Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Les Humanoides Associes'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 6 results

  1. Τίτλος Πρωτότυπου: Les armées du Conquérant (Les Humanoïdes Associés, 1977), Arn: 1. La vengeance d'Arn (Les Humanoïdes Associés, 1981), Arn: 2. Le triomphe d'Arn (Les Humanoïdes Associés, 1987) Ένα οπτικά εντυπωσιακό κόμικ, το οποίο συγκεντρώνει τρεις συνεργασίες του σεναριογράφου Ζαν-Πιέρ Ντιονέ, συνιδρυτή του ιστορικού περιοδικού Métal hurlant) και του σχεδιαστή Ζαν-Κλοντ Γκαλ με συμβολή στο σενάριο ορισμένων από αυτών του Φιλίπ Πικαρέ. Οι τρεις αυτές συνεργασίες κυκλοφόρησαν αυτόνομα στη Γαλλία τα έτη 1977, 1981 και 1987 αντίστοιχα και μάλιστα ασπρόμαυρες. Στη συνέχεια, και μετά τον πρόωρο θάνατο του Γκαλ το 1994 σε ηλικία μόλις 52 ετών, οι ιστορίες επιχρωματίστηκαν και κυκλοφόρησαν σε ενιαίο άλμπουμ στα αγγλικά το 2017 από τη Humanoids. Αυτή είναι και η έκδοση, που διάβασα και πάνω στην οποία γίνεται η παρουσίαση. Το πρώτο μέρος ("Les armées du Conquérant", στα αγγλικά "Conquering Armies" ή σκέτο "Armies"), αποτελείται από διάφορες μικρές ιστορίες, που όλες έχουν ένα κοινό στοιχείο: ένας κατακτητικός στρατός φτάνει σε μια άγνωστη χώρα και εξαιτίας ενός υπερφυσικού ή δυσεξήγητου γεγονότος, ο στρατός ή ένα τμήμα του καταρρέει και οι στρατιώτες πεθαίνουν ή τρελαίνονται, κατακτημένοι και οι ίδιοι από μια πανάρχαιη δύναμη, στην οποία δεν μπορούν να αντισταθούν. Η γλώσσα είναι αφαιρετική, σχεδόν ποιητική κάποιες φορές και όλες οι ιστορίες αφήνουν μια αίσθηση ματαιότητας, ενώ είναι χαρακτηριστικό, ότι ξεκινάνε σχεδόν όλες με μια παρόμοια πρόταση. Το δεύτερο και το τρίτο μέρος ("La vengeance d'Arn" και "Le triomphe d'Arn" στα γαλλικά, "Arn's Revenge" και τα δύο μέρη στα αγγλικά) αφηγούνται την ιστορία του (σωστά μαντέψατε! ) Αρν, ο οποίος ήταν γιος ενός πολέμαρχου, απήχθη και φυλακίστηκε από τους εχθρούς, δραπέτευσε, εκδικήθηκε τους βασανιστές του και τελικά γνώρισε κ εκείνος την αναπόφευκτη μοίρα όλων των ανθρώπων... ή μήπως όχι;;; Το πρώτο μέρος του κόμικ είναι γοητευτικό, οι ολιγοσέλιδες και αυτοτελείς ιστορίες έχουν μια περίεργη σαγήνη και το γεγονός, ότι η αφήγηση είναι ιδιόρρυθμη τις βοηθά να αποκτήσουν μια σχεδόν μεταφυσική, αλληγορική διάσταση. Η ιστορία του Αρν, από την άλλη, χωρίς να είναι κακή, είναι σαφώς πιο κλισαρισμένη και ως ένα βαθμό προβλέψιμη. Το σχέδιο του Γκαλ, όμως, είναι απίστευτο! Απίστευτο! Ρεαλιστικό, με αδιανόητη προσοχή στη λεπτομέρεια, ειδικά στις σκηνές πλήθους, όπου φαίνεται πώς έχει σχεδιάσει εκατοντάδες φιγούρες, τρομερά κτήρια και τοπία με ασύλληπτες συνθέσεις, είναι ένα από τα πιο εντυπωσιακά σχέδια, που έχω δει ποτέ στη ζωή μου, πραγματικό οφθαλμόλουτρο. Η σκηνοθεσία του είναι πολύ επιτυχημένη και δείχνει του ανθρώπους μικρούς και ασήμαντους μπροστά στα κτήρια και στα τοπία, συμβάλλοντας αποφασιστικά στη γενικότερη ιδέα του κόμικ. Ίσως το σενάριο να μη σας πει πολλά, αλλά το σχέδιο φαντάζομαι, ότι θα σας κάνει να χαζέψετε για ώρα. Τα χρώματα του κόμικ είναι εντυπωσιακά και αναδεικνύουν το σχέδιο του Γκαλ. Αναρωτιέμαι, πώς θα το χρωμάτιζε ο ίδιος... Παραθέτω και ασπρόμαυρες σελίδες, για να δούμε το σχέδιό του χωρίς χρώμα. Για την έκδοση, τα έγραψα στην αρχή, προσθέτω απλά, ότι η αγγλική έκδοση είναι με μαλακό εξώφυλλο και περιέχει πρόλογο του Ντιονέ και επίλογο από τον Πατ Μιλς. Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχει κι άλλη έκδοση στα αγγλικά ή στα γαλλικά. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη του Ντιονέ στο The Comics Journal
  2. Τίτλος Πρωτότυπου : Le Vaisseau de pierre (Dargaud, 1976) Το δεύτερο μέρος της τριλογίας Légendes d'aujourd'hui (Θρύλοι του Σήμερα), η οποία ξεκίνησε με το "The Cruise of Lost Souls" και ολοκληρώθηκε με το "Η Πόλη που δεν υπήρξε". Όπως και τα δύο άλλα άλμπουμ, έτσι κι αυτό διαβάζεται εντελώς αυτόνομα. Σεναριακά, παρουσιάζει κάποιες ομοιότητες με το προηγούμενο άλμπουμ, μόνο που εδώ το θέμα δεν είναι αμιγώς οικολογικό, αλλά προχωρά και στο πολιτιστικό επίπεδο. Μια πολυεθνική εταιρεία σκοπεύει να δημιουργήσει ένα πολυτελέστατο θέρετρο κάπου στη Βρετάνη και για το σκοπό αυτό, θέλει να μεταφέρει το πανάρχαιο κάστρο της περιοχής σε άλλη τοποθεσία. Λογαριάζουν, όμως, χωρίς το μυστήριο ερημίτη, που κατοικεί εκεί και τον οποίον ορισμένοι θεωρούν ως ενσάρκωση του θανάτου, και χωρίς ορισμένους από τους κατοίκους του χωριού, μέσα στους οποίους βρίσκεται ο μυστηριώδης ξανθός, που εμφανίζεται σε όλα τα κόμικς της τριλογίας. Μυστικισμός και μια πολιτιστική παράδοση, που ξεκινά από τα βάθη των αιώνων και φτάνει έως την περίοδο του Β' ΠΠ συνθέτουν το υπόβαθρο της ιστορίας, η οποία δεν λαμβάνει τυχαία χώρα στη Βρετάνη, περιοχή με έντονο το στοιχείο της Κελτικής προϊστορίας, μια δική της γλώσσα, που πλέον ομιλείται από ελάχιστους, αλλά και ένα έντονο τοπικιστικό έως και εθνικιστικό παρελθόν, που κατέληξε σε συνεργασία πολλών Βρετόνων εθνικιστών με τους Ναζί, κάτι στο οποίο υπάρχει ευθεία αναφορά στο κόμικ. Ενδιαφέροντα όλα αυτά, το κόμικ είναι επίσης ενδιαφέρον, αλλά κατά τη γνώμη μου έως εκεί. Ο Κριστέν δεν αξιοποιεί πολύ πετυχημένα τα χαρακτηριστικά της περιοχής και η ιστορία δεν έχει κάτι ιδιαίτερο να πει. Βεβαίως, συγκρίνω το έργο αυτό με τα μετέπειτα έργα του ιδίου, ενώ αν το είχα διαβάσει για πρώτη φορά, όταν πρωτοεκδόθηκε, σίγουρα η άποψή μου θα ήταν διαφορετική. Σίγουρα, πάντως, θεωρώ, ότι δεν έχει σταθεί τόσο καλά στο πέρασμα του χρόνου, αλλά οπωσδήποτε ήταν ένα βήμα μπροστά σε σχέση με το "The Cruise of Lost Souls". Σαφώς βελτιωμένο είναι και το σχέδιο του Μπιλάλ, που εδώ γίνεται πολύ λιγότερο καρικατουρίστικος και πλησιάζει πάρα πολύ στον Μπιλάλ, που πρωτογνωρίσαμε στην Ελλάδα από τη Βαβέλ. Οι συνθέσεις του είναι πιο τολμηρές, το σχέδιο πιο δυναμικό, τα χρώματα λίγο πιο μουντά, οι χαρακτήρες αρχίζουν και δένουν με το τοπίο, οι ομίχλες σαν ιστοί αράχνης αρχίζουν να εμφανίζονται και γενικά ο μεγάλος σχεδιαστής αρχίζει και βρίσκει το στοιχείο του στους βράχους της περιοχής. Και αυτό το διάβασα στην έκδοση "Townscapes" του 2004, και δεν γνωρίζω, εάν είχε κυκλοφορήσει και αυτόνομο στα αγγλικά. Τώρα, μπορείτε να το βρείτε στον τόμο "Legends of Today" με τίτλο "The Stone Vessel", που και αυτός αποδίδει καλύτερα τον πρωτότυπο. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  3. Τίτλος Πρωτότυπου : La Croisière des Oubliés (Les Humanoïdes Associés, 1975) Η πρώτη συνεργασία των Πιέρ Κριστέν και Ένκι Μπιλάλ είναι μια ιστορία του φανταστικού, όπου ένα πολύ μικρό χωριό, το Λιτερνός, αρχίζει μια μέρα να αιωρείται ξαφνικά στον αέρα. Στη διπλανή στρατιωτική βάση σημαίνει αμέσως συναγερμός και καταβάλλονται προσπάθειες να προσγειώσουν το χωριό, το οποίο, κάθε ώρα που περνάει, ανυψώνεται όλο και περισσότερο και παρασύρεται από τους ανέμους. Ταυτόχρονα, όμως, στο χωριό έχουν ήδη φτάσει δύο ξένοι, μια γυναίκα και ένας άνδρας (ο ίδιος μυστηριώδης, ανώνυμος ξανθός, που έχουμε δει και σε όλα τα άλλα έργα του δημιουργικού διδύμου), οι οποίοι είναι σαφές, ότι με κάποιον τρόπο σχετίζονται με το περίεργο φαινόμενο. Και μέσα σε όλα αυτά, το προσωπικό της στρατιωτικής βάσης αλλάζει μορφή και αρχίζει να μετατρέπεται σε ένα διαφορετικό είδος πλασμάτων, ενώ αντίθετα, οι κάτοικοι του χωριού απολαμβάνουν μια πρωτόγνωρη ελευθερία. Η αλήθεια είναι, ότι παρά τα αντιμιλιταριστικά, οικολογικά και ελαφρώς αναρχικά μηνύματα, το κόμικ δεν είναι το καλύτερο των Κριστέν και Μπιλάλ. Οπωσδήποτε, εάν το είχα διαβάσει τότε που είχε πρωτοβγεί (αν υποθέσουμε, ότι ήξερα να διαβάζω τότε ), θα είχα εντυπωσιαστεί, αλλά πλέον η σκιά του χρόνου πέφτει βαριά πάνω στο έργο. Οι χαρακτήρες είναι σχηματικοί, οι καταστάσεις προσχηματικές και το μήνυμα, παρόλο που είναι τελικά αισιόδοξο, φαντάζει σίγουρα αφελές σήμερα ή τέλος πάντων, σίγουρα πιο αφελές από τον καιρό, που εκδόθηκε το κόμικ. Το σχέδιο του Μπιλάλ είναι αρκετά χορταστικό, αλλά φαίνεται, ότι ο μεγάλος σχεδιαστής δεν έχει κατακτήσει ακόμη ολοκληρωτικά το ύφος, που τον έκανε διάσημο. Οι συνθέσεις, τα χρώματα και τα τοπία είναι τυπικά του σχεδιαστή, τα πρόσωπα όμως δεν είναι τόσο επιτυχώς σχεδιασμένα και έχουν μια καρικατουρίστικη απόχρωση., κάτι που ο Μπιλάλ θα διορθώσει στην επόμενη συνεργασία τους. Γενικά, είναι ένα ενδιαφέρον κόμικ, αλλά δείχνει σε μεγάλο βαθμό τα χρονάκια του και σίγουρα υπάρχουν και πολύ καλύτερα για να διαβάσετε από τους δύο δημιουργούς. Εγώ το διάβασα στην έκδοση "Townscapes" του 2004, αλλά νομίζω, ότι είχε κυκλοφορήσει και αυτόνομο στα αγγλικά. Τώρα, μπορείτε να το βρείτε στον τόμο "Legends of Today" με διαφορετικό τίτλο "The Cruise of Forgotten", που είναι πιο κοντά στον πρωτότυπο γαλλικό. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (στα γαλλικά, αλλά έχει μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία του κόμικ, που το συνδέει με διάφορα κινήματα εναντίον της πυρηνικής ενέργειας στη Γαλλία της δεκαετίας του 1970)
  4. Πρωτότυπος τίτλος: Le petit bleu de la côte ouest (Les Humanoïdes associés, 2005) Λίγη ιστορία πρώτα: ο Ζακ Ταρντί είχε συνεργαστεί με το Μανσέτ το 1978 σε ένα κόμικ με τον τίτλο "Griffu", το οποίο ήταν πρωτογενές υλικό, δεν βασιζόταν δηλαδή σε προϋπάρχον μυθιστόρημα του Μανσέτ. Το κόμικ το διαβάσαμε στα τεύχη 32-36 του περιοδικού "Βαβέλ", αλλά δυστυχώς δεν το είδαμε ποτέ αυτόνομο σε μορφή άλμπουμ στα ελληνικά. Αρκετά μετά τον πρόωρο θάνατο του Μανσέτ (το 1995), ο Ταρντί αποφάσισε να μεταφέρει τρία μυθιστορήματα του Μανσέτ σε μορφή κόμικ, αυτό εδώ (το 2005), την "Πρηνή Θέση του Σκοπευτή" (το 2010) και το "Ô dingos, ô châteaux!" (αγγλικός τίτλος: "Run Like Crazy, Run Like Hell", που δεν νομίζω ότι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε οποιαδήποτε μορφή) (το 2011). Σεναριακά, ο Ταρντί ακολουθεί πολύ πιστά το βιβλίο, παραλείποντας ελάχιστα επεισόδια και χρησιμοποιώντας σχεδόν αυτολεξεί την αφήγηση του Μανσέτ, κρατώντας ακόμη και σημεία, που φαινομενικά δεν χρειάζονται για την υπόθεση, αλλά δείχνουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, όπως για παράδειγμα την εξαντλητική περιγραφή των όπλων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να "φορτώνει" σε κάποιες στιγμές το κόμικ με αφήγηση, αλλά από την άλλη, αυτά τα κομμάτια είναι απαραίτητα, επειδή το κόμικ δεν στηρίζεται παρά ελάχιστα στο διάλογο και καθόλου στον εσωτερικό μονόλογο. Με αυτόν τον τρόπο, κρατά ατόφια την προβληματική του Μανσέτ και δεν προδίδει το ύφος του. Ο Μανσέτ και ο Ταρντί ξεκινούν το βιβλίο από το τέλος και ουσιαστικά μας αποκαλύπτουν την έκβαση της ιστορίας. Το γιατί όμως, θα μείνει για πάντα ασαφές: όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν εξαιτίας της τύχης, τίποτα δεν έχει προσχεδιαστεί, ο πρωταγωνιστής Ζωρζ Ζερφώ βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν κυκεώνα, που απειλεί την ίδια του την ύπαρξη, χωρίς να το θέλει και χωρίς να το καταλαβαίνει. Μπλέκει σε μια υπόθεση, που τον ξεπερνά, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, αντιδρά σπασμωδικά, αλλά επιτυχώς, χάρη στην τύχη του και μόνο και αποδέχεται τη μοίρα του, προκειμένου να επιβιώσει και μόνο στο τέλος αποφασίζει να δράσει πραγματικά. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών, ο Ζερφώ θα απολέσει τη μικροαστική του ταυτότητα του μεσαίου στελέχους και του βαριεστημένου οικογενειάρχη, θα γίνει απόκληρος, παρίας, θήραμα και εν τέλει κυνηγός, αλλά στο τέλος θα επιστρέψει στη μικροαστική του φωλιά, έστω και με τα χέρια βαμμένα με αίμα. Προκειμένου να επιζήσει, ο Ζερφώ θα αναγκαστεί να απεκδυθεί την ταυτότητά του και να γίνει ένας άλλος, αρχικά ένας ανώνυμος και στη συνέχεια να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο, κινήσεις που συμβολίζουν τη μεταμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, η μεταμόρφωση αυτή συντελείται και μέσω της χωρικής μετατόπισης της δράσης: ο Ζερφώ ξεκινάει από το Παρίσι και τα τουριστικά θέρετρα, για να καταλήξει μέσα στο δάσος, μακριά από τους ανθρώπους, για να ακολουθήσει στη συνέχεια την αντίστροφη διαδρομή. Το πιο εντυπωσιακό όμως σε όλα αυτά, είναι η ευκολία με την οποία ο πρωταγωνιστής πράττει, όσα πράττει. Από την αρχή μαθαίνουμε, ότι είναι ένας μάλλον άχρωμος και βολεμένος μικροαστός ("στο μυαλό του υπάρχουν κάποιες ασαφείς αριστερές ιδέες", όπως γράφει στις πρώτες σελίδες ο Μανσέτ) και ότι δεν είναι ικανοποιημένος με τη συζυγική του ζωή, ούτε ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη δουλειά του. Ίσως για αυτό το λόγο, θα υιοθετήσει χωρίς καμία δυσκολία την ταυτότητα του πληγωμένου ζώου και θα βυθιστεί στην παρανομία, αντί να απευθυνθεί στην αστυνομία, επειδή κατ'ουσίαν διψάει για κάτι άλλο: όπως όλοι οι ανικανοποίητοι και καταπιεσμένοι μικροαστοί, έτσι και ο Ζερφώ, ψάχνει μια ευκαιρία, μια αφορμή, για να επιστρέψει σε μια πρωτόγονη κατάσταση, στην οποία δεν θα υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Για αυτό το λόγο, οι αντιδράσεις του είναι τυχαίες, χωρίς σχέδιο, επειδή αντιδρά ενστικτωδώς, σαν ζώο που παλεύει για την επιβίωσή του και φαίνεται μάλιστα από ένα σημείο και μετά να το απολαμβάνει. Αν στο τέλος του βιβλίου είχε απαρνηθεί τη μικροαστική ταυτότητά του, θα ήταν ο απόλυτος επαναστάτης, η επιστροφή του όμως στην τακτοποιημένη ζωή του, τον καθιστά εν δυνάμει επικίνδυνο, αφού πλέον, σαν ένα αρπακτικό, έχει γευτεί το αίμα και φαίνεται να το απολαμβάνει. Σχεδιαστικά, ο Ταρντί, που ήταν 59 ετών, όταν δημοσίευσε το κόμικ και ήδη καταξιωμένος και πολύ διάσημος, έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα σχεδιαστικής ωριμότητας και εικονογραφεί εξαιρετικά το βιβλίο. Οι πρωταγωνιστές έχουν ένα κουρασμένο, νυσταγμένο, νωθρό βλέμμα, σε απόλυτη αντιστοιχία με την παθητικότητα, που τους διακρίνει στο βιβλίο του Μανσέτ, οι σκηνές δράσης είναι καθηλωτικές και η λεπτομέρεια του Ταρντί αποστομωτική σε ορισμένα σημεία, όπως στην απεικόνιση του δάσους, που φαντάζει πολύ απειλητικό, οι νυχτερινές σκηνές είναι εξαιρετικά σχεδιασμένες και οι σκηνές βίας πραγματικά ανατριχιαστικές, αλλά το κυριότερο είναι η σκηνοθεσία του Ταρντί, που συλλαμβάνει όλη την ουσία του μυθιστορήματος του Μανσέτ, χωρίς να προδώσει τίποτα κατά τη μεταφορά του σε κόμικς. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοσή του στη Γαλλία. Η έκδοση ήταν συνεργασία της Άγρας και της Βαβέλ και είναι πραγματικά πολύ ωραία, σκληρόδετη, με ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί. Περιέχει μια σύντομη εισαγωγή για το κόμικ από το Γάλλο κριτικό François Guérif, που υπήρχε και στην πρωτότυπη έκδοση και τίποτα άλλο. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο "West Coast Blues" από τη Fantagraphics to 2009 και ξανά το 2020 από τηνίδια εταιρεία στον τόμο"Streets of Paris, Streets of Murder: The Complete Noir Stories of Manchette & Tardi Vol. 1" μαζί με το "Griffu". Η μετάφραση είναι η ίδια του βιβλίου, από το Θοδωρή Τσαπακίδη, και είναι καλή, πιστεύω όμως, ότι υπάρχει όμως μεγάλο πρόβλημα με την επιμέλεια του κειμένου, επειδή δεν εξηγούνται πολλά πράγματα, που χρειάζονται εξήγηση για το ελληνικό κοινό. Είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτο, να διαβάζεις πχ στη σελίδα 25 του κόμικ για το σταθμό του Μετρό στη Σαρόν και για ανθρώπους που βγήκαν ζωντανοί από εκεί και ότι ένας από αυτούς πήγε και πλάκωσε έναν αστυνομικό και να μην υπάρχει μια υποσημείωση, σχετικά με το τι συνέβη (σε περίπτωση που αναρωτιέστε, να τι έγινε). Δυστυχώς, το ελληνικό κόμικ είναι προ πολλού εξαντλημένο. Να σημειώσω με την ευκαιρία (ίσως να το έχω γράψει και σε άλλο σημείο του φόρουμ, ειλικρινά δεν θυμάμαι), ότι και ο ίδιος ο Μανσέτ ήταν λάτρης των κόμικς και μετέφρασε στα γαλλικά το "Watchmen" του Άλαν Μουρ και μάλιστα η μετάφρασή του κυκλοφορεί ακόμη στη Γαλλία. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: comicdom.gr Μια εξαιρετικά εμβριθής ανάλυση για το βιβλίο
  5. Πρωτότυπος τίτλος: Partie de chasse (Dargaud, 1983) Η τρίτη και τελευταία συνεργασία των Κριστέν και Μπιλάλ, που κυκλοφόρησε στη χώρα μας (όχι όμως και η τελευταία τους γενικά) είναι ένα άλμπουμ το οποίο σίγουρα προκάλεσε πολλές συζητήσεις στην εποχή του, επειδή ασχολείται ευθέως με τα (τότε) σοσιαλιστικά (ή "σοσιαλιστικά", διαλέγετε και παίρνετε ) κράτη και μάλιστα σε μια περίοδο, όπου ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες από το πραξικόπημα (ή την επιβολή της τάξης, πάλι διαλέγετε και παίρνετε) στην Πολωνία. Η αφήγηση ξεκινά μέσα στο καταχείμωνο σε ένα μη προσδιορισμένο έτος, το οποίο, πάντως, πρέπει να ταυτίζεται με το έτος συγγραφής του κόμικ, αν κρίνουμε από τις βιογραφίες των πρωταγωνιστών στην αρχή του κόμικ. Ένα τρένο κατευθύνεται στην Πολωνία, εκεί που σε μια απομονωμένη βίλα, 9 σημαντικές προσωπικότητες από όλες τις χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ (Γιουγκοσλαβία και Αλβανία δεν αντιπροσωπεύονται, αφού δεν θεωρούνταν "γνήσια" σοσιαλιστικά κράτη από τους υπόλοιπα). Μαζί τους υπάρχει ένας Γάλλος μεταφραστής, μέλος προφανώς του ΚΚ Γαλλίας. Οι περισσότεροι από τους 9 πολιτικούς είναι μεγάλοι σε ηλικία και κάποιοι μεσήλικες. Σχεδόν όλοι έχουν υπάρξει μάρτυρες της επιβολής του αλά ΕΣΣΔ (= Στάλιν) κομμουνισμού στις χώρες τους, των εκκαθαρίσεων, των ιντρίγκων και της απογοήτευσης. Κάποιοι λίγοι θεωρούν, ότι όλα βαίνουν καλώς, αλλά οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί. Αδιαφιλονίκητος ηγέτης της ομάδας είναι ο Βασίλι Τσεβτσένκο, 88 ετών, μουγγός από ένα εγκεφαλικό και λάτρης του κυνηγιού, όπως και όλη η ομάδα. Γιατί, όπως δηλώνει και ο τίτλος του κόμικ, η αφορμή για την οποία έχει συγκεντρωθεί η ομάδα, είναι ένα Σ/Κ αφιερωμένο στο κυνήγι και μάλιστα στο κυνήγι μεγάλων και εκλεκτών θηραμάτων. Καθώς η αφήγηση εξελίσσεται μαθαίνουμε σε αναδρομές το πολιτικό παρελθόν των περισσότερων από τα μέλη της παρέας. Οι εικόνες των αναδρομών είναι σκληρές, αποχρωματισμένες, με έντονη χρήση μιας απόχρωσης του λευκού, που παραπέμπει σε νεκρούς και με εκτεταμένη χρήση του κόκκινου, για το αίμα, που ρέει άφθονο. Αλλά και το κίτρινο χρώμα, έντονο στις σκηνές, όπου απεικονίζονται πολυτελή μνημεία του παρελθόντος, όπως οι εκκλησίες ή τα λουτρά, ρίχνει έντονο φως στην ιστορία. Ανάμεσα στις εικόνες του παρελθόντος βρίσκονται ιστοί σαν της αράχνης, σύμβολα ίσως του φαύλου κύκλου, όπου βρίσκονται οι πρωταγωνιστές ή σύμβολα της μνήμης που ξεθωριάζει ή ίσως και των τύψεων, που καταδιώκουν τους ήρωες. Το παρόν απεικονίζεται με μουντά, ψυχρά χρώματα στους εσωτερικούς χώρους. Στους εξωτερικούς χώρους κυριαρχεί φυσικά το λευκό του χιονιού και της ομίχλης, διανθισμένο και αυτό από τους ιστούς της εξουσίας και της μνήμης. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια πολιτική δολοπλοκία, η οποία αποκαλύπτεται στο τέλος. Όπως και όλες οι εγκληματικές πράξεις του παρελθόντος, έτσι και εκείνη λαμβάνει χώρα μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα. Η επανάσταση εξακολουθεί να τρώει τα παιδιά της, όπως γίνεται εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Στο τέλος της ιστορίας, δυστυχώς, για τους πρωταγωνιστές, απομένει μόνο η μνήμη. Όλοι οι άνθρωποι είναι δέσμιοι των επιλογών τους, μπλεγμένοι σε έναν ιστό, τον οποίον δεν μπορούν να σπάσουν. Ο Βασίλι Τσεβτσένκο μοιάζει να κινεί τα νήματα της ιστορίας, αλλά αυτό είναι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, γιατί στο επίπεδο της μεγάλης Ιστορίας, είναι κι εκείνος ένα απλό γρανάζι, ένα πιόνι, αν προτιμάτε, μια θυσία κι αυτός, όπως και χιλιάδες άλλοι στο Μινώταυρο της ιδεολογίας, η οποία απέχει πάρα πολύ από την πράξη, όπως γνωρίζουμε όλοι. Σχεδιαστικά, κατά τη γνώμη μου, ο Μπιλάλ βρίσκεται εδώ στο απόγειο της καριέρας του, χρησιμοποιώντας πολλές τεχνικές, που θα γίνουν στη συνέχεια σήμα κατατεθέν του (όπως οι διάφοροι χρωματισμοί και οι ιστοί ή η χρήση άψυχων και έμψυχων μορφών, που θυμίζουν ζώα). Κάθε πλάνο είναι σοφά μελετημένο και οπωσδήποτε παραφορτωμένο με κάποιον συμβολισμό (να ίσως ένας λόγος, που μπορεί να μην αρέσει ο Μπιλάλ σε κάποιους). Σεναριακά, το κόμικ βρίσκεται πιο κοντά στις "Φάλαγγες", όχι μόνο λόγω της πολιτικής θεματολογίας του, αλλά και λόγω της πολυπρόσωπης αφήγησης και των συνεχών αναδρομών. Ο Κριστέν δεν απορρίπτει τους επαναστάτες, ούτε τα ιδανικά τους, σχολιάζει όμως πολύ αρνητικά την εμμονή σε ορισμένες ιδεοληψίες και την έλλειψη ανανέωσης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί, ότι, αν και, όπως και οι "Φάλαγγες", οι πρωταγωνιστές είναι ηλικιωμένοι, η νέα γενιά εμφανίζεται πολύ πιο άκαμπτη και δογματική από εκείνους, ίσως επειδή δεν έχει ανάλογο παρελθόν, επαναστατικό κυρίως, για να επιδείξει. Γιατί, η τραγική αλήθεια, είναι, ότι μόνο όσοι πολέμησαν, αναγκάστηκαν να κάνουν και ορισμένες άσχημες επιλογές, οι υπόλοιποι τα βρήκαν έτοιμα και απέκτησαν - κακώς - το δικαίωμα να κρίνουν τους υπόλοιπους. Νομίζω, ότι από τα προαναφερθέντα είναι σαφής η άποψή μου, ότι ο Κριστέν και ο Μπιλάλ δεν παραδίδουν μαθήματα αντικομμουνισμού, αλλά αντίθετα καταθέτουν μια ελεγεία της ανθρώπινης ύπαρξης, που κουβαλά όλες τα λάθη και τις αστοχίες στους ώμους της. Φυσικά, εμφανίζεται εδώ και ο νεαρός ξανθός από την "Πόλη που δεν Υπήρξε" και από τις "Φάλαγγες". Εμφανίζεται και εδώ στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, αλλά, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στο κόμικ, αφού δεν τους επιτρέπεται να προσεγγίσει τη σκηνή των δρώμενων. Οι ηγέτες των χωρών δεν μπορούν να ανεχθούν κανέναν που δεν έχει έγκριση στο χώρο τους. Ίσως ο νεαρός να ήθελε να βοηθήσει, να αναλάβει μια καινούρια αποστολή, ως φωνή της συνείδησης, αλλά δεν του το επέτρεψαν. Ό,τι γίνεται μέσα στο κόμμα, παραμένει μέσα στο κόμμα, για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση για το Λας Βέγκας. Στα ελληνικά το κόμικ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα τεύχη 45-51 της Βαβέλ, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1985. Κυκλοφόρησε σε αυτόνομο άλμπουμ μόλις το Δεκέμβριο του 1988, σε μια εποχή, όταν οι εξελίξεις στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο ήταν καταιγιστικές, σε μια ωραία έκδοση μεγάλου σχήματος, που περιλαμβάνει και μια συνέντευξη των δημιουργών. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά την έκδοση του άλμπουμ στη γλώσσα μας, έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου... Στα γαλλικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote μεταξύ 1981 και 1982 και στη συνέχεια βγήκε σε αυτόνομο άλμπουμ από την Dargaud το 1983 και μετά από την Les Humanoïdes Associés και την Casterman. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε πρώτη φοράαπό την Catalan Communications το 1990 χαρτόδετο και στη συνέχεια το 2002 σε σκληρόδετη έκδοση από την Humanoids και τις δυο φορές με τίτλο "The Hunting Party". Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχει άλλη έκδοση στα αγγλικά. Οι εκδόσεις μετά το 1990 περιλαμβάνουν και επιπλέον υλικό και για την ακρίβεια ένα κεφάλαιο με τον τίτλο "Epitaph", που επικαιροποιεί, κατά κάποιον τρόπο την ιστορία. Αυτό τουλάχιστον, από όσα έχω διαβάσει, επειδή δεν έχω κάποια έκδοση, που να περιλαμβάνει αυτό το κεφάλαιο. Εάν κάποιος/ α έχει έκδοση με το κεφάλαιο αυτό, ας μας ενημερώσει για το περιεχόμενό του. Και κάτι άσχετο: από όσο έχω διαβάσει και χωρίς να είμαι σίγουρος, τα ρώσικα που μιλάνε σε κάποια σημεία οι χαρακτήρες, είναι ελαφρώς ή εντελώς λανθασμένα. Το ελληνικό άλμπουμ είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί, αλλά σίγουρα πιο εύκολο από τις "Φάλαγγες". Το σκανάρισμα του εξωφύλλου έγινε από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη (όλες με κάποια spoilers): wikipedia (αγγλικά) wikipedia (γαλλικά) Και μια κριτική, που επικεντρώνεται στην απεικόνιση της Ρωσίας μέσα από το κόμικ (εκεί διάβασα για τα ρώσικα)
  6. Μία από τις πρώτες σειρές του πολυγραφότατου Philippe Thirault (Miss, Mandalay, Balkans Arena κλπ), το The Hounds of Hell έχει τα πάντα. Ρωμαίους, Βυζαντινούς, Γότθους, Αιγύπτιους, θεούς, δαίμονες, κόλαση, μάγους και ότι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Η Αυτοκράτειρα Θεοδώρα, μετρ στις μηχανορραφίες και τις ίντριγκες, με την βοήθεια του πιστού της βοηθού, ανασυστήνει μια ομάδα η οποία αποτελείται από την πριγκίπισσα της Θράκης, έναν πανίσχυρο μάγο, έναν μονόχειρα ο οποίος ονομάζεται "Τρία Χέρια" γιατί κρατάει το σπαθί του με τα πόδια του και και και........ Με λίγα λόγια, τουρλουμπούκι. Καλός συγγραφέας ο Thirault, χωρίς βέβαια να μας έχει δώσει κάποια εξαιρετική δουλειά, αλλά εδώ τα κάνει σαλάτα. Λες και σκέφτηκε 10 διαφορετικά σενάρια και στο τέλος αποφάσισε να τα κάνει όλα ένα. Δεν είναι τυχαίο ότι είναι μόλις η τέταρτη του δουλειά και στην πορεία έχει βελτιωθεί πολύ. Βέβαια το Miss, το οποίο είναι προγενέστερο, είναι πολύ καλύτερο. Μάλλον, και επειδή του πήρε 8 χρόνια για να τελειώσει τους 4 τόμους που απαρτίζουν το έργο, άλλαξε πολλές φορές γνώμη για την κατεύθυνση της ιστορίας. Πολλά στοιχεία πεταμένα από εδώ και από εκεί, Ο βασικός κακός σκοτώνεται σχετικά νωρίς και μετά αρχίζει μια φιλοσοφικού τύπου αναζήτηση των ηρώων η οποία καταλήγει, χωρίς τυμπανοκρουσίες και κανένα ουσιαστικό λόγο, να τελειώνει άδοξα μέσα σε 3 σελίδες. Οι σχεδιαστές Christian Hojgaard (Incal, House of Secrets), Drazen Kovacevic (La Roue, Carthago Adventures) και Roman Surzhenko (Les Mondes de Thorgal) κάνουν αρκετά καλή δουλειά, στα γνωστά BD πλαίσια. Δεν συναντάμε βέβαια ωραία μονοσέλιδα ή δισέλιδα τα οποία έχουμε μάθει να περιμένουμε από τις περισσότερες δουλειές των σχεδιαστών της Humanoids. Καλό σχέδιο μεν, τίποτα αξιομνημόνευτο δε. Γενικά, ένα πολύ μέτριο κόμικ. Επειδή διάβασα τον αγγλικό τόμο της Humanoids (trade, περιέχει και τα 4 βιβλία) και επειδή δεν ξέρω γαλλικά, δεν είμαι σίγουρος ότι ισχύει αυτό που θα πω, αλλά μου φάνηκε ότι δεν πρέπει να έχει γίνει καλή μετάφραση. Αυτό που χτύπαγε στο μάτι ήταν ότι το "Βυζαντινός" το μετάφρασαν "Byzantium" και όχι "Byzantine", αλλά και γενικά μου άφησε μια αίσθηση ότι πρέπει να γινόταν μετάφραση Καμπανά! Είχα την αίσθηση δηλαδή ότι κάτι έχανα από το νόημα ή ότι έλειπαν κάποια καρέ ή κάποια μπαλονάκια. Σαν να πήδαγε η αφήγηση και να μην έρεε. Επειδή όμως έχω διαβάσει και αντίστοιχες δουλειές στο πρωτότυπο, παίζει να μην φταίει η μετάφραση και το γράψιμο να είναι πραγματικά κακό.
×
×
  • Create New...