σχέδιο και σενάριο) υπάρχει ο ρατσιστής χαρακτήρας ο οποίος πάντα στο τέλος την παθαίνει βγάζοντας γέλιο, στο κανονικό/κεντρικό τίτλο όμως το θέμα δεν χωράει γέλιο. Γιατί ο αναγνώστης συνειδητοποιεί με τρόμο ότι σχεδόν από τότε μέχρι σήμερα λίγα πράγματα έχουν αλλάξει...Άνθρωποι εξακολουθούν όπως και τότε να ζουν μέσα στο φόβο, να θέλουν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και να μην τους το επιτρέπουν.. Να θεωρούνται κατώτεροι μόνο από το χρώμα του δέρματός τους... Παράλληλα παρουσιάζεται και η γέννηση της ακροδεξιάς οργάνωσης Κου - Κλουξ -Κλαν που την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πέρα από τη Λουιζιάνα και στις άλλες περιοχές του Τένεσι, από την οποία θα κινδυνέψουν τόσο η Άντζελα όσο και ο ίδιος ο Λούκυ Λούκ(''Οι απόκριες έχουν περάσει εδώ και τρείς μήνες.." θα τους πεί όταν τους δει με τις στολές τους..)... Ποτέ άλλοτε μία ιστορία του Λούκυ Λουκ δε παρουσιάστηκε τόσο αληθινή αλλά και τόσο επίκαιρη όσο το "Μπελάδες στις Φυτείες" που μας δείχνει ότι το δίδυμο Acdhe&Jul "έδεσε" απόλυτα όπως ακριβώς είχε γίνει και με τους Morris/Goscinny όταν ο δεύτερος ανέλαβε τα σενάρια ουσιαστικά εκτοξεύοντας το κόμικ στη χρυσή του περίοδο για περισσότερο από μία εικοσαετία. Μου άρεσε επίσης η αναφορά σε προηγούμενες ιστορίες του Λούκυ Λουκ(easter eggs)-πράγμα που συνέβει και στο προηγούμενο άλμπουμ-με τον Άβερελ να θυμάται τις ξένες γλώσσες του(Κουακουακομεκικι/Τηγανήτες για τους Ντάλτον ΛΛ# 16)ή τον Λούκυ να θυμάται ότι είχε κάνει μία κούρσα στο Μισισιπί πριν από καιρό(Η κούρσα του Μισισιπί ΛΛ #30)καθώς και ο εντυπωσιακά σχεδιασμένος τυφώνας στο τέλος, που αποδίδεται με μεγάλη αληθοφάνεια χωρίς στη στατικότητα που ακόμα και ο ίδιος ο Μorris πιθανών να σκίτσαρε αφού επέμενε να τον αποδώσει πιο κωμικά... Παράλληλα όπως και σε κάθε σχεδόν άλμπουμ του Λούκυ Λουκ δίνεται βαρύτητα για μία ακόμα φορά και στο ιστορικό στοιχείο της σειράς με τον Λούκυ να συναντά μεν σπουδαίες προσωπικότητες του (προ)περασμένου αιώνα, αλλά και σπουδαίους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες της αμερικανικής λογοτεχνίας(Τομ Σόγιερ, Χακ Φυν)καθώς και προσωπικότητες που θα λάμψουν με το έργο τους τον.. επόμενο αιώνα(Άντζελα Ντέιβις, Μπάρακ Ομπάμα, Όπρα Γουίνφρει). Για μια ακόμα φορά η Μαμούθ Κόμιξ προσφέρει στους αναγνώστες της μία καλαίσθητη έκδοση, με πολύ καλό χαρτί και γυαλιστερό εξώφυλλο, σε οικονομική για τα δεδομένα της έκδοσης τιμή. Σε πολύ καλή μετάφραση από τον κύριο Πουλάκο. Άξιζε η αναμονή της κυκλοφορίας του άλμπουμ και ελπίζω να βγει κάποια στιγμή και η νέα περιπέτεια του Aστερίξ η οποία έχει καθυστερήσει πολύ. Σε δύσκολους καιρούς - ειδικά εκδοτικά - η Μαμούθ συνεχίζει να δηλώνει τη παρουσία της στα εκδοτικά δρόμενα αν και πλέον έχει περιοριστεί κυρίως στις εκδόσεις εκείνες που έχουν απήχηση στο κοινό και γνωρίζει ότι θα πουλήσουν περισσότερα αντίτυπα(τουτέστιν Λούκυ Λουκ, Αστερίξ και οι επανεκδώσεις του Τεν Τεν).Δυστυχώς οι δύσκολες οικονομικά εποχές, και το περιορισμένο ελληνικό κοινό δεν της επιτρέπουν να διευρύνει το εύρος των εκδόσεων της ή να συνεχίσει σπουδαίες σειρές που κατέχουν ξεχωριστή θέση στα γαλλοβελγικά BD κόμικ και που κάποτε απολαμβάναμε και είχαμε την τιμή να διαβάζουμε και εμείς..
  3. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 23-05-2020 Πρωτότυπος Τίτλος: Lanfeust de Troy Τ1 (10-1994) Το Lanfeust de Troy είναι ένας από τους πιο δημοφιλής τίτλους στην Γαλλία, τα τελευταία 25+ χρόνια, έχοντας βγάλει αρκετές συνέχειες και spin-offs, καθώς και ένα ανθολογικό περιοδικό που κράτησε για σχεδόν 21 χρόνια και 277 τεύχη. Η κεντρική σειρά έβγαλε 8 άλμπουμ και ένα μεταγενέστερο εμβόλιμο μεταξύ του τέλους της αρχικής σειράς και της πρώτης συνέχειας. Οι περισσότερες εικόνες προέρχονται από τα δείγματα που παραθέτει ο εκδότης. Ο κόσμος του Τρόυ είναι ένας κόσμος μαγείας, στην οποία κάθε μέλος της κατέχει από μια ξεχωριστή μαγική δύναμη την οποία χρησιμοποιεί για της ανάγκες της κοινότητας της, αρκεί να υπάρχει ένας σοφός στο χωριό για να την μεταδώσει στους κατοίκους της. Η περιπέτεια που μας βάζει στον κόσμο του Τρόυ, μας συστήνει τον Λανφέστ, έναν νεαρό σιδερά που μπορεί να λιώσει ένα σίδερο με μια ματιά και είναι ερωτευμένος με την μια από τις κόρες του σοφού του χωριού. Η ζωή του θα αλλάξει όταν έρθει σε επαφή με ένα σπαθί του οποίου η λαβή είναι φτιαγμένη από το Φίλντισι του Μαγόχαμοθ, το οποίο ξεκλειδώνει την δυνατότητα του να επικαλεστεί την απόλυτη δύναμη. Ο Λανφέστ λοιπόν θα πρέπει να ταξιδέψει μαζί με τον σοφό Νικολίδη και τις κόρες στους στην πόλη που βρίσκονται οι πρεσβύτεροι σοφοί για να εξετάσουν τι σημαίνει αυτή η ξαφνική ανακάλυψη... ...κάτι που θα δώσει την δυνατότητα στον Άρλεστον να μας παρουσιάσει καλύτερα τον κόσμο και τις ιδιαιτερότητες του Τρόυ, αναπτύσσοντας παράλληλα και τους βασικούς χαρακτήρες του, με έναν μεστό και ψυχαγωγικό τρόπο, που δείχνει πως ξέρει τι κάνει και δεν έχει αφήσει τίποτα στην τύχη. Το ύφος που διαλέγει, δείχνει πως απευθύνεται πρωτίστως σε εφηβικό και Young Adult κοινό, αλλά δεν μένει μόνο εκεί. Αν μη τι άλλο, το χιούμορ αγγίζει κάποιες φορές ενήλικα θέματα και η έντονη σεξουαλική συμπεριφορά της μιας από τις κόρες του σοφού Νικολίδη, δίνει ένα πιο αντισυμβατικό αέρα στον κατά τα άλλα πιστό στα μοτίβα του sword and sorcery και του a hero's journey σενάριο. Βλέπω να προσβάλλονται από αυτό μερικοί στον νεοσυντηρητικό περιβάλλον που ζούμε, αλλά c'est la vie! Γαλλικό κόμικ διαβάζουμε, και αυτοί τείνουν να μην έχουν τα ίδια προβλήματα με την επίδειξη της σεξουαλικότητας τους, σε σύγκριση με τον υπόλοιπο κόσμο. Όπως ίσως καταλάβατε, αυτό που διάβασα μου άρεσε και θα ήθελα να δω την συνέχεια σύντομα, μιας και αυτό το πρώτο άλμπουμ λειτούργησε κυρίως ως ορεκτικό, μην μπαίνοντας καν στον κόπο να μας δώσει το κλασικό μεγάλο κακό που θα πρέπει οι πρωταγωνιστές μας να υπερνικήσουν, παρόλο που μας παρουσιάζεται το προφίλ του στην πρώτη σελίδα του άλμπουμ. Οπότε μας περιμένουν περισσότερα στην πορεία. Η Ελληνική έκδοση τώρα έχει μια ιδιαίτερη ιστορία από πίσω, μιας και ξεκίνησε πρώτα ως scanlation από την νεοσύστατη τότε κοινότητα του greekcomics.gr. 14 χρόνια αργότερα, ο υπεύθυνος της κοινότητας το κυκλοφόρησε μέσω της Λέσχης Φίλων Κόμικς ως σκληρόδετη έκδοση, διατηρώντας την ίδια μετάφραση, αλλά με νέα επαγγελματική επιμέλεια, που σαφώς κάνει το κείμενο πιο στρωτό. Η έκδοση είναι παραπλήσια με τις γαλλοβελγικές εκδόσεις που σημαίνει πως μιλάμε για μια πολύ καλή ποιότητα και σε μέγεθος 23x32 εκ. Και λέω παραπλήσια, καθώς 1 προς 1 αναλογία δεν μπορεί να υπάρχει, χωρίς τουλάχιστον να ανέβει πολύ το κόστος, λόγω των διαφορετικών στάνταρ στην Ελληνική αγορά, που κάνει κάποιες επιλογές πιο ακριβές σε σύγκριση με έξω. Εκεί π.χ. που οι Γάλλοι μπορεί να χρησιμοποιούν χοντρό ιλουστρασιόν χαρτί, εμείς έχουμε ματ, το οποίο είναι πολύ καλό μεν, αλλά σαφώς χάνει κάποια από την διαύγεια των ψηφιακών χρωμάτων. Το σκληρόδετο επίσης πρέπει να είναι λίγο πιο λεπτό και η βιβλιοδεσία πιο απλή. Αλλά αυτά είναι σχετικά μικρά θεματάκια που οι περισσότεροι δεν θα παρατηρήσουν. Εκεί που εμένα μου έκανε εντύπωση, είναι στην έλλειψη γραφιστικής επιμέλειας. Με τον τίτλο να έχει αυξημένες γραφιστικές ανάγκες και με τους εκδότες που ασχολούνται με τα κόμικς στην Ελλάδα να έχουν ανεβάσει τον πήχη τα τελευταία χρόνια, μου έκανε εντύπωση που δεν φροντίστηκε αυτός ο τομέας, ιδίως όταν γίνεται σύγκριση με το αρχικό σκανλέισον, όπου βλέπουμε πως το είχαν προσέξει αυτό. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ελπίζω, πως τώρα που έφυγε το αρχική άγχος της πρώτης κυκλοφορίας, να αφιερώσουν περισσότερο χρόνο στα επόμενα για να δώσουν στην σειρά την φροντίδα που της αξίζει. Ένα άλλο συμπέρασμα που βγαίνει από το σκανλέισον, είναι πως η Ελληνική έκδοση περιέχει τον μεταγενέστερο ψηφιακό χρωματισμό, τον οποίο επιμελήθηκε ο Matteo Livi. Ο σύγχρονος χρωματισμός είναι αξιόλογος και σε αρκετά σημεία καλύτερος, και δεν υποσκιάζει ευτυχώς το σχέδιο του Tarquin, αλλά δίνει έμφαση στην γενική ατμόσφαιρα, σε σύγκριση με τον αρχικό σχεδιασμό του Yves Lencot, που φροντίζει ο χρωματισμός του αναδεικνύει τα διαφορετικά κομμάτια του κάθε σκηνικού και τις φιγούρες των χαρακτήρων, με τέτοιο τρόπο ούτως ώστε η ματιά του αναγνώστη να μπορεί να τα αντιληφθεί με ένα βλέμμα, αντί να τα προσπεράσει ως ασήμαντα ή γενική θολούρα. Αυτά προς το παρόν. Πιθανόν να έχω να γράψω περισσότερα όταν βγουν, καλώς εχόντων των πραγμάτων, και οι συνέχειες.
  4. O Max Winter ήταν ένας ληστής στην (όχι πλέον και τόσο) Άγρια Δύση στα τέλη του 19ου αιώνα. Και ήταν από τους λίγους τυχερούς που κατάφεραν να επιζήσουν και να γλυτώσουν από τους εκπροσώπους του νόμου που τον καταδίωκαν. Flash forward στο 1939, στη Νέα Υόρκη. Μεγάλος σε ηλικία πλέον, έχει γίνει συγγραφέας pulp διηγημάτων, μικρών σε έκταση ιστοριών για πιστολάδες στην Αγρια Δύση, τα οποία συνήθως δημοσιεύονταν σε φτηνά, μαζικής κυκλοφορίας, περιοδικά. Αντλώντας έμπνευση από τις δικές του εμπειρίες, ουσιαστικά γράφει την αυτοβιογραφία, προσπαθώντας με τα λίγα λεφτά που βγάζει να συντηρήσει τον εαυτό του, και την Rosa με την οποία συζεί, αλλά και την κόρη της. Όταν μαθαίνει όμως ότι έχει μια σοβαρή καρδιακή πάθηση, σε συνδυασμό με την επίσκεψη που δέχεται από ένα παλιό αστυνομικό που τον καταδίωκε από την εποχή που ήταν ληστής, αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια του, και να επιστρέψει στην εγκληματική του ζωή, να κάνει μια τελευταία ληστεία για να αφήσει κάποια χρήματα στη Rosa μετά το θάνατο του. Τίποτα δεν είναι όμως όπως φαίνεται..... Μικρή παρουσίαση θα είναι αυτή που θα γράψω, για ένα μικρό σε έκταση κόμικ (72 σελίδες) αλλά με συμπυκνωμένη ουσία και μαγεία. Ο Ed Brubaker, απλά ξέρει πως να γράφει και το ότι καταφέρνει, μέσα σε τόσες λίγες σελίδες, να μας δώσει μια δουλειά τόσο ολοκληρωμένη και τόσο γεμάτη από νοήματα, φανερά και κρυφά, φανερώνει ακριβώς αυτή την ποιότητα του. Στο Pulp, αυτό είναι για εμένα που ξεχωρίζει πάνω από όλα. Σε αντίθεση με το αντιστοίχου μεγέθους My Heroes Have Always Been Junkies, το οποίο είχα βρει ελαφρώς αδιάφορο και αδούλευτο, εδώ πραγματικά ξεζουμίζει κάθε καρέ, χρησιμοποιεί απόλυτα το χώρο αυτών των 72 σελίδων, και γράφει μια ιστορία με σωστή αρχή, μέση και τέλος, με πραγματικά ενδιαφέροντες χαρακτήρες και αληθοφανείς συνθήκες γύρω τους αλλά και μέσα τους. Χρησιμοποιεί τον εσωτερικό μονόλογο, δοσμένο σε περιγραφές, όπως κάθε noir που σέβεται τον εαυτό του, αλλά ξέρει και το κάνει με σύγχρονο τρόπο, με μοντέρνα γραφή και όχι στείρα επανάληψη των κλισέ, αποδεικνύοντας γιατί θεωρείται ο κορυφαίος στο είδος του. Μόνη παρατήρηση που μπορώ να κάνω, είναι ότι για άλλη μια φορά σε βιβλία του, όπως στο Criminal, στο Kill or be Killed και άλλα, έχουμε το ίδιο μοτίβο του κατεστραμμένου πρωταγωνιστή, που βρίσκεται ένα βήμα πριν το τέλος, κάτι γίνεται το οποίο δείχνει ότι μπορεί να τον σώσει, και εν τέλει, καταλήγει χειρότερα από ότι ξεκίνησε. Όπως προείπα, έχει το χάρισμα να αλλάζει τη θεματολογία και τις ιστορίες σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην με έχει ενοχλήσει ουσιαστικά ακόμα, αλλά πιστεύω ότι καλό είναι να δούμε και κάτι άλλο από τον Brubaker ως συγγραφικό εργαλείο. Στο σχέδιο ο Sean Phillips παραμένει από τους κορυφαίους, τουλάχιστον στα δικά μου μάτια. Ίσως όχι τόσο στην ίδια την σχεδιαστική του ικανότητα, έχω δει καλύτερους και εκφραστικότερους χαρακτήρες και αλλού. Εκείπου για εμένα διαπρέπει ο Phillips, είναι η σκηνοθεσία του αλλά και οι στάσεις του σώματος του κάθε χαρακτήρα. Στις χειρονομίες, στα καμπουριάσματα και σε όλες τις "λυγισμένες" του φιγούρες, βγαίνει όλος ο ρεαλισμός που ξεπηδάει από το χαρτί. Θα ήθελα να τον δω ξανά με άλλο χρωματιστή, πέρα από τον γιο του Jacob, ο οποίος ναι μεν είναι καλός και ταιριαστός, αλλά δεν νομίζω ότι προσθέτει τίποτα ιδιαίτερο στο σχέδιο του πατέρα του. Συνολικά, μια μεστή και γεμάτη δουλειά, παρά το μικρό της μέγεθος. Σαν ένα ωραίο διήγημα, καλοφτιαγμένο, λιτό και στιβαρό. Διαβαστε το άφοβα, θα σας αρέσει.
  5. Πιο αντιρατσιστής και από τη σκιά του Γιάννης Ιατρού Στο τελευταίο Λούκυ Λουκ, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2020 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ με τίτλο «Μπελάδες στις φυτείες», ο Λούκυ Λουκ, ο καουμπόι που «πυροβολεί πιο γρήγορα κι απ’ τη σκιά του», έρχεται αντιμέτωπος με έναν από τους πιο δύσκολους εχθρούς που έχει συναντήσει μέχρι σήμερα: τον φυλετικό ρατσισμό Θέτοντας στο επίκεντρο ένα δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, το δημιουργικό δίδυμο των Achde’ (σχέδιο) και Jul (σενάριο) γράφει μία από τις καλύτερες μέχρι σήμερα ιστορίες με τον φτωχό και μόνο καουμπόι, με φόντο την ιδιαίτερη νότια πολιτεία της Λουιζιάνα, με τους βάλτους με πεινασμένους κροκόδειλους, τα μεγαλόπρεπα κυπαρίσσια με τους φαλακρούς αετούς και τα κοκκινόφτερα κοτσύφια, το άρωμα μανόλιας και το κατάλευκο βαμβάκι, το «άσπρο χρυσάφι». Κάνοντας ένα διάλειμμα από την κουραστική ζωή του καουμπόι, ο Λούκυ Λουκ βρίσκεται σε διακοπές στην ήσυχη Νιτσεβονάτντα, «το πιο ήσυχο μέρος σε όλο το Κάνσας». Από την αρχή της ιστορίας, ο έγχρωμος πληθυσμός της Αμερικής του 19ου αιώνα τοποθετείται στο προσκήνιο και ενσαρκώνεται σε μία από τις πιο λαμπρές εκφάνσεις του: οι δημιουργοί επιλέγουν τον Μπας Ριβς, τον πρώτο μαύρο βοηθό μάρσαλ που διορίστηκε δυτικά του Μισισιπή και δεινό σκοπευτή, του οποίου τα κατορθώματα αποτελούν διαχρονική πηγή έμπνευσης για τη μυθιστοριογραφία του Φαρ Ουέστ –πάνω του στηρίχτηκε άλλωστε εν πολλοίς και ο κινηματογραφικός Τζάνγκο του Ταραντίνο–, ως το υπαρκτό πρόσωπο που θα συμμετέχει εν είδει συμπρωταγωνιστή στην ιστορία τους. Η θρυλική μορφή του Μπας Ριβς χαίρει της εκτίμησης του εξίσου θρυλικού, πλην όμως φανταστικού πρωταγωνιστή μας, αφού εκμυστηρεύεται πως έχει μάθει πολλά χάρη σε εκείνον. Από την αρχή της ιστορίας, ο σερίφης Μπας έχει συλλάβει τους Ντάλτον, στη θέση του Λούκυ Λουκ, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη θέση των δύο ανδρών ως ίσων. Κάπου εκεί, ο Λούκυ Λουκ πληροφορείται πως έχει κληρονομήσει την πλούσια κυρία Πινκγουότερ, την ιδιοκτήτρια της μεγαλύτερης φυτείας βαμβακιού στη Λουιζιάνα. Η πραγματικότητα έρχεται να αναιρέσει τη μόνιμη επωδό του «φτωχού και μόνου καουμπόι» με την οποία συνηθίζεται να κλείνει κάθε τεύχος της σειράς, όντας πλέον «ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Λουιζιάνα»! Μεταφερόμαστε έτσι στον αμερικανικό Νότο, σε μια εποχή λίγο μετά τον εμφύλιο και τη νομοθετική κατάργηση της δουλείας, ένα πρώτο βήμα προς την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων μεταξύ μαύρων και λευκών. Ομως, δυστυχώς, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Οι μαύροι, οι οποίοι τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρονταν από την Αφρική ως σκλάβοι για να εργάζονται στα καπνά, το ζαχαροκάλαμο και το βαμβάκι, συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται από την αριστοκρατική ελίτ των λευκών γαιοκτημόνων ως «κατώτερη φυλή». Ενα τέτοιο καθεστώς δεν αλλάζει έτσι εύκολα. Σε όλες τις σκηνές χλιδής των μεγάλων σαλονιών υπάρχει ένας έγχρωμος υπάλληλος – εργάτης, σερβιτόρος, υπηρέτης, σομελιέ. Στην καθημερινότητα, οι μαύροι αλληλεπιδρούν φοβικά με τους λευκούς πολίτες, ακόμα και μετά την ψήφιση της 13ης Τροπολογίας. Έτσι, όταν ο Λούκυ Λουκ έρχεται σε επαφή με τους μαύρους εργάτες της νεοαποκτηθείσας βαμβακοφυτείας του, ταράζει τα νερά της λουιζιάνικης «κανονικότητας». Όταν ο καουμπόι προσφέρει μια απλόχερη χειραψία στον μαύρο επιστάτη που τον υποδέχεται, γινόμαστε μάρτυρες ενός πολιτισμικού σοκ, που συνοψίζεται στη φράση του: «Πρώτη φορά μου σφίγγει το χέρι λευκός». Όταν μια μαύρη εργάτρια εξανίσταται εξ ονόματος όλων για την εξαθλίωση, όλοι περιμένουν ως λογική εξέλιξη ότι θα ξυλοφορτωθεί ή θα εκτελεστεί, έχοντας συμφιλιωθεί με την τραγική μοίρα που τους επιφυλάσσει ο «πολιτισμός» των λευκών. Ο σκοπός του Λούκυ Λουκ είναι να παραλάβει την κληρονομιά και να μοιράσει τη γη στους εργάτες της, κάτι που αντιμετωπίζεται με εύλογη επιφύλαξη από τους έγχρωμους εργάτες και αναστάτωση για το status quo από την «άρχουσα τάξη» της περιοχής. Χαρακτηριστικότερη αποτύπωσή της είναι ο φανατισμένος ρατσιστής Κούκου, ο οποίος συνηθίζει να χαράζει τα αρχικά του στο πετσί όλων των σκλάβων με πυρωμένο σίδερο. Όταν πλησιάζει, όλοι τρέχουν πανικόβλητοι. Αποτελεί την πρώτη επαφή με την αφρόκρεμα της λουιζιάνικης ελίτ, των ξιπασμένων λευκών αστών οι οποίοι περιφρονούν τους μαύρους, θεωρώντας τους υπανθρώπους, ενώ αναφέρονται σε ξυλοδαρμούς, λιντσαρίσματα και απαγχονισμούς σαν να είναι φυσιολογικά! Ο ήρωάς μας γίνεται μάρτυρας των βαθιά ρατσιστικών αντιλήψεων που φωλιάζουν στα προβληματικά, μισάνθρωπα μυαλά όσων επιλέγουν να υποβιβάζουν την ανθρώπινη αξία και υπόσταση μιας μερίδας του πληθυσμού με γνώμονα... το χρώμα του δέρματός τους! Δεν σιωπά, αλλά επιλέγει να αντιδράσει: «Εγώ, ξέρετε, ποτέ δεν ξεχώριζα χρώματα...». Μια φράση που για τους παρευρισκόμενους και τη ρατσιστική κανονικότητά τους δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι... υποφέρει από δυσχρωματοψία! Η άρνησή του να δεχτεί αυτόν τον παραλογισμό και η πρόθεσή του να αναδιανείμει την περιουσία του στους μαύρους εργάτες της φυτείας, δεν αργούν να τον θέσουν στο στόχαστρο της νεοσύστατης τότε Κου Κλουξ Κλαν. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λούκυ Λουκ τάσσεται υπέρ των αδύναμων. Από την εποχή του Μορίς και του Γκοσινί, στην «Κληρονομιά του Ραντανπλάν» παίρνει το μέρος των Κινέζων της Βιρτζίνια Σίτι, ενώ στην ιστορία «Σύρματα στα Λιβάδια» συνδράμει τους φτωχούς αγρότες έναντι των πλούσιων κτηνοτρόφων. Είναι, ωστόσο, η πρώτη φορά που οι δημιουργοί του επιλέγουν να θέσουν με τέτοια ένταση ένα κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, όπως αυτό του ρατσισμού, στον πυρήνα της ιστορίας και να πάρουν τόσο ξεκάθαρη θέση. Η επιλογή τους αυτή όχι μόνο δεν λειτουργεί εις βάρος της ιστορίας, αλλά εξηγείται απόλυτα αν λάβει κανείς υπόψη του πως, αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει τόσα πολλά. Οι μαύροι εξακολουθούν να βιώνουν διακρίσεις και η ρατσιστική ρητορική συνεχίζει να βρίσκει όλο και περισσότερα ευήκοα ώτα, διοχετευόμενη από την κλιμακούμενη άνοδο της Ακροδεξιάς ή της εκμοντερνισμένης εκδοχής της alt-right. Ακόμα, σε πολλές περιπτώσεις, όπως συνέβη πρόσφατα στην Αμερική, να αντικατοπτρίζεται στην αντιμετώπιση των έγχρωμων πολιτών, όπως ο Τζορτζ Φλόιντ, από τις αστυνομικές αρχές. Στον απόηχο του κινήματος «Black Lives Matter» και της έντονης ανησυχίας του δημοκρατικού κόσμου για την επιμονή αντίστοιχων φαινομένων, το νέο άλμπουμ του Λούκυ Λουκ, που βρίθει ιστορικών και λογοτεχνικών αναφορών, όπως ο Τομ Σόγιερ και ο Χάκλμπερι Φιν, και αναχρονισμών, όπως για παράδειγμα η αναφορά στον Μπαράκ Ομπάμα και την Οπρα, τοποθετείται με σαφήνεια στη σωστή μεριά της Ιστορίας και αποδεικνύει τον διδακτικό ρόλο που συνεχίζει -και οφείλει- να παίζει η 9η Τέχνη στις σύγχρονες κοινωνίες. Πηγή
  6. Πολύ ευχάριστη αστυνομική ιστορία που μου γυάλισε τυχαία σε κάποια παρουσίαση στο youtube και έσπευσα να αγοράσω. Στην αρχική της μορφή αποτελούμενη από 3 άλμπουμ, κυκλοφόρησε αργότερα στα αγγλικά από την Humanoids σε ένα τόμο 150 σελίδων περίπου. Αν και δεν είναι από τα πολύ γνωστά κόμικς της εταιρίας, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Los Angeles του 2050 και ξεκινά με τον πρωταγωνιστή μας (έναν αστυνομικό) να γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας. Η εξέταση αμφιβληστροειδούς στο πτώμα δείχνει ότι ανήκει σε 2 διαφορετικές γυναίκες!!! οι οποίες είναι μάλιστα παντρεμένες με διαφορετικούς άνδρες. Το πράγμα από εκεί περιπλέκεται, με μυστικές υπηρεσίες, συνωμοσίες και ναρκωτικά. Στο σενάριο ο (άγνωστος σε εμένα) Benoît Rivière γράφει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, στο δε σχέδιο ο Philippe Scoffoni κάνει πραγματικά καταπληκτική δουλειά, με ρεαλιστικά πρόσωπα, άψογη γλώσσα του σώματος και στήσιμο σελίδων / καρέ, ενώ τα φουτουριστικά του σχέδια στα κτήρια, τα περιβάλλοντα και τα οχήματα είναι ιδανικά για ένα κοντινό σε εμάς μέλλον. Γενικά η ιστορία δεν έχει υπερβολικά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (ούτε καν τα τόσο συνηθισμένα ιπτάμενα αυτοκίνητα) και θα μπορούσε να διαδραματίζεται και στη σημερινή εποχή.
  7. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» Γιάννης Κουκουλάς Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ.Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές» «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ηπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Ομηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου, «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Ετσι, όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ηταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Αρα, είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λπ. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λπ. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λπ. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος, άλλωστε, έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ενα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και, ενδεχομένως, η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πηγή
  8. Καλησπέρα σε όλους. Είδα ότι δεν υπάρχει topic για τις Μπαμπαδοϊστορίες του Νικόλα Στεφαδούρου που κυκλοφόρησαν σε μορφή ανθολογίας τον Οκτώβριο απ' τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και πήρα την πρωτοβουλία να φτιάξω ένα με την παρουσίασή μου στο Smassing Culture. Αν δεν το έχετε πάρει ακόμα πάντως σας παροτρύνω σίγουρα να το κάνετε σύντομα. Μπορεί να υπάρχουν πολλά comic strips στην ελληνική κόμικ σκηνή, αλλά αυτό σίγουρα ξεχωρίζει γιατί πέρα από γέλιο προκαλεί σε κάποιες στιγμές και έντονες συγκινήσεις Ακολουθεί η παρουσίαση του comic: Είναι συχνό φαινόμενο η παρατήρηση – μομφή προς τους νέους γονείς ότι ρέπουν να συζητούν σχεδόν αποκλειστικά για τα παιδιά τους. Βέβαια αυτό δεν είναι παράλογο αφού όταν έρχεται ένα παιδί στη ζωή μίας οικογένειας (και ειδικά το πρώτο) αναδιοργανώνει πλήρως τη μέχρι τότε ζωή του ζευγαριού, το οποίο πλέον σπαταλά σχεδόν όλη την ενέργεια που του απομένει απ’ τη δουλειά στη φροντίδα του παιδιού. Επομένως, είναι απολύτως φυσιολογικό όταν συναντιούνται με τους φίλους τους να συζητούν κυρίως για εκείνες τις κωμικοτραγικές εμπειρίες της νέας καθημερινότητάς τους που πλέον σε τίποτα δεν θυμίζει το πρόσφατο παρελθόν τους. Άλλωστε με τον ίδιο τρόπο δεν αντιμετωπίζουμε καθετί στο οποίο αφιερώνουμε την καθημερινότητά μας, είτε αυτό είναι το σχολείο, είτε το πανεπιστήμιο, είτε η δουλειά μας; Τι συμβαίνει όμως όταν ένας σκιτσογράφος το πάει σε άλλο επίπεδο και δεν απασχολεί μόνο τον κοινωνικό του περίγυρο με τις Μπαμπαδοϊστορίες του, αλλά και το αναγνωστικό κοινό του; Πολλά πράγματα μπορούν να συμβούν, εξαρτάται πώς θα χειριστεί το θέμα. Στην περίπτωση του Νικόλα Στεφαδούρου πάντως, το αποτέλεσμα είναι μία πολύ τρυφερή αποτύπωση κωμικοτραγικών στιγμών της ζωής του απ’ τη στιγμή που έγινε πατέρας, οι οποίες ξεχειλίζουν αγάπη, στοργή, συγκίνηση και χιούμορ. Σίγουρα δεν είναι απ’ τις περιπτώσεις που μπορείς να τις προσπεράσεις με ένα φευγαλέο «Ok boomer», όσο κι αν θες να το παίξεις ατίθασο νιάτο! Γιατί τα comic strips του Στεφαδούρου δεν είναι comic απόδοση των «Μανούλων του Facebook», ούτε αναπαράγουν τα τυπικά κλισέ για να κάνουν εύκολο χιούμορ, τύπου «ζακέτα να πάρεις». Ακόμα κι όταν αναφέρεται σε κάποια από αυτά, το κάνει με εύστοχο τρόπο ώστε να τα κριτικάρει με χιούμορ που δεν είναι αστεία – κονσέρβα. Επιπλέον, ο Στεφαδούρος δεν διηγείται τις γονεϊκές εμπειρίες του με βαρετό και δασκαλίστικο τρόπο. Δεν γράφει διδακτικές ιστορίες για γονείς και παιδιά, παρ’ όλο που νιώθει την ανάγκη να διαφοροποιήσει πλήρως τον εαυτό του από άλλους γονείς με ομοφοβικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές ιδέες και συμπεριφορές. Στόχος του δεν είναι να δημιουργήσει έναν «οδηγό» νέων γονέων που είναι nerds και αντισυμβατικοί όπως ο ίδιος, αλλά να αφηγηθεί τη δική του εμπειρία με τη μορφή ενός τρυφερού ημερολογίου μίας σχέσης σε εξέλιξη. Κάθε ιστορία περιέχει μία διαφορετική στιγμή που έζησαν με την κόρη του και τη σύζυγό του και χαράχτηκε στο νου του ή μια σκέψη που δεν μπορεί να φύγει απ’ το μυαλό του. Τις περισσότερες φορές αυτές οι στιγμές είναι χιουμοριστικές, nerdουλιάρικες, τρυφερές και χαρούμενες, με την ικανότητα να σκορπούν το γέλιο ή τουλάχιστον να διαβάζονται με ένα χαμόγελο καρφωμένο συνέχεια στην έκφραση του αναγνώστη. Όμως, στις σελίδες του comic υπάρχουν και ιστορίες λυπητερές, οι οποίες μας θυμίζουν ότι όλα είναι μέσα στη ζωή μας -καλά και κακά- και πρέπει να είμαστε δυνατοί και ενωμένοι για να τα αντιμετωπίσουμε. Στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Νικόλας Στεφαδούρος αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες από μία απ’ τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του, με τρόπο που δεν κρύβει τα πλούσια συναισθήματά του. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που ο δημιουργός εμπνέεται απ’ το οικογενειακό του περιβάλλον προκειμένου να αφηγηθεί μία comic ιστορία. Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε την Αλεξάνδρεια, ένα comic που αποτελούνταν κι εκείνο από ημι-αυτοτελείς μονοσέλιδες ιστορίες εμπνευσμένες απ’ τα παιδικά χρόνια του πατέρα του -του Γιώργου Στεφαδούρου- στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια και οι Μπαμπαδοϊστορίες είναι τα -μέχρι στιγμής- πιο προσωπικά έργα του Στεφαδούρου, γεμάτα συναισθήματα που εμπλουτίζουν την αναγνωστική εμπειρία. Βέβαια στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Στεφαδούρος ξετυλίγει χωρίς ταμπού και τον nerd εαυτό του. Μας θυμίζει έτσι ότι πρόκειται για έναν δημιουργό με ευρεία γκάμα, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει από προσωπικές ιστορίες συγκινητικές και συναισθηματικές, μέχρι σκληρά nerd comics με ζόμπι, όπως το OMG Zombies. Τον βοηθάει βέβαια να κινείται με ευκολία στα διαφορετικά είδη και το υψηλού επιπέδου καρτουνίστικο σχέδιό του, με το οποίο μπορεί να δοκιμάζει το ύφος της γραφής και της φαντασίας του σε διαφορετικά μοτίβα και αφηγηματικά πλαίσια, χωρίς κινδυνεύει να βρεθεί εκτός context. Οι Μπαμπαδοϊστορίες μπορεί να τυπώθηκαν πριν λίγο καιρό ως ανθολογία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, όμως δεν έχουν σταματήσει να κυκλοφορούν νέα επεισόδια. Η σειρά είχε ξεκινήσει να δημοσιεύεται τακτικά στο socomic.gr και πλέον έχει μετακομίσει στο all4mama.gr. Η έντυπη ανθολογία περιλαμβάνει στο τέλος της και στριπάκια από guests δημιουργούς: τον Βαγγέλη Λιόλη, τον Νίκο Κούτση, τον Κωνσταντίνο Κάτσο, τον Θανάση Καραμπάλιο, τον Τόνυ Τζανουκάκη και τη Δήμητρα Αδαμοπούλου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Smassing Culture
  9. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
  10. Μια ιστορία, άγνωστη στους περισσότερους, άγνωστη και σε εμένα που θέλω να λέω ότι ξέρω αρκετά πράγματα για την νεοελληνική ιστορία. Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα το 1916, η Ελλάδα παραμένει ακόμα ουδέτερη. Στο εσωτερικό οι πολιτικές εντάσεις μεταξύ βασιλοφρόνων και βενιζελικών είναι στο απόγειο τους, και ο εμφύλιος πόλεμος (άλλος ένας) είναι κοντά. Ο Βενιζέλος θέλει να μπούμε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, και ο γερμανοτραφής Βασιλιάς εμμένει στην ουδετερότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Βούλγαροι εισβάλλουν στην Ανατολική Μακεδονία, και το εκεί σταθμευμένο Δ' Σώμα Στρατού, μη μπορώντας να πολεμήσει, υποχωρεί μέχρι την Καβάλα, όπου και πολιορκείται από τους Βούλγαρους. Οι εντολές από το βασιλόφρων γενικό επιτελείο συνεχίζουν να απαγορεύουν στους Έλληνες στρατιώτες να αντεπιτεθούν. Η λύση δίνεται, με την συνδρομή των Γερμανών, και ολόκληρο το Δ' Σώμα, φορτώνεται σε τραίνα και οδηγείται στο Γκαίρλιτς, την ανατολικότερη πόλη της σημερινής ενωμένης Γερμανίας, δίπλα στα σύνορα με την Πολωνία. Όπου και έμειναν, οι περισσοτεροι, μέχρι το τέλος του πολέμου. Μια κρυφή, για τους περισσότερους, πτυχή της ελληνικής εμπλοκής στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι επιπτώσεις της στους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, είτε λόγω έλλειψης άλλου τρόπου επιβίωσης, είτε λόγω ιδανικών και ιδεολογίας, υπηρετούσαν τότε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού. Ο συγγραφέας και σχεδιαστής, ακολουθεί μια ομάδα στρατιωτών σε όλη τους την πορεία, από την Ελλάδα στη Γερμανία και πάλι πίσω, δείχνει τις κακουχίες, τις λίγες ευχάριστες στιγμές, τις πολιτικές διαμάχες, την ανθρώπινη πτυχή μιας παγκόσμιας τραγωδίας. Δυστυχώς όμως, ποτέ δεν με έκανε πραγματικά να ενδιαφερθώ για τους πρωταγωνιστές και να νιώσω ότι αυτοί είναι ο λόγος για τους οποίους γράφτηκε αυτή η ιστορία. Μέσα στις 100+ σελίδες αυτής της όμορφης και μεγάλου μεγέθους έκδοσης από τις εκδόσεις Ικαρος, περιγράφονται τόσα πολλά γεγονότα, και αρκετές διαφορετικές τοποθεσίες και σκηνικά, ώστε να μου δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η "κάμερα", η "οπτική" του συγγραφέα ήταν πιο "ψηλά" από ότι χρειαζόταν για να περιγράψει μια ανθρώπινη ιστορία. Με λίγα λόγια, ένιωσα ότι διάβασα ένα ντοκυμαντέρ, διανθισμένο με το ανθρώπινο στοιχείο, παρά το αντίθετο. Ενδιαφέρον, καλογραμμένο, με σωστή ροή και άψογο ρυθμό, αλλά ποτέ δεν με "έβαλε" μέσα στην ιστορία. Σχεδιαστικά, έμοιαζε με τις περισσότερες δουλειές του Πέτρου που έχω διαβάσει. Θυμίζει απόλυτα πιο σύγχρονα BD, με λιγότερη έμφαση στην λεπτομέρεια και στο πλούσιο background, αλλά στο να είναι λειτουργικό και να προωθεί την ιστορία, πράγμα που καταφέρνει με επιτυχία. Σίγουρα δεν είναι απόλυτα του γούστου μου, αλλά τον σκοπό του τον επιτελεί σωστά. Σίγουρα περίμενα κάτι παραπάνω όταν αγόραζα το συγκεκριμένο κόμικ. Ακόμα και έτσι όμως, παραμένει μια αρκετά ικανοποιητική δουλειά, ίσως χωρίς να κάνει τη διαφορά, αλλά σίγουρα μία που αξίζει κάποιος και να την αγοράσει και να τη διαβάσει.
  11. «Berlin: Πρώτος θάνατος»: Το ελληνικό neo-noir graphic novel Μαύρος καπνός, μυστήριο, σκοτάδι. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν. Οι δημιουργοί Κυριάκος Αθανασιάδης και Νικόλας Κούρτης μιλάνε για το neo-noir graphic novel. Μάνος Νομικός Συνέντευξη με τους δημιουργούς του neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος», Κυριάκο Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν …την πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη που την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών. Berlin: Πρώτος θάνατος Μια τέτοια ψυχή είναι και ο Ράντολφ Κάρτερ, ιδιωτικός ντετέκτιβ για μικροϋποθέσεις που μετά βίας τού εξασφαλίζουν τα απαραίτητα χρήματα για τα ποτά του στο Los Antiguos, το μπαρ όπου περνά τον περισσότερο καιρό του. Όταν όμως ένας μυστηριώδης πελάτης θα τον προσλάβει για μια υπόθεση που αρχικά μοιάζει να είναι μια απλή περίπτωση κλοπής και εξαφάνισης, ο Κάρτερ θα μπλεχτεί σε έναν ατέρμονο λαβύρινθο τρόμου και αίματος που οδηγεί μέσα από τα στενά δρομάκια και τις αγορές της Μπερλίν στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Το neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, μία «σκοτεινή κατάδυση» στον κόσμο, στους χαρακτήρες, ήρωες και αντιήρωες της φανταστικής πόλης Μπερλίν. Πάνω από όλα όμως, είναι ένα graphic novel-έκπληξη που «παντρεύει» το παραφυσικό με το neo-noir είδος και μπορεί άνετα να σταθεί και στη διεθνή αγορά. Berlin: Πρώτος θάνατος Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Berlin»; Νικόλας Κούρτης: Η γνωριμία μας μετράει δεκαετίες. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, τα κόμικς, τον κινηματογράφο. Κάποιες μικρές ιστορίες μας είχαν εκδοθεί παλιά στη Βαβέλ. Πρόσφατα δημιουργήσαμε τη σειρά «Urban Stories», 11 δισέλιδα αυτοτελή κόμικς, που εκδόθηκαν στο περιοδικό The Book's Journal. Ήταν φυσική συνέχεια να εκφραστούμε σε μεγαλύτερο φορμά. Και μεγάλη τύχη που ενώθηκαν οι δρόμοι μας και με τον Λευτέρη Σταυριανό και την Jemma Press. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από αυτό. Κυριάκος Αθανασιάδης: Πριν ακόμα από τα κόμικς στη Βαβέλ, ο Νικόλας είχε σχεδιάσει τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων μου, ενώ εικονογράφησε και μία νουβέλα που είχα εκδώσει το 2002. Ένα από εκείνα τα ασπρόμαυρα σχέδιά του, το χτύπησα τατουάζ την ίδια χρονιά, ψηλά στο μπράτσο. Οπότε, ναι, έτσι πάει: μετά τα δισέλιδα στο TBJ και κάποιες άλλες δουλειές σε μικρή φόρμα που κάναμε μαζί, η «Berlin» ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνει. Και βρήκε το καλύτερο σπίτι για να γεννηθεί. Πήρε αρκετό η όλη διαδικασία, από την αρχική ιδέα μέχρι να το λάβετε στα χέρια σας; Δουλέψατε εξ αποστάσεως; Πώς ήταν η συνεργασία σας; Νικόλας: Είναι χαρακτηριστικό πως σε κάθε πρότζεκτ δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Συνεννοούμαστε δηλαδή εύκολα, υπάρχει ροή, Η αρχή γίνεται πάντα από τον Κυριάκο. Η βασική ιδέα, οι περιγραφές, το σενάριο, όλα από εκείνον. Μετά, εγώ έχω πλήρη ελευθερία. Συζητάμε βέβαια συχνά, αλλά είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου δίνει. Μα κι εγώ σπάνια θα επέμβω στο σενάριο καθαυτό. Οι αλλαγές που θα κάνω είναι συνήθως αφηγηματικές. Πώς να υπηρετήσω καλύτερα την ιστορία με τρόπους που ο Κυριάκος δεν έχει ίσως φανταστεί. Κι εκεί εισέρχεται το προσωπικό μου φίλτρο. Έτσι το αποτέλεσμα είναι «δικό μας». Κυριάκος: Όπως ακριβώς και ένα βιβλίο, το σενάριο περνά από διάφορα στάδια: έρχεται η ιδέα, η ιδέα γίνεται προσχέδιο, το προσχέδιο σκελετός, και ο σκελετός το τελικό σενάριο. Που και πάλι θα υποστεί αλλαγές σε όλα τα στάδια του σχεδίου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για να βρεθούν καλύτερες δραματουργικές (ή «απλώς» αισθητικές) λύσεις ανάλογα με αυτά που σκέφτεται και προτείνει ο Νικόλας: μπορεί να είναι η προσθήκη ενός «ήχου», ή η αφαίρεση μίας σκηνής, ή η σύμπτυξη δύο άλλων. Οπότε, ναι, εγώ εξ ορισμού περιμένω πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Όμως εδώ φαίνεται και η πελώρια διαφορά που έχουμε στα κόμικς ανάμεσα στο σενάριο και στο σχέδιο: το δεύτερο απαιτεί ίσως και δεκαπλάσιο χρόνο από το πρώτο. Γενικά μιλώντας, είναι άδικο που τα ονόματα των συντελεστών μπαίνουν με το ίδιο size… Τώρα, ναι, δουλεύουμε πάντα από μακριά, και επικοινωνούμε όποτε πρέπει και όσο πρέπει με μηνύματα και μέιλ. Berlin: Πρώτος θάνατος Γιατί σε μορφή κόμικς και όχι ένα μυθιστόρημα; Νικόλας: Εδώ και δεκαετίες το κόμικ είναι αναγνωρισμένο ως η ένατη τέχνη. Ένα δυνατό εκφραστικό μέσο με πολλές δυνατότητες, που φλερτάρει με πολλές τέχνες. Οπότε γιατί όχι; Κυριάκος: Τα κόμικς είναι πολύ παλιά υπόθεση, ενός ή και δύο αιώνων —ανάλογα με το από πότε αρχίζει να μετράει κανείς—, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Νικόλας είναι σχεδιαστής, εγώ συγγραφέας και κάνουμε κόμικς μαζί, οπότε όλο αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Η δε δυνατότητα χρήσης της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, που έχει ιστορία άνω των πέντε δεκαετιών, είναι ό,τι πιο δελεαστικό μπορώ να φανταστώ. Η προφανής καταγωγή από τον κινηματογράφο, με προσαρμοσμένες σε μία καθαρά εικαστική γλώσσα των δικών του τεχνικών στη δομή, στο μοντάζ και στους φωτισμούς, ακόμη και στον ήχο, είναι κάτι μαγικό, που δεν υπάρχει αλλού. Είναι ζωγραφική, σινεμά και μυθιστόρημα μαζί — μεγάλη υπόθεση. Berlin: Πρώτος θάνατος Θα μπορούσε η πλοκή να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή Αθήνα και όχι στο Βερολίνο; Νικόλας: Καταρχάς η Berlin δεν είναι το Βερολίνο. Είναι μια πόλη φανταστική, μια δυστοπική φουτουριστική «μεγάπολη», για την οποία, ο αναγνώστης τουλάχιστον, δεν γνωρίζει πολλά. Όχι, δεν θα μπορούσε να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα γιατί θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο εξαρχής. Μια tabula rasa πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Κυριάκος: Έτσι είναι. Μιλάμε για το μέλλον εδώ — για «κάποιο» μέλλον, κάποια fantasy εκδοχή του μέλλοντος, όμως με πολλά στοιχεία (το ντύσιμο, τα χτενίσματα, κάποια όπλα) δανεισμένα κυρίως από τον Μεσοπόλεμο, αλλά και από αλλού. Η Berlin είναι η Μητρόπολη των Τέα φον Χάρμπου και Φριτς Λανγκ, όπως έχει εξελιχθεί μέσα στον χρόνο και μέσα στις σελίδες όπου πρωταγωνιστούν παρόμοιες μητροπόλεις: η Gotham City, η Mega-City One, η Sin City. Αλλά και πάλι: δεν είναι αυτές — είναι εντελώς διακριτή. Όπως άλλωστε φαίνεται και στον «Πρώτο θάνατο». Και όπως θα φανεί και στη συνέχεια που φτιάχνουμε τώρα. Berlin: Πρώτος θάνατος Ποιος είναι ο ντετέκτιβ Ράντολφ Κάρτερ και τι συμβολίζει ο χαρακτήρας του; Νικόλας: Κυριάκο, πες εσύ. Κυριάκος: Ναι, οκέι. Λοιπόν, ο Κάρτερ είμαστε ο Νικόλας κι εγώ. Στην Berlin πιθανότατα δεν εκδίδονται κόμικς —αλλά αν εκδίδονταν θα ήθελα πολύ να τα διαβάσω—, οπότε αν ζούσαμε εκεί θα ήμασταν ντετέκτιβ. Το ελπίζω δηλαδή. Όχι ότι είναι ό,τι πιο εύκολο να κάνει κανείς, αλλά και ποιος δεν θέλει να παίξει τον ντετέκτιβ, και ειδικά έναν ντετέκτιβ που αναλαμβάνει υποθέσεις όπου υπερισχύει το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, και όταν η κεντρική του ηρωίδα, η femme fatale της Berlin, είναι μία υπερσέξι βρικόλακας; Berlin: Πρώτος θάνατος Η «Berlin» είναι noir, ή μάλλον neo-noir. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός noir έργου; Και ποια είναι τα αγαπημένα σας noir έργα μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και τα κόμικς ακόμα; Νικόλας: Είναι κινηματογραφικός όρος. Αναφέρεται σε ιστορίες που γενικά ονομάζουμε «αστυνομικές», αν και η αστυνομία συνήθως απουσιάζει. Δίνει συνήθως έμφαση στον κυνισμό των χαρακτήρων και στα συναισθηματικά τους κίνητρα. Χαρακτηρίζεται επίσης από το μαυρόασπρο. Μία από τις πρώτες μας αποφάσεις για την «Berlin» ήταν η χρήση μαυρόασπρου, κόντρα ίσως στο ρεύμα της εποχής. Προσπάθησα πολύ να μεταφέρω αυτή την κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο κόμικ. Κυριάκος: Ναι, το χρώμα θα προσέθετε πολύ στο εμπορικό κομμάτι του κόμικς, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά θα αφαιρούσε το βασικό του χαρακτηριστικό, που είναι οι σκιές. Στην Berlin, αν μη τι άλλο, «δεν ξημερώνει ποτέ». Δεν θα δείτε, μάλιστα, κανένα πλάνο ουρανού σε κανένα πάνελ — δεν υπάρχει ουρανός, υπάρχει μόνο σκοτάδι από πάνω σου… αλλά και από κάτω. Τώρα, το noir είναι μία πελώρια περιοχή, σχεδόν αχανής, και γλιστράει μέσα σε υποείδη της σύγχρονης λογοτεχνίας και του σινεμά, και προφανώς και στα κόμικς, ακόμη και ασυνείδητα, σχεδόν ερήμην του δημιουργού τους. Αυτός ο κυνισμός που λέει ο Νικόλας, η απουσία μιας ξεκάθαρης «κοινωνικής» ηθικής και η συχνή μείξη, οι αποχρώσεις, του δίπολου καλό-κακό, οι συνωμοσίες, η διαφθορά, η υποβόσκουσα διαρκής ίντριγκα, το ψέμα, η πανταχού παρούσα «τραγικότητα της ύπαρξης», αλλά και τα τσιγάρα, τα ποτά, τα πάθη, οι έρωτες που δεν βγάζουν πουθενά, η βροχή, οι ρεπούμπλικες, οι καμπαρντίνες, οι καπνοί που βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων… οκέι, μιλάμε για τον ορισμό της Απόλυτης Γοητείας εδώ. Οι φαν το γνωρίζουν καλά, και όσοι τυχόν δεν το αγαπούν ή απλώς δεν το ξέρουν μπορούν να διαβάσουν και να δουν, αν μη τι άλλο, τα Top 10 των αντίστοιχων καταλόγων. Παρ’ όλα αυτά, να θυμίσουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «αστικό» νουάρ του Φανταστικού, με πολλά στοιχεία Τρόμου, όχι με τον Φίλιπ Μάρλοου. Berlin: Πρώτος θάνατος Τι να περιμένουμε από τον κάθε ένα ξεχωριστά το ερχόμενο διάστημα και τι ελπίζετε να σας φέρει το 2021; Νικόλας: Όσον αφορά εμένα, το επόμενο έτος θα είμαι κλεισμένος στο σπίτι μου και θα ασχοληθώ με τη συνέχεια της Berlin. Κυριάκος: Αυτό κάνω κι εγώ — γράφω τη δεύτερη ιστορία, τον δεύτερο τόμο. Ήδη έχουμε κάνει τις πρώτες συζητήσεις, ξέρουμε πού θα πάμε και μένει μόνο να δουλέψουμε: έναν με δύο μήνες εγώ, τουλάχιστον δέκα μήνες ο Νικόλας. Αλλά, αν ξέρουμε κάτι καλά, είναι ότι θα είναι ακόμη πιο «Berlin» από τον «Πρώτο θάνατο». Κι αυτό ήδη δεν είναι λίγο… Ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα, διαβάστε το βιβλίο, πείτε μας πώς σάς φάνηκε, και κυρίως: να προσέχετε. Berlin: Πρώτος θάνατος «Berlin: Πρώτος θάνατος» Εκδόσεις Jemma Press Σενάριο: Κυριάκος Αθανασιάδης Σχέδιο: Νικόλας Κούρτης ISBN: 978-618-5116-85-9 112 σελίδες Τιμή: 12, 95 € Πηγή
  12. Γενικά για το Superman: Year One Το Black Label ήρθε για να μείνει στις ελληνικές εκδοτικές εταιρείες, καθώς προσφέρει αυτοτελείς περιπέτειες ηρώων που τις προτιμούν γενικά σαν επιλογές. Έτσι μετά το Batman: Ο Λευκός Ιππότης και το Batman: Καταραμένος από τις εκδόσεις Οξύ, κοινώς τις ελληνικές μεταφορές των White Knight και Damned, η Anubis κάνει κι εκείνη την πρώτη της επιλογή με το Superman: Year One - Η Αρχή. Απ' ότι έχω δει, ο @Dredd έχει παρουσιάσει την ξένη έκδοση, αλλά δε βρίσκω κακό να πούμε και πέντε πράγματα για την ελληνική. Το Superman: Year One εκδόθηκε στα αγγλικά από τον Ιούνιο έως τον Οκτώβριο του 2019 και συγκεντρωτικά σε hardcover το Νοέμβριο του ίδιου έτους. Είναι δουλειά των Frank Miller και John Romita Jr. οι οποίοι έχουν συνεργαστεί και στο παρελθόν, χαρακτηριστικά θυμάμαι το Man Without Fear για τον Daredevil που είχε εκδώσει στα ελληνικά η Οξύ. Φέτος λοιπόν έρχεται στα ελληνικά από την Anubis σε μια έκδοση που σηματοδοτεί την επιστροφή της σε εκδόσεις της DC μετά από σχετικά μεγάλο διάστημα. Σενάριο Η αλήθεια είναι ότι το σενάριο του τίτλου το βρήκα πολύ μέτριο προς κακό. Όταν είχε ανακοινωθεί ο τίτλος με τον Frank Miller στο σενάριο σκέφτηκα ότι θα έχουμε κάτι αντίστοιχο του εξαιρετικού Batman: Year One, ένα νέο σκοτεινό origin story με μικρές αλλαγές προς το καλύτερο. Εδώ όμως δεν έχουμε κάτι τέτοιο. Αντίθετα ο Miller μοιάζει σαν να προσπαθεί να γράψει ένα origin story που να μοιάζει με το αυθεντικό, αλλά ταυτόχρονα να κάνει αλλαγές που είτε φέρνουν τον ήρωα πιο κοντά στο σήμερα είτε υπάρχουν απλώς για να γίνει κάτι καινούριο και διαφορετικό σε σχέση με τα Superman κόμικ που εντάσσονται στο continuity. Η ιστορία εκτυλίσσεται στην Earth 31 Η γραφή του Miller δε σε συναρπάζει πουθενά όπως στα λατρεμένα του έργα, αρκετές φορές καταφεύγει στο exposition, άλλες ανοίγει θεματικές ή οδηγεί τον ήρωα σε αλληλεπιδράσεις που δεν έχουν νόημα και το πρόβλημα με τέτοια κόμικ είναι ότι στο τέλος συνειδητοποιείς ότι δε σου έχουν αφήσει πραγματικά κάτι, όταν κάνει ο συγγραφέας set ups πρέπει να υπάρχουν και κάποια pay offs, τα οποία εδώ σε μεγάλο βαθμό απουσιάζουν. Σχέδιο Το έχω πει ουκ ολίγες φορές ο John Romita Jr. είναι hit or miss περίπτωση για μένα. Ειδικά όταν βλέπω τετράγωνα πρόσωπα φουντώνω. Υπάρχουν όμως δουλειές του στο Daredevil, το Kick-Ass και κυρίως στο Spider-Man που τις λατρεύω και υπάρχουν κι άλλες που δεν τις διάβασα εξίσου ευχάριστα. Η αλήθεια είναι ότι από τότε που πήγε στη DC έχει βελτιώσει σημαντικά το σκίτσο του και παρ' ότι τον έχω συνδυάσει με περισσότερο street ήρωες, εδώ το αποτέλεσμα τον δικαιώνει. Προσωπικά μου άρεσε αρκετά και στο All Star Batman του Scott Snyder και εδώ είναι αυτός που σε ένα βαθμό σώζει το κόμικ. Ζωγραφίζει πολύ άρτια τόσο τις σκηνές δράσης και για πρώτη φορά νιώθω ότι σε μεγάλες καταστροφές δε "μπουκώνει" το σχέδιο του, αντιθέτως το απολαμβάνεις. Επίσης η διαφορετική εκδοχή του Superman, ο τρόπος που σχεδιάζει τον Batman και τη WW, οι σκηνές στο Smallville και την Ατλαντίδα είναι ιδιαίτερα ευφάνταστες, ενώ και ο χρωματισμός του Alex Sinclair βοηθάει πολύ. Παρά το ότι είναι τίτλος για το Black Label, o Sinclair χρησιμοποιεί πλούσιους χρωματισμούς, αλλά οι αποχρώσεις της παλέτας του παραμένουν στη βάση τους σκοτεινές. Γενικότερα ο Romita κάνει ορθή χρήση των πάνελ του χωρίς να κουράζει, πότε είναι μεγάλα και καθαρά, πότε μικρότερα για στιγμές που παίζει μεγαλύτερη σημασία η αφήγηση και γενικότερα μπορώ να πω ότι από τις πολύ άρτιες δουλειές του. Γενικά ανά σημεία ο τίτλος μου θύμισε το Batman: Καταραμένος όπου το μέτριο έως ανύπαρκτο σενάριο δύο μεγάλων καλλιτεχνών όπως ο Azzarello και ο Miller επισκιάζεται από το πολύ καλό σχέδιο του Bermejo και του John Romita Jr. Αν και λίγο ιεροσυλία αυτό, γιατί το σχέδιο του Bermejo για μένα είναι από τα αγαπημένα μου. Η ελληνική έκδοση Είχαμε κάμποση γκρίνια σχετικά με την έλλειψη τίτλων της DC από την Anubis και τώρα έχουμε ένα εντυπωσιακό εκδοτικό comeback μετά από μια χρονιά που δε μας είχε προσφέρει κάποιον major τίτλο. Η έκδοση ωστόσο είναι πολύ διαφορετική από αυτό που έχουμε συνηθίσει από την Anubis. Είναι σε σημαντικά μεγαλύτερο μέγεθος 21 x 28 με το σύνηθες ωραίο χαρτί και το εξώφυλλο με το οπισθόφυλλο έχουν "αυτάκια" με τις βιογραφίες των Frank Miller και John Romita Jr. Από τις πιο πολυτελείς εκδόσεις της εκδοτικής που ακολουθεί το μοτίβο της ξένης έκδοσης στο μέγεθος, αλλά όχι στο εξώφυλλο που είναι μαλακό και όχι σκληρό όπως του Black Label. Η τιμή καταλόγου είναι αρκετά υψηλή, συγκεκριμένα στα 26,5 ευρώ και με το σύνηθες 10% πέφτει στα 23,85. Προσωπικά πρόλαβα προσφορά (ή μάλλον λάθος) της Πρωτοπορίας στα 15,90. Μέχρι στιγμής υπάρχει ακόμα, οπότε όσοι το θέλετε, καλό είναι να το κλείσετε, προσωπικά για να πάρω δωρεάν μεταφορικό τσίμπησα και την επανέκδοση των Κουραφέλκυθρων Η έκδοση πάντως βοηθάει πολύ το σχέδιο του Romita με μεγάλα, καθαρά καρέ και προσφέρει πολύ ωραία ροή στον αναγνώστη. Θυμίζει το Καταραμένος της Οξύ και παραθέτω και συγκριτική φωτό των δύο όπου εντοπίζονται ελάχιστες διαφορές. Η αλήθεια είναι ότι αντί για το συγκεκριμένο κόμικ θα ήθελα πολύ να δω άλλους τίτλους του DC Black Label σε τόσο όμορφη, μεγάλου μεγέθους έκδοση, όπως το Killer Smile ή το Last Knight on Earth ακόμα και με μαλακό εξώφυλλο. Τελικός απολογισμός για μένα είναι ότι μιλάμε για έναν τίτλο με σενάριο που δε λέει και πολλά, αρκετά καλό σχέδιο και το αποτέλεσμα της Anubis είναι πολύ όμορφο και διαβάζεται ευχάριστα, οπότε ο καθένας μπορεί να κρίνει αν αξίζει την υψηλή τιμή του, ακόμα κι αν προσωπικά κλίνω προς το όχι. Καλή ανάγνωση σε όλους
  13. "We do what we always do...We try to make a better Joker..." - Joker(one of three?) Επιτέλους μετά από αρκετή καθυστέρηση (τόσο των δημιουργών όσο και εξαιτίας του covid 19) έφτασε στα χέρια μου και η πολυαναμενόμενη νέα κυκλοφορία του Black Label imprint της DC το Βat Man :Τhree Jokers.Του οποίου οι σπόροι της ιδέας του είχαν φυτευτεί ήδη από το 2015 και το Darkseid War event, στο οποίο ο Bat Man(στο τεύχος #42 της Justice League)καθήμενος πάνω στη καρέκλα του Μobius (New Gods) και ρωτώντας για την αποκάλυψη του αληθινού ονόματος του Joker, έπαιρνε την απάντηση ότι υπάρχουν τρεις!! Από τότε με αυτό το cliffhanger να μας έχει "στοιχειώσει" περιμέναμε τον Johns να δώσει τις απαραίτητες εξηγήσεις για αυτή του την αποκάλυψη... ...Και ήρθε λοιπόν η ώρα να δοθούν πέντε χρόνια αργότερα μέσα από τις σελίδες του Three Jokers, το οποίο θα ολοκληρωθεί στα 3 άλμπουμς, με το πρώτο ήδη να δημιουργεί τη κατάλληλη ατμόσφαιρα και να περιπλέκει ακόμα περισσότερο το μυστήριο κάνοντας εμάς τους αναγνώστες να περιμένουμε σαν τρελοί τη συνέχεια. Μετά την ολοκλήρωση του Doomsday Clock (ένα γράμμα αγάπης του συγγραφέα στο Watchmen) λοιπόν, ο Johns πιστός στο λόγο του, εδώ γράφει ακόμα ένα για το Killing Joke του Alan Moore ή τις golden age ιστορίες του Jerry Robinson, δημιουργώντας ένα ψυχολογικό θρίλερ μυστηρίου και αγωνίας, που θα συνταράξει συθέμελα ολόκληρη την νυχτεριδοοικογένεια! Στο πρώτο τεύχος βλέπουμε τους Bat Man, Bat Girl (Barbara Gordon) και Red Hood (Jason Todd) τρεις ανθρώπους που έχουν υποφέρει στα χέρια του πρίγκηπα του εγκλήματος (ειδικά οι δύο τελευταίοι με τις πληγές στη ψυχή και το σώμα τους να είναι ακόμα ορατές) άθελα τους να συνεργάζονται μετά από μια αινιγματική σειρά συμβάντων όπου ο Τζόκερ φαίνεται να βρίσκεται και να ενεργεί σε τρεις ξεχωριστές τοποθεσίες ταυτόχρονα... Τρεις Joker που όπως φαίνεται ο καθένας αντιπροσωπεύει και μία διαφορετική περίοδο της πολύχρονης καριέρας του πρίγκηπα του εγκλήματος: Ο εγκληματίας, ο κωμικός και ο κλόουν. Ποιος είναι ο αληθινός;; Ή μήπως πάντα ήταν τρεις;;Και ποιος ο σκοπός των εγκλημάτων τους και γιατί αυτή ακριβώς τη στιγμή;; Η αναζήτηση των απαντήσεων θα φέρει τους ήρωες μας στα όρια τους και ειδικά τον Jason Tood που κάποτε έπεσε νεκρός από το χέρι ενός από αυτών... Η μαεστρία της γραφής του Johns, η βαθιά του γνώση για την ιστορία των χαρακτήρων που γράφει και ο σεβασμός του σε αυτούς και το γεγονός ότι δημιουργεί μία μυστηριώδη ατμόσφαιρα που γεννάει περισσότερα ερωτήματα από όσες απαντήσεις θα έδινε, κάνουν αυτή τη σειρά ακόμα μία σπουδαία προσθήκη τόσο στην εργογραφία του συγγραφέα, όσο και στο Black Label imprint της εταιρείας που μόνο σπουδαίες ποιοτικές εκδόσεις έχει παρουσιάσει μέχρι τώρα. Φυσικά ένα καλό σενάριο χρειάζεται και τον σπουδαίο σχεδιαστή του. Και εδώ για μία ακόμα φορά ο Johns θα συνεργαστεί και πάλι με τον Jason Fabok, που τον θεωρώ τον definitive Bat Man artist για τη δεκαετία του 2010. Φιγούρες που αποπνέουν δύναμη και ζωντάνια, ρεαλιστικές λεπτομέρειες που κάνουν τη διαφορά, και panels τα οποία αποτελούν φόρο τιμής στην τραγική ιστορία του ανθρώπου νυχτερίδα και των συντρόφων του,στον αγώνα τους ενάντια του παρανοϊκού κλόουν. Αποτίει και αυτός το δικό του homage σε τραγικές και ιστορικές στιγμές της ιστορίας του σκοτεινού ιππότη, όπως τις σχεδίασαν μεγάλοι δημιουργοί πριν από εκείνον. Η δουλειά του είναι ένα μείγμα από τους Bat Man του Jim Aparo, του Νeal Adams, του Jim Lee με λίγη essance από Bat Man του Tim Burton, όλα σε ένα!! Τα χρώματα του Brad Anderson βοηθάνε στο να ενισχύουν τη σκοτεινή ατμόσφαιρα που εξελίσσεται η ιστορία. Αν και νομίζω ότι προς το παρόν η ιστορία δείχνει να μην ανήκει στο κανονικό continuity της DC. Μολονότι φυσικά γίνεται αναφορά σε ιστορίες που ανήκουν στο main continuity (θάνατος Jason Todd/Death in the family και τραυματισμός Barbara Gordon/Killing joke) το γεγονός ότι στα πρώτα panels βλέπουμε τις ουλές στο σώμα του Bruce Wayne από τις χρόνιες μάχες που έχει δώσει (στο new 52 είχαν σβήσει όλες από την έκθεση του στο Lazarus Pit) το ότι ο Alfred φυσικά είναι ζωντανός, καθώς και στο ότι ο Bat Man έχει κίτρινο έμβλημα στη νυχτερίδα στο στήθος του (κάτι που έχει να σχεδιαστεί από τα mid 90s) με βάζει σε σκέψεις για το αν η ιστορία αποτελεί μέρος του canon continuity. Φυσικά μη ξεχνάμε ότι και το Killing Joke στο οποίο κάνει πολλές αναφορές, όταν γράφτηκε και εκείνο δεν θεωρούταν μέρος του κανονικού continuity αλλά ενσωματώθηκε αργότερα σε αυτό. Ίσως γίνει έτσι και εδώ, ίσως ο Johns όταν ξεκίνησε να το γράφει δεν είχαμε τις εξελίξεις με το θάνατο του Alfred και τα λοιπά... Το σίγουρο είναι ότι από τις πρώτες του σελίδες βάζει τον αναγνώστη στο tripάκι του, δημιουργεί την αγωνία εκείνη ώστε να περιμένεις με ανυπομονησία το επόμενο τεύχος και τη λύση του μυστηρίου και γενικά τον οδηγεί στο να προσπαθήσει να δώσει τις απαντήσεις, κάνοντας συνειρμούς στο κεφάλι του δίνοντας έτσι την απαραίτητη τροφή για σκέψεις. Ό,τι δηλαδή ήθελε να πετύχει ο Johns, το πέτυχε ήδη με το παραπάνω. Και είμαστε μόνο στο πρώτο τεύχος!! Πραγματικά είναι μία ωραία εποχή για να είσαι Bat Man fan... Τόσο με το Three Jokers, το Bat Man-The Αdventures Continue (που αναβιώνει τη κλασική σειρά Bat Man Adventures και ενώνει ξανά τους Paul Dini, Alan Burnett & Ty Templeton) όσο και με το Joker War στους μηνιαίους τίτλους (ειδικά στο Bat Man αλλά και το Detective comics) έχουμε να διαβάσουμε καλό υλικό από τον σκοτεινό ιππότη. Περιμένω το δεύτερο τεύχος του Three Jokers με την ίδια ανυπομονησία με το πρώτο και είμαι σίγουρος ότι ο Johns δεν θα με(και μας) απογοητεύσει.
  14. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (truecrimestories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hardcopy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. HUFFPOST GREECE «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων» ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πως να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. HUFFPOST GREECE (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. HUFFPOST GREECE -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. Πηγή
  15. «Ληστές» και «Ο Χειροπαλαιστής»: Λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα σε κόμιξ και σινεμά Ο δημιουργός Γιώργος Γούσης στη HuffPost Greece. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece OHMYDOG PRODUCTIONS/ POLARIS O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphicnovel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα- οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό- είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hardcopy σινεμά- το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Με μινιμαλισμό και αβίαστη, διαυγή συμπύκνωση ο Γούσης (μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Κουτσαλιάρη) κατέγραψαν θραύσματα της ζωής ενός realife χειροπαλαιστή (αθλητή μπρα ντε φερ) που άφησε την Αθήνα για να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του στην Ήπειρο. Όχι στο πέτρινο Συρράκο ή κάποιο περίφημο Ζαγοροχώρι- αλλά σε ένα από εκείνα τα τυπικά ελληνικά χωριά που διατάσσονται πρόχειρα, ταπεινά εκατέρωθεν των παλιών εθνικών οδών. Ο τριαντάχρονος Παναγιώτης άνοιξε εκεί ένα παραδοσιακό, βίντατζ καφενείο και συνέχισε να προπονείται με το πάθος και τον πόνο του πρωταθλητισμού. Ο Γούσης έχοντας πρώτη ύλη έναν τόπο βαρύ και κλειστό, αλλά και έναν πρωταγωνιστή- πραγματικό εύρημα, κατασκευάζει ένα πυκνό εικοσάλεπτο μεταφυσικού ρεαλισμού. Μόνο για σήμερα μπορείτε να το παρακολουθήσετε χωρίς κωδικό εδώ.. Ο «Χειροπαλαιστής» βραβεύτηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου ως καλύτερη μικρού μήκους ταινία τεκμηρίωσης και πήρε το δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο, που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18- 19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν- είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν- στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΣΗΣ «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε- είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν- φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων- άσπρο, μαύρο, γκρι- μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας- μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρημητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012- το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία- με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover- είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Να μιλήσουμε για την πρώτη σου πραγματική κινηματογραφική απόπειρα, τον «Χειροπαλαιστή»; «Ο Χειροπαλαιστής είναι το πορτρέτο ενός χειροπαλαιστή, αθλητή μπρα ντε φερ δηλαδή, που ζει στην επαρχία. Στην πραγματικότητα κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αδελφός μου και ο τόπος είναι το χωριό μας στην Ήπειρο. Παρακολουθούμε την ζωή του εκεί και κάποιες προπονήσεις που κάνει με σκοπό να κατέβει στην Αθήνα για να παίξει έναν αγώνα. «Η ταινία δεν ασχολείται τόσο με την αθλητική δραστηριότητα του ήρωά της, όσο με το τη ζωή στην επαρχία: πως ένας τριαντάχρονος περιορίζεται και δυσλειτουργεί ζώντας σε ένα χωριό με γέρους και συντηρητικούς ανθρώπους, ενώ ο ίδιος είναι πολύ πηγαίος και δραστήριος. Και για το πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε, ναυαγούν». Μου έκανε εντύπωση η ταινία από το ξεκίνημά της, από το πρώτο κιόλας λεπτό, γιατί ο πρωταγωνιστής εκφράζεται πολύ αυθόρμητα, χωρίς να μασάει καθόλου τα λόγια του για τους υπόλοιπους κατοίκους και το κοινωνικό περιβάλλον αυτού του μικρού τόπου. Αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον και για εμάς, πως θα «ειπωθούν» όσα λέει στην ταινία, πως θα μονταριστούν. Ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είχε κανένα πρόβλημα για το πως θα φανεί όλο αυτό- ήταν κάτι που όντως βίωνε και δεν τον ένοιαζε πως θα βγει στην οθόνη. «Ήθελα η ταινία να είναι και “χτύπημα”, να ακουστούν πράγματα που όλοι τα λέμε (ιδιωτικά, “μεταξύ μας”) αλλά τελικά δεν τα λέει κανείς (ανοιχτά, δημόσια)». «Είναι φοβερό πάντως το πως λειτουργούμε οι άνθρωποι», λέει ο Γούσης. «Όταν βλέπεις μια ταινία ταυτίζεσαι με τον πρωταγωνιστή, με τα λόγια και τις απόψεις του συνήθως. Και στη δική μας ταινία ο θεατής, έχοντας “πάρει το μέρος” του πρωταγωνιστή, νιώθει ότι οι συμπεριφορές και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες της πραγματικής ζωής που αυτός στηλιτεύει τόσο χύμα, μόνο τον ίδιο δεν αφορούν. Παρά μόνο όλους τους άλλους». OHMYDOG PRODUCTIONS «Κανείς απ’ όσους είδαν την ταινία δεν θεώρησαν ότι ο πρωταγωνιστής μιλάει για αυτούς, ότι τα “χώνει” σε αυτούς. Όλοι είπανε “μπράβο, πέστα”. “Κι εγώ τα ίδια λέω”, αυτό σκέφτηκαν. Γιατί όλοι πίστευαν εκείνη τη στιγμή ότι η κριτική απευθύνεται σε κάποιον άλλο». Εντυπωσιακός ο ανθρώπινος τρόπος αντίληψης, η ανθρώπινη κατασταση τελικά... Δεν είναι μόνο τα ανθρώπινα αντανακλαστικά. Και η τέχνη τελικά οδηγεί σε αυτόν τον υποκειμενισμό: γιατί η τέχνη τα φιλτράρει όλα. Τίποτα δεν λειτουργεί στη βάση του ρεαλισμού. Όλα ενεργούν σαν κομμάτια ενός καθρέφτη που τελικά δείχνει αυτό που θέλει ο καθένας και όχι απαραίτητα την αλήθεια. Όπως οταν κοιτάζουμε το πρόσωπό μας. Ή, για να το τουμπάρω κάπως, μπορεί να είναι ένας καθρέφτης που τα δείχνει όλα όπως είναι, εκτός από σένα. Ψεύτης καθρέφτης. Ακόμα κι ο πρωταγωνιστής) βλέπει ένα κομμάτι του εαυτού του, αυτό που εγώ αναδεικνύω- σίγουρα στη ζωή του είναι ακόμα πιο τρισδιάστατος. «Εντέλει ο Χειροπαλαιστής είναι μια ταινία για μένα, δείχνει όσα ήθελα εγώ να φωτίσω, όσα ενδιέφεραν εμένα- και, ίσως, βλέπω και στον εαυτό μου». Πότε γυρίστηκε; Στις αρχές του 2019, μέσα σε 4 μέρες. Οξύμωρο για ντοκιμαντέρ αλλά ασχολήθηκα με ένα οικείο θέμα, με πράγματα που είχα ήδη παρατηρήσει, δεν προσπάθησα να ανακαλύψω κάτι. Το θέμα πως προέκυψε; Καταρχήν γιατί ήταν προσβάσιμο- ήταν η πιο πραγματοποιήσιμη (και για πρακτικούς λόγους) από τις διάφορες ιδέες που είχα. Ο πρωταγωνιστής είναι αδερφός μου- κι αυτό βοήθησε να είναι ανοιχτός μαζί μας στη διάρκεια του γυρίσματος. Κι επίσης είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που δεν “κολώνει” πουθενά και τον παρατηρώ χρόνια. Είναι μάλλον σπάνιο να βρεις έναν χαρακτήρα που έχει να πει πράγματα και θα αναπτύξεις μαζί του την οικειότητα που απαιτείται για ένα αυθεντικό αποτέλεσμα. Το μπάτζετ σας; Μηδενικό, με δικά μας χρήματα έγιναν τα γυρίσματα. Οικογενειακό το κλίμα, πολύ λίγοι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα δύο άνθρωποι δουλέψαμε για αυτήν την ταινία. Στο χωριό ταξιδέψαμε μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας- μαζί κάναμε και το μοντάζ. Ήχο, χρώμα, όλα τα κάναμε σχεδόν οι δυο μας. Το κίνητρο; Γιατί έγινε αυτή η ταινία; Από ανάγκη. Είχα την ανάγκη να κάνω κάτι σε σχέση με το σινεμά. Σε ένα διαφημιστικό για τον Μπλε Κομήτη γνώρισα τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργος Κουτσαλιάρης- και του περιέγραψα την ιδέα, τον κεντρικό χαρακτήρα αλλά και την κατάσταση, την ιδιαίτερη «συνθήκη» που υπάρχει στο χωριό. Θεώρησα πως αν πάμε με μια κάμερα, με κάποιον τρόπο κάτι θα βγει. Η ιδέα ήταν να τραβήξουμε την καθημερινότητα του κεντρικού χαρακτήρα στο χωριό και το ταξίδι του σε έναν αγώνα. Όλο το υπόλοιπο προέκυψε, ή απλά βρισκόταν εκεί. Δεν ήθελα να κάνω φιλμ την ελληνική επαρχία, ούτε να διατυπώσω ένα κοινωνικό σχόλιο. Αυτά προέκυψαν. Γιατί απλώς δεν μπορείς να τα αποφύγεις. Το τι θα πραγματεύεται τελικά η ταινία, που θα στοχεύσει, η δομή και ο ρυθμός της ταινίας κατασκευάστηκαν στο μοντάζ. «Μάλλον ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό από τα κόμιξ, κάτι όχι τόσο μοναχικό, κλεισμένος σε ένα σπίτι να σχεδιάζω», εξηγεί ο Γούσης. «Και όπως κατάλαβα αργότερα ήθελα να δοκιμάσω και κάτι όπου δεν θα είχα τον απόλυτο έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει στη δημιουργία ενός κόμιξ». «Ήθελα να διαχειριστώ μια κατάσταση όπου συμβαίνουν αναπάντεχα πράγματα που μπορεί να σε εκπλήξουν κιόλας: η πραγματικότητα επιδρά πολύ περισσότερο (και ανεξέλεγκτα) σε μια ταινία τεκμηρίωσης απ’ ότι σε ένα κόμιξ. Στο σινεμά οφείλεις να επικοινωνήσεις με άλλους ανθρώπους. Και έχει σημαντική σωματική δραστηριότητα. Πρέπει να βγεις έξω και να το ζήσεις». «Τώρα θέλουμε να κάνουμε το ίδιο θέμα, τον ίδιο χαρακτήρα, τον Χειροπαλαιστή ταινία μεγάλου μήκους». Έχει αλλάξει κάτι στο στόρι, στην ζωή του πρωταγωνιστή; Έφυγε από το χωριό, τα παράτησε. Και επέστρεψε στην Αθήνα. Πως σκέφτεσαι τον Χειροπαλαιστή σαν μεγάλου μήκους; Θα χρησιμοποιήσουμε την μικρού μήκους ως αρχή της μεγάλης ταινίας- θα έχει διάρκεια γύρω στα 70 λεπτά και σε αυτήν θα βλέπεις τη συνέχεια της ιστορίας. Νομίζω θα έχει ενδιαφέρον γιατί εκεί ο χαρακτήρας θα φανεί ακόμα πιο τρισδιάστατος. Σταματάει να είναι το θέμα μας ο κόσμος της επαρχίας και πως καταπιέζεται ο πρωταγωνιστής σε αυτό το περιβάλλον: θα προκύψει ένα πολύ πιο ψυχαναλυτικό τελικό αποτέλεσμα, θα αναδειχθούν τα εσωτερικά προβλήματα του πρωταγωνιστή». «Θα είναι μια ταινία για την ψυχοσύνθεση του άντρα. Ο αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος που έχει μια εικόνα macho αρσενικού, ενώ η ψυχή του είναι στην πραγματικότητα παιδική. Ναϊφ. Αγνή και χαρούμενη. Είναι, όμως, εγκλωβισμένος σε μια εικόνα που έχει κατασκευαστεί για αυτόν». «Ο πρωταθλητισμός έχει γίνει δηλητήριο για αυτόν- του έχει δημιουργήσει τη συνθήκη του “πρώτος ή τίποτα”. Πρέπει να είναι δυνατός, πρέπει να είναι πρώτος, καλό αφεντικό και επιτυχημένος. Όλοι μας εγκλωβιζόμαστε λίγο πολύ σε αυτά τα πρότυπα. Κι ας μην χρειάζεται να είμαστε τίποτα από αυτά». «Τελικά το πρόβλημα έχει να κάνει κυρίως με τον ίδιο σου τον εαυτό και λιγότερο με τον τόπο που ζεις ή οτιδήποτε άλλο. Τα προβλήματα δε σταματούν πουθενά. Και όσο τα αφήνεις να σε επηρεάζουν, δημιουργείται μια κατάσταση όπου μοιάζεις να κυνηγάς ο ίδιος τις δυσκολίες, τον πόνο και τον κάματο. Για τον ήρωα του Χειροπαλαιστή η εύκολη νίκη δεν έχει καμιά σημασία». «Και στην κοινωνία μας αυτή η φόρμουλα της καριέρας και του πρωταθλητισμού έχει “περάσει” σαν αναγκαστική συνθήκη. Κανείς δεν κυνηγά την ευχαρίστηση, όλοι κυνηγάνε την “καριέρα”, μηχανιστικά πλέον. Κανείς, όμως, δεν ρωτά αν είσαι ευτυχισμένος, αν φχαριστιέσαι τα σκαλοπάτια που ανεβαίνεις». «Ο Χειροπαλαιστής, έστω, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, σε αυτούς τους κύκλους που κάνει γύρω από τον εαυτό του βρίσκει τον τρόπο να τουμπάρει τις καταστάσεις και να βιώνει ένα μερίδιο της ευτυχίας». (Ο «Χειροπαλαιστής» θα προβληθεί την Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, στο Γαλλικό Ινστιτούτο στα πλαίσια της διοργάνωσης Χρυσές Νύχτες 2020 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου). Πηγή
  16. Nobody loves you when you're old and grey,nobody needs you when you're upside down....Everybody's hollerin' 'bout their own birthday,everybody loves you when you're six foot in the ground..." - John Lennon -Nobody Loves you(When you Down and Out) 1974 Life is what happens to you..while you're busy making other plans(H ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει όταν είσαι απασχολημένος κάνοντας άλλα σχέδια)τραγούδαγε ο John Lennon σε ένα τραγούδι γραμμένο για τον πεντάχρονο τότε γιό του Sean..Λίγους μήνες αργότερα θα έπεφτε νεκρός από το όπλο ενός ανισόρροπου θαυμαστή του, κάνοντας αυτούς τους στίχους να φαντάζονται πλέον ειρωνικοί κατά μία έννοια, και βυθίζοντας σε θλίψη εκατομμύρια θαυμαστές του σε ολόκληρο τον κόσμο... Και αυτό ακριβώς πραγματεύεται και το graphic novel Λέννον που κυκλοφόρησαν σε 3 συνέχειες με την Εφημερίδα των Συντακτών, οι πάντα ποιοτικές εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το graphic Novel είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Marabout το 2015 και στην Αμερική ώς Lennon(the New York Years)από την IDW το 2017.Βασισμένοι στο βιβλίο του συγγραφέα/σεναριογράφου David Foenkinos(La délicatesse)ο συγγραφέας Eric Corbeyran(Les Griffes Du Marais,Le Fond du monde,Nanami)και ο σχεδιαστής Horne παραδίδουν μία εικονογραφημένη βιογραφία του μεγάλου μουσικού και οραματιστή, μέσα από τα δικά του λόγια. Η ιστορία τοποθετείτε το 1975.Ο Λέννον έχει γίνει δεύτερη φορά πατέρας από τη δεύτερη σύζυγο του Γιόκο Όνο. Αποφασίζει να σταματήσει κάθε μουσική του δραστηριότητα(και κάθε πολιτικό ακτιβισμό που τόσο του έχει στοιχήσει το τελευταίο καιρό)και να κάνει αυτό που δεν έκανε με το πρώτο του γιό Τζούλιαν, και να γίνει ένας καλός και αφοσιωμένος πατέρας, ή όπως ο ίδιος χαριτολογώντας έλεγε τότε ένας σύζυγος-νοικοκυρά. Η Γιόκο ασχολείται με τα οικονομικά και τις άλλες δουλειές, και ο Λέννον μεγαλώνει το μικρό γιό του, βγάζοντας τον βόλτα στο πάρκο και ψήνοντας ψωμί. Μέσα σε όλα αυτά ο Λέννον θα συναντήσει στο ασανσέρ του κτιρίου Ντακότα όπου μένει τα τελευταία χρόνια με την οικογενειά του, μία "φανταστική" ψυχολόγο και θα νιώσει την ανάγκη να ξεκινήσει μία σειρά από συνεδρίες μέσα από τις οποίες θα εξιστορήσει όλη του τη ζωή από την ημέρα της γέννησης του μέχρι εκείνη τη στιγμή που μιλάει. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που σημαδεύτηκαν από τους καβγάδες και το διαζύγιο των γονιών του, το αίσθημα εγκατάλειψης που ένιωθε πάντοτε ακόμα και όταν βρήκε καταφύγιο στην αυταρχική θεία του, τη διέξοδο του στη μουσική(αφότου είδε για πρώτη φορά τον Elvis Priesley στη τηλεόραση),τη δημιουργία του πρώτου του συγκροτήματος, τη καθοριστική γνωριμία του με τους Paul McCartney και George Harrison,τη γέννηση των Beatles και το σκληρό δρόμο προς τη δόξα...Και όταν αυτή έρχεται, τη φρενίτιδα, τις ατελείωτες συναυλίες, το περιορισμένο ρόλο που επιβάλλει η επιτυχία, το να θέλουν όλοι ένα δικό σου κομμάτι,να νομίζουν ότι τους ανήκεις, ότι είσαι δικός τους, έναν κόσμο που τον κάνει να ασφυκτιά και να νιώθει περισσότερο μόνος από ποτέ.. Την αναζήτηση κάποιου που να τον πιάσει από το χέρι και να τον πάρει από όλη αυτή την τρέλα της επιτυχίας και των ναρκωτικών, είτε είναι ένας γιόγκι, είτε μία καλλιτέχνιδα με τη μορφή της μικροκαμωμένης Ιαπωνέζας Γιόκο Όνο που του αλλάζει ολόκληρη τη ζωή.. Προσθέστε μέσα σε όλα αυτά τις προδοσίες, τις δυσκολίες, τις απώλειες και τραγωδίες της ζωής...αλλά και την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο το οποίο όμως δυστυχώς δεν ήρθε για τον ίδιο ποτέ... Μολονότι το κόμικ μεταφέρει το βιβλίο αυτούσιο, σε μορφή μυθοπλασίας, για προφανείς λόγους, υπάρχουν πολλές αληθινές αναμνήσεις και γεγονότα, δοσμένα μέσα από τη φωνή του ίδιου του Λέννον ο οποίος παρουσιάζεται σαν αφηγητής της ίδια του της ζωής, παραδέχεται τα λάθη του, τις ανασφάλειες του, τη βιαιότητα του, τις εκρήξεις θυμού του, τις επιθυμίες του και τους φόβους του..."Η νύχτα που γεννήθηκα ήταν γεμάτη από τους εκκωφαντικούς ήχους του βομβαρδισμού του Λίβερπουλ από τους Γερμανούς...Δεν ήρθα στο κόσμο,ήρθα στο χάος..Και πέρασα όλη τη ζωή μου με φόβο..." Μία ζωή όπου ένιωθε σαν τον Nowhere Man(τραγούδι του από το δίσκο Rubber Soul των Beatles)που δεν άνηκε πουθενά, που είχε ένα κενό μέσα του που τίποτα δε μπορούσε να το γεμίσει...Μία ζωή που συνεχώς ήταν ένας αγώνας ενάντια στους ίδιους τους προσωπικούς του δαίμονες που τον στοίχειωναν.. Όταν πίστεψε ότι κατάφερε να νικήσει όλα όσα τον πολεμούσαν μία ζωή: φόβους, μοναξιά, ανασφάλειες, ναρκωτικά το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο πρόωρα στα 40 του μόλις χρόνια... Το σχέδιο του Horne έχει έναν απίστευτο ρεαλισμό(βασισμένος σε πολλές φωτογραφίες ως σχεδιαστικά μοντέλα),με υδατοχρώματα που παίζουν ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, αλλά επαναλαμβάνεται σε πολλά καρέ, ίσως θέλοντας να δώσει κάτι το νέο με αυτή τη τεχνική αλλά ίσως η επανάληψη σχεδίου να χρησιμοποιείται λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε και συχνά εμφανίζεται και σε δύο διαδοχικά πάνελ.. Μερικές εκφράσεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων μοιάζουν να είναι λιγάκι υπερβολικές έως και.. αστείες κάποιες φορές(εκεί όπου ο Λέννον και η Γιόκο έχουν τελειώσει το σέξ και κάθονται στο κρεβάτι..)Επίσης υπάρχουν λάθη όσο να αφορά μορφές που δεν συμβαδίζουν με τη χρονολογική στιγμή που αναφέρονται. Βλέπουμε τον Λέννον το 1968 με τη μορφή και στυλ που είχε το 1972,ή κάπου παρουσιάζεται το πρώτο άλμπουμ του McCartney(ΜcCartney του 1970)σαν εκείνο που έβγαλε πρώτα με τους Wings το 1971 που ουσιαστικά ήταν το τρίτο του.. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει τη συνολική σχεδιαστική εικόνα του κόμικ, στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κάνει μία πολύ καλή δουλειά. Επίσης πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στη μετάφραση από τον φίλο Γαβριήλ Τομπαλίδη,ο οποίος εμπλουτίζει τα άλμπουμ με διάφορα κείμενα με άγνωστες στο ευρύ κοινό πληροφορίες της ζωής του Λέννον που φαίνονται ότι έχει κάνει σωστή αναζήτηση, και έχει ανατρέξει σε σοβαρές πηγές. Το συνολικό στήσιμο και το λέττερινγκ για μία ακόμα φορά έχει γίνει από την εξαιρετική Τίνα Χελιώτη, και στην επιμέλεια κειμένων ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς για μία ακόμα φορά δίνει το καλύτερο του εαυτό σε μία έκδοση που μόνο εκείνος μπορούσε να εκδώσει με τόσο ποιοτικό αποτέλεσμα στη χώρα μας. “I'm not afraid of death because I don't believe in it.It's just getting out of one car,and into another..'' Μου άρεσε πολύ αυτό το κόμικ αν και τελείωσε σχετικά πολύ νωρίς. Άλλωστε πόσες σελίδες μπορούν να αποτυπώσουν την τόσο χαρισματική αλλά και συνάμα αντιφατική προσωπικότητα του Τζόν Λέννον και να είναι αρκετές; Κατόρθωσε όμως να δώσει μια βαθιά εικόνα για έναν από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικούς ανθρώπους του 20ου αιώνα. Είναι ένα από αυτά τα graphic novel που τραβούν αμέσως και σύντομα o αναγνώστης μπορεί να χαθεί στο μυαλό και τη ζωή του Τζον Ουίνστον Λένον. ΤΟ Κείμενο το βρίσκετε και ΕΔΩ
  17. "Luke. I am your father." Με αυτή την ατάκα, κλείνει ουσιαστικά το The Empire Strikes Back. Και έτσι, έχουμε τον Luke με κομμένο χέρι, τον Boba Fett να έχει παγιδεύσει τον Han σε καρμπονίτη και να μην ξέρει κανείς που είναι, η Leia να προσπαθεί να συμμαζέψει τα συντρίμια του στόλου των επαναστατών. Ο Lando θέλει να ξαναγίνει ιδιοκτήτης του Bespine και ο Chewbacca θρηνεί για την απώλεια του αγαπημένου του φίλου. Κατά τη διάρκεια των παραπάνω, ο Luke αναζητά το χαμένο του lightsaber και βλέπει οράματα για μια γυναικεία φιγούρα που του το δίνει και ο Darth Vader, με τη βοήθεια του σπασίματος των κωδικών επικοινωνίας των επαναστατών, αναθέτει σε μια αδίστακτη αξιωματικό της αυτοκρατορίας, να καταστρέψει τα υπολείμματα του επαναστατικού στόλου. Με όλα αυτά, ξεκινάει το 3ο, κατά σειρά, volume του Star Wars. H συγγραφική σκυτάλη περνάει πλέον στον Charles Soule, βετεράνο πλέον σχεδιαστή της Marvel, με πολλούς τίτλους στο ενεργητικό του (Daredevil, Inhumans, Darth Vader, Poe Dameron κ.α.) αλλά και ενδιαφέρουσες creator- owned δουλειές, όπως το Letter 44, το Curse Words και το Undiscovered Country. Είναι φανερό από τον τρόπο που γράφει την ιστορία και ιδίως τους διαλόγους, ότι πρόκειτα για φαν της επικής space-saga και προσεγγίζει με αγάπη τους χαρακτήρες. Η επιτυχία των Star Wars comics, έγκειται συνήθως, στους δευτερεύοντες χαρακτήρες που εισάγουν οι συγγραφείς, καθώς 9 ταινίες και διάφορα animation που έχουν προηγηθεί, έχουν καθορίσει πολύ στενά τους πρωταγωνιστές, τις ιστορίες τους και τις πιθανές κινήσεις. H Marvel φαίνεται ότι το έμαθε καλά το μάθημα αυτό, καθώς από τα 75 τεύχη του προηγούμενου volume, τα μόνα ενδιαφέροντα ήταν αυτά τα οποία είχαν καινούριους χαρακτήρες σε κύριους ρόλους. Έτσι, στα πρώτα 6 τεύχη τα οποία αποτελούν το πρώτο arc, έχουμε 2 καινούριους γυναικείους χαρακτήρες, έναν για κάθε πλευρά. Και οι δύο παρουσιάζονται με ενδιαφέρον και πειστικό τρόπο, και πραγματικά ελπίζω να βασιστεί πάνω τους (ή σε κάποιους αντίστοιχους) η καινούρια σειρά, γιατί ιστορίες, άλλη μια φορά, βασισμένες πάνω στον Luke και την Leia, δεν έχουν να προσφέρουν τίποτα. Η (κακή για εμένα) πραγματικότητα των τελευταίων ετών, κάνει σχεδόν σίγουρο ότι από τον τίτλο θα παρελάσουν πολλοί και διάφοροι σχεδιαστές. Την αρχή εδώ την κάνει ο Jesus Saiz, δημιουργός που έχει δουλέψει κυρίως για τις Marvel και DC, με συμμετοχή σε τίτλους όπως οι Manhunter, Swamp Thing, Doctor Strange κ.α. Εδώ κάνει καλή δουλειά, χωρίς να εντυπωσιάζει ιδιαίτερα, δίνοντας μας μερικά πανέμορφα splash, όπως η μεσαία από τις τρεις φωτογραφίες που βρίσκονται ακριβώς από πάνω. Επειδή όλα τα comics στο σύμπαν του Star Wars, βασίζονται περισσότερο στο να πετύχουν στην αποτύπωση της ομοιότητας των πασίγνωστων ηθοποιών, δεν περιμένω ποτέ να εντυπωσιαστώ, απλά να δω καλοσχεδιασμένες αερομαχίες και φωτοσπαθομαχίες. Εδώ τα έχουμε και τα δύο, οπότε, χωρίς να έχουμε τίποτα αξιοσημείωτο, όλα καλά. 6 τεύχη λοιπόν, τα οποία θα μαζευτούν στο πρώτο trade που θα κυκλοφορήσει σε μερικές ημέρες, και θα έχει τον τίτλο του arc, δηλαδή το The Destiny Path. Ας ελπίσουμε να έχουμε καλύτερο volume από ότι ήταν το προηγούμενο, αν και δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος.
  18. Ήπειρος.Αρχές του 20ου αιώνα. Οι ληστές και οι συμμορίες τους λυμαίνονται τα βουνά και τις πεδιάδες. Η δύναμη τους είναι τεράστια, και το ελληνικό κράτος ανήμπορο και ανίκανο να τους περιορίσει. Πολλοί τοπικοί άρχοντες, γαιοκτήμονες και πολιτικοί τους χρησιμοποιούν ως τον προσωπικό τους στρατό για οικονομικό όφελος. Ακόμα και οι απλοί πολίτες, πολλές φορές καταφεύγουν σε αυτούς, διεκδικώντας το δίκιο τους, ή ακόμα και απλή εκδίκηση. Το φαινόμενο γιγαντώνεται και δεν υπάρχει λύση στον ορίζοντα. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και σε αυτή τη πραγματικότητα, 2 αδέλφια, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ντόβας, σε πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνουν ότι ο πατέρας τους σφάχτηκε από κάποιον αντίπαλο ληστή. Ορκίζονται εκδίκηση. Και αυτή θα τους κάνει τη χάρη μετά από χρόνια. Και μαζί με την εκδίκηση, θα έρθει πιο κοντά το βουνό. Το τρέξιμο, το κρύψιμο, η σκληρή επιβίωση και εν τέλει, και ίσως σαν μόνη λύση, η ληστεία. Η τελευταία δουλειά των Γιώργου Γούση και Γιάννη Ράγκου, οι Ληστές, ξεκίνησαν πρώτα από τις σελίδες του Μπλε Κομήτη και μετά το κλείσιμο του τελευταίου, μας ήρθε σε μορφή graphic novel/album από τις εκδόσεις Polaris. Στο 130+ σελίδων αυτό πρώτο (από τα 2) τεύχος, διαβάζουμε μια ιστορία η οποία, όπως λέει και οι ίδιος ο Γούσης σε συνέντευξη του, είναι κατά το 70% πραγματική και εμπνευσμένη από τις πραγματικές ιστορίες των ληστών αδελφών Ρέντζου. Η ιστορία μου φάνηκε γνώριμη και μυρίζει Ελλάδα από μακριά. Γνώριμη όχι γιατί αντιγράφει κάποια άλλη, αλλά γιατί ταιριάζει απόλυτα με όσα, εγώ τουλάχιστον, έχω διαβάσει για συνήθειες και συμπεριφορές ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ανθρώπων φτωχών και πλούσιων, προνομιούχων και μη, άγριων από τη φύση τους ή από τις συνθήκες της ζωής τους. Δεν γνωρίζω πως μοιράστηκαν τα συγγραφικά καθήκοντα, δεν ξέρω ποιος επιμελήθηκε την κεντρική ιδέα και ποιος τους διαλόγους, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζω είναι πως το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Η δομή και ο ρυθμός της ιστορίας είναι εκπληκτικά στρωτός, χωρίς ούτε μια κοιλιά, και επίσης, και πολύ σημαντικό για εμένα, χωρίς καμία χρήση περιγραφής ή λεζάντας. Η επιτυχία και μόνο αυτού σημαίνει τρομερά καλοδουλεμένο κείμενο και μόνο για αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Όπως επίσης, πολλά συγχαρητήρια αξίζουν και στο γράψιμο και την επιμέλεια των διαλόγων. Διάλογοι στην Ήπειρο και 100 χρόνια πριν, σχεδόν σίγουρα συνεπάγεται βαριά χρήση ντοπιολαλιάς και ιδιωματισμών. Αυτό όμως δύσκολα "μεταφράζεται" στο χαρτί, και ο κίνδυνος το αποτέλεσμα να καταλήξει γραφικό, είναι πάρα πολύ μεγάλος. Εδώ η χρήση των παραπάνω είναι απόλυτα λελογισμένη, σε σημείο που στοιχηματίζω ότι χάνει σε ιστορική ακρίβεια. Στα δικά μου μάτια όμως, αυτή η μη ιστορικά ορθή επιλογή, βοηθάει τον αναγνώστη, δεν του αποσπά την προσοχή με περιττές επεξηγήσεις, και τον κρατάει αφοσιωμένο και βυθισμένο στο έργο. Πρέπει να το ξαναγράψω. Το θεωρώ το πιο καλογραμμένο, μεστό και περιεκτικό, ελληνικό κόμικ που έχω διαβάσει. To σχέδιο του Γούση βελτιώνεται από δουλειά σε δουλειά. Εχουμε βαριά μελάνια στις περισσότερες σελίδες, απόλυτα ταιριαστά με σκοτεινό και καταθλιπτικό περιβάλλον της φτωχής επαρχίας και των απόκρημνων και γυμνών βουνών της Ηπείρου. Προσωπικά διακρίνω έναν επηρρεασμό από τη Γαλλοβελγική σχολή, όχι τόσο στις ίδιες τις γραμμές αλλά κυρίως στην σκηνοθεσία, στο στήσιμο των καρέ και την γενικότερη αισθητική. Αν είναι δυνατό να μιλήσουμε να μιλήσουμε για ελληνική σχολή, πράγμα δύσκολο με τον μικρό αριθμό δημιουργών και "καταναλωτών" κόμικς στη χώρα μας, ο σχεδιαστής μπορώ να πω ότι είναι στην πρωτοπορία και καθοδηγεί πνευματικά τους υπόλοιπους, μιλώντας πάντα για το ελληνόγλωσσο κομμάτι της σκηνής. Κάποιες ενστάσεις που έχω προσωπικά με τον σχεδιασμό κάποιων προσώπων και την όχι απόλυτα ίδια απεικόνιση από καρέ σε καρέ, πιστεύω ότι πρόκειται περισσότερο σε προσωπικό μου γούστο και επιλογή του σχεδιαστή και λιγότερο σε αβλεψία. Συνολικά, θεωρώ ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές των τελευταίων ετών και σπάνια δείγμα ελληνικής παραγωγής από την αρχή έως το τέλος. Δεν έχω διαβάσει πολλές φορές κάτι τόσο συνεπές και "σταθερό", και μάλιστα σε ένα έργο τόσων σελίδων. Πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί από όλους και άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το επόμενο βήμα στις ελληνόφωνες παραγωγές. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να έχει μια πολύ καλή τύχη σε μια μεταφρασμένη έκδοση στην Γαλλία ή στην Ιταλία.
  19. Αν πω ότι δεν περίμενα χρόνια να διαβάσω αυτή την ιστορία, θα πω ψέματα. Μαζί με τα Ελβετικά νομίζω, ήταν οι μοναδικές δύο ιστορίες Κόρτο που δεν είχα διαβάσει ποτέ. Τώρα, με εκδοτική τον Μικρό Ήρωα που έχει πάρει τα δικαιώματα του Κόρτο τα τελευταία χρόνια, σταμάτησα το (ήδη ασθενές) ψαχτήρι για το επίτομο της Μαμούθ και μπόρεσα να ξεκινήσω να διαβάζω την Σαμαρκάνδη. Και λέω ξεκινήσω, γιατί η Μικρός Ήρως σε συνεργασία με την Εφ.Συν. η οποία έχει τα τεύχη ως ένθετα, θα κυκλοφορήσει το "Χρυσό Σπίτι της Σαμαρκάνδης" σε 3 μέρη ξεκινώντας προχθές, Σάββατο 13/6/20. Για πολλούς η Σαμαρκάνδη θεωρείται το magnum opus του Πρατ στην σειρά του Μαλτέζε,κυρίως σεναριακά. Εγώ από την άλλη, έχοντας πολλές προσδοκίες, μάλλον έμεινα χλιαρός με αυτό το πρώτο μέρος. Όχι μόνο σεναριακά, μιας και δεν θα κρίνω την ιστορία έχοντας διαβάσει το 1/3ο ακόμα, αλλά και σχεδιαστικά. Σαν ιστορία, παρουσιάζεται κάπως ασύνδετη όπως πολλές από τις μεγάλες του μέχρι περίπου την μέση τους. Το σχέδιο, ακόμα και για τα δεδομένα ενός Πρατ που δεν μπορεί για τον Θεό να σχεδιάσει σώματα και σκηνές γεμάτες δράση και κίνηση, μου φάνηκε μάλλον βιαστικό και πρόχειρο με εξαίρεση λίγα καρέ. Όχι τόσο όσο στο Μου, αλλά κάμποσο. Ίδωμεν, αναμένοντας την συνέχεια. Καμία έκπληξη από την μαλακόδετη έκδοση, φθηνή και βασική όπως ήταν αναμενόμενο για τα 3.90 της, με κάποια υποτυπώδη έξτρας.
  20. Όταν τα κόμικς μιλούν μόνο με εικόνες Κουκουλάς Γιάννης Τα «βουβά» ή «σιωπηλά» κόμικς αποτελούσαν πάντοτε μια ειδική κατηγορία της ένατης τέχνης. Σε μια διεξοδική μελέτη, η πανε­πιστημιακός Μαριάννα Μίσιου ερευνά και παρουσιάζει τους μηχανισμούς τους, τις τεχνικές τους και την πρόσληψή τους από το κοινό. Πριν από περίπου δύο αιώνες, ο πρωτοπόρος των κόμικς Rodolphe Töpffer είχε αναπτύξει με μια σπουδαία επιχειρηματολογία τους λόγους για τους οποίους οι εικόνες ως αφηγηματικά εργαλεία συγκινούν τους αναγνώστες και θεατές τους και έχουν τόσο μεγάλη διάδοση και διείσδυση στο κοινό. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τον Töpffer μέχρι σήμερα αμέτρητοι δημιουργοί κόμικς για ποικίλους λόγους επέλεξαν να αφηγηθούν μικρές ή μεγαλύτερες ιστορίες μόνο με εικόνες σε βαθμό που τα «βουβά» ή «σιωπηλά» κόμικς αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία του είδους. Αυτή την τόσο ιδιαίτερη κατηγορία μελετά η Μαριάννα Μίσιου στο νέο βιβλίο της με τίτλο «Βουβά Κόμικς και Εικονοβιβλία – Τεχνικές αφήγησης στα βιβλία χωρίς λέξεις» (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο). Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου καταπιάνεται με ένα θέμα σχετικό με τα κόμικς, καθώς τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εδώ και χρόνια αφορούν σχεδόν αποκλειστικά την αφήγηση μέσω εικόνων και λόγου. Στο προηγούμενο βιβλίο της («Τα Κόμικς, από το Περίπτερο στη Σχολική Τάξη», εκδόσεις ΚΨΜ, 2010) είχε ασχοληθεί εξαντλητικά με τα ζητήματα της παιδαγωγικής και διδακτικής διάστασης της ένατης τέχνης, ενώ τα μαθήματα που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο σχετίζονται με τα κόμικς και τις εικονιστικές αφηγήσεις γενικότερα, την πολυτροπικότητα των κειμένων, την αφηγηματικότητα των βουβών αφηγήσεων κ.ά. Απόσπασμα από το «Flotsam» του David-Wiesner Για το νέο της βιβλίο, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Διαμάντη Αναγνωστοπούλου επισημαίνει στον πρόλογό της: «Τα βουβά βιβλία λειτουργούν συχνά ως “ανοιχτά έργα”, με την έννοια που έδινε στον όρο ο Ουμπέρτο Εκο, δηλαδή έργα που χρειάζονται την ενεργή συνεργασία του αναγνώστη τους. Η Μαριάννα Μίσιου στον ανά χείρας τόμο συνοδεύει τον αναγνώστη των βιβλίων αυτών στη διαδικασία κατανόησης και ερμηνείας τους, προσφέροντας μια σύνθεση των θεωρητικών προσεγγίσεων του είδους, μια ενδελεχή εξέταση των ιδιαίτερων αφηγηματικών και σχεδιαστικών τεχνικών τους, δίνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα που φωτίσουν τις αναλύσεις αυτές. Προτείνει στον αναγνώστη της μια ανάλυση του “συστήματος των βουβών βιβλίων” επιχειρώντας να αναδείξει τις σύνθετες λειτουργίες τους. Μέσα από την ιστορική, θεωρητική και αναλυτική τεκμηρίωση της μελέτης της, η ανάγνωση των βιβλίων χωρίς λέξεις αναδεικνύεται σε παιχνίδι της ανακάλυψης και της επινόησης, της παρατηρητικότητας και της αναγνώρισης, της μνημονικής ανάκλησης και της έκπληξης του καινούργιου, της ευχαρίστησης και της ενσυναίσθησης». Απόσπασμα από το «The Arrival» του Shaun Tan Η ίδια η συγγραφέας στην ιδιαιτέρως κατατοπιστική εισαγωγή της εξηγεί μεταξύ άλλων τις αιτίες που την οδήγησαν στη μελέτη αυτού του είδους και τονίζει: «Βουβά κόμικς (συμπεριλαμβανομένων και των graphic novels) και εικονοβιβλία διέπονται από κειμενικότητα, παρουσιάζουν δηλαδή όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν “κείμενα”, δομημένα με εικόνες που συμπαρατίθενται σε αλληλουχία. Πρόκειται για οπτικά κείμενα, ανοιχτά σε πολλαπλές και διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Πολλά από αυτά ανοίγονται ευρέως στη διακειμενικότητα, την ειρωνεία, τη μεταμυθοπλασία και άλλες τεχνικές της αφήγησης. Προτρέπουν τον αναγνώστη να χρησιμοποιήσει με κριτικό τρόπο ερμηνευτικές δεξιότητες και να συλλογιστεί πάνω σε σύνθετες ιδέες και έννοιες. Επιπλέον, η εικόνα των βουβών βιβλίων μπορεί να γίνει πολύσημη, προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα να διαβαστούν αυτά από παιδιά και ενήλικες κάθε ηλικίας. Η γλώσσα της εικόνας κυκλοφορεί ευκολότερα ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς να περνά από τα φίλτρα της μεταφραστικής διαμόρφωσης. Απόσπασμα από το «Η φάλαινα, το αγόρι και η θάλασσα ανάμεσά τους» της Πέρσας Ζαχαριά Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά οδηγούν στη διαπίστωση ότι τέτοια βιβλία δεν απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, αλλά σε αναγνώστες γενικά». Και κάνοντας έναν ανάλογο παραλληλισμό, θα προσθέταμε ότι όπως τα βουβά βιβλία απευθύνονται σε όλους τους αναγνώστες ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου και προσλαμβανουσών, έτσι και το βιβλίο της Μίσιου απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες που επιθυμούν να αποκωδικοποιήσουν την πολύσημη γλώσσα των κόμικς και των εικόνων, ακόμα και χωρίς την παρουσία λόγου και λέξεων. Φυσικά, από ένα τέτοιο βιβλίο δε θα μπορούσε να λείπει η απαραίτητη τεχνική ορολογία, μια αποσαφήνιση των πολύπλοκων εννοιών και τα κατάλληλα ιστορικά στοιχεία που δίνονται από την αρχή. Στη συνέχεια, όμως, η συγγραφέας προχωρεί με μια ευφυή αρχιτεκτονικά διάρθρωση του έργου της στην απολύτως τεκμηριωμένη τόσο θεωρητικά όσο και από τα κατάλληλα κατά περίπτωση παραδείγματα σε μια διεξοδική κάλυψη του θέματος. Απόσπασμα από το «The-Only-Child» της Guojing Εξετάζει τον ρόλο του δημιουργού και του αναγνώστη και τις συμβάσεις που είναι απαραίτητες στη μεταξύ τους άτυπη σχέση, ασχολείται με τον κινησιολογικό κώδικα καθώς και με τις βασικές και σύνθετες εκφράσεις και κινήσεις που διέπουν τα κόμικς, μελετά τη λειτουργία του χώρου και του χρόνου καθώς και την αμοιβαία διαπερατότητά τους αλλά και την έννοια της διαδοχικότητας και της συγχρονίας. Ερευνά τη σύνθεση της εικόνας ως προς κάθε λεπτομέρειά της (γραμμές, σχήματα, λειτουργίες χρωμάτων, κάδρο και καδράρισμα) και αναλύει τα πλάνα και τις γωνίες θέασης που επιλέγουν οι δημιουργοί για να υπηρετηθεί η σιωπηλή αφηγηματικότητα. Εξετάζει τη συμβολή των συμπληρωματικών και παρακειμενικών στοιχείων των κόμικς όπως τα εξώφυλλα, τα οπισθόφυλλα κ.λπ. και, τέλος, παραθέτει κριτικά μια σειρά από απόψεις και θεωρητικά μοντέλα ερευνητών και μελετητών του είδους όπως ο Thierry Groensteen, ο Harry Morgan, o Achim Hescher κ.ά. Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου της Μαριάννας Μίσιου, ο αναγνώστης (και, επιμένω, ταυτόχρονα θεατής) είναι βέβαιο ότι αποκτά τη δυνατότητα να βλέπει και να διαβάζει με περισσότερα ερμηνευτικά εργαλεία τα βουβά κόμικς και τα κόμικς γενικότερα. Και, ακόμα σπουδαιότερο, να τα αναζητήσει και να τα απολαύσει ακόμα πιο έντονα. Πηγή
  21. Ένας μετεωρίτης μάς χρειάζεται Γιάννης Κουκουλάς Οι μετεωρίτες προκαλούν τρόμο και δέος. Και η παρατήρησή τους θαυμασμό. Οι επιστήμονες τους μελετούν και μαθαίνουν όλο και περισσότερα γι’ αυτούς. Ο Τάκης Θεοδοσίου και ο John Antono εξηγούν με απλό και κατανοητό τρόπο τι είναι οι μετεωρίτες, τι συμβαίνει όταν περνούν από κοντά μας και πόσο κινδυνεύουμε από κάποιον που θα μας πλησιάσει επικίνδυνα. Ο εσκεμμένα παραπλανητικός τίτλος του άρθρου δεν δηλώνει κάποια εσχατολογικού τύπου προφητεία ούτε την πιθανή τελική λύση ύστερα από μακρά απογοήτευση. Οι μετεωρίτες που μας «χρειάζονται» είναι οι «Μετεωρίτες» (εκδόσεις Λόγος Slovo Α – Ω) και είναι απαραίτητοι για να κατανοήσουμε τι είναι τα παράξενα ουράνια σώματα που συχνά-πυκνά πετούν πάνω από τα κεφάλια μας και ενίοτε πέφτουν στη Γη. Κόντρα στις δοξασίες και τις αντιεπιστημονικές προκαταλήψεις αλλά και ενάντια στον πανικό που σπέρνει η ιδέα και μόνο ότι ένας μετεωρίτης θα προσγειωθεί μια μέρα κάπου δίπλα μας, οι Τάκης Θεοδοσίου και John Antono φιλοτεχνούν ένα βιβλίο που είναι φιλικό τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικους αναγνώστες γύρω από τους μετεωρίτες. Και είναι οι κατά τεκμήριο ειδικοί για κάτι τέτοιο. Ο Τάκης Θεοδοσίου είναι φυσικός, μέλος του IMCA (International Meteorites Collectors Association) καθώς και υπεύθυνος συντονιστής για την Ελλάδα του παγκόσμιου οργανισμού «Ημέρα Αστεροειδών», ενώ από το 2018 είναι διευθυντής και επόπτης στο Ελληνικό Μουσείο Μετεωριτών. Ο John Antono (κατά κόσμον Γιάννης Αντωνόπουλος) είναι μάχιμος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, συνεργάτης του «Καρέ Καρέ» στο οποίο συμμετέχει στη σειρά «Λεξικό της Κρίσης» και δημιουργός της σειράς «Homo Skepticus» που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα socomic.gr με θέμα την επιστήμη, την ιστορία της και τα πρόσωπα που καθόρισαν την πορεία της. Η συνεργασία τους στους «Μετεωρίτες» οδηγεί σε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα εκλαϊκευμένης γνώσης που δεν αφορά μόνο όσους συναρπάζονται από όσα συμβαίνουν εκεί ψηλά, αλλά όλους όσοι ενδιαφέρονται για τις επιστήμες και την κατανόηση της λειτουργίας του Σύμπαντος και των φυσικών φαινομένων. «Από πού προέρχονται αυτοί οι εξωγήινοι εισβολείς; Πόσο μπορούν να βλάψουν τη Γη μας; Τι θέλουν να μας πουν οι κρατήρες στη Σελήνη για το παρελθόν και το μέλλον του πλανήτη μας; Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ αστεροειδών, κομητών, μετεώρων, μετεωριτών; Τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού μας συστήματος, της Γης και της ίδιας της ζωής πάνω σ’ αυτήν; Με ποιους τρόπους θα αμυνθούμε στην απειλή τους αλλά και θα εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία τους;». Σε αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα απαντούν οι «Μετεωρίτες» με σαφή τρόπο, επιστημονική ακρίβεια, όμορφα σχέδια και, πάνω απ’ όλα, σεβασμό στον αναγνώστη ανεξαρτήτως γνώσεων και επιστημονικού υπόβαθρου. Πηγή
  22. Το Bog Bodies* είναι ένα graphic novel σε σενάριο του Declan Shalvey και σχέδιο του Gavin Fullerton, με coloring της Rebecca Nalty και lettering του Clayton Cowles. Παρότι τα 3/4 της δημιουργικής ομάδας είναι Ιρλανδοί, το κόμικ κυκλοφόρησε από την Image (Μάιος 2020). Ο Killian δέχεται μια απρόσμενη νυχτερινή επίσκεψη, από τον «συνάδελφό» του Keano: πρέπει επειγόντως να παραδώσουν ένα πακέτο, κάπου στα βουνά γύρω από το Δουβλίνο. Ωστόσο, τα πράγματα δεν πάνε και τόσο καλά. Τραυματισμένος και αποπροσανατολισμένος, συναντάει μια κοπέλα, που δεν θυμάται πώς κατέληξε εκεί, επίσης χτυπημένη και χαμένη. Μαζί, προσπαθούν να βγουν από το σκοτεινό δάσος και να γλυτώσουν από τους διώκτες τους. Ιρλανδία και γκάνγκστερς, τι άλλο χρειάζεται για να με τραβήξει ένα κόμικ; Η αλήθεια είναι ότι το ξεκίνησα πιο πολύ για να σκοτώσω την ώρα μου, αλλά τελικά διάβασα μονορούφι τις 96 σελίδες του. Έχει εκπληκτική ροή, γρήγορη και στιβαρή. Το σχέδιο του Fullerton συνδυάζει άψογα το καρτουνίστικο στιλ με την τραχύτητα που απαιτεί το νουάρ. Και η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα, επηρεασμένη σίγουρα από τις ταινίες των αδελφών Cohen και του Martin MacDonagh. Κι ενώ οδεύουμε προς το δραματικό αποκορύφωμα, ο Shalvey δίνει ένα twist που όχι μόνο χαλάει την hardboiled αίσθηση, αλλά δεν έχει να προσφέρει και κάτι ουσιώδες. Δεν μπορώ να πω ότι ακυρώνει την εμπειρία που έχει προηγηθεί, αλλά κατ’ εμέ είναι τελείως αχρείαστο. Ακόμη κι έτσι, όμως, προτείνω σίγουρα το Bog Bodies για την γραφή, το κατάμαυρο χιούμορ και το σχέδιο. Μπορεί να διαβαστεί ευχάριστα ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ, παρέα με μια Guinness ή ένα ποτήρι Jameson. *: o όρος “bog bodies” αναφέρεται σε πτώματα τα οποία έχουν μουμιοποιηθεί μέσα σε λάκκους με τύρφη. Μπορούν να συντηρηθούν για χιλιάδες χρόνια και απαντώνται κυρίως σε μέρη της Βόρειας και Δυτικής Ευρώπης, όπως η Γερμανία, η Δανία και οι Βρετανικές Νήσοι.
  23. Θανάσης Πέτρου: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία, Κοινωνιογλωσσολογία και Δημιουργία κόμικς. Από το 2005 έως το 2011 εργάστηκε στο «9» της Ελευθεροτυπίας. Από το 2012 διδάσκει στον ΑΚΤΟ. Έργα του: Ο τυμπανιστής και οι φίλοι του (Βιβλιοπέλαγος, 2008), Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2011), Το πτώμα, σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Jemma Press – Καλύτερο εξώφυλλο 2011 στα Comicdom Awards και Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Καλύτερο κόμικς 2012 στα βραβεία Comicdom Awards. Actors – Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση βιβλίου και εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2015), βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Μ. Καραγάτση, Στη μάχη του Μαραθώνα (Εκδόσεις Πατάκη, 2015, Κρατικό βραβείο βιβλίου γνώσεων 2016) και Στη μάχη των Θερμοπυλών (Εκδόσεις Πατάκη, 2016), κόμικς σε σενάρια της Κατερίνας Σέρβη, Αμανίτα μουσκάρια, σε σενάριο του Παύλου Μεθενίτη (Γνώση, 2016), Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές, κόμικς σε σενάριο της Κατερίνας Σέρβη (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), Γρα-Γρου, κόμικς σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Ίκαρος, 2017, Βραβείο καλύτερου κόμικς και καλύτερου σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2018), Γιαννούλης Χαλεπάς, ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής, σε σενάριο Δημήτρη Βανέλλη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019). Το τελευταίο του βιβλίο, Οι όμηροι του Γκαίρλιτς (Ίκαρος, 2020), όπου πρώτη φορά υπογράφει ο ίδιος και τα κείμενα, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο για τους ομήρους του Γκαίρλιτς; Κατά βάση ήταν η πολυεπίπεδη, σε ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, πραγματικότητα μέσα στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ξεκινώντας από την Ελλάδα και καταλήγοντας στη Γερμανία, που με συνάρπασε και έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία των Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς. Επιπλέον, πρόκειται για μια περίπτωση «μικροϊστορίας» που έχει περάσει στα ψιλά γράμματα, γιατί για την ιστοριογραφία αποτέλεσε ένα παράδειγμα ατιμωτικής και προδοτικής συμπεριφοράς. Στο βιβλίο αυτό υπογράφετε τα σχέδια, αλλά και τα κείμενα. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο; Αν και Οι όμηροι του Γκαίρλιτς είναι το δωδέκατο βιβλίο μου, είναι η πρώτη φορά που βρέθηκα στη θέση του σχεδιαστή αλλά και του σεναριογράφου. Μάλλον ήθελα να δοκιμάσω την ικανότητά μου και στη συγγραφή του σεναρίου, αλλά ενδόμυχα ίσως ήταν και μία επιθυμία να έχω εξ ολοκλήρου την ευθύνη της δημιουργίας. Ενώ μέχρι τώρα αφιέρωνα πολύ χρόνο στην έρευνα σε ό,τι αφορά το σχεδιαστικό κομμάτι ενός βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση έκανα πρώτα τη συγκέντρωση του βιβλιογραφικού υλικού, ώστε να γράψω το σενάριο, και από τη στιγμή που το είχα ολοκληρώσει, ξεκίνησα τη διαδικασία της εικονογραφικής μεταφοράς του στο χαρτί. Ποιες δυσκολίες συναντήσατε τόσο στο συγγραφικό, όσο και στο σχεδιαστικό κομμάτι; Πολλές. Το να συγκεντρώσω το βιβλιογραφικό υλικό ήταν σχετικά εύκολο, ωστόσο ήθελα να διαβάσω όλα τα φύλλα των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν στο Γκαίρλιτς, ώστε να βρω ποιες ήταν οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά των πρωταγωνιστών. Για παράδειγμα, τι μάθαιναν από τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα, από την κατάσταση στην Ελλάδα, την επανάσταση στη Ρωσία; Φυσικά,ό,τι δημοσιευόταν στις δύο ελληνόφωνες εφημερίδες του Γκαίρλιτς ήταν φιλτραρισμένο μέσα από τη σχετική λογοκρισία που σίγουρα υπήρχε. Επιπλέον, επειδή έχουμε να κάνουμε με πραγματικές τοποθεσίες και ιστορικά γεγονότα, χρειαζόμουν πολύ φωτογραφικό υλικό ως υλικό αναφοράς, ώστε στο σχέδιο να υπάρχει η αίσθηση της αληθοφάνειας. Τι είναι αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη όταν ανοίγει ένα βιβλίο με κόμικς; Όταν κάποιος ξεφυλλίζει ένα κόμικς, αυτό που αρχικά θα τον κερδίσει ή δεν θα τον κερδίσει είναι το σχέδιο. Δύσκολα θα διαβάσει ένας αναγνώστης κάτι που αισθητικά δεν του αρέσει. Τώρα βέβαια τι είναι αυτό που αρέσει στον καθένα και για ποιους λόγους είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση. Η ιστορία του κόμικς προφανώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, παρά μόνον όταν θα έχει ολοκληρώσει την ανάγνωση. Επομένως, σε μια πρώτη φάση αυτό που θα έλξει τον αναγνώστη είναι το αισθητικό-εικαστικό κομμάτι του κόμικς. Η αφήγηση της ζωής των ομήρων του Γκαίρλιτς γίνεται με μια ελεύθερη μεταφορά μιας συναρπαστικής και περίπλοκης καθημερινότητας, γεμάτης από σκοτάδια και ανασφάλεια, κι όλα αυτά με διαρκή αναφορά στην Ιστορία. Δεν είναι δύσκολο να ισορροπείς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας; Δουλεύοντας το συγκεκριμένο κόμικς, ο φόβος μου ήταν κυρίως να μην προκύψει ένα απρόσωπο ιστορικό «ντοκιμαντέρ», αλλά να υπάρχουν πρωταγωνιστές οι οποίοι έζησαν τα συγκεκριμένα γεγονότα και αυτά είχαν συνέπειες στην προσωπικότητα και στον χαρακτήρα τους, χωρίς ωστόσο να παραμορφώσω ή να διαστρεβλώσω, τουλάχιστον εν γνώσει μου, την Ιστορία. Βέβαια, σαφώς το τι διάλεξα να δείξω ή τι πρόσθετα στοιχεία έβαλα, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το έκανα, έχει μια προσωπική φόρτιση μέσα από τη δική μου ιδεολογία, ηθική και αντίληψη. Από τα γραφόμενά σας καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι οι στρατιώτες ήταν τελείως άβουλοι και γι’ αυτούς αποφάσισε ο ανώτατος αξιωματικός. Μήπως όμως συμβαίνει κάτι ανάλογο και στην πολιτική; Οι απανταχού στρατιώτες πρέπει να υπακούουν στις διαταγές των διοικητών τους – αν δείξουν ανυπακοή, θα υποστούν τις συνέπειες. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Ανατολική Μακεδονία, το Δ’ Σώμα Στρατού επισήμως δεν μπορούσε να αντισταθεί, γιατί η Ελλάδα κρατούσε ουδέτερη στάση στον πόλεμο. Oπότε καταλήφθηκαν το οχυρό του Ρούπελ και όλη η Ανατολική Μακεδονία. Υπήρξαν, όμως, μεμονωμένες περιπτώσεις μικρών μονάδων του ελληνικού στρατού που αντιστάθηκαν στους Βούλγαρους. Αντίστοιχα υπήρξαν ομάδες βενιζελικών στρατιωτών και αξιωματικών οι οποίοι λιποτάκτησαν από το Δ’ Σώμα Στρατού, ώστε να ενωθούν με την επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι στρατιώτες είτε θα ακολουθούσαν πειθήνια το σύνολο του Σώματος στο ταξίδι προς το άγνωστο είτε, αν έμεναν στην περιοχή της Καβάλας και της Δράμας, θα σφαγιάζονταν από τους Βούλγαρους. Οπότε προτίμησαν να ταξιδέψουν μην ξέροντας για πού, από το να χάσουν τη ζωή τους. Σε μία παρόμοια δυσχερέστατη θέση βρέθηκε και ο συνταγματάρχης Ι. Χατζόπουλος, ο εκτελών χρέη διοικητή, μια και ο στρατηγός διοικητής του Σώματος, την περίοδο που έγινε η εισβολή των Βουλγάρων, βρισκόταν με άδεια στην Αθήνα. Η απόφαση του φιλοβασιλικού συνταγματάρχη Χατζόπουλου ήταν κατά βάση μία πολιτική και όχι μια στρατιωτική απόφαση. Έπρεπε είτε να προδώσει τον βασιλιά είτε να προδώσει τα όπλα του και να παραδώσει ελληνικά εδάφη στους εισβολείς. Προτίμησε το δεύτερο. Αντίστοιχα, είναι μάλλον σίγουρο ότι πολιτικά πρόσωπα βρέθηκαν, βρίσκονται ή μπορεί να βρεθούν σε μία τόσο δεινή θέση ώστε να πρέπει να πάρουν πολύ δυσάρεστες αποφάσεις. Είναι πολύ ουσιαστικές και οι αναφορές που κάνετε στον Εθνικό Διχασμό. Γιατί οι συνέπειές του εξακολουθούν να μας ακολουθούν ως κατάλοιπο της ιστορικής κληρονομιάς; Γιατί πολύ απλά οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα και τελικά καθόρισαν καταλυτικά την Ιστορία της για πάνω από μισόν αιώνα. Πρώτα απ’ όλα έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήρθαν στην Ελλάδα κοντά στο 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες, ακολούθησε η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και τελικά, μόλις έληξε η εμπόλεμη κατάσταση, πολλοί στρατιωτικοί έβγαλαν τη στολή και τα παράσημά τους, έβαλαν κοστούμι και γραβάτα και έγιναν πολιτικοί, πρωθυπουργοί, δικτάτορες – βλέπε Πάγκαλος, Πλαστήρας, Μεταξάς. Η τελευταία στρατιωτική δικτατορία έληξε το 1974, τότε καταργήθηκε και η μοναρχία και εξέπεσε του αξιώματός του ο Κωνσταντίνος Β’, μόλις τότε επισημοποιήθηκε το πολίτευμα της Ελλάδος, η αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι σημερινές διενέξεις στα ελληνοτουρκικά θέματα που αφορούν τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών του Αιγαίου περιστρέφονται γύρω από το τι προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάνης. Άρα οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού δεν έχουν πάψει να επηρεάζουν την Ελλάδα ακόμα και το 2020. Είναι αλήθεια ότι καταγράφηκαν τα τραγούδια και οι ελληνικοί χοροί των ομήρων του Γκαίρλιτς από τους Γερμανούς; Σώζεται σήμερα αυτό το σημαντικό υλικό; Ναι, πράγματι. Η παρουσία ενός τόσο μεγάλου αριθμού Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς αποτέλεσε πόλο έλξης Γερμανών πανεπιστημιακών και ερευνητών, όπως φιλολόγων, λαογράφων, γλωσσολόγων. Αυτοί, θέλοντας κατά βάση να μελετήσουν τις ελληνικές διαλέκτους, αλλά και να συγκεντρώσουν λαογραφικά στοιχεία, ηχογράφησαν ποικίλο υλικό: αφηγήσεις παραμυθιών, τραγούδια, μουσικούς σκοπούς, ψαλμούς, αμανέδες. Το υλικό, που ξεπερνάει τους 100 δίσκους γραμμοφώνου, σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και τα συνοδευτικά έγγραφα της κάθε ηχογράφησης. Διαβάζοντας το βιβλίο σας, σημείωσα κάποιες φράσεις και σταμάτησα να πάρω ανάσες για να το απολαύσω. Υπάρχουν τεχνικές και μυστικά στα βιβλία για να γοητεύονται οι αναγνώστες; Δεν μπορώ να μιλήσω ως συγγραφέας λογοτεχνίας, γιατί δεν είμαι. Το κόμικς είναι μια μορφή αφήγησης στην οποία συνδυάζονται εικόνες και κείμενο ακολουθώντας μία σκηνοθεσία. Αφηγηματικές και σκηνοθετικές τεχνικές φυσικά και υπάρχουν στα κόμικς, ώστε να δώσεις γρήγορο ή αργό ρυθμό ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των καρέ, διαλέγεις μεγάλα καρέ για να δώσεις μεγαλύτερη έμφαση σε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία, επιλέγεις πλάνα, γωνίες ή αποστάσεις στο καδράρισμα που θα δημιουργούν συναισθηματική φόρτιση, σιωπηλά πλάνα, ελλειπτικά πλάνα, το χρώμα με το οποίο προσπαθείς να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για κάποια επτασφράγιστα μυστικά, αλλά για στοιχεία που χρησιμοποιείς για να κάνεις, όσο μπορείς, πιο ελκυστική και αποτελεσματική την οπτική σου αφήγηση. Η οπτική αφήγηση μοιάζει με την κινηματογραφική απεικόνιση. Η ζωή όμως δεν είναι γεμάτη από άπειρες εικόνες; Ναι, μάλλον στη ζωή του ένας άνθρωπος βλέπει άπειρες εικόνες, όταν όμως δημιουργείς μια οπτική αφήγηση, ως δημιουργός πρέπει να κάνεις συνειδητές επιλογές. Για ποιους λόγους θα επιλέξεις να απεικονίσεις το τάδε ή το δείνα στοιχείο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γιατί θέλεις να δείξεις το συγκεκριμένο πλάνο τη συγκεκριμένη στιγμή; Όλα νομίζω πως είναι θέμα των επιλογών που κάνεις, φυσικά σε συνδυασμό με τις ικανότητες που διαθέτεις. Για να επιστρέψουμε στους Ομήρους του Γκαίρλιτς, κατά πόσο έχουν σχέση με την πραγματικότητα ή τη φαντασία οι πραγματικοί χαρακτήρες του βιβλίου; Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν εδώ είναι φανταστικοί, αλλά αντιπροσωπεύουν τρία στοιχεία του ελληνισμού ως γεωγραφική καταγωγή και συνοδεύονται από στοιχεία που συνδέονται με αυτή την καταγωγή. Ο ένας πρωταγωνιστής είναι Παλαιοελλαδίτης, από τη Μάνη, συντηρητικός και φιλοβασιλικός. Ο δεύτερος είναι Σμυρνιός και έχει έναν κοσμοπολίτικο αέρα που, άλλωστε, διέκρινε τη Σμύρνη, και ο τρίτος προέρχεται από τις Νέες Χώρες, όπως ονομάζονταν οι περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, και συγκεκριμένα από τη Θεσσαλονίκη. Οι δύο τελευταίοι είναι οπαδοί του Βενιζέλου. Από εκεί και πέρα στον λόγο, τη στάση και τη συμπεριφορά τους προσθέτω στοιχεία που φυσικά έχουν σχέση με τη δική μου προσωπικότητα, αντίληψη και ψυχολογία. Υπάρχει η πιθανότητα στο μέλλον να γράψετε πάλι ένα βιβλίο κόμικς εμπνευσμένο από την ελληνική Ιστορία; Είμαι στη φάση δημιουργίας μιας, κατά κάποιον τρόπο, συνέχειας. Ο Σμυρνιός πρωταγωνιστής από τους Όμηρους του Γκαίρλιτς συνεχίζει τη στρατιωτική θητεία του στο μικρασιατικό μέτωπο, οπότε μέσα από τα μάτια του θα δούμε ολόκληρη τη μικρασιατική εκστρατεία μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μπορεί ένα graphic novel να επηρεάσει θετικά τους εφήβους και τους ενήλικες, ώστε να γίνουν καλοί αναγνώστες; Το διάβασμα είναι μια διαδικασία που πρέπει να τη μάθεις και να την αγαπήσεις, δε θα σου συμβεί μια ωραία πρωία ουρανοκατέβατη. Αν δεν έχεις τη διάθεση να αφιερωθείς στην ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός κόμικς, δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος που θα σου την επιβάλλει. Ο καθένας μόνος του θα βρει αυτό που του ταιριάζει και τον συναρπάζει. Κάποιου του αρέσει γενικά η λογοτεχνία, κάποιου άλλου του αρέσει μόνον η αστυνομική λογοτεχνία ή η επιστημονική φαντασία. Στα κόμικς υπάρχει τόσο μεγάλη θεματική και υφολογική ποικιλία, που ο καθένας μπορεί να βρει κάτι που θα τον έλξει. Εφόσον με τον όρο «καλός αναγνώστης» εννοείτε τον τακτικό αναγνώστη, τότε είναι σίγουρο πως κυκλοφορούν έργα στον χώρο των κόμικς και του graphic novel που θα τέρψουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας; Ακούω τα δευτερόλεπτα να περνούν με τα δάχτυλά μου ακίνητα επάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, οπότε μάλλον δεν έχω κάποια συγκεκριμένη απάντηση αυτή τη στιγμή. Οι όμηροι του Γκαίρλιτς Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου Θανάσης Πέτρου εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου Ίκαρος 104 σελ. ISBN 978-960-572-298-2 Τιμή €15,50 Πηγή
  24. Το ''Στο δάσος" είναι ένα πολύ όμορφο παραμυθένιο κόμικ, που κυκλοφόρησε μες στον Ιούνιο, από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο σενάριο είναι ο Σπύρος Γιαννακόπουλος και στο σχέδιο - χρώμα η Στέλλα Στεργίου. Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος έχει ξανασχοληθει με τη συγγραφή σύγχρονων παραμυθιών, κι απ' ότι φαίνεται το κατέχει το άθλημα. Η Στέλλα Στεργίου με εντυπωσίασε στο Μικρό Πρίγκηπα με τις σχεδιαστικές της ικανότητες και συνεχίζει σταθερά κι εδώ στην ίδια υψηλή ποιότητα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγόρι, ήσυχο και υπάκουο και τον έλεγαν Τζακ. Ζούσε με τους γονείς του σ’ ένα όμορφο σπίτι στο δάσος. Τάιζε κοτούλες και γουρουνάκια, άρμεγε αγελάδες και η μεγαλύτερη του περιπέτεια ήταν που πήγαινε με τον πατέρα του στη γειτονική πόλη. Μέχρι τη στιγμή που χάθηκε "Στο δάσος". Και μετά, αντί να διαβάζει για περιπέτειες χρειάστηκε να τις ζήσει... Το κόμικ είναι σίγουρα ένα παραμύθι που απευθύνεται σε πρώτο επίπεδο σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, αλλά σε δεύτερο επίπεδο και σε όλους τους υπόλοιπους. Σενάριο, σκηνοθεσία και σχέδιο λειτουργούν άψογα, η δράση ισορροπείται πολύ όμορφα από το χιούμορ και ο χρωματισμός είναι πολύ τραβηχτικός. Τους ήρωες τους έχουμε ξανασυναντήσει και σε άλλα παραμύθια, αλλά εδώ τους βλέπουμε αλλαγμένους, μέσα από τα μαγικά φίλτρα των δημιουργών , οι δημιουργοί έχουν δώσει μια πιο παιχνιδιάρικη και πρωτότυπη προσέγγιση. Πραγματικά δεν μπορούσα να προβλέψω πως ακριβώς θα εξελιχθεί η ιστορία ως το τέλος. Λαχταριστό και ζουζουνιάρικο, αντισυμβατικό κι απρόβλεπτο, γραμμένο με χιούμορ, γεμάτο με μάγισσες, γίγαντες, τρολ, ιππότες, βατράχια, πριγκίπισσες, τέλεια νανάκια Ό,τι πρέπει για δωράκι στα παιδιά σας, τα ανίψια σας, τα βαφτιστήρια σας, και για σας στην τελική
×
×
  • Create New...