Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Rene Goscinny'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 12 results

  1. Η τζαζ, ο «Μικρός Νικόλας» και η αστική ποίηση του Ζαν-Ζακ Σανπέ Συχνά χωρίς λεζάντα, μια εικόνα του μπορεί και εκπέμπει ένα πανίσχυρο μήνυμα, λέγοντας δύσκολα πράγματα με χιουμοριστικό τρόπο Χωρίς πολλά λόγια, ο Σανπέ καταφέρνει με χιούμορ να αποτυπώσει στα σκίτσα του τις νευρώσεις και τη μελαγχολία της σύγχρονης κοινωνίας. [Face a Face / ΑΡΧΕΙΟ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΑΡΑΪΣΚΟΥ] Δημήτρης Καραΐσκος «Χωρίς τη μουσική, μάλλον θα είχα καταντήσει πιο τρελός από όσο ήδη είμαι», είχε πει ο Ζαν-Ζακ Σανπέ το 2017, με την κυκλοφορία του βιβλίου του «Musiques», στο οποίο μοιράζεται με το κοινό το μεγάλο του πάθος για τους μουσικούς και τις μουσικές που τον διαμόρφωσαν. Ο μεγάλος Γάλλος σκιτσογράφος έφυγε από τη ζωή ήσυχα, πριν από λίγες ημέρες, σε ηλικία 89 ετών, και ο απόηχος που άφησε δεν είναι μονάχα αυτός που αντηχεί πάνω από τις στέγες του Παρισιού και από το τσούρμο από σχολιαρόπαιδα στο οποίο πρωταγωνιστεί ο «Μικρός Νικόλας». Είναι και οι θεϊκές νότες στο πιάνο του «Duke», του Ντιουκ Ελινγκτον. Στο βιβλίο εκείνο, μιλώντας με τον βιογράφο του Μαρκ Λακαρπεντιέ, αφηγείται τα φανταστικά δείπνα του με τον «Δούκα», τον Ραβέλ, τον Σατί και τον Ντεμπισί, και εκμυστηρεύεται πώς η τζαζ τού έσωσε τη ζωή. Από μικρός ήθελε να γίνει πιανίστας και πάλευε να μάθει πιάνο σε όλη του τη ζωή. Μια ζωή στην οποία δεν έμαθε ποτέ ποιος ήταν ο πραγματικός του πατέρας, στην οποία κακοποιήθηκε από τον αλκοολικό πατριό του, αποβλήθηκε έφηβος από το σχολείο και δούλεψε σαν πωλητής οδοντόκρεμας και διανομέας κρασιού. Λέγοντας ψέματα για την ηλικία του, κατατάχθηκε 17 ετών στον στρατό διότι «ήταν το μόνο μέρος όπου μου έδωσαν μια δουλειά και ένα κρεβάτι». Ομως τον έδιωξαν και από εκεί διότι ζωγράφιζε συνεχώς. Βρήκε τον δρόμο του στο Παρίσι, στην καλλιτεχνική γειτονιά του Σαν-Ζερμέν, και ήρωάς του ήταν ο συμπατριώτης του Αντρέ Φρανσουά, ένας εκ των μεγάλων σκιτσογράφων του προηγούμενου αιώνα. Αλλά ήταν η αστική ζωή της οποίας έγινε τρυφερός ποιητής και ιδιοφυής σχολιαστής. Η γλώσσα και η ματιέρα του σκιτσογράφου Σολ Στάινμπεργκ διαφαίνονται στα έργα του: συχνά χωρίς λεζάντα, μια εικόνα του μπορεί και εκπέμπει ένα πανίσχυρο μήνυμα, λέγοντας δύσκολα πράγματα με χιουμοριστικό τρόπο. Η πολυπλοκότητα που εκφράζεται με ελαφρότητα είναι κάτι διάχυτο στα σκίτσα του, κάτι άλλωστε που χαρακτηρίζει και την αγαπημένη του τζαζ μουσική. Του αποδίδεται η φράση ότι «η τζαζ είναι για τη μουσική αυτό που είναι η γελοιογραφία για τη ζωγραφική», και αυτό αποτυπώνεται ολοζώντανα σε μία από τις εικόνες του, όπου μέσα σε ένα γκρι, μουντό και βροχερό αστικό τοπίο στη Νέα Υόρκη, στο κάτω μέρος του κάδρου εκπέμπεται ένα ζεστό κίτρινο φως από ένα ισόγειο τζαζ κλαμπ. Ζουμάροντας με τη ματιά μας, διακρίνουμε έναν κοντραμπασίστα, έναν τρομπετίστα και έναν πιανίστα να παίζουν για ένα στριμωγμένο, ενθουσιασμένο κοινό. Πρόκειται για την ίδια αστική ποίηση την οποία αποτύπωσε στα περισσότερα από 100 εξώφυλλα που έκανε για το New Yorker και που τον συγκίνησε κατά τα πρώτα χρόνια του στο κέντρο του Παρισιού, εκεί όπου γνώρισε τον Ρενέ Γκοσινί, συγγραφέα του Αστερίξ. Μαζί δημιούργησαν τον «Μικρό Νικόλα» και την παρέα του, εκεί όπου ο κόσμος ήταν ιδωμένος μέσα από τα παιδικά τους μάτια. Οι σκηνές της πόλης, που εμφανίζονται στο φόντο των σχολικών περιπετειών τους, μετατρέπουν τη γαλλική πρωτεύουσα σε πρωταγωνίστρια και αναπάντεχα κοντινή στα δικά μας αστικά και σχολικά σκηνικά, λες και «Οι διακοπές του Μικρού Νικόλα» δεν διαδραματίζονταν στη Γαλλία, αλλά στην καρδιά του νευρωτικού οικογενειακού ελληνικού καλοκαιριού των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Ξεφυλλίζοντας, μάλιστα, μια σπάνια έκδοση του 1973, με τίτλο «Face a Face» («Πρόσωπο με Πρόσωπο»), βλέπουμε αυτή την τρυφερή, μελαγχολική, γλυκιά σαρκαστική προσέγγισή του στις νευρώσεις της σύγχρονης κοινωνίας. Τα πλάνα που στήνει συνήθως είναι γενικά, ευρυγώνια. Πρέπει να εστιάσουμε μέσα σε σκοτεινά, δυστοπικά μητροπολιτικά τοπία, για να βρούμε τα μικρά του ανθρωπάκια να ερωτεύονται χωρίς αύριο, να σκουντουφλάνε μέσα στις μικρές του αγωνίες και ελπίδες, να δημιουργούν μια φευγαλέα μαγεία μέσα στο αστικό τέρας. Σε μία από τις πιο δυνατές εικόνες του τόμου γινόμαστε μάρτυρες μιας μεγάλης μάχης που είναι έτοιμη να ξεκινήσει. Στα αριστερά μια τρομερή στρατιά από άντρες και στα δεξιά ένα εξίσου φοβερό στράτευμα από γυναίκες ορμούν κατά μέτωπο. Και οι δυο στρατιές κρατούν από ένα τεράστιο πανό που γράφει την ίδια λέξη: «Αγάπη». Πηγή
  2. Χθες βράδυ διάβασα για πολλοστή φορά το μοναδικό άλμπουμ Ιζνογκούντ που βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μου, το #13 της Μαμούθ (Θέλω να γίνω Χαλίφης στη θέση του Χαλίφη). Κι επειδή ξεκαρδίστηκα (θεωρώ το άλμπουμ αυτό ισάξιο με μερικά από τα καλά Αστερίξ), αποφάσισα να μαζέψω ενδεικτικά 4-5 από τα καλύτερα τεύχη. Απόψεις;
  3. Οι ιστορίες του «φτωχού και μόνου καουμπόυ» που «πυροβολεί πιο γρήγορα από τον ίσκιο του», ξεκίνησαν από ένα άτομο, τον Μορίς, ο οποίος τον Οκτώβρη του 1946 παρουσίασε τον χαρακτήρα του στο γαλλόφωνο κοινό, μέσα από τις σελίδες του Le Journal de Spirou της Dupuis, με την πρώτη περιπέτεια να είναι το Αριζόνα 1880. Δημιουργημένος ως παρωδία της άγριας δύσης, ο Λούκυ Λουκ αποτελεί ουσιαστικά ένα έξυπνο φόρο τιμής και σήμερα είναι ανάμεσα στα τρία πιο γνωστά κόμικς της γαλλοβελγικής σκηνής παγκοσμίως, παρέα με τον ΤενΤεν και τον Αστερίξ. Στην αρχή τις ιστορίες τις έγραφε και τις σχεδίαζε αποκλειστικά ο Μορίς. Σε αυτή την περίοδο του τίτλου, το σχέδιο ήταν πιο καρτουνίστικο, η γραμμή του Μορίς στρογγυλευμένη και το χιούμορ βασιζόταν κυρίως στα οπτικά γκαγκς, με την ίδια την ιστορία να είναι καθαρή περιπέτεια γουέστερν. Οι ιστορίες ήταν επίσης μικρότερες σε αριθμό σελίδων μιας και δημοσιεύονταν βάσει των αναγκών ενός εβδομαδιαίου περιοδικού, με την κυκλοφορία του σε μορφή άλμπουμ και τις προοπτικές που επέφερε, να ξεκινάει 3 χρόνια αργότερα, το 1949. Ο Μορίς αυτή την περίοδο θα κάνει και ένα ταξίδι/περιοδεία στις ΗΠΑ, παρέα με τους Φρανκέν και Ζιζέ (και οι δύο γνωστοί για το Σπιρού και Φαντάζιο), στο οποίο θα γνωρίσει καλλιτέχνες του περιοδικού Mad και θα επηρεαστεί από του χιούμορ της Αμερικάνικης σκηνής, αποκτώντας σταδιακά και το σχεδιαστικό ύφος με το οποίο είναι αναγνωρίσιμος σήμερα. Η πιο καθοριστική στιγμή για την επιτυχία του κόμικ ήρθε το 1956, όταν ο Μορίς συνεργάστηκε με τον Ρενέ Γκοσινί (δημιουργό του Μικρού Νικόλα και φυσικά του Αστερίξ), ο οποίος ανέλαβε το σενάριο, απογειώνοντας τον τίτλο. Εδώ είναι που εδραιώθηκαν πολλά από τα γνωρίσματα που αποδίδουμε στην σειρά. Ο Μορίς είχε εμφανίσει ιστορικές προσωπικότητες πριν, βάζοντας ως πρωταγωνιστές τους Ντάλτον (στην ιστορία “Οι Παράνομοι”, αλλά τους είχε σκοτώσει, μιας και αυτή ήταν και η μοίρα τους στην πραγματικότητα (αν και με άλλο τρόπο από αυτόν που δείχνει το κόμικ). Ο Γκοσινί απλά το παρέκαμψε αυτό, παρουσιάζοντας τα ηλίθια ξαδέρφια τους, που είναι οι Ντάλτον που ξέρουμε σήμερα. Σειρά είχαν προσωπικότητες σαν τον Ρόυ Μπιν τον Δικαστή, τον Μπίλι τον Τρομερό κ.ο.κ. Έμφαση δόθηκε επίσης στην κάλυψη ιστορικών στιγμών της άγριας δύσης, ενώ το χιούμορ της ατάκας, η κωμωδία καταστάσεων και η σάτιρα της τρέχουσας πραγματικότητας με την μορφή αναχρονισμών και την παρουσίαση χαρακτήρων που φέρουν την μορφή σύγχρονων διασημοτήτων, ήρθαν στο προσκήνιο, αποτελώντας παράλληλα και μια μορφή κοινωνικής κριτικής. Η σειρά έκανε την μετάβαση από την Dupuis στην Dargaud το 1968, και από το περιοδικό Spirou στο Pilote, το δικό της βραχύβιο ομότιτλο ανθολογικό περιοδικό μεταξύ 1974-1975, στο TinTin την επόμενη χρονιά και διάφορα άλλα περιοδικά στην συνέχεια. Με το δίδυμο να βγάζει δύο και τρία άλμπουμ το χρόνο όλο αυτό το διάστημα, η συνεργασία διακόπηκε λόγω του πρόωρου θανάτου του Γκοσινί το 1977. Ο Μορίς συνέχισε από το 1980 την σειρά σε συνεργασία με άλλους σεναριογράφους με ποικίλα αποτελέσματα μέχρι και τον δικό του θάνατο το 2001. Είχε προλάβει να δημιουργήσει την δικιά του εταιρία (Lucky Productions) το 1991, η οποία είχε αναλάβει την έκδοση του κόμικ. Έκτοτε, η σειρά συνεχίζεται με τον σχεδιαστή Ασντέ, με διάφορους σεναριογράφους, με τον ίδιο να αναλαμβάνει το σενάριο στα άλμπουμ με τον Λούκυ Κιντ, την σειρά που εξιστορεί τις περιπέτειες του Λούκυ Λουκ όταν ήταν παιδί. Η σειρά έχει ένα μακρύ ιστορικό και στην χώρα μας, με το πρώτο τεύχος να κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1968, από τις εκδόσεις Αιγόκερω, μια συνεργασία του Ανδρεόπουλου και του Στρατίκη, γνωστοί από την κυκλοφορία του περιοδικού Μικρός Σερίφης. Η σειρά είχε μεγάλη επιτυχία από την αρχή, παρά την τσιμπημένη τιμή για τα δεδομένα της εποχής. Χαρακτηριστικό αυτής της έκδοσης είναι πως οι εκδότες πρόσθεταν διηγήματα στην αρχή και στο τέλος του εντύπου. Άλλο χαρακτηριστικό είναι… ο εφιάλτης της αρίθμησης, μιας και οι εκδότες κατέφυγαν σε τουλάχιστον 5 επανεκκινήσεις της σειράς με διαφορετική αρίθμηση των τευχών και με κάποιες περιπτώσεις δύο διαφορετικές αριθμήσεις να τρέχουν παράλληλα, με τον μέσο αναγνώστη να μην ξέρει τι έχει στα χέρια του και με τι σειρά να τα βάλει στην συλλογή του. Υπάρχει πλέον χαρτογράφηση του τι έχει κυκλοφορήσει και με τι αρίθμηση, αλλά θα ασχοληθούμε σε άλλο θέμα με αυτό κάποια στιγμή. Από το 1974 ο Στρατίκης ανέλαβε μόνος του την έκδοση της σειράς, αλλά ξεκίνησε να συνεργάζεται από το 1977 με τον Ψαρόπουλο, ο οποίος ανέλαβε τελικά την σειρά εξ’ ολοκλήρου. Όλα αυτά μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1984, όπου ανέλαβε την σειρά η Μαμούθ Κόμιξ, που κατέχει τα δικαιώματα μέχρι και τις μέρες μας, μια εταιρία που είχε ήδη 4 χρόνια πορείας μέχρι τότε, με μερικές καλές κυκλοφορίες αλλά χωρίς κάποια μεγάλη επιτυχία. Η Μαμούθ εξαρχής ανέβασε την ποιότητα έκδοσης καταργώντας τον πολτό που χρησιμοποιούσαν πριν, μείωσε την τιμή και καθόρισε μια φιξαρισμένη αρίθμηση για όλα τα άλμπουμ σε όλες τις επανεκδόσεις, όλα συστατικά που εκτίναξαν την επιτυχία της σε άλλα επίπεδα. Κράτησε επίσης τις ονομασίες που είχε θεσπίσει ο Στρατίκης, για να μην ξενίσει τους υπάρχοντες αναγνώστες, κάτι που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει στην πορεία, όταν το άλογο του Λούκυ Λουκ, ο Τζόλυ Τζάμπερ, αρσενικού γένους, που είχε βαφτιστεί ως Ντόλυ (γένους θηλυκού), χρειάστηκε να… επανέλθει στο αρχικό του φύλο, όταν μια ιστορία επικεντρώθηκε συγκεκριμένα στο φύλο του και στις ερωτικές περιπέτειες του. Η Μαμούθ έβγαζε σε σταθερή μηνιαία κυκλοφορία την σειρά για δεκαετίες, με την πρώτη έκδοση να τελειώνει στο τεύχος 55 (Επικίνδυνο Πέρασμα) και να ξεκινάει το ακριβώς επόμενο μήνα την επανέκδοση της, προσθέτοντας εμβόλιμα τα νέα άλμπουμ και όσα άλμπουμ δεν είχε δημοσιεύσει την πρώτη φορά. Έκανε 4 επανεκδόσεις της σειράς πριν διακόψει την μηνιαία κυκλοφορία, με τις επόμενες επανεκδόσεις πλέον να γίνονται σποραδικά και όταν εξαντληθεί κάποιο συγκεκριμένο νούμερο. Από το 2010 συνεργάζεται και με διάφορες εφημερίδες για την διάθεση τους ως προσφορά στα Σαββατιάτικα και Κυριακάτικα φύλλα τους. Η αρχή έγινε με την Καθημερινή τον Οκτώβριο του 2010, όπου έβγαλε 16 άλμπουμ της σειρά σε σκληρόδετες εκδόσεις, συνέχισε το 2013 με την έκδοση του Έθνους της Κυριακής, η οποία με διάφορα διαλείμματα έδωσε 44 άλμπουμ μέχρι και το καλοκαίρι του 2015 και κατέληξε με την έκδοση 6 τόμων από το Βήμα της Κυριακής το Καλοκαίρι του 2018, οι οποίοι ήταν λίγο μικρότερου σχήματος και περιλάμβαναν 3 άλμπουμ ο καθένας, αποτελώντας ουσιαστικά τις πρώτες Integrale/omnibus εκδόσεις με τις περιπέτειες του χαρακτήρα στην χώρα μας, αντιγράφοντας αντίστοιχες Γαλλικές εκδόσεις. Η σειρά έχει φτάσει αισίως τα 85 άλμπουμ στην χώρα μας, χωρίς να λάβουμε υπόψη τα διάφορα εκτός σειράς τεύχη. Παραθέτω το οπισθόφυλλο με το κατάλογο της σειράς. Είναι δύσκολο για εμένα να αξιολογήσω την σημασία της σειράς στην χώρα μας αντικειμενικά, μιας και μαζί με το Αστερίξ, είναι τα πρώτα κόμικς που έπιασα στα χέρια μου, πριν μάθω να διαβάζω. Είναι οι σταθεροί συνοδοιπόροι μου όλα αυτά τα χρόνια. Το χιούμορ αυτών των δύο, επηρέασε και το δικό μου σίγουρα. Οπότε πρέπει να κοιτάξω προς τα έξω για να δω πως το αντιλαμβάνεται ο μέσος Έλληνας. Και αυτό που βλέπω είναι πως ο Λούκυ Λουκ, είναι ένα από τα κόμικς (που δεν ξεπερνούν τα δάχτυλα ενός χεριού) όπου γνωρίζει και ενδιαφέρει να διαβάσει ο οποιοσδήποτε, άσχετα αν δεν ασχολείται με κόμικς, αυτό που συνεχίζει να κάνει τόσες επανεκδόσεις (παρέα πάλι με το Αστερίξ), που ξεπερνάει όλα τα εγχώρια ρεκόρ, το οποίο εν τέλει, επιτρέπει στην εταιρία που το εκδίδει να διατηρείται στην ζωή (ξανά, παρέα με το Αστερίξ). Και αυτά δεν είναι μικρά επιτεύγματα. Προτείνεται ανεπιφύλακτα λοιπόν. Ακόμα και στα υποδεέστερα άλμπουμ, μια άλφα διασκέδαση την παρέχει.
  4. Λεξιλογώντας με τον Αστερίξ και τους Νορμανδούς Κι άλλο αστεριξοάρθρο, τόσο κοντά στο προηγούμενο; θα ρωτήσετε. Υπάρχει όμως εξήγηση, όπως θα δείτε. Όπως θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, το ιστολόγιο έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό να παρουσιάζει τις 24 περιπέτειες που συνδημιούργησαν ο Ρενέ Γκοσινί και ο Αλμπέρ Ουντερζό, αφού πιστεύω, έστω και με μια δόση υπερβολής, ότι οι 24 αυτοι τόμοι του Αστερίξ είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Η αλήθεια είναι πως ο ρυθμός της παρουσίασης έχει αραιώσει πολύ. Η περιπέτεια που θα παρουσιάσω σήμερα είναι η 20ή από τις 24, δηλαδή έχουμε πια μπει στην τελική ευθεία. Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Ξαναπιάσαμε το νήμα τον Οκτώβριο με την Ασπίδα της Αρβέρνης. ενώ τον Δεκέμβριο ακολούθησε το Χρυσό δρεπάνι. Πρώτη περιπέτεια του 2017, τον Φλεβάρη, ήταν το Μεγάλο ταξίδι, που συμπλήρωσε την πρώτη δωδεκάδα. Στη δεύτερη δωδεκάδα μπήκαμε τον Απρίλιο, με την περιπέτεια «Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα». Μετά αραίωσαν οι ρυθμοί. Τον Αύγουστο του 2017 παρουσιάστηκε η περιπέτεια «Ο Αστερίξ και οι Γότθοι» ενώ τον Δεκέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, αφού παρουσιάσαμε την καινούργια (χωρίς Γκοσινί αλλά και χωρίς Ουντερζό) περιπέτεια «Ο Αστερίξ στην Ιταλία» που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει στα γαλλικά. Το 2018 μία μόνο περιπέτεια παρουσιάσαμε, τον Απρίλιο, τον Αστερίξ στην Ισπανία . Μια ακόμα περιπέτεια παρουσιάσαμε τον Μάιο του 2019, τον Γύρο της Γαλατίας, ενώ τον Νοέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, όπου παρουσιάσαμε μια ακόμα καινούργια περιπέτεια, της νέας περιόδου, Ο Αστερίξ και η αδρεναλίνη. Μία περιπέτεια ακόμα παρουσιάσαμε τον Μάρτιο του 2020, τον Αστερίξ Μονομάχο, ενώ φέτος, την εποχή των Ολυμπιακών αγώνων του Τόκιο, τον Αστερίξ στους Ολυμπιακούς αγώνες. Πέρυσι επίσης είδαμε μια από τις νέες περιπέτειες του Αστερίξ, Ο Αστερίξ και ο γρύπας, ενώ το 2021 έκλεισε, στις αρχές Δεκεμβρίου, με τον Αστερίξ και τη χύτρα. Πρώτη φορά δημοσιεύω μια περιπέτεια πριν ακόμα περάσει δίμηνο από την προηγούμενη. Ο λόγος είναι ότι ο φίλος μας ο Christos μού έστειλε ένα γράμμα στο οποίο αναλύει αρκετά από τα λογοπαίγνια της περιπέτειας, με αναφορές και στην αγγλική και τη γερμανική μετάφραση. Έτσι, με έφερε στο φιλότιμο κι έγραψα το σημερινό άρθρο, που θα βγει μεγάλο όχι μόνο επειδή η περιπέτεια με τους Νορμανδούς έχει αρκετά πράγματα που αξίζει να επισημανθούν, αλλά και διότι για την περιπέτεια αυτή έχουμε κατ’ εξαίρεση και τρίτη ελληνική μετάφραση. Χάρη στην ευγενική προσφορά αρκετών φίλων, έχω πλέον σκαναρισμένες σχεδόν όλες τις περιπέτειες του Αστερίξ στην έκδοση Ψαρόπουλου, επομένως το βραδύ στάδιο της διαδικασίας είναι πλέον το γράψιμο των άρθρων από μένα. Λείπει μόνο μία, οι Δάφνες του Καίσαρα. Όποιος την έχει και μπορεί να τη σκανάρει, ας τη στείλει. Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο. Λέω «σε αυτοτελείς τόμους» διότι περιπέτειες του Αστερίξ σε συνέχειες είχαν δημοσιευτεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο περιοδικό «Αστερίξ». Σε κάποιο παλαιοβιβλιοπωλείο ανακάλυψα πριν από καιρό έναν τέτοιο τόμο, που περιείχε την περιπέτεια με τους Νορμανδούς, οπότε θα αναφέρω μερικά πράγματα και από εκείνη την παλιά μετάφραση (θα τη λέω μετάφραση Σπανού, από το όνομα του εκδότη). Τη σημερινή περιπέτεια την ανέβασα εδώ απ’ όπου μπορείτε να τη διαβάσετε ονλάιν ή να την κατεβάσετε. Ο Αστερίξ και οι Νορμανδοί είναι χρονολογικά η 9η περιπέτεια από τις 24 της σειράς. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote από τον Απρίλιο έως τον Οκτωβριο του 1966 και στη συνέχεια εκδόθηκε σε τόμο. Ο γαλλικός τίτλος είναι Astérix et les Normands. Δεν είναι ταξιδιωτική περιπέτεια: δεν πηγαίνει ο Αστερίξ με τον Οβελίξ στη χώρα των Νορμανδών, οι Νορμανδοί έρχονται στο γαλατικό χωριό. Αλλά να πάρουμε τα πράματα με τη σειρά. Στο γαλατικό χωριό καταφθάνει ο ταχυδρόμος και φέρνει γράμμα στον αρχηγό, τον Μοναρχίξ. Του γράφει ο αδελφός του από τη Λουτέσια, ο οποίος ανησυχεί για τον γιο του -ο νεαρός έχει γίνει μαλθακός από την τρυφή της πρωτεύουσας, οπότε ο πατέρας του θέλει να τον στείλει στο ανυπόταχτο χωριό για να τον κάνει άντρα. «Μην ανησυχείς αρχηγέ», λέει ο Αστερίξ, «θα σου τον κάνουμε να κυνηγάει αγριογούρουνα με τις γροθιές». «Γιατί, υπάρχει κι άλλος τρόπος;» ρωτάει όλο απορία ο Οβελίξ. Την ίδια στιγμή, στον παγωμένο Βορρά, οι Νορμανδοί (δηλαδή οι Βίκινγκ), δεινοί πολεμιστές που χρησιμοποιούν τα κρανία των νεκρών εχθρών τους για να πίνουν το εθνικό τους ποτό, έχουν ένα πρόβλημα. Δεν φοβούνται, δεν ξέρουν τι θα πει φόβος. Έχουν όμως ακούσει ότι ο φόβος δίνει φτερά και, ερμηνεύοντας κυριολεκτικά τη φράση, αποφασίζουν να μάθουν αυτό το συναίσθημα για να γίνουν ιπτάμενοι κι επομένως ακατανίκητοι. Ξεκινούν μιαν εκπαιδευτική αποστολή και διαλέγουν, κατά κακή τους τύχη, τις ακτές της Γαλατίας. Στο μεταξύ καταφθάνει ο πρωτευουσιάνος νεαρός και φέρνει μαζί του τα νέα ήθη της πρωτεύουσας. Όταν βλέπει, μαζί με τον Οβελίξ και τον Αστερίξ, να πλησιάζει το ντρακάρ, το καράβι των Νορμανδών, για να κάνει απόβαση, κυριεύεται από φόβο. Προσπαθεί να τρομάξει τους Γαλάτες του χωριού, αλλά εκείνοι, ακούγοντας ότι καταφθάνουν ξένοι πολεμιστές σπεύδουν να καταταγούν για να τους πολεμήσουν. Ένας Νορμανδός κατάσκοπος στο δάσος ακούει τον νεαρό να παραπονιέται ότι φοβάται πολύ, ότι είναι «πρωταθλητής του φόβου» κι έτσι οι Νορμανδοί αποφασίζουν να απαγάγουν τον νεαρό για να τους… διδάξει τι είναι ο φόβος. Κι έτσι κάνουν. Ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ σπεύδουν να τον απελευθερώσουν και αφού έπαιξαν πολύ ξύλο με τους Νορμανδούς τελικά κλείνουν συμφωνία με τον αρχηγό τους: ο Αστερίξ θα μείνει όμηρος με τον νεαρό και ο Οβελίξ θα τους φέρει έναν δάσκαλο του φόβου -πρόκειται για τον βάρδο. Πράγματι, μόλις ακούνε τη συναυλία του Κακοφωνίξ, οι τρομεροί πολεμιστές κυριεύονται από φόβο -και φεύγουν για την πατρίδα τους ικανοποιημένοι που πέτυχαν τον εκπαιδευτικό σκοπό του ταξιδιού τους, αν και γρήγορα διαπιστώνουν ότι δεν μπορούν να πετάξουν. Το βασικό καινούργιο πρόσωπο είναι ο νεαρός Παριζιάνος, που λέγεται στα γαλλικά Goudurix (λογοπαίγνιο με το goût du risque, ροπή προς τον κίνδυνο). Στη μετάφραση του Μαμούθ αποδίδεται Γιεγιεδίξ, στην παλιότερη μετάφραση του Χιόνη είναι Ντισκοτίξ, ενώ στην ακόμα πιο παλιά μετάφραση του Σπανού τον λένε Τεμπελίξ. Ο Γιεγιεδίξ, εκτός από το φινετσάτο άρμα του, που είναι κατασκευής Μεδιολάνων (όπου εδρεύει βέβαια η Άλφα Ρoμέο) φέρνει και τη νεανική κουλτούρα του Παρισιού των 60, και τη μεταλαμπαδεύει στο γαλατικό χωριό: Ο Κακοφωνίξ (που έχει ρητή εντολή από τον σιδερά να μην τραγουδήσει) παίζει παραδοσιακούς σκοπούς, αλλά ο πρωτευουσιάνος εξοργίζεται: θα σας δείξω πώς χορεύουν στις κατακόμβες [βλ. στις μπουάτ] της Λουτέσιας! Κι έτσι, τους τραγουδάει το Le Monkix, που, σύμφωνα με τα αστεριξολόγια είναι υπαινιγμός για το τραγούδι The Monkey, που δεν ξέρω ποιο είναι, ενώ παινεύει τον Κακοφωνίξ ότι αν έδινε ρεσιτάλ στο Ολυμπίξ (δηλαδή στο παριζιάνικο Olympia) θα έκανε θραύση. Ο Κακοφωνίξ δένει κόμπο την υπόσχεση και γίνεται τσιμπούρι στον νεαρό, ζητώντας του διαρκώς να συζητήσουν «για το ρεσιτάλ». Εξίσου βέβαια πρωταγωνιστούν και οι Νορμανδοί -και το γεγονός ότι στη σημερινή Γαλλία υπάρχει περιοχή Νορμανδία (με τη Χάβρη και τη Ρουέν), που βέβαια έχει την απαρχή της στις αλλεπάλληλες εισβολές Βίκινγκ από τον Βορρά τον 9ο αιώνα μΧ, δίνει στον Γκοσινί έμπνευση για αλυσιδωτούς παραλληλισμούς και αναχρονισμούς ανάμεσα στους τότε Βίκινγκ και στους τωρινούς Νορμανδούς. Έτσι, οι Νορμανδοί-Βίκινγκ της περιπέτειας πίνουν calva, που παραπέμπει στο calvados, το καλβαντός, το κονιακοειδές απόσταγμα της σημερινής Νορμανδίας (από απόσταξη μηλίτη συνήθως) και το οποίο οι σημερινοί Νορμανδοί αποκαλούν χαϊδευτικά calva. Και αφού το πίνουν μέσα στα κρανία νικημένων εχθρών, είναι, ας πούμε calva d’os (καλβά από τα οστά). Eπίσης, επειδή η σημερινή νορμανδική κουζίνα χρησιμοποιεί αρκετά την κρέμα γάλακτος (crème fraîche), βλέπουμε τους Νορμανδούς του κόμικς να τη χρησιμοποιούν συνέχεια και τον αρχηγό τους να τρώει γλώσσα με κρέμα, κοτόπουλο με κρέμα, μπριζόλα με κρέμα, ακόμα και αγριογούρουνο με κρέμα (συνταγή που ενδιαφέρει ιδιαίτερα και τον Οβελίξ και διακόπτουν τον καβγά για να την αναλύσουν!) Ο αρχηγός λέγεται Olaf Grossebaf (grosses baffes = γερές σφαλιάρες) και στα ελληνικά Χοντρομπάφ, ενώ όλα τα ονόματα των Νορμανδών της περιπέτειας τελειώνουν σε -άφ, κατι που το βρίσκουν πολύ αστείο οι Γαλάτες: Mόλις ο Μοναρχίξ ακούει το περίεργο όνομα σε -άφ, σπεύδει να το μεταφέρει σε διάφορους Γαλάτες που έχουν αστεία ονόματα σε -ίξ (Αssurancetourix είναι το γαλλικό του Κακοφωνίξ). Μερικά από τα ονόματα Νορμανδών έχουν ελληνική προέλευση ή υπάρχουν και στα ελληνικά: Αυτογράφ, Βαθυσκάφ, Κενοτάφ, Καράφ, Κινηματογράφ, Δακτυλογράφ, Στενογράφ. Και όταν ρίχνουν έναν κουβά νερό στον Γιεγιεδίξ για να τον ξυπνήσουν, και ακούγεται «Πλαφ!» κάποιος από το βάθος φωνάζει «Παρών!» Αναφορές και υπαινιγμοί υπάρχουν επίσης στην απόβαση της Νορμανδίας του 1944 αλλά και στις αποβάσεις των Νορμανδών τον 9ο αιώνα -σε ένα σημείο, ο Χοντρομπάφ διαβεβαιώνει τον Αστερίξ ότι «δεν ήρθαμε εδώ για να σας πολεμήσουμε, αυτό θα το κάνουν οι απόγονοί μας σε μερικούς αιώνες. Και το τοπίο θυμίζει τη σημερινή Νορμανδία -τους γκρεμούς του Etretat, ας πούμε. Φυσικά οι Νορμανδοί έχουν τους θεούς τους, τον Θορ και τον Οντίν -κι εδώ βλέπουμε κι ένα λογοπαίγνιο από τον Γκοσινί, στο σημείο όπου ο Χοντρομπάφ λέει ότι ο φόβος δίνει φτερά κι έτσι, αν μάθουν τον φόβο, θα πετάνε σαν τα πουλιά. «Μα τον Θορ!» (Par Thor!) αναφωνεί ένας Βίκινγκ, «Μα τον Οντίν», ένας άλλος. «Μα τι μου λες», ένας τρίτος, όπως αποδίδει πετυχημένα το λογοπαίγνιο η Ιρένε Μαραντέι (στο πρωτότυπο: Par exemple, δηλ. Για παράδειγμα). Τα πλοία των Βίκινγκ/Νορμανδων λέγονται drakkar (που ετυμολογούνται από τον δράκο), και ο ο Αστερίξ κάνει ένα λογοπαίγνιο λέγοντας ότι είναι ένα «drakkar de touristes», παίζοντας με το «cars de touristes», το τουριστικό λεωφορείο. Ωραίο λογοπαίγνιο και στην πρώτη σελίδα της περιπέτειας. Ο Μοναρχίξ μαθαίνει για την άφιξη του ανιψιού του από επιστολή που σκάλισε ο αδελφός του σε μια πλάκα. Ο σεναριογράφος εκμεταλλεύεται την ηχητική ομοιότητα των graver (χαράζω) και grave (σοβαρός) και το συνεχίζει αναλόγως, με τον Αστερίξ να ρωτά «Rien de grave dans ce qui est gravé, j’espère? – Τίποτε άχαρο χαραγμένο, ελπίζω». Ο Βρετανός με τον Γερμανό μεταφραστή περνάνε την πρώτη πίστα χωρίς απώλειες, αφού βρίσκουν κοινό λεξιλόγιο: «Nothing grave engraved there, I hope?», και «Doch hoffentlich nichts gravierendes graviert?», αλλά η ελληνική μετάφραση περνάει το εμπόδιο από το πλάι: «Είναι τίποτα το σοβαρό;» (στο Μαμούθ και παρομοίως στις άλλες δύο). Πιο βόρεια, όταν ένας Βίκινγκ αστυνομικός παραπονιέται για αντικανονικό προσπέρασμα, η απάντηση που παίρνει είναι «Mort aux rennes!!!», που παραπέμπει στο «Μort aux vaches», «Θάνατος στους μπάτσους», αλλά αφού τα νορμανδικά κάρα δεν τα τραβούν αγελάδες (vaches), αλλά τάρανδοι (rennes), αλλάζει και το σύνθημα! Στα γερμανικά ο μπάτσος είναι Bulle, αλλά το ίδιο είναι και ο ταύρος, κι έτσι το έδαφος στρώνεται για τη γερμανική μετάφραση: «Tod den Rentieren! – Θάνατος στους ταράνδους!» Στα αγγλικά στήνεται λογοπαίγνιο με τα horse-Norse: «So what? Mine’s a Norse-drawn chariot!». Η ελληνική έκδοση κάνει την προσπάθειά της: «Και λοιπόν; Σιγά τους ταράνδους!!!» (Μαραντέι) ενώ ο Χιόνης μεταφράζει κατά λέξη: Και λοιπόν; Θάνατος στους ταράνδους! (δεν το βρισκω ικανοποιητική λύση). Ίσως, αφού το λογοπαίγνιο δεν σώζεται, να είναι προτιμότερη η απόδοση του Σπανού: «Ε λοιπόν! Βάλε με στα κάτεργα να τελειώνουμε!» Όταν ο Γιεγιεδίξ δηλώνει ότι θέλει να γυρίσει στη Λουτέτσια επειδή έχει πανικοβληθεί από τον ερχομό των Νορμανδών, ο Μοναρχίξ προσπαθεί να τον καθησυχάσει: «Tu verras: il n’y a pas de quartier gaulois!», για να πάρει την απάντηση «Justement! Il y a un quartier latin et j’aimerais le revoir!». Άξονας του λογοπαιγνίου είναι η λέξη quartier (gaulois/latin), που σημαίνει τόσο οίκτος, όσο και συνοικία. Ο Βρετανός έχει εύκολο έργο, αφού το quarter έχει κι αυτό τις ίδιες σημασίες. Η γερμανική μετάφραση πατά με το ένα πόδι στη σημασία του pardon ως «έλεος» και με το άλλο στη σημασία «Με συγχωρείτε!»: («Du wirst sehen, sie kennen kein Pardon! – Θα δεις, δε συγχωρούν κανέναν» «Pardon! Ich möchte aber doch lieber nach Lutetia zurück – Με συγχωρείτε, αλλά εγώ θα ήθελα να επιστρέψω στη Λουτέσια!.») Η επιλογή της Μαραντέι είναι «-Θα δεις! Οι Γαλάτες δεν παίζουν! -Ακριβώς! Κι εγώ είμαι άνθρωπος πολύ παιχνιδιάρης!». Aποφεύγει εύλογα το λογοπαίγνιο και καταφεύγει σε άλλο, όπως και ο Χιόνης: — Θα δεις, σε λίγο θα μασάς σίδερα. — Προτιμώ να μασάω μακαρόνια στη Λουτέσια. Καλή είναι η απόδοση του Σπανού: — Θα δεις πόσο όμορφα πολεμάνε οι Γαλάτες. — Αυτό ακριβώς δεν θα ήθελα να δω. Και οι Ρωμαίοι; θα ρωτήσετε. Δεν έχει Ρωμαίους η περιπέτεια; Έχει, αλλά η παρουσία τους είναι μάλλον διακριτική. Διακριτική, αλλά για ανθολογία. Μια ρωμαϊκή περίπολος βλέπει Νορμανδούς και Γαλάτες να πλακώνονται στην παραλία. Οι παλιοί θέλουν να μην μπλέξουν, αλλά έχουν κι έναν πρωτάρη λεγεωνάριο, που οι άλλοι τον αποκαλούν faba, που είναι το λατινικό για το fayot, το οποίο fayot, είδος φασολιού, σημαίνει στην αργκό τον σπασίκλα, τον μαθητή ή τον φαντάρο που δείχνει ζήλο για να αποσπάσει την εύνοια του δάσκαλου ή του αξιωματικού. O πρωτάρης προσπαθεί να τους μεταπείσει, αλλά ο παλιός απαντάει: Δεν ξέρω τι είπε ο Καίσαρας, αλλά το να μην πας και να μη δεις είναι ο καλύτερος τρόπος για να μη νικηθείς -μια ακόμα από τις πολλές παρωδίες της ρήσης του Καίσαρα. Ωστόσο, ο πρωτάρης φανερώνει το μυστικό στον εκατόνταρχο, ο οποίος στέλνει την περίπολο να επέμβει -με αποτέλεσμα, να φάνε ξύλο και από Γαλάτες και από Νορμανδούς, μάλιστα ο Οβελίξ σε ένα σημείο δανείζει τον Ρωμαίο του στον Νορμανδό με τον οποίο πάλευε, για να τον κοπανήσει κι αυτός. Οπότε, ο πρωτάρης βάζει γρήγορα μυαλό και καταλαβαίνει ότι το καλύτερο είναι να μη μπλέκει, να κουκουλώνει τα πάντα και να κάνει αναφορά σε τρία αντίγραφα. Θα μπορούσα να γράφω ώρες γι’ αυτή την πολύ καλή περιπέτεια, διότι έχει πάρα πολλές ωραίες ατάκες, όπως όταν ο Αστερίξ λέει στον Οβελίξ ότι τα μύδια είναι σαν τα καρύδια, δεν τα τρώμε ολόκληρα, μόνο το μέσα. Μα και τα καρύδια ολόκληρα τα τρώω, απαντάει ο Οβελίξ. Ο οποίος, όταν φεύγει για τη Λουτέτσια ο νεαρός, του δίνει για αποχαιρετιστήριο δώρο ένα μενίρ, και όταν βέβαια το όχημα δεν αντέχει και σπάει η ρόδα, ο Οβελίξ οικτίρει τα καινούργια αμάξια, που δεν μπορούν να αντέξουν «ένα μενιράκι». Ούτε έγραψα για τους υπαινιγμούς σε τραγούδια, τα αφήνω για τα σχόλιά σας. Θα τελειώσω με την έκφραση une réponse de Normand, κατά λέξη «μια απάντηση Νορμανδού», που τη λένε οι υπόλοιποι Γάλλοι για τους σημερινούς Νορμανδούς, και που σημαίνει «μια ασαφής απάντηση». Έτσι, όταν ρωτούν τον αρχηγό των Νορμανδών αν πιστεύει ότι αποστολή τους πέτυχε, αυτός απαντά, «Μπορεί ναι, μπορεί και όχι…». Αλλά κι οι πειρατές, όταν ρωτούν για τη σωστή ρότα, μαθαίνουν ότι δεν κερδίζεις πολλά όταν ρωτάς Νορμανδό: «Ils nous ont fait une ‘éponse de No’mand!» Κατά τη γνώμη μου, είναι μια από τις καλύτερες περιπέτειες της 24άδας, επειδή είναι γραμμένη με φοβερό μπρίο, με συνεχή λογοπαίγνια και ατάκες. Και έχει και μια πρωτοτυπία, που μόνο σε 2-3 περιπέτειες έχει συμβεί. Τελειώνει μεν με το καθιερωμένο τσιμπούσι, όμως ο Κακοφωνίξ, που έχει παίξει καίριο ρόλο στην ιστορία, όχι μόνο δεν μένει εκτός αλλά δίνει και ρεσιτάλ -κάτι που, όπως βλέπετε, προκαλεί μια άλλη απουσία από τη γιορτή! Πηγή
  5. Λεξιλογώντας με τον Αστερίξ και τη χύτρα Καθώς πλησιάζουν οι γιορτές, καιρός είναι να βάλουμε μιαν ακόμα από τις περιπέτειες του Αστερίξ. Όπως θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, το ιστολόγιο έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό να παρουσιάζει τις 24 περιπέτειες που συνδημιούργησαν ο Ρενέ Γκοσινί και ο Αλμπέρ Ουντερζό, αφού πιστεύω, έστω και με μια δόση υπερβολής, ότι οι 24 αυτοι τόμοι του Αστερίξ είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Η αλήθεια είναι πως ο ρυθμός της παρουσίασης έχει αραιώσει πολύ. Η περιπέτεια που θα παρουσιάσω σήμερα είναι η 19η από τις 24, δηλαδή έχουμε πια μπει στην τελική ευθεία. Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Ξαναπιάσαμε το νήμα τον Οκτώβριο με την Ασπίδα της Αρβέρνης. ενώ τον Δεκέμβριο ακολούθησε το Χρυσό δρεπάνι. Πρώτη περιπέτεια του 2017, τον Φλεβάρη, ήταν το Μεγάλο ταξίδι, που συμπλήρωσε την πρώτη δωδεκάδα. Στη δεύτερη δωδεκάδα μπήκαμε τον Απρίλιο, με την περιπέτεια «Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα». Μετά αραίωσαν οι ρυθμοί. Τον Αύγουστο του 2017 παρουσιάστηκε η περιπέτεια «Ο Αστερίξ και οι Γότθοι» ενώ τον Δεκέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, αφού παρουσιάσαμε την καινούργια (χωρίς Γκοσινί αλλά και χωρίς Ουντερζό) περιπέτεια «Ο Αστερίξ στην Ιταλία» που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει στα γαλλικά. Το 2018 μία μόνο περιπέτεια παρουσιάσαμε, τον Απρίλιο, τον Αστερίξ στην Ισπανία . Μια ακόμα περιπέτεια παρουσιάσαμε τον Μάιο του 2019, τον Γύρο της Γαλατίας, ενώ τον Νοέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, όπου παρουσιάσαμε μια ακόμα καινούργια περιπέτεια, της νέας περιόδου, Ο Αστερίξ και η αδρεναλίνη. Μία περιπέτεια ακόμα παρουσιάσαμε τον Μάρτιο του 2020, τον Αστερίξ Μονομάχο, ενώ φέτος, την εποχή των Ολυμπιακών αγώνων του Τόκιο, τον Αστερίξ στους Ολυμπιακούς αγώνες. Φέτος επίσης είδαμε μια από τις νέες περιπέτειες του Αστερίξ, Ο Αστερίξ και ο γρύπας. Στο μεταξύ, χάρη στην ευγενική προσφορά αρκετών φίλων, έχω πλέον σκαναρισμένες σχεδόν όλες τις περιπέτειες του Αστερίξ στην έκδοση Ψαρόπουλου, επομένως το βραδύ στάδιο της διαδικασίας είναι πλέον το γράψιμο των άρθρων από μένα (αυτό δεν με συνέφερε να το πω). Λείπει μόνο μία, οι Δάφνες του Καίσαρα. Όποιος την έχει και μπορεί να τη σκανάρει, ας τη στείλει. Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο. Λέω «σε αυτοτελείς τόμους» διότι περιπέτειες του Αστερίξ σε συνέχειες είχαν δημοσιευτεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο περιοδικό «Αστερίξ». Tη σημερινή περιπέτεια μου την έστειλε σκαναρισμένη ο φίλος μας ο Χρήστος Τσατσαρώνης. Το σκανάρισμα, παρολο που έγινε σε μαγαζί, δεν είναι πολύ καλό, αλλά αυτό έχουμε και με αυτό θα πορευτούμε. Τη σημερινή περιπέτεια την ανέβασα εδώ απ’ όπου μπορείτε να τη διαβάσετε ονλάιν ή να την κατεβάσετε. Ο Αστερίξ και η χύτρα είναι χρονολογικά η 13η περιπέτεια από τις 24 της σειράς. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote από τον Οκτώβριο του 1968 έως τον Απρίλιο του 1969 και στη συνέχεια εκδόθηκε σε βιβλίο. Ο γαλλικός τίτλος είναι Astérix et le chaudron. Πράγματι, μια χύτρα παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο στην περιπέτεια. Αλλά να πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά. Μια ειδυλλιακή ανοιξιάτικη μέρα, το γαλατικό χωριό ταράζεται από την επίσημη επίσκεψη ενός άλλου Γαλάτη αρχηγού, του Moralélastix, όνομα και πράμα. Όπως μας πληροφορεί ο Μοναρχίξ, που τον ξέρει, είναι φιλοχρήματος και συνεργάζεται με τους Ρωμαίους. Η Μαραντέι τον αποδίδει κατά λέξη Ηθικελαστίξ, ο Χιόνης πιο εύστοχα Μαυραγορίξ. Ο Μαυραγορίξ, ας τον πούμε έτσι, έχει έρθει με την ακολουθία του και με μια χύτρα γεμάτη σεστέρσια. Λέει ότι μόλις έμαθε ότι ο Καίσαρας ετοιμάζεται να βάλει καινούργιους φόρους, έχυσε την κρεμμυδόσουπα που έβραζε στη χύτρα του, έβαλε μέσα όλα τα σεστέρσια του χωριού του, και τα έφερε στο ανυπόταχτο χωριό όπου δεν πληρώνουν φόρους. Θα επιστρέψει να τα πάρει όταν περάσει ο φοροεισπράκτορας. Ο Μοναρχίξ δεν μπορεί να αποφύγει την αγγαρεία. Ορίζει τον Αστερίξ φρουρό της χύτρας. Κι έτσι, στο τσιμπούσι που παρατίθεται προς τιμή του Μαυραγορίξ ο Αστερίξ δεν συμμετέχει, αφού φρουρεί τη χύτρα. Σε μια στιγμή, ο Μαυραγορίξ φέρνει φαγητό στον Αστερίξ, κι ύστερα αναχωρεί με την ακολουθία του. Το πρωί, ο Αστερίξ ανακαλύπτει ότι η χύτρα είναι άδεια -τα σεστέρσια έχουν κάνει φτερά. Οι νόμοι του χωριού είναι αμείλικτοι: ο Αστερίξ δεν εκπλήρωσε την αποστολή που του είχε ανατεθεί, οπότε πρέπει να εξοριστεί -έως ότου καταφέρει να γεμίσει τη χύτρα με σεστέρσια. Ο Οβελίξ φυσικά τον ακολουθεί (μαζί κι ο Ιντεφίξ) και οι δυο Γαλάτες παίρνουν τον δρόμο σε μια πρωτόγνωρη προσπάθεια: πρώτη φορά στη ζωή τους θα προσπαθήσουν να βγάλουν λεφτά! Στην αρχή πηγαίνουν στο γειτονικό ρωμαϊκό στρατόπεδο, το Πετιμπόνουμ. Όμως οι λεγεωνάριοι είναι άφραγκοι -μόλις ακούνε για σεστέρσια νομίζουν ότι ήρθε ο μισθός τους και στήνονται στην ουρά. Φυσικά εισπράττουν φάπες. Ύστερα οι δυο Γαλάτες περνάνε από ένα παραλιακό εστιατόριο που το έχουν ανοίξει οι γνωστοί μας πειρατές -τα κάνουν όλα λίμπα, αλλά μετρητά γιοκ. Μετά, πηγαίνουν στην κοντινή μεγάλη πόλη, την Κονδάτη (η σημερινή Rennes) και προσπαθούν να πουλήσουν τα αγριογούρουνα που έχουν πιάσει -αν και ο Οβελίξ κάνει ό,τι μπορεί για να μείνουν απούλητα, ώστε να τα φάει. Επειδή όμως δεν ξέρουν πόσο κάνουν, πουλάνε τη δωδεκάδα τα αγριογούρουνα για 5 σεστέρσια, όσο κάνει το ένα. Ύστερα, αγοράζουν ένα για να το φάνε -κι έτσι καταλαβαίνουν ότι δεν είναι φτιαγμένοι για εμπόριο. Πηγαίνουν για μονομάχοι, αλλά το μόνο τους κέρδος είναι κάτι αγαλματάκια, που δίνει για έπαθλο στους νικητές ο οργανωτής. Μετά, γράφονται ηθοποιοί σε ένα πρωτοποριακό θέατρο -η παράσταση καταλήγει σε πανωλεθρία. Παίζουν στον ιππόδρομο -και χάνουν. Στο τέλος, αποφασίζουν να ληστέψουν την τράπεζα -μόνο που είναι ήδη άδεια, τα έχει πάρει όλα ο Καίσαρας. Απελπισμένος ο Αστερίξ αποφασίζει να παραδώσει την άδεια χύτρα στον Μαυραγορίξ και να ζήσει πια οριστικά εξόριστος. Όμως πηγαίνοντας προς το χωριό του Μαυραγορίξ πέφτουν πάνω στον Ρωμαίο φοροεισπράκτορα. Τον ληστεύουν και γεμίζουν τη χύτρα. Εκείνη τη στιγμή, ο Αστερίξ αντιλαμβάνεται ότι τα σεστέρσια που πήρε από τους Ρωμαίους μυρίζουν κρεμμυδίλα, επομένως είναι τα ίδια νομίσματα που είχε η χύτρα και καταλαβαίνει ότι ο Μαυραγορίξ τον είχε εξαπατήσει: όταν πήγε να του μιλήσει το βράδυ που φυλούσε σκοπιά, τον απασχόλησε και την ίδια ώρα οι ακόλουθοί του έκλεψαν τα σεστέρσια. Ο Αστερίξ μονομαχεί με τον Μαυραγορίξ στην άκρη του γκρεμού -η χύτρα πέφτει και προσγειώνεται μέσα στο πειρατικό καράβι που περνούσε από κάτω. Για μια φορά, οι πειρατές είναι τυχεροί -γέμισαν λεφτά, που επιπλέον μυρίζουν κι ωραία. Και βέβαια, η περιπέτεια τελειώνει με τσιμπούσι. Ήδη από το πρώτο καρέ της περιπέτειας, που είναι και αισθητικά όμορφο, έχουμε λογοπαίγνιο: Σου επαναλαμβάνω ότι δεν θα τραγουδήσεις, λέει ο σιδεράς στον βάρδο. Στα γαλλικά, répétition σημαίνει βεβαίως επανάληψη, σημαίνει όμως και «πρόβα». Οπότε, ο βάρδος λέει Με όλες αυτές τις επαναλήψεις/πρόβες θα καταλήξω να μη μπορώ πια να τραγουδήσω σωστά. Το λογοπαίγνιο δύσκολα μεταφράζεται. Ο Χιόνης διάλεξε το «πρόβες», η Μαραντέι, ίσως καλύτερα, το «επαναλήψεις». Ο Μαυραγορίξ ρωτάει τους Γαλάτες αν πληρώνουν φόρους. Μια φορά ήρθε φοροεισπράκτορας, λέει ο Μοναρχίξ, και μετά απαλλαχτήκαμε -και επικρατεί γενική ιλαρότητα. Και άλλο λογοπαίγνιο: Και δεν ξαναήρθε; – Et il n’est jamais revenu ? ρωτάει. Και απαντάει ο Αστερίξ: – Jamais! Donc, pas de revenu, pas d’impôts! Εδώ, το revenu είναι βεβαίως η μετοχή του revenir, ξαναέρχομαι, αλλά σημαίνει και «εισόδημα». Ο φόρος εισοδήματος στα γαλλικά λέγεται impôt sur le revenu. Οι ελληνικές μεταφράσεις προτιμούν να βάλουν τον Μαυραγορίξ να ρωτάει «Και δεν βρήκε τεκμήρια;» και δίνουν μια ταιριαστή απάντηση. Στο καπηλειό των πειρατών, αφού έδειραν τους πάντες στη μεγάλη αίθουσα, ο Οβελίξ πηγαίνει στην κουζίνα. Ο μάγειρας, που είναι ο μαύρος πειρατής που τρώει τα ρο, κρύβεται μέσα στο καζάνι, κι όταν ο Οβελίξ πάει να το ανοίξει του φωνάζει «Εδω μέσα έχει μόνο πουρέ από κάστανα». (Η Μαραντέι προτιμάει να μεταφράσει το marron ως μπρόκολα (!) και να μιλήσει για πουρέ από μπρόκολα, που δεν υπάρχει. Ίσως βέβαια το κάνει για να βρει μια λέξη με ρο, όπως το marron, και να δείξει το ψεύδισμα του μαύρου, αλλά δεν νομίζω ότι είναι καλή επιλογή). Ο Οβελίξ πείθεται και φεύγει. Μετά λέει στον Αστερίξ «Θα μπορούσαμε να γεμίσουμε τη χύτρα με πουρέ από κάστανα». Μα, δεν είναι η εποχή τους, του απαντάει εκείνος. Οπότε ο Οβελίξ εξοργίζεται: Κάποιος με κορόιδεψε! Και σε επόμενο καρέ, εκεί που δείχνει μια εικόνα γενικής καταστροφής από το εστιατόριο, υπάρχει η λεζάντα Il semble, pourtant, que la saison des marrons ait été précoce cette année, που σημαίνει βέβαια «Τα κάστανα όμως είχαν έρθει νωρίς εκείνη τη χρονιά» αλλά και πάλι έχει λογοπαίγνιο διότι στα γαλλικά marron είναι όχι μόνο το κάστανο αλλά και οι μπουνιές. Καθώς οι δυο Γαλάτες φτάνουν στο παζάρι της Κονδάτης, βλέπουμε ένα ωραίο ταμπλό, διανθισμένο με κάμποσα λογοπαίγνια. Η κυρία αριστερά ζητάει ένα μπουτάκι για ένα όργιο 15 ατόμων. Ο λεγεωνάριος ζητάει λουκάνικο (boudin), αλλά αυτό είναι και υπαινιγμός στον στίχο Tiens, voila du boudin, από το ρεφρέν στο τραγούδι της Λεγεώνας των Ξένων. Και ο άλλος ζητάει από τον μανάβη une frisée, ένα κατσαρό λάχανο, κι αυτός τον στέλνει στον δουλέμπορο, διότι une frisée είναι και η κατσαρή σκλάβα. Αυτό το λογοπαίγνιο η Μαραντέι το σφάζει, διότι έχει τον διάλογο –Ψάχνω μια μάπα; –Θα τη βρείτε στο σκλαβοπάζαρο, λίγο παρακάτω. Ο Χιόνης δεν μεταφράζει κατά λέξη, αλλά καλύτερα: Πού θα βρω βλίτα; Πιο κάτω, στου Βλακομουτρίξ. Καθώς ο πρωτοποριακός θίασος, στον οποίο συμμετέχουν οι δυο Γαλάτες, ετοιμάζεται να δώσει την παράσταση, βλέπουμε όλη την αφρόκρεμα της Κονδάτης να έχει πάρει θέση στις κερκίδες. — Ακουσα πως είναι απαίσιοι, λέει μία θεάτρια (σικ, ρε). — Φρικαλέοι! Είδα κι έπαθα να βρω θέσεις, απαντάει η άλλη. Ο ξανθός που μιλάει στον έπαρχο είναι καρικατούρα του Ουντερζό, ενώ ο θεατής στο άκρο δεξιό με το μπλε χιτώνιο είναι καρικατούρα του Γκοσινί. Να σημειώσουμε ότι ο πρωτοποριακός σκηνοθέτης λέγεται Eleonoradus, παρμένο από το όνομα της διάσημης Ιταλίδας ηθοποιού Eleonora Duse (1858-1924) ενώ ένας από τους ηθοποιούς του θιάσου λέγεται Juleraimus, υπαινιγμός για τον διάσημο Γάλλο ηθοποιό Jules Raimu (1883-1946). Μια κωμικότατη σκηνή διαδραματίζεται όταν σχεδιάζουν τη ληστεία της τράπεζας. Ο Οβελίξ πηγαίνει να δει το μέρος, σφυρίζοντας αδιάφορα. Ο Ρωμαίος φρουρός τον θεωρεί ύποπτο και τον προειδοποιεί να μην επιχειρήσει να ληστέψει την τράπεζα διότι φυλάγεται πολύ καλά, και του λέει όλες τις λεπτομέρειες! Ο Οβελίξ επιστρέφει απογοητευμένος: Με κατάλαβε αμέσως και δεν έμαθα τίποτα! Να σημειώσουμε πως η τράπεζα λέγεται Credit Latin, που θυμίζει τη μεγάλη γαλλική τράπεζα Credit Lyonnais. Λατινική πίστη το αποδίδει ο Χιόνης, Λατινική-Λαϊκή η Μαραντέι. Καλά είναι και τα δύο. Όταν τελικά βρουν τα χρηματοκιβώτια της τράπεζας άδεια, ο διευθυντής της τράπεζας τούς λέει ότι η τράπεζα έχει χρεοκοπήσει: – Nous avons mergitur, mon vieux, et je ne sais pas quand nous allons fluctuat de nouveau ! Εδώ χρησιμοποιείται το μότο της πόλης του Παρισιού, fluctuat nec mergitur, «επιπλέει και δεν βυθίζεται». Και οι δυο ελληνικές μεταφράσεις το αποδίδουν «Έχουμε παθητικό και δεν ξέρω πότε θα ξαναέχουμε ενεργητικό», διότι δεν έχει νόημα η κατά λέξη μετάφραση. Μεγάλη πλάκα έχει και η συνάντηση με τον φοροεισπράκτορα, ο οποίος μιλάει με τη φρασεολογία των εντύπων της δημόσιας διοίκησης. Είστε: α) απλοί περαστικοί, β) φιλικά διακείμενοι γ) ληστές, και το αντίστοιχο τετραγωνάκι για να τσεκάρουν. Ο Χιόνης το αποδίδει στην καθαρεύουσα («κινούμενοι εκ φιλικών συναισθημάτων»). Υπάρχουν κι άλλα που θα μπορούσα να σχολιάσω, αλλά μάλλον σάς κούρασα. Η περιπέτεια συνολικά διαβάζεται ευχάριστα, αν και δεν θεωρώ πως είναι από τις κορυφαίες, ίσως επειδή δεν έχει αβανταδόρικο θέμα αλλά μάλλον στριφνό. Από την άλλη, είναι μια πρωτότυπη περιπέτεια, όπου οι Ρωμαίοι παρόλο που είναι συνεχώς παρόντες έχουν μάλλον δεύτερο ρόλο και όπου οι ήρωές μας γνωρίζουν τη μιαν αποτυχία μετά την άλλη πριν από την τελική λύτρωση. Σημειώνω κλείνοντας ότι σε κάποιες γαλλικές αναλύσεις, ο Μαυραγορίξ θεωρείται πορτρέτο του Γάλλου collabo, του συνεργάτη των Γερμανών, με το επιχείρημα «Ναι μεν κάνω εμπόριο με τους Ρωμαίους, αλλά τους χρεώνω διπλά απ’ όσο τους Γαλάτες» (Κι όταν τον ρωτάνε αν κάνει πολύ εμπόριο με Γαλάτες απαντάει ότι οι Ρωμαίοι καταναλώνουν όλο του το εμπόρευμα). Σε κάθε περίπτωση, εδώ τελειώνει η επισκόπηση αυτής της περιπέτειας. Άλλες πέντε μάς έμειναν! Πηγή
  6. Από τον «Μικρό Ήρωα» στον «Αστερίξ» του Γκοσινί: Η «εισβολή» των κόμιξ Σαράντα τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις ημέρες από τις 5 Νοεμβρίου 1977 όταν φεύγει από τη ζωή σε ηλικία μόλις 51 ετών ο κορυφαίος συγγραφέας και δημιουργός παιδικών βιβλίων Ρενέ Γκοσινί, αφήνοντας “κληρονομιά” κάποιες από τις καλύτερες αναμνήσεις εκατομμυρίων παιδιών σε όλο τον κόσμο. Ο δημιουργός του “Μικρού Νικόλα”, “Αστερίξ”, “Ιζνογκούντ” καθώς και άλλων χαρακτήρων γαλλικών κόμιξ, αλλά και αναδημιουργός του “Λούκυ Λούκ” που τον μετατρέπει από αδιάφορο ήρωα σε διεθνές brand name, “φτάνει” στην Ελλάδα το 1968 από τον νεαρό τότε εκδότη Κώστα Σπανό. Ο συγγραφέας και λογοτέχνης Κυριάκος Κάσσης περιγράφει τον χαρακτήρα του “Αστερίξ” ως :“Θρεμμένο με το μαγικό ποτό, αλλά και με πλήθος ιδέες από εκείνες που γέννησαν τον Γαλλικό Μάη του 1968, παρά τον φαινομενικό νασιοναλισμό του, είναι ένα φωτεινό δείγμα δημοκρατικής αίσθησης της ζωής, αντιμιλιταρισμού ανακατεμένου με ανθρωπισμό και φυσιολατρία”. Οι ιστορίες του μοναχικού και ανυπότακτου γαλατικού χωριού έναντι της ιμπεριαλιστικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γίνονται ανάρπαστες στη διάρκεια της δικτατορίας και ακολουθούν συνεχείς επανεκδόσεις μέχρι σήμερα. Όταν ο Μορίς δημιουργεί τον χαρακτήρα του “Λούκυ Λουκ” το κόμιξ περνά απαρατήρητο και πιθανότατα έτσι θα παρέμενε αν δεν μεσολαβούσε η καθοριστική σεναριακή παρέμβαση του Γκοσινί που απογειώνει διεθνώς την ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα όπου οι περιπέτειες του αντισυμβατικού καουμπόι που πυροβολώντας “πιο γρήγορα από τη σκιά του” υπερασπίζεται με ανιδιοτέλεια το δίκαιο και τους αδυνάτους κάνουν πέντε διαφορετικές εκδόσεις από το 1968 μέχρι σήμερα. Οι ξεχωριστές ιστορίες του Γκοσινί αποτελούν μόνο ένα μικρό τμήμα της “εισβολής” που δέχεται η χώρα από την δεκαετία του 50 στον τομέα της παιδικής παραλογοτεχνίας. Μέχρι τότε στην μικρή τοπική αγορά κυριαρχούν οι ιστορίες Καραγκιόζη, μυστηρίου και αγάπης, ληστρικά μυθιστορήματα, και περιπέτειες Ελλήνων ηρώων. Η δεκαετία του 50 αποτελεί την χρυσή εποχή της ελληνικής παραλογοτεχνίας, με έντυπα και αναγνώστες να πολλαπλασιάζονται αφού τα παιδιά με τα κοντά παντελονάκια αφήνοντας πίσω τους μια δεκαετία φρίκης έχουν ανάγκη νέων ηρώων και ταξιδιών σε άλλους κόσμους. Τα πάντα αλλάζουν τον Μάρτιο του 1951 όταν οι εκδόσεις Πεχλιβανίδη εκδίδουν στα ελληνικά τα “Κλασικά Εικονογραφημένα» όπου η μετατροπή των σημαντικότερων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε κόμιξ, προκαλεί πραγματική «επανάσταση», αφού πρωταγωνιστής δεν είναι πλέον το κείμενο αλλά η εικόνα. Στα πρώτα τεύχη μάλιστα δημοσιεύονται αναλυτικές περιγραφές για το πως πρέπει να διαβάζεται το περιοδικό και διευκρινήσεις ότι τα «συννεφάκια» στις εικόνες αντιστοιχούν σε λόγια ή σκέψεις του πρωταγωνιστή. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο έκδοσής τους στα «Κλασικά Εικονογραφημένα» συνεργάζονται σημαντικοί Έλληνες μεταφραστές, λογοτέχνες και ζωγράφοι (Βασίλης Ρώτας, Σοφία Μαυροειδή- Παπαδάκη, Βασίλης Ζήσης, Γιώργος Βακαλό, Κώστας Γραμματόπουλος, Μέντης Μποσταντζόγλου και άλλοι) οι οποίοι μεταφέρουν στο περιοδικό δεκάδες ελληνικά θέματα (μυθολογία, αρχαιότητα, Βυζάντιο, Επανάσταση του 1821). Παρά την, απόλυτα επιτυχημένη, «εισβολή» των αμερικάνικων κόμιξ στην χώρα, η μικρή ελληνική παραγωγή όχι μόνο αντέχει αλλά και «αντεπιτίθεται» τον Φεβρουάριο του 1953 με την έκδοση του «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά. Πρωταγωνιστής ο ατρόμητος έφηβος πράκτορας της Ελληνικής Αντίστασης Γιώργος Θαλάσσης -ή Παιδί Φάντασμα- που προκαλεί τρόμο σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους εισβολείς, η ισάξια πολεμίστρια και ανεκπλήρωτος έρωτας του Κατερίνα, ο αιώνια πεινασμένος Σπίθας, ο Διαβολάκος, ο Τζάγκουαρ, η Μιμόζα, ο Σαΐτας, ο Χαζούλης, ο Κεραυνός και άλλοι μαχητές της ελευθερίας. Ο «Μικρός Ήρως» συντροφεύει την παιδική φαντασία μέχρι το 1968, ενώ στη συνέχεια γίνονται αρκετές ανατυπώσεις του. Τη δεκαετία του 60 τα αμερικάνικα κόμιξ έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική αγορά αρχικά με την σειρά «Διαπλανητικά», «Παράξενα», «Δυναμικά», «Εκπληκτικά», το «Γέλιο και Χαρά» και, φυσικά, τον παγκόσμιο «βασιλιά» «Μίκυ Μάους», που το όνομα του ταυτίζεται από τον Μεσοπόλεμο, και στην Ελλάδα, με την ίδια την έννοια των κινουμένων σχεδίων και των κόμιξ αφού κάθε αντίστοιχη προσπάθεια βαφτίζεται ως «Μίκυ Μάους». Στην πραγματικότητα ο δαιμόνιος ποντικός, αποκτά το πρώτο ...ιδιόκτητο περιοδικό στη χώρα μόλις το 1966 από τις εκδόσεις Τερζόπουλου, αφού μέχρι τότε ζει …φιλοξενούμενος σε σειρές άλλων εκδόσεων, όπως το “Γέλιο και Χαρά”. Σε κάθε περίπτωση ο Μίκυ με τη παρέα του (Μίνι, Πλούτο, Μαύρος Πητ) και οι άλλοι ήρωες του Ουώλτ Ντίσνευ (Ντόναλντ, Σκρούντζ κλπ) γοητεύουν με τις περιπέτειες τους τα ελληνόπουλα που σπεύδουν κατά χιλιάδες να δώσουν τρεις δραχμές από το χαρτζιλίκι τους για να τον αποκτήσουν. Η δεκαετία του 70 βρίσκει την ελληνική αγορά παραλογοτεχνίας με διευρυμένο αναγνωστικό κοινό και τίτλους, και διαφοροποιημένη θεματολογία. Ήδη έχουν ξεκινήσει περιοδικά ιστοριών γουέστερν («Μικρός Σερίφης», «Μικρός Κάου μπόυ, «Μικρός Αρχηγός» κλπ), πολεμικά δράσης («Έφοδος», «Δράσις», «Πόλεμος» «Αστραπή», «Κράνος» κλπ) ο μόνιμα πεινασμένος «Σεραφίνο» και ο λαστιχάνθρωπος «Τιραμόλα», οι διαχρονικοί «Λούκυ Λουκ» και «Αστερίξ», οι πολεμιστές «Μπλέκ», «Ζαγκόρ» και «Όμπραξ», το «Αγόρι» και ο «Τρουένο». Εκτός των αγοριών, έχουν πλέον και τα κορίτσια τις «Κατερίνα», «Μανίνα», «Πάττυ» και «Μαριλένα». Με την έκδοση των ηρώων της Μάρβελ, («Κάπτεν Αμέρικα», «Χούλκ», «Σπάιντερμαν» κλπ), ολοκληρώνεται η απόλυτη κυριαρχία του εισαγόμενου κόμιξ στην Ελλάδα, και οι ντόπιοι δημιουργοί περιορίζονται σε ηρωικές προσπάθειες όπως η «Κολούμπρα» και το «Σκαθάρι» από τους Πάνο Κουτρουλάρη και Κάρολο Μπρούσαλη. Φυσικά οι εκδόσεις των κόμιξ δεν σταματούν στα τέλη της δεκαετίας του 70 όπως εμείς. Δεν είμαστε στην πλευρά όσων πιστεύουν ότι διαβάζουν σήμερα τα παιδιά είναι «επικίνδυνα» σε αντίθεση με τα δικά μας, αφού δεν υπάρχουν «αθώα» έντυπα, αλλά αθώες ματιές και αυτές τις έχουν μόνο τα παιδιά… Πηγή
  7. O Αστερίξ ο Γαλάτης: Είναι πονηρός και σαν σήμερα πρωτοκυκλοφόρησε! Με αφορμή τα... «γενέθλια» του Αστερίξ και του Οβελίξ, η Ματριόσκα η Κόκκινη κάνει μια μεγάλη αναδρομή σε όλα όσα δεν ξέραμε για τους δύο ήρωες ’Είμαστε στο 50 π.Χ . Όλη η Γαλατία έχει κατακτηθεί από τους Ρωμαίους.Όλη; Όχι! Διότι ένα μικρό χωριό ανυπότακτων Γαλατών αντιστέκεται στην ρωμαϊκή εισβολή ‘’ Κάπως έτσι στις 29 Οκτωβρίου του 1959 εισέβαλλε για πρώτη φορά στην ζωή μας ο Αστερίξ ο Γαλάτης. Οι περιπέτειες του θα φιλοξενηθούν στο γνωστό γαλλικό περιοδικό κόμικς ‘’Pilote’’ μέχρι το 1974. Πώς όμως γεννήθηκε αυτός ο πονηρός κοντούλης μουστάκιας Αστερίξ και ο -όχι παχουλός - αλλά χαμηλοστήθης, όπως θέλει να τον αποκαλούμε, φίλος του Οβελίξ, ο μενιροφόρος του χωριού; Αυτό το ντουέτο δεν θα υπήρχε, αν δεν προϋπήρχε ένα άλλο ντουέτο : Αυτών του σεναριογράφου Ρενέ Γκοσινί και του κομίστα Άλμπερ Ουντερζό. Οι δυο τους πρωτοσυναντήθηκαν το 1951 στην World Press μια εταιρία που ειδικευόταν στην διανομή κομικς σε διάφορα γαλλικά περιοδικά και εφημερίδες. Συνεργάστηκαν σε πολλά πρότζεκτς με τα πιο γνωστά τους το Jehan Pistolet ένα νεαρό Κορσικανό πειρατή ( 1952) και το Oupah –Pah με κεντρικό ήρωα έναν ατρόμητο Ινδιάνο στον Καναδά ( 1958). Source: IMDB Το 1956, έχοντας εγκαταλείψει την World press ιδρύουν την δική τους εταιρία με τα ονόματα EditFrance και Editpresse. O εκδότης του Pilote, Φρανσουά Κλοτώ, τους προσεγγίζει θέλοντας να εισάγει στο περιοδικό του μια νέα ιστορία κομικς. Εκείνοι του προτείνουν την προσαρμογή μιας σειράς κοινών λαϊκών μύθων με ζώα, τα οποία είχαν συλλεχθεί από διάφορους μελετητές τον Μεσαίωνα και είχαν δημοσιευτεί στα αρχαία γαλλικά σαν ενιαίο έργο με τον τίτλο ‘’ Ο Ρομάν η Αλεπού’’. Οι ιστορίες περιστρέφονταν γύρω από ένα χωριό ζώων και την καθημερινότητα τους. Αυτοί οι λαϊκοί μύθοι φαίνεται να προϋπήρχαν και να ήταν αρκετά γνωστοί στις περιοχές που σήμερα βρίσκονται η Γαλλία, το Βέλγιο,η Ολλανδία και η Γερμανία. Ας τους σκεφτούμε σαν τους δικούς μας αντίστοιχους μύθους του Αισώπου. Το Μεσαίωνα αυτό το πολυσυλλεκτικό έργο μεταφράστηκε και διαδόθηκε σε αυτές τις χώρες με μια ειδοποιό διαφορά. Οι γνωστοί μύθοι είχαν προσαρμοστεί ώστε ο τότε αναγνώστης να μπορεί να κάνει αντιστοιχίες με την σύγχρονη κατάσταση που βίωνε. Τα κείμενα ήταν γραμμένα σε οκτασύλλαβο στίχο και περιείχαν καυστικό χιούμορ για τα ήθη και έθιμα της εποχής. Σατίριζαν τους πλούσιους, τους κληρικούς και την ψευτοηθική του τότε. Η ιδέα του Γκοσινί- Ουρντεζό ήταν η επανέκδοση σε κόμικς αυτών των ιστοριών προσαρμοσμένα στην σύγχρονη εποχή. Κρατήστε αυτό το σημείο γιατί είναι σημαντικό! Σε όλες τις ιστορίες του Αστερίξ βλέπουμε άμεσες και έμμεσες αναφορές στην σύγχρονη εποχή της δεκαετίας του ‘60 και ‘70 όπου το κόμικς γνωρίζει μεγάλη επιτυχία. Δυστυχώς, η ιδέα τους για τον Ρομάν την Αλεπού ναυαγεί όταν μαθαίνουν πως ένας άλλος σχεδιαστής κόμικς τους έχει προλάβει και είναι έτοιμος να εκδώσει τις ιστορίες του μέσω μιας γαλλικής εφημερίδας. Το ντουέτο προσπαθεί απεγνωσμένα να βρει μια νέα ιδέα και τελικά την βρίσκει αναπάντεχα σε ένα ...νεκροταφείο. Βλέποντας από το παράθυρο του διαμερίσματος του Ουρντεζό το νεκροταφείο, ο Γκοσινί προσπαθούσε απεγνωσμένα να βρει κάτι ‘’γνήσιο λαϊκό γαλλικό’’. Εκείνη την στιγμή δημιουργήθηκε’’ Ο Αστερίξ ο Γαλάτης’’. Μεταξύ μας, ήταν η προσαρμογή της προσαρμογής του Ρομαν της Αλεπούς αλλά ποιον νοιάζεται αλήθεια; Ο Αστερίξ ήταν κοντός, ξανθός, σβέλτος και πολυμήχανος σαν ..αλεπού..στο μυαλό! Την ίδια μέρα γεννήθηκε και από την πένα του Ουρντεζό ο Οβελίξ! Το ντουέτο ολοκληρώθηκε και τώρα έμενε να δημιουργηθεί μια ιστορία γύρω από αυτούς. Τα ονόματα των Γαλατών δεν είναι καθόλου τυχαία. Ο Γκοσινί καταγόταν από οικογένεια τυπογράφων και ο Αστερίξ προέρχεται από το σύμβολο αστερίσκος (*) και ο Οβελίξ από το σύμβολο †, obele ,το οποίο συναντάμε στα μεσαιωνικά κείμενα όταν ο αντιγραφέας μοναχός ήθελε να προσθέσει δικά του σχόλια. Μια άλλη καταγωγή του ονόματος του είναι από την λέξη οβελίσκος που θα μπορούσε να είναι δηλωτικό του επαγγέλματος του ως γλύπτης μενίρ. Η κατάληξη -ιξ προέρχεται από την κατάληξη που έφεραν τα αριστοκρατικά ονόματα των Γαλατών. Το μικρό γαλατικό χωριό των ανυπότακτων έμενε ελεύθερο από την ρωμαϊκή εισβολή χάρης τον Δρυϊδη του, Πανοραμίξ, ο οποίος κατείχε την μυστική συνταγή του μαγικού φίλτρου ή ζωμού και καθιστούσε ανίκητους τους συγχωριανούς του ενώ παράλληλα δημιουργούσε τρόμο και φόβο στους δύστυχους λεγεωνάριους των κοντινών στρατοπέδων. Στην πρώτη του ιστορία, ο Αστερίξ βρίσκει στο δάσος έναν αιχμάλωτο Γαλάτη και τον απελευθερώνει από τους Ρωμαίους. Στην πραγματικότητα πρόκειται για κατάσκοπο του στρατοπέδου Πετιμπονουμ, τον Καλιγούλα Μίνους, ο οποίος θέλει διακαώς να μάθει το μυστικό των ανίκητων Γαλατών. Μαθαίνει για την ύπαρξη του μαγικού φίλτρου και αιχμαλωτίζει τον Δρυϊδη Πανοραμίξ με σκοπό να του γράψει την συνταγή και κατακτήσει την Ρώμη εκθρονίζοντας τον Ιούλιο Καίσαρα. Το σχέδιο του δεν πάει καθόλου καλά... αλλά δεν θα κάνω spoiler.. Ο αρχικός σχεδιασμός των γνωστών μας πρωταγωνιστών διαφέρει από τις σημερινές τους μορφές. Ο Αστερίξ στο ντεμπούτο του ήταν πιο κοντός, με πιο λεπτά χαρακτηριστικά και μακρύ μουστάκι ενώ ο Οβελιξ, λίγο πιο αδύνατος και με τρίχες στα χέρια. Στην πρώτη ιστορία, οι δυο τους δεν είναι το βασικό ντουέτο μια που στο μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας βλέπουμε κυρίως τον Πανοραμίξ και τον Αστερίξ να συνεργάζονται. Πολλοί γνωστοί μας χαρακτήρες δεν υπάρχουν στην πρώτη ιστορία του Αστερίξ. Οι γυναίκες λάμπουν δια της απουσίας τους ως πρωταγωνίστριες. Τις βλέπουμε, ξώφαλτσα ,σε κάποια καρέ του κομικς αλλά θα πρέπει να φτάσουμε στην δέκατη περιπέτεια ‘’Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος’’ για να εισαχθεί η πρώτη Γαλάτισσα πρωταγωνίστρια, η γλυκιά Φαλμπάλα που θα κλέψει την καρδιά του δύστυχου Οβελίξ...Ναι γνωρίζω πως η πρώτη γυναίκα πρωταγωνίστρια ήταν η Κλεοπάτρα στο ‘’Αστεριξ και Κλεοπάτρα ‘’ το 1963 ΑΛΛΑ δεν είναι Γαλάτισσα. Η χρήση του μαγικού φίλτρου φαίνεται να γίνεται ακόμα και για καθημερινές δουλειές του χωριού αλλά στις επόμενες ιστορίες θα το δούμε να περιορίζεται μόνο όταν το χωριό απειλείται από τους Ρωμαίους. Μια ακόμη διαφορά σε σχέση με επόμενα τεύχη του είναι πως στο τέλος της πρώτης ιστορίας ο Κακοφωνίξ παραμένει λυτός και όχι φιμωμένος. Συμμετέχει δε στο φαγοπότι κανονικά. Ενώ ο Αστερίξ ξεχώρισε αμέσως σαν κομικς, το περιοδικό γρήγορα χρεοκόπησε και αγοράστηκε συμβολικά έναντι ενός φράγκου από τον εκδότη Ζωρζ Νταργκόντ. Γρήγορα οι πωλήσεις των περιπετειών των ανυπότακτων Γαλατών εκτινάχθηκαν εντός και εκτός γαλλικών συνόρων. Σύντομα μεταφράστηκαν σε 11 γλώσσες ενώ οι ιστορίες επανασχεδιάστηκαν ως κινούμενα σχέδια μέσα στις δεκαετίες του ‘60 και ‘70. Το συστατικό που ενίσχυσε την επιτυχία του κομικς ήταν φυσικά το χιούμορ των δυο δημιουργών. Ένα χιούμορ πηγαίο και συμβατό με την εποχή του. Αυτό που παρατηρεί ένας αναγνώστης διαβάζοντας Αστερίξ είναι πως κάθε φορά ανακαλύπτει και κάτι καινούργιο. Ακόμα και τα ονόματα των ηρώων ή τα λογοπαίγνιά που κάνουν μεταξύ τους είναι προσεκτικά επιλεγμένα ώστε να ‘’γαργαλούν’’ τον αναγνώστη σε κάθε σελίδα. Πολλές φορές με την πρώτη ανάγνωση περνούν απαρατήρητα..Οι μεταφραστές μάλιστα κινήθηκαν πάνω στις ίδιες ράγες ώστε να μην μειώσουν τα αστεία των δημιουργών, προσπαθώντας να προσαρμόσουν αυτά στην γλώσσα μετάφραση τους. Η επανάληψη δε αυτών των αστείων εντός του κόμικς ανάπτυσσε ένα κρυφό δεσμό μεταξύ των δημιουργών και των αναγνωστών τους.. Ήταν σαν να έκλειναν το μάτι στον αναγνώστη κάθε φορά που στο καρέ εμφανιζόταν ο Κακοφωνίξ με τον Αυτοματίξ ή το πειρατικό καράβι. Όλοι μας ξέραμε τι θα επακολουθήσει.. Στην πρώτη περίπτωση ξύλο, στην δεύτερη ναυάγιο.. Μια ακόμα ευφυής ιδέα ήταν η χρήση αναγνωρίσιμων προσώπων από το χώρο της πολιτικής και καλλιτεχνικής ζωής σε δευτερεύοντες ρόλους. Ανάμεσα στις σελίδες των περιπετειών του πονηρού Γαλάτη βλέπουμε να ξεπηδούν οι καρικατούρες των Σαρλ Αζβανούρ, Μπριτζίτ Μπαρντο, των Μπιτλς ακόμα και του Σύλβιο Μπερλουσκόνι και τόσων άλλων. Η κριτική που λέγαμε για τον Ρομαν την αλεπού.. Στην Ελλάδα οι πρώτες περιπέτειες των Γαλατών εμφανίζονται μια δεκαετία αργότερα, το 1969 από τις εκδόσεις Σπανού μεταφράστηκαν οι πρώτες 8 ιστορίες. Σχεδόν δέκα χρόνια αργότερα, το 1978, ο Ψαρόπουλος αναλαμβάνει να εκδώσει μηνιαίως και τις 24 πρώτες ιστορίες. Στις δυο πρώτες μεταφραστής είναι ο Κώστας Ταχτσής. Από την δεκαετία του 1990 και μέχρι σήμερα οι ιστορίες εκδίδονται από τις εκδόσεις Μαμούθ ενώ έχουν κυκλοφορήσει και τεύχη σε διαλέκτους όπως τα ποντιακά, τα κρητικά και τα κυπριακά. Δεν θέλω τώρα να σας κουράσω με ταινίες, θεματικά πάρκα και αντικείμενα και σάτζαλα-μάτζαλα. Δεν είναι καλύτερα να πάτε να διαβάσετε κάποια ιστορία τους; Δεν σας άνοιξα την όρεξη; Πηγή
  8. Λεξιλογώντας με τον Αστερίξ στους Ολυμπιακούς αγώνες Σήμερα είναι η εθνική εορτή της Γαλλίας. Επίσης, την παραπάνω Παρασκευή αρχίζουν οι Ολυμπιακοί αγώνες, έστω και ετεροχρονισμένοι ένα χρόνο μετά, έστω και κορονιασμένοι χωρίς θεατές. Αυτά τα δύο στοιχεία κάνουν επίκαιρο το σημερινό μας άρθρο. Όπως θα θυμούνται οι τακτικοί αναγνώστες, το ιστολόγιο έχει ξεκινήσει εδώ και καιρό να παρουσιάζει τις 24 περιπέτειες που συνδημιούργησαν ο Ρενέ Γκοσινί και ο Αλμπέρ Ουντερζό, αφού πιστεύω, έστω και με μια δόση υπερβολής, ότι οι 24 αυτοι τόμοι του Αστερίξ είναι μια από τις σημαντικότερες προσφορές της Γαλλίας στον παγκόσμιο πολιτισμό μεταπολεμικά. Η αλήθεια είναι πως ο ρυθμός της παρουσίασης έχει αραιώσει πολύ, αλλά η σημερινή συγκυρία με έκανε να φιλοτιμηθώ. Η περιπέτεια που θα παρουσιάσω σήμερα είναι η 18η από τις 24, δηλαδή βρισκόμαστε αισίως στα 3/4 του δρόμου. Ξεκινήσαμε τον Οκτώβριο του 2014, με μια παρουσίαση της περιπέτειας Αστερίξ στους Βρετανούς και μετά με μια γενική παρουσίαση των πρωταγωνιστών του κόμικς. Τον Δεκέμβριο είχαμε τη δεύτερη περιπέτεια, την Κατοικία των θεών, τον Φλεβάρη 2015 είδαμε τον Μάγο (ή Μάντη) ενώ στα τέλη Απριλίου παρουσίασα τον «Αστερίξ στη χώρα των Ελβετών». Τέλη Ιουνίου 2015 παρουσιάστηκε Ο αγώνας των αρχηγών, η πέμπτη περιπέτεια της σειράς. O κύκλος συνεχίστηκε στα μέσα Οκτωβρίου με τον Αστερίξ στην Κορσική και η τελευταία δημοσίευση για το 2015 ήταν την παραμονή των Χριστουγέννων με τον Αστερίξ Λεγεωνάριο. Το 2016 ξεκίνησε με την περιπέτεια Οβελίξ και σία τον Φλεβάρη, ενώ τον Απρίλιο ανέβασα το Δώρο του Καίσαρα. Ξαναπιάσαμε το νήμα τον Οκτώβριο με την Ασπίδα της Αρβέρνης, ενώ τον Δεκέμβριο ακολούθησε το Χρυσό δρεπάνι. Πρώτη περιπέτεια του 2017, τον Φλεβάρη, ήταν το Μεγάλο ταξίδι, που συμπλήρωσε την πρώτη δωδεκάδα. Στη δεύτερη δωδεκάδα μπήκαμε τον Απρίλιο, με την περιπέτεια «Ο Αστερίξ και η Κλεοπάτρα». Μετά αραίωσαν οι ρυθμοί. Τον Αύγουστο του 2017 παρουσιάστηκε η περιπέτεια «Ο Αστερίξ και οι Γότθοι» ενώ τον Δεκέμβριο είχαμε ένα εμβόλιμο άρθρο, αφού παρουσιάσαμε την καινούργια (χωρίς Γκοσινί αλλά και χωρίς Ουντερζό) περιπέτεια «Ο Αστερίξ στην Ιταλία» που είχε πρόσφατα κυκλοφορήσει στα γαλλικά. Το 2018 μία μόνο περιπέτεια παρουσιάσαμε, τον Απρίλιο, τον Αστερίξ στην Ισπανία. Μια ακόμα περιπέτεια παρουσιάσαμε τον Μάιο του 2019, τον Γύρο της Γαλατίας, ενώ τον Νοέμβριο είχαμε ένα εμβολιμο άρθρο, όπου παρουσιάσαμε μια ακόμα καινούργια περιπέτεια, της νέας περιόδου, Ο Αστερίξ και η αδρεναλίνη. Μία περιπέτεια ακόμα παρουσιάσαμε τον Μάρτιο του 2020, τον Αστερίξ Μονομάχο, ενώ έχω επίσης σκαναρισμένη, χάρη στον φίλο μας τον Χρήστο Τσατσαρώνη, την περιπέτεια Ο Αστερίξ και η χύτρα. Για τις άλλες, ελπίζω πως κάποιος θα φιλοτιμηθεί να σκανάρει τεύχη του Ψαρόπουλου που μας λείπουν (ο κατάλογος στο τέλος του άρθρου). Θυμίζω ότι οι περιπέτειες του Αστερίξ κυκλοφόρησαν σε αυτοτελείς τόμους στα ελληνικά πρώτη φορά στα τέλη της δεκαετίας του 1970 από τις εκδόσεις Ψαρόπουλου (σε μετάφραση αρχικά του Κώστα Ταχτσή και μετά του Αργύρη Χιόνη) ενώ αργότερα κυκλοφόρησαν σε νέα μετάφραση (της Ειρήνης Μαραντέι) από τις εκδόσεις Μαμούθ, που είναι και η έκδοση που (νομίζω πως) βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο εμπόριο. Λέω «σε αυτοτελείς τόμους» διότι περιπέτειες του Αστερίξ σε συνέχειες είχαν δημοσιευτεί στα τέλη της δεκαετίας του 1960 στο περιοδικό «Αστερίξ». Τη σημερινή περιπέτεια την ανέβασα εδώ απ’ όπου μπορείτε να τη διαβάσετε ονλάιν ή να την κατεβάσετε. Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς αγώνες χρονολογικά είναι η 12η περιπέτεια από τις 24 της σειράς. Δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote από τον Φεβρουάριο έως τον Ιούλιο του 1968 και αμέσως μετά εκδόθηκε σε βιβλίο -θυμηθείτε ότι το 1968 ήταν ολυμπιακή χρονιά, είχαμε τους αγώνες του Μεξικού. Ο γαλλικός τίτλος είναι Astérix aux jeux olympiques. Στην έκδοση του Ψαρόπουλου, όπως βλέπετε, ο τίτλος είναι κάπως διαφορετικός: Ο Αστερίξ Ολυμπιονίκης. Η σημερινή περιπέτεια έχει βεβαίως ελληνικό ενδιαφέρον αφού εκτυλίσσεται κατά το μεγαλύτερο μέρος της στην Ελλάδα, πράγμα που δίνει την ευκαιρία στους Γκοσινί και Ουντερζό για πολλά «τουριστικά» αστεία και λογοπαίγνια. Επίσης, είναι από τις λίγες περιπέτειες του Αστερίξ που έχουν κυκλοφορήσει και στα αρχαία ελληνικά (αλλά και στα κρητικά). Σκέφτηκα προς στιγμή να συμπεριλάβω στην παρουσίαση και αυτές τις γλωσσικές ποικιλίες, αλλά τελικά ήταν δύσκολο να τιθασεύσω το υλικό -ίσως στους επόμενους αγώνες το επιχειρήσω μόνο για αυτές. Ένας λεγεωνάριος του ρωμαϊκού στρατοπέδου που γειτονεύει με το γαλατικό χωριό έχει επιλεγεί να πάρει μέρος στους Ολυμπιακούς αγώνες και προπονείται στο δάσος. Εκεί συναντάει τον Οβελίξ και τον Αστερίξ. Παραβγαίνουν και ο Οβελίξ τον νικάει σε όλα (και τον δέρνει). Ο εκατόνταρχος παραπονιέται στον Μοναρχίξ και τον παρακαλεί να μην αποθαρρύνουν τον αθλητή του, αλλά το διάβημα φέρνει το αντίθετο αποτέλεσμα: οι Γαλάτες αποφασίζουν ότι θα πάρουν και αυτοί μέρος στους Αγώνες, με τον Αστερίξ και τον Οβελίξ, αφού (όπως είπε ο Καίσαρας) είναι Ρωμαίοι. Έτσι, το μισό χωριό ξεκινάει για την Αθήνα, μαζί με τα απαραίτητα για μια υγιεινή διατροφή αγριογούρουνα. Κάνουν λίγο τουρισμό και μετά πηγαίνουν στην Ολυμπία. Φτάνοντας εκεί, αντι να προπονιούνται, το ρίχνουν στο φαγοπότι, σίγουροι ότι το μαγικό φίλτρο θα τους δώσει τη νίκη. Όμως η ελλανόδικος επιτροπή τούς πληροφορεί ότι η χρήση ουσιών που ενισχύουν την απόδοση απαγορεύεται αυστηρά -έτσι αποφασίζουν να πάρει μέρος μόνο ο Αστερίξ, στον δρόμο. Οι Έλληνες αθλητές επικρατούν σε όλα τα αγωνίσματα, οπότε οι διοργανωτές αποφασίζουν, για το καλό του τουρισμού, να κάνουν κι ένα ειδικό αγώνισμα μόνο για Ρωμαίους, ώστε να μη φύγουν οι ξένοι με άδεια χέρια. Ο Αστερίξ και ο Πανοραμίξ παγιδεύουν τους Ρωμαίους με ένα καζάνι γεμάτο μαγικό φίλτρο: οι Ρωμαίοι αθλητές το πίνουν και φυσικά κόβουν όλοι μαζί το νήμα στον αγώνα δρόμου, αλλά ο Πανοραμίξ είχε ρίξει χρώμα μέσα οπότε όλοι ακυρώνονται. Έτσι, το στεφάνι το παίρνει ο Αστερίξ -αλλά, μεγαλόψυχος, το χαρίζει στον λεγεωνάριο του γειτονικού στρατοπέδου. Ο Γκοσινί κι ο Ουντερζό δεν άντεξαν στον πειρασμό και έβαλαν τα πορτρέτα τους με ελληνικές επιγραφές, ΓΟΣΚΙΝΝΥ και ΥΔΕΡΖΟ, στην είσοδο του σταδίου της Ολυμπίας. Αλληλοχαρακτηρίζονται, Τύραννος και Δεσπότης! (Προσέξτε με πόση χαρά ο δεύτερος υπεύθυνος διαπιστώνει την παρακμή της Ρώμης). Μια από τις κλασικές ατάκες της περιπέτειας, που έγινε παροιμιώδης στη φοιτητική μου παρέα για πολλά χρόνια, είναι οι δικαιολογίες των Γαλατών όταν ο Αστερίξ χάνει στον αγώνα δρόμου (τόσο στο κανονικό αγώνισμα, όσο και στο έκτακτο «μόνο για Ρωμαίους»). –Ναι! Ο στίβος ήταν πολύ βαρύς! –Και τ’ αγριογούρουνα φάγαν φαΐ για τα γουρούνια μεταφράζει ο Χιόνης, ενώ η Μαραντέι: — Και τ’ αγριογούρουνα έφαγαν κάτι αηδίες. Cochonnerie, κατά λέξη «γουρουνιά», σημαίνει βρομιά ή πράγμα κακής ποιότητας ή και κακή συμπεριφορά. Στην παρέα μου θυμάμαι ότι η παροιμιώδης φράση ήταν «Ήταν βαρύς ο στίβος. Και τα αγριογούρουνα έφαγαν βρομιές». Ο λεγεωνάριος του γειτονικού στρατοπέδου λέγεται Cornedurus, δηλαδή corne d’urus, δηλαδή κέρατο ούρου, όπου ούρος είναι ένα άγριο βοοειδές που υπήρχε στην εποχή των Γαλατών αλλά εξέλιπε τον 17ο αιώνα. Ο Μπρασένς είχε γράψει τραγούδι Corne d’aurochs, όπως είναι το άλλο του όνομα. Ο Χιόνης τον αποδίδει Μποντυλάινους, ενώ η Μαραντέι τον λέει Μούσκουλους, που το βρίσκω λίγο καλύτερο. Όσο για τους Έλληνες, τα ονόματά τους τελειώνουν σε -os και σε -as. Ο ξεναγός που προσφέρεται να βοηθήσει τους Γαλάτες και να τους γνωρίσει την Αθήνα, λέγεται Mixomatos, που είναι το όνομα της ασθένειας μυξωμάτωση, ενώ έχει μια ατελείωτη σειρά από ξαδέρφια απολύτου εμπιστοσύνης, όπως τον Calvados (νομός της Νορμανδίας και όνομα οινοπνευματώδους), τον Plexiglas, και τον Scarfas (βλ. Scarface). Ο Καλβαντός αλλάζει τα σεστέρσια των Γαλατών σε οβολούς, δραχμές και μνες. Ο Χιόνης τον αποδίδει Αεριτζίδη ενώ η Μαραντέι τον λέει Σαραφίδη. Καλά και τα δύο. Στην τελετή έναρξης των αγώνων, εκεί που ο εκφωνητής αναγγέλλει τους αθλητές που παρελαύνουν από κάθε περιοχή της Ελλάδας, ο Γκοσινί αφήνεται σε μια ομοβροντία από λογοπαίγνια, τα περισσότερα αμετάφραστα. Πρώτοι μπαίνουν στο στάδιο οι αθλητές από τις Θερμοπύλες -le défilé des Thermopyles, όπου η λέξη défilé σημαίνει αφενός «παρέλαση» αλλά αφ’ ετέρου «στενό πέρασμα»! Ακολουθούν οι αθλητές από τη Σαμοθράκη, σίγουροι για τη νίκη τους (υπαινιγμός για τη Νίκη της Σαμοθράκης) και μετά οι αθλητές από τη Μήλο: ceux de Milo sont venus aussi, όπου το venus είναι η μετοχή του venir (έρχομαι) είναι όμως και η Αφροδίτη (Venus de Milo)! Πώς να το μεταφράσεις αυτό; Ο Χιόνης βάζει τον εκφωνητή να λέει: … και η Αφροδίτη, συγγνώμη, η αντιπροσωπεία της Μήλου. Η Μαραντέι παραιτείται και μεταφράζει κατά λέξη: αλλά κι από τη Μήλο έχουν έρθει. Λογοπαιγνίων συνέχεια στο δεύτερο καρέ: Αυτοί από τα Κύθηρα μόλις αποβιβάστηκαν -υπαινιγμός στον διάσημο γαλλικό πίνακα Embarquement pour Cythère. Από τον Μαραθώνα έρχονται τρέχοντας, ενώ οι Μακεδόνες είναι πολύ ανακατεμένοι (θυμίζω ότι η φρουτοσαλάτα ή τα ανάμικτα λαχανικά λέγονται στα γαλλικά macédoine des fruits / des legumes, επειδή η Μακεδονία ήταν ένα μωσαϊκό από λαούς). Και οι Σπαρτιάτες βαδίζουν ξυπόλητοι, αλλά κι εδώ υπάρχει λογοπαίγνιο διότι spartiate είναι ένα είδος σανδάλια. Δεν χώρεσε, στο αποκάτω καρέ, η αντιπροσωπεία της Ρόδου, που είναι μονομελής. Ένας, αλλά ο Κολοσσός! Ο Χιόνης έφτιαξε δικά του λογοπαίγνια αντικαθιστώντας τους Μακεδόνες και τους Κυθήριους: οι Ελευσίνιοι, όπως πάντα μυστηριώδεις, οι Κορίνθιοι μασώντας σταφίδες…. Το βρίσκω έξυπνη λύση. Σε ένα σημείο όπου ο Μοναρχίξ παινεύεται στους Ρωμαίους ότι θα νικήσουν οι Γαλάτες (πριν μάθει ότι απαγορεύεται η χρήση μαγικού ζωμού) αντιστρέφει το ρητό του βαρόνου ντε Κουμπερτέν: – Nous ne vous empêchons pas de participer… Cela dit, nous, on va gagner… C’est l’essentiel, [Δεν σας εμποδίζουμε να συμμετάσχετε… Βεβαίως, εμείς θα νικήσουμε. Αυτό έχει σημασία], ενώ ο Κουμπερτέν είχε πει «l’essentiel n’est pas de gagner mais de participer» (Σημασία δεν έχει η νίκη αλλά η συμμετοχή). Περιέργως το λογοπαίγνιο ξέφυγε κι απ’ τους δυο μεταφραστές, που αποδίδουν την τελευταία φράση «Πώς να το κάνουμε» ή κάπως έτσι. Φυσικά, οι Γαλάτες ξεναγούνται και στα κουτούκια της Πλάκας, όπου μυούνται στους ελληνικούς χορούς όπου διακρίνεται ο γέρος, ο Agecanonix (Παλαιοντολογίξ στην παλιά μετάφραση, Μαθουσαλίξ στην καινούργια). Χορεύουν βέβαια τον χορό που είχε γίνει δημοφιλής από τον Ζορμπά του Κακογιάννη. Και στο μεθεπόμενο καρέ ο Μαθουσαλίξ μεθυσμένος δηλώνει ότι αισθάνεται 10 χρόνια νεότερος, οπότε ο Αστερίξ τον προσγειώνει: Είσαι λοιπόν 83 χρονών κι έπρεπε να κάνεις νάνι! Ενώ υπάρχουν κι άλλα λογοπαίγνια, μου αρέσει πολύ μια σκηνή που μεταφράζεται εύκολα αφού δεν έχει λογοπαίγνια, και που τη βρίσκω εξαιρετικά πετυχημένη. Στην αρχή της ιστορίας, ο Mαθουσαλίξ ειδοποιεί τους άλλους Γαλάτες ότι ενώ μάζευε μανιτάρια άκουσε τους Ρωμαίους να βγάζουν ιαχές χαράς από το στρατόπεδο. — Πολύ παράξενο αυτό, λέει ο Μοναρχίξ. Τι θα κάνουμε; Και ο Οβελίξ απαντάει: Eξαγριωμένος ο Μοναρχίξ τον επιπλήττει -όχι όμως επειδή έχει το μυαλό του στο φαγητό αντί για τη ρωμαϊκή απειλή, αλλά επειδή… τα μανιτάρια πρέπει να γίνουν ομελέτα! Κι όταν μένουν, παρακάτω, μόνοι τους οι δυο εχέφρονες, ο Αστερίξ και ο Πανοραμίξ, στην ερώτηση «Και τι θα κάνουμε» του Αστερίξ, ο Πανοραμίξ αποφαίνεται: Τηγάνισμα χρειάζεται. Τα τηγανητά μανιτάρια διατηρούν όλη τη γεύση τους! Παραλείπω πολλά ωραία ευρήματα της περιπέτειας. Ίσως στους επόμενους Ολυμπιακούς αγώνες να τα παρουσιάσω, αν αξιωθώ και βάλω την κρητική ή την αρχαιοελληνική μετάφραση. Θα κλείσω με άλλη μια αστεία σκηνή, προς το τέλος. Ο Αστερίξ κι ο Πανοραμίξ παγιδεύουν τους Ρωμαίους μιλώντας δυνατά για το καζάνι με το μαγικό φίλτρο, που βρίσκεται σε μια καλύβα που δεν κλείνει καλά η πόρτα της και κανείς δεν τη φυλάει τη νύχτα, ενώ ο Οβελίξ δεν καταλαβαίνει τι τρέχει. Όπως βλέπετε, οι σελίδες είναι στραβοσκαναρισμένες. Οπότε, αν θέλετε οι επόμενες περιπέτειες που απομένουν να είναι καλύτερα σκαναρισμένες, στείλτε μου εσείς (αν έχετε) κάποια περιπέτεια από τις παρακάτω, πάντα στις παλιές εκδόσεις Ψαρόπουλου: * Ο Γαλάτης Αστερίξ * Η διχόνοια * Αστερίξ και Νορμανδοί * Οι δάφνες του Καίσαρα * Αστερίξ και οι Βέλγοι Πηγή
  9. Ευχάριστη έκπληξη για κομιξόφιλες / ους: Uderzo και Goscinny "ξανασυναντιούνται" και έχουμε νέα άφιξη "Το χρυσό Μενίρ" (Le Menhir d'or) τον Οκτώβριο! Πρόκειται για μια ιστορία του Goscinny που είχε κυκλοφορήσει το 1967 με τη μορφή ακουστικού βιβλίου, συνοδευόμενη από σκίτσα του Uderzo. Το έργο αυτό δεν μπορούσε κανείς να το βρει εύκολα και σχεδόν ξεχάστηκε. Οι εκδόσεις Albert-René ανακοινώνουν ότι θα κυκλοφορήσει ξανά ως μια εικονογραφημένη ιστορία στις 21 Οκτωβρίου στη Γαλλία και το Βέλγιο. "O ίδιος ο Uderzo μπόρεσε να επιβλέψει στα τέλη του 2019 την αποκατάσταση των σκίτσων, που πραγματοποιήθηκε από τους πιο πιστούς του συνεργάτες", εξηγούν οι εκδόσεις Albert-René. Είναι η μορφή με την οποία έχουμε γνωρίσει κι άλλες ιστορίες όπως το "Πώς ο Οβελίξ έπεσε στη χύτρα του Δρουΐδη, όταν ήταν μικρός". Στη συγκεκριμένη περίπτωση ο λατρεμένος Κακοφωνίξ θα πάρει μέρος σε ένα διαγωνισμό τραγουδιού, που θα εποπτεύεται από τους Ρωμαίους, στο Δάσος των Καρνούτων και ο Αστερίξ και ο Οβελίξ θα τον συνοδεύσουν προστατεύοντάς τον... Ανυπομονούμε για τις 44 σελίδες... Πηγή
  10. Έφυγε και ο δεύτερος πατέρας του Αστερίξ Γιάννης Κουκουλάς Με το έργο του ο Αλμπέρ Ουντερζό έκανε εκατομμύρια ανθρώπους να γελάσουν, να ενδιαφερθούν για την Ιστορία και τον παγκόσμιο πολιτισμό και πάνω απ’ όλα να ζηλέψουν τους ανυπότακτους και αδούλωτους Γαλάτες Ο Αστερίξ είναι αναμφίβολα ο πιο δημοφιλής χαρακτήρας των ευρωπαϊκών κόμικς και ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες της ένατης τέχνης παγκοσμίως. Η ιδέα για τον βραχύσωμο Γαλάτη ξεπήδησε από την οργιώδη φαντασία του Ρενέ Γκοσινί, αλλά για την εικόνα του ήταν αποκλειστικά υπεύθυνος ο Αλμπέρ Ουντερζό. Η συνεργασία των δύο εμβληματικών δημιουργών ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1950 και ένα από τα πρώτα αποτελέσματά της ήταν ο Ινδιάνος Ούμπα-Πα, ένας χαρακτήρας που μπορεί να μη γνώρισε την επιτυχία που είχαν όσοι ακολούθησαν, αλλά έμαθε τους δυο καλλιτέχνες να δουλεύουν μαζί, να μοιράζονται ιδέες, να πειραματίζονται, να τολμούν. Το 1959 ανέλαβαν από κοινού τις τύχες του περιοδικού Pilote με κόμικς που δεν απευθύνονταν σε μικρούς αναγνώστες αλλά σε μεγαλύτερα παιδιά, εφήβους, ακόμα και ενηλίκους. Ο Γκοσινί ανέλαβε τη συνολική επιμέλεια και ο Ουντερζό την καλλιτεχνική διεύθυνση. Οι Γκοσινί και Ουντερζό το 1975 Παρά τον φόρτο της έκδοσης ενός περιοδικού και του συντονισμού πλειάδας σπουδαίων δημιουργών, οι δυο φίλοι δεν σταμάτησαν να συνεργάζονται και σύντομα παρουσίασαν την πρώτη τους μεγάλη επιτυχία, μια χιουμοριστική σειρά με Γαλάτες πρωταγωνιστές στα χρόνια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Ο Αστερίξ, ο Οβελίξ και όλοι οι παράξενοι, ανυπότακτοι και καλοφαγάδες Γαλάτες, που βάζουν πάνω απ’ όλα την ελευθερία τους κόντρα σε έναν πάνοπλο στρατό κατακτητών, κέρδισαν αμέσως τις εντυπώσεις του κοινού. Η πρώτη ιστορία με τίτλο «Αστερίξ ο Γαλάτης», που συγκεντρώθηκε σε ενιαίο άλμπουμ το 1961, άνοιξε τον δρόμο για μια ξέφρενη πορεία, τόσο δημιουργικά για τους δυο καλλιτέχνες όσο και εκδοτικά. Οι Γκοσινί και Ουντερζό εξηγούν πώς συνέλαβαν την ιδέα για τον Αστερίξ (1962) Οι Γκοσινί και Ουντερζό, μέχρι τον θάνατο του πρώτου το 1977 σε ηλικία 51 ετών, φιλοτέχνησαν 24 ιστορίες, με πιο γνωστές τις: «Αστερίξ και Κλεοπάτρα» (1965), «Ο Αστερίξ Λεγεωνάριος» (1967), «Ο Αστερίξ στους Ολυμπιακούς Αγώνες» (1968), «Η Κατοικία των Θεών» (1971), «Ο Μάντης» (1972) κ.ά., που όλες μεταφράστηκαν σε δεκάδες γλώσσες, πούλησαν εκατομμύρια αντίτυπα αλλά, παραδόξως, δεν σημείωσαν μεγάλη επιτυχία στις ΗΠΑ, ίσως λόγω της μεγάλης αμερικανικής παράδοσης στο υπερηρωικό είδος που δεν άφηνε χώρο σε εναλλακτικούς και χιουμοριστικούς ήρωες με πεδίο δράσης τους την Ευρώπη της αρχαιότητας. Από το 1977 και μετά, ο Ουντερζό συνέχισε τις ιστορίες του Αστερίξ γράφοντας ο ίδιος τα σενάρια και φυσικά σχεδιάζοντάς τα («Η Μεγάλη Τάφρος», «Η Οδύσσεια του Αστερίξ», «Η Γαλέρα του Οβελίξ» κ.ά.) μέχρι το 2005, όταν και κυκλοφόρησε το «Και ο Ουρανός Έπεσε στο Κεφάλι τους» που ήταν και το τελευταίο άλμπουμ του Αστερίξ με τη συμμετοχή του. Η αλήθεια είναι ότι για τις περισσότερες από αυτές τις ιστορίες η κριτική δεν ήταν ένθερμη καθώς, αν και τα σχέδια παρέμειναν στα υψηλά πρότυπα του παρελθόντος, το χιούμορ ήταν εμφανώς διαφορετικό από αυτό του Γκοσινί και τα σενάρια είχαν όλο και περισσότερες αναφορές στη σύγχρονη ζωή, γεγονός που δεν ικανοποίησε μια μερίδα πιστών οπαδών του Αστερίξ. Αυτό, από την άλλη, δεν μείωσε σε τίποτα την εμπορική επιτυχία και τις ατέλειωτες επανεκδόσεις και μεταφράσεις. Η πρώτη περιπέτεια (1980) που δημιούργησε ο Ουντερζό μόνος του μετά το θάνατο του Γκοσινί Από το 2013, τις τύχες των Γαλατών ανέλαβαν δυο νέοι Γάλλοι δημιουργοί, οι Jean-Yves Ferri και Didier Conrad, που συνεχίζουν πάνω στα χνάρια των Γκοσινί και Ουντερζό με αρκετή επιτυχία μέχρι σήμερα. Ως προς καθαυτό το σχεδιαστικό μέρος και τη μοναδική δεξιοτεχνία του Ουντερζό, αξίζει να επισημανθεί η σπάνια ικανότητά του να αποδίδει με έναν εξόφθαλμα στερεοτυπικό τρόπο σχεδόν κάθε χαρακτήρα, κάθε κοινωνική ομάδα, κάθε εθνική προέλευση, χωρίς ποτέ να γίνεται προσβλητικός ή να μπορεί να χαρακτηριστεί ρατσιστής. Η πολιτική ορθότητα, φυσικά, δεν είχε απλωθεί τόσο έντονα στην τέχνη γενικά και στην τέχνη των κόμικς ειδικότερα, όταν ο Ουντερζό ξεκίνησε να σχεδιάζει, αλλά το χιούμορ του ήταν τόσο επιτυχές και οι προθέσεις του τόσο προδήλως αγαθές που θα ήταν υπερβολή να δεχτεί κριτική επειδή παρουσιάζει τον αφελή Οβελίξ ως ευτραφή, τον υπερήλικα Μαθουσαλίξ στα όρια της άνοιας, τους Αιγύπτιους κοντούς και σχεδόν ομοιόμορφους, τους Ελληνες με μεγάλες μύτες, τους Αφρικανούς με φουσκωτά χείλια. Αυτό όμως δεν γίνεται για να χλευαστούν οι άνθρωποι ή οι λαοί, αλλά για να γίνουν ταχέως αναγνωρίσιμοι. Αλλωστε, όλοι αντιμετωπίζονται από τα ευφυή πενάκια του Ουντερζό με την ίδια διάθεση για χιούμορ. Απόσπασμα από «Το δώρο του Καίσαρα» (1974). Όλες οι ιστορίες του Αστερίξ κυκλοφορούν στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ Οπως σημειώνει και η Μαριάννα Μίσιου στο εξαιρετικό βιβλίο της για τον Γκοσινί και τις θεωρητικές, ερμηνευτικές και διδακτικές διαστάσεις των κόμικς με τίτλο «Τα Κόμικς από το Περίπτερο στη Σχολική Τάξη – Ξεφυλλίζοντας τον Γκοσινί»: «Εκτός από τα φυσιογνωμικά χαρακτηριστικά του κάθε λαού, οι ενδυματολογικές επιλογές και τα χρηστικά αντικείμενα συμβάλλουν στον σχηματισμό της εξωτερικής εμφάνισης του Αλλου που τον διαχωρίζει από το Εγώ. Τα κοινά και συνηθισμένα αντικείμενα του Αλλου είναι αξιοπερίεργα και αλλόκοτα για κάποιον που δεν ανήκει στην κουλτούρα του. Για τον λόγο αυτόν, κάθε τέτοιο αντικείμενο επισημαίνει την ετερότητα, παραπέμποντας στον χαρακτήρα και τη νοοτροπία του Αλλου. Για παράδειγμα, στον Αστερίξ, η ενδυμασία που αποτελείται από προβιές ζώων φοριέται από λαούς που εμφανίζονται ως τραχείς, όπως οι Γότθοι και οι Νορμανδοί. Οι Γότθοι τυλίγονται με μια προβιά, τα πόδια τους είναι γυμνά και κρατούν πελέκια ή ρόπαλα, γεγονός που ενισχύει την εντύπωση της βαρβαρότητας. Οι Νορμανδοί φορούν και αυτοί γιλέκα από προβιά και πίνουν από ανθρώπινα κρανία. Αντίθετα, οι Ελληνες φορούν χλαμύδα και κρατούν στις πλάτες τους αμφορείς, οι Γαλάτες ψηλές βράκες και ξίφη, ενώ οι ενδυμασίες των Βρετανών είναι από ύφασμα τουίντ ή καρό, από όπου αναδύεται μια σχετική κομψότητα και συχνά κρατούν ένα φλιτζάνι τσάι». Αυτή η πολυποικιλότητα των εμφανίσεων και των συμπεριφορών βρίσκει την αποθέωσή της, όμως, στους τρόπους που ο Ουντερζό αποδίδει τα πραγματολογικά στοιχεία, την αρχιτεκτονική, τη ρυμοτομία, ακόμα και τα φαγητά και τα οχήματα και περισσότερο τα στοιχεία της πολιτιστικής κληρονομιάς κάθε λαού. Οπως επισημαίνει η Μαριάννα Μίσιου: «Στα “αντικείμενα” του Αλλου ανήκουν και τα αξιοθέατα που ανακαλύπτουν στα ταξίδια τους οι Γαλάτες πρωταγωνιστές, τα οποία αποτελούν ισχυρά σύμβολα της συλλογικής ταυτότητας. Χάρη στη μεγάλη τους διάδοση, τα μνημεία της πολιτισμικής κληρονομιάς του κάθε λαού είναι παγκοσμίως γνωστά και αναγνωρίζονται εύκολα από τους αναγνώστες κάθε πολιτισμού. Παράλληλα, το σύνολο αυτών των αναφορών μαρτυρεί την αναγνώριση της πολιτισμικής ταυτότητας του Αλλου. Για παράδειγμα, όταν ο Αστερίξ και οι φίλοι του φτάνουν στην Αθήνα, απολαμβάνουν την Ακρόπολη, τις δωρικές στήλες του Παρθενώνα, το χρυσελεφάντινο άγαλμα της Αθηνάς […] Παρόμοια στη Βρετανία ο Οβελίξ φυλακίζεται στον Πύργο του Λονδίνου, ένα από τα πιο γνωστά ιστορικά κτίρια και ένα από τα σύμβολα του Λονδίνου που κατά καιρούς χρησιμοποιήθηκε ως κάστρο και ως φυλακή για αριστοκράτες […] Στην Αίγυπτο οι πρωταγωνιστές συναντούν την αρχαία πόλη Λούξορ, τη Σφίγγα και τις πυραμίδες, ενώ στη Γενεύη διέρχονται από το κτίριο των Ηνωμένων Εθνών». Το στίγμα λοιπόν στις ιστορίες των Γκοσινί και Ουντερζό για περίπου δύο δεκαετίες και στο έργο του Ουντερζό μόνου του για τις επόμενες τρεις δεν δίνουν τα αρνητικά στερεότυπα, αλλά οι χιουμοριστικές αναπαραστάσεις του Αλλου όπως είναι καταγεγραμμένος, εσφαλμένα ίσως, στη συλλογική μνήμη και γνώση. Οι προθέσεις όμως είναι αγαθές και με γνώμονα το καλοπροαίρετο χιούμορ. Επιπλέον, η δημοκρατικότητα των χιουμοριστικών αναπαραστάσεων από τις οποίες δεν ξεφεύγει κανείς κι ακόμα περισσότερο οι Γαλάτες πρόγονοι του Ουντερζό, που αποδίδονται με το μέγιστο του χιούμορ, αίρει κάθε επιφύλαξη. Το έργο του Ουντερζό ήταν και θα είναι αξεπέραστο για πολλές γενιές αναγνωστών που γνώρισαν μέσω των σχεδίων του και των πανέξυπνων αναχρονισμών του δεκάδες πολιτισμούς και συμπεριφορές, μνημεία και συνήθειες λαών, ιστορικά και πολιτικά γεγονότα. Και πάντα με επίκεντρο την αδάμαστη ψυχή μιας ομάδας ανθρώπων που επιλέγουν να ζήσουν αδούλωτοι απέναντι σε μια πολεμική μηχανή. Ο Ουντερζό, όπως και ο Γκοσινί, ποτέ δεν εξιδανίκευσε τον Αστερίξ και τους συγχωριανούς του. Τους παρουσίασε οξύθυμους, γκαφατζήδες, ευκολόπιστους, δεισιδαίμονες αλλά την κρίσιμη στιγμή μονιασμένους και καθόλου διστακτικούς να πράξουν το αυτονόητο: να υπερασπιστούν τη γη τους κόντρα στον εισβολέα. Οχι μόνο με τα λόγια αλλά και εμπράκτως. Με δικαιολογημένη και επιβεβλημένη βία κόντρα στη βία του ισχυρού. Πηγή
  11. Ο δεύτερος πατέρας του Αστερίξ με το ανυπότακτο, οπτικό χιούμορ Αλμπέρ Ουντερζό (1927-2020). Σχεδιαστής, συνδημιουργός και τελικά μοναχικός ενορχηστρωτής των περιπετειών του Αστερίξ. Είναι σαν να διαλέγεις ένα τραγούδι από το αγαπημένο σου συγκρότημα. Ή, το ομορφότερο χαρακτηριστικό ενός προσώπου που δεν χορταίνεις να κοιτάς. Κι ας μιλάμε εδώ για σκίτσα και χρώματα, για τοπία και φιγούρες, σε ιστορίες μόλις 48 σελίδων: αν γέλασες μαζί τους ως παιδί κάποιο καλοκαιρινό απομεσήμερο, αν ως ενήλικας εντόπισες ιστορικές λεπτομέρειες που σου διέφευγαν, τότε όλες οι περιπέτειες του Αστερίξ μοιάζουν τέλειες σαν τη μύτη της Κλεοπάτρας ή τα μαλλιά της Φραμπάλας. Για τα σενάρια του δαιμόνιου Ρενέ Γκοσινί, που έφυγε από τη ζωή το 1977, έχουν ήδη γραφτεί πολλά. Για την εικονογράφηση που τα συνόδευε σε ένα σπάνιο συνδυασμό αφηγηματικού ρυθμού και σχεδιαστικής απλότητας, αρκεί μια ματιά σε τεύχη όπως «Ο Αστερίξ στην Κορσική», «Η κατοικία των θεών» ή «Οι δάφνες του Καίσαρα». Οι ανθρώπινες φιγούρες αποκαλύπτουν μόνες τους τον κωμικά εκφραστικό τους πλούτο: τόσοι ψαρωμένοι λεγεωνάριοι, ματαιωμένοι πειρατές, αγανακτισμένοι πωλητές αγριογούρουνων, αλλά και κρυόμπλαστροι Βρετανοί, καταφερτζήδες Ελληνες ή μιλιταριστές Γότθοι, δείχνουν καθαρά πόσο δύσκολη αλλά διασκεδαστική υπόθεση είναι το οπτικό χιούμορ. Την περασμένη Τρίτη, ο Αλμπέρ Ουντερζό, σχεδιαστής όλων των παραπάνω, συνδημιουργός και τελικά μοναχικός ενορχηστρωτής των περιπετειών του Αστερίξ, πέθανε από καρδιακή προσβολή στο σπίτι του στο Νεϊγί, σε ηλικία 93 ετών. «Ηταν πολύ κουρασμένος τις τελευταίες εβδομάδες», έλεγε η μελαγχολική κατακλείδα της ανακοίνωσης του θανάτου του, λες και όλα τα σχέδια μιας ζωής τον είχαν καταπονήσει ανεπανόρθωτα. Η αλήθεια είναι ότι τα πρώτα του χρόνια ως επαγγελματίας της Ένατης Τέχνης είχαν ξενύχτι: «Το να ζεις από τα κόμικς ήταν πολύ δύσκολο εκείνες τις μέρες, έπρεπε λοιπόν να σχεδιάζω έναν αστρονομικό αριθμό σελίδων για να βγει ο μήνας», θυμόταν κάποτε. Μιλούσε για την περίοδο μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν είχε εγκαταλείψει τα όνειρα να γίνει κλόουν ή μηχανικός αεροσκαφών σαν τον μεγαλύτερο αδελφό του Μπρούνο και εργαζόταν ως εικονογράφος παιδικών ιστοριών στη Société Parisienne d’Édition και έπειτα ως κομίστας σε μικρούς εκδοτικούς ή ως «ρεπόρτερ-σχεδιαστής» σε περιοδικά. Στα διαπλαστικά εκείνα χρόνια είχε δημιουργήσει μια παρωδία του Ταρζάν, αλλά και μια ιστορία με πρωταγωνιστές τον παντοδύναμο Αρις Μπακ και τον κοντοπίθαρο Καστανιάκ. Μέχρι που το 1951, στο βελγικό πρακτορείο ειδήσεων International Press, γνωρίστηκε με τον Ρενέ Γκοσινί. Σύμφωνα με τον θρύλο, ο ήρωας με τα ξανθά μουστάκια και ο εύσωμος φίλος του με τις κόκκινες κοτσίδες γεννήθηκαν στο διαμέρισμα του Ουντερζό, ένα βράδυ με πολλά τσιγάρα και ποτήρια παστίς. «Στα πρώτα μου σκίτσα εμφανίστηκε ένας χαρακτήρας ψηλός, ταιριαστός με τη διαδεδομένη εικόνα των Γαλατών. Τότε ο Ρενέ μου έβαλε την ιδέα ενός ήρωα μικρόσωμου, αδύναμου, όχι οπωσδήποτε ευφυούς και όμορφου, αλλά πάντως ξύπνιου και επιτήδειου, κόντρα στα πρότυπα που ήθελαν πρωταγωνιστές με τους οποίους να ταυτίζονται τα παιδιά», έγραφε ο Ουντερζό στα απομνημονεύματά του. Κάπως έτσι, ο Αστερίξ ο Γαλάτης έκανε το ντεμπούτο του στο περιοδικό Pilote στις 29 Οκτωβρίου του 1959. Η πρώτη, ομώνυμη ιστορία του, κυκλοφόρησε αυτοτελώς το 1961 από την Dargaud, ενώ σειρά είχαν το «Χρυσό δρεπάνι» και ο «Αστερίξ στους Γότθους». Γκοσινί και Ουντερζό είχαν ήδη συνεργαστεί στις περιπέτειες του ερυθρόδερμου Ούμπα-Πα, όμως εδώ χτύπησαν μια φλέβα ευρωπαϊκή, παγκόσμια: τα καμώματα των πεισματάρηδων και καβγατζήδων Γαλατών, που υπερασπίζονται το μικρό χωριό τους από τους φουκαράδες λεγεωνάριους του Ιούλιου Καίσαρα, παρουσίαζαν μεταπολεμικά την εικόνα ενός κόσμου, όπου, όσες μάχες και αν ξεσπούσαν, στο τέλος δεν υπήρχε ούτε ένας νεκρός. Οι μάχες. Οι περίφημες μάχες μεταξύ μαγικού ζωμού και ρωμαϊκού ιμπεριαλισμού, μια πανδαισία από χρώματα και μπούφλες, που ο Ουντερζό εμπνεύστηκε έχοντας διαβάσει ως πιτσιρικάς πολύ Ποπάι. Το σχεδιαστικό του στυλ θα εντασσόταν κατόπιν στην «καθαρή γραμμή», τη «ligne claire» των γαλλοβελγικών κόμικς, όμως ο ίδιος θα δήλωνε ότι βασική του επιρροή ήταν ο Γουόλτ Ντίσνεϊ και ταινίες όπως το «Η Χιονάτη και οι επτά νάνοι». Ο Μίκι Μάους επίσης: το 1934 ήταν η χρονιά που κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του Journal de Mickey στη Γαλλία και που οι γονείς τού Ουντερζό, δύο Ιταλοί μετανάστες εγκατεστημένοι στα προάστια του Παρισιού, πήραν επιτέλους τη γαλλική υπηκοότητα. Η καταγωγή του μικρού Ουντερζό έκανε τους συμμαθητές του να τον φωνάζουν πειρακτικά «μακαρονά» και τον ίδιο, να επιμένει ότι δεν τον λένε Αλμπέρτο, αλλά Αλμπέρ. Οσο ο πατέρας του εργαζόταν ως ξυλουργός, η μητέρα του έδινε σε εκείνον και στα αδέλφια του λευκά χαρτιά και μολύβια για να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους. Ο Αλμπέρ φαντάστηκε τις πρώτες του ιστορίες επηρεασμένος και πάλι από τον αδελφό του Μπρούνο, που προσπαθούσε να γλιτώσει από τους ναζί στην κατεχόμενη Γαλλία. Το πιο εντυπωσιακό από όλα; Είχε γεννηθεί με έξι δάχτυλα σε κάθε χέρι και αχρωματοψία. Το πρώτο διορθώθηκε με επέμβαση. Το δεύτερο, με πολλές ετικέτες κολλημένες στους μαρκαδόρους του. Σε μια συνέντευξη του 2015, έλεγε ότι λίγο μετά την κυκλοφορία του πρώτου Αστερίξ, είχε ρωτήσει ένα ψηλομύτικο στέλεχος της Dargaud γιατί δεν προωθεί αρκετά το καινούργιο κόμικ. «Οταν φτάσετε τις 30.000 αντίτυπα θα το σκεφθούμε», ήταν η απάντηση. Δεκαετίες αργότερα, τα συνολικά 38 τεύχη του Αστερίξ έχουν μεταφραστεί σε περίπου 110 γλώσσες και διαλέκτους, έχοντας πουλήσει σχεδόν 370 εκατομμύρια αντίτυπα. Στην Ελλάδα ήρθαν στα τέλη του ’60, από τις εκδόσεις «Σπανός», «Ψαρόπουλος» και «Μαμούθ Comix», σε μεταφράσεις του Κώστα Ταχτσή, του Αργύρη Χιόνη, της Ειρήνης Μαραντέι. Η διεθνής εκδοτική τους ιστορία δεν ήταν μόνο ρόδινη: κάτοχος μιας έπαυλης και μια συλλογής από Φεράρι, χρισμένος Ιππότης της Λεγεώνας της Τιμής, ο Ουντερζό θα έφτανε στα δικαστήρια με την κόρη του Σιλβί το 2014, εξαιτίας της απόφασης να πουλήσει τα πνευματικά δικαιώματα του Αστερίξ στην Hachette. Από το 2011, την αφήγηση και τον σχεδιασμό του κόμικ έχουν αναλάβει οι Ζαν-Ιβ Φερί και Ντιντιέ Κονράντ. Τα τελευταία χρόνια, ο Ουντερζό δεν ήταν απλώς «πολύ κουρασμένος»· ήταν ανήμπορος να σχεδιάσει έστω μια μικρή αφιέρωση. Τα γραπτά μένουν όμως, έτσι δεν λέμε; Τα σκίτσα και τα χρώματα, ομοίως. Και στο τελευταίο καρέ, θα στήνεται πάντα ένα γενναίο τσιμπούσι: οι Γαλάτες θα αγκαλιάζονται χωρίς να φοβούνται τίποτα και οι Ρωμαίοι θα μετράνε μπούφλες και αστράκια. Πηγή
  12. O Αστερίξ και ο Οβελίξ ξαναορφάνεψαν Βένα Γεωργσκοπούλου Ο μυθικός σχεδιαστής πέθανε στα 92 του χρόνια. Από το 1977, που είχε φύγει από τη ζωή ο δεύτερος δημιουργός του, ο σεναρίστας Ρενέ Γκοσινί, ο Ουντερζό κρατούσε ολομόναχος το βάρος του κόμικς με τις τεράστιες πωλήσεις σε όλο τον κόσμο. Με ιταλικό αίμα και αμερικανικές καλλιτεχνικές επιρροές, κατάφερε να κάνει έναν τριπίθαμο, πανούργο Γαλάτη σύμβολο της Γαλλίας. «Πρέπει να πεθάνω για να πουν καλά λόγια για μένα; Μόνο για τον Τεντέν μιλάνε! Κι όμως ο "Αστερίξ", για τον οποίο αδιαφορούν, έχει απίστευτη επιτυχία» παραπονιόταν το 2017 ο Αλμπέρ Ουντερζό. Και πούλησε και πολύ περισσότερα αντίτυπα, θα προσθέταμε -230 εκατομμύρια ο Τεντέν, 375 ο Αστερίξ. Από την Τρίτη 24 Μαρτίου που ο Αλμπέρ Ουντερζό πέθανε σε ηλικία 92 χρόνων από ανακοπή (όχι από κορονοϊό, όπως διευκρίνισε η οικογένειά του) δεν πρέπει να έχει παράπονο. Όλη η ανθρωπότητα υποκλίνεται στον άνθρωπο που με το πενάκι του γέννησε το 1959 τους υπέροχους Γαλάτες, τον Αστερίξ, τον Οβελίξ και όλη την απείθαρχη κομπανία. Και τώρα έμειναν πεντάρφανοι, αφού ο άλλος τους μπαμπάς, αυτός που έγραφε τα ξεκαρδιστικά σενάρια του κόμικς, ο Ρενέ Γκοσινί, είχε φύγει πολύ νωρίτερα, ήδη από το 1977. Για να συνεχίσει έκτοτε ολομόναχος ο Ουντερζό, ακούγοντας τα πάνδεινα. Οτιίδεν μπορεί να γράψει εξίσου καλά σενάρια και τέτοια. «Ο Τύπος με έλιωσε» είχε πει. «Κράτησα τις εφημερίδες. Ο Αστερίξ πέθανε μαζί με τον Γκοσινί, έγραφαν. Θίχτηκε η υπερηφάνειά μου. Αλλά, παρά τις κριτικές, οι αναγνώστες συνέχισαν να με εμπιστεύονται. Πήρα την εκδίκησή μου». Αποσύρθηκε εντελώς στα 86 του χρόνια, τα χέρια του είχαν πια μεγάλο πρόβλημα, ούτε χειραψία δεν μπορούσε να κάνει μετά από μια ζωή καταπόνησής τους. Παρέδωσε τη σκυτάλη σε δύο άλλους, τον Ζαν-Ιβ Φερί και τον Ντιντιέ Κονράντ. Γιατί ο μικρός Γαλάτης θα συνεχίσει και μετά τον θάνατό του. «Πάντα "κοντούλης, εύθραυστος, όχι απαραίτητα πανέξυπνος, ούτε όμορφος, αλλά πανούργος -εντελώς αντίθετος με την εικόνα των σούπερ ηρώων, με τους οποίους πιστεύουμε ότι ταυτίζονται τα παιδιά» έλεγε ο Ουντερζό για τον Αστερίξ του. Παραδεχόταν πάντως ότι τα πρώτα του σκίτσα τον ήθελαν πιο μεγαλόσωμο, πιο τυπικό «Γαλάτη». Αλλά ο Ρενέ Γκοσινί έβαλε το «χέρι» του, του υπέβαλε την ιδέα ενός αντι-ηρωα. Η συνεργασία των δύο αντρών ήταν μοναδική. «Εγ'ω ήμουν 24 χρόνων κι αυτός 25. Από την αρχή κράτησε ο καθένας ένα κομμάτι της δουλειάς, εγώ τα σκίτσα, αυτός το σενάριο. Θέλαμε να ξαναφτιάξουμε τον κόσμο, με όλη την άγνοια και την αθωότητα της νιότης μας» γράφει ο Ουντερζό στα απομνημονεύματά του. Ο Γκοσινί ήταν επίσης σεναρίστας και σχεδιαστής με θητεία στις ΗΠΑ. Οι δύο άντρες ξεκίνησαν την κοινή τους πορεία το 1951 σε εβδομαδιαία έντυπα. Το πρώτο κόμικς τους είχε ήρωα τον ερυθρόδερμο Oumpah-Pah. Επρεπε όμως να δημιουργηθεί το θρυλικό περιοδικό «Pilote», στο πρώτο τεύχος του οποίου, 29 Οκτωβρίου του 1959, δημοσιεύτηκαν δύο σειρές μαζί με την υπογραφή του Ουντερζό, μία από αυτές ήταν ο «Αστερίξ». Ο θρίαμβός του μπήκε σε τροχιά. Το πρώτο αλμπουμ, με τίτλο «Αστερίξ ο Γαλάτης», κυκλοφόρησε το 1961 από τις εκδόσεις Νταργκό μόνο σε 6 χιλιάδες αντίτυπα. Αργά και σταθερά, επεισόδιο το επεισόδιο («Το χρυσό δρεπάνι», «Ο Αστερίξ και οι Γότθοι» κ.ά.) τα νούμερα εκτοξεύονταν. Και το 1966 «Ο Αστερίξ και οι Νορμανδοί» πούλησε πάνω από ένα εκατομμύριο αντίτυπα. Δεν είχαν λείψει βέβαια και οι κακές κριτικές. Θυμόταν ο Ουντερζό σε συνέντευξή του στη Μοντ το 2013. «Ακούσαμε πολλά. Οτί η σειρά χάιδευε τον εθνικισμό των Γάλλων, ότι υπερασπιζόταν την πολιτική τού Ντε Γκολ. Μια μέρα, ενώ περπατούσαμε με τον Γκοσινί, ακούσαμε έναν κύριο να φωνάζει στον σκύλο του: "Αστερίξ, έλα δω". Για κοίτα, είπαμε, συνήθως τα παιδιά δίνουν στα σκυλιά τους το όνομα ηρώων κόμικς. Ο Αστερίξ μας είχε μπει πια στις συνήθειες των Γάλλων». Και δεν ήταν κανένας από τους δημιουργούς του καθαρόαιμος Γάλλος. Ο Γκοσινί είχε γεννηθεί το 1926 στο Παρίσι από πατέρα Πολωνό και μητέρα Ουκρανή. Ο Ουντερζό το 1927, σε ένα χωριουδάκι της ανατολικής Γαλλίας, από μια οικογένεια Ιταλών που είχε εγκαταλείψει τη Λιγκουρία λίγα χρόνια πριν. Ο μικρός Αλμπέρ έζησε τον ρατσισμό απέναντι στους «βρομο-μακαρονάδες που έρχονταν να κλέψουν το ψωμί των Γάλλων», οπως διηγιόταν, και κάποια στιγμή άλλαξε το Ο του επωνύμου του (Oderzo) για να το κάνει λίγο πιο γαλλικό (Uderzo). Από μικρός είχε μανία με τα κόμικς. Μεγάλωσε στα παρισινά προάστια, όπου μετακόμισε η οικογένειά του. Ο πατέρας του αγόραζε συχνά την εφημερίδα «Le Petit Parisien», η οποία δημοσίευε τα κόμικς του Ντίσνεϊ, και συγκεκριμένα τις ιστορίες του Μίκι Μάους. Ο Μίκι έγινε το ίνδαλμά του, η «Χιονάτη και οι εφτά νάνοι» του 1937, η απόλυτη επιρροή του. Ο Ουντερζό αρνιόταν πάντα πεισματικά και με θυμό ότι ανήκει στην περίφημη βελγο-γαλλική σχολή του κόμικς, με τον Ερζέ και τους άλλους. «Τίποτα το βέλγικο δεν έχω πάνω μου. Αυτοί που με έμαθαν να σχεδιάζω είναι οι Αμερικανοί. Τα σχέδιά μου είναι βγαλμένα από τον Γουόλτ Ντίσνεϊ» είχε πει. Ο μεγάλος αδελφός του, Μπρούνο, είδε ότι ο μικρός Αλμπέρ, που προοριζόταν για μηχανικός αυτοκινήτων, σχεδίαζε με μανία και του άνοιξε τον δρόμο. Τον πήγε στις εκδόσεις Offenstadt, που έβγαζαν πολλά έντυπα για παιδιά. Το 1940, σε ηλικία 14 χρόνων, μπήκε ως μαθητευόμενος (ρετουσάρισμα φωτογραφιών, τοποθέτηση γραμμάτων στις εκτυπωτικές μηχανές) αλλά είχε και τη δυνατότητα να δημοσιεύει και κανά σχεδιάκι. Η πρώτη δουλειά του, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Junior, ήταν μια παρωδία του μύθου «Η αλεπού και το κοράκι». Το αταλάντευτο όμως όνειρό του ήταν να κάνει κόμικς. Αυτοδίδακτος σε όλα του, πέρασε επί μια δεκαετία από διάφορα περιοδικά και εφημερίδες, υπέγραψε κάποιες σειρές («Η καλλιτεχνική μου ζωή δεν ξεκίνησε με τον "Αστερίξ"» έλεγε), έγραφε σενάρια και σχεδίαζε, αγόρασε και το πρώτο του σχεδιαστήριο, που δεν το άλλαξε ποτέ. Σκυμμένος πάνω σε αυτό πέρασε μια ολόκληρη ζωή, πολλές φορές δουλεύοντας δυο σειρές ταυτόχρονα. Τα χέρια του άρχισαν από την κούραση να παρουσιάζουν πρόβλημα από τα 40-45 χρόνια του. Ο Γκοσινί έτρεμε από τον φόβο του. «Τα χέρια σου, τα χέρια σου...» του έλεγε. Ο Ουντερζό όμως δεν σταμάτησε να σχεδιάζει και να ζωγραφίζει παρά μόνο όταν ο μικρός Γαλάτης του και ο χοντρός του φίλος, ο Οβελίξ, που άλλωστε ήταν ολοδικός του -αυτός τον φαντάστηκε, τον έπλασε, τον ζωγράφισε-, έκλεισαν τα πενήντα τους χρόνια. Πηγή
×
×
  • Create New...