Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Steve Ditko'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 4 results

  1. Αυτή η παρουσίαση είναι λίγο διαφορετική από τις άλλες που έχω κάνει, γιατί αφενός δε θα έχει κάποια συγκεκριμένη δομή, ενώ αφετέρου θα προσπαθήσω απλώς να παραθέσω τις σκέψεις μου για μία από τις σπουδαιότερες και πιο εμβληματικές στιγμές στην μακρά ιστορία του Spider-Man. Το «If This Be My Destiny...!» είναι στην ουσία ένα story arc τριών τευχών. Συγκεκριμένα, η ιστορία ξετυλίχθηκε στις σελίδες του περιοδικού The Amazing Spider-Man, στα τεύχη 31 έως 33. Συγγραφέας και καλλιτέχνης του κόμικ είναι ο Stan Lee και ο Steve Ditko αντίστοιχα, οι μεγάλοι συν-δημιουργοί του πιο διάσημου χαρακτήρα της Marvel. Η πλοκή είναι, με μία επιφανειακή ματιά, απλή. Επίσης, διαθέτει και χαρακτηριστικά «αυτονομίας», δεδομένου ότι δε χρειάζεται να έχει διαβάσει κάποιος τα προηγούμενα τεύχη για να μπει στο κλίμα. Άλλωστε, η πάγια πολιτική της Marvel εκείνα τα χρόνια συμπυκνώνεται στο γνωστό μότο «every comic is someone’s first». Σε γενικές γραμμές, η ιστορία ακολουθεί τον Peter Parker, ο οποίος βρίσκεται τώρα στο Πανεπιστήμιο. Δυστυχώς για τον ίδιο, η αγαπημένη του θεία, May, υποκύπτει σε μία μυστηριώδη -και απειλητική για τη ζωή της- ασθένεια. Ο Peter ανακαλύπτει ότι τη λύση για την ασθένεια μπορεί να τη δώσει μόνο ένα σπάνιο ισότοπο, το οποίο βρίσκεται στα χέρια ενός εγκληματία, ονόματι Master Planner. Στη πορεία γίνεται γνωστή και η αληθινή ταυτότητα του εγκληματία. Παρόλα αυτά όμως, η μάχη των δύο θα εγκλωβίσει τον Peter κάτω από ένα βουνό από χαλάσματα. Ο Peter γνωρίζει ότι χρόνος για τη May «τελειώνει». Όμως, ο ίδιος είναι παγιδευμένος και ολομόναχος κάτω από αυτά τα χαλάσματα. Αυτά τα χαλάσματα ζυγίζουν πολλούς τόνους. Άρα, τι πρέπει κάνει; Αντιμετωπίζει μία δύσκολη στιγμή, όπως κάθε άνθρωπος. Υποκινούμενος από την ενοχή που νιώθει (δεν έδρασε όταν έπρεπε και έτσι έχασε τον θείο του, Ben), αλλά και την αίσθηση ευθύνης προς τα αγαπημένα του πρόσωπα, ξεπερνά την δυσκολία που αντιμετωπίζει και αναδεικνύεται -θριαμβευτικά- νικητής. Νομίζω ότι γίνεται κατανοητό για ποιο λόγο πρόκειται για μία εμβληματική ιστορία. Κατά τη γνώμη μου, το κόμικ αυτό παρουσιάζει με το καλύτερο δυνατό τρόπο το τι αντιπροσωπεύει αυτός ο χαρακτήρας και γιατί ήταν, είναι και θα είναι ο πιο αγαπημένος χαρακτήρας των υπέρ ηρωικών κόμικς. Αυτή η ιστορία είναι ορόσημο στην ιστορία της Marvel, συνδυάζοντας από τη μία την αγνή διασκέδαση, ενώ από την άλλη φρόντισε να μεταλαμπαδεύσει στις νεότερες ηλικίες εκείνης της εποχής ένα σημαντικό μάθημα για να το θυμούνται σε όλη τους τη ζωή. Επίσης, αποτελεί ένα από τα σπουδαιότερα δείγματα της υπέρ ηρωικής πλευράς της 9ης Τέχνης. Ο Omar από το Near Mint Condition είχε κάνει μία παρατήρηση για το στήσιμο των σελίδων από τον μεγάλο Steve Ditko, η οποία ανέβασε την ιστορία αυτή στην εκτίμηση μου ακόμα περισσότερο. Πιο ειδικά, ο Ditko, προκειμένου να αναπαραστήσει αριστοτεχνικά την ένταση και την κορύφωση της στιγμής της απελευθέρωσης του Spider-Man από τα χαλάσματα, χρησιμοποίησε στη πρώτη σελίδα 7 panel, στη δεύτερη 6, στη τρίτη 4 και στη τελευταία 1! Αυτό αποτελούσε καινοτομία για την εποχή, διότι εξερευνούσε τις δυνατότητες του μέσου. Συν τοις άλλοις, αυτή η εμβληματική αυτή σκηνή έχει μεταφερθεί με μεγάλη επιτυχία και στις ταινίες του Spider-Man, όπως είναι στο Homecoming του 2017. Αντίστοιχα, μία πολύ επιτυχημένη αναπαράσταση έκανε και η Insomniac στο video game «Spider-Man» του 2018. Κατ’ εμέ, αυτά τα τρία τευχάκια πρέπει να διαβαστούν από όλους όσοι αγαπούν τον χαρακτήρα. Τελεία. Δηλαδή, αν σας δυσκολεύουν τα κόμικ εκείνα της εποχής, τότε σας προτείνω να μη διαβάσετε όλο το εκπληκτικό run των Lee-Ditko (no pun intended), αλλά κάντε μία χάρη στον εαυτό σας και ρίξτε μία ματιά σε αυτά τα τρία τεύχη. Θα έχουμε και τη τύχη (πιθανόν) να δούμε αυτήν την απίθανη κλασική ιστορία στα ελληνικά και από την Rad. BONUS
  2. Hellblazer To πρώτο τεύχος HellBlazer Στα γενικά To 1988 έμελλε να είναι μια πολύ σημαντική χρονιά για τα κόμικς και συγκεκριμένα για τα κόμικ φαντασίας και τρόμου. Έχοντας κλέψει τις εντυπώσεις τρία χρόνια πριν στο τεύχος Swamp Thing #37 του Άλαν Μουρ, ο χαρακτήρας John Constantine επρόκειτο να αποκτήσει την δική του σειρά κόμικ ή οποία αρχικά είχε τον τίτλο Hellraiser. Στην πορεία αυτό το όνομα εγκαταλείφθηκε προκειμένου να αποφευχθούν συγκρίσεις με το ομώνυμο φιλμ (ναι αυτό με τον τύπο που μοιάζει με άσπρο μαξιλαράκι για βελόνες), επομένως το περιοδικό πήρε τον τίτλο Hellblazer, που καθιέρωσε έναν από τους πιο ενδιαφέροντες και προσεκτικά ψυχογραφημένος χαρακτήρες που έχουμε δει ποτέ. Αν και η δημιουργία του χαρακτήρα πιστώνεται στον Άλαν Μουρ τα άτομα που λάξευσαν την προσωπικότητα του ήταν μια πληθώρα καλλιτεχνών, όπως οι Ennis, Milligan, Azzarello, Gaiman, Morrison και πολλοί πολλοί άλλοι. Ένας μάγος αλλιώτικος από τους άλλους Το Hellblazer είναι ένα κόμικ σκοτεινής μαγείας και υπερφυσικού τρόμου, που κατά κύριο λόγο λαμβάνει χώρα στο ομιχλώδες και μουντό Λίβερπουλ. Ο πρωταγωνιστής μας, ο John Constantine είναι ένας χαρακτήρας με σκοτεινό παρελθόν, που νοιάζεται μόνο για τον εαυτό του και δεν διστάζει να θυσιάσει ακόμα και τους καλύτερους του φίλους για να πάρει αυτό που θέλει. Στην καθισιά του καπνίζει τουλάχιστον 30 τσιγάρα τη μέρα κάτι που τον έχει βάλει και σε κάτι μικροπροβληματάκια ενώ θεωρείται και ένας από τους ισχυρότερους ζωντανούς μάγους του κόσμου μας. Υπάρχουν κάποιες guest εμφανίσεις άλλων χαρακτήρων της DC όπως η Zatanna και το Swamp Thing, αλλά η πλοκή των ιστοριών βασίζεται κυρίως στους εσωτερικούς δαίμονες του χαρακτήρα και στις εξωφρενικές περιπέτειες που μπλέκει. Αν και κατέχει αρκετές αποκρυφιστικές δυνάμεις, αυτό που κάνει τον Constantine ξεχωριστό είναι η ικανότητα του να χρησιμοποιεί περίτεχνα το μυαλό του, χειρίζοντας ανθρώπους και δαίμονες σαν να είναι πιόνια σε μια σκακιέρα. Πολλές φορές, η έκβαση των ιστοριών δεν είναι χαρούμενη, ούτε για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή αλλά ούτε και για τα άτομα του κύκλου του. Η εξωτερική εμφάνιση του είναι εμπνευσμένη από τον τραγουδιστή Sing, ενώ ο Constantine προσδιορίζεται σαν bisexual. Η δημοτικότητα του χαρακτήρα ήταν τέτοια, που κατάφερε να μεταπηδήσει στο επίσημο σύμπαν της DC το 2011 μέσω των σελίδων του περιοδικού Justice League Dark, που είχε αναλάβει ο Jeff Lemire με τον Mikel Janin. To πρώτο τεύχος Justice League Dark που έκανε την επίσημη μετάβαση του Constantine στο σύμπαν της DC Τα πρώτα χρόνια από τον Jamie Delano Ο πρώτος από τους ταλαντούχος συγγραφείς που ανέλαβε να εξιστορήσει τις προσωπικές περιπέτειες του Constantine ήταν ο Jamie Delano. Ο Delano μας εισήγαγε τους βασικούς χαρακτήρες στον κόσμο του Constantine, όπως τον πιστό του φίλο τον ταξιτζή Chas ενώ σκάλισε λίγο και το παρελθόν του, αποκαλύπτοντας τραυματικές καταστάσεις που στοίχειωναν τον χαρακτήρα, όπως το μοιραίο περιστατικό στο Newcastle, με έναν εξορκισμό που ο νεαρός John δεν κατάφερε να φέρει εις πέρας. Ο Delano μέσα από τις σελίδες του δεν παρέλειψε να αγγίξει κάποια πολιτικά θέματα που ταλάνιζαν την Αγγλία εκείνη την περίοδο, ενώ κατάφερε να παραδώσει ένα αρκετά προσγειωμένο run, στο οποίο προσέδωσε μια γήινη προσέγγιση στα ζητήματα που ανέλυε, χωρίς να μεταβάλλεται η ουσία μόνο στην υπερφυσική περιπέτεια. Επιπλέον, οι πανκ επιρροές της καθημερινότητας του αλλά και η πολιτική αστάθεια με την Μάργκαρετ Θάτσες είναι έκδηλες στις ιστορίες του. Κάποιες από τις σημαντικότερες ιστορίες του είναι: Original Sins The Devil You Know O Garth Ennis O Preacher πριν τον Preacher Μετά τον Delano, τα ηνία της σειράς ανέλαβε ο Garth Ennis, που κατά τη γνώμη μου έκανε και το καλύτερο run σε ολόκληρο το Hellblazer. O Ennis έβαλε στο μικροσκόπιο τις σχέσεις του Constantine με τα άτομα που βρίσκονταν γύρω του, ενώ ασχολήθηκε περισσότερο με τα θρησκευτικά ζητήματα που ο Delano είχε επιλέξει να αφήσει λίγο σε μια απόσταση. Γενικότερα, μέσω των ιστοριών του Ennis αποδήμησε τον χαρακτήρα και έφτασε πολλές φορές στο σημείο να τον κάνει να υποφέρει τόσο σωματικά, αλλά και ψυχολογικά. Επιπλέον, ο Ennis δεν δίστασε να θίξει ζητήματα ρατσισμού και θρησκευτικού φανατισμού. Κάποιες από τις σημαντικότερες ιστορίες του είναι οι: Dangerous Habits Fear and Loathing Damnation's Flame To Dangerous Habits, είναι για πολλούς η καλύτερη ιστορία του Hellblazer O Ellis, o Azzarello και οι ομοφοβικές αντιδράσεις Μετά από ένα τίμιο, αλλά συγκριτικά αρκετά πιο αδύναμο run από τον Paul Jenkins, o Warren Ellis ανέλαβε το 1999 να συνεχίσει να μας εξιστορείται τις περιπέτειες του παμπόνηρου μάγου. Ωστόσο, ο Ellis δεν έμελλε να μείνει πολύ στη θέση του writer, καθώς η DC αρνήθηκε να δημοσιεύσει την ιστορία του με τίτλο "Shoot", που πραγματευόταν ένα μαζικό φονικό σε ένα σχολείο. Πάντως, το σύντομο run του που ξεκίνησε με την ιστορία "Haunted", έδειχνε πολλά υποσχόμενο μιας και προσπάθησε να τονίσει την φύση του ντετέκτιβ του χαρακτήρα, που αναλάμβανε να ερευνήσει μια δολοφονία. Μετά την αποχώρηση του Ellis, την σκυτάλη ανέλαβε ο Azzarello για 30 περίπου τεύχη μέχρι το 2002. Το run του, αν και επίσης ικανοποιητικό, δεν πρόσφερε τις μεγάλες στιγμές που είχαμε δει από μεγάλους συγγραφείς, ενώ υπήρξε μια σχετική δυσαρέσκεια για την επιλογή να παρουσιαστεί η ομοφυλοφική πλευρά του χαρακτήρα. Η απεικόνιση του νεοναζισμού και του φαινόμενου του βιασμού στις φυλακές, ξεσήκωσε επίσης αντιδράσεις. Η νεότερη περίοδος: 2002-2011 Στη διάρκεια των επόμενων χρόνων υπήρξαν αρκετοί ακόμα writers που ανέλαβαν τη συγγραφή του Hellblazer. Ο Mike Carey επιχείρησε να επιστρέψει τον χαρακτήρα στις ρίζες του, με τις περισσότερες ιστορίες να διαδραματίζονται και πάλι στην Αγγλία και συγκεκριμένα στο Λίβερπουλ. O Carey ήταν ο πρώτος συγγραφέας από το Liverpool που έγραφε για έναν χαρακτήρα που επίσης προερχόταν από το Liverpool. Η χρήση της μαγείας είναι πιο έντονη στις ιστορίες του. Έπειτα, τον τίτλο συνέχισαν να γράφουν οι Dina, Diggle, Milligan με τον τελευταίο να αναλαμβάνει και το τελευταίο τεύχος της σειράς που εκδόθηκε το 2011. O Keanu Reeves σαν John Constantine Κληρονομία Αν και το Hellblazer δεν έκανε ποτέ τις υψηλές πωλήσεις άλλων τίτλων, η πορεία του χαρακτηρίστηκε ως σταθερή. Τα 300 τεύχη του Hellblazer θα αφήσουν για πάντα το στίγμα τους στην ιστορία του σύγχρονου κομικ, ενώ ο χαρακτήρας John Constantine ήταν τόσο πετυχημένος που κατάφερε να σπάσει τα όρια της ένατης τέχνης και να αποδοθεί από τον Keanu Reeves στην ταινία Constantine αλλά και στην ομώνυμη σειρά με τον Matt Ryan στο ρόλο. Έκτοτε, έχουν γίνει πολλές εμφανίσεις του και σε βιντεοπαιχνίδια αλλά και ταινίες/σειρές κινουμένων σχεδίων.
  3. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 10-04-2020 Υλικό Συλλογής: Strange Tales v1 130-146 (May 1965 / July 1966) Τόμος 16ος λοιπόν. Αν πριν μερικούς μήνες μου έλεγε πως θα δούμε σύντομα μετάφραση έργου που θα περιλαμβάνει σχέδια από τον Στιβ Ντίτκο χωρίς να είναι Σπάιντερ-Μαν, θα του έλεγα να κάνει όνειρα. Να όμως που ήρθε η Hachette για να βγάλει τον πρώτο της τόμο αφιερωμένο στον Δρ. Στρέιντζ, τον τρίτο που βλέπουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα από τρεις διαφορετικές εκδοτικές, μετά την ώθηση που πήρε ο χαρακτήρας χάρη στην ταινία με τον Μπένεντικτ Κάμπερμπατς. Είναι ο πρώτος τόμος της συλλογής που μας παρουσιάζει δουλειά τόσο του Stan Lee όσο και του Steve Ditko και ο πρώτος επίσης που καταπιάνεται με ιστορία από την δεκαετία του '60. Μας μένουν μόνο τα '70s πλέον. Ο Μόρντο επιτίθεται στον Δρ. Στρέιντζ και τον Αρχαίο προσπαθώντας για μια ακόμη φορά να τους εκδικηθεί για την μη αποδοχή του ως επίλεκτο από τον Αρχαίο. Αυτή την φορά όμως, αντλεί δύναμη από τον Ντορμάμου, ο οποίος, παρόλο που ορκίστηκε να μην επιτεθεί ξανά στην γη, βρήκε παραθυράκι στον όρκο αυτό χρησιμοποιώντας τον Μόρντο ως μεσολαβητή, κάτι που για μεγάλο μέρος της ιστορίας, ο Δρ Στρέιντζ δεν γνωρίζει. Ο Στρέιντζ καταφέρνει να αποδράσει και να κρύψει τον άρρωστο Αρχαίο. Από εκεί και πέρα ξεκινά ένα μεγάλο ανθρωποκυνηγητό στο ύφος του Φυγά, που ανεβάζει εκθετικά τους ρυθμούς, με τον Στρέιντζ να καλείται να δοκιμάσει ταυτόχρονα τα φυσικά του όρια, μαζί με τα πνευματικά, εξελίσσοντας τις μαγικές του δεξιότητες στην πορεία. Και ο αναγνώστης ανταμείβεται με μια περιπέτεια που στο μεγαλύτερο μέρος της είναι μεστή και τον ανταμείβει με κάμποσες ψυχεδελικές αναμετρήσεις και τοπία, όπως αυτά υλοποιήθηκαν γενικά στις τέχνες την δεκαετία του '60, με τον Ντίτκο να είναι σε μεγάλα κέφια στο μεγαλύτερο μέρος της περιπέτειας, μιας περιπέτειας που κράτησε για δεκαεπτά τεύχη. Χάνει λίγο την ορμή στο τέλος της όταν τα σενάρια τα αναλαμβάνουν οι Ρόι Τόμας και Ντένις Ο' Νιλ για δύο τεύχη έκαστος, μιας και είναι ξεκάθαρα κάπως έξω από τα νερά τους και ο Ντίτκο αρχίζει να δείχνει σημάδια κόπωσης στο σχέδιο, αλλά συνολικά παραμένει ένα διασκεδαστικό έργο. Ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στην μετάφραση του @Ilias Tsiaras ο οποίος μας παραδίδει μια στρωτή απόδοση που σέβεται το ύφος του πρωτότυπου. Με τους περισσότερους σύγχρονους μεταφραστές να ζορίζονται εμφανώς σε "παλιάς κοπής" κόμικς, η ποιότητα της μετάφρασης αυτής ξεχωρίζει άνετα. Και είναι σημαντική γιατί κάποιοι νεότεροι αναγνώστες δείχνουν να κολλάνε γενικότερα στο να διαβάσουν παλιά κόμικς. Τώρα τουλάχιστον δεν θα έχουν τον σκόπελο της μέτριας απόδοσης για να τους τρενάρει και ίσως, ίσως λέω, ανακαλύψουν την μαγεία τους (pun intended). Δική μου συμβουλή: Προσπαθήστε να ξεκολλήσετε από τον τρόπο γραφής και δώστε βάση στο περιεχόμενο αυτών που γράφουν. Πρέπει να επισημάνουμε επίσης πως ιστορίες από τον τίτλο Strange Tales έχουμε ξαναδεί στην Ελλάδα, μέσα στις σελίδες του Σπάιντερ-Μαν του Καμπανά, αν και απασχόλησε τις σελίδες του περιοδικού μόνο τρεις φορές, με δύο ιστορίες. Από τα σκανς του eponymus Όσοι ενδιαφέρεστε να τις αναζητήσετε, θα βρείτε την πρώτη εμφάνιση του χαρακτήρα (Strange Tales 110) στο τεύχος 382 του Σπάιντερ-Μαν, με την αναπροσαρμογή της προέλευσης του χαρακτήρα που δημοσιεύτηκε στο Strange Tales 115 να δημοσιεύεται δυο φορές με διαφορετική μετάφραση και στήσιμο της μονοχρωμίας, μια στο τεύχος 167 και μια στο τεύχος 459
  4. O Σπάιντερμαν του Στηβ Ντίτκο (1927-2018) Αυτοπροσωπογραφία του Στηβ Ντίτκο, από καρέ κόμικς Στις 29 Ιουνίου 2018, πέθανε σε ηλικία 92 ετών ο Στηβ Ντίτκο, ο σχεδιαστής του Σπάιντερμαν, του «υπερήρωα της διπλανής πόρτας», σε σενάριο του Σταν Λη - ο οποίος συνειδητά επέλεξε να συνεργαστεί με έναν αφανή ακόμα τότε σχεδιαστή και όχι με τη μεγάλη μορφή των υπερηρωικών εικονογραφημένων, τον Τζακ Κϊρμπυ, για αυτόν τον νέο τότε και διαφορετικό υπερήρωα. Σήμερα αναδημοσιεύουμε ένα παλιότερο κείμενο, από το Books’ Journal#22, Αύγουστος 2012, χρήσιμο για τη γέννηση και την περιγραφή της εκδοτικής διαδρομής του δημοφιλούς χαρακτήρα της ποπ κουλτούρας. 1. Η κινηματογραφική κριτική το προσγείωσε σε ένα μέγεθος που, φαινομενικά,το αξίζει. Η νέα ταινία Σπάιντερ Μαν (ο λόγος για το φιλμ The Amazing Spider-Man, σε σκηνοθεσία Marc Webb, που όταν γράφτηκε το κείμενο παιζόταν ήδη στους κινηματογράφους), είπαν κατά κανόνα οι περισσότερες κριτικές σε έντυπα που καθορίζουν το κοινό γούστο, είναι προσεγμένη, έχει ρυθμό, αλλά δεν μας λέει κάτι παραπάνω απ’ ό,τι μας έλεγαν οι τρεις προηγούμενες ταινίες τις οποίες είχε σκηνοθετήσει ο Σαμ Ράιμι. Απλώς, παρατήρησαν οι κριτικοί, μετατοπίζει λίγο την οπτική της και, στο βαθμό που επανεγγράφει το origin, την καταγωγή και την εξέλιξη του πιο «ανθρώπινου υπερήρωα των κόμικς», αλλάζει τα κινητήρια πρόσωπα της ιστορίας: το αντικείμενο του πόθου του νεαρού Πήτερ Πάρκερ, του ανθρώπου πίσω από τη μάσκα της Αράχνης, δεν είναι πλέον η Μαίρη-Τζέην αλλά η ωραία ξανθιά Γκουέν Στέησυ, κόρη του διευθυντή της Αστυνομίας· και ο βασικός αντίπαλός του, το «τέρας» με το οποίο θα συγκρουστεί, δεν είναι ο δρ. Νόρμαν Όσμπορν που θα μεταμορφωθεί στο φονικό, ιπτάμενο ξωτικό Hobgoblin, αλλά ένας άλλος επιστήμονας, ο μονόχειρας δρ. Κερτ Κόννορς, η προσπάθεια του οποίου να επισπεύσει ένα πείραμα ανάπλασης κατεστραμμένων ιστών προκειμένου να αποκτήσει το χέρι που του λείπει τον μετατρέπει σε τερατώδη, φονική σαύρα. Οι κριτικοί παρατήρησαν, επίσης, ότι ο κεντρικός χαρακτήρας, ο Πήτερ Πάρκερ/Σπάιντερμαν, όπως τον εμψυχώνει αυτή τη φορά ο Άντριου Γκάρφιλντ αντί του Τομπ Μαγκουάιρ, είναι περισσότερο ψαγμένος, περισσότερο συνειδητοποιημένος, περισσότερο υπεύθυνος, σαν έτοιμος δηλαδή από καιρό να σηκώσει το βάρος της ευθύνης που απορρέει από τον ρόλο του υπερήρωα τον οποίο πολύ σύντομα θα επωμισθεί – το βάρος, δηλαδή, της επιλογής του να αυτοδικεί, να επιλέγει ο ίδιος, συχνά βιαστικά, τι είναι καλό και τι κακό και να προβαίνει δημοσίως, αυτόκλητος τοποτηρητής της τάξης και του καλού εναντίον κάθε κακού. Η αλήθεια είναι ότι ο νέος κινηματογραφικός Σπάιντερμαν έχει χάσει το πλεονέκτημα του ξαφνιάσματος των θεατών. Αυτό το χρησιμοποίησε κατά κόρον ο Σαμ Ράιμι, με τις προηγούμενες σχετικές ταινίες, ειδικότερα μάλιστα την πρώτη και τη δεύτερη. Ωστόσο, η νέα αυτή εκδοχή των περιπετειών του ήρωα είναι πολύ πιο κοντά στην πραγματικότητα της ζωής στις σύγχρονες μητροπόλεις, περισσότερο οξυδερκής και πολιτική (κι ας μην το δηλώνει κραυγαλέα). Και εκτός από το θέμα της αυτοδικίας, θέτει μερικά ακόμα ουσιαστικά σύγχρονα διλήμματα. Ένα από τα διλήμματα αυτά έχει να κάνει με το φόβο, διάχυτο στις κοινωνίες μας και εξαιρετικά δημοφιλή στις αφηγήσεις της λογοτεχνίας του φανταστικού και των κινηματογραφικών και τηλεοπτικών αντιστοίχων της, κατά πόσον η επιστήμη μπορεί εν τέλει να προκαλέσει καλό στους ανθρώπους. Η φήμη που συνοδεύει π.χ. τα μεταλλαγμένα προϊόντα, ότι μακροχρόνια προκαλούν βλάβες στους ανθρώπους, γι’ αυτό άλλωστε τα οικολογικά κινήματα προτείνουν ενίσχυση των ελέγχων από τα κράτη και τους οργανισμούς και, στην καταναλωτική μετάφραση αυτής της φήμης, μας καθοδηγούν να αγοράζουμε (πανάκριβα και πεπερασμένων ποσοτήτων) βιολογικά, σαν συνειδητοί καταναλωτές που έχουν (όσοι το έχουν) το προνόμιο της επιλογής σπανιότερων και ακριβότερων προϊόντων, προκύπτει από αυτή την επιφύλαξη στην καλή προαίρεση της επιστήμης απέναντι στους ανθρώπους. Υπάρχουν πολλές χιλιαστικές αναγνώσεις αυτής της επιφύλαξης. Μια πολιτογραφημένη αριστερή, αλλά πάντως χιλιαστική και γενικευτική, θεωρεί ότι είναι επικίνδυνο να έχει, σε πολλές περιπτώσεις, αφεθεί η επιστημονική εξέλιξη σε ιδιωτικές εταιρείες, σκοπός των οποίων είναι το πάση θυσία κέρδος. Η άποψη αυτή προεξοφλεί ότι, προκειμένου να κερδίσει η επιχείρηση, δεν έχει πρόβλημα να προκαλέσει ακόμα και μαζικές εκατόμβες ανθρώπινων θυμάτων. Ένας τέτοιος φόβος δεν είναι απολύτως αστοιχείωτος και έωλος (ας θυμηθούμε μόνο, ως παράδειγμα, την περίπτωση της πυρηνικής καταστροφής της Φουκουσίμα, για την οποία ευθύνεται ένα πλέγμα συμπτώσεων, από την αρχική υποτίμηση του προβλήματος, την προσπάθεια των υπευθύνων να το υποβαθμίσουν όταν άρχισε να γίνεται απειλητικό μέχρι την καθυστερημένη κατανόηση από πλευράς των κρατικών αρχών του εύρους της απειλής…). Αλλά δεν δικαιολογείται στην πολιτική, χρέος της οποίας είναι, αν θέλει να συμβάλει στο κοινό καλό το οποίο ευαγγελίζεται, να έχει επεξεργασίες της συνθετότητας των πραγμάτων. Αντίθετα, οι τέχνες της αφήγησης, τρέφονται συχνά από τις γενικεύσεις. Στον καινούργιο κινηματογραφικό Σπάιντερμαν, ωστόσο, δεν μπορεί κανείς εύκολα να ισχυριστεί ότι η ταινία γενικεύει όταν περιστρέφει την αφήγησή της γύρω από την υποβάθμιση της ατομικής ευθύνης του επιστήμονα απέναντι στο κοινό σύνολο, δι’ ίδιον όφελος. Στις αφηγήσεις, βλέπετε, υπάρχει πάντα ένα επίπεδο, αόρατο με την πρώτη ματιά, ενδεχομένως και με την πρώτη ανάγνωση, ένα επίπεδο στο οποίο μπορεί να υποκρύπτονται ιδιαίτερες εμβαθύνσεις, καθοριστικές στην εξέλιξη της ίδιας της αφήγησης, που ακόμα κι αν δεν τις προσπελάσει κανείς δεν θα επηρεαστεί η αφηγηματική τεχνική ούτε η πρόσληψη της αφηγούμενης ιστορίας από το μεγάλο κοινό. Στην περίπτωση του νέου κινηματογραφικού Σπάιντερμαν, το καλά κρυμμένο μυστικό πίσω από τα πολλά ειδικά εφέ, τις αναγκαίες σκηνές δράσης, τις εντάσεις και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις των κεντρικών ηρώων, είναι η δειλή, εξπρεσιονιστική ματιά στη σύγχρονη ζωή των πόλεων. Η ματιά αυτή, ακόμα κι αν δεν το πιστεύετε, είναι αντλημένη από τις ιστορίες των comic-books με ήρωα τον Σπάιντερμαν των χρόνων του 1960, οπότε και δομήθηκε η βασική ιστορία του την οποία επικαλούνται σήμερα οι σεναριογράφοι των κινηματογραφικών μεταφορών του. Στην περίπτωση της ανάγνωσης του Σπάιντερμαν από τον Μαρκ Γουέμπ, όμως, ο εξπρεσιονισμός είναι αντλημένος από τα δεδομένα της σημερινής εποχής μας – τα οποία ο ίδιος δεν φαίνεται να τα προσεγγίζει επιφανειακά. Και κινηματογραφικά σημαίνονται από τις διακριτικές παραπομπές στην παράδοση του γερμανικού εξπρεσιονισμού που άκμασε τα χρόνια της δημοκρατίας της Βαϊμάρης – στην παράδοση, δηλαδή, ενός κινηματογράφου που εξέφρασε, συμβολικά έστω, τους μύχιους φόβους συνειδητοποιημένων τμημάτων της κοινωνίας απέναντι σε δεινά τα οποία κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί, αιωρούνταν όμως ως αδιόρατη απειλή στον αέρα. Θα πει κανείς ότι στην παράδοση της Γερμανίας και του γερμανικού ρομαντισμού υπήρχαν πολλές αναφορές στα σκοτεινά αποκυήματα της φαντασίας, γκόλεμ και τέρατα, που ενέπνευσαν τις ταινίες με τρελούς επιστήμονες, παράξενα πεισιθάνατα κατασκευάσματα σε εργαστήρια παρανοϊκών εγκεφάλων και τις συνεχείς σκιές που συμβόλιζαν απειλές στους τοίχους και στο κινηματογραφημένο ημίφως. Η απάντηση βρίσκεται στα ίδια τα υπερηρωικά κόμικς – και εν προκειμένω, κυρίως, στα κόμικς του Σπάιντερμαν. Που στα πενήντα χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του «ανθρώπινου υπερήρωα» έχουν περάσει από σαράντα κύματα. Ας βουτήξουμε λίγο στον ωκεανό των εικονογραφημένων αυτών ιστοριών. 2. Η δεκαετία του 1960 στην Αμερική ήταν η εποχή ανάδυσης ενός δεύτερου κύματος υπερηρώων των κόμικς, στην παράδοση των περιοδικών με τις ιστορίες του Μπάτμαν, του Σούπερμαν, του Κάπταιν Αμέρικα και ενός ακόμη σωρού μασκοφόρων στο πλευρό του νόμου και της τάξης. Στην πραγματικότητα, η αύξηση της καταναλωτικής δυνατότητας των λαϊκών στρωμάτων δημιούργησε μια νέα ανάγκη κυκλοφορίας αυτοτελών pulpιστοριών σε ξεχωριστά τεύχη – έως τότε λίγα τέτοια έντυπα κυκλοφορούσαν και, πάντως, τα κόμικς κυρίως δημοσιεύονταν με τη μορφή στριπ, ως καθημερινά αναγνώσματα συνεχείας, στις εφημερίδες. Στο χώρο των εικονογραφημένων, εκείνη την εποχή, βρίσκονταν δυο πρόσωπα που σήμερα θεωρούνται αξιοσέβαστα. Ο ένας ονομαζόταν Τζακ Κίρμπυ, ήταν εικονογράφος αφηγήσεων με εικόνες και το στιβαρό σχεδιαστικό στυλ του, το κινηματογραφικό ντεκουπάζ, οι ευρηματικές γωνίες λήψης από τις οποίες συχνά διαμόρφωνε τα καρέ του και η ευρηματικότητά του στην απόδοση συμπλοκών και σκηνών μάχης του είχαν δώσει τα προσωνύμια «The King», ο βασιλιάς, αλλά και «ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ των εικονογραφημένων» στο σινάφι των εργαζομένων στα κόμικς (που τότε ήταν μια απλή ταπεινή τέχνη από την οποία με δυσκολία βιοπορίζονταν όσοι την ασκούσαν). Επιπλέον, μάλιστα, είχε επινοήσει (με τον σεναριογράφο Τζόε Σάιμον) τα χαρακτηριστικά του Κάπταιν Αμέρικα, ο οποίος είχε πρωτοεμφανιστεί στα κόμικς στα 1940 ως απηνής διώκτης του ναζισμού και του Χίτλερ του ίδιου. Ο άλλος λεγόταν (λέγεται, ζει ακόμα) Σταν Λη και είχε αρχίσει να γράφει σενάρια «με το κιλό», επινοώντας συνεχώς νέους υπερήρωες για τις εκδοτικές ανάγκες μιας νέας εταιρείας που φιλοδοξούσε να ανταγωνιστεί την παντοκράτειρα DC, εκείνο το διάστημα, στα υπερηρωικά κόμικς, της Marvel. Κίρμπυ και Λη συνεργάστηκαν σε πολλές νέες σειρές, επινοώντας και λανσάροντας νέους υπερήρωες, κι ανάμεσά τους την ομάδα των Τεσσάρων Φανταστικών (που απέκτησαν υπερδυνάμεις έπειτα από το βομβαρδισμό τους με κοσμική ακτινοβολία από έναν αστεροειδή από τον οποίο πέρασαν ξυστά σε μια πτήση στο διάστημα), την ομάδα των μεταλλαγμένων X-Men και το πρασινοτόμαρο τέρας Χουλκ (αποτέλεσμα μιας παρενέργειας, όταν ο πυρηνικός επιστήμονας Μπρους Μπάννερ εκτέθηκε σε ακτίνες Γάμα). Για τον Σπάιντερμαν, πάντως, οι δύο συνεργάτες (που αργότερα χώρισαν τα τσανάκια τους με άγριο τρόπο, ο Κίρμπυ μάλιστα δεν κατάφερε να πάρει ούτε πνευματικά δικαιώματα ούτε τίποτα, πέθανε το 1994, θαυμαζόμενος μεν από τους φαν του αλλά φτωχός, σχεδιάζοντας υπερήρωες μέχρι τέλους και ελπίζοντας ότι κάποια στιγμή η επιτυχία του θα επαναλαμβανόταν) δεν βρήκαν χρόνο να ενώσουν τις δημιουργικές τους ικανότητες ακόμα μια φορά. Ο Σταν Λη το 1962 συνεργάστηκε με έναν άλλο εικονογράφο, τον Στηβ Ντίτκο, για να αφηγηθούν την ιστορία ενός ορφανού νεαρού, του Πήτερ Πάρκερ, που μένει στο σπίτι των θείων του, φοιτά σε κολέγιο, κι είναι βαθιά προσηλωμένος στα βιβλία του, νωθρός και αδέξιος. Αλλά έπειτα από το δάγκωμα μιας ραδιενεργού αράχνης αποκτά υπερδυνάμεις που του επιτρέπουν να σκαρφαλώνει σε τοίχους και, γενικώς, να κάνει αναλογικά πολλαπλάσια ό,τι κάνει η αράχνη, έντομο ιδιαίτερα δυνατό παρά το μικρό δέμας της. Στην αρχή, θα χρησιμοποιήσει τα χαρίσματά του για να επωφεληθεί στο σχολείο έναντι των συμμαθητών του που του κάνουν συστηματικά καζούρα και στο λαϊκό θέαμα για να κερδίσει κάποια χρήματα – για να γίνει ένα είδος μπεχλιβάνη σε ρινγκ, άλλωστε για τις ανάγκες των παραστάσεων αυτών επινόησε τη χαρακτηριστική κόκκινη και μπλε στολή του. Αλλά στη συνέχεια ένας κλέφτης, τον οποίο θα μπορούσε ο ίδιος να έχει εξουδετερώσει αν ενδιαφερόταν λίγο, δολοφονεί το θείο του – κι εκεί η ιδέα της αυτοδικίας Η πρώτη ιστορία του Σπάιντερμαν τυπώθηκε στο τελευταίο τεύχος, #15, του βραχύβιου περιοδικού Amazing Fantasy, τον Αύγουστο του 1962. Η επιτυχία ήταν μεγάλη και πολύ σύντομα, τον Μάρτιο του 1963, κυκλοφόρησε ένας νέος τίτλος: The Amazing Spider Man. Η επιτυχία επιβεβαιώθηκε, και δεν οφειλόταν τόσο στη μόδα όσο στα συστατικά της αφήγησης: κατά βάσιν, μια ιστορία που έχει θέμα και κοινό τους τηνέιτζερ, μπολιάζεται με την κουλτούρα των υπερηρωικών κόμικς. Δεν απουσιάζουν η ηθικολογία και ο μανιχαϊσμός, αλλά τα κλισέ αυτά επισκιάζονται από το δυναμισμό του σχεδίου του Ντίτκο και, κυρίως, από την απόδοση υπερηρωικών χαρακτηριστικών σε ένα παιδί του διπλανού θρανίου, έναν δειλό έφηβο με σπυράκια που μαθαίνει σιγά σιγά να αναμετριέται με τις αμφιβολίες, τις αναστολές και τους φόβους του. Η επιτυχία του ανθρώπινου υπερήρωα ήταν τεράστια. Πολύ σύντομα, οι περιπέτειες του Σπάιντερμαν έγιναν το υπ’ αριθμόν ένα εμπορικό ατού τηςMarvel. Ενδεικτικό είναι το ότι δυο χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του ξεχωριστού τίτλου με τις περιπέτειες του ήρωα με την κόκκινη και την μπλε στολή, σε έρευνα του περιοδικού Esquire ανάμεσα σε σπουδαστές κολεγίων, η συγκεκριμένη κόμικς φιγούρα ήταν πιο δημοφιλής ποπ εικόνα από εκείνες του Μπομπ Ντύλαν ή του Τσε Γκεβάρα. Η επιτυχία του κόμικς δεν σήμανε για τη Marvel και τους συντελεστές της καθήλωση στα κλισέ δεδομένα μιας αφήγησης που πουλούσε. Ο Πήτερ Πάρκερ μεγάλωνε και, μαζί, μεγάλωναν οι ανάγκες του. Μαζί με τους αντιπάλους του που γίνονταν πιο ισχυροί και πιο περίπλοκοι, γινόταν πιο περίπλοκος ως χαρακτήρας και ο ίδιος. Όταν, το 1966, ο Ντίτκο αποχώρησε για να αναλάβει τον σχεδιασμό της σειράς ο τελειοθήρας Τζον Ρομίτα πατήρ, ο κόσμος του Πήτερ Πάρκερ είχε μεγαλώσει πολύ. Οι βασικές σπουδές είχαν τελειώσει, συνέχιζε όμως με την αγαπημένη του χημεία, οι δουλειές του ως υπερήρωα μεγάλωναν και, παρ’ όλα αυτά, για να βγάζει το χαρτζιλίκι του είχε πιάσει και δουλειά, free lancerφωτορεπόρτερ στην εφημερίδα Daily Buggle – όπου, βεβαίως, έγινε δεκτός επειδή, χάρη σε μια αυτόματη μηχανή, εξασφάλιζε αποκλειστικές φωτογραφίες με τον Σπάιντερμαν! Την επόμενη δεκαετία, και ενώ ο θρίαμβος θα συνεχιζόταν, ο Σπάιντερμαν έμελλε να είναι ένας από τους τίτλους χάρη στους οποίους άλλαξαν πολλά στα κόμικς: οι αισθητικές αλλά, κυρίως, η αντίληψη για το καλό και το κακό. Ήταν θέμα χρόνου να γίνει, τα ερωτήματα είχαν ήδη τεθεί: ποιος νομιμοποιούσε τους υπερήρωες να δρουν για λογαριασμό των κοινωνιών; από πού αντλούσαν το δικαίωμα στην αυτοδικία; γιατί οι θεωρητικώς «καλοί» ήταν καλύτεροι από τους θεωρητικώς «κακούς»; Χρειάστηκαν, βεβαίως, μερικά συμβολικά γεγονότα με ευρύτερη απήχηση στο χώρο των κόμικς και, κυρίως, δύο καλλιτέχνες, το πέρασμα των οποίων τα άλλαξε όλα. Αλλά ώσπου να έρθει η ώρα τους, συνέβησαν μερικά πράγματα ακόμα. 3. Τα τελευταία χρόνια της δεκαετίας του 1960, η Marvel είχε αλλάξει τα δεδομένα της βιομηχανίας των κόμικς, αναθερμαίνοντας το αναγνωστικό ενδιαφέρον και συμβάλλοντας στη γιγάντωση της ποπ κουλτούρας. Χωρίς τη γιγάντωση αυτή, άλλωστε, και χωρίς τους εκφραστικούς τρόπους που το mainstream είχε επιβάλει, δύσκολα θα εύρισκαν την απήχηση που τελικά είχαν οι εκπρόσωποι της αντεργκράουντ σκηνής – ανάμεσα στους οποίους ο Ρόμπερτ Κραμπ που, το 1967, τάραξε τα νερά με το δικό του περιοδικό, Zap, και με τους δικούς του ήρωες (Φριτς ο Πονηρόγατος, Μr. Νatural), που κινήθηκαν στον αντίποδα των αστέρων της Marvel και της ανταγωνιστικής της DC: στην περιοχή της ψυχεδέλειας, της σεξουαλικότητας, της πολιτικής σάτιρας και της κατεδαφιστικής, σχεδόν μηδενιστικής κριτικής στην πόζα της πανεπιστημιακής κυρίως διανόησης. Το διάστημα εκείνο, στο αντεργκράουντ ρεύμα της Νέας Υόρκης, έκανε την εμφάνισή του και ο Αρτ Σπίγκελμαν – πασίγνωστος αργότερα πρωτίστως για το μπεστ σέλερ Maus, με θέμα του το Ολοκαύτωμα αλλά και την πρόσληψη της μνήμης του από τις γενιές των Εβραίων που ακολούθησαν. Οι αλληλεπιδράσεις των σχολών, ωστόσο, δεν άφησαν ανεπηρέαστη την κεντρική σκηνή των κόμικς. Η Marvel, ιδίως, και ο βασικός τίτλος της, ο Amazing Spider-man, συνέχισε να γίνεται μπεστ σέλερ χάρη στα νέα αφηγηματικά δεδομένα που έφερε στα κόμικς, από τα πρώτα κιόλας χρόνια της νέας δεκαετίας. Εν πρώτοις, έστω και συναινετικά, στο πλαίσιο μιας καμπάνιας για την καταπολέμηση των ναρκωτικών που έγινε σε συνεργασία με την κεντρική κυβέρνηση, ο Σταν Λη βρήκε την ευκαιρία να καταστρατηγήσει τον περίφημο Κώδικα των Κόμικς, μακαρθική επιβίωση που τηρούσαν απαρεγκλίτως τα κόμικς με διαπλαστικό χαρακτήρα και στην πραγματικότητα επέβαλλε μια σειρά από σοβαρούς εκφραστικούς περιορισμούς στους καλλιτέχνες, θεματολογικούς και αισθητικούς. Απαλλαγμένοι από το βραχνά της αυτολογοκρισίας, οι καλλιτέχνες της Marvel μπόρεσαν να κινηθούν πιο ελεύθερα. Και δεν χρειάστηκε παρά η έλευση στο σενάριο των περιπετειών που δημοσίευε τοAmazing Spider-man του ευρηματικού Τζέρρυ Κονγουαίυ, ο οποίος ανέλαβε τις ιστορίες της σειράς τον Αύγουστο του 1992. Πολύ σύντομα, σε συνεργασία με σχεδιαστές όπως ο Τζιν Γκόλαν, ο Ρομίτα πατήρ και ο Ρος Άντρου, έβαλε σε καινούργια τροχιά τις περιπέτειες του υπερήρωα. Κομβική θεωρείται η επιλογή του Kονγουαίυ, τον Ιούνιο του 1973, στο τεύχος #121, να «αποσύρει» από τη δράση ένα από τα κομβικά πρόσωπα στον περίγυρο του Πήτερ Πάρκερ/Σπάιντερμαν: την αγαπημένη του Γκουέν Στέησυ. Σε μια σύγκρουση με τον καλύτερο φίλο του, Χάρρυ Όσμπορν, που έχει μεταμορφωθεί στo τέρας Green Goblin και είναι πια αδυσώπητος αντίπαλός του, ο υπερήρωας δεν καταφέρνει να σώσει την αγαπημένη του, που ο αντίπαλός του έχει σπρώξει στο κενό από τη Γέφυρα Τζορτζ Γουάσινγκτον της Νέας Υόρκης. Ο θάνατος εισβάλλει σε μια αφήγηση, οι αναγνώστες της οποίας είχαν τη σιγουριά ότι τουλάχιστον οι ήρωές τους είναι άτρωτοι – κι ακόμα μια φορά θα αλλάξουν όλα στα υπερηρωικά κόμικς. Χρειάστηκε, βεβαίως, να περάσουν κι άλλα χρόνια, και κυρίως η δεκαετία του 1980, για να αναθεωρηθούν, εκτός από μερικά δεδομένα της δράσης, και οι αισθητικές της. Σε αυτό συνέβαλαν κυρίως δύο πρόσωπα των κόμικς, που σήμερα οι συνάδελφοί τους τα αντιμετωπίζουν με δέος. Ο ένας ονομάζεται Φρανκ Μίλλερ (και για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, νεαρός ακόμα και άγνωστος, έγραψε ιστορίες για τα περιοδικά με τις περιπέτειες του Σπάιντερμαν, μία εκ των οποίων, «The Bend sinister», περιέχει εν σπέρματι πολλά από τα χαρακτηριστικά των μεταγενέστερων ιστοριών του – το «πείραγμα» της τυπικής αλληλουχίας των καρέ μέσω των οποίων προχωρεί η αφήγηση των κόμικς, την αποδόμηση των δεδομένων ίσαμε τότε εικονογραφικών τρόπων και την εισαγωγή στοιχείων που είχε υιοθετήσει πολλά χρόνια νωρίτερα η λογοτεχνία του φανταστικού (ο Ρέυ Μπράντμπερυ, ας πούμε, ή ο Άλντους Χάξλεϋ), όπως η περιγραφή μελλοντικών δυστοπιών σε αυταρχικά, ολοκληρωτικά περιβάλλοντα, αλλά και τυπικά μοτίβα του γερμανικού εξπρεσιονισμού, τον μυστικισμό και τη μαγεία. Ο άλλος ήρθε στην Αμερική από τη Βρετανία και ονομάζεται Άλαν Μουρ. 4. Η είσοδος του φρανκ Μίλλερ στα υπερηρωικά κόμικς δεν πρέπει να ήταν δύσκολη. Ως free lancer, κατάφερε σχεδόν πιτσιρικάς να σχεδιάσει ιστορίες για σειρές της εταιρείας, ανάμεσα στις οποίες, όπως είδαμε, και Σπάιντερμαν. Κάποια στιγμή, βρέθηκε, τον Μάιο του 1979, σχεδιαστής στο περιοδικόDaredevil – στις περιπέτειες ενός τυφλού υπερήρωα με υπεραισθήσεις – ο οποίος, εκτός των άλλων, είναι και σπουδαίος δικηγόρος της Νέας Υόρκης. Εκεί πειραματίστηκε με τα πάντα, άλλαξε τα πάντα, καλλιέργησε τα αναγνωρίσιμα δεδομένα της προσωπικής του αφήγησης (αφαίρεση, εσωτερικοί μονόλογοι, αναφορές στο πολιτικοκοινωνικό πλαίσιο…) απογειώνοντας τη σειρά – και ανοίγοντας δρόμους για τη δική του καριέρα. Η ιστορία που άλλαξε οριστικά τα υπερηρωικά κόμικς, ωστόσο, δεν ήταν με τον Σπάιντερμαν ούτε στη Marvel. Το 1986, ο Μίλλερ συνεργάστηκε με την ανταγωνιστική της Marvel, DC, για μια ιστορία τουBatman: The Dark Knight Returns, H επιστροφή του Σκοτεινού Ιππότη. Είναι η πρώτη φορά που ο κεντρικός ήρωας είναι φθαρμένος, κουρασμένος και κακοσυντηρημένος μεσήλικος, και επιπλέον πρόσωπο διαβλητό ως προς τη δράση που αναλαμβάνει: ποιος έδωσε σε αυτό το πρόσωπο το δικαίωμα να κρίνει και να επιβάλει το δίκιο;, φαίνεται να αναρωτιέται ο Μίλλερ. Και κάπως έτσι, μέσα σεελάχιστο διάστημα, τα κόμικς μευπερήρωες έγιναν κάτι πολύ συνθετότερο από αφηγήσεις περιπετειών ορισμένων τύπων με κολάνπου έχουν την απόλυτη αίσθησητου δικαίου. Ανάλογη ήταν η εισφορά στην ποπ κουλτούρα, στην κατεύθυνση της αποδόμησης των κλισέ, του Άλαν Μουρ. Έχοντας προϋπηρεσία στα βρετανικά κόμικς περιοδικά 2000AD και Warrior, κι έχοντας γράψει επικές αφηγήσεις (From Hell), πορνογραφία και υπερηρωικές ιστορίες, βρίσκεται στην Αμερική στις αρχές της δεκαετίας του 1980, όπου κυρίως εργάζεται για έναν τίτλο της DC που επίσης σήμερα θεωρείται κομβικός: το Swamp Thing, το Πράγμα του Βάλτου, είναι ένα αλλόκοτο πλάσμα που ζει την απόλυτη μοναξιά και την υπαρξιακή καταδίκη στα πιο αντιηρωικά περιβάλλοντα όλων των εποχών. Μπορεί αυτό το πλάσμα να αγαπηθεί; Ο Μουρ μπολιάζει με τα μοτίβα του ρομαντισμού μια αντιηρωική μορφή των κόμικς, συμβάλλοντας κι αυτός με τον τρόπο του στην κατάλυση του πομπώδους που θεωρούνταν σύμφυτο με τα υπερηρωικά κόμικς. Κάπως έτσι, συνέχισε και αργότερα, όταν ανέλαβε πιο mainstream κόμικς, όπως ο Μπάτμαν, για να κάνει συμπαθή για μια τουλάχιστον φορά τον Τζόκερ, τον κύριο εχθρό του Μπάτμαν, στο Φονικό αστείο (το τέρας είναι μέσα στην ψυχή του Τζόκερ – αλλά μήπως διεκδικεί χώρο και στη δική μας ψυχή, που ταυτιζόμαστε σε μεγάλο βαθμό με τις επιλογές του;) Και δεν σταμάτησε εκεί. Συνέχισε με τη δημιουργία ενός ολόκληρου, αποκλειστικά δικού του τημ υπερηρώων, των Watcmen, που επίσης αποδιάρθρωσαν τα κλισέ τα οποία καλλιεργούσε το είδος, επί χρόνια. Και ο Σπάιντερμαν; Το διάστημα που οι σημαντικοί αυτοί καλλιτέχνες άλλαζαν τα κόμικς, τις τύχες του δημοφιλούς Ανθρώπου-Αράχνη ανέλαβε ένας άλλος δαιμόνιος σεναριογράφος και εικονογράφος, ο Τοντ Μακφάρλαν. ο οποίος, από το 1988 και ώς το 1991, μεταμόρφωσε τον υπερήρωα. Με πάνελ πιο απλά και ευανάγνωστα, με σχεδιαστικό ρετούς στον ήρωα και στη σύζυγό του Μαίρη-Τζέην (ο Πήτερ, βλέπετε, ξεπέρασε τον πόνο του για την Γκουέν Στέησυ και στην πορεία ξανασυνάντησε μια άλλη παιδική του φίλη, με την οποία ταίριαξαν), η οποία άλλαξε χτένισμα, απέκτησε πιο θελκτικές αναλογίες και κέρδισε ρόλο σε μια διάσημη σαπουνόπερα, και με την επινόηση νέων, επίσης πολυσύνθετων αντιπάλων (όπως ο Venom), ο Σπάιντερ ξανάρχισε να αντανακλά την εποχή του: ποτέ πομπώδης αλλά πρόσωπο κύρους, ποτέ σοβαροφανής αλλά πάντα σοβαρός, ποτέ ηθικολόγος αλλά πάντα στην περιοχή του «καλού», έστω κι αν πολλοί το αμφισβητούν… Και κάποια στιγμή, θα απελευθερώσει κάτι που ούτε οι ρεαλιστές των δεκαετιών του 1960 και του 1970 ούτε οι αναμορφωτές των υπερηρωικών περιπετειών είχαν σκεφτεί: την εισαγωγή στις περιπέτειες του Σπάιντερμαν (ιδιαίτερα σε έναν νέο, δικό του τίτλο, που συμφώνησε λόγω της επιτυχίας του να εκδίδει) του μυστικισμού και της μαγείας. Η ουσία είναι ότι ο Μακφάρλαν (και για σύντομο χρονικό διάστημα ο διάδοχός του στις ιστορίες Σπάιντερμαν, Έρικ Λάρσεν), ήταν ο τελευταίος σπουδαίος, ώς σήμερα, καλλιτέχνης του Σπάιντερμαν. Πρωτεργάτης μιας ανταρσίας των καλλιτεχνών της Marvel, που αποχώρησαν, συνέβαλε στη δημιουργία μιας νέας, ανεξάρτητης εκδοτικής εταιρείας κόμικς, της Ιmage, η οποία, παρά την επιτυχία τίτλων όπως ο Spawn του ίδιου του Μακφάρλαν, δεν κατάφερε να αλλάξει τα πράγματα. Κι ύστερα, μπήκαν πολύ στην αισθητική των κόμικς τα κομπιούτερ, και την ντίτζιταλ περίοδο οι υπερήρωες άρχισαν όντως να μην αισθάνονται καλά. Στο χαρτί έμοιαζε να έχουν ειπωθεί όλα – πώς να ξεπεράσεις καλλιτεχνικές προτάσεις όπως του Μίλλερ ή του Μουρ; Αλλά η περίοδος είχε ωριμάσει για μια καινούργια καριέρα των υπερηρώων στο πανί. Ο Σπάιντερμαν, με τα δικά του χαρακτηριστικά, φαινομενικά φωτεινότερος χαρακτήρας από τον Μπάτμαν1, ήδη κάνει την τέταρτη εμφάνισή του στη μεγάλη οθόνη… Είναι όμως τόσο φωτογενής, όσο εκ πρώτης όψεως τον παρουσιάζει ο φακός; 5. Σε μια σκηνή του καινούργιου κινηματογραφικού Σπάιντερμαν, από τον Σαμ Ράιμι, ο καθηγητής Κόννορς, ο οποίος εξαιτίας μιας θεραπείας που εφαρμόζει στον εαυτό του μεταμορφώνεται σε γιγαντιαία φονική σαύρα, περιπλανιέται στους υπονόμους της Νέας Υόρκης – εκεί όπου, σε λίγο, θα δώσει μια αδυσώπητη μάχη εναντίον του διώκτη του, του Ανθρώπου Αράχνη. Περπατά σκυφτός και η σκιά του μεγεθύνεται απειλητικά στον τοίχο του υπονόμου. Η σκηνή κρατά ελάχιστα, ο μυημένος θεατής ωστόσο δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει ότι η σκιά του τέρατος στο οποίο έχει μεταμορφωθεί ο (όπως αποδεικνύεται) τρελός επιστήμων μοιάζει πάρα πολύ με τις σκιές σε ταινίες όπως Το εργαστήρι του δόκτορα Καλιγκάρι, ο Νοσφεράτου, οι εξπρεσιονιστικές ταινίες του Φριτς Λανγκ. Η σκηνή κρατά ελάχιστα, αλλά είναι φως φανάρι ότι ο Ράιμι ψάχνει να βρει τρόπους για να δηλώσει ότι ο δαίμονας είναι εδώ, πανταχού παρών, έτοιμος να στοιχειώσει την καθημερινότητα των ανθρώπων, να συμβολίσει τη γιγάντωση των φόβων τους για μια νέα εποχή αβεβαιότητας που μοιάζει να πέφτει πάνω από τον κόσμο. Ο κόσμος, μοιάζει να δηλώνει ο αμερικανός σκηνοθέτης, είναι εδώ μπροστά μας, στέλνει τα σήματά του – και όσο επιτρέπει η αισθητική των μπλοκμπάστερ, εμείς πρέπει να τον αποδώσουμε έτσι όπως είναι: εφιαλτικό πίσω από τη φωτεινή επιφάνειά του, σκοτεινό, μεγεθυμένο όπως η σκιά του τέρατος που ψάχνει στα υπόγεια τον εχθρό του, ο οποίος θέλει να του στερήσει το όνειρο για κυριαρχία. Ο εξπρεσιονισμός επιστρέφει – και τα τέρατα των κόμικς που μεταπήδησαν στον κινηματογράφο, φως φανάρι, κάτι θέλουν να μας πουν. Να είναι κάτι αντίστοιχο όσων ήθελε να πει ο Νίτσε (μέσω του Τάδε έφη Ζαρατούστρα) στους σύγχρονους των πρωτεργατών της «δαιμονικής οθόνης» του γερμανικού εξπρεσιονισμού; «Τι με νοιάζει για τη σκιά μου! Άσ’ τη να με κυνηγάει. Μπορώ να τρέξω και να της ξεφύγω…» Όταν όμως κοίταξα στον καθρέφτη έβγαλα μια κραυγή και η καρδιά μου ταράχτηκε・ αυτό που έβλεπα στον καθρέφτη δεν ήταν ο εαυτός μου αλλά το μορφάζον πρόσωπο του διαβόλου… Σημείωση: Στις 20 Ιουλίου 2012, στην πρεμιέρα της νέας κινηματογραφικής ταινίας με ήρωα τον Μπάτμαν, ένας νεαρός μπήκε σε κινηματογράφο του Ντένβερ, στο Κολοράντο της Αμερικής, και άρχισε να πυροβολεί αδιακρίτως. Πέθαναν ακαριαία δέκα, πολλοί περισσότεροι μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο, αρκετοί ανάμεσά τους πολύ σοβαρά, κάποιοι δεν επέζησαν, αρκετοί έπαθαν νευρικό κλωνισμό. Ο νεαρός ιδιόρρυθμος δολοφόνος, σαν άλλος Τζόκερ, είχε επιπλέον παγιδεύσει με εκρηκτικά το σπίτι του. Ήταν τόση η ευρηματικότητά του στην κατασκευή παγίδων, που οι αστυνομικές αρχές σπατάλησαν μέρες για να τις εξουδετερώσουν και να εισβάλουν στο χώρο, αναζητώντας πειστήρια για την ταυτότητα του νεαρού δολοφόνου. Με αφορμή την κυκλοφορία και της ταινίας αυτής στην Ελλάδα, την κυκλοφορία του σπουδαίου γκράφικ νόβελ Arkham Asylum των Γκραντ Μόρρισον και Ντέηβ ΜακΚην στα ελληνικά και το γεγονός που προανέφερα, θα μου επιτρέψετε, ελπίζω, ένα δεύτερο κείμενο, για τον Μπάτμαν τη φορά αυτή, όταν τα καταφέρω. Πηγή
×
×
  • Create New...