Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Kanellos Cob'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 12 results

  1. Η τέχνη του δικαστικού σκιτσορεπορτάζ John Antono Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono) Δύο παράλληλες νέες κυκλοφορίες από τις εκδόσεις Red n’ Noir αναδεικνύουν την τέχνη της καλλιτεχνικής απεικόνισης των δικαστικών διαδικασιών. Το δικαστικό σκιτσορεπορτάζ είναι η καλλιτεχνική απεικόνιση μιας δίκης με σκίτσα. Πρόκειται για ένα είδος δημοσιογραφικής καταγραφής των διαδικασιών εντός μιας δικαστικής αίθουσας που διατηρεί μια ιδιαίτερη αισθητική αξία, καθώς είναι διαμεσολαβημένη από την καλλιτεχνική οπτική του/της δημιουργού. Η καταγραφή μέσω σκίτσων των προσώπων, των στιγμιότυπων και της εν γένει ατμόσφαιρας στη διάρκεια δικών έχει τη δική της ιστορία. Ειδικά στα αμερικανικά δικαστήρια η παράδοση του λεγόμενου courtroom sketch διατρέχει ολόκληρο τον 20ό αιώνα. Χιλιάδες δίκες με δημόσιο ποινικό, κοινωνικό και πολιτικό ενδιαφέρον, μεταξύ των οποίων του Τσαρλς Μάνσον, των εμπλεκόμενων στο σκάνδαλο Γουότεργκεϊτ, των βετεράνων του Βιετνάμ που αντιτίθεντο στον πόλεμο, των αστυνομικών του Λος Αντζελες, του πρώην ζεύγους Γούντι Αλεν και Μία Φάροου, του Μάικλ Τζάκσον, του διαβόητου Επσταϊν κ.ά., έχουν καλυφθεί και συνεχίζουν να καλύπτονται από επαγγελματίες σκιτσογράφους. Στην Ελλάδα, μεγάλες δίκες με πολιτική και κοινωνική σημασία, που απασχόλησαν την εγχώρια και τη διεθνή κοινή γνώμη, διαθέτουν το δικό τους οπτικό υλικό από το πενάκι επαγγελματιών σκιτσογράφων που προσήλθαν στις αίθουσες των δικαστηρίων και τις κατέγραψαν από κοντά. Τέτοιες είναι η περίφημη Δίκη των Εξ, των πρωταιτίων της χούντας τού 1967, του σκανδάλου Κοσκωτά, της 17N και της Χρυσής Αυγής (για την τελευταία, σκίτσα περιλαμβάνονται στο παράρτημα του τόμου «Βάλ’ τους Χ» των εκδόσεων Τόπος). Αφορμή για την ενασχόληση στο παρόν άρθρο με το συγκεκριμένο είδος δημοσιογραφικής τέχνης ή καλλιτεχνικής δημοσιογραφίας αποτελεί η σχεδόν ταυτόχρονη έκδοση, από το Red n’ Noir, δύο λευκωμάτων με σκίτσα από τις δίκες για δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους υποθέσεις: η πρώτη για τη δολοφονία του εργολάβου Μίμη Αθανασόπουλου στην Καλλιθέα τον Ιανουάριο του 1931 και η δεύτερη για τον φονικό ξυλοδαρμό του ακτιβιστή Ζακ Κωστόπουλου στη Γλάδστωνος τον Σεπτέμβριο του 2018. Η φονική τριάς Το δικαστικό σκιτσορεπορτάζ της δίκης του εγκλήματος στου Χαροκόπου Στις 18 Φεβρουαρίου 1932 ξεκίνησε στην αίθουσα του Πλημμελειοδικείου Αθηνών η πρώτη συνεδρίαση της δίκης για μία από τις πιο πολύκροτες υποθέσεις στα εγκληματολογικά χρονικά του ελληνικού κράτους. Πρόκειται για την υπόθεση της δολοφονίας και του τεμαχισμού του Μίμη Αθανασόπουλου, που έμεινε μέχρι σήμερα γνωστή και ως η υπόθεση του «εγκλήματος στου Χαροκόπου» ή της «κακούργας πεθεράς» ή του «καημένου Αθανασόπουλου». Στο εδώλιο του κατηγορουμένου κάθισαν ως ηθικές αυτουργοί η εν διαστάσει σύζυγος του θύματος Φούλα Αθανασοπούλου, η μητέρα της, Άρτεμις Κάστρου, η υπηρέτρια Γιαννούλα Μπέλλου και ως φυσικός αυτουργός ο 19χρονος εξάδελφος της Κάστρου, Δημήτρης Μοσκιός. Η φονική τριάς, «Ελεύθερος Ανθρωπος», 18.2.1932. Σκίτσο του Μάριου Αγγελόπουλου Ελλείψει, ακόμη, οπτικοακουστικών μέσων καταγραφής, αναλυτικές πληροφορίες για τις 30 μέρες διάρκειας της δίκης αντλούμε αποκλειστικά από τις δημοσιεύσεις των εφημερίδων. Το κομμάτι του δικαστικού ρεπορτάζ, που αφορούσε την αρθρογραφία, αποδελτίωσε, προσάρμοσε και συνέθεσε ο Τάσος Θεοφίλου, προσφέροντάς μας μια συναρπαστική και ευανάγνωστη crime non fiction νουβέλα με το βιβλίο του «Καημένε Αθανασόπουλε;» (εκδ. Red n’ Noir, Μάρτιος 2022). Συλλέγοντας το υλικό του παραπάνω βιβλίου, ο Θεοφίλου συγκέντρωνε παράλληλα τις φωτογραφίες και τα σκίτσα από εφημερίδες όπως η «Ακρόπολις», η «Βραδυνή», ο «Ελεύθερος Ανθρωπος», η «Ελληνική», η «Εσπερινή» και η «Πατρίς». Συνολικά συγκέντρωσε 129 σκίτσα, τα οποία δημοσιεύονται για πρώτη φορά μετά από 90 χρόνια στον τόμο «Η φονική τριάς». Πρόκειται για την καλλιτεχνική αποτύπωση της διαδικασίας που έφεραν σε πέρας τα πενάκια σκιτσογράφων της εποχής – ανώνυμων επί το πλείστον, αλλά και με τις υπογραφές ονομάτων όπως του Αγγελόπουλου, της Γεωργιάδου και του Καστανάκη. Τα σκίτσα του τόμου είναι αντιπροσωπευτικά της ηθογραφικής διάστασης που επικρατούσε στη γελοιογραφία του Μεσοπολέμου. Σε αυτά παρατηρούμε, με εξπρεσιονιστική σκιαγράφηση, τα πρόσωπα των βασικών κατηγορουμένων, αλλά και των λοιπών παραγόντων της δίκης: προέδρου, εισαγγελέα, συνηγόρων, μαρτύρων, ενόρκων, αστυφυλάκων κ.ά. Βλέπουμε με τα χέρια τους Το δικαστικό σκιτσορεπορτάζ από τη δίκη για τον φονικό ξυλοδαρμό της Zackie Oh / του Ζακ Κωστόπουλου Η υπόθεση του φονικού ξυλοδαρμού του 33χρονου Ζακ Κωστόπουλου με κατηγορούμενους έναν ιδιοκτήτη κοσμηματοπωλείου, έναν μεσίτη και τέσσερις αστυνομικούς ξεκίνησε να εκδικάζεται στις 20 Οκτωβρίου 2021. Η διαδικασία ολοκληρώθηκε στις 3 Μαΐου 2022 με την αθώωση των τεσσάρων αστυνομικών και την καταδίκη του κοσμηματοπώλη Δημόπουλου και του μεσίτη Χορταριά. Η έδρα του δικαστηρίου, της Αλέξιας Οθωναίου, 15.3.2022 Παρά το έντονο κοινωνικό ενδιαφέρον για τη δημοσιότητα της δίκης, η παρουσία φωτορεπόρτερ στην αίθουσα απαγορεύτηκε λόγω των αντιρρήσεων της υπεράσπισης. Αυτή η απαγόρευση οδήγησε το Παρατηρητήριο της δίκης στη λύση της απεικόνισης της διαδικασίας μέσω του δικαστικού σκιτσορεπορτάζ. Έτσι γεννήθηκε η πρωτοβουλία «Βλέπουμε με τα Χέρια τους», η οποία κάλυψε οκτώ από τις συνολικά δεκαεφτά δικασίμους. Οι τέσσερις κατηγορούμενοι αστυνομικοί, του Παναγιώτη Μητσομπόνου, 15.2.2022 Στις συνεδριάσεις παρευρέθηκαν οι σκιτσογράφοι Αλέξια Οθωναίου, Παναγιώτης Μητσομπόνος, Crispy Shift, Kanellos Cob και John Antono, καταγράφοντας ο καθένας/η καθεμιά τη διαδικασία με το δικό του/της καλλιτεχνικό ύφος. Το «Βλέπουμε με τα Χέρια τους» τυπώθηκε με την υποστήριξη του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ και όλα τα έσοδα έκδοσης θα διατεθούν στα δικαστικά έξοδα του εφετείου. 📌 Παρακολουθήστε πλούσιο υλικό δικαστικού σκιτσορεπορτάζ στο #courtroomsketch και τον λογαριασμό courtroom_art στο instagram Πηγή
  2. Μια πολυαναμενόμενη κυκλοφορία ελληνικού κόμικ και σαφώς μια, όπου η αναμονή άξιζε τον κόπο, αφού θα μπορούσα να πω, ότι το συγκεκριμένο έργο πηγαίνει το ελληνικό κόμικ σε ένα παραπάνω επίπεδο. Πρόκειται για μια ιστορία ΕΦ, από την οποία είχαμε δει κάποια κεφάλαια σε κάποια τεύχη του "Μπλε Κομήτη" με σχεδιαστές τους Μιχάλη Διαλυνά και Δημήτρη Κ. Πανταζή, αλλά τελικά ο σεναριογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος αποφάσισε να αφηγηθεί την ιστορία από την αρχή με νέο σχεδιαστή, τον Kanellos Cob, και να την εκδώσει σε μορφή graphic novel. Όλες αυτές οι επιλογές του αποδείχθηκαν πολύ επιτυχημένες και έχουμε στα χέρια μας ένα κόμικ, που πιστεύω, ότι ελάχιστα, ίσως και τίποτα, έχει να ζηλέψει από αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμικς. Η υπόθεση αφορά έναν κατεστραμμένο πλανήτη, όπου οι ελάχιστοι εναπομείναντες άνθρωποι αποτελούν πηγή ενέργειας για τα Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ., τεράστιες συμβιωτικές μηχανές, οι οποίες πλέον μάχονται μεταξύ τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν τους τελευταίους ζωντανούς ανθρώπους και να παρατείνουν τη διάρκεια της ζωής τους. Υπάρχει όμως ένα ζευγάρι, που αποτελείται από έναν άνθρωπο και ένα Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ., που έχουν συστήσει μια αποτελεσματική συμμαχία, που τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Η συμμαχία αυτή θα περιέλθει σε μια κατάσταση ανισορροπίας, όταν θα συναντήσουν μια απεσταλμένη από την ομοσπονδία, που έχει φτάσει στον πλανήτη ως παρατηρητής. Οτιδήποτε άλλο γράψω, θα είναι σπόιλερ και για αυτό σταματώ εδώ. Το σενάριο του Παπαμάρκου είναι σχεδόν υποδειγματικό. Δίνει τις πληροφορίες με σωστό ρυθμό και, όπου χρειάζεται, αφήνει να μιλήσει το σχέδιο του Kanellos Cob. Αν και στην αρχή κάποια πράγματα ίσως φανούν υπερβολικά επεξηγηματικά, η συνέχεια δείχνει, ότι αυτές οι επεξηγήσεις ήταν απαραίτητες. Ο εξαιρετικά στημένος κόσμος του σεναριογράφου κρύβει πολλά μυστικά και πολλές εκπλήξεις, τόσα πολλά, που πραγματικά θα μπορούσαν να δώσουν όχι ένα, αλλά περισσότερα άλμπουμ, εάν φυσικά ζούσαμε σε μια άλλη χώρα. Ακόμη κι έτσι, όμως, η αφήγηση είναι στρωτή, μεστή, δεν φλυαρεί και δεν πλατειάζει και το κυριότερο, αφήνει το σχέδιο να αναδείξει πτυχές της ιστορίας. Είναι ολοφάνερο, ότι ο Παπαμάρκος εμπνέεται και συνομιλεί με πολλά έργα ΕΦ, τα οποία τα ενσωματώνει υπέροχα στη μυθολογία του κόμικ - γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται: περί μιας μυθολογίας, ενός ολόκληρου σύμπαντος, που περιμένει να το ανακαλύψουμε. Ο Kanellos Cob παραδίδει μια πάρα πολύ σημαντική δουλειά στο σχέδιο. Εμπνέεται από αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμικς, αφήνει τη φαντασία του να οργιάσει και μας προσφέρει ένα έργο υψηλής αισθητικής, που παράλληλα επεκτείνει το σενάριο, αντί απλά να το εικονογραφεί. Η σκηνοθεσία του είναι άψογη και αλλάζει διαρκώς το μέγεθος των καρέ, για να ταιριάξει με την αφήγηση, αλλά και με το δικό του όραμα. Δεν παίρνει κάποιο ιδιαίτερο ρίσκο, ως προς το στήσιμο των εικόνων, το οποίο είναι σίγουρα κλασικότροπο, αλλά αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μειονέκτημα. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου και οι υπαινιγμοί του γίνονται αντιληπτοί μετά από αρκετή προσήλωση ή / και σε μια δεύτερη ανάγνωση. Η έκδοση είναι υπέροχη σε μεγάλο σχήμα, ωραίο χαρτί και πολύ έντονα χρώματα. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στους συνδέσμους για περαιτέρω μελέτη, όπου θα δείτε και κάποια επιπλέον υπέροχα σχέδια, τα οποία δεν έκρινα σκόπιμο να αναρτήσω και εδώ. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ, ότι το συγκεκριμένο κόμικ είναι ένα εκδοτικό γεγονός για το χώρο των ελληνικών κόμικς. Το κόμικ θα παρουσιαστεί αύριο, 09/07/2021, στο πλαίσιο του comics n’ beer kypseli fest. Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες 16 σελίδες εδώ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη των δύο δημιουργών στη lifo Συνέντευξη του Παπαμάρκου στην "Εφημερίδα των Συντακτών" Συνέντευξη του Παπαμάρκου στο comicdom.gr Παρουσίαση του κόμικ στο smassingculture.gr Άρθρο του Γιάννη Κουκουλά από την "Εφημερίδα των Συντακτών" Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  3. Επτά Έλληνες κομικάδες που αξίζει να γνωρίσετε Μια περιήγηση στη δραστήρια κοινότητα των Ελλήνων κομικάδων που αλλάζει, μεγαλώνει και θέλει να μεγαλώσει ακόμα περισσότερο. Ο Θανάσης Πέτρου ανάμεσα στις δημιουργίες του. Θεωρεί ότι η κινητικότητα των τελευταίων ετών βοηθάει στην αναδιαμόρφωση του τοπίου. (Φωτογραφίες: ΒΑΓΓΕΛΗΣ ΖΑΒΟΣ) Άθως Δημουλάς Χαζεύω τις εκθέσεις στο Ψηφιακό Μουσείο Comics γιατί ναι, έχουμε Ψηφιακό Μουσείο Comics, το ήξερε κανείς; Έχουμε και βιβλιοθήκη κόμικς (Athens Comics Library), βρίσκεται στου Ψυρρή, διαθέτει 2.500 τίτλους και οργανώνει ένα σωρό δράσεις. Υπάρχει και η Ακαδημία, που απονέμει κάθε χρόνο τα βραβεία της. Κι ένα φόρουμ (greekcomics.gr) με σχεδόν 10.000 μέλη. Σε λίγες μέρες ξεκινά το φεστιβάλ του Comicdom CON Athens, δίνοντας για τρεις μέρες χρώμα στην πόλη. Και, πάνω απ’ όλα, έχω δίπλα μου μια στοίβα με ελληνικές εκδόσεις. Ξεφυλλίζω το 21: Η μάχη της πλατείας (εκδ. Ίκαρος) του Soloup, μια συγκλονιστική δουλειά που συνδέει την ιστορία μας με το σήμερα· θα μπορούσε και θα έπρεπε να βρίσκεται σε κάθε βιβλιοθήκη. Παίρνω στα χέρια μου τον sci-fi μύθο Γυμνά οστά (εκδ. Polaris), που υπογράφουν οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Kanellos Cob. Χάνεται το μυαλό και το μάτι. Διαβάζω το πολύ συγκινητικό Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα (εκδ. Πατάκη) του Τάσου Ζαφειράδη και του Θανάση Πέτρου, και το έπος των Ληστών (εκδ. Polaris) του Γιώργου Γούση και του Γιάννη Ράγκου, χαμογελάω με την ευφυΐα των φρέσκων Κουραφέλκυθρων του Αντώνη Βαβαγιάννη, με τα απίθανα σχέδια του Tomek. Η ελληνική σκηνή ανθίζει. Ανθίζει, όμως, ή απλώς αλλάζει; Ένα μικρό δείγμα από το Κουραφέλκυθρα-Συγγνώμη που γεννήθηκα! του Αντώνη Βαβαγιάννη, που αναμένεται προσεχώς από την Jemma Press. Σίγουρα βρίσκεται σε μια νέα φάση. Συμβαίνουν πράγματα και συμβαίνουν οργανωμένα, οι εκδόσεις είναι πολλές και καλές, υπάρχει ταλέντο, υπάρχει διάθεση. «Είναι πολύ περισσότεροι πλέον οι άνθρωποι που κάνουν κόμικ, όπως και αυτοί που τα εκδίδουν», μου λέει ο Λευτέρης Σταυριανός, εκδότης της Jemma Press. «Κάποτε υπήρχε η Βαβέλ, το Παρά Πέντε και όλα όσα έβγαιναν στο περίπτερο. Σήμερα το κόμικ είναι περισσότερο είδος βιβλιοπωλείου». Σε αυτό βεβαίως έχει παίξει ρόλο και η εμπλοκή των μεγάλων οίκων, όπως ο Ίκαρος, ο Πατάκης, το Μεταίχμιο κ.ά., που δεν εξειδικεύονταν στο κόμικ, αλλά σήμερα εκδίδουν δουλειές Ελλήνων δημιουργών. «Ένας κομίστας δεν νιώθει σήμερα στο περιθώριο, τουλάχιστον σε σχέση με παλιότερα, που το κόμικ ήταν κάτι άγνωστο και παρακμιακό», μου λέει ο Γιώργος Γούσης. «Αρκετοί δημιουργοί είναι πλέον αναγνωρίσιμοι, καλλιτέχνες με προσωπική ταυτότητα. Δεδομένων των συνθηκών, η ελληνική σκηνή βρίσκεται σε καλό σημείο». Οι συνθήκες είναι οι εξής: το κοινό στην Ελλάδα είναι εκ των πραγμάτων μικρό και, επίσης, όσο κι αν είναι παρωχημένο να συζητάμε ότι τα κόμικς δεν τελειώνουν στον Μίκι Μάους ή στον Σούπερμαν, στη συνείδηση μιας σημαντικής μερίδας του κοινού εξακολουθεί να είναι ένα είδος για παιδιά, εφήβους ή, τέλος πάντων, ανθρώπους με ένα ειδικό ενδιαφέρον. Ο Γιώργος Γούσης – στα πόδια του διακρίνεται το εξώφυλλο των Ληστών, μιας έκδοσης που ξεχώρισε τα τελευταία χρόνια. ΟΜΟΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ ΚΥΡΙΩΣ ΔΙΑΦΟΡΕΣ Για τι πράγμα μιλάμε, όμως, όταν μιλάμε για την ελληνική σκηνή; Υπάρχει κάτι που συνδέει τις νέες δουλειές, εκτός από την καταγωγή και τη γλώσσα των δημιουργών τους; Φαίνεται πως όχι. Κοιτάζω τα «καλύτερα κόμικς» όπως προέκυψαν από τα ελληνικά βραβεία την τελευταία τριετία: μια βυζαντινή περιπέτεια φαντασίας (Ψηφιδωτό, εκδ. Jemma Press, Ζαφειριάδης-Χριστούλιας), ένα δυστοπικό αμερικανικό πολιτικό θρίλερ (Shark Nation, εκδ. Χαραμάδα, Δερβενιώτης), μια ατμοσφαιρική βορειοελλαδίτικη ιστορία (Γρα-Γρου, εκδ. Ίκαρος, Παλαβός-Ζαφειριάδης-Πέτρου). Περισσότερες διαφορές βρίσκει κανείς παρά ομοιότητες. «Είναι τεράστια η ποικιλία», μου λέει ο Τάσος Ζαφειριάδης, από τους παλιούς πλέον στον χώρο, με μια σειρά διακρίσεων πρωτίστως για τα κείμενά του. «Υπάρχει ποικιλία σε μορφολογικό και υφολογικό επίπεδο, στο σχέδιο και στο σενάριο, δεν ξέρεις τι να περιμένεις, υπάρχουν επιρροές από παντού, βγαίνουν υπερηρωικά κόμικς, στριπ χιουμοριστικά, ιστορικά, αυτοβιογραφικά, ακόμα και μάνγκα». Μάνγκα, ε; «Αυτά διαβάζει περισσότερο η νέα γενιά», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου, που διδάσκει κόμικς στο σχετικό τμήμα του ΑΚΤΟ και έρχεται σε επαφή με τις προτιμήσεις των νεότερων. «Διαβάζουν μάνγκα, κυρίως online, και τα μέινστριμ τα αμερικάνικα». Θεωρεί πως αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι μια «χαρτογράφηση», ότι οι νέες εκδόσεις ξεφεύγουν από το αυστηρό κοινό των κομικάδων. «Ξεκαθαρίζει το τοπίο, ο καθένας χτίζει το κοινό του, ξεχωρίζει ποιος κάνει τι και πού απευθύνεται, εγώ, για παράδειγμα, δεν θα κάνω ένα κόμικ με υπερήρωες, ούτε αυτός που διαβάζει μάνγκα θα ασχοληθεί με τη δουλειά μου για τον Χαλεπά». Αναφέρεται στη βιογραφία του Γιαννούλη Χαλεπά (εκδ. Πατάκη), που κυκλοφόρησε σε συνεργασία με τον Δημήτρη Βαννέλη. Τον ρωτάω αν μια τέτοια έκδοση θα έβρισκε κοινό πριν από 10-15 χρόνια. «Όχι μόνο δεν θα έβρισκε», μου λέει, «αλλά δεν θα τυπωνόταν καν, οι εκδότες θα το απέρριπταν, όμως ούτε κι εμείς θα το κάναμε, τέτοιες εκδόσεις δεν θα υπήρχαν πριν από 10-15 χρόνια». Η Αλέξια Οθωναίου με τα χαρακτηριστικά της σχέδια. Κάποια από αυτά, μαζί με άλλα αντικείμενα, θα τα βρείτε στο Curious Attic Shop στην πλατφόρμα Etsy. ΙΣΤΟΡΙΑ ΚΑΙ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Μπορεί να μην υπάρχουν, λοιπόν, κοινά χαρακτηριστικά ή κάποιο ενιαίο ρεύμα, ωστόσο υπάρχουν τάσεις – μία από τις πιο ξεκάθαρες, σε επίπεδο θεματολογίας, είναι αυτή του ιστορικού graphic novel. Ίσως έχουν παίξει ρόλο και οι επέτειοι, που εσχάτως μας έκαναν να κοιτάξουμε στο παρελθόν. «Τα ιστορικά κόμικς είναι πράγματι ένα κομμάτι που έχει εισαχθεί τελευταία, έρχονται καινούργιοι δημιουργοί που εξερευνούν το μέσο, δανείζονται στοιχεία από την ελληνική ιστορία και την παράδοση», μου λέει ο κ. Σταυριανός. Ένας από τους καινούργιους δημιουργούς είναι ο Θανάσης Καραμπάλιος, που υπογράφει το 1800 (Jemma Press), ετοιμάζοντας αυτή τη στιγμή το έκτο μέρος της σειράς. Ο ίδιος αγαπάει πολύ την Ιστορία, αλλά θεωρεί ότι αυτή η τάση έχει κι άλλη αφετηρία. «Έπαιξε ρόλο η οικονομική-πολιτιστική κρίση των τελευταίων ετών», μου λέει. «Σε τέτοια σταυροδρόμια, κάθε λαός νιώθει χαμένος και ο καθένας προσπαθεί να δει τι φταίει κοιτάζοντας πίσω. Είναι και ζήτημα αναζήτησης ταυτότητας, ειδικά για τη γενιά μου». Είναι 39 ετών. Εργαζόταν για χρόνια στην εστίαση, αλλά η επιτυχία του 1800 του άνοιξε κάποιες πόρτες, όπως λέει, και πλέον απασχολείται στον χώρο της εικονογράφησης. Ο Θανάσης Καραμπάλιος δημιουργεί το 1800. Τι σημαίνει όμως «επιτυχία» για ένα ελληνικό κόμικ; «Αν πουλήσει πάνω από 1.000 αντίτυπα, σημαίνει ότι έχει πάει καλά», μου λέει ο κ. Σταυριανός. Υπάρχουν βεβαίως και οι εξαιρέσεις. Π.χ. το Logicomix (εκδ. Ίκαρος, Δοξιάδης, Παπαδημητρίου, Παπαδάτος, Di Donna) είναι εκτός συναγωνισμού. Το ίδιο και πολλές δουλειές του Αρκά (εκδ. Πατάκη). Ένα ίσως ανέλπιστο μπεστ σέλερ ήταν ο Ερωτόκριτος (εκδ. Polaris), που έχει πουλήσει πάνω από 13.000 αντίτυπα. Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Γιάννης Ράγκος διασκεύασαν το κλασικό κείμενο του Κορνάρου, το σχέδιο το έκανε ο Γιώργος Γούσης και, όπως μου λέει ο εκδότης Γιώργος Ζαρρής, «ήταν μια τεράστια επιτυχία». Μου εξηγεί ότι η προσαρμογή λογοτεχνικών έργων σε graphic novel είναι μια ισχυρή τάση της τελευταίας δεκαετίας. Ενδεικτικά αναφέρω ότι τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρθηκαν σε κόμικ η Κερένια κούκλα του Χρυστομάνου (εκδ. Comicdom Press), o Μεγάλος περίπατος του Πέτρου της Άλκης Ζέη (εκδ. Μεταίχμιο), τα Μυστικά του βάλτου της Πηνελόπης Δέλτα (εκδ. Polaris) κ.ά. «Όλα αυτά έχουν πάει καλά, γιατί αγγίζουν το κοινό της λογοτεχνίας», λέει ο κ. Ζαρρής. «Κερδήθηκε ένα περιφερειακό κοινό, που δεν είχε εξοικείωση με τα κόμικς, ούτε και διάθεση να αποκτήσει. Αλλά αυτά τα αγόρασε». Αρκετοί επίσης αναζήτησαν αυτά τα βιβλία για τα παιδιά τους, με τη λογική ότι η «νέα γενιά δεν διαβάζει», αλλά ίσως γοητευτεί από μια πιο φιλική μορφή. «Οι λογοτεχνικές διασκευές έχουν αλλάξει σιγά σιγά την αντίληψη του κόσμου για τα κόμικς», μου λέει ο Kanellos Cob, που πέρασε πάνω από έναν χρόνο δουλεύοντας με κάθε λεπτομέρεια τον Ζητιάνο (εκδ. Polaris) του Καρκαβίτσα. «Με αυτόν τον τρόπο έχει συστηθεί το μέσο σε ένα κοινό που δεν θα ενδιαφερόταν σε αντίθετη περίπτωση. Αυτό που πρέπει τώρα να κάνει ο καθένας μας είναι να σεβαστεί τη δουλειά του». Γρα-Γρου / Τ. Ζαφειριάδης, Γ. Παλαβός, Θ. Πέτρου ΤΟ ΠΕΡΑΣΜΑ ΣΤΟ ΙΝΤΕΡΝΕΤ Το φθινόπωρο του 2017 κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος του περιοδικού Μπλε Κομήτης. Είχε καλό χαρτί, πλούσια ύλη, μια όμορφη εικονογράφηση στο εξώφυλλο από τον Παναγιώτη Πανταζή και, όπως διαβάζω σήμερα σε εκείνο το πρώτο editorial, είχε την πρόθεση να συνεχίσει την παράδοση των περιοδικών κόμικ που διαμόρφωσαν την ελληνική σκηνή, από την εποχή του Μικρού Ήρωα μέχρι φυσικά τη Βαβέλ, το Παρά Πέντε, το 9 κ.ά. Ο Μπλε Κομήτης ολοκλήρωσε την πορεία του δύο χρόνια αργότερα. «Ήταν ένα καλό εγχείρημα», μου λέει ο Γιώργος Γούσης, που είχε αναλάβει την αρχισυνταξία. «Παρουσιάσαμε τις τάσεις της στιγμής με νέους και καταξιωμένους δημιουργούς, αλλά το περιοδικό δεν είχε τον χρόνο να στιγματίσει πολύ κόσμο». Ήταν η απόδειξη ότι έχουμε περάσει πλέον σε μια άλλη εποχή; Ένας εκ των εκδοτών του, ο Γιώργος Ζαρρής, μου εξηγεί: «Όταν έβγαινε η Βαβέλ, για παράδειγμα, δεν ήταν μόνο κόμικ, ήταν ένα παράθυρο σε έναν άλλο κόσμο, δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο αυτόν ένα περιοδικό σήμερα, οι δίαυλοι πλέον υπάρχουν αλλού». Το ζήτημα όμως δεν είναι ότι χάθηκε μια κουλτούρα ή ότι μεταφέρθηκε στο ίντερνετ – το ζήτημα είναι πολύ πιο πρακτικό. Ο Τάσος Ζαφειριάδης θυμάται ότι τα χρόνια του 9 είχε ανθίσει η σκηνή για τον πολύ απλό λόγο ότι το περιοδικό πλήρωνε σταθερά τους δημιουργούς. « Ήταν πόλος έλξης και λόγος να γίνουν παραγωγές», μου λέει. Και είναι λογικό. Όταν έκλεισε το 9, αυτόν τον ρόλο ανέλαβε για πολλά χρόνια το SoComic, ένα σάιτ που λειτουργούσε με τη χορηγία της ΙΟΝ. «Ήταν βέβαια συγκεκριμένο το είδος που φιλοξενούσε, τα στριπ, όμως πολλές εκδόσεις βγήκαν μέσα από εκεί». Σκηνή από τη διασκευή του Ερωτόκριτου σε graphic novel από τις εκδόσεις Polaris, μια σημαντική εμπορική επιτυχία. Εδώ και χρόνια, τα ελληνικά κόμικς περνούν μέσα από το διαδίκτυο και πολλοί δημιουργοί έχουν γίνει γνωστοί μέσα από την ιντερνετική τους παρουσία. Είναι αυτό ο σωστός δρόμος; Εξαργυρώνεται ο κόπος ενός δημιουργού με κάποια like στα κοινωνικά δίκτυα; «Δεν είναι έτσι», μου λέει η Αλέξια Οθωναίου, «τις Ιστορίες που κρύβονται σε προφανή μέρη, μπορούσε ο καθένας να τις διαβάσει ολόκληρες εντελώς δωρεάν στο SoComic, παρ’ όλα αυτά και τα δύο βιβλία μου έχουν πλέον εξαντληθεί. Ο κόσμος εξοικειώνεται μέσα από το ίντερνετ και, αν κάτι του αρέσει, μετά θέλει να το αγοράσει». Η Αλέξια έχει ένα πολύ ιδιαίτερο σχεδιαστικό ύφος, ποικίλες επιρροές και πολλές ιδέες. Πρόσφατα εικονογράφησε τον δίσκο του Θανάση Παπακωνσταντίνου, Απροστάτευτος, ένα «cd-κόμικ», όπως το χαρακτηρίζει, και ένα νουάρ-πολιτικό αθηναϊκό graphic novel με τίτλο Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα (εκδ. Jemma Press). Είναι ο κόσμος των κόμικς ανδροκρατούμενος; τη ρωτάω. «Πολύ λιγότερο από παλιά», μου λέει, «έχει πλέον εξισορροπηθεί». Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση δημιουργού που βρήκε τη θέση του στη σκηνή μέσα από το διαδίκτυο είναι αυτή του Αντώνη Βαβαγιάννη – τα Κουραφέλκυθρα είναι πιθανόν ό,τι πιο αστείο μπορεί να διαβάσει σήμερα κανείς στο ελληνικό ίντερνετ και το κοινό του είναι, δεδομένης της δυναμικής της χώρας μας, τεράστιο. «Για πολλά χρόνια, πριν από τα σόσιαλ μίντια, απευθυνόμουν σε λίγο κόσμο. Πρέπει να χτίσεις μια σχέση, και αυτό θέλει πολλή δουλειά. Το ίντερνετ έχει έναν χαρακτήρα εφήμερο. Επίσης, ένα πιο μεγάλο κόμικ δεν βρίσκει χώρο στο ίντερνετ, τα δικά μου τα διαβάζεις σε μια σελίδα. Ήθελα όμως να χτίσω κάτι πιο μεγάλο, να φτιάξω χαρακτήρες που επαναλαμβάνονται, να έχω μια παρουσία που να ξεπερνάει τα πέντε δευτερόλεπτα, να μπει λίγο παραπάνω στις ζωές των ανθρώπων που εκτιμούν το χιούμορ μου». Τα Κουραφέλκυθρα κυκλοφορούν σε μια σειρά από την Jemma Press. «Το ίντερνετ φέρνει τον κόσμο, αλλά πάντα το έντυπο, που είναι όλα μαζεμένα, είναι πιο ωραίο». Ο Αντώνης Βαβαγιάννης στον χώρο όπου δημιουργεί. Σχολιάζει τη σημασία του ίντερνετ, αλλά και τη γοητεία του εντύπου. Η «ΤΡΕΛΑ» ΤΩΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΩΝ Κάθε χρόνο στην Ελλάδα κυκλοφορούν 60-70 τίτλοι, μου λέει ο Γιώργος Ζαρρής, και θεωρεί ότι υπάρχει ικανός αριθμός καλών δημιουργών. «Κάποιοι έχουν μεγάλες δυνατότητες», συνεχίζει, «αλλά τους κρατάει πίσω το περιβάλλον». Επισημαίνει ότι στις βραβεύσεις βιβλίων που γίνονται στη χώρα μας, επίσημες και ανεπίσημες, το κόμικ ως είδος αγνοείται. «Η σκηνή παραμένει απομονωμένη», καταλήγει και μου περιγράφει την προοπτική της αναβάθμισης της υπάρχουσας Ακαδημίας σε έναν φορέα πιο δραστήριο. Υπάρχουν και αυτοί που βρήκαν διέξοδο στο εξωτερικό, μεγάλα ονόματα της ελληνικής σκηνής, όπως ο Βασίλης Λώλος, ο Μιχάλης Διαλυνάς, ο Ηλίας Κυριαζής, μεταξύ άλλων. Ο Kanellos Cob εργάστηκε και αυτός στο εξωτερικό μετά τις σπουδές του στη Γαλλία, μια χώρα όπου το κόμικ, όπως λέει, «βρίσκεται παντού». Πιστεύει ότι αυτό που χρειάζεται για να εξοικειωθούμε με αυτή την κουλτούρα στην Ελλάδα είναι να παρεισφρήσει το κόμικ σε άλλα μέσα. «Να μπει στην εκπαίδευση, για παράδειγμα, να διδαχτεί η νέα γενιά ιστορία ή μαθηματικά μέσα από ένα στριπ». Ο Τάσος Ζαφειριάδης με κάποια από τα βιβλία του στο σπίτι του στη Θεσσαλονίκη. Μπορεί το κόμικ να κερδίσει περισσότερους οπαδούς; «Θεωρητικά ναι, μπορεί, αλλά δεν περιμένω καμία έκρηξη», μου λέει ο Τάσος Ζαφειριάδης. «Θα μπορούσαν απλώς να είναι λίγο πιο θαρραλέοι οι εκδότες, πάντως, υπάρχουν βιβλία που άξιζαν καλύτερης τύχης και παράπεσαν επειδή δεν είχαν τη διανομή που τους αναλογούσε, ούτε την κάλυψη από τον Τύπο. Το ένα φέρνει το άλλο: αν το κόμικ αποκτήσει ως είδος μεγαλύτερη διείσδυση, τότε θα είναι πιο ασφαλές για τον δημιουργό να συνεχίσει να το κάνει, αλλά και να βρει εκδότη. Έπειτα από τόσα χρόνια στον χώρο, νιώθω ακόμη μερικές φορές ότι σε κάθε βιβλίο πρέπει να περάσω οντισιόν». Βεβαίως, η Ρώμη δεν χτίστηκε σε μία μέρα. Η ελληνική σκηνή κάνει σταθερά βήματα εδώ και χρόνια, αλλά έχει να κάνει μερικά ακόμα. «Επιμονή και όρεξη χρειάζεται από την πλευρά των δημιουργών και εμπιστοσύνη από τους εκδότες που πρέπει να επενδύσουν», μου λέει ο Θανάσης Πέτρου. «Ο κόπος πρέπει κάπως να αμειφθεί, δεν μπορεί να βασιστεί μια σκηνή απλώς στην τρέλα των δημιουργών». Πιθανόν, πάντως, καμία άλλη καλλιτεχνική κοινότητα δεν είναι τόσο παθιασμένη και τόσο ενωμένη όσο αυτή. Στις συζητήσεις από τις οποίες προέκυψαν τα παραπάνω, όλοι διαφήμισαν τις δουλειές συναδέλφων τους και τις εκδόσεις άλλων οίκων, με τη σκέψη τους να λειτουργεί κυρίως στο πρώτο πληθυντικό. «Η αγορά του κόμικ δεν είναι μεγάλη», λέει ο Kanellos Cob, «αυτό που θέλουμε όλοι είναι ο χώρος να συνεχίσει να ανεβαίνει». Πηγή
  4. Kanellos Cob: «Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα» Γεννήθηκε στο Γαλάτσι, έχει ζήσει στη Λυών και στον Καναδά, τώρα μένει στην πλατεία Αμερικής. Είναι ένας από τους πιο ταλαντούχους σχεδιαστές κόμικ της νέας γενιάς. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο Γαλάτσι, σε ένα περιβάλλον αρκετά μικροαστικό. Δεν υπήρχε η έννοια της τέχνης στο σπίτι, ήταν τελείως προσωπική μου ανάγκη. Ήταν έκφραση για μένα, από μικρός ζωγράφιζα τους τοίχους, έκοβα τις κουρτίνες, έψαχνα συνέχεια να κάνω κάτι δημιουργικό, αλλά δεν είχα και την καλύτερη ανταπόκριση. Σιγά-σιγά, όμως, μέσα από αυτό βρήκα τον εαυτό μου και μέσα από τον εαυτό μου βρήκα την τέχνη. Κάπως έτσι εξελίχθηκε. • Από παιδί είχα διάφορες ανησυχίες, ήταν πολλά αυτά που με απασχολούσαν και σε πιο προσωπικό επίπεδο. Είχα τους φίλους μου, έκανα συνέχεια όνειρα, είχα μεγάλη φαντασία, στην εφηβεία με απασχολούσε η σεξουαλικότητά μου, η πολιτική. Πήγαινα στην Γκράβα, ανήκω στη γενιά του Αρσένη. Ήμουν στη Γ’ Γυμνασίου όταν έγιναν οι κινητοποιήσεις και τότε υπήρξε η πρώτη σπίθα για την πολιτική. Ήμουν πολύ μικρός για να καταλάβω πώς δουλεύουν το σύστημα και ο κόσμος, αλλά πήρα μία γεύση απ’ αυτό και από τότε δουλεύω ομαδικά, προσπαθώντας να παλέψω για κάτι, αποκτώντας πολιτική συνείδηση. Το σχέδιο είναι πολύ προσωπική διαδικασία και είναι δύσκολο να βρεις τη γραμμή σου. Δεν πιστεύω στο ταλέντο, πιστεύω στην αντίληψη, και μετά, αν η αντίληψη κάποιου είναι καλύτερη από κάποιων άλλων, χρειάζεται καλλιέργεια, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. • Ήθελα πάντα να γίνω ζωγράφος, αυτό έλεγα, χωρίς να ξέρω καν τι σημαίνει. Πάντα είχα, όμως, τον φόβο που μου καλλιέργησαν οι γονείς μου για το «πώς θα ζήσεις; Εμείς δεν μπορούμε να βοηθάμε». Η μητέρα μου ασχολούνταν με τα οικιακά, καμιά φορά φύλαγε παιδιά, και ο πατέρας μου ήταν δημόσιος υπάλληλος, οπότε έπαιζε πάρα πολύ η τετράγωνη λογική να έχεις μια σταθερή δουλειά, να έχεις έναν σίγουρο μισθό, έτσι ώστε να μπορέσεις να ζήσεις τα παιδιά σου. Αυτό το μοτίβο, το οποίο με περιόρισε αρκετά, ειδικά στην εφηβεία, είχε ως αποτέλεσμα να απομακρυνθώ από το σχέδιο. Γι’ αυτό και όταν έδωσα Πανελλήνιες πέρασα στη Σχολή Συντήρησης Έργων Τέχνης. Ήταν κοντά στην τέχνη, αλλά δεν αφορούσε τη δημιουργία. Την έβγαλα τη σχολή, πήρα το πτυχίο, αλλά εκεί μέσα συνειδητοποίησα ότι δεν μου αρέσει να το κάνω αυτό, δεν θα ήθελα στα τριάντα μου να είμαι συντηρητής αλλά σχεδιαστής. Έτσι ξεκίνησα να κυνηγάω αυτό το όνειρο και ήταν η πρώτη φορά που είχα πραγματικά έναν στόχο, στα είκοσι δύο μου, γιατί δεν ήμουν ποτέ καλός μαθητής, δεν υπήρχε ποτέ το κίνητρο, για ποιον λόγο να κάτσεις να διαβάσεις, πέρα από το να σπουδάσεις, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό. Η αντιμετώπιση της δουλειάς μας ως δουλειάς, ως εργατοώρας, είναι πολύ κακή. Μπορεί όσα σου πω ότι χρεώνω τη σελίδα να σου φανούν πολλά, αλλά για να κάνω αυτήν τη σελίδα έχω κάνει έρευνα, storyboard, έχω χρησιμοποιήσει μελάνια, χρώμα. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO • Ξεκίνησα να κάνω κάποια σεμινάρια κόμικς στο Μικρό Πολυτεχνείο και φάνηκε ότι το σχέδιό μου ήταν σε ένα αρκετά καλό επίπεδο, επειδή σχεδίαζα πολλά χρόνια, αλλά χωρίς να ξέρω κιόλας, δεν σχεδίαζα ακαδημαϊκά. Ωστόσο ήταν η πρώτη μου επαφή με το κόμικ, να κάνω κάτι που στέκει και αφηγηματικά και σχεδιαστικά. Εκεί, στα είκοσί μου, άρχισα να βλέπω το σχέδιο σοβαρά. Έμαθα πραγματικά να σχεδιάζω στην τεχνική σχολή σχεδίου στη Γαλλία, όπου σε μαθαίνουν πώς να ζωγραφίζεις. Τα δύο πρώτα χρόνια μόνο ακαδημαϊκά, γυμνά μοντέλα, προτομές, σχεδίαση αντικειμένου, πώς να τοποθετείς το αντικείμενο στον τρισδιάστατο χώρο, αρχές προοπτικής, τα πάντα. Παράλληλα, κάναμε και κόμικ, εικονογράφηση, κινούμενο σχέδιο, για να διαλέξουμε την κατεύθυνση που θέλαμε. Από αυτά τα τέσσερα χρόνια θυμάμαι μόνο τη σχολή, δεν υπήρχε ζωή παραδίπλα, και συνέχισε και εκτός σχολής αυτό το μοτίβο. Πριν φύγω για Γαλλία δούλευα στην εστίαση εφτά χρόνια, σεζόν σε νησιά κ.λπ., κι έτσι μάζεψα και τα λεφτά για να φύγω. • Τελειώνοντας τη σχολή, είχα αποφασίσει να μην ξαναδουλέψω σε άκυρη δουλειά, γιατί μου είχε βγει η πίστη όλα αυτά τα χρόνια, θα κυνηγούσα το σχέδιο όσο μπορούσα. Και βοήθησε το γεγονός ότι είχα πει «αν όχι αυτό, τίποτα», χωρίς να αφήσω άλλη επιλογή ‒ μέχρι τώρα λειτουργεί κάπως. Πάνε εφτά χρόνια που έχω τελειώσει τη σχολή και τα τελευταία ζω από αυτό, δεν μπορώ να πω άνετα, αλλά δεν ξέρω και αν θα ζήσω ποτέ άνετα απ’ το σχέδιο. • Ένας άνθρωπος που με επηρέασε πολύ ήταν ένας καθηγητής μου στη σχολή σχεδίου, ο Πασκάλ Ζαρκέτ, γλύπτης και εικονογράφος, ο οποίος φτιάχνει σκηνικά για τις μεγαλύτερες όπερες της Γαλλίας. Απίστευτος άνθρωπος, στάθηκε δίπλα μου από την αρχή, όταν τα γαλλικά μου ήταν χάλια και δεν καταλάβαινα, και χρησιμοποιούσε τη γλώσσα του σώματος για να μου εξηγήσει τι ήθελε να κάνω, τι μου ζητάει σαν άσκηση. Θυμάμαι μια ατάκα που μου είχε πει και τη λέω κάθε φορά που με ρωτάνε για τη ζωγραφική: «Όταν δεν ζωγραφίζεις καλά, δεν σημαίνει ότι δεν έχεις ταλέντο, σημαίνει ότι απλώς δεν έχεις μάθει ακόμα να παρατηρείς». Αυτό το πράγμα μού έλυσε τα χέρια, γιατί το σχέδιο είναι πολύ προσωπική διαδικασία και είναι δύσκολο να βρεις τη γραμμή σου. Βασικά, σε βρίσκει αυτή, δεν τη βρίσκεις εσύ. Υπάρχει εκεί αυτό το πράγμα, το θέμα είναι να μάθει ο εγκέφαλος να δίνει την εντολή στο χέρι σου. Δεν πιστεύω στο ταλέντο, πιστεύω στην αντίληψη, και μετά, αν η αντίληψη κάποιου είναι καλύτερη από κάποιων άλλων, χρειάζεται καλλιέργεια, αλλιώς δεν γίνεται τίποτα. Τον έχω πάντα ορόσημο αυτόν τον άνθρωπο. • Η ασχολία μου με το σχέδιο ήταν από τα μεγαλύτερα ρίσκα που έχω πάρει στη ζωή μου. Και ακόμα ρίσκο είναι, δεν έχουν δρομολογηθεί τα πράγματα. Ήρθε μια στιγμή στη ζωή μου που συνειδητοποίησα ότι για να ζήσω πρέπει να δουλέψω, δεν έχω και άλλη επιλογή, τι δουλειά θα κάνω; Κι επέλεξα να κάνω κάτι εξαιρετικά δύσκολο, για το οποίο αναπόφευκτα πρέπει να θυσιάσω πράγματα, ωστόσο ξέρω ότι σηκώνομαι στις οχτώ το πρωί για να κάνω αυτό που γουστάρω. Κι αυτό είναι μεγάλη ικανοποίηση. Μπορεί να κάθομαι στο γραφείο όλη μέρα δουλεύοντας, πολλές φορές εφτά μέρες την εβδομάδα, να είμαι κομμάτια και να νιώθω ότι έχω πάει στη Νέα Υόρκη με τα πόδια από την κούραση, αλλά με καλύπτει. Θυσιάζεις πράγματα, την προσωπική σου ζωή, αλλά δεν έχω χόμπι, η διέξοδός μου είναι η δουλειά μου. Περνάω πολλές ώρες με τη δουλειά μου, δεν γίνεται να κάνω κάτι μου με θλίβει. Είναι ένα επάγγελμα όμως που θα έχει πάντα ρίσκο. Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα κι αυτό που είδαμε να γίνεται στο Comicdom Con φέτος ήταν μαγικό. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO • Επαγγελματικά σχεδιάζω από το 2012, όταν ήμουν ακόμα στη σχολή. Δούλεψα σε ένα πρότζεκτ κυρίως με χρώμα, στη μεγαλύτερη τοιχογραφία του Moebius, αυτήν που έκανε στο Montrouge, δίπλα στο Παρίσι. Του είχε παραγγείλει το δημαρχείο ένα τεράστιο έργο 170 τετραγωνικών μέτρων, αλλά πέθανε πριν το τελειώσει, το 2012, και το τελείωσε η ανιψιά του, που είχε σπουδάσει το στυλ του. Πήρα τη δουλειά μέσω μιας καθηγήτριάς μου που δούλευε στο πρότζεκτ. Ήμουν πολύ τυχερός, γιατί εκεί είδα ποια είναι η διαδικασία, δουλεύοντας στο έργο ενός «θεού». Στη συνέχεια εκδόθηκε ένα παραμύθι που είχα γράψει κι έτσι είδα για πρώτη φορά τι σημαίνει «σχεδιάζω επαγγελματικά». Μετά τελείωσα τη σχολή και συνέχεια προέκυπταν πράγματα ‒ πρέπει να έστειλα πενήντα βιογραφικά σε περιοδικά και εφημερίδες γιατί με ενδιέφερε πολύ να δουλεύω κυρίως εκεί, έψαχνα τέτοιες δουλειές, το κόμικ προέκυψε λίγο αργότερα. • Η Γαλλία έχτισε όλη την αισθητική μου και την αντίληψή μου για την τέχνη. Έμαθα Ιστορία της Τέχνης. Πάντα με ενδιέφερε ο εικοστός αιώνας στην τέχνη, αλλά αυτό δεν μου δημιούργησε μια αισθητική, πηγαίνοντας στη σχολή κάπως μπήκαν σε μια σειρά οι γνώσεις που είχα από την Ιστορία της Τέχνης. Ο Egon Schiele, για παράδειγμα, γαλούχησε το στυλ μου, στα πρώτα έργα που έκανα αντέγραφα τα δικά του, τη γραμμή του, και αυτό το πράγμα εξελίχθηκε μόνο του, σιγά σιγά το σχέδιό μου έπαψε να τον θυμίζει. Η σχολή στη Γαλλία ήταν ένα παράθυρο στην τέχνη, στον κόσμο, ήταν απίστευτες επιρροές, είχα σημαντικούς καθηγητές που έβλεπες το έργο τους και έλεγες «οk, αυτό δεν το έχω ξαναδεί, αυτή η αισθητική δεν θα με τράβαγε ποτέ, αλλά κοίτα, έχει κάτι να σου δείξει». Η ιδέα των κόμικς στο μυαλό μου ήταν εντελώς διαφορετική, πολύ πιο τυποποιημένη, πριν πάω εκεί. Και επέλεξα να πάω, γιατί ήξερα ότι δεν θα με έβαζαν σε καλούπι. Σε καθοδηγούσαν και σε συμβούλευαν, και είναι πολύ σημαντικό αυτό. • Κάποια στιγμή δοκίμασα να ζήσω στον Καναδά, επειδή έχω καναδική υπηκοότητα. Ο πατέρας μου ήταν μετανάστης εκεί δώδεκα χρόνια, έφυγε με το μεταναστευτικό κύμα μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, και πήρε την υπηκοότητα. Έτσι γεννήθηκα με καναδικό διαβατήριο και πήγα στον Καναδά επειδή θεώρησα ότι έπρεπε να εκμεταλλευτώ την πρόσβαση που δεν έχει ο καθένας. Το κυνηγούσα χρόνια να πάω, αλλά τα τέσσερα πρώτα χρόνια στη Γαλλία οι γονείς μου ήταν άρρωστοι, οπότε γυρνούσα Ελλάδα μόνο γι’ αυτόν τον λόγο, για να τους δω και να χαρούνε. Μετά πέθαναν και οι δύο και είχα την ελευθερία να πάω να δω τι γίνεται εκεί. Έγινε αργά στη ζωή μου, όμως, και το ταξίδι ήταν αποτυχία, αλλά έμαθα πολλά πράγματα για τον εαυτό μου στον Καναδά. Πάντα είχα αυτό το ρομαντικό στο μυαλό μου, ότι μέχρι να πεθάνεις πρέπει να έχεις πάει παντού, και όχι μόνο ως επισκέπτης, πρέπει να έχεις ζήσει για καιρό σε διάφορες χώρες και πόλεις για να δεις τις κουλτούρες. Είχα ξεχάσει, όμως, τον παράγοντα «άνθρωπος» και, φτάνοντας στον Καναδά, συνειδητοποίησα ότι μου έλειπαν οι φίλοι μου. Είδα ότι το Αθήνα - Λυών ήταν πιο εύκολο ταξίδι, ενώ το Καναδάς - Αθήνα ή Καναδάς - Λυών έπρεπε να το κανονίσεις πέντε μήνες πριν και να έχεις μαζέψει και λεφτά μόνο για τα εισιτήρια. Στην κουλτούρα δεν αισθάνθηκα και μεγάλες διαφορές, αλλά, πολιτικά, ο καπιταλισμός γεννήθηκε εκεί, δεν είχαν ποτέ κάποιο άλλο σύστημα και τον είδα να παρεισφρέει στις ανθρώπινες σχέσεις. Έπαιζε πάρα πολύ πάρε-δώσε, για να σου δώσω πρέπει να μου δώσεις, μέχρι και στα διαπροσωπικά. Φρίκαρα με αυτό πάρα πολύ. Και μετά ήταν το κωλόκρυο. Δεν είμαι του καλοκαιριού, το προτιμώ το κρύο, γιατί μπορείς να προφυλαχτείς, αλλά εκεί ήταν ακραία η κατάσταση, περίμενα να τελειώσουν όλες οι προμήθειες που είχα στο σπίτι για να βγω να πάω σούπερ-μάρκετ και ένιωθα ότι αν έβγαινα, θα πονούσα. Ήταν πολύ δύσκολο. Ήμουν τριάντα δύο χρονών και συνειδητοποίησα ότι έπρεπε να τα κάνω όλα από την αρχή, π.χ. να κάνω φίλους κι αυτό ήταν πολύ δύσκολο, γιατί σε αυτή την ηλικία ξέρεις πλέον τι ανθρώπους θέλεις να έχεις γύρω σου. Είναι διαφορετικά στα είκοσι πέντε σου, που ακόμα μαθαίνεις. Κατάλαβα ότι δεν θέλω να κάνω καινούργιους φίλους, γιατί ήξερα ότι για να γίνεις κολλητός με κάποιον άνθρωπο πρέπει να περάσουν δυο-τρία χρόνια για να έρθεις αβίαστα κοντά του κι εγώ δεν θα ήθελα να σπαταλήσω τόσο χρόνο. Γι’ αυτό γύρισα. Είχα στο μυαλό μου τον Καναδά ως τη γη της επαγγελίας και χάρηκα που πήγα, γιατί αν δεν πήγαινα, δεν θα ήξερα ποτέ πώς είναι. Έμαθα κάποια πράγματα για τον εαυτό μου, αναδιοργάνωσα κάποιες εντυπώσεις που είχα για μένα και έμαθα πως δεν είμαι όπως πίστευα, αλλά that’s fine, δεν υπάρχει πρόβλημα. • Τώρα επιστρέφω στην Αθήνα γιατί ένιωσα ότι έκανε τον κύκλο της η Λυών. Σκεφτόμουν να πάω στο Βερολίνο γιατί έχω φίλους εκεί, αλλά δεν είχα το κουράγιο για άλλο ξεκίνημα. Δεν μιλάω γερμανικά και δεν θέλω να μπω στη διαδικασία να τα μάθω από την αρχή, όπως τα γαλλικά. Εκτός αυτού, δεν ερχόμουν καθόλου Ελλάδα, ήρθα το 2018, όταν βγήκε ο Ζητιάνος, και για πρώτη φορά μετά από χρόνια έμεινα στην Αθήνα για δύο μήνες. Και συνειδητοποίησα πόσο πιο εύκολη είναι η ανθρώπινη επαφή εδώ, από το να φλερτάρεις στη γλώσσα σου μέχρι να μιλήσεις πολιτικά, είχα ξεχάσει την αμεσότητα και μου έλειπε, γιατί τόσα χρόνια είχα μπει στη γαλλική νόρμα. Είχα ξεχάσει πόσο ωραίο είναι να επικοινωνείς στη γλώσσα σου. Έτσι μπήκε στο μυαλό μου η επιστροφή. Επίσης, για τα επόμενα δύο χρόνια έχω δουλειά, έχω κάποια συμβόλαια για graphic novels, δηλαδή έχω μια στασιμότητα που δεν την είχα ποτέ μου όσον αφορά στο οικονομικό. Επειδή έχω τάσεις φυγής, έχω πει ότι θα μείνω δύο χρόνια στην Αθήνα και μετά θα δούμε, αν φρίξω, θα πάω αλλού. Αλλά, προς το παρόν, ήταν πολύ συνειδητή απόφαση. Η Γαλλία έχτισε όλη την αισθητική μου και την αντίληψή μου για την τέχνη. Έμαθα Ιστορία της Τέχνης. Πάντα με ενδιέφερε ο εικοστός αιώνας στην τέχνη, αλλά αυτό δεν μου δημιούργησε μια αισθητική, πηγαίνοντας στη σχολή κάπως μπήκαν σε μια σειρά οι γνώσεις που είχα από την Ιστορία της Τέχνης. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO • Έχω κάνει τρία graphic novels, τον Ζητιάνο του Καρκαβίτσα, τα Γυμνά Οστά με τον Δημοσθένη Παπαμάρκο και το Ceux du Chambon που κυκλοφόρησε μόλις στη Γαλλία, με την αληθινή ιστορία του Étienne Weil, ενός αγοριού που είναι Εβραίος και η ζωή του, όπως και της οικογένειάς του, ανατρέπεται από τον πόλεμο και την κατοχή στη Γαλλία κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έχω σχεδιάσει το Tout nu et tout bronzé - Généalogie de la piscine du Rhône, ένα δεκασέλιδο ένθετο για την ιστορική πισίνα του ποταμού Rhône στη Λυών και έχω συμμετάσχει και σε διάφορες ομαδικές δουλειές: στο Guide de Paris en bandes dessinées (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε μικρές αληθινές ιστορίες στις γειτονιές του Παρισιού που έχτισαν την πόλη όπως την ξέρουμε σήμερα, και στο Histoires incroyables du timbre en BD (Éditions Ρetit à Ρetit), δεκαπέντε ιστορίες που μιλούν για τα σημαντικότερα γραμματόσημα και για την ιστορική τους αξία. • Έχει ανέβει πολύ το επίπεδο του graphic novel στην Ελλάδα κι αυτό που είδαμε να γίνεται στο Comicdom Con φέτος ήταν μαγικό. Θα έλεγα, όμως, ότι μου άρεσε ακόμη περισσότερο το comic festival στην πλατεία Κυψέλης, γιατί ήταν πολύ πιο «οικογενειακό». Ήταν όλα τα τραπέζια μαζί, απίστευτα πολύς κόσμος, απίστευτη ανταπόκριση. Έφυγα πολύ χαρούμενος από αυτό. Το καλό είναι ότι αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα ασχολούνται και φέρνουν περισσότερες ξένες εκδόσεις, όχι μόνο Marvel και αμερικανικό κόμικ, αλλά και ευρωπαϊκό από Γαλλία, Ιταλία, και όλο αυτό εισχωρεί στην ελληνική κουλτούρα του κόμικ. Αυτό που έχει σημασία είναι η κουλτούρα του κόμικ να μη μείνει μόνο στα graphic novels αλλά να διεισδύσει και σε άλλα μέσα, από την εκπαίδευση μέχρι τη διαφήμιση, για να καταλάβει κόσμος ότι είναι ένα μέσο επικοινωνίας, όπως είναι ένα βιντεάκι που θα κάνεις για μια διαφήμιση ή ένα μουσικό σποτ. Στη Γαλλία ο κόσμος αγοράζει κόμικ όπως αγοράζει λογοτεχνία και το βλέπεις παντού, στην εκπαίδευση, στα βιβλία, σε κοινωνικές και διαφημιστικές καμπάνιες, χρησιμοποιείται για να εξηγήσει κάτι, που είναι λίγο πιο fun. Εντυπωσιάστηκα που το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ανέθεσε στον Γούση, στη Ζάχαρη και στον Pan Pan να φτιάξουν ένα κόμικ για την 60ή επέτειό του. Αυτός είναι ο τρόπος για να περάσει σε όλους και βλέπεις ότι είναι σοβαρή δουλειά, κάτι ξεκάθαρα καλλιτεχνικό, όχι παιδικό. • Τα παιδιά του Comicdom Con δίνουν βραβεία, δεν υπάρχει χρηματικό έπαθλο, έτσι και υπήρχε μια χρηματοδότηση για να δίνει μεγαλύτερο κίνητρο θα άλλαζαν πολλά πράγματα. Στην Angoulême, π.χ., που είναι το μεγαλύτερο φεστιβάλ κόμικς της Ευρώπης, δίνουν καμιά δεκαριά βραβεία, χρηματικά έπαθλα, τα οποία σε βοηθούν ουσιαστικά να συνεχίσεις το έργο σου. Το κράτος εκεί δίνει πολλά λεφτά σε όλα τα φεστιβάλ κόμικς που γίνονται στη Γαλλία, γιατί είναι μια ευκαιρία να σχετιστεί με τον νεαρόκοσμο. Στη Λυών, όπου ζούσα, είδα τι κρεσέντο παίζει από τον κόσμο που ρέει στην οργάνωση τέτοιων φεστιβάλ. Και αν πληρώνεις τον δημιουργό και δίνεις και κίνητρα στους εκδοτικούς να βγάλουν ποιοτικά πράγματα, ανεβαίνει το επίπεδο. Ένα βραβείο είναι τιμή, έτσι κι αλλιώς, αλλά εδώ δεν σου προσφέρει τίποτα πέρα απ’ αυτό. Είναι μια αναγνώριση ότι αυτό που κάνω κάπως αξίζει, αλλά επί του πρακτέου, το μεγαλύτερο πρόβλημα, ειδικά στη δική μας δουλειά, είναι το οικονομικό. Και εκεί πρέπει να βοηθηθεί η φάση, να ζήσουμε εμείς και να επιζήσει και αυτή η δουλειά. Δυστυχώς ή ευτυχώς, that’s life. Σε αυτή την κοινωνία ζούμε, που πρέπει να πληρώσεις για να ζήσεις. • Η αντιμετώπιση της δουλειάς μας ως δουλειάς, ως εργατοώρας, είναι πολύ κακή. Μπορεί όσα σου πω ότι χρεώνω τη σελίδα να σου φανούν πολλά, αλλά για να κάνω αυτήν τη σελίδα έχω κάνει έρευνα, storyboard, έχω χρησιμοποιήσει μελάνια, χρώμα. Εσύ βλέπεις ένα χαρτί. Η μεγαλύτερη δυσκολία είναι αυτή, το ντιλ που θα κάνεις τον X εκδότη, με τον X συντάκτη, διευθυντή. Και δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα αυτό. Στη Γαλλία το 60% των σχεδιαστών κόμικ ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας. • Ο πιο μεγάλος μου φόβος είναι μην πάθω Αλτσχάιμερ και να τα ξεχάσω όλα. Από Αλτσχάιμερ έχασα και τον πατέρα μου, οπότε έζησα όλη αυτήν τη διαδικασία της φθοράς της νόησης κι αυτό μου άφησε ένα τραύμα, είναι να μην ξεχάσω όσα έχω ζήσει. Ό,τι κάνεις, το κάνεις για να βιώσεις τη στιγμή και να ’χεις μετά να τη θυμάσαι. Και το Αλτσχάιμερ σου παίρνει τη μισή ζωή, που είναι οι αναμνήσεις σου. • Η ζωή μού έχει μάθει ότι τίποτα δεν κρατάει για πάντα. Και ότι πρέπει να έχεις λίγο συναίσθηση του τέλος, όταν έρχεται, και να το δέχεσαι ή να δίνεις το τέλος όταν πρέπει να το δώσεις. Τα Γυμνά Οστά και ο Ζητιάνος κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Polaris. www.instagram.com/kanelloscob To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO. Πηγή
  5. Ρομπότ και άνθρωποι εις σάρκα μίαν Γιάννης Κουκουλάς Με φόντο ένα μετα-αποκαλυπτικό σκηνικό, με τη Γη ρημαγμένη ύστερα από απανωτούς πολέμους και λιγοστούς επιζώντες να περιφέρονται αναζητώντας τροφή, οι Δημοσθένης Παπαμάρκος και Kanellos Cob φιλοσοφούν για την τεχνητή νοημοσύνη και τη σχέση ανθρώπου και μηχανής Αντί προλόγου στα «Γυμνά Οστά» (εκδόσεις Polaris, 128 σελίδες), οι Δημοσθένης Παπαμάρκος (σενάριο) και Kanellos Cob (σχέδια) επιλέγουν να παραθέσουν τους τρεις «Νόμους της Ρομποτικής» των Ισαάκ Ασίμοφ και Τζον Κάμπελ οι οποίοι είναι: 1ος: Κανένα ρομπότ δεν θα προξενήσει βλάβη σε ανθρώπινο ον είτε με πρόθεση είτε από αδράνεια. 2ος: Το ρομπότ οφείλει να πειθαρχεί στις εντολές που δίνονται από ανθρώπινα όντα, με εξαίρεση τις περιπτώσεις που αυτές οι εντολές αντιβαίνουν τον Πρώτο Νόμο. 3ος: Το ρομπότ οφείλει να προφυλάσσει τη σωματική και διανοητική του ακεραιότητα, εφόσον μια τέτοια ενέργεια δεν αντιβαίνει στον Πρώτο και τον Δεύτερο Νόμο. Όταν στο πλαίσιο της επιστημονικής φαντασίας διατυπώνονταν αυτοί οι «νόμοι», το μακρινό 1940, η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική βρίσκονταν ακόμα στο στάδιο της σκέψης και της πρόβλεψης φωτεινών μυαλών με ορίζοντα κάποιο μακρινό μέλλον. Αυτό το μέλλον έχει γίνει πια παρόν και στα «Γυμνά Οστά» αποτελεί ένα μακρινό, ρομαντικό και γεμάτο ελπίδα παρελθόν που θάφτηκε κάτω από τη φιλοδοξία του ανθρώπου να παίξει τον ρόλο του Θεού. Οι post-human studies αποτελούν εδώ και καιρό ένα διακριτό επιστημονικό πεδίο στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών σπουδών και της φιλοσοφίας, ενώ τα θέματα που αναπτύσσονται πάνω σε αυτήν την προβληματική απασχολούν ολοένα και πιο εντατικά τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, τις τηλεοπτικές σειρές, τα κόμικς. Αυτή την έννοια του μετα-ανθρώπου σε ένα τεχνολογικό περιβάλλον, όπου η «σκεπτόμενη» μηχανή κατακτά όλο και μεγαλύτερο μέρος της ανθρώπινης πρωτοβουλίας και δραστηριότητας, πραγματεύονται οι Παπαμάρκος και Cob σε ένα υπέροχο βιβλίο περί της οντολογίας και της φύσης του ανθρώπου. Ένα βιβλίο που ξεκινά με τα ερείπια του ανθρώπινου πολιτισμού, με ιωνικές κολόνες και ανεξήγητες τοιχογραφίες μελλοντικών πίστεων και πεποιθήσεων να αποτελούν διαστρωματώσεις απανωτών και διαδοχικών πολέμων που ατάκτως στοιβάζονται η μία πάνω στην άλλη, χωρίς να μπορείς να διακρίνεις ποια προηγήθηκε, ποια ακολούθησε, ποια επικράτησε. Και ποια ήταν η τελευταία πριν από την οριστική και αμετάκλητη καταστροφή. Ένας κένταυρος με μυτερά-κωνικά πόδια και πρισματικό κεφάλι (ως σύμβολο λατρείας ή σπουδή εκκεντρικότητας;), φουτουριστικά γκράφιτι που δεν βγάζουν νόημα με βάση τις σύγχρονες προσλαμβάνουσες αλλά θα μπορούσαν να αποτελούν τα υλικά τεκμήρια μελλοντικών πολιτισμών, μια εικόνα του David Bowie από το Aladdin Sane πάνω σε έναν μισογκρεμισμένο τοίχο, η Πύλη των Λεόντων ως ένα μετα-μεταμοντέρνο αρχιτεκτόνημα, αποτέλεσμα πολλαπλών μιμήσεων και επιστροφών σε ένα μετα-παρελθόν, αποδεικνύουν μια απροσδόκητη (και εν μέρει ακατανόητη) εξέλιξη που οδήγησε τα πράγματα στο Τέλος. Στα ερείπια αυτών των πολιτισμών, οι ελάχιστοι άνθρωποι έχουν την ανάγκη των ρομπότ για να επιβιώσουν. Και ταυτόχρονα, τα ρομπότ χρειάζονται τους ανθρώπους. Άνθρωπος και μηχανή έχουν συνάψει ατύπως μια συμβιωτική σχέση αμοιβαίου συμφέροντος. Και οι δυο χρειάζονται ενέργεια. Και οι δυο έχουν αναπτυγμένο το ένστικτο της επιβίωσης. Και οι δυο «ζουν» σε ένα απολύτως εχθρικό περιβάλλον. Αλλά η μηχανή κατατρώει τον άνθρωπο, του αποστερεί κάθε ανθρώπινη διάσταση και τον μετατρέπει σε οργανική πηγή ζωτικότητας για την ίδια. Και το χειρότερο είναι πως αυτό συνέβη κατ’ επιλογή του ανθρώπου. Όπως περιγράφει και ο πραγματιστής πρωταγωνιστής των «Γυμνών Οστών»: «Δεν υπάρχει τίποτα πιο φριχτό από το να βρεθείς μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Δεν νεκρώνουν τις εγκεφαλικές σου λειτουργίες πριν αρχίσουν να τρέφονται. Ίσα ίσα, θέλουν να διατηρείς τις αισθήσεις σου καθ’ όλη τη διάρκεια. Για μέρες, ίσως και μήνες ανάλογα με τις αντοχές σου. Γιατί, εκτός από ενέργεια, αποζητούν εξίσου έναν νέο εταίρο, μια σύνδεση με μια ανθρώπινη συνείδηση». Και λίγο παρακάτω: «Τίποτε ανθρώπινο δεν μπορεί να επιβιώσει μέσα σε μια τέτοια μηχανή. Από τη στιγμή που γίνει η σύζευξη, η συνείδησή της κυριεύει ολοκληρωτικά αυτή του θύματός της. Κάθε σκέψη, κάθε ανάμνηση κατασπαράζεται, ώσπου στο τέλος το μόνο που απομένει είναι η παράφρων, ζωώδης νοημοσύνη της μηχανής, που ψάχνει το επόμενο θύμα της». Σύμφωνα με το σενάριο, ένας επιζών και ένα ρομπότ περιπλανώνται ανάμεσα στα χαλάσματα, αποφεύγοντας τα ισχυρότερα ρομπότ και αναζητώντας ανθρώπους για τροφή την ώρα που η πανταχού παρούσα ραδιενέργεια προσβάλλει κάθε μορφή ζωής. Μια γυναίκα από έναν μακρινό πλανήτη που ακμάζει (προϊόν ενός παλαιότερου εποικισμού;) έρχεται στη Γη για να μελετήσει τις αιτίες που οδήγησαν στον αφανισμό του ανθρώπινου είδους. Παρά τις επιφυλάξεις όλων, το αμοιβαίο συμφέρον θα επικρατήσει και όλοι μαζί θα συνεχίσουν την περιπλάνηση με στόχο την επιβίωση και την ανακάλυψη. Η γυναίκα, ξένη, επισκέπτρια, αφ’ υψηλού και υπό το πέπλο της ασφάλειας, θα κατηγορήσει τον άντρα για την «αποκτήνωσή» του. Αυτός θα επικαλεστεί την επιβίωση και την απανθρωποποίηση των «ζωντανών». «Οι σοφιστείες σου είναι τρομακτικές», τον κατηγορεί αυτή. «Η άγνοιά σου τρομακτικότερη. Μπερδεύεις τις πεποιθήσεις σου με την αλήθεια. Σκέφτεσαι σαν οπαδός θρησκείας. Λατρεύεις την εικόνα του ανθρώπου με τον ίδιο τρόπο που οι πρωτόγονοι λάτρευαν κάποτε τα είδωλα. Η προσήλωσή σου σε αυτή σε εμποδίζει να δεις. Σε αντίθεση με σένα, εγώ γνωρίζω το είδος μου ενώ εσύ μόνο την εικόνα του», την αποστομώνει. Και μαζί καταγγέλλει την ανθρώπινη κατάσταση: «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Τα «Γυμνά Οστά» είναι ένα βιβλίο γεμάτο σκληρότητα και βία. Ένα βιβλίο για ένα ασαφές «μετά». Το μόνο όμως που το καθιστά ασαφές είναι η έλευσή του, όχι το περιεχόμενο και η κατάληξή του. Είναι όμως και ένα βιβλίο συναρπαστικό λόγω της μεστής αφήγησης του Παπαμάρκου και των εντυπωσιακών εικόνων τού Cob. Στον νου φέρνει όλη τη γενεαλογία του είδους, από τον «Φρανκενστάιν» και τον άνθρωπο-Θεό και Προμηθέα συνάμα μέχρι το «Existenz» του Κρόνενμπεργκ με την εικονική πραγματικότητα και τα οργανικής φύσης όπλα, και από τα αλλόκοτα πλάσματα του Druillet ή του Caza και τη δαιδαλώδη αρχιτεκτονική των Schuiten - Peeters μέχρι τα υβρίδια οργανικής και ανόργανης ύλης του πρόσφατου «Extinction». Με συνειδητές ή υποσυνείδητες τέτοιες επιρροές, οι Παπαμάρκος και Cob δεν παραμένουν στο επίπεδο των επιτυχημένων «tributes», αλλά προσθέτουν πολλές δικές τους πρωτότυπες εικόνες που θα αποτελούν ενδεχομένως μελλοντικές αναφορές άλλων καλλιτεχνών: τα σύμβολα των τεσσάρων Ευαγγελιστών (λιοντάρι, μόσχος, αετός και άνθρωπος) αλλά με τον άνθρωπο να είναι γυναίκα και όχι άντρας, τα ανθρωπόμορφα gargoyles που είναι πιο εφιαλτικά από αυτά με δαιμονικές φιγούρες, τα δέντρα από τα οποία ξεπηδούν ανθρώπινα μέλη (ή το αντίθετο;), οι αρχαιοελληνικοί ναοί που περιέργως δεν έχουν γκρεμιστεί, ένας «Άνθρωπος του Βιτρούβιου» που δεν υμνεί την ανθρώπινη ανατομία αλλά τη σύζευξη ανθρώπου - μηχανής, τα σάρκινα συμπλέγματα του Ντορέ από τη «Θεία Κωμωδία», ένας «Μυστικός Δείπνος» με 14 αντί για 13 συνδαιτυμόνες. Συνθέτοντας ένα βιβλίο που στο σύνολό του θα αποτελεί σημαντική αναφορά στο είδος και θα προσφέρει μια οδυνηρή απάντηση στο γιατί τα πράγματα έφτασαν ως εδώ: «Γιατί πιστεύαμε τόσο βαθιά στην αυταπόδεικτη ανωτερότητα του είδους μας που δεν πέρασε ποτέ από το μυαλό μας πως η μοναδική απειλή για την ανθρωπότητα ήταν η δική της ασυδοσία». Πηγή
  6. Το διήγημα που έμελλε να μετατρέψει τον θρύλο του Μπάτμαν σε μια καπιταλιστική φιγούρα, δεν είναι άλλο από το "ΑΝΤΙΟ ΜΠΑΤΜΑΝ" του Τάσου Θεοφίλου. Ένα διήγημα που επιλέγει να μιλήσει με ειλικρίνεια, και να αποδώσει ένα πολιτικό νόημα στον κόσμο της Γκόθαμ Σίτι... Το ολιγοσέλιδο διήγημα, γραμμένο το 2011 στη Λαμία, αποτέλεσε και ένα από τα τελευταία του Θεοφίλου πριν την προφυλάκισή του. Ο Τάσος Θεοφίλου βρέθηκε στη δίνη μιας από τις πιο πολύκροτες δικαστικές πλάνες των τελευταίων ετών. Κατηγορήθηκε για ανθρωποκτονία και συμμετοχή στην οργάνωση «Πυρήνες της Φωτιάς», στο Εφετείο –κι ενώ η υπόθεση του πήρε δημοσιότητα από αλληλέγγυους και Μέσα που διαπίστωσαν ότι το κατηγορητήριο έβριθε από κενά- αθωώθηκε. Έζησε πέντε χρόνια μέσα στη φυλακή, Δομοκό και Κορυδαλλό, όπου συνέχισε να γράφει καθημερινά. Ήδη ήταν γνωστός blogger ως Τάσσιος Θήτα το 2012. Ενώ ο Θεοφίλου ήταν ακόμα εντός των τεσσάρων τοιχών μιας φυλακής, ο Kanellos Kob παίρνει στα χέρια του αυτό το διήγημα, και με δική του πρωτοβουλία το μετατρέπει σε ένα 16-σελιδο κόμικ. Το έστειλε στον Θεοφίλου, έγιναν μερικές διορθώσεις στο κείμενο και ακολούθησε η έκδοση του άλμπουμ –λίγο καιρό μετά την αποφυλάκιση και αθώωση του Θεοφίλου- το 2018, από την εκδοτική Red n’ Noir. Το κόμικ έγινε τόσο ανάρπαστο, ώστε κέρδισε το βραβείο Κοινού στα ΕΒΚ το 2019. Να σημειωθεί πως όλη η παραγωγή του έγινε όσο ο Θεοφίλου ακόμα πάλευται για τη δικαίωσή του... Γιατί όμως τέτοια επιτυχία; Το «Αντίο, Μπάτμαν» μιλάει για τον Τζο Τσιλ, έναν φτωχό προλετάριο που κατάφερε να τρυπώσει στην έπαυλη του κυρίου Γουέην -εν μέσω μια δεξίωσης- ως σερβιτόρος. Να σημειωθεί πως ο Τζο Τσιλ όμως έχει καταλάβει πως ο Μπρους Γουέην και ο Μπάτμαν είναι το ίδιο άτομο. Απώτερος σκοπός; Να αποδομήσει αυτόν τον θρύλο. Καθώς προχωράει το κόμικ παρακολουθούμε τον μπάτμαν να τον απαγάγει ο τζο, και εκεί έχοντάς τον δεμένο, μετά από έναν διάλογο γεμάτο πόνο από τον τζο ως προς τον ήρωα που τον κατέστρεψε, τελειώνοντας (spoilers) στην δολοφονία του μπάτμαν, από όπλο. Ο Μπάτμαν στο συγκεκριμένο κόμικ αντιμετωπίζεται ως ένα κακομαθημένο κωλόπαιδο που έχει πάρει τον νόμο στα χέρια του. Μια φιγούρα που εκπροσωπεί την παντοδυναμία της αστικής τάξης. Κάποιος που ασκεί μια ακροδεξιάς υφής αντεγκληματική πολιτική. Που επιχειρεί να πάει το δόγμα Νόμος και Τάξη ένα βήμα παραπέρα. Ενσαρκώνει έναν ολόκληρο παρακρατικό μηχανισμό και εκφράζει το προνόμιο της αστικής τάξης στην αυτοδικία. Το κομικ αποτελεί έναν πολιτικό προβληματισμό του συγγραφέα, εξηγώντας ουσιαστικά τον πόνο που οφείλεται στις ταξικές αιτίες. Αιτίες που προκαλούνται από τον ίδιο τον Μπάτμαν. Γιατί εμείς ως αναγνώστες, ως θαυμαστές, τον κοιτάμε σαν θεό, αλλά παραβλέπουμε πολλές φορές την αλήθεια. Μια αλήθεια που η παιδική μας αφέλεια μας αποτρέπει από το να την αναγνωρίσουμε. Γιατί όπως πολύ σωστά αναφέρει και ο Τάσος Θεοφίλου, «Η Γκόθαμ Σίτι είναι μια δυστοπία». Η αποκατάσταση της αλήθειας είναι το «Αντίο, Μπάτμαν». Και πραγματικά δείχνει πως το καλλιτεχνικό πνεύμα μπορεί να εκφραστεί τόσο ψυχρά μέσα από μόνο 16 σελίδες. Προσωπικά, είναι το πιο explicit πολιτικό κόμικ των τελευταίων ετών, και σας το προτείνω ανεπιφύλακτα... Κείμενα & συνεντεύξεις γύρω από τον κόμικ: Διαβάζοντας την ποπ κουλτούρα με ταξικά γυαλιά - Smassing Culture Ο Σκοτεινός Ιππότης Κλείνει Τα 80 - Smassing Culture Ο Τάσος Θεοφίλου Λέει Αντίο Στον Μπάτμαν - Vice Συνέντευξη Τάσος Θεοφίλου - Comicdom Το site αφιερωμένο στον αγώνα ελευθέρωσης Θεοφίλου, με τον τίτλο Αντίο Μπάτμαν...
  7. Γυμνά Οστά: Το αριστουργηματικό νέο graphic novel του Δημοσθένη Παπαμάρκου και του Kanellos Cob Ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ συμβιώνουν στο μακρινό μέλλον, μετά το τέλος της ανθρωπότητας, και προσπαθούν να επιβιώσουν ένα (ελληνικό) τοπίο πλήρους καταστροφής. [Δική μου σημείωση: να έχετε υπόψη ότι το άρθρο περιέχει σπόιλερς. Προχωράτε με δική σας ευθύνη] Είναι ένας πλανήτης στο μέλλον, χιλιάδες χρόνια μετά, κατεστραμμένος, «αμετάκλητα απολεσθείς» για την ανθρωπότητα, κι ένας κόσμος έρημος, με τις ανθρωποφάγες μηχανές να κυριαρχούν. Μέσα εκεί ένας άνθρωπος και ένα ρομπότ αναπτύσσουν μια απρόσμενη, συμβιωτική σχέση για να αντιμετωπίσουν τη φρίκη της ραδιενέργειας και των άλλων μηχανών. Αυτό είναι το βασικό μοτίβο του αριστουργηματικού graphic novel Γυμνά Οστά που εμπνεύστηκε και έγραψε ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και σχεδίασε ο Kanellos Cob, το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Polaris. Αδίστακτοι κυνηγοί οι δυο τους και απελπισμένοι νεκροφάγοι σε ένα περιβάλλον όπου η επιβίωση είναι μια διαρκής άσκηση στη βία και τη σκληρότητα, συναντούν μια γυναίκα, απεσταλμένη της διαγαλαξιακής ομοσπονδίας, που έρχεται να τσεκάρει τι έγινε στη Γη και σταμάτησε κάθε ίχνος επικοινωνίας. Η επαφή μαζί της θα τους κάνει να αμφισβητήσουν την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων και θα τους φέρει αντιμέτωπους με κάτι που πίστευαν πως έχει οριστικά χαθεί – την ελπίδα. Το ελληνικό στοιχείο δηλώνεται και από τα υπερμεγέθη αγάλματα που δεν ξέρεις τι είναι –είναι θεοί, είναι ήρωες, σημαίνουσες προσωπικότητες; Απλώς βρίσκονται στο τοπίο και τα προσεγγίζουμε με τον ίδιο τρόπο που προσεγγίζουμε εμείς τα αρχαία σήμερα. Η έκπληξη στο ραντεβού για τη συνέντευξη είναι ότι είναι η πρώτη φορά που οι δυο τους συναντιούνται από κοντά μετά τον Φλεβάρη του 2020, που ξεκίνησε η αρχική ιδέα. Από τότε πέρασαν δύο καραντίνες δουλεύοντας το concept –ο καθένας από το σπίτι του‒ μέχρι και τον φετινό Απρίλιο, που ολοκληρώθηκε η δημιουργία του. Η έρευνα και η μελέτη της βιολογίας και της αρχιτεκτονικής είναι ξεκάθαρη στο κόμικ, ακόμα και αν δεν στο πουν. Τα πάντα είναι τόσο προσεκτικά τοποθετημένα στο σκίτσο και στα λόγια που είναι αδύνατο να τα προσέξεις με την πρώτη ανάγνωση. «Η ιδέα είχε ξεκινήσει από τον “Μπλε Κομήτη”», λέει ο Δημοσθένης, «αλλά εκεί υπήρχαν πολύ συγκεκριμένοι περιορισμοί. Επειδή ήταν σε επεισόδια, είχα κάνει σε αρκετά πράγματα εκπτώσεις όσον αφορά την έκτασή τους, οπότε έγινε σημαντική ανακαίνιση σεναρίου, και όταν αρχίσαμε να δουλεύουμε με τον Κανέλλο, το ξαναφτιάξαμε από την αρχή». «Του είπα ότι πάμε προς τη γαλλική σχολή στο σχέδιο, προς Moebius, για να καταλάβει και την αισθητική που είχα στο μυαλό μου. Και τα βρήκαμε» συνεχίζει ο Κανέλλος. «Αυτό βοήθησε στο να γίνουν γρήγορα πολλά πράγματα, γιατί αμέσως καταλάβαμε πλήρως τι είναι τι. Ακόμα και κάποια concepts που δεν τα είχαμε τελειώσει σχετικά με το τι είναι αυτή η τεχνολογία, πώς δουλεύει». Kanellos Cob και Δημοσθένης Παπαμάρκος. Φωτ.: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO — Πού διαδραματίζεται; Δ.Π.: Στο μυαλό μου είχα τη δική μας γη, περισσότερο γιατί με βοηθούσε στις αναφορές. Η γεωγραφία όπου κινούνται οι ήρωες είναι κάπου μεταξύ Πελοποννήσου, Μυκηνών και Δελφών. Με βοηθούσε να το έχω στο μυαλό μου έτσι, και για το κομμάτι το αισθητικό, και για το κομμάτι το πρακτικό, δηλαδή για την αλληλουχία των ημερών στον χρόνο της αφήγησης. Συν το ότι είχαμε πει απ’ την αρχή ότι θέλουμε να διαδραματίζεται σε ελληνικό τοπίο, με πολύ φως, ξεραΐλα, θάλασσα. Θέλαμε να βλέπεις τον ναό στο Σούνιο και να αναρωτιέσαι, να είναι ανοιχτό στην ερμηνεία γενικά. K.C.: Ο Δημοσθένης μού είπε: «Το φαντάζομαι σε μια Ελλάδα δύο χιλιάδες χρόνια από τώρα», που σημαίνει ότι έχεις χτίσιμο και γκρέμισμα πολιτισμών γενικότερα σε όλη αυτήν τη διάρκεια, αλλά τα στοιχεία που χρησιμοποίησα ήταν κάτι πιο εξελιγμένο, που να θυμίζει κάπως την Ελλάδα. Και αυτό είναι που σε κάνει να αναρωτιέσαι, είναι δεν είναι; Δ.Π.: Είναι ένας κόσμος με επάλληλες στρώσεις πολιτισμών και το κομμάτι της μνήμης, τι είναι αρχαίο και τι παλιό, είναι λίγο μπερδεμένο, οπότε, στον κόσμο των Γυμνών Οστών όλη η αρχαιότητα είναι το δικό μας σήμερα. Η δική μας αρχαιότητα είναι κάτι τελείως ξεχασμένο. Ήθελα να πάρουμε στοιχεία από την αρχαιότητα και να τα αναπλάσουμε ελεύθερα, όπως κάνουν οι τάσεις του νεοκλασικισμού, του αρ νουβό κ.λπ. Κάπου στο μακρινό μέλλον μια αρχιτεκτονική μόδα έχει επιστρέψει, αλλά δεν είναι και ακριβώς όπως την ξέρουμε. Γι’ αυτό υπάρχουν στοιχεία μπρουταλισμού στην αρχιτεκτονική και αρ νουβό. K.C.: Στο αρχιτεκτονικό κομμάτι ο μπούσουλάς μου ήταν ο μπρουταλισμός, τσιμέντο, υπερκατασκευές και μετά, για να δώσουμε το ελληνικό στοιχείο χωρίς να είναι ακριβώς αυτό, έπαιξαν ένα συνονθύλευμα από αρ νουβό και αρχαία ελληνικά μοτίβα για να βγει κάτι καινούργιο. Δ.Π.: Είχα πάει στη Νέα Υόρκη τον Μάρτη του 2020 και του έστελνα φωτογραφίες από κτίρια, μου είπε «εκεί είμαι». Ήταν φοβερό γιατί συμπέσαμε σε αυτό το κομμάτι. Το άλλο που έχει κάνει ο Κανέλλος είναι ότι ενέταξε μεγάλα κεφάλια ή αγάλματα στο τοπίο και επειδή ο κόσμος δεν έχει ζώα, έχει μόνο φυτά, τεράστια φυτά και ερείπια, μου λέει «σκέφτομαι να υποδηλώσω την παρουσία των ζώων με αγάλματα». Δηλαδή, πρόκειται για έναν πολιτισμό που εκτιμά την εξαφανισμένη πανίδα με όρους σχεδόν θρησκευτικούς. Το ελληνικό στοιχείο δηλώνεται και από τα υπερμεγέθη αγάλματα που δεν ξέρεις τι είναι ‒ είναι θεοί, είναι ήρωες, σημαίνουσες προσωπικότητες; Απλώς βρίσκονται στο τοπίο και τα προσεγγίζουμε με τον ίδιο τρόπο που προσεγγίζουμε εμείς τα αρχαία σήμερα. Μετά, θέλαμε να παίξουμε και με την ποπ κουλτούρα και βάλαμε μια τοιχογραφία του David Dowie, που έχει θεοποιηθεί 2000 χρόνια μετά, ή τον Βελουχιώτη. Θυμάμαι, μου στέλνει ένα μήνυμα και μου λέει «πες μου τρία πρόσωπα που θα ’θελες να δεις στο κόμικ, τα τρία που σου έρχονται τώρα στο μυαλό», και του απαντάω «Tesla, Βελουχιώτης, Bowie» ‒ και τους έβαλε και τους τρεις! K.C.: Είναι μικρές λεπτομέρειες στις οποίες δίνω πάντα έμφαση. Για μένα είναι πολύ σημαντικό να υπάρχει στην εικόνα η λεπτομέρεια που δεν τη βλέπεις με την πρώτη, αλλά σε προκαλεί να βολτάρεις σε αυτήν. Υπάρχει πολλή συμμετρία, μοτίβα που επανέρχονται και δένουν και την ιστορία, π.χ. αυτά που βλέπει ο άντρας στο όνειρο με τα Χερουβείμ τα βλέπει και στην επίσκεψη στην πόλη, τα ίδια στοιχεία. Είναι τελείως ρεαλιστική τεκμηρίωση, εξηγείται γιατί βλέπει αυτό το όνειρο. — Βλέπουμε δύο οντότητες που συμβιώνουν, έναν άνθρωπο και ένα ρομπότ, αλλά τι έχει συμβεί στον κόσμο; Δ.Π.: Ο κόσμος τεχνολογικά και πολιτισμικά είναι πολύ ανεπτυγμένος, ανήκει σε μια διαπλανητική συνομοσπονδία, η οποία είναι εμπορική λίγκα, μια υπερκαπιταλιστική διαπλανητική ομοσπονδία όπου όλα μετριούνται με το χρήμα. Κάθε πλανήτης είναι αυτόνομος ουσιαστικά, υπάρχουν κάποιοι κοινοί θεσμοί, αλλά μέχρι εκεί. Το κομμάτι artificial intelligence, ρομπότ, έχει προχωρήσει πάρα πολύ, αλλά αυτό που δεν καταφέρνουν να διακρίνουν είναι ότι δεν έχουν λυθεί τα θέματά τους, γι’ αυτό καταλήγουν σε έναν παγκόσμιο πυρηνικό πόλεμο. Οπότε ο πλανήτης καταστρέφεται, ερημώνονται σχεδόν τα πάντα, εξαφανίζεται η πανίδα, εξαφανίζεται το 98% του ανθρώπινου πληθυσμού και πολύ σημαντικό ρόλο στην ερήμωση παίζει το ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου καταφεύγουν στις μηχανές, σε σκελετούς που έχουν φτιάξει και είναι σαν ρομπότ, ακριβώς για να μπορέσουν να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρις εσχάτων. Όλος ο πλανήτης γίνεται ραδιενεργή ζώνη και, αντί να τα παρατήσουν και να φτάσουν σε εκεχειρία, για να μην εξαφανιστούν, χρησιμοποιούν τις μηχανές ώστε να συνεχίσουν τον πόλεμο μέχρι τέλους. Εκεί γίνεται το ατύχημα που περιγράφεται στο κόμικ και αυτό που είχε ξεκινήσει με τον πυρηνικό πόλεμο το τελειώνουν οι μηχανές, εξαφανίζουν την υπόλοιπη ανθρωπότητα. Δέκα χρόνια μετά δεν υπάρχει τίποτα, όσοι άνθρωποι είχαν απομείνει απ’ την καταστροφή έχουν φαγωθεί σχεδόν όλοι από τα ρομπότ. Οι μηχανές έχουν μια ευφυΐα, αλλά δεν είναι αντίστοιχη της ανθρώπινης και δεν δημιουργούν δικό τους πολιτισμό. Είναι σαν άγρια ζώα, γιατί δεν αποκτούν πολιτισμό, συνείδηση κ.λπ. και δεν λύνουν το θέμα της ενέργειας, οπότε κυνηγούν ανθρώπους και τρέφονται από αυτούς, γιατί προ καταστροφής είχαν σχεδιαστεί να παίρνουν ενέργεια από το ανθρώπινο σώμα. Tα «Γυμνά Oστά» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Polaris. — Και οι άνθρωποι είναι κανίβαλοι. Δ.Π.: Αυτό το βλέπουμε κυρίως στον κεντρικό χαρακτήρα. Στον οικισμό π.χ. δεν δείχνουμε με ποιον τρόπο λειτουργεί αυτή η κοινωνία. Η σκέψη ήταν ότι είναι vegetarian, αφού δεν υπάρχει πανίδα, άρα έχουν εξελίξει και τα χωράφια, τα οποία δεν τα δείχνουμε όμως, γιατί θα ήταν πάρα πολύ επεξηγηματικό. Η τεχνολογία, ωστόσο, είναι τόσο αναπτυγμένη, που μπορούν να έχουν συνθετικό κρέας, συνθετικές τροφές κ.λπ., οπότε το θέμα της τροφής το έχουν λυμένο. Όσοι είναι εκτός οικισμού αφήνουμε να εννοηθεί ότι έχουν εξαφανιστεί ακριβώς επειδή δεν υπάρχουν πόροι. Δεν αναφέρουμε αν υπάρχουν επιζώντες και πώς τα έχουν καταφέρει. Αλλά ο κεντρικός χαρακτήρας έχει επιλέξει να τρώει ό,τι πετάει το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., αυτή είναι και η συμφωνία που έχουν κάνει. Το ρομπότ τρώει τον άνθρωπο που πιάνει και όταν τελειώσει μαζί του, αυτός πλέον δεν έχει συνείδηση, λογική, καμία σωματική λειτουργία, και ο άνθρωπος που συμβιώνει με το ρομπότ τρώει αυτό το απόρριμμα. K.C.: Στην ουσία αυτό είναι και το φιλοσοφικό ερώτημα που θέτει ο Δημοσθένης: τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τη σκέψη, αν παραμένει άνθρωπος χωρίς τη λογική και τη συνείδηση. — Το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. θεωρεί τον εαυτό του ένα διαφορετικό είδος, ότι είναι εξελιγμένος οργανισμός. Δ.Π.: Ναι, ακριβώς, αυτή είναι η διαφορά του, ότι έχει ξεφύγει από το καθαρό ένστικτο κι έχει αναπτύξει ένα είδος ευφυΐας και συνείδησης. Παίζω πολύ με το μοτίβο της εξέλιξης, ότι έχουμε τις αρχικές μηχανές Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., οι οποίες έχουν μια στοιχειώδη νοημοσύνη, κυρίως υποστηρικτική για τον πιλότο. Μετά υπάρχει μια σύζευξη, μια συγχώνευση της ανθρώπινης με την τεχνητή νοημοσύνη και αυτό που παράγεται είναι μια νέου τύπου νοημοσύνη, η οποία όμως στο σύνολό της είναι μικρότερη από το άθροισμα των μελών της. Και απ’ αυτά τα υβρίδια έχουμε την εξέλιξη του Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ., που είναι πρωταγωνιστής στο κόμικ. Και μάλλον θα είναι και το τελευταίο του είδους του, γιατί ούτε αυτό έχει λύσει το θέμα της ενέργειας. Και οι δύο χαρακτήρες κινούνται μέσα στον κόσμο με τη βεβαιότητα του θανάτου. — Όλος ο κόσμος βαδίζει προς τον θάνατο. Τα Β.Α.Κ.Χ.Α.Ι. τι είναι; Δ.Π.: Είναι τα κακά ρομπότ, οι μηχανές από τις οποίες ξεκίνησε το κακό. Δηλαδή ήταν τα πρώτα στα οποία εμφανίστηκε η «μετάλλαξη» της νοημοσύνης τους, που μπερδεύτηκε με τη νοημοσύνη των πιλότων τους. Και μετά, με όρους ιού, μεταδόθηκε και στις υπόλοιπες μηχανές. Οπότε, είναι κάπως ο ασθενής μηδέν. — Η γυναίκα από πού έρχεται; Δ.Π.: Είναι απεσταλμένη της διαπλανητικής ομοσπονδίας της, που έχει κάποιους θεσμούς ομοσπονδιακούς, κάτι σαν στρατό, και προέρχεται από ένα φυλάκιο-παρατηρητήριο εκτός πλανήτη, το οποίο είναι και ένας σύνδεσμος του πλανήτη με την συνομοσπονδία. Έρχεται να τσεκάρει γιατί εδώ και πολύ καιρό δεν λαμβάνουν σήματα απ’ τον πλανήτη. Είναι σαν μια Ευρωπαϊκή Ένωση πολύ αποκεντρωμένη, όπου δεν υπάρχει πάντοτε δυνατότητα άμεσης επικοινωνίας και ξαφνικά υπάρχει μια τρύπα, δηλαδή εξαφανίζεται μια χώρα και δεν δίνει σήμα, εν υπάρχει επικοινωνία κανενός τύπου. Στέλνουν ανιχνευτές να δουν τι συμβαίνει. Ελέγχουν ένα ολόκληρο ηλιακό σύστημα. — Είναι η μοίρα μας η καταστροφή; Δ.Π.: Είναι μια πιθανή μοίρα. Είναι σίγουρα το πιο απαισιόδοξο σενάριο, αλλά με ενδιέφερε πολύ αυτό. Υπάρχει διάχυτη αισιοδοξία πως ό,τι και να γίνεται, στο τέλος θα τα καταφέρουμε. Στα Γυμνά Οστά είναι η άλλη όψη του νομίσματος, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν τα καταφέρνουμε. Κι όπως άλλα είδη ζώων έχουν εξαφανιστεί για διάφορους λόγους, έτσι μπορεί να εξαφανιστεί και ο άνθρωπος. Βλέπεις την αλαζονεία στον δυτικό κόσμο, που έχει μεγάλη πίστη στις δυνάμεις του και στα επιτεύγματά του, πως ό,τι και να συμβεί μπορούμε να το διορθώσουμε. Για παράδειγμα, καταρρέουν τα οικοσυστήματα και λες ότι σε πέντε χρόνια θα τα έχουμε επαναφέρει, που δεν ισχύει. Ξεφεύγει μια σύγκρουση ακριβώς επειδή καμία πλευρά δεν έχει υπολογίσει ότι μπορεί να συμβεί το ατύχημα, αφού αφήνεται στα χέρια ανθρώπων που δεν μπορούν να συνεννοηθούν τελικά. Αυτό που κάποια στιγμή λέει το κείμενο, ότι η μεγαλύτερή μας αρετή είναι να αντιμετωπίζουμε την πρόκληση και κάθε αντιξοότητα και πουσάρουμε προς το μέλλον, είναι αυτό που τελικά καταστρέφει τον κόσμο, γιατί, ουσιαστικά, όταν γίνεται ο πυρηνικός πόλεμος, αντί να πούνε «το τερματίσαμε», λένε «όχι, είναι μία ακόμα δυσκολία που θα την ξεπεράσουμε. Θα συνεχίσουμε τον πόλεμο». Γιατί αυτοί δεν πλήττονται στο πρώτο κύμα, έχουν το προνόμιο της άνεσης. Για μένα το κόμικ έχει απόλυτα πολιτικό statement. — Έχεις κόλλημα από μικρός με το sci-fi, Δημοσθένη, από την «Αδελφότητα του Πυριτίου»… Δ.Π.: Είναι παλιά λόξα το sci-fi και μόνο εδώ το θεωρούμε παραείδος. Στην Ελλάδα πάει στο fantasy, κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που είχα να αντιμετωπίσω, γιατί στη γλώσσα ξαφνικά έπρεπε να διαχειριστώ ορολογία, που δεν υπάρχει εδώ. Δεν υπάρχει παράδοση και δεν μπορώ να πάρω όρο που έχει χρησιμοποιήσει κάποιος το 1960 στο μυθιστόρημά του, έτσι έπρεπε να εφεύρω τους όρους, για να μη δανειστώ από αγγλικούς, που πάλι παρέπεμπαν σε άλλα διακείμενα, σε άλλες αναφορές. Και ήταν δύσκολο, γιατί έπρεπε να έχουν και λογική και να είναι και επιστημονικοφανείς, να σου δημιουργούν την αίσθηση ότι υπάρχει μια τεχνολογία που, με βάση αυτά που ξέρουμε σήμερα για τις πιο προωθημένες τεχνολογίες, θα μπορούσε να είναι αληθινή. K.C.: Η στολή της γυναίκας που έρχεται από έναν άλλο πλανήτη που δεν ξέρουμε ήταν κάτι που συζητήσαμε πολύ. Είναι τεχνολογία που δεν ξέρουμε τι είναι. Παίξαμε με τη νανοβιοτεχνολογία κάπως και το αποτέλεσμα είναι μια στολή που είναι σαν ένα μίγμα που την περιλούζει. Έπρεπε να σκεφτεί κάποιον όρο γι’ αυτό το πράγμα ο Δημοσθένης, και την ονόμασε φαοδερμίδα. Είναι σαν ένα δεύτερο δέρμα. Και μετά, οι ελληνικοί όροι που προέκυπταν ήταν μεγάλοι, μεγάλες λέξεις που είναι πολύ δύσκολο να χωρέσεις στο κόμικ. Δ.Π.: Πρέπει να προσέξεις τέσσερα πράγματα στο κόμικ: να βγάζει νόημα η ιστορία, να υπάρχει διαφορετικό ύφος από πρόσωπο σε πρόσωπο, να υπάρχει μια σχετική συντομία στην έκφραση και, το τέταρτο, να υπάρχει ορολογία επιστημονικής φαντασίας. Ήταν εξίσωση με τέσσερις αγνώστους τα Γυμνά Οστά και το κείμενο το δούλευα μέχρι δύο εβδομάδες πριν το στείλουμε στο τυπογραφείο. Έκοβα για την οικονομία έκφρασης μέχρι την τελευταία στιγμή. K.C.: Εγώ έχω πάντα στο μυαλό μου ένα κόμικ χωρίς καθόλου λόγια και βρήκαμε μια μέση λύση, να αφηγηθούμε πολλά πράγματα μόνο με την εικόνα. Αλλιώς γίνεται μυθιστόρημα η φάση. — Στο τέλος το ρομπότ λέει γυναικείο όνομα. Ήταν εσκεμμένο αυτό; Δ.Π.: Αρχικά είχε αντρικό όνομα, γιατί στον «Μπλε Κομήτη» είχε ένα στένσιλ του Δράκουλα και το έλεγα Βλαντ. Ήταν αρσενικό. Ο Κανέλλος, όμως, μου λέει «θέλω να το κάνω με φτερά, θα το πούμε Λόλα». Λίγο πριν από το τέλος συνειδητοποίησα ότι είχαμε έναν οργανισμό, ένα περίπου cyborg, το οποίο αποκτάει συνείδηση και η συνείδηση είναι το κλασικό πατριαρχικό μοντέλο ‒ο Θεός είναι άντρας‒, το οποίο υπονόμευε όλο το ιδεολογικό υπόστρωμα του τι είναι συνείδηση, πώς αποκτιέται, πώς διαμορφώνεται, γιατί εμφανίζεται, αν εξελίσσεται. Το κόμικ δεν δίνει απάντηση, περισσότερο είναι μια διερεύνηση αυτών των ερωτημάτων και μου φάνηκε πολύ φυσιολογικό σε όλο το έργο το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. να είναι ουδέτερο για όλους τους άλλους, γιατί δεν έχει αποκαλύψει τι είναι. Στο τέλος, όμως, που πρέπει να σβήσει τα πάντα, μας αποκαλύπτει ότι είναι γυναίκα. K.C.: Mου πήρε πολύ χρόνο να φτιάξω το ρομπότ και όταν το έφτιαξα άρχισα να το βάζω και σε άλλες συνθήκες γενικά, π.χ. ως drag queen, και κάψιμο στο κάψιμο έγινε Λόλα, κάπως. Και καταλήγει όντως να λέγεται Λόλα στο τέλος. Στο τελικό pdf ήταν Λόλα και λίγο πριν πάμε τυπογραφείο άλλαξε όνομα και έγινε Τσιφόνη. Μου άρεσε πάρα πολύ αυτή η λογική, να είναι γυναίκα, γιατί πατάει στις θεωρίες της Τζούντιθ Μπάτλερ όσον αφορά το βιολογικό και το κοινωνικό φύλο, όπου ένα ον, από τη στιγμή που αποκτά συνείδηση, έχει δικαίωμα να επιλέξει και το φύλο του, οπότε γιατί να μην είναι θηλυκό; Και μιλάμε και για άλλη τάξη συνείδησης, δεν έχει ανθρώπινη συνείδηση το Θ.Ω.Ρ.Α.Κ.Σ. Και το γεγονός ότι επιλέγει θηλυκό όνομα είναι κάτι τελείως ξένο για μας. Έχουμε κάτι το οποίο είναι τελείως διαφορετικό από αυτό που ξέρουμε εμείς ως προς το πώς σκέφτεται, το πώς αντιλαμβάνεται τον κόσμο, το πώς αντιλαμβάνεται τον εαυτό του, άρα γιατί να μην ξεφεύγει από κάθε είδους στερεότυπο και προκάτ σκέψη; Επειδή θέτει ερωτήματα και τα ερευνά, ανάλογα με την κοινωνική ομάδα στην οποία ανήκεις, βρίσκεις και αντικρίσματα πάνω σ’ αυτό. Ακόμα και το όνειρο με τα Χειρουβείμ το είδα σε ένα μεταβατικό στάδιο: έχεις ένα πράγμα που δεν έχει φύλο και ανοίγει σιγά-σιγά, μεταμορφώνεται και γίνεται γυναίκα. Ο καθένας θα το δει αυτό με τον δικό του τρόπο… Η εικονογράφηση είναι από σελίδες του κόμικ και αποκλειστικά σχέδια από τις δοκιμές του Kanellos Cob. Πηγή
  8. Γροθιά στο στομάχι Δ. Παπαμάρκος Μικέλα Χαρτουλάρη Ο Δημοσθένης Παπαμάρκος συγγραφέας του «Γκιακ» συνυπογράφει με τον Kanellos Cob το graphic novel «Γυμνά οστά», που προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού. «Οι μηχανές, ακόμα και μετά από όλα αυτά τα χρόνια, είναι ανίκανες να συναγωνιστούν την ανθρωπότητα στην ευχέρειά της για αδικαιολόγητη βία. Δεν είναι στη φύση τους, σε αντίθεση με μας». Το λέει ένας σκληροτράχηλος άντρας που έχει χάσει το ένα μάτι του στη μάχη. Ενας άντρας χωρίς όνομα, που τρέφεται με υπολείμματα ανθρώπων ή μάλλον με μάζες ύλης που προέρχονται από αλλοτινούς πιλότους μηχανών, οι οποίες έσπερναν τον θάνατο σε ανθρώπους. Το λέει σε μια γυναίκα σταλμένη στη Γη από μια συνομοσπονδία πλανητών που συνεργάζονται σε ένα «μερκατοκρατικό» (sic) επίπεδο, με αποστολή να ανιχνεύσει το πώς θα μπορέσουν να οικειοποιηθούν την υψηλή τεχνολογία διάδρασης ανθρώπων και μηχανών για την οποία ξεχωρίζει αυτός ο πλανήτης. Τη συνέλαβαν μακριά από το διαστημόπλοιό της, ο άντρας μαζί με το «Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ» (sic) με το οποίο εκείνος συνεργάζεται. Σ’ αυτό αναφέρεται όταν της μιλά για «μηχανές»: στον τεράστιο «εξωσκελετό» (sic), την ενεργό πανοπλία που κινείται πια χωρίς πιλότο έχοντας αποκτήσει αυτόνομη συνείδηση. Έχει προηγηθεί ένας θερμοπυρηνικός παγκόσμιος πόλεμος, η βλάστηση είναι οργιώδης και έχει τυλίξει τα τσιμεντένια κτίρια και τα ερείπια των πιο αρχαίων πολιτισμών, τον Ναό του Ποσειδώνα, τον τάφο του Ατρέα, τις ανατιναγμένες πόλεις, τα πυρηνικά απόβλητα και τις κατεστραμμένες φονικές μηχανές. Αυτές, που ήταν τόσο εξελιγμένες ώστε έπαιρναν ενέργεια από τους πιλότους τους… Το τοπίο είναι απειλητικό, και οι δυο τους, για το αμοιβαίο όφελός τους, έχουν γίνει κυνηγοί των κυνηγών τους. Καλώς ήρθατε στα Γυμνά οστά, το graphic novel-γροθιά στο στομάχι που συνυπογράφουν δύο ανήσυχοι 40άρηδες: ο Δημοσθένης Παπαμάρκος και ο Kanellos Cob (εκδ. Polaris). Ο ιστορικός της ελληνιστικής αρχαιότητας, βραβευμένος πεζογράφος και σεναριογράφος, μαζί με τον γεννημένο στην Αθήνα, σπουδαγμένο συντηρητή αρχαιοτήτων και βραβευμένο κομίστα που σταδιοδρομεί στη Γαλλία, δημιούργησαν ένα μυθιστόρημα-σε-εικόνες, που μπορεί να διεκδικήσει διεθνή καριέρα τόσο για το εικαστικό όσο και για το θεματικό ειδικό βάρος του. Το βιβλίο τους, σε ιδέα και σενάριο του Παπαμάρκου, προβάλλει στο μέλλον τον εφιάλτη του παγκόσμιου παραλογισμού που γιγαντώνεται σήμερα με τη σκυταλοδρομία των εξοπλισμών, με την ακόρεστη δίψα για οικονομική εξουσία, με τη συνεχιζόμενη καταστροφή των βιότοπων του πλανήτη, αλλά όχι μόνο. Γιγαντώνεται πρώτα με την απαξίωση, τον ευτελισμό, την περιφρόνηση, την αδιαφορία, τον απενοχοποιημένο κυνισμό για τους πληθυσμούς των ανθρώπων που αντιμετωπίζονται ως αναλώσιμοι. Και δεν είναι μόνο οι μεταναστευτικές ροές, είναι και οι μικροκοινότητες των μεγαλουπόλεων που δεν χωρούν στα σχέδια των κυρίαρχων. Το graphic novel των Παπαμάρκου και Cob ζωντανεύει, με υποδειγματική οικονομία στον λόγο, αυτή την ήδη διαφαινόμενη δυστοπία περιγράφοντας μια πορεία θανάτου σε ένα τοπίο θανάτου. Έτσι, τα Γυμνά οστά διασταυρώνονται με τη συλλογή διηγημάτων Γκιακ ( Αντίποδες 2014, Πατάκης 2020) του Παπαμάρκου, που εμπνεόταν από την αιματηρή προέλαση του ελληνικού στρατού στη Μικρά Ασία, όπως διασταυρώνονται και με την ομηρική «Νέκυια» της Οδύσσειας. Όμως τώρα, σε τούτο το μελλοντολογικό τοπίο για το οποίο ευθύνεται η δική μας εποχή, κανένας χαρακτήρας, μα κανένας, δεν είναι «καλός». Και δεν ξέρουμε εάν κάποιος από τους βασικούς τρεις θα προλάβει, ούτε εάν θα θελήσει ή εάν θα μπορέσει να κάνει κάποτε κάτι καλό. Και ποιο θα είναι εκείνο; Η προσπάθεια βελτίωσης αυτού του μετα-κόσμου ή η ανατροπή του; Άνθρωποι σαν μπαταρίες «Ήθελα να διερευνήσω την πιο σκοτεινή πλευρά της ανθρωπότητας» εξηγεί στην «Εφ.Συν.» ο Παπαμάρκος. «Λέμε ότι η αρετή του ανθρώπινου είδους είναι η θέληση να αίρεται στο ύψος του απέναντι σε κάθε αντιξοότητα. Ο πλανήτης έχει φτάσει στα όριά του, το βλέπουμε. Αλλά αντί να αναθεωρήσουμε το μοντέλο ζωής μας, αναζητάμε νέα εργαλεία για να το προστατέψουμε. Αντί να πούμε ένα «στοπ» στην ανάπτυξη σπρώχνουμε ολοένα πιο μακριά τα όριά της. Αντί να σταματήσουμε τους πολέμους, αναζητάμε την τεχνολογία που θα μας επιτρέψει να τους κάνουμε από μακριά. Στα Γυμνά οστά έχει γίνει ένας ολοκληρωτικός πόλεμος, τα πεδία μάχης είναι τόσο ραδιενεργά που οι στρατιώτες και οι γύρω πόλεις πεθαίνουν. Αλλά η απάντηση είναι η “Θωράκιση οπλίτη ραδιοανθεκτικού κατάφρακτου συντάγματος”: τα Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ. Μάλιστα όταν οι πιλότοι-“εταίροι” (sic) τους θα εμφανίσουν μετατραυματικό στρες, αυτά θα “βελτιωθούν” τεχνολογικά ώστε να αποκτήσουν μεγαλύτερη αυτονομία στον εγκέφαλό τους: μια νοημοσύνη επικουρική της ανθρώπινης που θα τους επιτρέπει την πράξη -όχι την απόφαση- του φόνου. Ώσπου από ένα ατύχημα προκύπτει ένα υβρίδιο ανθρώπινης και τεχνητής νοημοσύνης. Οπότε αποχαλινώνονται. Αντιμετωπίζουν κάθε ανθρώπινη μορφή ζωής σαν “μπαταρία”. Ό,τι έχει απομείνει από την ανθρωπότητα το κυνηγούν για να το καταναλώσουν. Με εξαίρεση το Θ.Ο.ΡΑ.Κ.Σ στο πρωταγωνιστικό μου δίδυμο, που είναι προϊόν κάποιας μετάλλαξης. Ωστόσο ούτε αυτό το δίδυμο πιστεύει πως υπάρχει σωτηρία σ’ αυτόν τον πλανήτη όπου όλοι αλληλοτρώγονται». Αλλά τα πράγματα είναι ακόμα πιο σύνθετα. Όχι μόνο επειδή υπάρχει το μάτι της συνομοσπονδίας των άλλων πλανητών που στέλνουν την κοπέλα-«πρόσκοπο» (sic) με τον… Ευρωστρατό τους για να αντλήσουν οφέλη (εδώ, τεχνογνωσία) ακόμη και από μια ολοκληρωτική καταστροφή. Κάπου κρυμμένη υπάρχει και η ελίτ που ποτέ δεν μένει άπραγη. Είναι οι «τεχναριστοκράτες» (sic) που διέφυγαν τις τελευταίες μέρες της σύγκρουσης στην κοιλάδα των Δελφών(!) με επίσημη δικαιολογία να επιχειρήσουν την ανοικοδόμηση. Στην πραγματικότητα όμως για να κατασκευάσουν ένα διαστημόπλοιο και να σωθούν μόνοι τους. Εδώ το πολιτικό σχόλιο του συγγραφέα είναι εύγλωττο. Άρα; Άρα η συνέχεια επί… του graphic novel και επί των εικόνων του Κανέλλου Μπίτσικα (Kanellos Cob), που «μιλούν» με αφηγηματική δύναμη, με φοβερή βία και με καθηλωτική ποιητικότητα. Ο Γιάννης Κουκουλάς, που αναδεικνύει την «9η Τέχνη» των κόμικς στο εβδομαδιαίο καρέ καρέ της «Εφ.Συν.», θα έχει κι άλλα πολλά να πει. Φιλοσοφικά ερωτήματα «Το σενάριο για τα Γυμνά οστά τελείωσε πριν από την πανδημία και κατά κάποιο τρόπο επιβεβαιώνει την ευθύνη της ανθρωπότητας για όσα συμβαίνουν στον πλανήτη» σχολιάζει ο Παπαμάρκος. «Ακόμη και το εμβόλιο του Covid έγινε μπίζνα». Πράγματι, αυτό το βιβλίο διαβάζεται απνευστί σαν δυσοίωνη περιπέτεια κανιβαλισμού με μεγάλες δόσεις σασπένς και εντυπωσιακή ατμόσφαιρα. Αλλά στο τέλος επικρατούν τα φιλοσοφικά ερωτήματα που ακουμπάνε με νύξεις στη χριστιανική εξόδιο ακολουθία όσο και στην ελληνική μυθολογία με αναφορά στις Ερινύες κ.ά. Ο Παπαμάρκος, με χαρακτήρες που δεν ξέρουμε σε ποιο βαθμό είναι άνθρωποι και σε ποιο φονικές μηχανές, μας εισάγει σε έναν μελλοντικό κόσμο όπου επικρατεί η ανωνυμία και η ισονομία του θανάτου και όπου κάθε στοιχείο πολιτισμού έχει ακυρωθεί. Και μας προκαλεί να στοχαστούμε την εμπλοκή μας στην οικοδόμησή του και να θέσουμε ερωτήματα όπως: «τι κάνει τον άνθρωπο;» ή «εάν αυτό είναι ο άνθρωπος, τότε;» Είναι χαρακτηριστικό το ότι τα Γυμνά οστά δεν υιοθετούν το μοτίβο της επανάστασης των μηχανών-που-αποκτούν-συνείδηση, μοτίβο κλασικό πλέον στην επιστημονική φαντασία, αλλά αντλούν στοιχεία από τον μύθο των ζόμπι. Επίσης ότι πλάθουν ένα δικό τους λεξιλόγιο και παράλληλα εισάγουν τις ελληνικές αρχαιότητες σαν αρχιτεκτονικό μοτίβο που υπαινίσσεται τη συγχρονία της Ιστορίας. Διότι το αύριο συγκατοικεί ήδη με το χθες. Πηγή
  9. Πρόκειται για το 3ο κόμικ της σειράς "Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ "από εκδόσεις Polaris, μετά από τον "Ερωτόκριτο" και "Τα μυστικά του Βάλτου", με πρώτη έκδοση το Νοέμβριο 2019. Έτος 1880. Ο Ζητιάνος κατ' επάγγελμα Τζιριτόκωστας, καταφτάνει στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας, μαζί με ένα ημιπαράλυτο παιδί φορτωμένο σ' ένα γαϊδούρι. Εκλιπαρεί για ελεημοσύνη τους κατοίκους του χωριού και εκμεταλλεύεται την αφέλειά τους και τις δυσιδαιμονίες τους προς όφελός του, οδηγώντας τους στην καταστροφή, μέσα σε λίγες μέρες. Δεν είχε τύχει να διαβάσω το μυθιστόρημα του Καρκαβίτσα. Νομίζω όμως, ότι η μεταφορά του σε κόμικ, με έμπασε αρκετά στο κλίμα του έργου του. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε μια εποχή μετάβασης της Θεσσαλίας, από την Οθωμανική κυριαρχία στο Ελληνικό κράτος, σε ένα περιβάλλον δύσκολων συνθηκών για τους αγρότες, κατοίκους του χωριού, καθώς οι διαπραγματεύσεις των νέων κρατικών φορέων με τους Οθωμανούς πρώην άρχοντες δεν λαμβάνουν υπόψιν την ευημερία των κατοίκων, που ζουν σε πολύ κακές συνθήκες - κι αυτό δεν αναμένεται να αλλάξει. Ο Καρκαβίτσας κάνει καυστική κριτική στα κακώς κείμενα των καιρών του μέσα από μια πολύ δυνατή, σκοτεινή ηθογραφία, που μπορώ να πω ότι μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Όλοι οι χαρακτήρες είναι γκρι. Δεν υπάρχουν καλοί και κακοί, μόνο άνθρωποι στα όρια της επιβώσής τους, πολύ κοντά στα ζωώδη ένστικτά τους, που θα κάνουν οτιδήποτε για να επιβιώσουν. Δεν είναι ο Ζητιάνος ο Κακός ανάμεσα σε Καλούς, είναι απλά ο χειρότερος, ο πιο ισχυρός, ο πιο πονηρός χαρακτήρας, ο χωρίς ενδοιασμούς, που θα εξαπατήσει και θα επιβιώσει. Οι ταξικά ανώτεροι, οι εκπρόσωποι του νόμου, ο παπάς, δεν είναι καλύτεροι. Θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους για να εξασφαλίσουν τη θέση τους εις βάρος των άλλων. Πατεράδες ακρωτηριάζουν τα παιδιά τους, για να είναι πιο επικερδή στη ζητιανιά. Οι γυναίκες, στην πιο χαμηλή βαθμίδα επιβίωσης, επιστρατεύονται την κουτοπονηριά τους και τις δισιδαιμονίες τους, προσπαθώντας να βρουν μια ελπίδα, να τα καταφέρουν. Ο Ζητιάνος Τζιριτόκωστας ενσαρκώνει μια ακραία μορφή κοινωνικού δαρβινισμού, πονηρός, άπληστος, απατεώνας που εκμεταλλεύεται την αμορφωσιά και τη ν απλοϊκότητα των κατοίκων για να εξασφαλίσει πλούτο και εκδίκηση, με κάθε μέσο, χωρίς να σταματάει πουθενά. Θεωρώ δύσκολη δουλειά τη μεταφορά ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, εδώ όμως πιστεύω ότι έχουμε ένα πετυχημένο αποτέλεσμα. Η ιστορία κυλάει αβίαστα, η οπτικοποίηση της μεταδίδει συναίσθημα, η γλώσσα (συνδυασμός δημοτικής και τοπικού ιδιώματος) δεν κουράζει τον απαίδευτο αναγνώστη (εμένα δηλαδή) και το συνολικό αποτέλεσμα δένει εξαιρετικά. Οι σχεδιαστικές ικανότητες του δημιουργού ξεδιπλώνονται στο χαρτί και μας χαρίζει πανέμορφες σελίδες, σκληρές σελίδες, όμορφα "άσχημες" σελίδες. Η αντίθεση της σκληρής ζωής των κατοίκων με την ομορφιά της φύσης αποτυπώνεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Το μόνο που νομίζω ότι ίσως να ήταν καλύτερα να έλειπε, είναι κάποια κομμάτια της αφήγησης, οι εικόνες μιλούν από μόνες τους. H έκδοση κινείται στα ίδια υψηλά στανταρντς με τις προηγούμενες εκδόσεις της ίδιας σειράς. Απόσπασμα από την πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του δημιουργού, για τη μεταφορά του Ζητιάνου σε κόμικ, στη LIFO: «Με ενδιέφερε πολύ το θέμα αφού είναι ένα εξαιρετικά καλογραμμένο κείμενο, βαθιά ταξικό και είχε άπλετο υλικό για εικονογράφηση» λέει ανάμεσα σε άλλα στη lifo ο Kanellos Cob. «Ολόκληρο το κόμικ ήταν μια πρόκληση», καθώς «είναι η πρώτη φορά που δουλεύω ένα κόμικ 120 σελίδων. Χρειάζεται πολύ υπομονή, οργάνωση και διαχείριση της ανασφάλειας που σου βγάζουν τέτοιες δουλειές. Σαν να γυρίζεις μια ταινία που έχεις αναλάβει όλους τους ρόλους. Το πιο δύσκολο κομμάτι ήταν αυτό του σεναρίου. Επέλεξα να κάνω εγώ τη μεταφορά για να μπορέσω να χτίσω τις εικόνες και τις σκηνές όπως ήθελα. Η δυσκολία βρισκόταν στο χτίσιμο των διαλόγων και της διήγησης όπου ήθελα να μείνω όσο πιο πιστός γίνεται στο κείμενο. Ευτυχώς το σενάριο επιμελήθηκε ο Γ. Ράγκος που κυριολεκτικά έβαλε τα πράγματα στη θέση τους» προσθέτει. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από τη συνέντευξη της Lifo
  10. «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε κόμικς Μέσα από ένα νέο γκράφικ νόβελ, ο Kanellos Cob «ζωντανεύει» αριστοτεχνικά το κλασικό διήγημα του Καρκαβίτσα Μάνος Νομικός Το κλασικό διήγημα «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα από το 1897 διασκευάστηκε σε γκράφικ νόβελ από τον Έλληνα σχεδιαστή κόμικς Kanellos Cob. Το γκράφικ νόβελ «Ερωτόκριτος» (εκδόσεις Polaris) ήρθε, σχεδόν, από το πουθενά το 2016 και ταρακούνησε την εκδοτική κίνηση στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε μόνο για τις εκδόσεις κόμικς, αλλά τον εκδοτικό κόσμο γενικότερα, με περισσότερες από 10 χιλιάδες κόπιες σε πωλήσεις, νούμερα που δεν βλέπουν πολλά άλλα πολυδιαφημισμένα βιβλία λογοτεχνίας. Aν θέλουμε να δώσουμε μία σύντομη περιγραφή τι είναι ένα γκράφικ νόβελ, θα λέγαμε ότι είναι ένα πολυσέλιδο αφηγηματικό έργο σε μορφή κόμικς. Ο «Ερωτόκριτος» διασκευάστηκε σεναριακά από τον Δημοσθένη Παπαμάρκο («Γκιακ»), Γιάννη Ράγκο («Μυρίζει Αίμα», «BalkaNoir») και Γιώργο Γούση, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει και την εξαιρετική εικονογράφηση του ποιητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ερωτόκριτος © Εκδόσεις Polaris Κάτω από τη σειρά «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ» των εκδόσεων Polaris, το 2018 κυκλοφόρησε το εξίσου επιτυχημένο γκράφικ νόβελ «Στα Μυστικά του Βάλτου», διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα, με φόντο τον Μακεδονικό Αγώνα. Αυτή τη φορά το σενάριο-διασκευή κειμένου ανέλαβε ο Γιάννης Ράγκος και την εικονογράφηση ο Παναγιώτης Πανταζής. Κάνοντας μία πλήρη περιστροφή, φτάσαμε στα τέλη του 2019 και την κυκλοφορία του τρίτου γκράφικ νόβελ της σειράς, τον περίφημο «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ένα όχι τόσο εύκολο ανάγνωσμα, που προκύπτουν ερωτήματα στους σύγχρονους δημιουργούς γιατί διάλεξαν να το διασκευάσουν και τι ανακάλυψαν μέσα από το συγκεκριμένο κλασικό κείμενο της εγχώριας ρεαλιστικής λογοτεχνίας (ο «Ζητιάνος» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1897). Στην εικονογράφηση βρίσκουμε τον έλληνα δημιουργό Kanellos Cob, που ζει και εργάζεται στη Λυών της Γαλλίας και έχει να μας επιδείξει ένα σημαντικό εύρος δουλειάς (κόμικς, εικονογραφήσεις για περιοδικά), τοιχογραφίες, εξώφυλλα δίσκων, ενώ ο – επίσης σχεδιαστής κόμικς – Γιώργος Γούσης συμβάλει με τη σειρά του σαν επιμελητής του βιβλίου και της σειράς. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Ποια είναι η ιστορία του «Ζητιάνου»; Μερικά χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι στις εκβολές του Πηνειού ο επαγγελματίας ζητιάνος Τζιριτόκωστας, ένας αδυσώπητος εκμεταλλευτής της ανθρώπινης αδυναμίας. Με αποκλειστικό σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό, ο Τζιριτόκωστας θα χειραγωγήσει επιδέξια τους αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και με πρωτόγονα ένστικτα κατοίκους του χωριού και σε λίγες μόνον ημέρες θα τους οδηγήσει στην καταστροφή και τον αφανισμό. Ο σχεδιαστής κόμικς Kanellos Cob και ο επιμελητής της σειράς Γιώργος Γούσης, μίλησαν στην ATHENS VOICE για τον «Ζητιάνο», τι συμβολίζει σήμερα και για την εκδοτική κίνηση και πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το τρίτο βιβλίο της σειράς «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ». Πώς γεννήθηκε η ιδέα για σειρά; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε από τον εκδοτικό οίκο Polaris. Είχαν την ιδέα για ένα revival της λογικής των «κλασικών εικονογραφημένων», διασκευή σε κόμικς κλασικής λογοτεχνίας, με τη λογική ότι σήμερα υπάρχουν δημιουργοί που μπορούν να το μετατρέψουν σε ένα σύγχρονο κόμικ και όχι σαν τα «κλασικά εικονογραφημένα» που έμοιαζαν περισσότερο με φυλλάδια. Βιβλία χιλίων σελίδων μετατρέποντας σε 20 σελίδες κόμικς, στην ουσία είχες ένα ρεζουμέ της ιστορίας με εικονογράφηση. Έγινε η πρόταση σε εμένα και τον Γιάννη Ράγκο στην αρχή, μπήκε και ο Δημοσθένης Παπαμάρκου μέσα και η λογική ήταν ότι θα διαλέγαμε εμείς τον πρώτο τίτλο. Διαλέξαμε κάτι που μας άρεσε, θέλαμε πραγματικά να το διασκευάσουμε με γνώμονα ότι αξίζει να γίνει διασκευή, υπάρχει λόγος να γίνει κόμικ και αυτό θα έδινε ακόμα μια οπτική στο πρωτότυπο έργο μένοντας πάντα πιστοί στο αφηγηματικό όραμα του συγγραφέα. Γι’ αυτό και επιλέξαμε τον «Ερωτόκριτο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Περιμένατε την τόση θερμή ανταπόκριση από τους αναγνώστες; Γιώργος Γούσης: Η λογική έλεγε ότι αν κρατήσεις κάποια στάνταρ ποιότητας, θα υπάρχει ανταπόκριση και στο τρίτο βιβλίο. Αυτό που δεν περιμέναμε καθόλου ήταν η επιτυχία του πρώτου. Υπήρχε και ένα αδιόρατο άγχος ότι μπορεί να κριθούμε και αρνητικά, τι είναι αυτό που βγάλατε, γιατί ακουμπάτε αυτά τα κείμενα, γιατί κόμικς… Ξέραμε ότι αν πετύχαινε τότε θα πετύχαινε αρκετά γιατί υπήρχε ο τίτλος «Ερωτόκριτος». Αν δεν πετύχαινε όμως, θα πάτωνε ολοκληρωτικά και μαζί με αυτό και εμείς.» Πώς αποφασίσατε το έργο «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα να είναι το νέο σας, τρίτο κατά σειρά, γκάφικ νόβελ; Kanellos Cob: Ο εκδοτικός μου το πρότεινε. Έψαχναν έναν άνθρωπο εδώ και καιρό μάλιστα για το σχέδιο και κείμενο. Είχαμε κάνει μία συνεργασία με τον Γιώργο Γούση με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Γιώργος Γούσης: Εγώ, σαν επιμελητής αυτής της σειράς, πάντα ψάχνω τους επόμενους τίτλους και μετά ψάχνουμε σε ποιον μπορούμε να το προτείνουμε, με κριτήριο να του ταιριάζει και να του αρέσει πάντα, όχι απλά να το σχεδιάσει και έτσι πήγαμε στον Κανέλλο. Η επιλογή του βιβλίου είναι πάντα στη λογική ότι είμαστε στα τρία πρώτα βιβλία, τα πρώτα χρόνια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν δικαιώματα σε αυτούς τους τίτλους. Στα σύγχρονα πρέπει να πάρεις δικαιώματα που σημαίνει ότι αυξάνεται δραματικά το κόστος και η δυσκολία διασκευής τους. Ο κυριότερος, βέβαια, λόγος από όλους ήταν ότι το κείμενο του «Ζητιάνου» είναι τρομερά σύγχρονο. Το έργο «μιλάει» και «αντανακλά» στο σήμερα; Τι διακρίνατε στον «Ζητιάνο»; Kanellos Cob: Απίστευτους παραλληλισμούς με τη σημερινή πραγματικότητα. Και στο κοινωνικό κομμάτι, και στο ψυχογραφικό κομμάτι της κοινωνίας που παρουσιάζει, της κοινωνίας ενός χωριού. Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία «Ο Βασιλιάς»; Στην αρχή μου έκανε κάτι τέτοιο. Έχουμε μία μικρή κοινωνία που άνετα θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει μία μεγαλύτερη κοινωνία, ίσως μία κοινωνία του σήμερα. Μέσα στο βιβλίο μιλάει για την πατριαρχεία, γυναίκες που υποφέρουν, ουσιαστικά δούλες της φτώχιας και των συζύγων τους, είναι παιδο-μηχανές, είναι εκεί για να γεννάνε παιδιά και το χειρότερο είναι πως δεν θέλουν να γεννάνε κορίτσια, θέλουν να γεννάνε αγόρια γιατί ξέρουν πως το αγόρι θα τις προσέξει, θα τις φροντίσει, ενώ στο κορίτσι πρέπει να βρουν κάποιον να την παντρέψουν και να έχουν και προίκα. Μετά από εκεί έχεις κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι χρηματίζονται και παίρνουνε μίζες, έχεις την εξουσία η οποία αυθαιρετεί πάνω στους ανθρώπους, ένας φαύλος κύκλος βασικά, θρησκοληψία και η θέση της θρησκείας, δεισιδαιμονία, προκατάληψη, είναι πράγματα που τα συναντάμε και στην σημερινή κοινωνία. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Τι τύπος ήταν ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Τζιριτόκωστας; Γιώργος Γούσης: Ο Τζιριτόκωστας ήταν ένας λαοπλάνος, πονηρός, ικανός πολύ, χρησιμοποιεί κάθε πιθανό εργαλείο που θα του δοθεί και το έχει καλλιεργήσει για να βγει αλώβητος και να κερδίσει ότι μπορεί. Βλέπεις όμως πως δεν φταίει μόνο αυτός, φταίνε και οι άλλοι. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης αλλά και στο σήμερα ας πούμε, ο λαοπλάνος τηλεβιβλιοπώλης Άδωνις Γεωργιάδης είδαμε που έφτασε στην ιεραρχία της εξουσίας και πως το σύστημα αγκαλιάζει τέτοιους ανθρώπους που μπορούν να χειριστούν το πόπολο. Kanellos Cob: Εκεί πέρα είναι που έρχονται κάποιοι συμβολισμοί, όταν το έγραφα και το σχεδίασα, έλεγα «τι είναι ο ζητιάνος;» και τι θέλει να πει ο Καρκαβίτσας με αυτόν τον χαρακτήρα. Πρώτη μου σκέψη ήταν το κεφάλαιο, όπως το κεφάλαιο θα πάρει οποιαδήποτε μορφή για να ικανοποιήσει την ανάγκη του για εξουσία και χρήμα, ο ζητιάνος κάνει ακριβώς το ίδιο. Παίρνει οποιαδήποτε μορφή για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Μετά από εκεί, μπορείς να τον χαρακτηρίσεις σαν τον λούμπεν τύπου που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό και στα πλαίσια της επιβίωσής του, δεν υπολογίζει τίποτα. Και κατέληξα μετά, κουβεντιάζοντας και με μία φίλη ψυχολόγο, για να το δούμε πιο ψυχογραφικά, ο ζητιάνος στην ουσία είναι ένας καθρέφτης, ένας φακός ο οποίος ρίχνει φως σε κάθε σκηνή στα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού μας. Αυτό βλέπεις να γίνεται με τους χαρακτήρες ουσιαστικά και γι’ αυτό κανέναν χαρακτήρα δεν τον χαρακτηρίζεις καλό ή κακό, είναι πραγματικοί άνθρωποι που θέλουν να επιβιώσουν Γιώργος Γούσης: Υπάρχει και το χωριό του ζητιάνου. Ο ζητιάνος έρχεται από τα Κράβαρα, το χωριό το οποίο «παράγει» ζητιάνους, μία βιομηχανία τέτοιων ανθρώπων, που μπορεί να είναι σήμερα τα media. Μπαίνεις σε ένα σύστημα και μετατρέπεσαι σε «ζητιάνο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Kanellos Cob: Έχει επίσης ενδιαφέρον η ανθρώπινη υπόσταση που του δίνει ο Καρκαβίτσας, διότι ο ζητιάνος στο πρώτου ταξίδι, τον εξαπατούν, γυρνάει πίσω το χωριό του ταπεινωμένος και τον διώχνει ο πατέρας του, «δεν σε θεωρώ πια γιο μου». Οπότε, βιωματικά και μόνο, βλέπεις πως αντιδρούν μπροστά του στην αποτυχία και πως γίνεται όλο και περισσότερο σκληρός για να τους αποδείξει ότι αξίζει. Οπότε, έχεις μία «κοινωνική πίεση» για να κερδίσεις, δημιουργήθηκε έτσι ένας άνθρωπος που τον νοιάζει να επιβιώσει, έτσι έμαθε. Γιώργος Γούσης: Το πιο σπουδαίο από όλα αυτά, όπως τα παρουσιάζει ο Καρκαβίτσας, είναι ότι στο τέλος σου λέει πως όλα αυτά είναι παθογένειες της ανθρώπινης κοινωνίας. Ενώ αν το δεις με το πρίσμα της φύσης όλα αυτά είναι φυσιολογικά. Η φύση δεν κρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Η φύση δέχεται μέσα της και τα ζιζάνια και τα ζώα. Όλα αυτά είναι πολύ ανθρώπινες καταστάσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν ενδιαφέρουν και κανέναν άλλον πέρα από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Kanellos Cob: Το ενδιαφέρον είναι αυτό, τα τελευταία λόγια του Καρκαβίτσα στο βιβλίο λένε «και η φύση δέχτηκε τον ζητιάνο, όπως δέχεται μέσα της τα παράσιτα και ερπετά». Είναι η πεποίθηση του συγγραφέα, την οποία ενστερνίζομαι, πως δεν υπάρχει θεία δίκη, δεν θα έρθει ένα χέρι για να βαρέσει τον κακό. Υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους ουσιαστικά και το ερώτημα είναι πώς να πάψει αυτό το πράγμα. Κόβοντας τις προκαταλήψεις σου, κόβοντας τις δεισιδαιμονίες σου, κόβοντας την πονηριά. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Δύσκολη η μεταφορά από τις λέξεις-κείμενο του Καρκαβίτσα στην εικονογράφηση; Kanellos Cob: Με δυσκόλεψε η γλώσσα στην αρχή. Μου πήρε χρόνο γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, μου πήρε χρόνο να συνηθίσω τη γραφή του. Θέλαμε να μείνουμε πιστοί στο κείμενο, θέλαμε να μην το αλλάξουμε που είναι αυτή η δημοτική «αργκό» της υπαίθρου. Μετά συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο περιγραφικό κομμάτι ήταν και αυτό που θα γινόταν και το εικονογραφικό κομμάτι. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, το είχες όλο μπροστά σου και στο «εξηγούσε». Και μετά από εκεί, το μεγαλύτερο μέρος στο 90% είναι αυτούσιοι οι διάλογοι, αυτούσια η διήγηση, δεν ήθελα να αλλάξω τίποτα και ως σεβασμός στο κείμενο του συγγραφέα. Γιατί τελικά αποφασίσατε να κυκλοφορήσουν αυτά τα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς; Σε ποιους απευθύνονται; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο επιχείρημα που πρέπει να έχεις για αυτό είναι ότι υπάρχει λόγος να μεταφερθεί σε ένα άλλο μέσο. Με την εικονογράφηση μπορείς να αναδείξεις πολλές περισσότερες πτυχές του κειμένου. Στο κείμενο του Καρκαβίτσα, αυτή η αφήγηση μιας άλλης εποχής που περιγράφει τα πάντα εξονυχιστικά και είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, περνάει στην εικόνα. Μπαίνεις με την εικονογράφηση κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Και έχει επίσης πολύ δράση, μια άλλη κατάσταση. Στον «Ερωτόκριτο» από την άλλη, ο κόσμος που περιγράφει ο Κορνάρος είναι τελείως φανταστικός, δεν υπήρξε ποτέ και δεν τον περιγράφει κιόλας. Πχ, λέει για το παλάτι και δεν το περιγράφει καθόλου. Οπότε η εικόνα έρχεται να «αφηγηθεί» την ιστορία από την αρχή. Το δεύτερο είναι ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία θα το μάθουν και άλλοι, κείμενα που νομίζουμε ότι τα έχουν διαβάσει όλοι και ουσιαστικά δεν τα έχει διαβάσει κανείς, ίσως κάποιο απόσπασμα στο σχολείο. Μέσα από τη γοητεία που σου προκαλεί η εικόνα θα το διαβάσεις πιο γρήγορα και εύκολα, θα «μπεις» μέσα σε αυτό εύκολα, κάνει πολλούς ανθρώπους να το διαβάσουν και να μάθουν τι είναι. Από εκεί και πέρα, αν είσαι και μερακλής, μπορείς να γυρίσεις και στο βιβλίο. Kanellos Cob: Ανοίγεις και ένα παράθυρο για ένα πιο νέο κοινό. Αυτή η τριλογία μάλιστα απευθύνεται σε όλους. Από ένας ηλικιωμένος μέχρι ένα παιδί μπορούν να τα διαβάσουν. Είναι πολύ σημαντικό να δείξεις πως το κόμικ είναι ένα μέσο το οποίο είναι ανοιχτό σε όλους και να ξεφύγεις λίγο και από αυτή την ιδέα του «Μίκυ Μάους», γιατί διαβάζεις ακόμα κόμικς; Γιώργος Γούσης: Κάνεις και το ανάποδο. Ανοίγεις και την τέχνη των κόμικς σε ένα κοινό που δεν είναι κοντά τους και αρχίζει να «τρίβεται» με αυτά και επίσης γνωρίζεις στο κοινό και τους δημιουργούς που θα τους μάθεις μέσα από ένα brand name που είναι αναγνωρίσιμο, θα διαβάσεις τον «Ζητιάνο» του Κανέλλου και ίσως αργότερα διαβάσεις και ένα άλλο βιβλίο του Κανέλλου που δεν θα είναι ο «Ζητιάνος» αλλά κάτι καθαρά δικό του. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Πόσο καιρό σας πήρε για να ολοκληρωθεί το γκράφικ νόβελ; Kanellos Cob: Περίπου 1.5 χρόνο, να το κουβεντιάσουμε, να δούμε τη μορφή του. Να προτείνω πράγματα, να μου αντιπροτείνουν πράγματα. Τότε έμενα και στον Καναδά μάλιστα, 7 ώρες διαφορά, μέσω Skype δουλέψαμε μεγάλο μέρος του. Το πιο ενδιαφέρον ήταν πως δουλέψαμε πάρα πολύ σαν ομάδα. Εγώ έφτιαχνα το πακέτο και οι άλλοι ήταν στην επιμέλεια. Ενδιαφέρον και το συνεργατικό κομμάτι, γνωρίζεις καλύτερα τον άλλον σε ανθρώπινο επίπεδο. Γιώργος Γούσης: Και στα πρώτα βιβλία που ήταν συνεργατικά και κάτω από την ίδια δημιουργική διαδικασία, μιας και στον «Ζητιάνο» ήμασταν πιο πολύ επιμελητές, γενικά είδαμε πως οι ομάδες λειτουργούν και πάντα αυτοί που εμπλέκονται σε αυτά, αν και είναι και οι ίδιοι δημιουργοί με δικό τους όραμα και προσωπικά, είναι ταυτόχρονα και οι λιγότερο εγωιστές. Πώς βλέπετε γενικότερα τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα; Και ομολογουμένως με όλα αυτά τα νέα φεστιβάλ, εκδόσεις και νέους δημιουργούς; Γιώργος Γούσης: Αν πάρουμε και το μετρήσουμε, έστω «μπακαλίστικα», βλέπουμε πως υπάρχει μία άνοδος σε όλα τα επίπεδα, από τους αναγνώστες, τους δημιουργούς, στις εκδόσεις και στην ποιότητα και τα φεστιβάλ. Από την άλλη, για να το ονομάσεις όλο αυτό σκηνή είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει βιομηχανία κόμικς όπως σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Εδώ υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, δημιουργοί, που έχουν τη δική τους πορεία ο κάθε ένας και τα καταφέρνουν, πχ. η αμερικάνικη και η γαλλική αγορά στελεχώνονται πια από ανθρώπους από όλο τον κόσμο, που δεν χρειάζεται να βρίσκονται καν σε εκείνες τις χώρες. Αν θέλεις να τα καταφέρεις σαν Έλληνας να φτάσεις σε ένα επίπεδο και να δουλέψεις σε μία αμερικάνικη εταιρία, θα δουλέψεις. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα δουλέψεις για αμερικάνικα πράγματα, με το δικό τους τρόπο. Αν θες να κάνεις τα δικά σου πράγματα, είναι μια άλλη ιστορία. Δηλαδή εδώ λειτουργούμε όπως λειτουργεί η λογοτεχνία στην Ελλάδα, να γράψεις ένα καλό κείμενο, να σε μάθει ο κόσμος, να αποκτήσεις ένα κοινό, να σε ακολουθεί, να ξέρεις να πουλάς το προϊόν σου, είσαι «μοναδική εταιρία», ο ίδιος διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου. Kanellos Cob: Έχει ενδιαφέρον αυτό. Μαθαίνεις καλύτερα την αγορά, σου δίνει μία εμπειρία τι θα φτιάξεις και πώς θα το φτιάξεις, τι κώδικες θα χρησιμοποιήσεις για να μάθεις πως αντιδρά το ελληνικό κοινό. Αυτός ο λόγος που ήθελα να κάνω κάτι με Ελλάδα. Σαφώς ωραίο κείμενο, σαφώς να δούμε πώς θα δείξουν ενδιαφέρον, αυτό το πράγμα ανεβάζει την εικόνα των κόμικς στην Ελλάδα βασικά. Το βρίσκω πολύ σημαντικό γιατί είναι μία τέχνη η οποία είναι εξίσου σημαντική με τον κινηματογράφο. Είναι ξεκάθαρα η λογική «δείχνουμε μία ιστορία με ένα μέσο» το οποίο δεν χαίρει τόσο σεβασμού όσο πχ, στη Γαλλία. Στη Γαλλία αγοράζουν κόμικς, όπως αγοράζουν λογοτεχνία. Γιώργος Γούσης: Ένα σημαντικό σημείο που δεν ξέρω αν παίξει ρόλο στο μέλλον, είναι αυτό που έκανα το καλοκαίρι, ένα κόμικ παραγγελία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το φεστιβάλ έκλεινε τα 60 χρόνια και μας παραγγείλανε να φτιάξουμε, εγώ και μία ομάδα, ένα κόμικ, μία ιστορία, σαν επετειακή έκδοση για το φεστιβάλ. Πριν λίγα χρόνια ίσως να μην πέρναγε αυτό σαν πρόταση στη διοίκηση. Δηλαδή ξόδεψαν δημόσιο χρήμα για τη δημιουργία του κόμικ. Kanellos Cob: Βασικά είναι πολύ σημαντικό που σκεφτήκανε αυτό το μέσο για την προβολή ενός τέτοιου γεγονότος. Δείχνει τελικά ότι έχει αρχίσει να έχει σεβασμό αυτό το μέσο για να βγάλουν ένα κόμικ για το φεστιβάλ. Το γκράφικ νόβελ «Ο Ζητιάνος» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris Πηγή
  11. Ο Ζητιάνος: Το αριστούργημα του Καρκαβίτσα επάξιο κόμιξ Συνέντευξη με τον δημιουργό του, Kanello Cob. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece «Ο Ζητιάνος» Θεσσαλικός κάμπος, 1891, δέκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοελληνικό κράτος. Σε ένα εξαθλιωμένο από τη φτώχεια καλυβοχώρι, υποστατικό ακόμα του Οθωμανού πασά, εμφανίζεται ένας επαγγελματίας ζητιάνος, πραγματικός φτωχοδιάβολος. Εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που «δέρνουν» τους «καραγκούνηδες» χωρικούς και διαλύει τον κοινωνικό τους ιστό- μέχρι που κάποιους τους σκοτώνει κιόλας. Στον σκοτεινό, αριστουργηματικό του «Ζητιάνο» ο Καρκαβίτσας επιτίθεται στους πάντες- η κριτική του είναι διεισδυτική μέχρι το μεδούλι, άγρια και διαταξική. Αχρείος, διεφθαρμένος ο χωροφύλακας, όμως ανήθικος επίσης, δόλιος παλιάνθρωπος και ο ζητιάνος. Μισερά ανθρωπάκια και οι καραγκούνηδες, άντρες και γυναίκες: ένα λούμπεν προλεταριάτο κολλίγων που ένεκα της επιβίωσής του δε γνωρίζει φραγμό. Η εξουσία καταγγέλεται με ειλικρίνεια και ένταση πρωτόγνωρη, ειδικά για την εποχή του συγγραφέα- και ο λαός όμως δεν εξιδανικεύεται επ’ ουδενί. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας βρώμικος όχλος, σαν μια ασχημάτιστη λάσπη- το μαύρο ριζικό του, η έκπαγλη ένδεια μαζί με τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία του ξεμπροστιάζουν σε καθένα ξέχωρο υποκείμενο τα χειρότερα ένστικτά του. Ο εικονογράφος και δημιουργός κόμιξ Kanellos Cob κατάφερε να «καδράρει» το έργο ενός από τους πρώτους πραγματικά σημαντικούς νεοέλληνες γραφιάδες σε ένα κόμιξ μυθιστόρημα, ένα ογκώδες graphic novel που διαβάζεται απνευστί και τραντάζει. Η διαχρονικότητα του κειμένου, σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα, σινεματίκ εικονογράφηση σχεδόν τρομάζει- ή αφυπνίζει απότομα, αλαφιάζοντας τον σύγχρονο, μεταμοντέρνο ύπνο μας. Βρεθήκαμε με τον Kanello Cob ένα ήρεμο απόγευμα στα Εξάρχεια. Kanellos Cob. Είναι πολιτικό έργο τελείως ο «Ζητιάνος», ταξικό αλλά και ψυχογραφικό γιατί σου βγάζει τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το φοβερό, όμως, είναι πόσο άμεσα συνδέεται και με το σήμερα. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί θεωρούν ότι κάποιος είναι βρυκόλακας- για ασήμαντη αφορμή τον βλέπουν σαν ένα τέρας που πρέπει να σκοτώσουν. Και ενώ ο τύπος φώναζε «δεν είμαι τέρας», όλη η ορμή του όχλου ήταν «φάτε τον». Δούλευα το κόμιξ σε αυτό το κεφάλαιο τον Σεπτέμβρη του ’18, όταν ΄φάγαν τον Κωστόπουλο, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας- πολύ απλά γιατί νόμιζαν ότι είναι «βρυκόλακας»... Τρελάθηκα όταν συνέβη εντός μου αυτός ο παραλληλισμός, σκέφτηκα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που γράφτηκε το έργο και όλη μου η οργή για την δολοφονία του Κωστόπουλου, διοχετεύτηκε στον «Ζητιάνο». Αυτό θέλει να μας δείξει ο Καρκαβίτσας εντέλει- ότι δεν υπάρχει «θεία δίκη», παρά μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους. Και σου εξηγεί πως το πετυχαίνουν αυτό. Ο «Ζητιάνος» είναι έργο- καθρέφτης και της σημερινής κοινωνίας και μπορεί ο καθένας μας να «προβάλλει» τους χαρακτήρες του βιβλίου σε ανθρώπους σημερινούς. «Ο Ζητιάνος» Στο σχέδιο του «Ζητιάνου» προσπάθησα να μην ακολουθήσω την κόμιξ τεχνοτροπία των έντονων χρωμάτων για να κερδίσω την προσοχή του αναγνώστη, έκανα την παλέτα μου όσο πιο ρεαλιστική μπορούσα. Ήταν πρωί στην ιστορία; Έβρισκα όλα τα ψυχρά χρώματα που βγαίνουνε το ξημέρωμα. Προσπάθησα πολύ να μείνω πιστός στην περιγραφή του Καρκαβίτσα, έχει γράψει υπέροχες εικόνες. Και είδα παλιές φωτογραφίες του θεσσαλικού κάμπου, χωριών της περιοχής, του Πηνειού. Ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε και αρκετές γκραβούρες της εποχής, ήθελα το σχέδιό μου να είναι όσο πιο ρεαλιστικό. Οι χαρακτήρες έχουν τραχύτητα. Και τις γυναίκες δεν ήθελα να τις κάνω «γλυκούλες», ξέφυγα από τα χαριτωμένα κλισέ. Οι γυναίκες του κόμιξ είναι βρώμικες, με αξύριστα πόδια, σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου. Για τον ίδιο τον ζητιάνο, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, άντλησα στοιχεία από το πορτρέτο του πατέρα μου, που έμοιαζε και με μένα. Οστεώδης, με μυτόγκα και γωνίες στο πρόσωπο. Ήθελα να τον παραστήσω σαν ένα πράγμα μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σαν σκαθάρι, σαν παράσιτο- για αυτό του έβαλα και μια τριχωτή κάπα. Είναι μυτερή μορφή, διαβολική. «Ο Ζητιάνος» Και οι χωρικοί τέτοια ζωώδη μορφή έχουν στο κόμιξ- δεν έψαξα για κανένα χαρακτήρα αυτού του βιβλίου ευγενικές φυσιογνωμίες, ήθελα να κατασκευάσω καρικατούρες. Μόνο ο μπάτσος είναι φρεσκοξυρισμένος- ξυρίζεται επιμελώς και προσέχει να είναι καθαρή η στολή του γιατί είναι «μπας κλας» εξουσία, αισθάνεται τους χωρικούς φριχτά κατώτερούς του. Πρέπει- το ζητά ο ίδιος ο χαρακτήρας- να φαίνεται καλύτερος από τους «καραγκούνηδες». Τα σπίτια δεν είναι καθαρά και περιποιημένα σαν των σημερινών χωριών- είναι αχούρια, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή. Οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις περί υγιεινής, τα σπίτια τους ήταν χοιροστάσια- μικρά, με γυμνούς, άδειους χώρους και μόνο τα εντελώς απαραίτητα, λίγα σκεύη κυρίως. Τα φυσικά τοπία χάρηκα να τα ζωγραφίζω- τα Κράβαρα, όπως τα περιέγραψε και ο Καρκαβίτσας ήταν πέτρα πάνω στην πέτρα, ένας στεγνός τόπος όπου τίποτα δεν φυτρώνει. Θυμόμουν τοπία του Νεπάλ και τα δούλεψα στη φαντασία μου μαζί με εικόνες από το Google Maps. Είμαι στα 34, Αθηναίος, εδώ γεννήθηκα, Γαλάτσι μεγάλωσα και Γκράβα πήγα σχολείο. Σχεδίαζα από μικρός, εκεί ήταν η κλίση μου- ζωγράφιζα τους τοίχους (γελάει). Μετά έπαιρνα κόμιξ από το ψιλικατζίδικο, 8-9 χρονών χάλαγα το χαρτζιλίκι μου σε marvel και ξεπατίκωνα ότι έβλεπα. Και μετά το παράτησα. «Ο Ζητιάνος» Δεν σταμάτησα εντελώς να ζωγραφίζω, στο σχολείο ήμουν (ας πούμε) αυτός που ζωγραφίζει καλά. Έπαιξε, όμως, αρκετή μικροαστίλα από την οικογένεια. «Εγώ θα γίνω ζωγράφος»- «Ναι αλλά πώς θα ζήσεις; Εμείς δε μπορούμε να σε τρέφουμε», όλος αυτός ο μικροστικός φόβος, ότι πρέπει να βρεις κάτι πιο safe, πίσω από ένα γραφείο, να ’χεις ένα μισθό και τα συναφή... Ούτε υπήρχε τέχνη στο σπίτι μου- και όταν δεν έχεις ερεθίσματα και παίζει πάντα αυτή η «κασέτα» αποθάρρυνσης στο background, ψιλοσβήνει το μεράκι όσο περνάει ο καιρός. Έρχεται και η εφηβεία με τα δικά της ψυχολογικά, μπορεί και να πνιγεί το όποιο ταλέντο, το όνειρο. Στις Πανελλήνιες πέρασα Συντήρηση Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας- φάνταζε κάπως πιο “ασφαλές”, είχε όμως και σχέση με την τέχνη. Στα είκοσί μου άρχισα να ξαναπιάνω το μολύβι και να ψάχνω νέα references, να ανακαλύπτω επιρροές αγαπημένες. Η Σχολή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, έμαθα ιστορία τέχνης εκεί, αλλά το επακριβές αντικείμενό της δεν το είδα ποτέ ως επαγγελματική μου ενασχόληση. Όταν εκείνη την περίοδο έκανα κάποια σεμινάρια κόμιξ, ξύπνησε μέσα μου πάλι αυτή η αγάπη. Και ήμουν τυχερός που η καθηγήτριά μου τότε, μου είπε “κυνήγα το”- με ενέπνευσε και μου έμαθε κώδικες διήγησης, μου έδειξε τεχνικές που σήμερα θέλω να εξελίξω ακόμη περισσοτερο, να τις πάω πιο μακριά. Κατάλαβα επίσης τότε ότι αν είναι να μπω επαγγελματικά σε αυτόν τον χώρο, καλό θα ήταν να κάνω και κάποιες ακαδημαϊκές σπουδές. «Ο Ζητιάνος» Βρήκα στη Γαλλία δυο- τρεις σχολές που με ενδιέφεραν αλλά έπρεπε πρώτα να μάθω στοιχειωδώς της γλώσσα και να μαζέψω κάποια χρήματα. Δούλευα σαιζόν στη Νάξο, μέχρι και Μπουρνάζι είχα δουλέψει, έκανα και μαθήματα γαλλικών και το 2009 άρχισα να στέλνω book της δουλειάς μου σε Σχολές έξω. Δεν έγινα δεκτός στην πρώτη μου επιλογή, την “Gobelins” στο Παρίσι, αλλά μπήκα στην “Ecole Emile Cohl” στη Λυόν. «Ο Ζητιάνος» Υπάρχουν και στην Ελλάδα αντίστοιχες σχολές- αλλά, τότε τουλάχιστον, το 2009, τα δίδακτρα ήταν έξι χιλιάδες και στη Γαλλία επτά. Και εκεί υπάρχουν υποτροφίες και επιδόματα που με βοήθησαν πάρα πολύ να ζω και να σπουδάζω. Έφυγα κιολας από την Ελλάδα μόλις έσκασε η κρίση, τα έντυπα είχαν αρχίσει να πέφτουν- τώρα σαν Έλληνας εικονογράφος δεν είναι δυνατό να δουλέψω για περιοδικά. Εδώ δεν «παίζει» η εικονογράφηση ενός άρθρου, παρά μόνο η πολιτική καρικατούρα, κάτι που εγώ δεν το έχω, η πολιτική μου σκέψη να με οδηγεί σε τόσο to the point σχέδια. Είναι ένα άλλο επάγγελμα. «Ο Ζητιάνος» Τα δύο πρώτα χρόνια κάναμε τα πάντα- γλυπτική, ακαδημαϊκό σχέδιο φουλ, animation, κόμιξ, ψηφιακή εικονογράφηση. Και μετά επέλεγες κατεύθυνση- εγώ εντρύφησα στο κόμιξ και στην εικονογράφηση. Και μετά είχα την τύχη να μου έρθουν πρότζεκτ, αναθέσεις αμέσως μετά την Σχολή- τελείωσα πρώτος κιόλας, οπότε «σκάγανε» προτάσεις από περιοδικά που ήταν σε άμεση σύνδεση με τη Σχολή. Εκεί, όταν τελειώσεις τις σπουδές σου, φτιάχνεις ένα επαγγελματικό «σαλόνι» το οποίο τσεκάρουν «μεγάλα κεφάλια» από εταιρείες video games, από animation studios, από εκδοτικούς οίκους, από περιοδικά. Και είχα έτσι την τύχη να κλείσω 2-3 καλά συμβόλαια, να κάνω μια καλή αρχή και σταδιακά να «κτίζω» τη δουλειά μου. Η Σχολή ήταν “στρατός”, πολύ απαιτητική- από το πρώτος στο δεύτερο έτος περνάνε οι μισοί. Αλλά θεωρείται η καλύτερη σχολή στη Γαλλία, ειδικά για εικονογράφηση και animation, αν θες να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά και να βγεις επαγγελματίας. «Ο Ζητιάνος» Δυσκολεύτηκα κάπως με τα γαλλικά, γιατί υπάρχει η αργκό, υπάρχει η παράμετρος της προφοράς- τελικά μου πήρε κάποιους μήνες να βρίσκομαι σε μια παρέα Γάλλων και να καταλαβαίνω άνετα έστω τη θεματική της συζήτησης (γελάει). Δεν ένιωσα πάντως ποτέ κανένα ρατσισμό ή απομόνωση, οι παρέες ήταν ανοιχτές, ειδικά στο περιβάλλον της Σχολής και της δουλειάς μετά. Μόλις είχε γίνει τότε και το «μπαμ» με την Ελλάδα και την κρίση, οι περισσότεροι έδειξαν ενδιαφέρον και συμπάθεια. Έπαιξαν και τσακωμοί, κυρίως μετά το δεύτερο έτος, οπότε μπορούσα κι εγώ να επιχειρηματολογήσω πολιτικά στα γαλλικά. Ειδικά με τους Γάλλους δε βρήκα μεγάλες διαφορές σαν νοοτροπία, μάλλον γιατί η Γαλλία έχει ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: όσον αφορά την κουλτούρα «πιάνει» από ευρωπαϊκό βορά έως νότο. Πάντα όμως εξαρτάται από τον κύκλο που θα βρεθείς και τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις. Το Παρίσι είναι “νεροχύτης”, έχει μαζί με τα προάστια δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους. Ένα τεράστιο αστικό κέντρο όπου δύσκολα να μη νιώσεις αποξένωση, ακόμα και φόβο. Η Μασσαλία, νομίζω, μοιάζει πολύ με την Αθήνα- είναι μεσόγειοι κι αυτοί. Όσο κατεβαίνεις νότια, οι κουλτούρες μας συνδέονται και, τελικά, μοιάζουν. Στους τρόπους τους είναι πιο άμεσοι, μέχρι και στη γλώσσα τους καταλάβαινα καλύτερα γιατί προφέρουν πιο έντονα τα γαλλικά. Αιφνιδιάστηκα με τη Βρετάνη, νόμιζα ότι επειδή εκεί είναι βοράς, θα είναι και οι άνθρωποι πιο κρύοι, πιο σφιχτοί- κι όμως εκεί ένιωσα το πιο καλόκαρδο welcome. Είναι τρελούτσικοι αλλά καλοί άνθρωποι, ποτέ δόλιοι, για κανένα λόγο. «Ο Ζητιάνος» Η Λυόν είναι πιο μπουρζουά- πλούσια πόλη, θεωρείται το διαμαντάκι της Γαλλίας. Αν ένα θέαμα (χορός, θέατρο π.χ.) έρθει στη Λυόν και πάει καλά, θεωρείται ότι θα πάει καλά σε όλη τη Γαλλία. Έχει μια έπαρση η πόλη- αλλά έχουν και φράγκα, οπότε βρίσκεις δουλειές. Έχουν μεγάλη παράδοση στα μεταξωτά υφάσματα, πολλά παλιά εργαστήρια έχουν γίνει μουσειακοί χώροι. Υπήρχε αρκετό προλεταριάτο, στους πρόποδες του λόφου βρισκόταν η ξεκάθαρα αριστερίστικη και αναρχική γειτονιά (καρτιέ/ cartier) της πόλης. Σήμερα , τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Λυόν έχουμε πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτά τα ωραία (γελάει). Μετά τη Σχολή είχα την τύχη και βρήκα αμέσως δουλειά σε μια εταιρεία σαν εικονογράφος- γραφίστας. Η φάση, όμως, ήτανε “χτυπάς καρτούλα”, παίρνεις και δυο χιλιάρικα το μήνα βέβαια, αλλά ζωγραφίζεις νεράιδες για τα κοριτσάκια και αεροπλανάκια για τα αγοράκια... Πρότεινα κάποια πράγματα, ήταν εντελώς mainstream όμως, καθόλου δεκτικοί, οπότε στους έξι μήνες που τέλειωσε η πρώτη σύμβαση, δεν θέλησα καν να ανανεώσω. Από τότε δουλεύω σαν freelancer, δεν έχω ούτε παιδιά ούτε σκυλιά να εξαρτώνται από μένα, κυνηγάω τη δουλειά μου προσπαθώντας να μην τρελαίνομαι από τη δεδομένη, διαρκή της επισφάλεια και μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, κάθε χρόνο και καλύτερα. Η δουλειά μου είναι, πλέον, γνωστή στο χώρο των illustrators και έρχονται προτάσεις για πρότζεκτ. «Ο Ζητιάνος» Graphic novel- «τούβλο» 120 σελίδων δεν έχω κάνει στη Γαλλία. Έχω δουλέψει όμως σε κολεκτίβες με άλλους σχεδιαστές, όπου φτιάχνουμε ιστορίες πόλεων, ή την ιστορία των γραμματοσήμων. Στη Λυόν συμμετέχω σε μια κολεκτίβα (Οι δρόμοι της Λυόν_ Les rues de Lyon) όπου κάθε μήνα βγάζουμε μια ιστορία για τη Λυόν. Αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την εκτύπωση και διανομή σε βιβλιοπωλεία της Λυόν και τα κέρδη των πωλήσεων (το κάθε βιβλίο κοστίζει 3 ευρώ) διανέμονται σε τρία ίσα μέρη: ένα ευρώ μένει στην κολεκτίβα για την κάλυψη του κόστους παραγωγής, ένα ευρώ παίρνει ο δημιουργός και ένα ευρώ αντιστοιχεί στον βιβλιοπώλη. Τώρα δουλεύω το artwork του 2020 για το μεγαλύτερο trance/ psychedelic φεστιβάλ της Γαλλίας. Περιμένω να υπογράψω για ένα πρότζεκτ σχετικά με τον Β΄Π.Π.- ένα grapcic novel για μια μικρή γαλλική πόλη (Le Chambon-sur- Lignon) όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής προστάτευαν παιδιά Εβραίων. Στην Ελλάδα συμμετείχα με μεγάλη μου χαρά στο πρότζεκτ «Βάλτους Χ» (ValtousX.gr)- έφτιαξαν πέρυσι πρώτη φορά ένα gps με σημεία στην Αθήνα όπου είχαν σημειωθεί ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις. Φέτος αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για όλη την Ελλάδα- επικοινώνησαν μαζί μου από το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», μου έδωσαν δυο κειμενάκια και μου ζήτησαν να κάνω illustrations για αυτά. Εμένα αυτό είναι η χαρά μου: δε θα σου περιγράψω με εικόνες αυτά που γράφει το κάθε κείμενο, θα προσπαθήσω να βγάλω το συναίσθημα. «Ο Ζητιάνος» Γι’ αυτό μου αρέσει ο σουρεαλισμός (και η κουλτούρα του pop surealisme) όπου θα παίξεις όχι με μια ρεπορταζιακή, φωτογραφική απεικόνιση, αλλά θα κάνεις κάτι πιο συναισθηματικό, πιο συμβολικό, βάσει πάντα αυτού που διαβάζεις. Αυτή είναι και η δική μου θεωρία όσον αφορά την εικονογράφηση: το κείμενο να παντρεύεται με την εικόνα, τα δύο μέσα να ενώνονται αλλά σε καμία περίπτωση να μην περιγράφει αυστηρά το ένα το άλλο. Πάντως δε θεωρώ “καλλιτεχνικό” αυτό που κάνω: δεν είμαι ζωγράφος, δεν έχω βγει από Καλών Τεχνών για να μπλέξω σε κύκλους φιλοσοφικούς... (γελάει). Για τον «Ζητιάνο» μίλησα με τρεις εκδοτικούς οίκους στη Γαλλία με σκοπό να αγοράσουν τα δικαιώματα- τους άρεσε πολύ και η ιστορία και η δουλειά μου, έκριναν όμως ότι εμπορικά δε θα τραβούσε. Γιατί ο Γάλλος αναγνώστης έχει στο μυαλό του την Ελλάδα είτε σαν αρχαία ιστορία είτε την κατάσταση με την κρίση. Ο «Ζητιάνος» είναι κοινωνικοπολιτική ιστορία στην ουσία της, αλλά έχει ένα βουκολικό background που δεν βοηθά τον ξένο αναγνώστη να κάνει το λινκ με τον πυρήνα του θέματος. Πάντως με το που επιστρέψω Γαλλία θα παρουσιάσω τον «Ζητιάνο» και σε άλλους εκδότες. Ο «Ζητιάνος» μου προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο (POLARIS)- ήθελαν πολύ να μεταφέρουν σε κόμιξ την ιστορία αυτή του Καρκαβίτσα, το έψαχναν δυο- τρία χρόνια. Δεν είχα συνεργαστεί ξανά με ελληνικό εκδοτικό οίκο και ενθουσιάστηκα από το ξεκίνημα της συνεργασίας μας, από τα πρώτα κιόλας emails. Διάβασα στα γρήγορα το βιβλίο, δεν το θυμόμουν ακριβώς και ήθελα επίσης να καταλάβω αν μπορώ να το μεταφέρω σε κόμιξ- αν οι εικόνες που δίνει η διήγηση με εμπνέουν, αν μπορώ να φανταστώ τα κάδρα με την πρώτη ματιά. Και, ενστικτωδώς, είπα αμέσως “wow”. Αριστούργημα. Ζούσα στον Καναδά τότε και ήμουνα στις μαύρες μου- έψαχνα δουλειά εκεί και οικονομικά τα έβγαζα πέρα δύσκολα, μόνο με κάποιες συνεργασίες που κρατούσα στη Γαλλία. Με βοήθησε πολύ ψυχολογικά το πρότζεκτ του «Ζητιάνου», με ανέβασε. Άνοιξη του 2018 είχα πλέον ξεκινήσει να το δουλεύω- άρχισα τον «Ζητιάνο» στο Μόντρεαλ και τον ολοκλήρωσα στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου στον «Ζητιάνο» είναι αυτούσια τα λόγια του Καρκαβίτσα- μετέφερα ο ίδιος το κείμενο και ο Γιάννης Ράγκος έκανε τις διορθώσεις. Τους πρώτους δύο μήνες είχα φτιάξει έναν πίνακα με post it- αστυνομικού τύπου «να βρούμε τον ένοχο»...- και «έσπαγα» τις σκηνές ώστε να μπει σε τάξη. Το κείμενο στην αρχή είχα προτείνει να το κάνω σε σύγχρονα, σημερινά ελληνικά- κουβέντιασα όμως με τον Γιώργο Ζαρρή (εκδότης του Polaris) και καταλήξαμε αυτό το υπέροχο και ευνόητο και στον τωρινό αναγνώστη κείμενο να το αφήσουμε ως έχει. Ο Καρκαβίτσας είναι πολύ περιγραφικός και με πολλά πισωγυρίσματα στο λόγο του, οπότε είχα κάποιες ενστάσεις καθώς διάβαζα το πρωτότυπο- φοβόμουν μήπως σαν κόμιξ κουράσει. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι αυτές οι περιγραφές θα αποδοθούν στο κόμιξ ως εικόνες. Η διήγηση της ιστορίας είναι περίτεχνη, ρέει ελεύθερα και οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί- κρατήσαμε λοιπόν το κυρίως κείμενο του πρωτοτύπου, με κάποιες παρεμβάσεις μόνο για να διευκολύνουμε το ρυθμό της διήγησης στο κόμιξ. Οι όποιες αλλαγές δεν αλλάζουν επ’ ουδενί το νόημα, ούτε το όραμα ή την αισθητική του Καρκαβίτσα. Τελικά το 95% του κειμένου είναι δικό του. Στον «Ζητιάνο» στο τέλος νικάει το κακό- και κατανοείς (σαν αναγνώστης) τους λόγους αυτής της κατάληξης. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου μου κίνησε το ενδιαφέρον, δεν το βλέπεις συχνά. Απομακρυνόμαστε από τον ρομαντισμό- ο «Ζητιάνος» είναι ωμός νατουραλισμός και αυτό δεν είναι τυχαίο αφού ο ίδιος ο Καρκαβίτσας είναι επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά (J’ accuse) και το κίνημα των νατουραλιστών καλλιτεχνών. Ο Καρκαβίτσας ήταν κάπως «μισάνθρωπος», έκραζε για τους Ολυμπιακούς του 1896, έκραζε τους πάντες. Ήταν και μπουρζουάς όμως, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα. Δεισιδαιμονία, προκατάληψη, φριχτή ένδεια και φτώχεια τρομερή, αμάθεια, μισογυνισμός, συντηρητισμός. Αυτά είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας που περιγράφει ο Καρκαβίτσας. Στον «Ζητιάνο» η θέση της γυναίκας π.χ. στην κοινωνία εκτίθεται ξεκάθαρα: τρώει ξύλο και, μάλιστα, περιμένει αυτήν τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η γυναίκα μισεί το ίδιο της το φύλο- θέλει να γεννάει αγόρια, τα κορίτσια δεν είναι επιθυμητά. Οι γυναίκες δεν ήθελαν να γεννάνε γυναίκες- γιατί θα έπρεπε να τις «προικώσουν» και στο βάθος της ψυχής τους ήξεραν ότι θα περάσει τα δικά τους βάσανα, τον δικό τους εγκλωβισμό. Υπάρχουν και σήμερα χωριά στην Ελλάδα, ή και στη Γαλλία, που αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει και πολύ. «Ο Ζητιάνος» Στον «Ζητιάνο» αναδεικνύεται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»- όταν έχεις μεγαλώσει σαν δούλος, δεν ξέρεις τι να κάνεις με την ελευθερία σου. Και ας ξέρεις ότι αυτός είναι ο τύραννός σου, ας τον βρίζεις, ας τον καταριέσαι- όταν θα εμφανιστεί μπροστά σου, αντανακλαστικά σκύβεις το κεφάλι. «Πασά μου» τον προσφωνείς, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Είναι ο τυραννός σου, αλλά θα ήθελες να είσαι σαν αυτόν. Αν σου δινόταν η εξουσία, τέτοιος θα ήσουνα. Στον αδύναμο την «πέφτεις» εύκολα- και όταν γραφόταν ο «Ζητιάνος» και σήμερα. Δε μπορείς να αγγίξεις τους δυνατούς- το ξέρει αυτό ο ανθρωπάκος κάθε εποχής. Και εκτονώνει την οργή του, το κόμπλεξ, την απογοήτευση για την κατάστασή του σε όσους είναι πιο αδύναμοι απ’ τον ίδιο. Θα πατήσεις τον ίσο ή κατώτερό σου, γιατί αυτός είναι που μισείς- γιατί ουσιαστικά μισείς τον εαυτό σου. Αυτά τα ανθρώπινα αντανακλαστικά εκμεταλλεύεται ο φασισμός- και ο Καρκαβίτσας τα διέγνωσε σαν κοινωνικές τάσεις πριν ακόμα δημιουργηθεί η έννοια του φασισμού. Για μένα ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σαν χαρακτήρας λογοτεχνικός θα μπορούσε να ενσαρκώνει πολλούς ανθρώπους, ρόλους και έννοιες της πραγματικής ζωής- ακόμα και τον καπιταλισμό που για να κερδίσει είναι διατεθειμένος να πάρει οποιαδήποτε μορφή. «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα είναι και ο τραπεζίτης που δε θα διστάσει να σε πετάξει έξω από το σπίτι σου για να πάρει αυτά που του αναλογούν (;). Στο όλον του αυτό το έργο είναι ένας φακός που ρίχνει σκληρό φως σε ότι σκοτεινό έχουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα μας. Ο κακός της ιστορίας, ο ίδιος ο ζητιάνος, είναι προϊόν της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσε- όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλοι μας. Ο Καρκαβίτσας δεν χαιδεύει κανέναν, εξηγεί όμως τις αδυναμίες μας, των ανθρώπων που μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει ο νόμος της ζούγκλας, όπου η de facto κατάσταση «η ζωή σου ή η ζωή μου» μας γυρνάει άσχημα το μυαλό. Η ανάγκη της επιβίωσης ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό. Το συναίσθημα χάνεται έναντι του καθημερινού φόβου. Ο τελωνοφύλακας, ο κρατικός υπάλληλος δηλαδή παίρνει μίζες. Βάλ’το στη μέρα μας... δεν το βλέπεις; Από το «όλοι μαζί τα φάγαμε» μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια. Γυναίκες που είναι φυλακισμένες, δούλες ουσιαστικά, λόγω της φτώχειας και της πατριαρχίας. Θρησκοληψία. Τι είχε γίνει με τους φασίστες στο Corpus Christi; Τα ξεματιάσματα, όσοι γονυπετείς προσκυνάνε παντόφλες... Μηδενική ταξική συνείδηση επίσης: φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι που σιχαίνονται πρωτίστως τους εαυτούς τους, χωρίς να έχουν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτή τη θέση. Και υποφέρουν από μικροαστική ματαιοδοξία. Το μυαλό και το όνειρό τους φτάνουν μέχρι ένα ρετιρέ στο Παγκράτι. Νομίζω στην κρίση, μαζί με την όποια ανθρωποφαγία, αναδύθηκαν και κάποια ωραία λουλούδια, όπως η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι στράφηκαν περισσότερο από πριν στην πολιτική, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν καλύτερα τι συνέβη και να αντιδράσουν σε αυτό. Έφτιαξαν συνεργατικούς χώρους και δουλειές, κοπερατίβες, προσπάθησαν να αποδράσουν από τη σχέση «αφεντικό- εργαζόμενος». Για μένα αυτό είναι το διαμαντάκι που πρέπει να κρατήσεις και να το εξελίξεις όσο μπορείς. Όλο και περισσότεροι παίρνουν την κατάστασή (τους) στα χέρια τους, γιατί βλέπουν ότι δεν τους βοηθάει κανείς. Υπάρχει στην κοινωνία μας η πλευρά του «θα φάω όποιον βρω μπροστά μου για να ζήσω», υπάρχουν όμως και οι άλλοι- που σκέφτονται «είμαστε μαζί σε αυτό, ας κάνουμε ότι μπορούμε». Πηγή
  12. Ένας επίκαιρος «Ζητιάνος» Γιάννης Κουκουλάς Καυστικός ηθογράφος της ελληνικής επαρχίας του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας απέδωσε με ρεαλισμό και χωρίς ωραιοποιήσεις τη σκληρή πραγματικότητα μιας υπανάπτυκτης Ελλάδας. Η εξαιρετική μεταφορά σε κόμικς του «Ζητιάνου» από τον Kanellos Cob καθιστά το έργο και πάλι επίκαιρο και καταδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας Η μεταφορά σε κόμικς πολλών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, πρόσφατης αλλά και παλαιότερης, δεν είναι κάτι νέο. Αρκετοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια επιλέγουν να προσαρμόσουν σε κόμικς, ιστορίες που διαβάζαμε στα σχολικά αναγνωστικά και ανθολόγια, διηγήματα και μυθιστορήματα που συγκίνησαν τους αναγνώστες προηγούμενων εποχών αλλά είχαν αρχίσει πια να ξεχνιούνται. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προσαρμογές αυτές είναι επιτυχημένες στον βαθμό που δεν επιδιώκουν να ακολουθήσουν πιστά το αρχικό κείμενο αλλά να αποδώσουν το κλίμα και την πλοκή του με πρωτότυπα εικαστικά εργαλεία. Άλλωστε, οι έννοιες της προσαρμογής, της διασκευής και της διασημειωτικής μετάφρασης, της μεταφοράς δηλαδή ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, προϋποθέτουν και εμπεριέχουν την προσωπική ματιά του νέου δημιουργού πάνω σε ένα προϋπάρχον έργο και αποκτούν ενδιαφέρον, όταν ο τρόπος που το παλαιό έργο επαναπροσεγγίζεται σε μια νέα εποχή βασίζεται στη διαφοροποίηση και δεν επιδιώκει την, αναπόφευκτα αδύνατη και εκ των πραγμάτων περιττή, ταύτιση. Από τους Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου έχουν έως τώρα κυκλοφορήσει «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» με προσαρμογές διηγημάτων των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, το «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά» και η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» ως προσαρμογή του ομότιτλου διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μετέφεραν σε κόμικς τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, ο Ράγκος με τον Παναγιώτη Πανταζή φιλοτέχνησαν τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργος Τσιαμάντας προτίμησαν ένα λιγότερο γνωστό έργο, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος απέδωσε με έναν ιδιαιτέρως πρωτότυπο τρόπο, μέσω τροποποιημένων πινάκων και εικόνων της ιστορίας της τέχνης, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ενώ με χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς προσέγγισε το ροϊδικό έργο και ο Λευτέρης Παπαθανάσης. Στο πλαίσιο αυτό της ευρείας προσαρμογής σε κόμικς έργων της ελληνικής γραμματείας, δεν ξενίζει η επιλογή του Kanellos Cob να στρέψει το βλέμμα του στο πιο γνωστό μυθιστόρημα ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1897 και από τότε έχει γνωρίσει δεκάδες επανεκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1983 μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά στην αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Ανέστη Βλάχο. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Τζιριτόκωστας, ένας επαγγελματίας ζητιάνος από τα Κράβαρα που καταφθάνει τη δεκαετία του 1880 στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας για να αναστατώσει τη ζωή των κατοίκων του. Πρώτα πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και στη συνέχεια καταφέρνει να συγκινήσει τους αμόρφωτους και δεισιδαίμονες Νυχτερεμιώτες υποδυόμενος τον ταλαίπωρο και τον κακομοίρη. Παράλληλα πουλάει υποτιθέμενα μαγικά βοτάνια για να γεννούν οι γυναίκες αρσενικά παιδιά και προετοιμάζει την εκδίκησή του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις προκαταλήψεις και τις προλήψεις, την αμάθεια, τη δουλικότητα και τη φτώχεια των αγράμματων επαρχιωτών που είναι έτοιμοι να πιστέψουν κάθε φράση του Ζητιάνου, αρκεί να τους δίνει ελπίδα και να χαϊδεύει τα αυτιά τους. Με τον «Ζητιάνο», ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να περιγράψει μέσα από σκληρά περιστατικά και άγριες καταστάσεις την εύθραυστη ειρήνη στην ελληνική επικράτεια λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, σε μια περιοχή που λυμαίνονται οι τσιφλικάδες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ανάμεσα σε πρώην Τούρκους μπέηδες και νέους Έλληνες φιλόδοξους ιδιοκτήτες. Σε μια τέτοια συνθήκη που όλα είναι ρευστά, ευνοείται η δράση κομπογιαννιτών και απατεώνων, όπως ο Τζιριτόκωστας, που με έξυπνες κινήσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την άγνοια και να χειραγωγήσει τα αισθήματα και τις πράξεις για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Στην προσαρμογή του Kanellos Cob (εκδόσεις Polaris, επιμέλεια σεναρίου: Γιάννης Ράγκος, επιμέλεια εικονογράφησης: Γιώργος Γούσης), ενός νέου δημιουργού κόμικς που μέχρι τώρα έχει υπογράψει το βραβευμένο «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου, το «Όχι σημαίνει όχι» για τις γυναίκες-θύματα βιασμού και την κουλτούρα του σεβασμού της άρνησης οποιασδήποτε σεξουαλικής κίνησης χωρίς την απόλυτη συναίνεση των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν, αλλά και πολλά έργα στη Γαλλία, τον Καναδά και αλλού, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας αποδίδεται με έναν ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Τα μικρά κείμενά του που εισάγουν τον αναγνώστη στη «δράση» ή συνδέουν τις σκηνές μεταξύ τους είναι ευσύνοπτα και πολύ ορθά επιλεγμένα, σε γλώσσα ταιριαστή με την υπόθεση και με ελαφρές παραλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο, τέτοια που να υπηρετούν και να εκφράζουν την αποστροφή του Καρκαβίτσα για τους οπισθοδρομικούς χωρικούς: «Δεκαετία 1880, Νυχτερέμι Θεσσαλίας. Ριγμένο κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου, έχει την φτωχικήν και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως. Στα χαμόσπιτά του συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι. Το κονάκι του μπέη, ψηλό κι αγέρωχο, βρίσκεται στη μέση. Αλλοτε οι Νυχτερεμιώτες είχαν υπογράψει να παραχωρήσουν το χωριό στον Πασά, αλλά με όρους: τα σπίτια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά δικά τους, κι από ό,τι σπέρνουν να δίνουν το τρίτο στον αφέντη». Και λίγο παρακάτω: «Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς επρόβαλλε από το κονάκι, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους». Ακόμα πιο επιτυχημένος, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ο Kanellos Cob εικονογραφεί τον Καρκαβίτσα και αποδίδει την ελληνική επαρχία, τους φοβισμένους ανθρώπους, τον Ζητιάνο, τον τελωνοφύλακα, τη μιζέρια και την απομόνωση των ανθρώπων σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον χωρίς καμιά πιθανότητα –και χωρίς, το χειρότερο, καμιά πρόθεση– διαφυγής. Τα κτίρια, οι ενδυμασίες, τα τοπία, οι στολές, η ελληνική φύση αποδίδονται με ακρίβεια και βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Οι εκφράσεις των προσώπων, όμως, είναι μια καλλιτεχνική επιλογή του δημιουργού που απογειώνει το έργο του: η οργή και η αυθαιρεσία του συμφεροντολόγου εκπροσώπου της εξουσίας ενός πρωτόγονου αλλά πάντα πελατειακού κράτους, η δουλικότητα των βρόμικων και ξεδοντιασμένων, κακοζωισμένων κατοίκων, η περιφρόνηση του επιστάτη του μπέη, η κουτοπονηριά των γυναικών που πιστεύουν πως αγοράζουν το σερνικοβότανο, το μίσος και η εκδικητικότητα στο πρόσωπο του παπά και, πάνω απ’ όλα, η μοχθηρία του αδίστακτου Τζιριτόκωστα. Έτσι, η νατουραλιστική γραφή του Καρκαβίτσα που συνοδεύει το ηθογραφικό περιεχόμενο βρίσκει στον Kanellos Cob έναν ιδανικό εικονογράφο. Όπως τονίζει και το επιλογικό σημείωμα της έκδοσης: «Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του “παλιού” και του “νέου”, ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης». Την οδύνη αυτή για τη διαχρονική επικράτηση του Κακού σε μια Ελλάδα χρονικά μακρινή αλλά όχι και τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη μεταφέρει αριστοτεχνικά ο δημιουργός του κόμικς σε ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί είτε σε συνδυασμό με το πρωτότυπο είτε και εντελώς ανεξάρτητα από αυτό, ακριβώς λόγω της διαχρονικότητας των θεμάτων του και όσων έχει να μας πει τόσο ο Καρκαβίτσας όσο και ο Cob γύρω από την Ελλάδα του τότε και, ακόμη περισσότερο, του τώρα. Πηγή
×
×
  • Create New...