Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Polaris'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 13 results

  1. Καραντίνα νούμερο 2, 2o Giveaway, 2o πακέτο, αλλά πλησιάζουν και τα Χριστούγεννα, καιρός λοιπόν για κομιξοδωράκια! Το comicstreet.gr προσφέρει τους Ληστές των Γούση και Ράγκου από τις εκδόσεις Polaris και το τελευταίο Conan των εκδόσεων Anubis! Αφήστε ένα σχόλιο σχετικά με τα κομιξοδώρακια που έχετε κάνει ή έχετε δεχτεί στο θέμα αυτό και αυτομάτως έχετε μια συμμετοχή. Η κλήρωση θα πραγματοποιηθεί με το commentpicker.com την Κυριακή 20/12/2020 και ο τυχερός θα λάβει τα κόμικ του ταχυδρομικά. Έγκυρες συμμετοχές λαμβάνονται από τα ποστ που θα γίνουν έως και το Σάββατο 19/12/2020 στις 23:59. Θα ακολουθήσουν και άλλα πακέτα! Όσα μέλη ανήκουν στην κατηγορία Founders, δεν συμμετέχουν στο GiveAway Το GiveAway πραγματοποιείται με τη συνέργεια του Starcomics και του Comicstrip
  2. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» Γιάννης Κουκουλάς Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ.Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές» «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ηπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Ομηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου, «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Ετσι, όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ηταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Αρα, είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λπ. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λπ. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λπ. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος, άλλωστε, έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ενα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και, ενδεχομένως, η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πηγή
  3. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (truecrimestories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hardcopy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. HUFFPOST GREECE «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων» ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πως να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. HUFFPOST GREECE (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. HUFFPOST GREECE -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. Πηγή
  4. «Ληστές» και «Ο Χειροπαλαιστής»: Λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα σε κόμιξ και σινεμά Ο δημιουργός Γιώργος Γούσης στη HuffPost Greece. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece OHMYDOG PRODUCTIONS/ POLARIS O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphicnovel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα- οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό- είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hardcopy σινεμά- το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Με μινιμαλισμό και αβίαστη, διαυγή συμπύκνωση ο Γούσης (μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Κουτσαλιάρη) κατέγραψαν θραύσματα της ζωής ενός realife χειροπαλαιστή (αθλητή μπρα ντε φερ) που άφησε την Αθήνα για να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του στην Ήπειρο. Όχι στο πέτρινο Συρράκο ή κάποιο περίφημο Ζαγοροχώρι- αλλά σε ένα από εκείνα τα τυπικά ελληνικά χωριά που διατάσσονται πρόχειρα, ταπεινά εκατέρωθεν των παλιών εθνικών οδών. Ο τριαντάχρονος Παναγιώτης άνοιξε εκεί ένα παραδοσιακό, βίντατζ καφενείο και συνέχισε να προπονείται με το πάθος και τον πόνο του πρωταθλητισμού. Ο Γούσης έχοντας πρώτη ύλη έναν τόπο βαρύ και κλειστό, αλλά και έναν πρωταγωνιστή- πραγματικό εύρημα, κατασκευάζει ένα πυκνό εικοσάλεπτο μεταφυσικού ρεαλισμού. Μόνο για σήμερα μπορείτε να το παρακολουθήσετε χωρίς κωδικό εδώ.. Ο «Χειροπαλαιστής» βραβεύτηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου ως καλύτερη μικρού μήκους ταινία τεκμηρίωσης και πήρε το δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο, που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18- 19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν- είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν- στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΣΗΣ «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε- είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν- φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων- άσπρο, μαύρο, γκρι- μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας- μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρημητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012- το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία- με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover- είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Να μιλήσουμε για την πρώτη σου πραγματική κινηματογραφική απόπειρα, τον «Χειροπαλαιστή»; «Ο Χειροπαλαιστής είναι το πορτρέτο ενός χειροπαλαιστή, αθλητή μπρα ντε φερ δηλαδή, που ζει στην επαρχία. Στην πραγματικότητα κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αδελφός μου και ο τόπος είναι το χωριό μας στην Ήπειρο. Παρακολουθούμε την ζωή του εκεί και κάποιες προπονήσεις που κάνει με σκοπό να κατέβει στην Αθήνα για να παίξει έναν αγώνα. «Η ταινία δεν ασχολείται τόσο με την αθλητική δραστηριότητα του ήρωά της, όσο με το τη ζωή στην επαρχία: πως ένας τριαντάχρονος περιορίζεται και δυσλειτουργεί ζώντας σε ένα χωριό με γέρους και συντηρητικούς ανθρώπους, ενώ ο ίδιος είναι πολύ πηγαίος και δραστήριος. Και για το πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε, ναυαγούν». Μου έκανε εντύπωση η ταινία από το ξεκίνημά της, από το πρώτο κιόλας λεπτό, γιατί ο πρωταγωνιστής εκφράζεται πολύ αυθόρμητα, χωρίς να μασάει καθόλου τα λόγια του για τους υπόλοιπους κατοίκους και το κοινωνικό περιβάλλον αυτού του μικρού τόπου. Αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον και για εμάς, πως θα «ειπωθούν» όσα λέει στην ταινία, πως θα μονταριστούν. Ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είχε κανένα πρόβλημα για το πως θα φανεί όλο αυτό- ήταν κάτι που όντως βίωνε και δεν τον ένοιαζε πως θα βγει στην οθόνη. «Ήθελα η ταινία να είναι και “χτύπημα”, να ακουστούν πράγματα που όλοι τα λέμε (ιδιωτικά, “μεταξύ μας”) αλλά τελικά δεν τα λέει κανείς (ανοιχτά, δημόσια)». «Είναι φοβερό πάντως το πως λειτουργούμε οι άνθρωποι», λέει ο Γούσης. «Όταν βλέπεις μια ταινία ταυτίζεσαι με τον πρωταγωνιστή, με τα λόγια και τις απόψεις του συνήθως. Και στη δική μας ταινία ο θεατής, έχοντας “πάρει το μέρος” του πρωταγωνιστή, νιώθει ότι οι συμπεριφορές και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες της πραγματικής ζωής που αυτός στηλιτεύει τόσο χύμα, μόνο τον ίδιο δεν αφορούν. Παρά μόνο όλους τους άλλους». OHMYDOG PRODUCTIONS «Κανείς απ’ όσους είδαν την ταινία δεν θεώρησαν ότι ο πρωταγωνιστής μιλάει για αυτούς, ότι τα “χώνει” σε αυτούς. Όλοι είπανε “μπράβο, πέστα”. “Κι εγώ τα ίδια λέω”, αυτό σκέφτηκαν. Γιατί όλοι πίστευαν εκείνη τη στιγμή ότι η κριτική απευθύνεται σε κάποιον άλλο». Εντυπωσιακός ο ανθρώπινος τρόπος αντίληψης, η ανθρώπινη κατασταση τελικά... Δεν είναι μόνο τα ανθρώπινα αντανακλαστικά. Και η τέχνη τελικά οδηγεί σε αυτόν τον υποκειμενισμό: γιατί η τέχνη τα φιλτράρει όλα. Τίποτα δεν λειτουργεί στη βάση του ρεαλισμού. Όλα ενεργούν σαν κομμάτια ενός καθρέφτη που τελικά δείχνει αυτό που θέλει ο καθένας και όχι απαραίτητα την αλήθεια. Όπως οταν κοιτάζουμε το πρόσωπό μας. Ή, για να το τουμπάρω κάπως, μπορεί να είναι ένας καθρέφτης που τα δείχνει όλα όπως είναι, εκτός από σένα. Ψεύτης καθρέφτης. Ακόμα κι ο πρωταγωνιστής) βλέπει ένα κομμάτι του εαυτού του, αυτό που εγώ αναδεικνύω- σίγουρα στη ζωή του είναι ακόμα πιο τρισδιάστατος. «Εντέλει ο Χειροπαλαιστής είναι μια ταινία για μένα, δείχνει όσα ήθελα εγώ να φωτίσω, όσα ενδιέφεραν εμένα- και, ίσως, βλέπω και στον εαυτό μου». Πότε γυρίστηκε; Στις αρχές του 2019, μέσα σε 4 μέρες. Οξύμωρο για ντοκιμαντέρ αλλά ασχολήθηκα με ένα οικείο θέμα, με πράγματα που είχα ήδη παρατηρήσει, δεν προσπάθησα να ανακαλύψω κάτι. Το θέμα πως προέκυψε; Καταρχήν γιατί ήταν προσβάσιμο- ήταν η πιο πραγματοποιήσιμη (και για πρακτικούς λόγους) από τις διάφορες ιδέες που είχα. Ο πρωταγωνιστής είναι αδερφός μου- κι αυτό βοήθησε να είναι ανοιχτός μαζί μας στη διάρκεια του γυρίσματος. Κι επίσης είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που δεν “κολώνει” πουθενά και τον παρατηρώ χρόνια. Είναι μάλλον σπάνιο να βρεις έναν χαρακτήρα που έχει να πει πράγματα και θα αναπτύξεις μαζί του την οικειότητα που απαιτείται για ένα αυθεντικό αποτέλεσμα. Το μπάτζετ σας; Μηδενικό, με δικά μας χρήματα έγιναν τα γυρίσματα. Οικογενειακό το κλίμα, πολύ λίγοι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα δύο άνθρωποι δουλέψαμε για αυτήν την ταινία. Στο χωριό ταξιδέψαμε μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας- μαζί κάναμε και το μοντάζ. Ήχο, χρώμα, όλα τα κάναμε σχεδόν οι δυο μας. Το κίνητρο; Γιατί έγινε αυτή η ταινία; Από ανάγκη. Είχα την ανάγκη να κάνω κάτι σε σχέση με το σινεμά. Σε ένα διαφημιστικό για τον Μπλε Κομήτη γνώρισα τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργος Κουτσαλιάρης- και του περιέγραψα την ιδέα, τον κεντρικό χαρακτήρα αλλά και την κατάσταση, την ιδιαίτερη «συνθήκη» που υπάρχει στο χωριό. Θεώρησα πως αν πάμε με μια κάμερα, με κάποιον τρόπο κάτι θα βγει. Η ιδέα ήταν να τραβήξουμε την καθημερινότητα του κεντρικού χαρακτήρα στο χωριό και το ταξίδι του σε έναν αγώνα. Όλο το υπόλοιπο προέκυψε, ή απλά βρισκόταν εκεί. Δεν ήθελα να κάνω φιλμ την ελληνική επαρχία, ούτε να διατυπώσω ένα κοινωνικό σχόλιο. Αυτά προέκυψαν. Γιατί απλώς δεν μπορείς να τα αποφύγεις. Το τι θα πραγματεύεται τελικά η ταινία, που θα στοχεύσει, η δομή και ο ρυθμός της ταινίας κατασκευάστηκαν στο μοντάζ. «Μάλλον ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό από τα κόμιξ, κάτι όχι τόσο μοναχικό, κλεισμένος σε ένα σπίτι να σχεδιάζω», εξηγεί ο Γούσης. «Και όπως κατάλαβα αργότερα ήθελα να δοκιμάσω και κάτι όπου δεν θα είχα τον απόλυτο έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει στη δημιουργία ενός κόμιξ». «Ήθελα να διαχειριστώ μια κατάσταση όπου συμβαίνουν αναπάντεχα πράγματα που μπορεί να σε εκπλήξουν κιόλας: η πραγματικότητα επιδρά πολύ περισσότερο (και ανεξέλεγκτα) σε μια ταινία τεκμηρίωσης απ’ ότι σε ένα κόμιξ. Στο σινεμά οφείλεις να επικοινωνήσεις με άλλους ανθρώπους. Και έχει σημαντική σωματική δραστηριότητα. Πρέπει να βγεις έξω και να το ζήσεις». «Τώρα θέλουμε να κάνουμε το ίδιο θέμα, τον ίδιο χαρακτήρα, τον Χειροπαλαιστή ταινία μεγάλου μήκους». Έχει αλλάξει κάτι στο στόρι, στην ζωή του πρωταγωνιστή; Έφυγε από το χωριό, τα παράτησε. Και επέστρεψε στην Αθήνα. Πως σκέφτεσαι τον Χειροπαλαιστή σαν μεγάλου μήκους; Θα χρησιμοποιήσουμε την μικρού μήκους ως αρχή της μεγάλης ταινίας- θα έχει διάρκεια γύρω στα 70 λεπτά και σε αυτήν θα βλέπεις τη συνέχεια της ιστορίας. Νομίζω θα έχει ενδιαφέρον γιατί εκεί ο χαρακτήρας θα φανεί ακόμα πιο τρισδιάστατος. Σταματάει να είναι το θέμα μας ο κόσμος της επαρχίας και πως καταπιέζεται ο πρωταγωνιστής σε αυτό το περιβάλλον: θα προκύψει ένα πολύ πιο ψυχαναλυτικό τελικό αποτέλεσμα, θα αναδειχθούν τα εσωτερικά προβλήματα του πρωταγωνιστή». «Θα είναι μια ταινία για την ψυχοσύνθεση του άντρα. Ο αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος που έχει μια εικόνα macho αρσενικού, ενώ η ψυχή του είναι στην πραγματικότητα παιδική. Ναϊφ. Αγνή και χαρούμενη. Είναι, όμως, εγκλωβισμένος σε μια εικόνα που έχει κατασκευαστεί για αυτόν». «Ο πρωταθλητισμός έχει γίνει δηλητήριο για αυτόν- του έχει δημιουργήσει τη συνθήκη του “πρώτος ή τίποτα”. Πρέπει να είναι δυνατός, πρέπει να είναι πρώτος, καλό αφεντικό και επιτυχημένος. Όλοι μας εγκλωβιζόμαστε λίγο πολύ σε αυτά τα πρότυπα. Κι ας μην χρειάζεται να είμαστε τίποτα από αυτά». «Τελικά το πρόβλημα έχει να κάνει κυρίως με τον ίδιο σου τον εαυτό και λιγότερο με τον τόπο που ζεις ή οτιδήποτε άλλο. Τα προβλήματα δε σταματούν πουθενά. Και όσο τα αφήνεις να σε επηρεάζουν, δημιουργείται μια κατάσταση όπου μοιάζεις να κυνηγάς ο ίδιος τις δυσκολίες, τον πόνο και τον κάματο. Για τον ήρωα του Χειροπαλαιστή η εύκολη νίκη δεν έχει καμιά σημασία». «Και στην κοινωνία μας αυτή η φόρμουλα της καριέρας και του πρωταθλητισμού έχει “περάσει” σαν αναγκαστική συνθήκη. Κανείς δεν κυνηγά την ευχαρίστηση, όλοι κυνηγάνε την “καριέρα”, μηχανιστικά πλέον. Κανείς, όμως, δεν ρωτά αν είσαι ευτυχισμένος, αν φχαριστιέσαι τα σκαλοπάτια που ανεβαίνεις». «Ο Χειροπαλαιστής, έστω, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, σε αυτούς τους κύκλους που κάνει γύρω από τον εαυτό του βρίσκει τον τρόπο να τουμπάρει τις καταστάσεις και να βιώνει ένα μερίδιο της ευτυχίας». (Ο «Χειροπαλαιστής» θα προβληθεί την Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, στο Γαλλικό Ινστιτούτο στα πλαίσια της διοργάνωσης Χρυσές Νύχτες 2020 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου). Πηγή
  5. Ήπειρος.Αρχές του 20ου αιώνα. Οι ληστές και οι συμμορίες τους λυμαίνονται τα βουνά και τις πεδιάδες. Η δύναμη τους είναι τεράστια, και το ελληνικό κράτος ανήμπορο και ανίκανο να τους περιορίσει. Πολλοί τοπικοί άρχοντες, γαιοκτήμονες και πολιτικοί τους χρησιμοποιούν ως τον προσωπικό τους στρατό για οικονομικό όφελος. Ακόμα και οι απλοί πολίτες, πολλές φορές καταφεύγουν σε αυτούς, διεκδικώντας το δίκιο τους, ή ακόμα και απλή εκδίκηση. Το φαινόμενο γιγαντώνεται και δεν υπάρχει λύση στον ορίζοντα. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και σε αυτή τη πραγματικότητα, 2 αδέλφια, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ντόβας, σε πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνουν ότι ο πατέρας τους σφάχτηκε από κάποιον αντίπαλο ληστή. Ορκίζονται εκδίκηση. Και αυτή θα τους κάνει τη χάρη μετά από χρόνια. Και μαζί με την εκδίκηση, θα έρθει πιο κοντά το βουνό. Το τρέξιμο, το κρύψιμο, η σκληρή επιβίωση και εν τέλει, και ίσως σαν μόνη λύση, η ληστεία. Η τελευταία δουλειά των Γιώργου Γούση και Γιάννη Ράγκου, οι Ληστές, ξεκίνησαν πρώτα από τις σελίδες του Μπλε Κομήτη και μετά το κλείσιμο του τελευταίου, μας ήρθε σε μορφή graphic novel/album από τις εκδόσεις Polaris. Στο 130+ σελίδων αυτό πρώτο (από τα 2) τεύχος, διαβάζουμε μια ιστορία η οποία, όπως λέει και οι ίδιος ο Γούσης σε συνέντευξη του, είναι κατά το 70% πραγματική και εμπνευσμένη από τις πραγματικές ιστορίες των ληστών αδελφών Ρέντζου. Η ιστορία μου φάνηκε γνώριμη και μυρίζει Ελλάδα από μακριά. Γνώριμη όχι γιατί αντιγράφει κάποια άλλη, αλλά γιατί ταιριάζει απόλυτα με όσα, εγώ τουλάχιστον, έχω διαβάσει για συνήθειες και συμπεριφορές ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ανθρώπων φτωχών και πλούσιων, προνομιούχων και μη, άγριων από τη φύση τους ή από τις συνθήκες της ζωής τους. Δεν γνωρίζω πως μοιράστηκαν τα συγγραφικά καθήκοντα, δεν ξέρω ποιος επιμελήθηκε την κεντρική ιδέα και ποιος τους διαλόγους, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζω είναι πως το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Η δομή και ο ρυθμός της ιστορίας είναι εκπληκτικά στρωτός, χωρίς ούτε μια κοιλιά, και επίσης, και πολύ σημαντικό για εμένα, χωρίς καμία χρήση περιγραφής ή λεζάντας. Η επιτυχία και μόνο αυτού σημαίνει τρομερά καλοδουλεμένο κείμενο και μόνο για αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Όπως επίσης, πολλά συγχαρητήρια αξίζουν και στο γράψιμο και την επιμέλεια των διαλόγων. Διάλογοι στην Ήπειρο και 100 χρόνια πριν, σχεδόν σίγουρα συνεπάγεται βαριά χρήση ντοπιολαλιάς και ιδιωματισμών. Αυτό όμως δύσκολα "μεταφράζεται" στο χαρτί, και ο κίνδυνος το αποτέλεσμα να καταλήξει γραφικό, είναι πάρα πολύ μεγάλος. Εδώ η χρήση των παραπάνω είναι απόλυτα λελογισμένη, σε σημείο που στοιχηματίζω ότι χάνει σε ιστορική ακρίβεια. Στα δικά μου μάτια όμως, αυτή η μη ιστορικά ορθή επιλογή, βοηθάει τον αναγνώστη, δεν του αποσπά την προσοχή με περιττές επεξηγήσεις, και τον κρατάει αφοσιωμένο και βυθισμένο στο έργο. Πρέπει να το ξαναγράψω. Το θεωρώ το πιο καλογραμμένο, μεστό και περιεκτικό, ελληνικό κόμικ που έχω διαβάσει. To σχέδιο του Γούση βελτιώνεται από δουλειά σε δουλειά. Εχουμε βαριά μελάνια στις περισσότερες σελίδες, απόλυτα ταιριαστά με σκοτεινό και καταθλιπτικό περιβάλλον της φτωχής επαρχίας και των απόκρημνων και γυμνών βουνών της Ηπείρου. Προσωπικά διακρίνω έναν επηρρεασμό από τη Γαλλοβελγική σχολή, όχι τόσο στις ίδιες τις γραμμές αλλά κυρίως στην σκηνοθεσία, στο στήσιμο των καρέ και την γενικότερη αισθητική. Αν είναι δυνατό να μιλήσουμε να μιλήσουμε για ελληνική σχολή, πράγμα δύσκολο με τον μικρό αριθμό δημιουργών και "καταναλωτών" κόμικς στη χώρα μας, ο σχεδιαστής μπορώ να πω ότι είναι στην πρωτοπορία και καθοδηγεί πνευματικά τους υπόλοιπους, μιλώντας πάντα για το ελληνόγλωσσο κομμάτι της σκηνής. Κάποιες ενστάσεις που έχω προσωπικά με τον σχεδιασμό κάποιων προσώπων και την όχι απόλυτα ίδια απεικόνιση από καρέ σε καρέ, πιστεύω ότι πρόκειται περισσότερο σε προσωπικό μου γούστο και επιλογή του σχεδιαστή και λιγότερο σε αβλεψία. Συνολικά, θεωρώ ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές των τελευταίων ετών και σπάνια δείγμα ελληνικής παραγωγής από την αρχή έως το τέλος. Δεν έχω διαβάσει πολλές φορές κάτι τόσο συνεπές και "σταθερό", και μάλιστα σε ένα έργο τόσων σελίδων. Πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί από όλους και άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το επόμενο βήμα στις ελληνόφωνες παραγωγές. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να έχει μια πολύ καλή τύχη σε μια μεταφρασμένη έκδοση στην Γαλλία ή στην Ιταλία.
  6. Ένα από τα κόμικς που είχαν ξεκινήσει στον Μπλε Κομήτη και δεν είδαμε ποτέ ολοκληρωμένα, βγαίνει αυτόνομο σε λίγο καιρό. Ο λόγος για το τους Ληστές των Γιώργου Γούση και Γιάννη Ράγκου, έναν ιστορικού περιεχομένου τίτλο που φαινόταν πολλά υποσχόμενος. Το πρώτο μέρος, λοιπόν, θα κυκλοφορήσει στις 7 Οκτώβρη. Ιδού και το εξαιρετικό εξώφυλλο. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ ενθουσιάστηκα, πρώτον για τη σχεδιάρα του Γούση και δεύτερον γιατί το περίμενα για τέλος του χρόνου ή για το '21.
  7. Πρόκειται για το 3ο κόμικ της σειράς "Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ "από εκδόσεις Polaris, μετά από τον "Ερωτόκριτο" και "Τα μυστικά του Βάλτου", με πρώτη έκδοση το Νοέμβριο 2019. Έτος 1880. Ο Ζητιάνος κατ' επάγγελμα Τζιριτόκωστας, καταφτάνει στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας, μαζί με ένα ημιπαράλυτο παιδί φορτωμένο σ' ένα γαϊδούρι. Εκλιπαρεί για ελεημοσύνη τους κατοίκους του χωριού και εκμεταλλεύεται την αφέλειά τους και τις δυσιδαιμονίες τους προς όφελός του, οδηγώντας τους στην καταστροφή, μέσα σε λίγες μέρες. Δεν είχε τύχει να διαβάσω το μυθιστόρημα του Καρκαβίτσα. Νομίζω όμως, ότι η μεταφορά του σε κόμικ, με έμπασε αρκετά στο κλίμα του έργου του. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια εποχή μετάβασης της Θεσσαλίας, από την Οθωμανική κυριαρχία στο Ελληνικό κράτος, σε ένα περιβάλλον δύσκολων συνθηκών για τους αγρότες, κατοίκους του χωριού, καθώς οι διαπραγματεύσεις των νέων κρατικών φορέων με τους Οθωμανούς πρώην άρχοντες δεν λαμβάνουν υπόψιν την ευημερία των κατοίκων, που ζουν σε πολύ κακές συνθήκες - κι αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει. Ο Καρκαβίτσας κάνει καυστική κριτική στα κακώς κείμενα των καιρών του μέσα από μια πολύ δυνατή, σκοτεινή ηθογραφία, που μπορώ να πω ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Όλοι οι χαρακτήρες είναι γκρι. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, μόνο άνθρωποι στα όρια της επιβώσής τους, πολύ κοντά στα ζωώδη ένστικτά τους, που θα κάνουν οτιδήποτε για να επιβιώσουν. Δεν είναι ο Ζητιάνος ο Κακός ανάμεσα σε Καλούς, είναι απλά ο χειρότερος, ο πιο ισχυρός, ο πιο πονηρός χαρακτήρας, ο χωρίς ενδοιασμούς, που θα εξαπατήσει και θα επιβιώσει. Οι ταξικά ανώτεροι, οι εκπρόσωποι του νόμου, ο παπάς, δεν είναι καλύτεροι. Θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να εξασφαλίσουν τη θέση τους εις βάρος των άλλων. Πατεράδες ακρωτηριάζουν τα παιδιά τους, για να είναι πιο επικερδή στη ζητιανιά. Οι γυναίκες, στην πιο χαμηλή βαθμίδα επιβίωσης, επιστρατεύονται την κουτοπονηριά τους και τις δισιδαιμονίες τους, προσπαθώντας να βρουν μια ελπίδα, να τα καταφέρουν. Ο Ζητιάνος Τζιριτόκωστας ενσαρκώνει μια ακραία μορφή κοινωνικού δαρβινισμού, πονηρός, άπληστος, απατεώνας που εκμεταλλεύεται την αμορφωσιά και τη ν απλοϊκότητα των κατοίκων για να εξασφαλίσει πλούτο και εκδίκηση, με κάθε μέσο, χωρίς να σταματάει πουθενά. Θεωρώ δύσκολη δουλειά τη μεταφορά ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, εδώ όμως πιστεύω ότι έχουμε ένα πετυχημένο αποτέλεσμα. Η ιστορία κυλάει αβίαστα, η οπτικοποίηση της μεταδίδει συναίσθημα, η γλώσσα (συνδυασμός δημοτικής και τοπικού ιδιώματος) δεν κουράζει τον απαίδευτο αναγνώστη (εμένα δηλαδή) και το συνολικό αποτέλεσμα δένει εξαιρετικά. Οι σχεδιαστικές ικανότητες του δημιουργού ξεδιπλώνονται στο χαρτί και μας χαρίζει πανέμορφες σελίδες, σκληρές σελίδες, όμορφα "άσχημες" σελίδες. Η αντίθεση της σκληρής ζωής των κατοίκων με την ομορφιά της φύσης αποτυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το μόνο που νομίζω ότι ίσως να ήταν καλύτερα να έλειπε, είναι κάποια κομμάτια της αφήγησης, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. H έκδοση κινείται στα ίδια υψηλά στανταρντς με τις προηγούμενες εκδόσεις της ίδιας σειράς. Απόσπασμα από την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του δημιουργού, για τη μεταφορά του Ζητιάνου σε κόμικ, στη LIFO: «Με ενδιέφερε πολύ το θέμα αφού είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο, βαθιά ταξικό και είχε άπλετο υλικό για εικονογράφηση» λέει ανάμεσα σε άλλα στη lifo ο Kanellos Cob. «Ολόκληρο το κόμικ ήταν μια πρόκληση», καθώς «είναι η πρώτη φορά που δουλεύω ένα κόμικ 120 σελίδων. Χρειάζεται πολύ υπομονή, οργάνωση και διαχείριση της ανασφάλειας που σου βγάζουν τέτοιες δουλειές. Σαν να γυρίζεις μια ταινία που έχεις αναλάβει όλους τους ρόλους. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό του σεναρίου. Επέλεξα να κάνω εγώ τη μεταφορά για να μπορέσω να χτίσω τις εικόνες και τις σκηνές όπως ήθελα. Η δυσκολία βρισκόταν στο χτίσιμο των διαλόγων και της διήγησης όπου ήθελα να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται στο κείμενο. Ευτυχώς το σενάριο επιμελήθηκε ο Γ. Ράγκος που κυριολεκτικά έβαλε τα πράγματα στη θέση τους» προσθέτει. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από τη συνέντευξη της Lifo
  8. Πρώτη Κυκλοφορία: 04-2017 Έχοντας δει ήδη δύο διασκευές σε κόμικ της ιστορίας του μικρού πρίγκιπα μεταφρασμένες στα Ελληνικά, ήταν ίσως λογικό η τρίτη να είναι από Ελληνίδα δημιουργό. Η πιο πρόσφατη διασκευή λοιπόν μας ήρθε από τις εκδόσεις Polaris και αυτή που ανέλαβε να μεταφέρει σε κόμικ το γνωστό βιβλίο του Αντουάν ντε Σαιντ-Εξυπερί, είναι η Στέλλα Στεργίου. Η ιστορία είναι γνωστή: Ένας πιλότος πέφτει στην έρημο και συναντά ένα παιδί που του κάνει ένα σωρό περίεργες ερωτήσεις και του περιγράφει την ζωή και τα πλάσματα σε άλλους πλανήτες, και πάνω σε αυτά τα μοτίβα, ο συγγραφέας δράττεται τις ευκαιρίας να κάνει ένα σωρό φιλοσοφικές παρατηρήσεις. Αφαιρετικό και παραβολικό σεναριακά, χαριτωμένα παράξενο σχεδιαστικά, το κόμικ της Στεργίου είναι σαφές πως απευθύνεται κυρίως σε παιδιά και όχι σε κυνικούς ενήλικες, αν και σαφώς μπορεί και να τους κερδίσει και αυτούς και να τους κάνει και για λίγο ξανά παιδιά, μιας και το σενάριο επιφυλάσσει ένα έξτρα εύρος για τους μεγάλους υπενθυμίζοντας τους αλήθειες που είχαν ξεχάσει, αποδομώντας τις συμβάσεις που είχαν αποδεχτεί. Σήμερα (06-05-2020) μας ενημέρωσε η εκδοτική στα social της πως το άλμπουμ κυκλοφόρησε και από Τουρκικό εκδοτικό οίκο. Βιογραφικά
  9. «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε κόμικς Μέσα από ένα νέο γκράφικ νόβελ, ο Kanellos Cob «ζωντανεύει» αριστοτεχνικά το κλασικό διήγημα του Καρκαβίτσα Μάνος Νομικός Το κλασικό διήγημα «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα από το 1897 διασκευάστηκε σε γκράφικ νόβελ από τον Έλληνα σχεδιαστή κόμικς Kanellos Cob. Το γκράφικ νόβελ «Ερωτόκριτος» (εκδόσεις Polaris) ήρθε, σχεδόν, από το πουθενά το 2016 και ταρακούνησε την εκδοτική κίνηση στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε μόνο για τις εκδόσεις κόμικς, αλλά τον εκδοτικό κόσμο γενικότερα, με περισσότερες από 10 χιλιάδες κόπιες σε πωλήσεις, νούμερα που δεν βλέπουν πολλά άλλα πολυδιαφημισμένα βιβλία λογοτεχνίας. Aν θέλουμε να δώσουμε μία σύντομη περιγραφή τι είναι ένα γκράφικ νόβελ, θα λέγαμε ότι είναι ένα πολυσέλιδο αφηγηματικό έργο σε μορφή κόμικς. Ο «Ερωτόκριτος» διασκευάστηκε σεναριακά από τον Δημοσθένη Παπαμάρκο («Γκιακ»), Γιάννη Ράγκο («Μυρίζει Αίμα», «BalkaNoir») και Γιώργο Γούση, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει και την εξαιρετική εικονογράφηση του ποιητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ερωτόκριτος © Εκδόσεις Polaris Κάτω από τη σειρά «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ» των εκδόσεων Polaris, το 2018 κυκλοφόρησε το εξίσου επιτυχημένο γκράφικ νόβελ «Στα Μυστικά του Βάλτου», διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα, με φόντο τον Μακεδονικό Αγώνα. Αυτή τη φορά το σενάριο-διασκευή κειμένου ανέλαβε ο Γιάννης Ράγκος και την εικονογράφηση ο Παναγιώτης Πανταζής. Κάνοντας μία πλήρη περιστροφή, φτάσαμε στα τέλη του 2019 και την κυκλοφορία του τρίτου γκράφικ νόβελ της σειράς, τον περίφημο «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ένα όχι τόσο εύκολο ανάγνωσμα, που προκύπτουν ερωτήματα στους σύγχρονους δημιουργούς γιατί διάλεξαν να το διασκευάσουν και τι ανακάλυψαν μέσα από το συγκεκριμένο κλασικό κείμενο της εγχώριας ρεαλιστικής λογοτεχνίας (ο «Ζητιάνος» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1897). Στην εικονογράφηση βρίσκουμε τον έλληνα δημιουργό Kanellos Cob, που ζει και εργάζεται στη Λυών της Γαλλίας και έχει να μας επιδείξει ένα σημαντικό εύρος δουλειάς (κόμικς, εικονογραφήσεις για περιοδικά), τοιχογραφίες, εξώφυλλα δίσκων, ενώ ο – επίσης σχεδιαστής κόμικς – Γιώργος Γούσης συμβάλει με τη σειρά του σαν επιμελητής του βιβλίου και της σειράς. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Ποια είναι η ιστορία του «Ζητιάνου»; Μερικά χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι στις εκβολές του Πηνειού ο επαγγελματίας ζητιάνος Τζιριτόκωστας, ένας αδυσώπητος εκμεταλλευτής της ανθρώπινης αδυναμίας. Με αποκλειστικό σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό, ο Τζιριτόκωστας θα χειραγωγήσει επιδέξια τους αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και με πρωτόγονα ένστικτα κατοίκους του χωριού και σε λίγες μόνον ημέρες θα τους οδηγήσει στην καταστροφή και τον αφανισμό. Ο σχεδιαστής κόμικς Kanellos Cob και ο επιμελητής της σειράς Γιώργος Γούσης, μίλησαν στην ATHENS VOICE για τον «Ζητιάνο», τι συμβολίζει σήμερα και για την εκδοτική κίνηση και πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το τρίτο βιβλίο της σειράς «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ». Πώς γεννήθηκε η ιδέα για σειρά; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε από τον εκδοτικό οίκο Polaris. Είχαν την ιδέα για ένα revival της λογικής των «κλασικών εικονογραφημένων», διασκευή σε κόμικς κλασικής λογοτεχνίας, με τη λογική ότι σήμερα υπάρχουν δημιουργοί που μπορούν να το μετατρέψουν σε ένα σύγχρονο κόμικ και όχι σαν τα «κλασικά εικονογραφημένα» που έμοιαζαν περισσότερο με φυλλάδια. Βιβλία χιλίων σελίδων μετατρέποντας σε 20 σελίδες κόμικς, στην ουσία είχες ένα ρεζουμέ της ιστορίας με εικονογράφηση. Έγινε η πρόταση σε εμένα και τον Γιάννη Ράγκο στην αρχή, μπήκε και ο Δημοσθένης Παπαμάρκου μέσα και η λογική ήταν ότι θα διαλέγαμε εμείς τον πρώτο τίτλο. Διαλέξαμε κάτι που μας άρεσε, θέλαμε πραγματικά να το διασκευάσουμε με γνώμονα ότι αξίζει να γίνει διασκευή, υπάρχει λόγος να γίνει κόμικ και αυτό θα έδινε ακόμα μια οπτική στο πρωτότυπο έργο μένοντας πάντα πιστοί στο αφηγηματικό όραμα του συγγραφέα. Γι’ αυτό και επιλέξαμε τον «Ερωτόκριτο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Περιμένατε την τόση θερμή ανταπόκριση από τους αναγνώστες; Γιώργος Γούσης: Η λογική έλεγε ότι αν κρατήσεις κάποια στάνταρ ποιότητας, θα υπάρχει ανταπόκριση και στο τρίτο βιβλίο. Αυτό που δεν περιμέναμε καθόλου ήταν η επιτυχία του πρώτου. Υπήρχε και ένα αδιόρατο άγχος ότι μπορεί να κριθούμε και αρνητικά, τι είναι αυτό που βγάλατε, γιατί ακουμπάτε αυτά τα κείμενα, γιατί κόμικς… Ξέραμε ότι αν πετύχαινε τότε θα πετύχαινε αρκετά γιατί υπήρχε ο τίτλος «Ερωτόκριτος». Αν δεν πετύχαινε όμως, θα πάτωνε ολοκληρωτικά και μαζί με αυτό και εμείς.» Πώς αποφασίσατε το έργο «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα να είναι το νέο σας, τρίτο κατά σειρά, γκάφικ νόβελ; Kanellos Cob: Ο εκδοτικός μου το πρότεινε. Έψαχναν έναν άνθρωπο εδώ και καιρό μάλιστα για το σχέδιο και κείμενο. Είχαμε κάνει μία συνεργασία με τον Γιώργο Γούση με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Γιώργος Γούσης: Εγώ, σαν επιμελητής αυτής της σειράς, πάντα ψάχνω τους επόμενους τίτλους και μετά ψάχνουμε σε ποιον μπορούμε να το προτείνουμε, με κριτήριο να του ταιριάζει και να του αρέσει πάντα, όχι απλά να το σχεδιάσει και έτσι πήγαμε στον Κανέλλο. Η επιλογή του βιβλίου είναι πάντα στη λογική ότι είμαστε στα τρία πρώτα βιβλία, τα πρώτα χρόνια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν δικαιώματα σε αυτούς τους τίτλους. Στα σύγχρονα πρέπει να πάρεις δικαιώματα που σημαίνει ότι αυξάνεται δραματικά το κόστος και η δυσκολία διασκευής τους. Ο κυριότερος, βέβαια, λόγος από όλους ήταν ότι το κείμενο του «Ζητιάνου» είναι τρομερά σύγχρονο. Το έργο «μιλάει» και «αντανακλά» στο σήμερα; Τι διακρίνατε στον «Ζητιάνο»; Kanellos Cob: Απίστευτους παραλληλισμούς με τη σημερινή πραγματικότητα. Και στο κοινωνικό κομμάτι, και στο ψυχογραφικό κομμάτι της κοινωνίας που παρουσιάζει, της κοινωνίας ενός χωριού. Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία «Ο Βασιλιάς»; Στην αρχή μου έκανε κάτι τέτοιο. Έχουμε μία μικρή κοινωνία που άνετα θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει μία μεγαλύτερη κοινωνία, ίσως μία κοινωνία του σήμερα. Μέσα στο βιβλίο μιλάει για την πατριαρχεία, γυναίκες που υποφέρουν, ουσιαστικά δούλες της φτώχιας και των συζύγων τους, είναι παιδο-μηχανές, είναι εκεί για να γεννάνε παιδιά και το χειρότερο είναι πως δεν θέλουν να γεννάνε κορίτσια, θέλουν να γεννάνε αγόρια γιατί ξέρουν πως το αγόρι θα τις προσέξει, θα τις φροντίσει, ενώ στο κορίτσι πρέπει να βρουν κάποιον να την παντρέψουν και να έχουν και προίκα. Μετά από εκεί έχεις κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι χρηματίζονται και παίρνουνε μίζες, έχεις την εξουσία η οποία αυθαιρετεί πάνω στους ανθρώπους, ένας φαύλος κύκλος βασικά, θρησκοληψία και η θέση της θρησκείας, δεισιδαιμονία, προκατάληψη, είναι πράγματα που τα συναντάμε και στην σημερινή κοινωνία. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Τι τύπος ήταν ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Τζιριτόκωστας; Γιώργος Γούσης: Ο Τζιριτόκωστας ήταν ένας λαοπλάνος, πονηρός, ικανός πολύ, χρησιμοποιεί κάθε πιθανό εργαλείο που θα του δοθεί και το έχει καλλιεργήσει για να βγει αλώβητος και να κερδίσει ότι μπορεί. Βλέπεις όμως πως δεν φταίει μόνο αυτός, φταίνε και οι άλλοι. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης αλλά και στο σήμερα ας πούμε, ο λαοπλάνος τηλεβιβλιοπώλης Άδωνις Γεωργιάδης είδαμε που έφτασε στην ιεραρχία της εξουσίας και πως το σύστημα αγκαλιάζει τέτοιους ανθρώπους που μπορούν να χειριστούν το πόπολο. Kanellos Cob: Εκεί πέρα είναι που έρχονται κάποιοι συμβολισμοί, όταν το έγραφα και το σχεδίασα, έλεγα «τι είναι ο ζητιάνος;» και τι θέλει να πει ο Καρκαβίτσας με αυτόν τον χαρακτήρα. Πρώτη μου σκέψη ήταν το κεφάλαιο, όπως το κεφάλαιο θα πάρει οποιαδήποτε μορφή για να ικανοποιήσει την ανάγκη του για εξουσία και χρήμα, ο ζητιάνος κάνει ακριβώς το ίδιο. Παίρνει οποιαδήποτε μορφή για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Μετά από εκεί, μπορείς να τον χαρακτηρίσεις σαν τον λούμπεν τύπου που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό και στα πλαίσια της επιβίωσής του, δεν υπολογίζει τίποτα. Και κατέληξα μετά, κουβεντιάζοντας και με μία φίλη ψυχολόγο, για να το δούμε πιο ψυχογραφικά, ο ζητιάνος στην ουσία είναι ένας καθρέφτης, ένας φακός ο οποίος ρίχνει φως σε κάθε σκηνή στα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού μας. Αυτό βλέπεις να γίνεται με τους χαρακτήρες ουσιαστικά και γι’ αυτό κανέναν χαρακτήρα δεν τον χαρακτηρίζεις καλό ή κακό, είναι πραγματικοί άνθρωποι που θέλουν να επιβιώσουν Γιώργος Γούσης: Υπάρχει και το χωριό του ζητιάνου. Ο ζητιάνος έρχεται από τα Κράβαρα, το χωριό το οποίο «παράγει» ζητιάνους, μία βιομηχανία τέτοιων ανθρώπων, που μπορεί να είναι σήμερα τα media. Μπαίνεις σε ένα σύστημα και μετατρέπεσαι σε «ζητιάνο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Kanellos Cob: Έχει επίσης ενδιαφέρον η ανθρώπινη υπόσταση που του δίνει ο Καρκαβίτσας, διότι ο ζητιάνος στο πρώτου ταξίδι, τον εξαπατούν, γυρνάει πίσω το χωριό του ταπεινωμένος και τον διώχνει ο πατέρας του, «δεν σε θεωρώ πια γιο μου». Οπότε, βιωματικά και μόνο, βλέπεις πως αντιδρούν μπροστά του στην αποτυχία και πως γίνεται όλο και περισσότερο σκληρός για να τους αποδείξει ότι αξίζει. Οπότε, έχεις μία «κοινωνική πίεση» για να κερδίσεις, δημιουργήθηκε έτσι ένας άνθρωπος που τον νοιάζει να επιβιώσει, έτσι έμαθε. Γιώργος Γούσης: Το πιο σπουδαίο από όλα αυτά, όπως τα παρουσιάζει ο Καρκαβίτσας, είναι ότι στο τέλος σου λέει πως όλα αυτά είναι παθογένειες της ανθρώπινης κοινωνίας. Ενώ αν το δεις με το πρίσμα της φύσης όλα αυτά είναι φυσιολογικά. Η φύση δεν κρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Η φύση δέχεται μέσα της και τα ζιζάνια και τα ζώα. Όλα αυτά είναι πολύ ανθρώπινες καταστάσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν ενδιαφέρουν και κανέναν άλλον πέρα από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Kanellos Cob: Το ενδιαφέρον είναι αυτό, τα τελευταία λόγια του Καρκαβίτσα στο βιβλίο λένε «και η φύση δέχτηκε τον ζητιάνο, όπως δέχεται μέσα της τα παράσιτα και ερπετά». Είναι η πεποίθηση του συγγραφέα, την οποία ενστερνίζομαι, πως δεν υπάρχει θεία δίκη, δεν θα έρθει ένα χέρι για να βαρέσει τον κακό. Υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους ουσιαστικά και το ερώτημα είναι πώς να πάψει αυτό το πράγμα. Κόβοντας τις προκαταλήψεις σου, κόβοντας τις δεισιδαιμονίες σου, κόβοντας την πονηριά. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Δύσκολη η μεταφορά από τις λέξεις-κείμενο του Καρκαβίτσα στην εικονογράφηση; Kanellos Cob: Με δυσκόλεψε η γλώσσα στην αρχή. Μου πήρε χρόνο γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, μου πήρε χρόνο να συνηθίσω τη γραφή του. Θέλαμε να μείνουμε πιστοί στο κείμενο, θέλαμε να μην το αλλάξουμε που είναι αυτή η δημοτική «αργκό» της υπαίθρου. Μετά συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο περιγραφικό κομμάτι ήταν και αυτό που θα γινόταν και το εικονογραφικό κομμάτι. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, το είχες όλο μπροστά σου και στο «εξηγούσε». Και μετά από εκεί, το μεγαλύτερο μέρος στο 90% είναι αυτούσιοι οι διάλογοι, αυτούσια η διήγηση, δεν ήθελα να αλλάξω τίποτα και ως σεβασμός στο κείμενο του συγγραφέα. Γιατί τελικά αποφασίσατε να κυκλοφορήσουν αυτά τα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς; Σε ποιους απευθύνονται; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο επιχείρημα που πρέπει να έχεις για αυτό είναι ότι υπάρχει λόγος να μεταφερθεί σε ένα άλλο μέσο. Με την εικονογράφηση μπορείς να αναδείξεις πολλές περισσότερες πτυχές του κειμένου. Στο κείμενο του Καρκαβίτσα, αυτή η αφήγηση μιας άλλης εποχής που περιγράφει τα πάντα εξονυχιστικά και είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, περνάει στην εικόνα. Μπαίνεις με την εικονογράφηση κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Και έχει επίσης πολύ δράση, μια άλλη κατάσταση. Στον «Ερωτόκριτο» από την άλλη, ο κόσμος που περιγράφει ο Κορνάρος είναι τελείως φανταστικός, δεν υπήρξε ποτέ και δεν τον περιγράφει κιόλας. Πχ, λέει για το παλάτι και δεν το περιγράφει καθόλου. Οπότε η εικόνα έρχεται να «αφηγηθεί» την ιστορία από την αρχή. Το δεύτερο είναι ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία θα το μάθουν και άλλοι, κείμενα που νομίζουμε ότι τα έχουν διαβάσει όλοι και ουσιαστικά δεν τα έχει διαβάσει κανείς, ίσως κάποιο απόσπασμα στο σχολείο. Μέσα από τη γοητεία που σου προκαλεί η εικόνα θα το διαβάσεις πιο γρήγορα και εύκολα, θα «μπεις» μέσα σε αυτό εύκολα, κάνει πολλούς ανθρώπους να το διαβάσουν και να μάθουν τι είναι. Από εκεί και πέρα, αν είσαι και μερακλής, μπορείς να γυρίσεις και στο βιβλίο. Kanellos Cob: Ανοίγεις και ένα παράθυρο για ένα πιο νέο κοινό. Αυτή η τριλογία μάλιστα απευθύνεται σε όλους. Από ένας ηλικιωμένος μέχρι ένα παιδί μπορούν να τα διαβάσουν. Είναι πολύ σημαντικό να δείξεις πως το κόμικ είναι ένα μέσο το οποίο είναι ανοιχτό σε όλους και να ξεφύγεις λίγο και από αυτή την ιδέα του «Μίκυ Μάους», γιατί διαβάζεις ακόμα κόμικς; Γιώργος Γούσης: Κάνεις και το ανάποδο. Ανοίγεις και την τέχνη των κόμικς σε ένα κοινό που δεν είναι κοντά τους και αρχίζει να «τρίβεται» με αυτά και επίσης γνωρίζεις στο κοινό και τους δημιουργούς που θα τους μάθεις μέσα από ένα brand name που είναι αναγνωρίσιμο, θα διαβάσεις τον «Ζητιάνο» του Κανέλλου και ίσως αργότερα διαβάσεις και ένα άλλο βιβλίο του Κανέλλου που δεν θα είναι ο «Ζητιάνος» αλλά κάτι καθαρά δικό του. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Πόσο καιρό σας πήρε για να ολοκληρωθεί το γκράφικ νόβελ; Kanellos Cob: Περίπου 1.5 χρόνο, να το κουβεντιάσουμε, να δούμε τη μορφή του. Να προτείνω πράγματα, να μου αντιπροτείνουν πράγματα. Τότε έμενα και στον Καναδά μάλιστα, 7 ώρες διαφορά, μέσω Skype δουλέψαμε μεγάλο μέρος του. Το πιο ενδιαφέρον ήταν πως δουλέψαμε πάρα πολύ σαν ομάδα. Εγώ έφτιαχνα το πακέτο και οι άλλοι ήταν στην επιμέλεια. Ενδιαφέρον και το συνεργατικό κομμάτι, γνωρίζεις καλύτερα τον άλλον σε ανθρώπινο επίπεδο. Γιώργος Γούσης: Και στα πρώτα βιβλία που ήταν συνεργατικά και κάτω από την ίδια δημιουργική διαδικασία, μιας και στον «Ζητιάνο» ήμασταν πιο πολύ επιμελητές, γενικά είδαμε πως οι ομάδες λειτουργούν και πάντα αυτοί που εμπλέκονται σε αυτά, αν και είναι και οι ίδιοι δημιουργοί με δικό τους όραμα και προσωπικά, είναι ταυτόχρονα και οι λιγότερο εγωιστές. Πώς βλέπετε γενικότερα τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα; Και ομολογουμένως με όλα αυτά τα νέα φεστιβάλ, εκδόσεις και νέους δημιουργούς; Γιώργος Γούσης: Αν πάρουμε και το μετρήσουμε, έστω «μπακαλίστικα», βλέπουμε πως υπάρχει μία άνοδος σε όλα τα επίπεδα, από τους αναγνώστες, τους δημιουργούς, στις εκδόσεις και στην ποιότητα και τα φεστιβάλ. Από την άλλη, για να το ονομάσεις όλο αυτό σκηνή είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει βιομηχανία κόμικς όπως σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Εδώ υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, δημιουργοί, που έχουν τη δική τους πορεία ο κάθε ένας και τα καταφέρνουν, πχ. η αμερικάνικη και η γαλλική αγορά στελεχώνονται πια από ανθρώπους από όλο τον κόσμο, που δεν χρειάζεται να βρίσκονται καν σε εκείνες τις χώρες. Αν θέλεις να τα καταφέρεις σαν Έλληνας να φτάσεις σε ένα επίπεδο και να δουλέψεις σε μία αμερικάνικη εταιρία, θα δουλέψεις. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα δουλέψεις για αμερικάνικα πράγματα, με το δικό τους τρόπο. Αν θες να κάνεις τα δικά σου πράγματα, είναι μια άλλη ιστορία. Δηλαδή εδώ λειτουργούμε όπως λειτουργεί η λογοτεχνία στην Ελλάδα, να γράψεις ένα καλό κείμενο, να σε μάθει ο κόσμος, να αποκτήσεις ένα κοινό, να σε ακολουθεί, να ξέρεις να πουλάς το προϊόν σου, είσαι «μοναδική εταιρία», ο ίδιος διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου. Kanellos Cob: Έχει ενδιαφέρον αυτό. Μαθαίνεις καλύτερα την αγορά, σου δίνει μία εμπειρία τι θα φτιάξεις και πώς θα το φτιάξεις, τι κώδικες θα χρησιμοποιήσεις για να μάθεις πως αντιδρά το ελληνικό κοινό. Αυτός ο λόγος που ήθελα να κάνω κάτι με Ελλάδα. Σαφώς ωραίο κείμενο, σαφώς να δούμε πώς θα δείξουν ενδιαφέρον, αυτό το πράγμα ανεβάζει την εικόνα των κόμικς στην Ελλάδα βασικά. Το βρίσκω πολύ σημαντικό γιατί είναι μία τέχνη η οποία είναι εξίσου σημαντική με τον κινηματογράφο. Είναι ξεκάθαρα η λογική «δείχνουμε μία ιστορία με ένα μέσο» το οποίο δεν χαίρει τόσο σεβασμού όσο πχ, στη Γαλλία. Στη Γαλλία αγοράζουν κόμικς, όπως αγοράζουν λογοτεχνία. Γιώργος Γούσης: Ένα σημαντικό σημείο που δεν ξέρω αν παίξει ρόλο στο μέλλον, είναι αυτό που έκανα το καλοκαίρι, ένα κόμικ παραγγελία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το φεστιβάλ έκλεινε τα 60 χρόνια και μας παραγγείλανε να φτιάξουμε, εγώ και μία ομάδα, ένα κόμικ, μία ιστορία, σαν επετειακή έκδοση για το φεστιβάλ. Πριν λίγα χρόνια ίσως να μην πέρναγε αυτό σαν πρόταση στη διοίκηση. Δηλαδή ξόδεψαν δημόσιο χρήμα για τη δημιουργία του κόμικ. Kanellos Cob: Βασικά είναι πολύ σημαντικό που σκεφτήκανε αυτό το μέσο για την προβολή ενός τέτοιου γεγονότος. Δείχνει τελικά ότι έχει αρχίσει να έχει σεβασμό αυτό το μέσο για να βγάλουν ένα κόμικ για το φεστιβάλ. Το γκράφικ νόβελ «Ο Ζητιάνος» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris Πηγή
  10. Ο Ζητιάνος: Το αριστούργημα του Καρκαβίτσα επάξιο κόμιξ Συνέντευξη με τον δημιουργό του, Kanello Cob. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece «Ο Ζητιάνος» Θεσσαλικός κάμπος, 1891, δέκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοελληνικό κράτος. Σε ένα εξαθλιωμένο από τη φτώχεια καλυβοχώρι, υποστατικό ακόμα του Οθωμανού πασά, εμφανίζεται ένας επαγγελματίας ζητιάνος, πραγματικός φτωχοδιάβολος. Εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που «δέρνουν» τους «καραγκούνηδες» χωρικούς και διαλύει τον κοινωνικό τους ιστό- μέχρι που κάποιους τους σκοτώνει κιόλας. Στον σκοτεινό, αριστουργηματικό του «Ζητιάνο» ο Καρκαβίτσας επιτίθεται στους πάντες- η κριτική του είναι διεισδυτική μέχρι το μεδούλι, άγρια και διαταξική. Αχρείος, διεφθαρμένος ο χωροφύλακας, όμως ανήθικος επίσης, δόλιος παλιάνθρωπος και ο ζητιάνος. Μισερά ανθρωπάκια και οι καραγκούνηδες, άντρες και γυναίκες: ένα λούμπεν προλεταριάτο κολλίγων που ένεκα της επιβίωσής του δε γνωρίζει φραγμό. Η εξουσία καταγγέλεται με ειλικρίνεια και ένταση πρωτόγνωρη, ειδικά για την εποχή του συγγραφέα- και ο λαός όμως δεν εξιδανικεύεται επ’ ουδενί. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας βρώμικος όχλος, σαν μια ασχημάτιστη λάσπη- το μαύρο ριζικό του, η έκπαγλη ένδεια μαζί με τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία του ξεμπροστιάζουν σε καθένα ξέχωρο υποκείμενο τα χειρότερα ένστικτά του. Ο εικονογράφος και δημιουργός κόμιξ Kanellos Cob κατάφερε να «καδράρει» το έργο ενός από τους πρώτους πραγματικά σημαντικούς νεοέλληνες γραφιάδες σε ένα κόμιξ μυθιστόρημα, ένα ογκώδες graphic novel που διαβάζεται απνευστί και τραντάζει. Η διαχρονικότητα του κειμένου, σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα, σινεματίκ εικονογράφηση σχεδόν τρομάζει- ή αφυπνίζει απότομα, αλαφιάζοντας τον σύγχρονο, μεταμοντέρνο ύπνο μας. Βρεθήκαμε με τον Kanello Cob ένα ήρεμο απόγευμα στα Εξάρχεια. Kanellos Cob. Είναι πολιτικό έργο τελείως ο «Ζητιάνος», ταξικό αλλά και ψυχογραφικό γιατί σου βγάζει τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το φοβερό, όμως, είναι πόσο άμεσα συνδέεται και με το σήμερα. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί θεωρούν ότι κάποιος είναι βρυκόλακας- για ασήμαντη αφορμή τον βλέπουν σαν ένα τέρας που πρέπει να σκοτώσουν. Και ενώ ο τύπος φώναζε «δεν είμαι τέρας», όλη η ορμή του όχλου ήταν «φάτε τον». Δούλευα το κόμιξ σε αυτό το κεφάλαιο τον Σεπτέμβρη του ’18, όταν ΄φάγαν τον Κωστόπουλο, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας- πολύ απλά γιατί νόμιζαν ότι είναι «βρυκόλακας»... Τρελάθηκα όταν συνέβη εντός μου αυτός ο παραλληλισμός, σκέφτηκα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που γράφτηκε το έργο και όλη μου η οργή για την δολοφονία του Κωστόπουλου, διοχετεύτηκε στον «Ζητιάνο». Αυτό θέλει να μας δείξει ο Καρκαβίτσας εντέλει- ότι δεν υπάρχει «θεία δίκη», παρά μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους. Και σου εξηγεί πως το πετυχαίνουν αυτό. Ο «Ζητιάνος» είναι έργο- καθρέφτης και της σημερινής κοινωνίας και μπορεί ο καθένας μας να «προβάλλει» τους χαρακτήρες του βιβλίου σε ανθρώπους σημερινούς. «Ο Ζητιάνος» Στο σχέδιο του «Ζητιάνου» προσπάθησα να μην ακολουθήσω την κόμιξ τεχνοτροπία των έντονων χρωμάτων για να κερδίσω την προσοχή του αναγνώστη, έκανα την παλέτα μου όσο πιο ρεαλιστική μπορούσα. Ήταν πρωί στην ιστορία; Έβρισκα όλα τα ψυχρά χρώματα που βγαίνουνε το ξημέρωμα. Προσπάθησα πολύ να μείνω πιστός στην περιγραφή του Καρκαβίτσα, έχει γράψει υπέροχες εικόνες. Και είδα παλιές φωτογραφίες του θεσσαλικού κάμπου, χωριών της περιοχής, του Πηνειού. Ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε και αρκετές γκραβούρες της εποχής, ήθελα το σχέδιό μου να είναι όσο πιο ρεαλιστικό. Οι χαρακτήρες έχουν τραχύτητα. Και τις γυναίκες δεν ήθελα να τις κάνω «γλυκούλες», ξέφυγα από τα χαριτωμένα κλισέ. Οι γυναίκες του κόμιξ είναι βρώμικες, με αξύριστα πόδια, σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου. Για τον ίδιο τον ζητιάνο, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, άντλησα στοιχεία από το πορτρέτο του πατέρα μου, που έμοιαζε και με μένα. Οστεώδης, με μυτόγκα και γωνίες στο πρόσωπο. Ήθελα να τον παραστήσω σαν ένα πράγμα μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σαν σκαθάρι, σαν παράσιτο- για αυτό του έβαλα και μια τριχωτή κάπα. Είναι μυτερή μορφή, διαβολική. «Ο Ζητιάνος» Και οι χωρικοί τέτοια ζωώδη μορφή έχουν στο κόμιξ- δεν έψαξα για κανένα χαρακτήρα αυτού του βιβλίου ευγενικές φυσιογνωμίες, ήθελα να κατασκευάσω καρικατούρες. Μόνο ο μπάτσος είναι φρεσκοξυρισμένος- ξυρίζεται επιμελώς και προσέχει να είναι καθαρή η στολή του γιατί είναι «μπας κλας» εξουσία, αισθάνεται τους χωρικούς φριχτά κατώτερούς του. Πρέπει- το ζητά ο ίδιος ο χαρακτήρας- να φαίνεται καλύτερος από τους «καραγκούνηδες». Τα σπίτια δεν είναι καθαρά και περιποιημένα σαν των σημερινών χωριών- είναι αχούρια, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή. Οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις περί υγιεινής, τα σπίτια τους ήταν χοιροστάσια- μικρά, με γυμνούς, άδειους χώρους και μόνο τα εντελώς απαραίτητα, λίγα σκεύη κυρίως. Τα φυσικά τοπία χάρηκα να τα ζωγραφίζω- τα Κράβαρα, όπως τα περιέγραψε και ο Καρκαβίτσας ήταν πέτρα πάνω στην πέτρα, ένας στεγνός τόπος όπου τίποτα δεν φυτρώνει. Θυμόμουν τοπία του Νεπάλ και τα δούλεψα στη φαντασία μου μαζί με εικόνες από το Google Maps. Είμαι στα 34, Αθηναίος, εδώ γεννήθηκα, Γαλάτσι μεγάλωσα και Γκράβα πήγα σχολείο. Σχεδίαζα από μικρός, εκεί ήταν η κλίση μου- ζωγράφιζα τους τοίχους (γελάει). Μετά έπαιρνα κόμιξ από το ψιλικατζίδικο, 8-9 χρονών χάλαγα το χαρτζιλίκι μου σε marvel και ξεπατίκωνα ότι έβλεπα. Και μετά το παράτησα. «Ο Ζητιάνος» Δεν σταμάτησα εντελώς να ζωγραφίζω, στο σχολείο ήμουν (ας πούμε) αυτός που ζωγραφίζει καλά. Έπαιξε, όμως, αρκετή μικροαστίλα από την οικογένεια. «Εγώ θα γίνω ζωγράφος»- «Ναι αλλά πώς θα ζήσεις; Εμείς δε μπορούμε να σε τρέφουμε», όλος αυτός ο μικροστικός φόβος, ότι πρέπει να βρεις κάτι πιο safe, πίσω από ένα γραφείο, να ’χεις ένα μισθό και τα συναφή... Ούτε υπήρχε τέχνη στο σπίτι μου- και όταν δεν έχεις ερεθίσματα και παίζει πάντα αυτή η «κασέτα» αποθάρρυνσης στο background, ψιλοσβήνει το μεράκι όσο περνάει ο καιρός. Έρχεται και η εφηβεία με τα δικά της ψυχολογικά, μπορεί και να πνιγεί το όποιο ταλέντο, το όνειρο. Στις Πανελλήνιες πέρασα Συντήρηση Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας- φάνταζε κάπως πιο “ασφαλές”, είχε όμως και σχέση με την τέχνη. Στα είκοσί μου άρχισα να ξαναπιάνω το μολύβι και να ψάχνω νέα references, να ανακαλύπτω επιρροές αγαπημένες. Η Σχολή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, έμαθα ιστορία τέχνης εκεί, αλλά το επακριβές αντικείμενό της δεν το είδα ποτέ ως επαγγελματική μου ενασχόληση. Όταν εκείνη την περίοδο έκανα κάποια σεμινάρια κόμιξ, ξύπνησε μέσα μου πάλι αυτή η αγάπη. Και ήμουν τυχερός που η καθηγήτριά μου τότε, μου είπε “κυνήγα το”- με ενέπνευσε και μου έμαθε κώδικες διήγησης, μου έδειξε τεχνικές που σήμερα θέλω να εξελίξω ακόμη περισσοτερο, να τις πάω πιο μακριά. Κατάλαβα επίσης τότε ότι αν είναι να μπω επαγγελματικά σε αυτόν τον χώρο, καλό θα ήταν να κάνω και κάποιες ακαδημαϊκές σπουδές. «Ο Ζητιάνος» Βρήκα στη Γαλλία δυο- τρεις σχολές που με ενδιέφεραν αλλά έπρεπε πρώτα να μάθω στοιχειωδώς της γλώσσα και να μαζέψω κάποια χρήματα. Δούλευα σαιζόν στη Νάξο, μέχρι και Μπουρνάζι είχα δουλέψει, έκανα και μαθήματα γαλλικών και το 2009 άρχισα να στέλνω book της δουλειάς μου σε Σχολές έξω. Δεν έγινα δεκτός στην πρώτη μου επιλογή, την “Gobelins” στο Παρίσι, αλλά μπήκα στην “Ecole Emile Cohl” στη Λυόν. «Ο Ζητιάνος» Υπάρχουν και στην Ελλάδα αντίστοιχες σχολές- αλλά, τότε τουλάχιστον, το 2009, τα δίδακτρα ήταν έξι χιλιάδες και στη Γαλλία επτά. Και εκεί υπάρχουν υποτροφίες και επιδόματα που με βοήθησαν πάρα πολύ να ζω και να σπουδάζω. Έφυγα κιολας από την Ελλάδα μόλις έσκασε η κρίση, τα έντυπα είχαν αρχίσει να πέφτουν- τώρα σαν Έλληνας εικονογράφος δεν είναι δυνατό να δουλέψω για περιοδικά. Εδώ δεν «παίζει» η εικονογράφηση ενός άρθρου, παρά μόνο η πολιτική καρικατούρα, κάτι που εγώ δεν το έχω, η πολιτική μου σκέψη να με οδηγεί σε τόσο to the point σχέδια. Είναι ένα άλλο επάγγελμα. «Ο Ζητιάνος» Τα δύο πρώτα χρόνια κάναμε τα πάντα- γλυπτική, ακαδημαϊκό σχέδιο φουλ, animation, κόμιξ, ψηφιακή εικονογράφηση. Και μετά επέλεγες κατεύθυνση- εγώ εντρύφησα στο κόμιξ και στην εικονογράφηση. Και μετά είχα την τύχη να μου έρθουν πρότζεκτ, αναθέσεις αμέσως μετά την Σχολή- τελείωσα πρώτος κιόλας, οπότε «σκάγανε» προτάσεις από περιοδικά που ήταν σε άμεση σύνδεση με τη Σχολή. Εκεί, όταν τελειώσεις τις σπουδές σου, φτιάχνεις ένα επαγγελματικό «σαλόνι» το οποίο τσεκάρουν «μεγάλα κεφάλια» από εταιρείες video games, από animation studios, από εκδοτικούς οίκους, από περιοδικά. Και είχα έτσι την τύχη να κλείσω 2-3 καλά συμβόλαια, να κάνω μια καλή αρχή και σταδιακά να «κτίζω» τη δουλειά μου. Η Σχολή ήταν “στρατός”, πολύ απαιτητική- από το πρώτος στο δεύτερο έτος περνάνε οι μισοί. Αλλά θεωρείται η καλύτερη σχολή στη Γαλλία, ειδικά για εικονογράφηση και animation, αν θες να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά και να βγεις επαγγελματίας. «Ο Ζητιάνος» Δυσκολεύτηκα κάπως με τα γαλλικά, γιατί υπάρχει η αργκό, υπάρχει η παράμετρος της προφοράς- τελικά μου πήρε κάποιους μήνες να βρίσκομαι σε μια παρέα Γάλλων και να καταλαβαίνω άνετα έστω τη θεματική της συζήτησης (γελάει). Δεν ένιωσα πάντως ποτέ κανένα ρατσισμό ή απομόνωση, οι παρέες ήταν ανοιχτές, ειδικά στο περιβάλλον της Σχολής και της δουλειάς μετά. Μόλις είχε γίνει τότε και το «μπαμ» με την Ελλάδα και την κρίση, οι περισσότεροι έδειξαν ενδιαφέρον και συμπάθεια. Έπαιξαν και τσακωμοί, κυρίως μετά το δεύτερο έτος, οπότε μπορούσα κι εγώ να επιχειρηματολογήσω πολιτικά στα γαλλικά. Ειδικά με τους Γάλλους δε βρήκα μεγάλες διαφορές σαν νοοτροπία, μάλλον γιατί η Γαλλία έχει ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: όσον αφορά την κουλτούρα «πιάνει» από ευρωπαϊκό βορά έως νότο. Πάντα όμως εξαρτάται από τον κύκλο που θα βρεθείς και τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις. Το Παρίσι είναι “νεροχύτης”, έχει μαζί με τα προάστια δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους. Ένα τεράστιο αστικό κέντρο όπου δύσκολα να μη νιώσεις αποξένωση, ακόμα και φόβο. Η Μασσαλία, νομίζω, μοιάζει πολύ με την Αθήνα- είναι μεσόγειοι κι αυτοί. Όσο κατεβαίνεις νότια, οι κουλτούρες μας συνδέονται και, τελικά, μοιάζουν. Στους τρόπους τους είναι πιο άμεσοι, μέχρι και στη γλώσσα τους καταλάβαινα καλύτερα γιατί προφέρουν πιο έντονα τα γαλλικά. Αιφνιδιάστηκα με τη Βρετάνη, νόμιζα ότι επειδή εκεί είναι βοράς, θα είναι και οι άνθρωποι πιο κρύοι, πιο σφιχτοί- κι όμως εκεί ένιωσα το πιο καλόκαρδο welcome. Είναι τρελούτσικοι αλλά καλοί άνθρωποι, ποτέ δόλιοι, για κανένα λόγο. «Ο Ζητιάνος» Η Λυόν είναι πιο μπουρζουά- πλούσια πόλη, θεωρείται το διαμαντάκι της Γαλλίας. Αν ένα θέαμα (χορός, θέατρο π.χ.) έρθει στη Λυόν και πάει καλά, θεωρείται ότι θα πάει καλά σε όλη τη Γαλλία. Έχει μια έπαρση η πόλη- αλλά έχουν και φράγκα, οπότε βρίσκεις δουλειές. Έχουν μεγάλη παράδοση στα μεταξωτά υφάσματα, πολλά παλιά εργαστήρια έχουν γίνει μουσειακοί χώροι. Υπήρχε αρκετό προλεταριάτο, στους πρόποδες του λόφου βρισκόταν η ξεκάθαρα αριστερίστικη και αναρχική γειτονιά (καρτιέ/ cartier) της πόλης. Σήμερα , τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Λυόν έχουμε πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτά τα ωραία (γελάει). Μετά τη Σχολή είχα την τύχη και βρήκα αμέσως δουλειά σε μια εταιρεία σαν εικονογράφος- γραφίστας. Η φάση, όμως, ήτανε “χτυπάς καρτούλα”, παίρνεις και δυο χιλιάρικα το μήνα βέβαια, αλλά ζωγραφίζεις νεράιδες για τα κοριτσάκια και αεροπλανάκια για τα αγοράκια... Πρότεινα κάποια πράγματα, ήταν εντελώς mainstream όμως, καθόλου δεκτικοί, οπότε στους έξι μήνες που τέλειωσε η πρώτη σύμβαση, δεν θέλησα καν να ανανεώσω. Από τότε δουλεύω σαν freelancer, δεν έχω ούτε παιδιά ούτε σκυλιά να εξαρτώνται από μένα, κυνηγάω τη δουλειά μου προσπαθώντας να μην τρελαίνομαι από τη δεδομένη, διαρκή της επισφάλεια και μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, κάθε χρόνο και καλύτερα. Η δουλειά μου είναι, πλέον, γνωστή στο χώρο των illustrators και έρχονται προτάσεις για πρότζεκτ. «Ο Ζητιάνος» Graphic novel- «τούβλο» 120 σελίδων δεν έχω κάνει στη Γαλλία. Έχω δουλέψει όμως σε κολεκτίβες με άλλους σχεδιαστές, όπου φτιάχνουμε ιστορίες πόλεων, ή την ιστορία των γραμματοσήμων. Στη Λυόν συμμετέχω σε μια κολεκτίβα (Οι δρόμοι της Λυόν_ Les rues de Lyon) όπου κάθε μήνα βγάζουμε μια ιστορία για τη Λυόν. Αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την εκτύπωση και διανομή σε βιβλιοπωλεία της Λυόν και τα κέρδη των πωλήσεων (το κάθε βιβλίο κοστίζει 3 ευρώ) διανέμονται σε τρία ίσα μέρη: ένα ευρώ μένει στην κολεκτίβα για την κάλυψη του κόστους παραγωγής, ένα ευρώ παίρνει ο δημιουργός και ένα ευρώ αντιστοιχεί στον βιβλιοπώλη. Τώρα δουλεύω το artwork του 2020 για το μεγαλύτερο trance/ psychedelic φεστιβάλ της Γαλλίας. Περιμένω να υπογράψω για ένα πρότζεκτ σχετικά με τον Β΄Π.Π.- ένα grapcic novel για μια μικρή γαλλική πόλη (Le Chambon-sur- Lignon) όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής προστάτευαν παιδιά Εβραίων. Στην Ελλάδα συμμετείχα με μεγάλη μου χαρά στο πρότζεκτ «Βάλτους Χ» (ValtousX.gr)- έφτιαξαν πέρυσι πρώτη φορά ένα gps με σημεία στην Αθήνα όπου είχαν σημειωθεί ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις. Φέτος αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για όλη την Ελλάδα- επικοινώνησαν μαζί μου από το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», μου έδωσαν δυο κειμενάκια και μου ζήτησαν να κάνω illustrations για αυτά. Εμένα αυτό είναι η χαρά μου: δε θα σου περιγράψω με εικόνες αυτά που γράφει το κάθε κείμενο, θα προσπαθήσω να βγάλω το συναίσθημα. «Ο Ζητιάνος» Γι’ αυτό μου αρέσει ο σουρεαλισμός (και η κουλτούρα του pop surealisme) όπου θα παίξεις όχι με μια ρεπορταζιακή, φωτογραφική απεικόνιση, αλλά θα κάνεις κάτι πιο συναισθηματικό, πιο συμβολικό, βάσει πάντα αυτού που διαβάζεις. Αυτή είναι και η δική μου θεωρία όσον αφορά την εικονογράφηση: το κείμενο να παντρεύεται με την εικόνα, τα δύο μέσα να ενώνονται αλλά σε καμία περίπτωση να μην περιγράφει αυστηρά το ένα το άλλο. Πάντως δε θεωρώ “καλλιτεχνικό” αυτό που κάνω: δεν είμαι ζωγράφος, δεν έχω βγει από Καλών Τεχνών για να μπλέξω σε κύκλους φιλοσοφικούς... (γελάει). Για τον «Ζητιάνο» μίλησα με τρεις εκδοτικούς οίκους στη Γαλλία με σκοπό να αγοράσουν τα δικαιώματα- τους άρεσε πολύ και η ιστορία και η δουλειά μου, έκριναν όμως ότι εμπορικά δε θα τραβούσε. Γιατί ο Γάλλος αναγνώστης έχει στο μυαλό του την Ελλάδα είτε σαν αρχαία ιστορία είτε την κατάσταση με την κρίση. Ο «Ζητιάνος» είναι κοινωνικοπολιτική ιστορία στην ουσία της, αλλά έχει ένα βουκολικό background που δεν βοηθά τον ξένο αναγνώστη να κάνει το λινκ με τον πυρήνα του θέματος. Πάντως με το που επιστρέψω Γαλλία θα παρουσιάσω τον «Ζητιάνο» και σε άλλους εκδότες. Ο «Ζητιάνος» μου προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο (POLARIS)- ήθελαν πολύ να μεταφέρουν σε κόμιξ την ιστορία αυτή του Καρκαβίτσα, το έψαχναν δυο- τρία χρόνια. Δεν είχα συνεργαστεί ξανά με ελληνικό εκδοτικό οίκο και ενθουσιάστηκα από το ξεκίνημα της συνεργασίας μας, από τα πρώτα κιόλας emails. Διάβασα στα γρήγορα το βιβλίο, δεν το θυμόμουν ακριβώς και ήθελα επίσης να καταλάβω αν μπορώ να το μεταφέρω σε κόμιξ- αν οι εικόνες που δίνει η διήγηση με εμπνέουν, αν μπορώ να φανταστώ τα κάδρα με την πρώτη ματιά. Και, ενστικτωδώς, είπα αμέσως “wow”. Αριστούργημα. Ζούσα στον Καναδά τότε και ήμουνα στις μαύρες μου- έψαχνα δουλειά εκεί και οικονομικά τα έβγαζα πέρα δύσκολα, μόνο με κάποιες συνεργασίες που κρατούσα στη Γαλλία. Με βοήθησε πολύ ψυχολογικά το πρότζεκτ του «Ζητιάνου», με ανέβασε. Άνοιξη του 2018 είχα πλέον ξεκινήσει να το δουλεύω- άρχισα τον «Ζητιάνο» στο Μόντρεαλ και τον ολοκλήρωσα στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου στον «Ζητιάνο» είναι αυτούσια τα λόγια του Καρκαβίτσα- μετέφερα ο ίδιος το κείμενο και ο Γιάννης Ράγκος έκανε τις διορθώσεις. Τους πρώτους δύο μήνες είχα φτιάξει έναν πίνακα με post it- αστυνομικού τύπου «να βρούμε τον ένοχο»...- και «έσπαγα» τις σκηνές ώστε να μπει σε τάξη. Το κείμενο στην αρχή είχα προτείνει να το κάνω σε σύγχρονα, σημερινά ελληνικά- κουβέντιασα όμως με τον Γιώργο Ζαρρή (εκδότης του Polaris) και καταλήξαμε αυτό το υπέροχο και ευνόητο και στον τωρινό αναγνώστη κείμενο να το αφήσουμε ως έχει. Ο Καρκαβίτσας είναι πολύ περιγραφικός και με πολλά πισωγυρίσματα στο λόγο του, οπότε είχα κάποιες ενστάσεις καθώς διάβαζα το πρωτότυπο- φοβόμουν μήπως σαν κόμιξ κουράσει. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι αυτές οι περιγραφές θα αποδοθούν στο κόμιξ ως εικόνες. Η διήγηση της ιστορίας είναι περίτεχνη, ρέει ελεύθερα και οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί- κρατήσαμε λοιπόν το κυρίως κείμενο του πρωτοτύπου, με κάποιες παρεμβάσεις μόνο για να διευκολύνουμε το ρυθμό της διήγησης στο κόμιξ. Οι όποιες αλλαγές δεν αλλάζουν επ’ ουδενί το νόημα, ούτε το όραμα ή την αισθητική του Καρκαβίτσα. Τελικά το 95% του κειμένου είναι δικό του. Στον «Ζητιάνο» στο τέλος νικάει το κακό- και κατανοείς (σαν αναγνώστης) τους λόγους αυτής της κατάληξης. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου μου κίνησε το ενδιαφέρον, δεν το βλέπεις συχνά. Απομακρυνόμαστε από τον ρομαντισμό- ο «Ζητιάνος» είναι ωμός νατουραλισμός και αυτό δεν είναι τυχαίο αφού ο ίδιος ο Καρκαβίτσας είναι επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά (J’ accuse) και το κίνημα των νατουραλιστών καλλιτεχνών. Ο Καρκαβίτσας ήταν κάπως «μισάνθρωπος», έκραζε για τους Ολυμπιακούς του 1896, έκραζε τους πάντες. Ήταν και μπουρζουάς όμως, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα. Δεισιδαιμονία, προκατάληψη, φριχτή ένδεια και φτώχεια τρομερή, αμάθεια, μισογυνισμός, συντηρητισμός. Αυτά είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας που περιγράφει ο Καρκαβίτσας. Στον «Ζητιάνο» η θέση της γυναίκας π.χ. στην κοινωνία εκτίθεται ξεκάθαρα: τρώει ξύλο και, μάλιστα, περιμένει αυτήν τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η γυναίκα μισεί το ίδιο της το φύλο- θέλει να γεννάει αγόρια, τα κορίτσια δεν είναι επιθυμητά. Οι γυναίκες δεν ήθελαν να γεννάνε γυναίκες- γιατί θα έπρεπε να τις «προικώσουν» και στο βάθος της ψυχής τους ήξεραν ότι θα περάσει τα δικά τους βάσανα, τον δικό τους εγκλωβισμό. Υπάρχουν και σήμερα χωριά στην Ελλάδα, ή και στη Γαλλία, που αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει και πολύ. «Ο Ζητιάνος» Στον «Ζητιάνο» αναδεικνύεται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»- όταν έχεις μεγαλώσει σαν δούλος, δεν ξέρεις τι να κάνεις με την ελευθερία σου. Και ας ξέρεις ότι αυτός είναι ο τύραννός σου, ας τον βρίζεις, ας τον καταριέσαι- όταν θα εμφανιστεί μπροστά σου, αντανακλαστικά σκύβεις το κεφάλι. «Πασά μου» τον προσφωνείς, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Είναι ο τυραννός σου, αλλά θα ήθελες να είσαι σαν αυτόν. Αν σου δινόταν η εξουσία, τέτοιος θα ήσουνα. Στον αδύναμο την «πέφτεις» εύκολα- και όταν γραφόταν ο «Ζητιάνος» και σήμερα. Δε μπορείς να αγγίξεις τους δυνατούς- το ξέρει αυτό ο ανθρωπάκος κάθε εποχής. Και εκτονώνει την οργή του, το κόμπλεξ, την απογοήτευση για την κατάστασή του σε όσους είναι πιο αδύναμοι απ’ τον ίδιο. Θα πατήσεις τον ίσο ή κατώτερό σου, γιατί αυτός είναι που μισείς- γιατί ουσιαστικά μισείς τον εαυτό σου. Αυτά τα ανθρώπινα αντανακλαστικά εκμεταλλεύεται ο φασισμός- και ο Καρκαβίτσας τα διέγνωσε σαν κοινωνικές τάσεις πριν ακόμα δημιουργηθεί η έννοια του φασισμού. Για μένα ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σαν χαρακτήρας λογοτεχνικός θα μπορούσε να ενσαρκώνει πολλούς ανθρώπους, ρόλους και έννοιες της πραγματικής ζωής- ακόμα και τον καπιταλισμό που για να κερδίσει είναι διατεθειμένος να πάρει οποιαδήποτε μορφή. «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα είναι και ο τραπεζίτης που δε θα διστάσει να σε πετάξει έξω από το σπίτι σου για να πάρει αυτά που του αναλογούν (;). Στο όλον του αυτό το έργο είναι ένας φακός που ρίχνει σκληρό φως σε ότι σκοτεινό έχουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα μας. Ο κακός της ιστορίας, ο ίδιος ο ζητιάνος, είναι προϊόν της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσε- όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλοι μας. Ο Καρκαβίτσας δεν χαιδεύει κανέναν, εξηγεί όμως τις αδυναμίες μας, των ανθρώπων που μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει ο νόμος της ζούγκλας, όπου η de facto κατάσταση «η ζωή σου ή η ζωή μου» μας γυρνάει άσχημα το μυαλό. Η ανάγκη της επιβίωσης ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό. Το συναίσθημα χάνεται έναντι του καθημερινού φόβου. Ο τελωνοφύλακας, ο κρατικός υπάλληλος δηλαδή παίρνει μίζες. Βάλ’το στη μέρα μας... δεν το βλέπεις; Από το «όλοι μαζί τα φάγαμε» μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια. Γυναίκες που είναι φυλακισμένες, δούλες ουσιαστικά, λόγω της φτώχειας και της πατριαρχίας. Θρησκοληψία. Τι είχε γίνει με τους φασίστες στο Corpus Christi; Τα ξεματιάσματα, όσοι γονυπετείς προσκυνάνε παντόφλες... Μηδενική ταξική συνείδηση επίσης: φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι που σιχαίνονται πρωτίστως τους εαυτούς τους, χωρίς να έχουν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτή τη θέση. Και υποφέρουν από μικροαστική ματαιοδοξία. Το μυαλό και το όνειρό τους φτάνουν μέχρι ένα ρετιρέ στο Παγκράτι. Νομίζω στην κρίση, μαζί με την όποια ανθρωποφαγία, αναδύθηκαν και κάποια ωραία λουλούδια, όπως η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι στράφηκαν περισσότερο από πριν στην πολιτική, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν καλύτερα τι συνέβη και να αντιδράσουν σε αυτό. Έφτιαξαν συνεργατικούς χώρους και δουλειές, κοπερατίβες, προσπάθησαν να αποδράσουν από τη σχέση «αφεντικό- εργαζόμενος». Για μένα αυτό είναι το διαμαντάκι που πρέπει να κρατήσεις και να το εξελίξεις όσο μπορείς. Όλο και περισσότεροι παίρνουν την κατάστασή (τους) στα χέρια τους, γιατί βλέπουν ότι δεν τους βοηθάει κανείς. Υπάρχει στην κοινωνία μας η πλευρά του «θα φάω όποιον βρω μπροστά μου για να ζήσω», υπάρχουν όμως και οι άλλοι- που σκέφτονται «είμαστε μαζί σε αυτό, ας κάνουμε ότι μπορούμε». Πηγή
  11. Ένας επίκαιρος «Ζητιάνος» Γιάννης Κουκουλάς Καυστικός ηθογράφος της ελληνικής επαρχίας του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας απέδωσε με ρεαλισμό και χωρίς ωραιοποιήσεις τη σκληρή πραγματικότητα μιας υπανάπτυκτης Ελλάδας. Η εξαιρετική μεταφορά σε κόμικς του «Ζητιάνου» από τον Kanellos Cob καθιστά το έργο και πάλι επίκαιρο και καταδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας Η μεταφορά σε κόμικς πολλών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, πρόσφατης αλλά και παλαιότερης, δεν είναι κάτι νέο. Αρκετοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια επιλέγουν να προσαρμόσουν σε κόμικς, ιστορίες που διαβάζαμε στα σχολικά αναγνωστικά και ανθολόγια, διηγήματα και μυθιστορήματα που συγκίνησαν τους αναγνώστες προηγούμενων εποχών αλλά είχαν αρχίσει πια να ξεχνιούνται. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προσαρμογές αυτές είναι επιτυχημένες στον βαθμό που δεν επιδιώκουν να ακολουθήσουν πιστά το αρχικό κείμενο αλλά να αποδώσουν το κλίμα και την πλοκή του με πρωτότυπα εικαστικά εργαλεία. Άλλωστε, οι έννοιες της προσαρμογής, της διασκευής και της διασημειωτικής μετάφρασης, της μεταφοράς δηλαδή ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, προϋποθέτουν και εμπεριέχουν την προσωπική ματιά του νέου δημιουργού πάνω σε ένα προϋπάρχον έργο και αποκτούν ενδιαφέρον, όταν ο τρόπος που το παλαιό έργο επαναπροσεγγίζεται σε μια νέα εποχή βασίζεται στη διαφοροποίηση και δεν επιδιώκει την, αναπόφευκτα αδύνατη και εκ των πραγμάτων περιττή, ταύτιση. Από τους Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου έχουν έως τώρα κυκλοφορήσει «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» με προσαρμογές διηγημάτων των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, το «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά» και η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» ως προσαρμογή του ομότιτλου διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μετέφεραν σε κόμικς τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, ο Ράγκος με τον Παναγιώτη Πανταζή φιλοτέχνησαν τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργος Τσιαμάντας προτίμησαν ένα λιγότερο γνωστό έργο, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος απέδωσε με έναν ιδιαιτέρως πρωτότυπο τρόπο, μέσω τροποποιημένων πινάκων και εικόνων της ιστορίας της τέχνης, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ενώ με χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς προσέγγισε το ροϊδικό έργο και ο Λευτέρης Παπαθανάσης. Στο πλαίσιο αυτό της ευρείας προσαρμογής σε κόμικς έργων της ελληνικής γραμματείας, δεν ξενίζει η επιλογή του Kanellos Cob να στρέψει το βλέμμα του στο πιο γνωστό μυθιστόρημα ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1897 και από τότε έχει γνωρίσει δεκάδες επανεκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1983 μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά στην αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Ανέστη Βλάχο. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Τζιριτόκωστας, ένας επαγγελματίας ζητιάνος από τα Κράβαρα που καταφθάνει τη δεκαετία του 1880 στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας για να αναστατώσει τη ζωή των κατοίκων του. Πρώτα πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και στη συνέχεια καταφέρνει να συγκινήσει τους αμόρφωτους και δεισιδαίμονες Νυχτερεμιώτες υποδυόμενος τον ταλαίπωρο και τον κακομοίρη. Παράλληλα πουλάει υποτιθέμενα μαγικά βοτάνια για να γεννούν οι γυναίκες αρσενικά παιδιά και προετοιμάζει την εκδίκησή του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις προκαταλήψεις και τις προλήψεις, την αμάθεια, τη δουλικότητα και τη φτώχεια των αγράμματων επαρχιωτών που είναι έτοιμοι να πιστέψουν κάθε φράση του Ζητιάνου, αρκεί να τους δίνει ελπίδα και να χαϊδεύει τα αυτιά τους. Με τον «Ζητιάνο», ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να περιγράψει μέσα από σκληρά περιστατικά και άγριες καταστάσεις την εύθραυστη ειρήνη στην ελληνική επικράτεια λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, σε μια περιοχή που λυμαίνονται οι τσιφλικάδες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ανάμεσα σε πρώην Τούρκους μπέηδες και νέους Έλληνες φιλόδοξους ιδιοκτήτες. Σε μια τέτοια συνθήκη που όλα είναι ρευστά, ευνοείται η δράση κομπογιαννιτών και απατεώνων, όπως ο Τζιριτόκωστας, που με έξυπνες κινήσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την άγνοια και να χειραγωγήσει τα αισθήματα και τις πράξεις για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Στην προσαρμογή του Kanellos Cob (εκδόσεις Polaris, επιμέλεια σεναρίου: Γιάννης Ράγκος, επιμέλεια εικονογράφησης: Γιώργος Γούσης), ενός νέου δημιουργού κόμικς που μέχρι τώρα έχει υπογράψει το βραβευμένο «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου, το «Όχι σημαίνει όχι» για τις γυναίκες-θύματα βιασμού και την κουλτούρα του σεβασμού της άρνησης οποιασδήποτε σεξουαλικής κίνησης χωρίς την απόλυτη συναίνεση των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν, αλλά και πολλά έργα στη Γαλλία, τον Καναδά και αλλού, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας αποδίδεται με έναν ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Τα μικρά κείμενά του που εισάγουν τον αναγνώστη στη «δράση» ή συνδέουν τις σκηνές μεταξύ τους είναι ευσύνοπτα και πολύ ορθά επιλεγμένα, σε γλώσσα ταιριαστή με την υπόθεση και με ελαφρές παραλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο, τέτοια που να υπηρετούν και να εκφράζουν την αποστροφή του Καρκαβίτσα για τους οπισθοδρομικούς χωρικούς: «Δεκαετία 1880, Νυχτερέμι Θεσσαλίας. Ριγμένο κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου, έχει την φτωχικήν και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως. Στα χαμόσπιτά του συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι. Το κονάκι του μπέη, ψηλό κι αγέρωχο, βρίσκεται στη μέση. Αλλοτε οι Νυχτερεμιώτες είχαν υπογράψει να παραχωρήσουν το χωριό στον Πασά, αλλά με όρους: τα σπίτια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά δικά τους, κι από ό,τι σπέρνουν να δίνουν το τρίτο στον αφέντη». Και λίγο παρακάτω: «Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς επρόβαλλε από το κονάκι, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους». Ακόμα πιο επιτυχημένος, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ο Kanellos Cob εικονογραφεί τον Καρκαβίτσα και αποδίδει την ελληνική επαρχία, τους φοβισμένους ανθρώπους, τον Ζητιάνο, τον τελωνοφύλακα, τη μιζέρια και την απομόνωση των ανθρώπων σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον χωρίς καμιά πιθανότητα –και χωρίς, το χειρότερο, καμιά πρόθεση– διαφυγής. Τα κτίρια, οι ενδυμασίες, τα τοπία, οι στολές, η ελληνική φύση αποδίδονται με ακρίβεια και βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Οι εκφράσεις των προσώπων, όμως, είναι μια καλλιτεχνική επιλογή του δημιουργού που απογειώνει το έργο του: η οργή και η αυθαιρεσία του συμφεροντολόγου εκπροσώπου της εξουσίας ενός πρωτόγονου αλλά πάντα πελατειακού κράτους, η δουλικότητα των βρόμικων και ξεδοντιασμένων, κακοζωισμένων κατοίκων, η περιφρόνηση του επιστάτη του μπέη, η κουτοπονηριά των γυναικών που πιστεύουν πως αγοράζουν το σερνικοβότανο, το μίσος και η εκδικητικότητα στο πρόσωπο του παπά και, πάνω απ’ όλα, η μοχθηρία του αδίστακτου Τζιριτόκωστα. Έτσι, η νατουραλιστική γραφή του Καρκαβίτσα που συνοδεύει το ηθογραφικό περιεχόμενο βρίσκει στον Kanellos Cob έναν ιδανικό εικονογράφο. Όπως τονίζει και το επιλογικό σημείωμα της έκδοσης: «Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του “παλιού” και του “νέου”, ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης». Την οδύνη αυτή για τη διαχρονική επικράτηση του Κακού σε μια Ελλάδα χρονικά μακρινή αλλά όχι και τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη μεταφέρει αριστοτεχνικά ο δημιουργός του κόμικς σε ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί είτε σε συνδυασμό με το πρωτότυπο είτε και εντελώς ανεξάρτητα από αυτό, ακριβώς λόγω της διαχρονικότητας των θεμάτων του και όσων έχει να μας πει τόσο ο Καρκαβίτσας όσο και ο Cob γύρω από την Ελλάδα του τότε και, ακόμη περισσότερο, του τώρα. Πηγή
  12. Παρουσίαση - συζήτηση στο Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομήδειας 18, Ν. Σμύρνη, απόωε στις 19.30: Η Νεοελληνική λογοτεχνία σε γκράφικ νόβελ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ, Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ. Θα μιλήσουν οι δημιουργοί: Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και ο Kanellos Cob. Την παρουσίαση συντονίζει η φιλόλογος Πέπη Δουρέκα.\ fb event
  13. Παρουσίαση - συζήτηση στο Βιβλιοπωλείο Ad Libitum, Νικομήδειας 18, Ν. Σμύρνη: Η Νεοελληνική λογοτεχνία σε γκράφικ νόβελ ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΣ, ΣΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΟΥ ΒΑΛΤΟΥ, Ο ΖΗΤΙΑΝΟΣ. Θα μιλήσουν οι δημιουργοί: Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και ο Kanellos Cob. Την παρουσίαση συντονίζει η φιλόλογος Πέπη Δουρέκα.
×
×
  • Create New...