Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Jemma Press'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. No Pasaran! Γιάννης Κουκουλάς Το γνωστό σύνθημα αντίστασης στον φασισμό γίνεται τίτλος βιβλίου από τον Vittorio Giardino σε μια ιστορία για τον αγώνα των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στον Φράνκο κατά τον ισπανικό εμφύλιο. Μπορεί ο ίδιος ο Vittorio Giardino, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς δημιουργούς, να θεωρείται βασικός εκπρόσωπος της «καθαρής γραμμής» στο σχέδιο και της εμμονής στις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις κτιρίων, πόλεων, δρόμων, ενδυμασιών κ.λπ., αλλά οι ιστορίες του είναι σκοτεινές, δύσκολες, δυσοίωνες και συνήθως τοποθετημένες σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Όπως αναφέρει και ο επιμελητής της έκδοσης, Γιάννης Μιχαηλίδης, όμως, η «καθαρή γραμμή» του Giardino δεν είναι αυτή του Herge ή του Edgar Jacobs αλλά αυτή του Higo Pratt, του Moebius, του Carl Barks και του Floyd Gottfredson. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μικτής γραμμής και του καθαρού, γραμμικά αναπτυσσόμενου αλλά στιβαρού σεναρίου είναι το «No Pasaran» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Jemma Press, 64 σελίδες) με πρωταγωνιστή τον Γαλλοεβραίο Max Fridman, πρώην μέλος της γαλλικής αντικατασκοπίας και πρωταγωνιστή σε πέντε συνολικά ξεχωριστές και αυτοτελείς ιστορίες του Giardino, που αποφασίζει να αφήσει την ηρεμία του σπιτιού του στην ασφαλή Γενεύη και να ταξιδέψει στην ταραγμένη Ισπανία στα χρόνια του αιματηρού εμφυλίου αναζητώντας έναν παλιό φίλο του, εθελοντή μαχητή της ελευθερίας στις γραμμές των δημοκρατικών δυνάμεων. Βαθιά πολιτικός, όπως πάντα, ο Giardino –και χωρίς να πλατειάζει ή να αφήνει διακηρυκτικού τύπου «κορόνες» παρά τη σαφή πολιτική θέση του– περιγράφει την Ισπανία του εμφυλίου για να υπενθυμίσει ότι εκεί πολέμησαν ανεκπαίδευτοι ηρωικοί εθελοντές από όλη την Ευρώπη στο πλευρό της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης κόντρα σε έναν πάνοπλο φασιστικό στρατό στασιαστών, υποστηριζόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα. Δίνει έτσι μια συναρπαστική, φανταστική ιστορία που θα μπορούσε να είναι και αληθινή, καθιστώντας επίκαιρη τη γνώση της πρόσφατης πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας της Ευρώπης. Και προλογίζοντας ο ίδιος το βιβλίο του ξεκαθαρίζει την επιλογή του τίτλου του, «No Pasaran». «Στο τέλος οι στρατιωτικοί, οι αντιδραστικοί, οι πραξικοπηματίες νίκησαν, η δικτατορία εγκαθιδρύθηκε και όλοι προσαρμόστηκαν. Αναγκαστικά, ίσως σοφά πράττοντας, αποφάσισαν να πράξουν ρεαλιστικά. Όμως όχι ο Πικάσο. Όχι ο Μιρό, όχι ο Αλμπέρτι, όχι ο Νερούδα. Ηττημένοι ναι, παραδομένοι ποτέ. No Pasaran! Δεν θα περάσουν, είπαν. Περάσαμε, απάντησαν χλευαστικά οι νικητές. Αλλά όμως, ακόμα και σήμερα, για τον καθέναν από εμάς, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να περάσουν. Και αν καταφέρουν να περάσουν, αυτό δεν θα έχει συμβεί με τη δική μου βοήθεια. Ούτε με τη δική μου σιωπή». Πηγή
  2. Τίτλος Πρωτότυπου: Max Fridman: No Pasaràn, Lizard, 2000 Πρώτη ελληνική έκδοση: Jemma Press, Φεβρουάριος 2022 "No pasarán!" "Δεν θα περάσουν!" Ποιοι; Μα οι φασίστες του Φράνκο, οι οποίοι αιματοκύλησαν την Ισπανία και την οδήγησαν σε έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, οι πληγές του οποίου είναι αισθητές, ακόμη και σήμερα, αφού συχνά ανακαλύπτονται τάφοι δολοφονημένων. Δυστυχώς, όμως, οι φασίστες πέρασαν και επέβαλαν μαι δικτατορία, που διήρκεσε 35 χρόνια, έως το θάνατο του Φράνκο. Η αντίσταση του ισπανικού λαού, όμως, ενέπνευσε πάρα πολλούς καλλιτέχνες και φυσικά και δημιουργούς κόμικς. Ένας από αυτούς, ήταν και ο σπουδαίος Βιττόριο Τζαρντίνο, που βρίσκει αφορμή στον ισπανικό εμφύλιο, για να μας δώσει την τρίτη περιπέτεια του τέως κατασκόπου Μαξ Φρίντμαν (η πρώτη ήταν η "Ουγγρική Ραψωδία", ενώ η δεύτερη δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα ελληνικά). Το έργο αποτελείται από τρεις τόμους, εμείς ήδη έχουμε στα χέρια μας τον πρώτο και αναμένουμε τους δύο επόμενους, που πιστεύω, ότι δεν θα αργήσουν. Η αρχή της αφήγησης βρίσκει τον Φρίντμαν να απολαμβάνει την ηρεμία του σπιτιού στη Γενεύη του μαζί με την κόρη του, το φθινόπωρο του 1938, όταν ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει γύρω από τους Δημοκρατικούς. Ο Φρίντμαν δέχεται την επίσκεψη της συζύγου ενός συμπολεμιστή του στην Ισπανία, ο οποίος αγνοείται και οι αναμνήσεις του, και ίσως και κάποια συναισθήματα, θα τον οδηγήσουν ξανά στην πολύπαθη χώρα, εκεί όπου έχουν μαζευτεί αντιπρόσωποι από κάθε πολιτικό στρατόπεδο, για να ελέγξουν την κατάσταση. Και καθώς ο Φρίντμαν αναζητά το φίλο του, αντιλαμβάνεται, ότι η πραγματική μάχη δίνεται στα μετόπισθεν, μεταξύ αυτών των αντιπροσώπων. Δεν έχει νόημα να επεκταθώ περισσότερο στην υπόθεση, εξάλλου είναι ο πρώτος τόμος, και ως εκ τούτου, είναι μοιραία εισαγωγικός. Το σενάριο είναι πολύπλοκο και πολλά πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους. Η πρώτη ανάγνωση άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις, αλλά θα το κρίνουμε, πιστεύω, πληρέστερα, όταν ολοκληρωθεί. Εννοείται, ότι το σχέδιο είναι υπέροχο, παρόλο που θεωρώ, ότι το ασπρόμαυρο της "Ουγγρικής Ραψωδίας" ανεδείκνυε τελικά καλύτερα τις γραμμές του μεγάλου σχεδιαστή. Η έκδοση της Jemma Press είναι υπέροχη: ωραίο χαρτί, ζωντανά χρώματα, εξαιρετική μετάφραση από το Γαβριήλ Τομπαλίδη και συμπληρώνεται από μια ιστορική αναδρομή και μια εισαγωγή από τον ίδιο τον Τζαρντίνο και από ένα πολύ, πάρα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Μιχαηλίδη, που έχει κάνει και την επιμέλεια. Μοναδική παραφωνία, τα μπαλονάκια των διαλόγων, που φαίνονται πολύ μεγάλα και έτσι περισσεύει πολύς χώρος, μάλλον επειδή η γραμματοσειρά, που επιλέχθηκε είναι αρκετά μικρή. Δεν υπάρχει λόγος να αναβάλλετε την αγορά του κόμικ, αν δεν το έχετε ήδη κάνει. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  3. «Το μολυσματικό σύνδρομο της στοματικής κοιλότητας και άλλες πειραματικές φρικωδίες» ίσως είναι ένα από τα πιο δυσπρόσιτα και δυσκολοχώνευτα κόμικ που έχουν εκδοθεί, ιδίως όταν μιλάμε και για τα δεδομένα της Ελλάδας όπου το κοινό αυτών των συγκεκριμένων κόμικς είναι περιορισμένο. Ο τίτλος «πειραματικές φρικωδίες» περιγράφει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο το περιεχόμενο του έργου. Πράγματι είναι για γερά στομάχια καθώς περιέχει ακραία-για αρκετούς-στοιχεία, όπως η κοπρολαγνεία, ο μαζοχισμός, η σεξουαλική βία, το bodyhorror, η εμμονή με τον «εσωτερικό εαυτό μας (όσοι το έχουν διαβάσει καταλαβαίνουν τι εννοώ)». Μέσα σε όλα αυτά βέβαια δε λείπει το χιούμορ, η αιχμηρή κοινωνική κριτική και ο πειραματισμός με τα όρια του μέσου. Οι περισσότερες ιστορίες είναι ανάλαφρες και τετριμμένες ωστόσο η δομή τους, με την ανορθόδοξη κορύφωση ή τέλος αν το επιθυμείτε, δημιουργούν μια μοναδική εμπειρία. Σίγουρα δεν είναι ένα κόμικ για όλους, ιδίως κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες βλ. «Φρακάρισμα» (η εν λόγω ιστορία με δυσκόλεψε ιδιαίτερα - no pun intended). Κάθε ιστορία από τις συνολικά 13 είναι ξεχωριστή και καταπιάνεται με αλλόκοτες και σουρεαλιστικές ιδέες. Πρώτη φορά έχω αισθανθεί τόσο περίεργα κατά την ανάγνωση ενός κόμικ, να με απωθεί και ταυτόχρονα να το βρίσκω υπέροχο από την οπτική της ιδέας και της εκτέλεσης. Όλες οι ιστορίες είναι τρομερά καλοσχεδιασμένες με το «Blow up» και τη «δημιουργία του έθνους» να είναι αξεπέραστες για μένα, όσον αφορά τον πειραματισμό και τη διαχείριση του μέσου. Η έκδοση είναι προσεγμένη, οικονομική και άξια επαίνων καθώς είναι σχεδόν απίθανο να απέδωσε καρπούς μέσω των πωλήσεων. Τολμηρή κίνηση για μια ελληνική εκδοτική που πραγματικά έφερε εις πέρας έναν άθλο. Φαντάζομαι πόσο δύσκολη και ριψοκίνδυνη απόφαση θα ήταν. Ωστόσο ακόμη και αν πρόκειται για δύσκολη ανάγνωση την προτείνω, διότι προσδίδει κάτι επιπλέον στην ενάτη τέχνη και σίγουρα θα σας μείνει αξέχαστο. Από τα έργα του Kago έχουν μεταφραστεί αρκετά στα αγγλικά, όπως το Dementia 21 από Fantagraphics που μοιάζει αρκετά ενδιαφέρον. Διαβάστε το υπεύθυνα ΥΓ: Όλες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο.
  4. 1. Το Σημάδι του Κάϊν Ποτέ μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του! Ή το θέμα του! Πόσο σοφή έκφραση! Η αλήθεια είναι ότι όταν είδα για πρώτη φορά την κυκλοφορία της Jemma Press παραξενεύτηκα (ολογράφως κριντζαρα). Κάτι το θέμα, κάτι το μέτριο γραφιστικά (κατά την άποψή μου) εξώφυλλο, το θεώρησα μια μέτρια επιλογή. Η άποψη μου άρχισε να αλλάζει όταν το έπιασα στα χέρια μου και είδα το πόσο όμορφα εικονογραφημένο είναι το εσωτερικό του. Αποφάσισα να το διαβάσω έχοντας χαμηλές τις προσδοκίες μου. Πόσο τραγικά διαψεύστηκα… Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κόμικ και στο σενάριο, πέρα από το σχέδιο. Η ιστορία σίγουρα αφορά και επηρεάζεται από το μύθο/θρύλο του Διγενή Ακρίτα, αλλά δεν είναι Κλασσικά Εικονογραφημένα. Ο Διγενής δεν είναι ο κλασικός ήρωας των τραγουδιών και των παραδόσεων. Η συγγραφική ομάδα των Κωνσταντίνου Δημητρίου & Κάλλιας Παπαδάκη τον κατέβασαν από το βάθρο που τον είχε τοποθετήσει το συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων, τον έκαναν άνθρωπο και γι αυτό ένα χαρακτήρα πιστικό! Στα πλαίσια ενός μύθου φυσικά…. Όσοι ψάξουν ιστορικές ανακρίβειες, η πράγματα που ξεφεύγουν από τον ορθόδοξο μύθο, σίγουρα θα βρουν πολλά, αλλά από την άλλη αυτό το κόμικ δεν θέλει τέτοιους αναγνώστες και ούτε τους ψάχνει. Πάρα πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και από τη σχεδιαστική ομάδα των Αύγουστου Κανάκη & Ντέννι Γιατρά. Θα προτιμούσα τα χρώματα λιγότερο φωτεινά, αλλά αυτό είναι δική μου άποψη. Δεν ξέρω πόσοι το προσέξατε αλλά για το συγκεκριμένο κόμικ συνεργάστηκαν 4 άτομα, χωρίς γραφίστες, επιμελητές εκδότες κλπ. Αυτό από μόνο του για τον Ελληνικό χώρο είναι κατόρθωμα. Δε θέλω να πω κάτι για την υπόθεση για να σας αφήσω να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Μια παράθεση από το site της Jemma Press Δέκατος αιώνας. Στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου με τη Σαρακινή Συρία μεγαλώνει ο Βασίλειος Μουσούρ, γιος μιας βυζαντινής αριστοκράτισσας και ενός Σύρου εμίρη. Σε μια βίαιη εποχή, όπου η επιβίωση εξαρτάται από τις πολεμικές αρετές, ο Βασίλειος δεν έχει να επιδείξει ούτε ρώμη ούτε δεξιοτεχνία. Είναι άνθρωπος των βιβλίων. Μέσα όμως από ένα μακρινό ταξίδι στα βάθη της Ανατολής και μια εσωτερική διαμάχη μεταξύ καλού και κακού, ο Βασίλειος μεταμορφώνεται σε ικανό πολεμιστή και υπερασπιστή των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας· γίνεται ο «Διγενής Ακρίτας». Μια παραλλαγή του κλασικού έπους του Διγενή Ακρίτα. Μια διαδρομή μέσα από τον Δρόμο του Μεταξιού κατά τους σκοτεινότερους μεσαιωνικούς χρόνους, αλλά και ένα ταξίδι στο αχαρτογράφητο τοπίο των ανθρώπινων ψυχών και των παθών τους. Βάλτε το στη λίστα με τις σίγουρες αγορές σας!
  5. Το εξώφυλλο είναι εμπνευσμένο από την "κραυγή" του Edvard Munch Ο Junji Ito είναι για τα manga ότι είναι ο Stephen King για τη λογοτεχνία: Ο Βασιλιάς του Τρόμου. Κι είμαστε στην ευχάριστη θέση, εν έτει 2022, να δούμε την πρώτη κυκλοφορία ανθολογίας του Ίτο στα ελληνικά, από την Jemma Press! Πρόκειται για την πρώτη συλλογή της νέας horror περιόδου του, μετά από 8 χρόνια απουσίας από το είδος του τρόμου. Οι ιστορίες αυτής της συλλογής, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο shojo περιοδικό Nemuki (2013-2014). Κυκλοφόρησε σε τόμο από τη Viz Media το 2018. Όπως λέει κι ο ίδιος, στην εισαγωγή του τόμου, στην πρώτη του ιστορία, "Το Κρεβάτι", ο επιμελητής του είχε αμφιβολίες για το αποτέλεσμα και το ξαναέφτιαξε από την αρχή. Κι η αλήθεια είναι ότι το "Κρεβάτι" είναι ίσως κι η πιο αδύναμη ιστορία του τόμου. Η συνέχεια όμως... είναι ανατριχιαστικά καλή, για τα γούστα μου τουλάχιστον. Πολλοί δεν βάζουν αυτή τη συλλογή στα καλύτερα έργα του Ίτο, αλλά προσωπικά θα διαφωνήσω. Έχει αυτόν τον τρόμο, που "it grows on you". Έχει όλα τα κλασσικά συστατικά: body horror; τσεκ. δημιουργεί τρόμο μέσα από τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα; τσεκ; βρίσκει ισορροπίες ανάμεσα στο αθώο και το αποτρόπαιο, το γκροτέσκο; τσεκ. Επίσης έχει και κάτι που έλειπε από τα υπόλοιπα έργα του που έχω διαβάσει: το υπόγειο χιούμορ. Η επιτυχία των ιστοριών του κάποιες φορές έχει να κάνει με το τρομακτικό, που προβάλλει μέσα σε πράγματα και σχέσεις που γεννούν ασφάλεια. Το σπίτι, το κρεβάτι, την οικογένεια, τις συντροφικές/οικογενειακές σχέσεις, την επιστήμη. Ή άλλοτε με την άγρια φύση ή την "άγρια" ανάγκη του καλλιτέχνη για έμπνευση κι επιτυχία. Εδώ, οι ιστορίες είναι αυτοτελείς, μόνο σε δυο ιστορίες τα ονόματα των πρωταγωνιστών επαναλαμβάνονται. Αν και όλοι οι ήρωες των ιστοριών έχουν τα θέματά τους, στην πλειοψηφία τους οι γυναικείοι χαρακτήρες του είναι αρκετά ενεργοί, είτε για το καλύτερο είτε για το χειρότερο. Ενώ οι αντρικοί χαρακτήρες είναι συνήθως πιο αποστασιοποιημένοι ή παγιδευμένοι. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει και με το ότι αρχικά ο Ίτο απευθυνόταν σε κοινό των shojo manga. Οι ιστορίες που ξεχώρισα περισσότερο είναι το Μαυροπούλι, Ο Ήπιος Αποχαιρετισμός κι Η γυναίκα που ψιθύριζε. Tο σχέδιο είναι για μια ακόμη φορά υπέροχο. Η ελληνική έκδοση είναι πολύ όμορφη, με προσεγμένο εξώφυλλο με αυτιά, καλή μετάφραση, ένα κατατοπιστικό επίμετρο από τη Μυρτώ Τσελέντη κι έναν πρόλογο του ίδιου του δημιουργού. Θα μπορούσε να αποτελέσει άνετα μια πρώτη γνωριμία με το έργο του Ίτο και τα manga τρόμου, ακόμα και για όποιους δεν έχουν ξανασχοληθεί με το είδος. Εννοείται πως προτείνεται και πολύ θα ήθελα να δω κι άλλες τέτοιες εκδόσεις στο μέλλον! Μια πού ενδιαφέρουσα κριτική από τον Joe McCulloch στο Comics Journal
  6. Σενάριο & Σχέδιο: Το σχέδιο είναι απλά εξαιρετικό. Ο καλλιτέχνης επιλέγει να σχεδιάσει ρεαλιστικά κι όχι αφηρημένα( που προσωπικά, αφού μιλάμε για μεταφυσικό μυστήριο δεν θα μέ χαλούσε) και μάλιστα πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, το οποίο λαμβάνει χώρα στο σκοτεινό κι αποκομμένο ολοκληρωτικά σχεδόν εξοχικό, του θείου του πρωταγωνιστή . Πολύ όμορφα έχει αποδοθεί το απόκρημνο κι αφιλόξενο περιβάλλον του βουνού. Το σενάριο είναι σκοτεινό- όπως αρμόζει- αρκετά στενοχωρητικό και το μεταφυσικό στοιχείο, το οποίο κυριαρχεί σε όλο το το κόμικ, προσδίδει περισσότερη αγωνία(αν και είμαι λάτρης των ρεαλιστικών μυστηρίων). Μού άρεσε πάρα πολύ η αναφορά στο "Κοράκι" του Πόε, που γίνεται όμως ως φόρος τιμής κι όχι σαν αντιγραφή. Το θέμα που εντόπισα, είναι ότι δεν υπήρξε η κορύφωση. Περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι εντελώς ανατρεπτικό και θα άλλαζαν όλα. Με την παρούσα μορφή, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την πλοκή κάπως προβλέψιμη. Επιπλέον, κάτι ακόμα που μέ προβλημάτισε, ήταν η ταχύτητα με την οποία διαβαζόταν(αυτό βέβαια, μπορεί να είναι θετικό). Δηλαδή, τό τελείωσα μέσα σε είκοσι λεπτά(κοιτώντας μάλιστα προσεχτικά τα καρέ)ενώ είναι κόμικ τρόμου. Τό αποδίδω στο απλό και λίγο σχετικά λεξιλόγιο και στα μικρά κείμενα που περιλαμβάνονται στα μπαλονάκια. Πάντως συνολικά είναι πολύ αξιόλογη προσπάθεια. 8/10 Χρώμα: Το Graphic Novel είναι ασπρόμαυρο. Δεν είμαι ειδικός για να γνωρίζω εάν το χρώμα θα είχε άσχημη επίδραση πάνω στο έργο, πάντως ομολογώ ότι αν και υποστηρικτής των έγχρωμων κόμικς, το σχέδιο θα αλλοιωνόταν αρκετά. Ποιότητα έκδοσης(μέγεθος, χαρτί κ.α.): Η έκδοση, στα 16.5x24 και θυμίζει άλλες εκδόσεις της Jemma όπως:"Μια καρδιά για τον Λεοντόκαρδο","Τεζα Omnibus", "Ψηφίδες τρόμου". Το χαρτί που χρησιμοποιείται, ομολογώ πως δεν τό έχω συναντήσει κάπου αλλού ξανά. Θυμίζει το χαρτί της εφημερίδας, αλλά πολύ πιο σκληρό και ίσως πιο γυαλιστερό. Τα κείμενα είναι τυπωμένα στη γραμματοσειρά Zephyrea της AKA ACID. Στο τέλος, έχει ένα παράθεμα με τέσσερις σελίδες που απορρίφθηκαν για κάποιον λόγο(θα ενδιαφερόμουν να μάθω για ποιον). Απολογισμός: Η ιστορία, σίγουρα σέ απορροφά , όμως με μερικές βελτιώσεις θα μπορούσε να είναι σχεδόν τέλεια. Η έκδοση πάρα πολύ φροντισμένη κι αξιόλογη. Πιστεύω ότι 10 ευρώ για 104 ποιοτικές(τόσο από εκδοτικής,όσο κι από καλλιτεχνικής άποψης) σελίδες είναι αξιοπρεπέστατη τιμή. Όσοι πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο είδος τούς ταιριάζει, ας σπεύσουν να τό αγοράσουν. Όσοι επίσης στηρίζουν την ελληνική σκηνή και δεν τό έχουν πάρει ακόμα ας κοιτάξουν να τό αγοράσουν, γιατί πρόκειται για ένα πραγματικά αξιοπρόσεκτο κόμικ, από ΄Έλληνα καλλιτέχνη.
  7. ComicDom και AthensCon χωρίς νέο τεύχος Κουραφέλκυθρων γίνεται? Φυσικά και δεν γίνεται. Έτσι, λοιπόν, στο 5ο AthensCon, ο ταλαντούχος δημιουργός Αντώνης Βαβαγιάννης, παρουσίασε στο κοινό του (το οποίο φαίνεται ότι αυξάνεται εκθετικά ) την νέα έντυπη μορφή των Κουραφέλκυθρων, με τίτλο “Κουραφέλκυθρα - Καλή ιδέα αφεντικό!”. Όσοι έχουμε διαβάσει παλιότερα Κουραφέλκυθρα θα μπούμε αμέσως στο νόημα και την χιουμοριστική φιλοσοφία που επιχειρεί να περάσει ο καλλιτέχνης. Όσοι δεν τα έχετε ακόμα διαβάσει, ντροπή σας. Να πάτε αμέσως να το κάνετε!!! Τα ολοσέλιδα στριπάκια που υπάρχουν και στο παρόν τεύχος είναι παρμένα (εκτός από εκείνο της σελίδας 64) από την διαδικτυακή πλατφόρμα socomic.gr. Πολύ λίγα ήταν εκείνα που προσπέρασα. Τα περισσότερα ήταν άκρως κωμικά, ενώ υπήρχαν και μερικά με τα οποία δεν σταμάτησα να γελάω. Αυτό που με στενοχώρησε είναι ο παραγκωνισμός τους θείου Αιμίλιου, τον οποίο τον βλέπουμε μόνο σε ένα στριπάκι. Νομίζω ότι είναι πολύ νέος ακόμα για να βγει στην σύνταξη. Τι θα πει και το Μαριώ! Ο εικαστικός τομέας δεν έκρυβε εκπλήξεις. Ο αναγνώστης θα βρει ένα επιμελώς ατημέλητο σχέδιο, που παράγει μεν χιούμορ, αλλά σίγουρα όχι όσο το σενάριο. Γι’ακόμα μία φορά ο καλλιτέχνης θα δώσει περισσότερη βάση στα λόγια, παρά στις εικόνες. Ο χρωματισμός, όμως, σχεδόν σε όλα τα καρέ ήταν ταιριαστός κι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση κυμαίνεται στα πλαίσια των επιπέδων της Jemma. Υπάρχει γερή κόλληση στην ράχη, γεγονός που, σε συνδυασμό με το παχύ ματ χαρτί του εσωτερικού, κάνει το κόμικ ανθεκτικό στις συχνές αναγνώσεις. Το έξτρα υλικό απουσιάζει. Το μόνο που υπάρχει είναι μία χιουμοριστική εισαγωγή στο οπισθόφυλλο. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το socomic.gr.
  8. Ο τρόμος του μέλλοντος Γιάννης Κουκουλάς Μια συλλογή σαρκαστικών στριπ του Πάνου Ζάχαρη για τα χρόνια της πανδημίας που ζήσαμε και για τα χρόνια των «πανδημιών» που έρχονται. Γυρίστε τον χρόνο δυόμισι χρόνια πίσω και θυμηθείτε. Ακόμα και στον χειρότερο εφιάλτη σας θα μπορούσατε να είχατε προβλέψει, να είχατε καν σκεφτεί ως πιθανότητα αυτό που ακολούθησε; Να γιατί η επιστημονική φαντασία είναι συναρπαστική. Γιατί προειδοποιεί όχι μόνο για τα μελλούμενα αλλά μιλά για το παρόν, εξηγεί το σήμερα. Μια τέτοια μορφή δυστοπικής «επιστημονικής φαντασίας» γίνεται το όχημα του Πάνου Ζάχαρη για να περιηγηθεί στο τώρα και να το περιγράψει αποκαλύπτοντας πτυχές του που η συνήθεια μας έκανε να τις θεωρήσουμε φυσιολογικές και αναπόφευκτες. Στο «Fear Future» (εκδόσεις Jemma Press), ο Ζάχαρης τοποθετεί την πλοκή σε κάποιο κοντινό μέλλον (εξ ου και το «Near Future» του εξωφύλλου στο οποίο ένα «ματωμένο» γκράφιτι έχει αντικαταστήσει το «N» με «F») με μια πανδημία εν εξελίξει. Τείχη χωρίζουν τους πλούσιους, τους επιχειρηματίες και τους κρατικούς αξιωματούχους από τους εργάτες, τους άνεργους και τους φτωχούς. Κι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που χειραγωγεί τόσο τα ΜΜΕ όσο και τους διαπλεκόμενους επιστήμονες ισχυρίζεται ότι ελέγχει πλήρως την κατάσταση, ότι διαχειρίζεται αποτελεσματικά την πανδημία, ότι όλα βαίνουν καλώς. Και αυτό είναι αλήθεια αλλά μόνο για τους εντός των τειχών. Οι υπόλοιποι πεινούν, φοβούνται, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν. Αλλά όχι οn camera. Σε μια τέτοια ζοφερή πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν αβοήθητοι σαν τα ποντίκια και η κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο για τη δημόσια εικόνα της (σας θυμίζει κάτι αυτό;) υπάρχει θέση για χιούμορ; Ο Πάνος Ζάχαρης έχει την απίστευτη ικανότητα να πλάθει μαύρες κωμωδίες, χιουμοριστικές και σαρκαστικές ιστορίες ακόμα και μέσα σε τέτοιες τραγωδίες. «Όπως πάντα ο Πάνος γράφει και σχεδιάζει με ευφυΐα και ευαισθησία. Συνοψίζει το συλλογικό βίωμα και ξεδιαλέγει τα στοιχεία της “μικρής” επικαιρότητας που θα επηρεάσουν τη “μεγάλη” επικαιρότητα, ένα ταλέντο που έχει καλλιεργήσει και ακονίσει στη διάρκεια της πορείας του στην πολιτική γελοιογραφία. Μέσα από οικείους χαρακτήρες, στρογγυλεμένο σχέδιο, θερμή χρωματική παλέτα και φυσικά μέσω του χιούμορ, βάζει τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα ασφαλή, ώστε να μπορεί να τον φέρει αντιμέτωπο με σκληρές και επώδυνες αλήθειες. Καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη να σκάει στα γέλια, ενώ ταυτόχρονα νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι», όπως εύστοχα επισημαίνει η Αλέξια Οθωναίου στο προλογικό της σημείωμα. Με παρόμοιες τεχνικές και μεθόδους έχει δημιουργήσει ο Ζάχαρης και τα προηγούμενα έργα του: στο «The Working Dead» και στη συνέχειά του, «The Working Dead… and…» καταγράφει φανταστικά στιγμιότυπα που θα μπορούσαν να είναι πέρα για πέρα αληθινά από τη διαχρονική και παγκόσμια καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης, ενώ στο «Scary Tales» που διαβάζετε κάθε Σάββατο στην πρώτη σελίδα του «Καρέ Καρέ» μεταφέρει γνωστά παραμύθια και χαρακτήρες από τη λαϊκή κουλτούρα στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Αυτό το επιτυγχάνει όπως και στο «Fear Future» με πανέξυπνους αναχρονισμούς που πάντα παραπέμπουν στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και έχοντας βαθιά κατασταλαγμένη τη δική του πολιτική άποψη για τα πράγματα, όντας ενεργά ταγμένος στο πλευρό των πρωταγωνιστών του, των άκληρων, αυτών που αγωνίζονται καθημερινά για το ψωμί τους και -στην περίπτωση του «Fear Future»- για την υγεία τους. Στο πλαίσιο αυτών των αναχρονισμών, πολλά από τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης στο «Fear Future» αν και ανήκουν σε μια άλλη, όχι και τόσο ανοίκεια, συνθήκη φέρνουν στον νου το παρόν. Δεν είναι τυχαίο που ο frontman του επιστημονικού προσωπικού, σε αγαστή συνεργασία με τους εντολείς του, έχει μια προφανή ομοιότητα με τον Σωτήρη Τσιόδρα, ούτε είναι τυχαίο ότι η δεξίωση των επιφανών προσώπων, κυβερνητικών αξιωματούχων και βιομηχάνων, λαμβάνει χώρα σε έναν κήπο σαν του Μαξίμου. Για αυτά θέλει να μιλήσει ο Ζάχαρης και το κάνει τόσο έξυπνα που ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου του έχεις τη βεβαιότητα ότι τελικά το βιβλίο δεν αναφέρεται σε αυτό το «future» του τίτλου αλλά σε ένα διαρκές και οδυνηρό «εδώ». Και όπως αναφέρει η Αλέξια Οθωναίου: «Κάποιος βέβαια μπορεί να αναρωτηθεί γιατί να θελήσει, όταν ακόμα η μνήμη ενός τραύματος είναι τόσο νωπή, να υποβάλει τον εαυτό του στην ανάγνωση ενός κόμικς που πραγματεύεται το τραύμα που βίωσε, και που πολύ πιθανό να θέλει να ξεχάσει. Κατ' αρχάς, το "Fear Future" με τον τρόπο του είναι διασκεδαστικό. Αλλά κυρίως, διαβάζοντάς το κατακλύζεσαι από την ανακουφιστική αίσθηση ότι δεν είσαι τρελός. Μέσα στον παραλογισμό που ζήσαμε όλοι τα δύο χρόνια της πανδημίας, είμαι βέβαιη πως πολλοί από εμάς ένιωσαν παρανοϊκοί. Οχι λόγω της δυστοπίας της συνθήκης της πανδημίας, αλλά εξαιτίας της διαχείρισής της από το σύστημα. Ο Ζάχαρης με αιχμηρό χιούμορ καταφέρνει να συνοψίσει όλες αυτές τις αντιφάσεις, τους παραλογισμούς, τα καταφανή ψέματα και την ανικανότητα διαχείρισης της πανδημίας από το τρανό μέτωπο της λογικής». Πηγή
  9. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου λοιπόν, για να μιλήσω για το δεύτερο άλμπουμ της σειράς Μυστήρια Πράματα με (υπο)τίτλο Λύκοι της Ζήρειας, το οποίο κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Jemma Press φυσικά. Είναι γνωστό ότι ο Θανάσης Πετρόπουλος ανέβαζε σε συνέχειες την ιστορία στο socomic.gr. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι εγώ απέφευγα να τα διαβάζω, μιας και ήθελα να διαβάσω ολόκληρο το άλμπουμ όταν θα κυκλοφορούσε. Άργησε να πέσει στα χέρια μου, αλλά τελικά έγινε κι αυτό. Βρισκόμαστε στο έτος 1894 και οι περιπέτειες των Φιλήμονα Καρτέρη και Σερ Ζάκαρυ Νίκολσον συνεχίζονται, αυτή τη φορά στην ορεινή Κορινθία και συγκεκριμένα στη Ζήρεια, όπου μετά την είδηση της εξαφάνισης ενός ντόπιου πραματευτή σε συνδυασμό με ένα αλλόκοτο, μεταφυσικό, θα έλεγε κανείς, περιστατικό, οι δύο πρωταγωνιστές μας αναλαμβάνουν δράση, για να εξιχνιάσουν το μυστήριο. Καρτέρης και Νίκολσον εν δράσει Πολλοί ίσως παραξενευτούν με αυτό που θα πω, αλλά το Λύκοι της Ζήρειας μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο άλμπουμ (το οποίο ήταν επίσης πολύ καλό, μην παρεξηγηθώ, έχω κάνει και σ'αυτό παρουσίαση άλλωστε: Μυστήρια Πράματα). Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά; Μα φυσικά το είδος του τρόμου. Και τώρα θα πει κάποιος «άσε μας ρε Beefheart! Και οι δύο ιστορίες monster hunting είναι». ΧΑ! Φτωχέ, μικρέ μου υποθετικέ αντιρρησία, στην πρώτη περίπτωση έχουμε το τέρας που σπέρνει τον τρόμο στο, ας πούμε, «τερέν» των ηρώων μας, ενώ εδώ, αντίθετα, οι ήρωές μας κινούνται προς την περιοχή του τέρατος, κάτι που τους κάνει να φαντάζουν ανίσχυροι και δίνει μια πιο αρχετυπική νότα στο horror element. Είναι σαν να τον άνθρωπο που κολυμπάει στη θάλασσα στα Σαγόνια του Καρχαρία, αλλά σε βουνό, για να σου δώσω να καταλάβεις. Επιπλέον, το στήσιμο του σεναρίου είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται αυτού του είδους η περιπέτεια για να δημιουργηθεί το κατάλληλο σασπένς. Το σχέδιο είναι το γνωστό πετροπουλέικο (όσοι δε γνωρίζουν θα το δουν στα images που ανέβασα). Καρτέρης και Νίκολσον όντως εν δράσει, αλλά αυτό το καρέ δεν είναι μέσα στην ιστορία, σας ξεγέλασα.
  10. Ελασσόνα Θεσσαλίας, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821. Ο Δήμος Καραμάνος, έχει εγκαταλείψει την ζωή του κλέφτη, και έχει γίνει οικογενειάρχης και αγρότης. Έχει εγκαταλείψει την παλιά του ζωή, η οποία όμως έρχεται πίσω και με το πρόσωπο του παλιού του καπετάνιου, τον μπλέκει πάλι σε κίνδυνο. Ο ένας από τα πέντε του παιδιά ερωτεύεται την κόρη του προύχοντα του χωριού και βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Τραγική εικόνα η γυναίκα του, η οποία θα αποτελέσει τον εύκολο στόχο των εχθρών του Καραμάνου. Περιφερειακά της ιστορίας, κινούνται πασίγνωστες φιγούρες της επόχης, όπως ο Αλή Πασάς, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο κέντρο όμως, βρίσκεται πάντα ο Καραμάνος, τα παιδιά του και το ταξίδι του για εκδίκηση και απελευθέρωση Ότι πιο κοντινό, από πλευράς σύλληψης/στησίματος/απόδοσης, σε BD έχουμε στην Ελλάδα. Λένε ότι έχεις μόνο μια ευκαιρια να κάνεις καλή πρώτη εντύπωση, και ο Καραμπάλιος την έκανε. Μια ιστορία, η οποία, κατά δήλωση του, θα ολοκληρωθεί σε 6 τεύχη, από τα οποία έχουμε ήδη τα 3. Μια ιστορία η οποία κυλάει αβίαστα, χωρίς κολλήματα, χωρίς περιττές και μακρόσυρτες λεζάντες και περιγραφές. Ουσιαστικά, μια ιστορία οικογενειακής τραγωδίας, η οποία δεν πέφτει στην εύκολη παγίδα να αναλωθεί σε εθνικιστικές κορώνες. Και δεν πέφτει στην εξίσου εύκολη παγίδα να δώσει βάρος στους πασίγνωστους πρωταγωνιστές της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα, παρά παραμένει, στο κορμό της, μια κοινωνική ιστορία εκδίκησης, συγχώρεσης, ενηλικίωσης και αναζήτησης. Και όλα τα παραπάνω, συνοδευόμενο από το σχέδιο, το οποίο σε μερικά σημεία είναι τρομερά δουλεμένο, με πολύ καλή επιλογή χρώματος και πανέξυπνου στησίματος της κάμερας. Όταν είχα δει τις πρώτες (έξυπνα επιλεγμένες) σελίδες στο FB του δημιουργού, είχα ενθουσιαστεί. Όταν βέβαια αγόρασα και διάβασα το πρώτο τεύχος, προσγειώθηκα (όμαλά όμως). Γιατί, όπως και κάθε πρωτοεμφανιζόμενος δημιουργός, παρουσίασε κάποιες αδυναμίες, μελετώντας το σύνολο του πρώτου άλμπουμ. Ενώ σχεδιάζει υπέροχα τα πρόσωπα των ώριμων αντρών, έχει θέμα με τα παιδικά και τα γυναικεία πρόσωπα, αφήνοντας τα "γυμνά" από γωνίες και σκιές. Επίσης, ήταν εμφανές ότι κάποια καρέ δουλεύτηκαν πολύ περισσότερο από κάποια άλλα, κάνοντας το αποτέλεσμα λίγο άνισο. Στην πορεία, και διαβάζοντας το δεύτερο και το τρίτο τεύχος μαζί, διαπίστωσα ότι οι λεπτομέρειες ( και ειδικά η προσοχή σε αυτές ) και το στήσιμο των καρέ βελτιώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά παρέμεινε το πρόβλημα με τα πρόσωπα αλλά και με το ρυθμό. Συνολικά μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια και αξίζουν συγχαρητήρια, τόσο στον Καραμπάλιο όσο και στην εκδοτική η οποία, για άλλη μια φορά, έβγαλε στην επιφάνεια ένα διαμαντάκι. Παρόλες τις αδυναμίες, ξεκινάει από πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις περισσότερες ελληνικές δουλειές και, προσωπικά, θα περιμένω πολλά περισσότερα στο μέλλον!
  11. Η Σπαζοραχούλα είναι ένα από τα κόμικ που ξεχώρισαν στο Comicdom-Con του 2021. Πρόκειται για ένα βουκολικό παραμύθι σε κόμικ που τα έχει όλα. Η ιστορία ξεκινάει με τον Κωνσταντή τον τσομπάνη από την Φρυκτωρία, να διαμαρτύρεται στην καλή του φίλη, τη Μαρουσώ, για τη ζωή του και τις ερωτικές του ατυχίες. Βλέπετε, το χωρίο του Κωνσταντή είναι σ' ένα σταυροδρόμι όπου λεβέντες και ήρωες περνάνε κάθε τόσο κάνοντας μια στάση ακολουθώντας το δρόμο της περιπέτειας, της δόξας και μπορεί και της αρετής. Επάνω στην κουβέντα ξεκινάει απρόσμενα και η μεγάλη περιπέτεια του Κωνσταντή , γλιστρώντας σε ένα ρήγμα και πέφτοντας σε έναν παράλληλο κόσμο, πράγμα συνηθισμένο για τους ήρωες αλλά νέο για τον Κωνσταντή. Η περιπέτεια του Κωνσταντή στη Σπαζοραχούλα είναι μυθικών διαστάσεων, αλλά πάντα με τον ανθρώπινο χαρακτήρα, συναντάει άσπονδους εχθρούς και φίλους, έχει μεγάλες ανατροπές, ενώ απαντάει και σε μερικά από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ζωής . Μάλιστα το έργο περιέχει και χαρακτήρες από προηγούμενη δουλειά του Steve, το Εσμέ. Παρόλο τον χαβαλεντζίδικο χαρακτήρα του κόμικ και το fantasy σκηνικό, θα περίμενε κανείς λογικά κενά, ευκολίες στο σενάριο και κάθε είδους ασυναρτησίες. Λάθος. Το κόμικ αυτό έχει αρχή, μέση και τέλος σφιχτή δομή και πραγματικά βγάζει νόημα κάνοντας την ανάγνωση μια ευχάριστη και απολαυστική διαδικασία. Το queer στοιχείο σε καμία περίπτωση δεν κάνει dominate το κόμικ όπως μπορεί να συμβαίνει σε άλλα έργα, με αποτέλεσμα να διαβάζεται το ίδιο άνετα απ' όλους. Εγώ το βρήκα απολαυστικότατο, και θα ήθελα και άλλο (π.χ. στο Fast Forward της σελίδας 30-31) Διαβάζοντας το κόμικ αυτό έρχονται στο μυαλό μου σκηνές από ταινίες όπως ο Βαρόνος Μινχάουζεν του Terry Gilliam αν και φαντάζομαι ο καθένας θα μπορούσε να το συνδέσει μια ταινία ή ένα κόμικ αναζήτησης είτε παιδικών είτε επικών διαστάσεων. O Steve Στιβάκτης και η Έλενα Γώγου, έχουν γράψει χιλιόμετρα σε φανζιν και σε πάγκους φεστιβάλ, βγάζοντας κόμικ ή συμμετέχοντας σε ανθολογίες. Αν δεν κάνω λάθος, νομίζω πως είναι η πρώτη αυτόνομη δουλειά τους. Το σχέδιο και ο χρωματισμός της Έλενας Γώγου είναι πάρα πολύ καλά και αναγνωρίσιμα. Ειδικά ο χρωματισμός φαίνεται να αποτελεί μεγάλο της προσόν χωρίς το σχέδιο να υστερεί. Απλά το τονίζω γιατί καλό σχέδιο έχουν αρκετοί Έλληνες δημιουργοί, αλλά ο χρωματισμός θέλει και δουλειά εκτός από ταλέντο. Πάντα κοιτάζω τις δουλειές του Steve καθώς τις βρίσκω έξυπνες και πρωτότυπες και χαίρομαι που προχωράει το έργο του. Ελπίζω να κρατήσει ψηλά τον πήχη που μόνος του έχει ανεβάσει.
  12. Ένας ανώνυμος και μασκοφόρος αντιήρωας Γιάννης Κουκουλάς Είκοσι Ιταλοί δημιουργοί κόμικς τιμούν τον Diabolik, τον θρυλικό Αρχοντα του εγκλήματος και της μεταμφίεσης, που συμπληρώνει 60 χρόνια ζωής. Ήταν άσος των μεταμφιέσεων και μπορούσε να ξεγελάσει τους πάντες με τις μάσκες και τα υπέροχα σχεδιασμένα κοστούμια του. Ήταν όμως και άριστος γνώστης των πολεμικών τεχνών, ειδήμων στα όπλα και τη χρήση τους, ικανότατος κατασκευαστής εκρηκτικών και παρασκευαστής χημικών μιγμάτων για κάθε περίσταση. Ήταν επίσης καλλιεργημένος και μορφωμένος αλλά και πολύ εκλεκτικός στα γούστα του. Οδηγούσε πάντα μια μαύρη Τζάγκουαρ και διάλεγε (να κλέβει) τα καλύτερα. Από το 1962 μέχρι σήμερα κανείς δεν έμαθε το πραγματικό του όνομα. Όλοι όμως ήξεραν και έτρεμαν τον Diabolik. Ο μαυροφορεμένος Άρχοντας του εγκλήματος με τις αριστοκρατικές συνήθειες έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα ιταλικά κόμικς το 1962. Τον χαρακτήρα του αλλά και το format των βιβλίων που θα τον φιλοξενούσαν επινόησαν δύο αδελφές από το Μιλάνο, η Angela και η Luciana Giussani. Όπως έλεγαν οι ίδιες, εμπνεύστηκαν τον Diabolik αλλά και το στιλ των ιστοριών του όταν βρήκαν παρατημένο στον σταθμό του τρένου ένα βιβλίο τσέπης με περιπετειώδεις ιστορίες. Η σκέψη ήταν απλή: ένας χαρακτήρας ο οποίος θα πρωταγωνιστεί σε περιπέτειες που διαρκούν όσο ένα σύντομο ταξίδι με τρένο και μάλιστα σε ιστορίες με αστυνομική δράση, που εκείνη την εποχή ήταν ένα ιδιαιτέρως δημοφιλές λογοτεχνικό είδος. Οι αδελφές Giussani ήταν αυτές που εισήγαγαν ή, τουλάχιστον, διέδωσαν τη μορφή των «fumetti neri», των αυτοτελών, σκοτεινών ιταλικών κόμικς με έναν σταθερό χαρακτήρα που κυκλοφορούσαν σε μικρό μέγεθος και κάθε σελίδα τους αποτελούνταν από δύο καρέ. Στον Diabolik, πιθανώς, οφείλει την ύπαρξή του ένα ολόκληρο είδος κόμικς που στην Ιταλία έκαναν θραύση από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Όπως γράφει και ο Milo Manara στον πρόλογό του για το «Diabolik - Με το βλέμμα των άλλων» (εκδόσεις Jemma Press, μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 192 σελίδες): «Αν δεν είχε υπάρξει το Diabolik, πιθανόν δεν θα υπήρχαν όλα αυτά τα φουμέτι μικρού σχήματος, με δύο καρέ σε κάθε σελίδα που, όπως και αν το δείτε, τους αξίζουν τα εύσημα για το ότι αποτελούσαν για τους αναγνώστες το μεταφορικό μέσο από τα παιδικά κόμικς σ’ εκείνα για ενηλίκους. […] Επιπλέον, η ανάγνωση του Diabolik πέρα από κάθε αμφιβολία συντέλεσε στη μεγάλη αλλαγή νοοτροπίας, στην κοινωνική και πολιτική ματιά που είναι γνωστή σαν το “εξήντα οκτώ”. Δεν μπορώ να ξέρω σε τι ποσοστό, όμως δίχως άλλο το έκανε, αν μη τι άλλο και μόνο εξαιτίας του θάρρους που είχαν οι αδερφές Giussani να προτείνουν έναν εγκληματία για τον ρόλο ενός ήρωα σαγηνευτικού και ατρόμητου: κάτι πρωτόγνωρο!». Τον Diabolik σχεδίασαν πολλοί σπουδαίοι Ιταλοί δημιουργοί, ανάμεσά τους οι Sergio Zaniboni, Giorgio Montorio, Brenno Fiumali κ.ά. που διατήρησαν τα βασικά χαρακτηριστικά απαράλλαχτα: έντονη δράση με πρωταγωνιστή τον Diabolik και τη συνεργάτιδα, σύντροφο και ερωμένη του, Eva Kant, απίστευτες επινοήσεις και ευρηματικότητα από έναν γοητευτικό και τετραπέρατο ληστή που σκοτώνει σπάνια τους εχθρούς του και μόνο όταν κινδυνεύει η ζωή του, παθιασμένοι ντετέκτιβ και αστυνομικοί που διαρκώς αποτυγχάνουν γιατί ο Diabolik είναι πολύ εξυπνότερος από αυτούς. Οι περιπέτειες του Diabolik έχουν πουλήσει πολλά εκατομμύρια αντίτυπα στην Ιταλία και σε άλλες χώρες, έχουν μεταφερθεί σε κινούμενα σχέδια, σε κινηματογραφική ταινία, σε ραδιοφωνική σειρά. Και σίγουρα έχουν επηρεάσει πολλούς από τους σύγχρονους Ιταλούς δημιουργούς κόμικς. Πολλοί από αυτούς, μεγάλα ονόματα των σύγχρονων ευρωπαϊκών κόμικς (Vittorio Giardino, Sergio Toppi, Giuseppe Palumbo, Silvia Ziche, Lorenzo Mattotti, Giorgio Cavazzano, Roberto Baldazzini κ.ά.), αποτίνοντας φόρο τιμής στον μασκοφόρο αντιήρωα και αποδίδοντας τα εύσημα στις δημιουργούς του, συμμετέχουν στην έκδοση «Diabolik - Με το βλέμμα των άλλων» με δικές τους ιστορίες για τον «βασιλιά του τρόμου». Σε μια έξοχη έκδοση που συνοδεύεται από τα λόγια και τις απόψεις πολλών από αυτούς τους δημιουργούς για τον μασκοφόρο, διαφορετικό εγκληματία και «δάσκαλό» τους στη σπουδαία διαδρομή των ιταλικών κόμικς από το 1960 μέχρι σήμερα. Πηγή
  13. Ταξιδεύοντας στην Ιστορία με «Μαύρα Καράβια» Έλληνες πειρατές, ένα θέμα-ταμπού Στις αμέτρητες σελίδες μιας παλιάς ναυτικής εγκυκλοπαίδειας, στο λήμμα με τον μυθιστορηματικό τίτλο «Μαύρη Μοίρα», μαθαίνουμε για μια ιστορία πειρατείας στα νερά της προεπαναστατικής Ελλάδας. Σε μια σύντομη διήγηση που μοιάζει να γίνεται στο όριο θρύλου και αλήθειας, μεταφερόμαστε στο 1807, λίγα χρόνια πριν από το επίσημο ξέσπασμα της Επανάστασης, τη χρονιά που σταματά ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος και που οι Ρώσοι αποχωρούν από το Αιγαίο, αφήνοντας τους Έλληνες που πολέμησαν στο πλευρό τους εκτεθειμένους στα τουρκικά αντίποινα. Οι Θεσσαλοί οπλαρχηγοί, κατατρεγμένοι στους τόπους τους από τον Αλή Πασά, βρίσκουν καταφύγιο στις ελεύθερες Σποράδες, όπου, μαζί με έμπειρους νησιώτες ναυτικούς, συγκροτούν ένα μικρό πειρατικό στόλο με «μαύρα καράβια» υπό την αρχηγία των διαβόητων καπεταναίων Γιάννη Σταθά και Νίκου Τσάρα ή «Νικοτσάρα». Αναφέρεται μάλιστα και ναυμαχία, κατά την οποία οι Έλληνες πειρατές, με τη συνδρομή μιας αγγλικής φρεγάτας, επικρατούν θριαμβευτικά έναντι των καραβιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – καράβια που έστειλε ο σουλτάνος για να «τελειώνει» με αυτούς τους πείσμονες, σκληρούς και ανυπότακτους μαχητές. Η εξάτομη «Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια» του 1929 μοιάζει έργο σπουδαίο και καθ’ όλα έγκυρο, κάτι που προδίδεται όχι μόνον από τον όγκο της πληροφορίας που περιέχει αλλά και από το κύρος της συντακτικής ομάδας: διευθυντής έκδοσης ήταν ένας διανοούμενος του ελληνικού στρατού, ο δημοσιογράφος Γεώργιος Σώκος (πατέρας της αείμνηστης Ροζίτας Σώκου), και ανάμεσα στους συντελεστές φιγουράρουν «βαριά» ονόματα όπως αυτό του Ερμουπολίτη ναυάρχου Στυλιανού Λυκούδη, «πατέρα» της Ελληνικής Υπηρεσίας Φάρων. Και όμως, αυτά που μαθαίνουμε γι’ αυτόν τον πειρατικό στολίσκο του Αιγαίου είναι ελλιπή και αινιγματικά. Στο λήμμα «Γιάννης Σταθάς», η εγκυκλοπαίδεια επαναλαμβάνει λίγο-πολύ την πληροφορία που μας δίνει σ’ αυτό της «Μαύρης Μοίρας», και όποιος έχει την περιέργεια να ανατρέξει στο λήμμα «πειρατεία», το μόνο πράγμα που θα βρει για τους πειρατές του προεπαναστατικού Αιγαίου είναι μια άποψη: πως αυτοί βοήθησαν τους Έλληνες να αποκτήσουν ναυτοσύνη, εφόσον αναγκάστηκαν να τους πολεμήσουν. Επιπλέον, η εγκυκλοπαίδεια γράφει πως ο στολίσκος αυτός είχε εβδομήντα πλοιάρια, αποδίδοντας την πληροφορία αυτή στο έργο του Γάλλου λόγιου και διπλωμάτη Esprit Marie Cousinéry «Ταξίδι στη Μακεδονία» («Voyage dans la Macédoine», 1831) και συγκεκριμένα στον πρώτο τόμο και τη σελίδα 74. Ανατρέχοντας όμως εκεί (αλλά και οπουδήποτε αλλού στο δίτομο αυτό έργο με την υπέροχη και λεπτομερή περιηγητική περιγραφή) δεν συναντάμε τίποτα συγκεκριμένο σχετικά με τον στολίσκο αυτό. Συνεχίζοντας την έρευνα βρίσκουμε κάποια στοιχεία, αλλά αυτά είναι σκορπισμένα, σαν θραύσματα αλήθειας, εδώ κι εκεί. Η «Μαύρη Μοίρα» και οι πρωταγωνιστές της κάνουν σύντομες εμφανίσεις σε διάφορες πηγές, από συγκινητικούς στίχους δημοτικών μας τραγουδιών και τα λόγια του «Γέρου του Μοριά» στα απομνημονεύματά του μέχρι κείμενα σεβάσμιων ιστορικών όπως ο Ιωάννης Βασδραβέλλης, ο Απόστολος Βακαλόπουλος ή ο Νικόλαος Μέρτζος, αλλά και η μεγάλη τρίτομη έκδοση-έρευνα της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη για την πειρατεία που εξέδωσε η «Βιβλιοθήκη της Εστίας» το 1998. Ωστόσο, όλες αυτές οι εικόνες μοιάζουν θολές, λες και πάντα καλύπτονται από ένα αδιόρατο πέπλο λαϊκής δοξασίας και μυθολογίας. Τα ναυτικά και ναυπηγικά δεδομένα είναι επίσης φευγαλέα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μιλάει για 1.400 άντρες, νούμερο που όντως αντιστοιχεί στο πιθανό συνολικό πλήρωμα των 70 πλοιαρίων (τα οποία αναφέρει η Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια). Επιπλέον, με δεδομένο το ιστορικό πλαίσιο, δεχόμαστε πως ο στόλος της «Μαύρης Μοίρας» αποτελείτο από ευέλικτα ιστιοφόρα της εποχής, σκαριά όπως η ψαριανή γαλιότα, η φούστα και η σακολέβα. Ελλείψει όμως εικόνων ή πιο λεπτομερών μαρτυριών, αναρωτιόμαστε αν ήταν όντως κατάμαυρα αυτά τα πειρατικά πλοία. Ο δρ Δαμιανίδης Επικοινωνώντας με τον μελετητή της ιστορίας της ξυλοναυπηγικής μας, δρα Κώστα Δαμιανίδη, αυτός μας δίνει κάποιες απαντήσεις: «Πράγματι, τα πανιά θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν βαφτεί με κάποια απόχρωση του μαύρου, όπως τα έβαφαν οι ψαράδες με βρασμένο πίτικα και αποκτούσαν χρώμα σκούρο καφέ. Θα μπορούσαν, ακόμη, να δημιουργήσουν μια πολύ σκούρα απόχρωση βάζοντας κάποια συστατικά επιπλέον στο μείγμα της βαφής. Επίσης, τα ύφαλα (σ.σ. τα μέρη του σκάφους που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας) τα περνούσαν με μαύρο μείγμα που είχε συστατικά προστασίας του ξύλου, όπως κατράμι και λινέλαιο. Όσο για τα χρώματα στο πάνω μέρος των καραβιών, γνωρίζουμε πως επιμέρους τμήματα πράγματι βάφονταν μαύρα, κάτι που βλέπουμε και σε διάφορες εικαστικές και χρωματισμένες αναπαραστάσεις ιστιοφόρων. Το σίγουρο είναι, πάντως, πως τα σκούρα χρώματα θα ήταν γι’ αυτούς πολύ χρήσιμα στις νυχτερινές επιδρομές τους». Κι ενώ αυτή τη στιγμή, στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας, στον Πειραιά, «τρέχει» μια ομαδική εικαστική έκθεση εμπνευσμένη από την «πρώτη σημαία» της «Μαύρης Μοίρας» του Γιάννη Σταθά (μιας «πρώτης ελληνικής σημαίας», που, όπως μαθαίνουμε, υφάνθηκε στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο, όπου οι εν λόγω οπλαρχηγοί του Ολύμπου και νησιώτες ναυτικοί, πριν συγκροτήσουν τον πειρατικό τους στόλο, μαζεύτηκαν για να συντονίσουν τις επόμενες κινήσεις τους), υπάρχουν κι αυτοί που συνεχίζουν να εξερευνούν τα σκοτάδια της ιστορίας του ’21 και της ελληνικής πειρατείας οδηγούμενοι από μια δική τους τρέλα και δίψα για ιστορική γνώση. Ο Λεωνίδας Γουργουρίνης εξερευνά εδώ και είκοσι χρόνια την ιστορία της πειρατείας στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο, και πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ιστορικό μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον Πέτρο Λάντζα, έναν Κερκυραίο πειρατή του 16ου αιώνα, από τις πολύ «ναυτικές» εκδόσεις Αρτέον («Ο Μαυροπετρίτης – Το Γεράκι της Μεσογείου», 2020). Αρχισε να ασχολείται με το θέμα αυτό, σκεπτόμενος πως θα ήταν αδύνατον, σε μια χώρα με τόσους αιώνες ναυτικής παράδοσης, να μην έχει υπάρξει και μια πλούσια ιστορία πειρατείας. «Ακόμη και ο Οδυσσέας ήταν πειρατής!» αναφωνεί με πάθος, στην κουβέντα που κάναμε μαζί του, και συνεχίζει: «Είναι ένα θέμα-ταμπού για τους Έλληνες, γιατί παρουσιάζει μια πτυχή της ιστορίας τους που προτιμούν να κρατήσουν κρυφή, μια πτυχή όμως που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της χώρας. Αν δεν υπήρχε η πειρατεία», λέει εμφατικά, «δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ναυτοσύνη, εμπειρία και χρήμα για να κάνουμε την Επανάσταση». Tα κόμικς του Καραμπάλιου μοιάζουν με ένα σινεμά της αλήθειας φτιαγμένο από μελάνι και χαρτί. Διαβάζοντάς τα, ανεβαίνουμε μαζί με τους «μαυροκαραβίτες» στα καταστρώματα των πλοίων τους και εξερευνούμε την ελληνική ιστορία. Την ίδια στιγμή, κάπου στον Θεσσαλικό Κάμπο, ένας επίμονος κομίστας και ιστοριοδίφης συνεχίζει ακούραστα να αποδίδει σε κόμικς την ιστορία των αρματολών και πειρατών της προεπαναστατικής Ελλάδας. Ο Θανάσης Καραμπάλιος, έχοντας ξεκινήσει το 2018 μια σειρά από γκράφικ νόβελ με τον γενικό τίτλο «1800» (εκδόσεις Jemma Press), έχει φτάσει πλέον στο πέμπτο επεισόδιο και μέσα στην άνοιξη της χρονιάς αυτής θα κλείσει τον πρώτο κύκλο της σειράς με μια έκτη έκδοση. Ο κεντρικός του ήρωας, ο «Δήμος Καραμάνος», είναι εμπνευσμένος από τους μεγάλους Θεσσαλούς οπλαρχηγούς της εποχής και στην τελευταία έκδοση της σειράς μπαρκάρει με τα «Μαύρα Καράβια». Παρόμοια με τον Λεωνίδα Γουργουρίνη, έτσι κι αυτός, έχει καταλάβει πως υπάρχει ένα κομμάτι του παρελθόντος μας που έχει μείνει στο σκοτάδι, κι έφτασε για να το ψάξει έως και τα τοπικά ιστορικά αρχεία στην Ελασσόνα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. (Σε κάθε βιβλίο της σειράς, μάλιστα, παραθέτει τη βιβλιογραφία της έρευνάς του, σε περίπτωση που θέλουμε να ανατρέξουμε σε αυτή για επιπλέον έρευνα.) Το πέμπτο επεισόδιο της σειράς γκράφικ νόβελ, με τον γενικό τίτλο «1800» (εκδόσεις Jemma Press), του Θανάση Καραμπάλιου. Στις ιστορίες του δεν θα βρούμε την εξωραϊσμένη, ιδανική εικόνα των προγόνων μας, αυτή που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Οι σκληροτράχηλοι αρματολοί του ’21 μοιάζουν στις σελίδες του ολοζώντανα ηρωικοί και θαρραλέοι, αλλά καθόλου εξιδανικευμένοι. Είναι ανθρώπινοι, καθημερινοί, γεμάτοι σφάλματα, ιδιοτέλειες και αντιφάσεις. Οι σχεδιαστικές γραμμές του προδίδουν την αγάπη του για μια σειρά από ιερά τέρατα του παγκόσμιου κόμικς – «μεγάλωσα διαβάζοντας τη Βαβέλ και θαυμάζοντας κομίστες όπως ο Μοέμπιους», μας λέει, αλλά βλέπει κανείς στο στυλ και στη σκηνοθεσία του και τον Αμερικανό Φρανκ Μίλερ και τους συγκλονιστικούς του (χάρτινους αλλά και κινηματογραφικούς) «τριακόσιους». Πράγματι, τα κόμικς του Καραμπάλιου μοιάζουν με ένα σινεμά της αλήθειας φτιαγμένο από μελάνι και χαρτί. Διαβάζοντάς τα, ανεβαίνουμε μαζί με τους «μαυροκαραβίτες» στα καταστρώματα των πλοίων τους και εξερευνούμε την ελληνική ιστορία. Πορτρέτο του Γιάννη Σταθά. Ελαιογραφία του ζωγράφου Ιωάννη Τρικογλίδη (1930). Από τη συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Πηγή
  14. Η Jemma Press κάνει πάντα υπέροχες επιλογές και μας προσφέρει πάντα εξαιρετικές εκδόσεις. Φυσικά, η νέα της εκδοτική προσπάθεια δεν ξεφεύγει από αυτό τον κανόνα και ως αποτέλεσμα έχουμε στα χέρια μας ένα καλό BD, ίσως όχι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να δούμε στα ελληνικά, αλλά σίγουρα καλό. Όπως είναι σαφές από τον τίτλο και τη σύνοψη, η ιστορία ανήκει στον κύκλο της Σκανδιναβικής Μυθολογίας, μια θεματική ενότητα στην οποία - περιέργως - οι Γάλλοι κομίστες έχουν εισχωρήσει δυνατά τα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα αναφέρεται στην Οδύσσεια μιας ομάδας πολεμιστών, οι οποίοι με επικεφαλής μια Βαλκυρία επιχειρούν να φτάσουν στην Άσγκαρντ, προκειμένου να πείσουν τον Οντίν, βασιλιά των θεών του Σκανδιναβικού Πάνθεου, να σταματήσει το αφόρητο ψύχος που καταστρέφει τη Μίντγκαρντ (η Γη στη σκανδιναβική Μυθολογία) . Μην περιμένετε τίποτα εντυπωσιακό ή καινοτόμο από πλευράς σεναρίου, αρκεστείτε σε μια στρωτή αφήγηση, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Αντίθετα, το σχέδιο του Drazen Kovacevic και τα χρώματα του Simon Champelovier είναι πολύ πετυχημένα και αναδεικνύουν πολύ όμορφα όλη τη μουντάδα της συγκεκριμένης ιστορίας και μας προσφέρουν και εντυπωσιακές απεικονίσεις μαχών και τεράτων. Η ιστορία ολοκληρώνεται σε δύο τόμους, οι οποίοι τιτλοφορούνται "Πολικό Ψύχος" (2017) και "Ο Δέκατος Κόσμος" (2018) αντίστοιχα. Η έκδοση είναι πολύ καλή και η μετάφραση του Σπύρου-Ευάγγελου Αρμένη ρέει στρωτά. Η πρωτότυπη γαλλική έκδοση κυκλοφόρησε το 2012 (ο πρώτος τόμος) και 2014 (ο δεύτερος τόμος) από την εκδοτική Soleil Productions και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε σε έναν συγκεντρωτικό τόμο. Ευχαριστώ τον @GreekComicFan για τα εξώφυλλα
  15. Ο Διγενής Ακρίτας σαν υπερήρωας Ο Κ. Δημητρίου και η Κ. Παπαδάκη μιλούν για τη μεταφορά του βυζαντινού έπους σε graphic novel «Το στυλ του Αύγουστου Κανάκη και του Ντέννι Γιατρά, ένα εκλεπτυσμένο μείγμα της ευρωπαϊκής και της manga σχολής, με καθαρές γραμμές και παλέτες, είναι σύγχρονο, δραματικό και ρεαλιστικό, χωρίς φληναφήματα», αναφέρει ο ο Κωνσταντίνος Δημητρίου. Νικόλας Ζώης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ, ΝΤΕΝΝΙΣ ΓΙΑΤΡΑΣ Διγενής Ι. Το σημάδι του Κάιν εκδ. Jemma Press, σελ. 48 Πολεμικά κατορθώματα μεταξύ θρύλου και Ιστορίας, μάχες με δράκους, έρωτες με κόρες στρατηγών και, βέβαια, μια αναμέτρηση με τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια που έγινε δημοτικό τραγούδι: είναι στα αλήθεια ηρωικό και με κάθε σημασία φανταστικό το έπος του Διγενή Ακρίτα, του γιου ενός Σύρου εμίρη και μιας βυζαντινής αριστοκράτισσας, ο οποίος υπερασπίστηκε τα σύνορα του Βυζαντίου κατά τον 9ο ή 10ο αιώνα μ.Χ. και τα ανδραγαθήματά του έφτασαν να μνημονεύονται για πολλά πολλά χρόνια. Είναι επίσης μια ιστορία που, ενώ διασώζεται σε διάφορες εκδοχές και χειρόγραφα, διατηρεί αναλλοίωτα ορισμένα αφηγηματικά χαρακτηριστικά, που κληρονομήθηκαν στα ακριτικά τραγούδια και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων το εξής: «Οι λεπτομέρειες και οι χρωματισμοί στην αλλαγή των εικόνων», αναφέρει στο βιβλίο του «Τα ωραιότερα δημοτικά τραγούδια» (εκδ. Ιωλκός) ο Γιάννης Κορίδης, «είναι κάτι το μοναδικό». Εικαστική δύναμη «Tα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τις προφορικές παραδόσεις σιγά σιγά χάνονται. Το μόνο που απομένει είναι ένας πυρήνας αλήθειας περικυκλωμένος από το συλλογικό όνειρο», λέει ο Κ. Δημητρίου. Ίσως εκεί βρέθηκε το έναυσμα για τη μεταφορά του έπους του Διγενή σε graphic novel, ο πρώτος τόμος του οποίου μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Jemma Press: το σενάριο υπογράφουν ο Κωνσταντίνος Δημητρίου, σύμβουλος στρατηγικής επιχειρήσεων που ζει μεταξύ Σιγκαπούρης και Οξφόρδης, και η πολυβραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη, ενώ τις εικόνες ανέλαβαν οι Αύγουστος Κανάκης και Ντέννις Γιατράς, δύο σχεδιαστές που δραστηριοποιούνται και εκτός συνόρων. Πέρα ωστόσο από την εικαστική δύναμη των ακριτικών τραγουδιών, το έπος του Διγενή διαθέτει και ιδιότητες που ξεπερνούν το πεδίο της ένατης τέχνης. «Έχω πάθος με την ανθρωπολογία», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Δημητρίου και συνεχίζει: «Πριν από έξι χρόνια, διάβασα τον “Χρυσό κλώνο” του Τζέιμς Φρέιζερ σε μια προσπάθεια να ερευνήσω τη διάδραση μεταξύ μύθου και Ιστορίας, το ειδικό βάρος των προφορικών παραδόσεων και εθίμων, τη σημασία τους στην κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τον “μονομύθο” του Τζόζεφ Κάμπελ, τη θεωρία ότι όλες οι ιστορίες ηρώων ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής ακολουθούν έναν παρεμφερή κύκλο. Οι αναφορές του Φρέιζερ στις ευρωπαϊκές λαϊκές παραδόσεις μού θύμισαν τον δικό μας Διγενή Ακρίτα. Από περιέργεια διάβασα την απόδοση του “χειρογράφου της Ανδρου” του Διγενή από τον Αντώνη Μηλιαράκη, που εκδόθηκε το 1881, και συνειδητοποίησα ότι ο συγγραφέας περιγράφει έναν υπερήρωα, τον κατεξοχήν πρωταγωνιστή των κόμικς. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα». «Ο δικός μας Διγενής είναι τραγικό πρόσωπο, ένας άνδρας στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που μάχεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, που πασχίζει να αντιπαρέλθει εχθρούς και προσωπικούς δαίμονες, να υπερβεί όσα τον περιορίζουν», τονίζει η Κάλλια Παπαδάκη. Από τον πρώτο τόμο της σειράς (οι υπόλοιποι πέντε θα κυκλοφορούν ανά έξι μήνες), που έχει τον τίτλο «Διγενής Ι. Το σημάδι του Κάιν», φαίνεται πως πρόκειται για μια παραλλαγή του κλασικού έπους, η οποία ξεκινά με το origin story του βασικού χαρακτήρα και τον ακολουθεί στη μεταμόρφωσή του από άνθρωπο των βιβλίων σε ήρωα και από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέχρι τα βάθη της Ανατολής: ο δεκαεξάχρονος Διγενής μεγαλώνει στα σύνορα του Βυζαντίου με τη σαρακινή Συρία, αγαπά τη Σοφία, κόρη του στρατηγού Βάρδα Φωκά, και πασχίζει, όχι χωρίς κόστος, να αποδείξει στον περίγυρό του τις ικανότητές του. Σύμφωνα με την Κάλλια Παπαδάκη, «ο Διγενής Ακρίτας, σε όλες τις παραλλαγές που διαθέτουμε, είναι ένας άνδρας που έχει όλες τις σωματικές και ψυχικές αρετές για να προκόψει σε μια εποχή που μαστίζεται από τον πόλεμο και τη βία. Στην παρούσα όμως μεταφορά, αναγεννιέται μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τον προσωπικό του μόχθο, του λείπουν αρχικά όλα τα εφόδια, πέρα από μια ροπή προς τη γνώση, σε μια εποχή που η ρώμη υπερτερεί. Ο δικός μας Διγενής είναι τραγικό πρόσωπο, ένας άνδρας στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που μάχεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, που πασχίζει να αντιπαρέλθει εχθρούς και προσωπικούς δαίμονες, να υπερβεί όσα τον περιορίζουν. Η διαδρομή που ακολουθεί είναι ένα μακρύ ταξίδι ενηλικίωσης και μαθητείας στον Δρόμο του Μεταξιού, όπου σταδιακά μεταμορφώνεται από έναν αδύναμο ψυχικά και σωματικά άνδρα σ’ έναν ήρωα, κάποιον που υπερβαίνει εαυτόν, ώστε να ζήσει ελεύθερος». Σύγχρονο και δραματικό Κυριαρχούν φυσικά εκείνες «οι λεπτομέρειες και οι χρωματισμοί στην αλλαγή των εικόνων»: όπως παρατηρεί ο Κωνσταντίνος Δημητρίου, «το στυλ του Αύγουστου Κανάκη και του Ντέννι Γιατρά, ένα εκλεπτυσμένο μείγμα της ευρωπαϊκής και της manga σχολής, με καθαρές γραμμές και παλέτες, είναι σύγχρονο, δραματικό και ρεαλιστικό, χωρίς φληναφήματα». Πώς νοηματοδοτείται, όμως, σήμερα ένας μύθος στον οποίο, σύμφωνα με τον Νικόλαο Πολίτη, «αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον»; Ο Κωνσταντίνος Δημητρίου βάζει και τη φιλοσοφία στο παιχνίδι: «Με το πέρασμα των αιώνων», λέει, «τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τις προφορικές παραδόσεις σιγά σιγά χάνονται. Το μόνο που απομένει είναι ένας πυρήνας αλήθειας περικυκλωμένος από το συλλογικό όνειρο. Η άποψη του Πολίτη είναι συνάρτηση της εποχής του, όταν μια μικρή, νέα χώρα συνέθετε ακόμη την εθνική της ταυτότητα σ’ ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές πλαίσιο. Στο “χειρόγραφο της Άνδρου” του Διγενή υπάρχει μόνο μία αμυδρή αναφορά στην έννοια της πατρίδας. Η δική μας εκδοχή εστιάζεται στον άνθρωπο Διγενή, στην εσωτερική του πάλη λόγω της καταγωγής του, στη συνεχή αμφιταλάντευσή του και στη μετέπειτα προσπάθειά του για σύνθεση, υπέρβαση και αυτογνωσία, στα βήματα του Σοπενχάουερ». Πηγή
  16. Στην ποδιά του Κωνσταντή σφάζονται παλικάρια Γιάννης Κουκουλάς Ο Στηβ Στιβακτής και η Έλενα Γώγου υπογράφουν το ελληνικό «Brokeback Mountain» με πρωταγωνιστή τον βοσκό Κωνσταντή σε αναζήτηση του έρωτα. Η Σπαζοραχούλα «δημιουργήθηκε όταν, μιλώντας με τη Γεωργία Ζάχαρη, είπαμε πως “αν το Brokeback Mountain ήταν στημένο στην Ελλάδα, οι πρωταγωνιστές θα ήταν τσοπάνηδες με γίδια αντί για καυμπόηδες». Ε, το πράγμα από κει και πέρα ξέφυγε λίγο και το αποτέλεσμα το κρατάτε στα χέρια σας» διευκρινίζουν ο σεναριογράφος Στηβ Στιβακτής και η σχεδιάστρια Έλενα Γώγου για τη «Σπαζοραχούλα» τους (Εκδόσεις Jemma Press), μια απολαυστική, υπόγεια σαρκαστική και χιουμοριστική περιπέτεια αναζήτησης του έρωτα σε μια εναλλακτική ελληνική ύπαιθρο ή, καλύτερα, σε πολλές Ελλάδες που μπλέκονται η μια στην άλλη δημιουργώντας παρεξηγήσεις αλλά και ελπίδες. Πρωταγωνιστής είναι ο Κωνσταντής, ένας απογοητευμένος τσοπάνος στη Φρυκτωρία που κλαίει τη μοίρα του γιατί συνεχώς τον εγκαταλείπουν τα παλικάρια που περνούν από το χωριό του, επιλέγοντας να σώσουν πριγκίπισσες και να παντρευτούν βασιλοπούλες. Ο Παναής, ο Πραξιτέλης, ο Παντελεήμονας έχουν πληγώσει τον ευαίσθητο Κωνσταντή, που υποφέρει. Κι όμως, οι λεβέντες του χωριού, ο Τασούλης κι ο Νικολής, σφάζονται για πάρτη του. Αυτός όμως θέλει να βρει τον μεγάλο έρωτα που θα τον πάρει μια για πάντα μακριά απ’ το χωριό. Ψάχνει τον τέλειο άντρα, κάποιον για να γυρίσει μαζί του τον κόσμο, που θα τον μαγέψει τόσο που να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. Και τότε ακριβώς χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Από το χωριό του στον «σαπέρα κόσμο», γεμάτο εκκλησίες, αρχαίες κολόνες, αγροτόσπιτα και ανεμογεννήτριες, ο Κωνσταντής πέφτει σε ρήγμα και μεταφέρεται στον κόσμο της Σπαζοραχούλας που σφύζει από περιπέτεια, κινδύνους, αλλά και επιλογές. Αυτός, με τη βοήθεια του πανέμορφου Πάρη, του «Παλλακίδου του Ηλιου», πρέπει απλώς να φανεί γενναίος, να ακολουθήσει την καρδιά του και να κάνει τη σωστή επιλογή. Μαζί θα διασχίσουν το φαράγγι του Τσουρουφλή, θα περάσουν τη σπηλιά των ηρώων και τη μονή Ανεμοδαρμένου μέχρι να φτάσουν στη λίμνη Γουργουλήθρα έξω από το δάσος του Πετρόδρακου όπου καταλήγει ο ποταμός Εύμορφος που σκίζει το άντρο των μαγισσών… Οι ανατροπές σ’ αυτήν την ευφυέστατη παρωδία περιπετειώδους ταξιδιού θα είναι συνεχείς και οι εχθροί θα παραμονεύουν πίσω από κάθε δέντρο, κάθε θάμνο, κάθε βράχο. Θα εμφανιστούν όμως και σύμμαχοι για να βοηθήσουν τον Κωνσταντή να βρει τον δρόμο του, να ξεφύγει από τις πλαγιές της Σπαζοραχούλας στις οποίες θα είναι για πάντα Αλλοκοσμίτης και να επιστρέψει στο χωριό του. Και όταν όλα θα φαίνονται χαμένα και η προδοσία θα του πληγώνει την καρδιά, μπορεί να φανεί ο έρωτας, ο αγνός και παντοτινός, εκεί που δεν το περίμενε κανείς. Η «Σπαζοραχούλα ή το Μάτι της Μέδουσας» είναι γεμάτη ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα με αλληγορικό αλλά ποτέ ανιαρά διδακτικό περιεχόμενο για τις πολλές Αθήνες στις οποίες ζούμε και πώς μπορούμε να κινούμαστε από τη μια στην άλλη χωρίς εκπτώσεις και αναστολές στα όνειρά μας μέχρι να βρούμε αυτήν που μας ταιριάζει. Με τα πανέμορφα σχέδια της Γώγου και το τολμηρά ανατρεπτικό χιούμορ του Στιβακτή, το «Brokeback Mountain» ωχριά μπροστά στο βουκολικό τους κωμειδύλλιο. Και μπαίνουν τα θεμέλια για ακόμα περισσότερα ελληνικά και χιουμοριστικά «γουέστερν» απελευθέρωσης. Πηγή
  17. Ένας κόσμος που καταστρέφεται από τον πόλεμο. Αιτία; Ο χρυσός. Ολόκληρες φυλές έχουν εξολοθρευτεί. Μόνο δύο έχουν επιβιώσει. Οι Κανίβαλλοι, γιατί δεν έχουν μάθει να κάνουν κάτι άλλο εκτός από το να πολεμούν. Και οι Αλχημιστές, επειδή είναι οι μόνοι που μπορούν να δουλεύουν τον χρυσό. Ανάμεσα τους, θύματα και δράστες μαζί, είναι οι Γουίβερν. Πλάσματα τα οποία έχουν την δύναμη να εξαφανίζουν ολόκληρους στρατούς. Πλάσματα που χρησιμοποιούνται και από τα δύο στρατόπεδα ως όπλα. Πλάσματα που ελέγχονται μόνο από το χρυσό. Από το τέλμα που έχει δημιουργηθεί, θα ξεπηδήσει ο Ιγκορ, στρατηγός των Αλχημιστών, με -σχεδόν- ανθρωπιστικές απόψεις. Οι οποίες, όμως, απόψεις του, θα αλλάξουν, άμεσα! Σαλαμαλίκη rulez! Μετά από αυτή, την αυστηρά ουδέτερη και καθαρά αντικειμενική, άποψη μου, θα συνεχίσω την παρουσίαση αυτής της υπέροχης σειράς, η οποία ήδη έχει φτάσει στο τρίτο της τεύχος (1.Ο Σκλάβος, 2. Ο Αλχημιστής, 3.Γενοκτονία), κυκλοφορόντας κάθε χρονιά την περίοδο του ComicDom. Σχεδιαστικά, πρόκειται για ότι πιο όμορφο και τεχνικά άρτιο υπάρχει εκεί έξω σε ελληνική παραγωγή. Απίστευτα δυναμικό, πανέξυπνη σκηνοθεσία και πρωτότυπη χρησιμοποίηση των καρέ. Συνδυάζει πολλά διαφορετικά στυλ και είναι πραγματικά κρίμα που δεν το βλέπουμε σε μεγαλύτερο μέγεθος, σε σχέση με το (ελαφρά μικρότερο από το) αμερικάνικο στο οποίο κυκλοφορεί. Γίνεται πλήρης χρήσης όλης της παλέτας των χρωμάτων, τόσο θερμών όσο και παστέλ με εκπληκτικά αποτελέσματα. Μόνο παράπονο ότι μερικές φορές το σχέδιο φορτώνει, όχι σε μολύβια και μελάνια, αλλά σε χρώματα, τα οποία κάνουν δυσδιάκριτη τη δράση, γεγονός που πιστεύω ότι οφείλεται στο μικρό μέγεθος που αναφέρθηκα πριν. Το σενάριο κινείται σε κλασσικά fantasy πρότυπα, διατηρώντας όμως την πρωτοτυπία του. Επιτυγχάνει ομαλή ροή, χρησιμοποιώντας συγκρατημένα την περιγραφή και τους διαλόγους, δίνοντας έμφαση στο σχέδιο και στην διαρκή συνέχεια της δράσης μέσω της έξυπνης σκηνοθεσίας. Κάποια μικρή χρήση υβριστικών εκφράσεων είναι ελαφρά αταίριαστη, καθώς δεν ομοιάζει με την υπόλοιπη χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Θεωρώ πραγματικά κρίμα το γεγονός ότι η πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς και ο μεγάλος φόρτος δουλειάς της Αγγελικής, δεν επιτρέπουν την πολύ πιο συχνή κυκλοφορία. Πρόκειται για μια σειρά την οποία πρέπει να τη διαβάσουν όλοι και πιστεύω ότι πραγματικά κανείς δεν θα μείνει παραπονεμένος!
  18. Οι ναζί πίνουν φραπέ στη Θεσσαλονίκη Γιάννης Κουκουλάς Δυο νέες ιστορίες του «World War Sapiens» του Δημήτρη Καμένου κυκλοφόρησαν πρόσφατα, με τη μία μάλιστα να διαδραματίζεται στη σκιά του Λευκού Πύργου. Ο συνεργάτης μας στην «Εφ.Συν.» και δημιουργός τού «Μεφίστο» μάς μιλά για τις παρωδίες του και την οργιώδη πολιτική φαντασία του Επί σειρά ετών ο Δημήτρης Καμένος φιλοτεχνεί στο Καρέ Καρέ τη σειρά «Μεφίστο» ως ένα ιατρικό σίριαλ-παρωδία του «Φάουστ» του Γκέτε, ενώ πρόσφατα του απονεμήθηκε και το βραβείο Καλύτερης Αυτοέκδοσης από την Ακαδημία των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς. Παράλληλα δημιουργεί τη σειρά «World War Sapiens» (εκδόσεις Jemma Press), που μετά την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της με πέντε τεύχη («Homo»), διανύει τη δεύτερη εποχή της που αριθμεί ήδη δύο μεγάλους τόμους και ένα τεύχος εκτός αρίθμησης στο οποίο τα σχέδια υπογράφει ο Χρήστος Σταμπουλής. Στο «World War Sapiens» o αποσβολωμένος αναγνώστης παρακολουθεί μια εναλλακτική εξέλιξη της Ιστορίας στην οποία οι Homo sapiens δεν αποτελούν το μόνο νοήμον ανθρώπινο είδος και μοιράζονται τον πλανήτη με άλλα είδη ανθρώπων (Homo habilis, Homo ergaster, Homo denisova κ.ά.). Αυτή η διαφορετική εκδοχή της πορείας της ανθρωπότητας, όμως, δεν εμποδίζει τα είδη να υποπέσουν στα ίδια λάθη και να οδηγηθούν σε έναν παγκόσμιο σπαραγμό για τον οποίο τη βασική ευθύνη φέρουν οι Γενοσοσιαλιστές. Στη ναζιστική συμμαχία των Homo sapiens με τους Νεάντερταλ, που σκοπεύει να «καθαρίσει» την Ευρώπη από όλα τα υπόλοιπα είδη που η ίδια θεωρεί κατώτερα, ηγείται ο Αλόις Χίτλερ, ενώ στα ανατολικά της Γηραιάς Ηπείρου αντιστέκεται η ΕΔΣΔ (Ενωση Δενισοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) και στα δυτικά η Ιγγλετέρα του Ουίνστον Τσόρτσιλ που αρνείται να συνθηκολογήσει… Ο Δημήτρης Καμένος Εδώ και χρόνια συνθέτεις μια εναλλακτική εκδοχή της Ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που δεν μοιάζει καθόλου με την πραγματική αλλά σε κάποια πράγματα είναι ολόιδια. Είναι αλληγορικό τελικά το έργο σου ή μια καθαρή πολιτική φαντασία; Το «World War Sapiens» είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στην Ιστορία όπως την ξέρουμε και στις ανατροπές αυτής της παράλληλης πραγματικότητας. Θέλω όμως να πιστεύω πως στο τέλος θα μείνει κανείς με την εντύπωση πως «ναι, κατά βάθος όλα έτσι έγιναν». Τα «είδη» των ανθρώπων που διαγκωνίζονται και πολεμούν μεταξύ τους τι σχέση έχουν με τις φυλές των ανθρώπων; Ήταν στις προθέσεις σου κάποια αναλογία; Στο «World War Sapiens» υπάρχει η Γενοσιαλιστική Συμμαχία αποτελούμενη από ορισμένους Homo sapiens και τους Νεάντερταλ, που επιδιώκει να «καθαρίσει» την Ευρώπη από κάθε είδος που θεωρεί «μη ευρωπαϊκό». Αυτό σημαίνει οπωσδήποτε τους Homo Heidelbergensis, γνωστούς σε αυτό το σύμπαν ως «Ντελ». Τα δεινά τους μοιάζουν πολύ με εκείνα του εβραϊκού λαού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικά στο Homo Salonicus ο παραλληλισμός γίνεται πολύ πιο διάφανος, μια και βλέπουμε το πώς οι περιουσίες τους υφαρπάζονται με το σύστημα των μεσεγγυούχων. Στον δεύτερο τόμο σου μια ομάδα ναζί καλείται να προστατέψει τον τελευταίο απόγονο του τσάρου Νικόλαου από τον Κόκκινο Στρατό. Αρχίζουν σιγά σιγά να ξεκαθαρίζουν τα στρατόπεδα ή η κατάσταση θα μπερδευτεί ακόμα περισσότερο; Τον Ιούνιο του 1941 η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην ΕΣΣΔ, καταπατώντας το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Αυτό έβαλε τη Ρωσία στον πόλεμο κατά της Γερμανίας και μάλιστα στο πλευρό των Συμμάχων. Στον δεύτερο τόμο του «World War Sapiens» βλέπουμε πώς η συμμαχία των Γενοσοσιαλιστών με τους Δενισοβιετικούς (δηλαδή την εκδοχή της ΕΣΣΔ στη σειρά) είναι εξίσου σαθρή. Η παλινόρθωση των Ρομανόφ από τους Γενοσοσιαλιστές θα μπορούσε να αποτελέσει όχημα για να πατάξουν τον κομμουνισμό και να επεκταθούν προς Ανατολάς. Οι Δενισοβιετικοί από τη μεριά τους απαντούν στέλνοντας ορδές από ζόμπι. Μου φάνηκε εξαιρετικά αστείο οι καλοσιδερωμένοι ναζί να βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια έπαυλη, σκοτώνοντας κάθε μέρα ξανά και ξανά τους ίδιους φαντάρους του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος τους έχει καταβάλει με τη δύναμη των αριθμών. Διασκεδαστικό και πολύ κοντά στην ιστορική αλήθεια. Να σημειώσουμε εδώ πως δεν θεωρώ τους Γενοσοσιαλιστές και τους Δενισοβιετικούς ως τα «δύο άκρα» ή ως δύο εξίσου τυραννικά καθεστώτα που συγκρούονται στις πλάτες του κοσμάκη. Οι Δενισοβιετικοί υπερασπίζονται την ισότητα μεταξύ των ειδών, οι Γενοσοσιαλιστες μάχονται για να επιβάλουν την ανισότητα. Οπότε ναι, από εδώ και μπρος ξεκαθαρίζουν και οι παρατάξεις και τα πράγματα. Στο «Homo Salonicus» η δράση μεταφέρεται στον ελλαδικό χώρο, στη Θεσσαλονίκη. Και μάλιστα είναι εξ ολοκλήρου σχεδιασμένο από τον Χρήστο Σταμπουλή. Φοβήθηκες για πιθανές αντιδράσεις; Και πώς ήταν να γράφεις για μια ελληνική πόλη και μάλιστα την πόλη στην οποία ζεις; Ο Χρήστος, που είναι ο αγαπημένος μου Έλληνας δημιουργός, τυγχάνει και φανατικός υποστηρικτής του «World War Sapiens». Ήταν τεράστια χαρά να βλέπω τον Μπάρετ, τον Αλιστερ Κρώλεϊ και τους άλλους χαρακτήρες μου να ζωντανεύουν στα μαγικά του χέρια. Αφού συμφωνήσαμε στην πλοκή, άφησα πολλά πάνω του και είναι αλήθεια πως το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Ο Χρήστος μένει στην πόλη από φοιτητής, εγώ ήρθα για να εγκατασταθώ εδώ μόνιμα αλλά αυτό δεν μας εμπόδισε καθόλου να μιλήσουμε για τη σκοτεινή πλευρά της «Άνω Γραικίας». Αν όσα δείχνουμε πικράνουν ορισμένους, είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε μαζί τους έναν γόνιμο διάλογο. Στο «Μεφίστο» κάνεις μια παρωδία του «Φάουστ», στο «Homo» μια παρωδία της Ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι τελικά η παρωδία ο καλύτερος τρόπος να μιλήσεις για το σήμερα; Η παρωδία μού έρχεται πολύ αυθόρμητα. Το «Homo Salonicus», ας πούμε, είναι μια παρωδία των περιπετειών του Ιντιάνα Τζόουνς. Τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ όμως δεν θα μπορούσα να τον διακωμωδήσω. Αυτό θα τον έκανε ταυτόχρονα και οικείο, ίσως και συμπαθητικό για ορισμένους. Προτίμησα να τον σκοτώσω εκτός κόμικς και να βάλω στην καγκελαρία την Εύα Μπράουν και τον μπουλούκο γιο του, τον Αλόις. Το σύνθημα «Σκατά στους φασίστες» που κοσμεί έναν από τους τοίχους της Θεσσαλονίκης σου, όπως και ο γλοιώδης Έλληνας συνεργάτης των Γερμανών δεν φαίνεται να είναι καθόλου παρωδίες. Είναι έτσι; Υπάρχει μια ιστορία πίσω από το καρέ με το σύνθημα «Σκατά στους φασίστες» στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Όταν το είδα, είπα στον Χρήστο ότι πολύ αμφιβάλλω πως το χρησιμοποιούσε η αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής. Εκείνος, που ξέρει τον κόσμο του «World War Sapiens» καλύτερα από μένα, μου θύμισε πως το έχει ήδη πει η ρέπλικα στο δεύτερο τεύχος του «Homo». Άλλωστε σε ένα σύμπαν όπου πτεροδάκτυλοι διασχίζουν τους αιθέρες δικαιούμαστε μερικούς χαριτωμένους αναχρονισμούς, ειδικά αν δείχνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Πηγή
  19. Πως θα ήταν ένα παράλληλο σύμπαν που ο Μπάτμαν, αντί για τα ματωμένα μαργαριτάρια της Μάρθας Γουέιν στους δρόμους του Γκόθαμ, τραυματιζόταν ψυχικά από την μισοψημένη τυρόπιτα που έφυγε από τα χέρια της μάνας του Μαριγούλας στα σοκάκια του Περαία; Ε, το "Τριγυρνώ σαν νυχτερίδα" του Πέτρου Χριστούλια (Ψηφιδωτό) έρχεται να απαντήσει στην ερώτηση. Κάνοντας την πρώτη του εμφάνιση σε μορφή φανζίν ονόματι "Μπάτμαν, αυτή η αδερφή", ο λούμπεν νεοέλληνας αντιήρωας Νυχτερίδας σουλατσάρει για πάνω από δέκα χρόνια στα κομιστικά στέκια της χώρας. Το 2015 και εκδόθηκε από την Jemma Press το πρώτο (σκληρόδετο παρακαλώ) τομάκι με τις πρώτες ασπρόμαυρες ιστορίες του Νυχτερίδα με τίτλο "Γυρνώ σαν νυχτερίδα" (σικ), ενώ πριν σουλάτσαρε κάμποσο και στο socomic.gr και σήμερα μετράμε άλλους δύο έντυπους τόμους, τους "Τριγυρνώ μες στην Αθήνα" (2016) και "Αφού μ'αρέσει να γυρνώ" (2017) επίσης από Jemma. Αν και δεν μ'αρέσει η κατάχρηση του όρου "κλασικός", νομίζω πως ο τίτλος αυτός άνετα θα μπορούσε να συγκαταλέγεται στα πλέον κλασικά Ελληνικά κόμικ, αφού αποτελεί φοβερά αστεία προσαρμογή ενός superhero icon στα δεδομένα της μεταπολεμικής Ελλάδος και έχει βρεθεί σε χιλιάδες ελληνικά χέρια είτε ως αυτοέκδοση, ψηφιακά ή σε κυριλέ ασπρόμαυρα τομάκια. Το παρόν βγήκε τον Απρίλιο του '15 για να γνωρίσει το κοινό του τότε ComicDom με τον σαπιοκοιλιά Νυχτερίδα, με 80 σελίδες και μικρό μέγεθος. Πάντως, έμελλε να αγαπήσουμε πέρα από αυτόν και τον κολαούζο του, τον ατζαμή μπόμπιρα Δεκαοχτούρα.
  20. Έχοντας διαβάσει αυτό το πολύ ενδιαφέρον κόμικ, ήθελα να κάνω την παρουσίαση, αλλά στο μεταξύ με πρόλαβε - ευτυχώς - αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του @Γιάννης Κουκουλάς. Και ευτυχώς, που με πρόλαβε, επειδή γράφει λίγο πολύ όσα θα είχα γράψει κι εγώ, τπυλάχιστον όσο αφορά στο υπόβαθρο της ιστορίας, συνεπώς εγώ θα περιοριστώ στην προσωπική μου άποψη και μόνο. Καταρχάς, όσοι δεν γνωρίζετε για το σκάνδαλο το οποίο αφηγείται το κόμικ, μπορείτε να διαβάσετε κάποια πράγματα εδώ (στα ελληνικά).Από την άλλη, μπορείτε να αγνοήσετε το λινκ και να αγοράσετε και να διαβάσετε το κόμικ. Πιστέψτε με, θα μάθετε εξίσου πολλά, ίσως και περισσότερα και θα ψυχαγωγηθείτε πολύ περισσότερο. Γιατί το μεγάλο προσόν του κόμικ είναι ότι είναι πολύ διασκεδαστικό. Καταφέρνει να αφηγηθεί μια εξωφρενική, αλλά αληθινή ιστορία με χιούμορ, σαρκασμό, ειρωνεία και με ένα γενικότερα αντισυμβατικό τρόπο, όπου ένας παντογνώστης αφηγητής παρεμβαίνει και σχολιάζει με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο την πλοκή κλέινοντάς μας διαρκώς το μάτι: όσα διαβάζουμε είναι μεν αληθινά, κάποια γεγονότα σίγουρα δεν διαδραματίστηκαν ακριβώς έτσι, αλλά η πραγματικότητα σίγουρα ξεπερνά σε φαντασία ακόμη και την πιο τολμηρή μυθοπλασία, όπως αποδεικνύεται. Ο Ρώσσης έχει κάνει πολύ μεγάλη έρευνα και αυτό φαίνεται και από την εκτενέστατη βιβλιογραφία, που παραθέτει στο τέλος, αλλά το κόμικ απέχει πάρα πολύ από το να είναι μια απλή παράθεση γεγονότων. Στο σχεδιαστικό κομμάτι, σίγουρα τα πράγματα δεν είναι εξίσου επιτυχημένα, εξάλλου ο Ρώσσης δεν είναι επαγγελματίας σχεδιαστής και αυτή είναι η πρώτη του δουλειά, αν δεν κάνω λάθος. Ευτυχώς, έχει βασιστεί πάνω σε φωτογραφίες της εποχής, προκειμένου να αποδώσει τις σκηνές ή όσες από αυτές απεικονίστηκαν σε οπτικό υλικό και το αποτέλεσμα είναι αρκετά ρεαλιστικό, όσο χρειάζεται για να δώσει στους αναγνώστες να καταλάβουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών του. Κι όμως, η σκηνοθεσία του είναι γεμάτη δημιουργικότητα και με πολύ ωραίες ιδέες, που αναδεικνύουν τον όλο σουρεαλισμό της υπόθεσης. Αξίζει να το διαβάσετε. Εγώ διασκέδασα πάρα πολύ και έμαθα και πολλά πράγματα, που αγνοούσα για την υπόθεση αυτή. Ήταν ένα από τα κόμικ, που είχα σταμπάρει για αγορά στο φετινό ComicDom και δεν έχω μετανιώσει καθόλου, που το αγόρασα. Η έκδοση της Jemma είναι πάρα πολύ ωραία, σε πολύ καλό χαρτί και με γερό δέσιμο. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο σκαναρίστηκαν από εμένα. Δεν μπορώ να σκανάρω εσωτερικές εικόνες λόγω της βιβλιοδεσίας του κόμικ, αλλά μπορείτε να δείτε ορισμένες στο άρθρο του Γιάννη Κουκουλά.
  21. Τρομοκράτες στα τέλη του Ψυχρού Πολέμου Γιάννης Κουκουλάς Όπλα, πετρέλαιο, μαύρο χρήμα, ομήρους, εκβιασμούς, μυστικούς πράκτορες και γεωπολιτικά παιχνίδια από τη Λατινική Αμερική μέχρι τα βάθη της Ασίας είχε το σκάνδαλο Ιράν - Κόντρας. Ο Νικόλας Ρώσσης μάς το θυμίζει και αναρωτιέται ποιοι ακριβώς ήταν οι τρομοκράτες σε αυτήν την τραγελαφική ιστορία Όλα τα σκάνδαλα, παρά το σοκ που προκαλούν όταν ξεσπούν, κάποτε ξεχνιούνται. Το ίδιο συνέβη και με το σκάνδαλο «Ιράνγκεϊτ». Και μάλιστα, όσο απομακρυνόμαστε από τη δεκαετία του 1980 τόσο πιο αμυδρές γίνονται οι μνήμες, τόσο λιγότερο το ενδιαφέρον. Προκύπτουν συνεχώς, άλλωστε, νέα σκάνδαλα, μεγαλύτερων διαστάσεων και πιο εντυπωσιακά. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι που επιμένουν στη διατήρηση της μνήμης, διδάσκονται από το παρελθόν και προσπαθούν με τη σειρά τους να διδάξουν τις νέες γενιές. Ο Νικόλας Ρώσσης είναι ένας από αυτούς. «Ο Νικόλας Ρώσσης δεν είναι επαγγελματίας δημιουργός κόμικς. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Διεθνών Σχέσεων με πλούσια ερευνητική και διδακτική εμπειρία για τη Μέση Ανατολή. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο κόμικς και πραγματεύεται το περίφημο σκάνδαλο “Ιράνγκεϊτ” ή υπόθεση Ιράν - Κόντρας, όπως είναι πιο γνωστή στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Το σκάνδαλο, που συγκλόνισε τις ΗΠΑ, αφορούσε τη μυστική πώληση το 1986 κατά παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, με τη μεσολάβηση του Ισραήλ, οπλικών συστημάτων στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν σε μια προσπάθεια απόσπασης υποσχέσεων από την Τεχεράνη ότι θα πιέσει τους συμμάχους της στον Λίβανο να απελευθερώσει Αμερικανούς πολίτες που είχαν απαχθεί. Τα χρήματα δε από την πώληση των όπλων χρησίμευσαν για την ενίσχυση των δεξιών ανταρτών Κόντρας που πολεμούσαν στη Νικαράγουα το αριστερό καθεστώς των Σαντινίστας. Σημειωτέον, ότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε χαρακτηρίσει παράνομη τη χρηματοδότηση των Κόντρας από τρίτες χώρες» επισημαίνει ο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, καθηγητής του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, προλογίζοντας το βιβλίο του Νικόλα Ρώσση «Οι Τρομοκράτες - Μια εξωφρενική αλλά άκρως αληθινή ιστορία» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες). Όλη αυτήν τη βρόμικη ιστορία στην οποία ενεπλάκησαν πολιτικοί, στρατιωτικοί, διπλωμάτες, πράκτορες και έμποροι όπλων από πολλές χώρες προσπαθεί να ανασυστήσει και να αναπαραστήσει μέσω των κόμικς του ο Ρώσσης. Στο εισαγωγικό του σημείωμα διευκρινίζει το γιατί: «Διδάσκοντας “Πολιτική Οικονομία της Τρομοκρατίας” στο Arcadia University, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπιζα με τους φοιτητές μου ήταν να μην παρανοηθεί κάτι ως θεωρία συνωμοσίας. Χρησιμοποιούσα συχνά το σκάνδαλο Ιράν - Κόντρας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και είναι επαρκώς καταγεγραμμένο, έχει περάσει μια “ασφαλής” περίοδος από τότε που εκτυλίχτηκε και ως περιστατικό είναι πραγματικά τραγελαφικό και διασκεδάζει. Είναι απορίας άξιο πώς δεν το έχουν κάνει ταινία ακόμα. Αν και ο Tom Cruise το άγγιξε επιδερμικά στο American Made». Για να δημιουργηθεί, φυσικά, ένα τέτοιο βιβλίο που αφορά πραγματικά γεγονότα και αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα του πρόσφατου παρελθόντος είναι αναγκαία η διεξοδική έρευνα και η πλήρης τεκμηρίωση. Από την άλλη, για να μην καταντήσει το βιβλίο ανιαρό και εγκυκλοπαιδικού τύπου βιβλιογραφική αναφορά απαιτούνται σενάριο, ντεκουπάζ και γενναίες καλλιτεχνικές επιλογές ως προς την εξέλιξη της ιστορίας και την απόδοση των πραγματολογικών στοιχείων. Ο Ρώσσης επέτυχε σε όλα. Βάσισε το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων του σε εικόνες της εποχής (φωτογραφίες, βίντεο κ.λπ.) και σχεδόν το σύνολο της ιστορίας του σε αντικειμενικά στοιχεία από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές τις οποίες παραθέτει αναλυτικά στη βιβλιογραφία του στο τέλος του βιβλίου. Όπως ο ίδιος αναφέρει: «Το περιεχόμενο προκύπτει μέσα από μια πραγματικά εξαντλητική έρευνα, όπου μακάρι να είχα κάνει αντίστοιχη και στη διατριβή μου ως φοιτητής. Η πλειονότητα του υλικού προέρχεται από αποχαρακτηρισμένες εκθέσεις της CIA, καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις, αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό συνεντεύξεων από τα αρχεία του Κογκρέσου και άλλων ιδρυμάτων, αλλά και από τη διεθνή βιβλιογραφία. Ένα ικανό ποσοστό των διαλόγων είναι μάλιστα όπως προέκυψε μέσα από παλαιότερα διαβαθμισμένες αναφορές. Παρακολούθησα μάλιστα αρκετές άσχετες με το θέμα συνεντεύξεις και ομιλίες των πρωταγωνιστών, ώστε να σχηματίσω μια βασική εικόνα για την προσωπικότητά τους και τις απόψεις τους με σκοπό οι διάλογοι να μην απέχουν πολύ από την ιδιοσυγκρασία τους, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ». Σε αυτό το κομφούζιο από όπλα και χρήμα που αλλάζουν χέρια στα παιχνίδια γεωπολιτικής και οικονομικής εξουσίας κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πρωταγωνιστές ήταν αναμφίβολα ο πρόεδρος Ρίγκαν («Οι κομμουνιστές θέλουν να καταστρέψουν τις δημοκρατικές μας αξίες! Αν δεν τους σταματήσουμε, σύντομα και εμείς και οι γειτονικές μας χώρες θα βρίσκονται κάτω από την επιρροή των Σοβιετικών» είναι τα εναρκτήρια λόγια του), Άραβες και Ιρανοί αξιωματούχοι, Σαουδάραβες εκατομμυριούχοι, πολιτικοί και αντάρτες και πολλοί ακόμα στο προσκήνιο ή το παρασκήνιο. Ο σούπερ σταρ του σκανδάλου ήταν όμως ο λοχαγός Oliver North, ένας στρατιωτικός καριέρας μπλεγμένος σε κάθε πτυχή αυτής της σκοτεινής υπόθεσης, σε ανοιχτή γραμμή με πολιτικούς και διπλωμάτες σε πολλές χώρες και με απίστευτη εξουσία και χρήμα στα χέρια του. Ένας άνθρωπος που υποτίθεται πως εργαζόταν κατ’ εντολήν του προέδρου του ενάντια στους «τρομοκράτες» αλλά οι πράξεις του προκάλεσαν περισσότερο τρόμο από αυτές των «αντιπάλων» του. Και όπως καταλήγει ο Νικόλας Ρώσσης: «Η πρόκληση για τον αναγνώστη, μέσω αυτού του graphic novel, είναι να διακρίνει τελικά τον “τρομοκράτη”». Πηγή
  22. Τρόμος και δέος μπρος στο αιδοίο! Γιάννης Κουκουλάς Τα γυναικεία γεννητικά όργανα έχουν περιγραφεί με αμέτρητους τρόπους και η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει ερμηνευτεί με άλλους τόσους. Κατά κανόνα από άνδρες. Η Liv Stromquist κάνει μια ιστορική αναδρομή και με άφθονο χιούμορ κριτικάρει την κυρίαρχη αντρική ματιά που σχεδόν πάντα αποδείχτηκε λανθασμένη «Γεια και χαρά σας! Ίσως να πιστεύετε πως υπάρχει ένα πρόβλημα στην κουλτούρα μας, πως αυτό που αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα” είναι κάτι αόρατο και ντροπιαστικό, πως θεωρούμε ότι είναι λάθος να μιλάμε γι’ αυτό, πως είναι κάτι που έχουμε διαγράψει, κάτι που το κρατάμε κρυφό, που όλοι είναι αμήχανοι απέναντί του μέχρι που πιστεύουν πως δεν έχει κάποιο κανονικό όνομα! Ίσως και να πιστεύετε πως αυτό έχει να κάνει με την επιρροή των ανδρών στην κοινωνία, ότι δηλαδή οι άνδρες έχουν καταφέρει με διάφορους τρόπους να δημιουργήσουν μια κουλτούρα που το έχει μετατρέψει σε κάτι ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρατάμε κρυφό. Ωστόσο. Υπάρχουν πολύ, πολύ μεγαλύτερα και πιο σοβαρά προβλήματα στην κουλτούρα μας! Μιλάω για τους άνδρες που δείχνουν ένα υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον σ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Ετσι ξεκινά η Liv Stromquist το βιβλίο της με τον έξυπνο τίτλο «Το Φρούτο της Γνώσης – Το αιδοίο εναντίον της πατριαρχίας» (μετάφραση: Βαγγέλης Γιαννίσης, εκδόσεις Jemma Press, 152 σελίδες). Και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του ακριβώς σε αυτούς τους «άνδρες που έδειχναν υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Στους πρώτους άνδρες αυτής της κατηγορίας λοιπόν, η Stromquist τοποθετεί πρώτο και καλύτερο τον Τζον Χάρβεϊ Κέλογκ, τον ίδιο που είχε ανακαλύψει τα κορν φλέικς. Ο Κέλογκ ήταν ένας διάσημος γιατρός στα τέλη του 19ου αιώνα που θεωρούσε πως ο γυναικείος αυνανισμός προκαλούσε καρκίνο της μήτρας, επιληψία, παραφροσύνη και γενικότερη σωματική και νοητική αδυναμία. Ως «θεραπεία» πρότεινε στις γυναίκες να χύνουν οξύ στην κλειτορίδα τους ώστε να περιορίζεται ο ερεθισμός και να μην κινδυνεύουν απ’ όσα ο Κέλογκ πίστευε ότι προκαλεί ο αυνανισμός. Αμέσως μετά η Stromquist αναφέρεται αναλυτικά στις θεωρίες του δρα Αϊζακ Μπέικερ-Μπράουν (1811-1873) που πίστευε πως η λύση για την υστερία, τον πονοκέφαλο, την κατάθλιψη, τον ερεθισμό του νωτιαίου μυελού, την απώλεια όρεξης και την ανυπακοή των γυναικών είναι η κλειτοριδεκτομή. Μάλιστα ο ίδιος ο Μπέικερ-Μπράουν έκανε και ο ίδιος κλειτοριδεκτομές και επηρέασε καθοριστικά τη γυναικολογία της εποχής. Το ευτράπελο είναι ότι ο ιατρικός σύλλογος του αφαίρεσε την άδεια όταν υπήρξαν καταγγελίες ότι χειρουργεί γυναίκες «χωρίς την άδεια των συζύγων τους». Και το πιο τραγικό, ότι οι αποκαλούμενες θεραπευτικές κλειτοριδεκτομές συνεχίστηκαν στις ΗΠΑ μέχρι το 1948 ακόμα και σε μικρά, ανήλικα κορίτσια. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν και ο βαρόνος Ζορζ Κιβιέ (1769-1832) που θεωρούσε –και οι απόψεις του είχαν πολύ μεγάλη απήχηση στους επιστημονικούς κύκλους– ότι τα μεγάλα χείλη του αιδοίου που έχουν πολλές γυναίκες στην Αφρική είναι μια τρανή απόδειξη της φυλετικής κατωτερότητάς τους αλλά παράλληλα και της ηθικής τους κατάπτωσης! Εκτός από τις απαράδεκτες απόψεις που είχαν διατυπωθεί κατά το παρελθόν από πολλούς επιστήμονες, η Stromquist ρίχνει φως και σε πολλές αναπαραστάσεις και περιγραφές των γυναικείων γεννητικών οργάνων σε πληθώρα περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα τα σχολικά εγχειρίδια ή ακόμα και η εικόνα της γυναίκας και του άντρα που έστειλε η NASA στο Διάστημα το 1972. Σε αυτή την εικόνα, αφαιρέθηκε την τελευταία στιγμή η μικρή γραμμούλα που υπαινισσόταν σχεδιαστικά τον γυναικείο κόλπο για να μη σκανδαλιστεί η ηγεσία της NASA. Αντιθέτως το ανδρικό πέος και οι όρχεις φαίνονται κανονικότατα, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να σκανδαλίσουν τους εξωγήινους που θα δουν γυμνό έναν άνδρα σε «πλήρη ανάπτυξη» και μια γυναίκα χωρίς γεννητικά όργανα. Ως προς τις αναπαραστάσεις σε βιβλία σε διάφορες εποχές, η Stromquist είναι απολαυστική. Πρώτα απ’ όλα θυμίζει την κλασική, στερεοτυπική έκφραση που χρησιμοποιούν πολλοί ενήλικοι για να περιγράψουν τα ανθρώπινα γεννητικά όργανα στα μικρά παιδιά: «Τα αγόρια έχουν πουλάκι. Τα κορίτσια δεν έχουν»! Παρά τον εμφανή παραλογισμό της η φράση αυτή δεν ξενίζει τον αναγνώστη ή τον ακροατή της και γίνεται συχνά δεκτή σε περιγραφές ανατομίας του φύλου. Η ίδια προτείνει, όμως, στους αναγνώστες μια μικρή παραλλαγή αυτής της φράσης ως εξής: «Τα κορίτσια έχουν μουνί και τα αγόρια δεν έχουν μουνί». Είναι δεδομένο πως μια τέτοια φράση θα απορριπτόταν μετά βδελυγμίας… Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση της Stromquist στο θέμα του γυναικείου οργασμού και των διαφορετικών αντιλήψεων που επικρατούσαν γύρω απ’ αυτόν στα χρόνια πριν από τον Διαφωτισμό και στη νεωτερική εποχή. Σημείο καμπής για τη θεώρηση του γυναικείου οργασμού ως περιττής και περίπλοκης διαδικασίας ήταν τα χρόνια μετά τον Διαφωτισμό με τις απόλυτες εξειδικεύσεις, τις κατατάξεις, τις ταξινομήσεις και τις αναζητήσεις ειδοποιών διαφορών. «Τα γεννητικά όργανα και η σεξουαλικότητα έγιναν η ιδανική σκηνή για να προβληθούν οι θεωρίες σχετικά με τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες», σύμφωνα με τη Σουηδή συγγραφέα. Που συνεχίζει: «Έτσι η γυναικεία σεξουαλικότητα άρχισε να παρουσιάζεται ως αδύναμη ή ως ανύπαρκτη, ενώ η ανδρική παρουσιαζόταν ως ισχυρή και ανεξέλεγκτη». Τέτοιου τύπου αντιλήψεις οδήγησαν στη μετατροπή της γυναικείας σεξουαλικότητας στην ανδρική συνείδηση σε κάτι άχρηστο και ανούσιο. Η γυναίκα ήταν αρκετό να εξυπηρετεί τον άνδρα ώστε αυτός να εκσπερματίζει. Και τέλος. Αν η γυναίκα επιζητούσε τον δικό της οργασμό, κατευθείαν θεωρούνταν μια πόρνη... Αυτά και πολλά ακόμη, υπό μια εμφανώς φεμινιστική οπτική, περιλαμβάνονται στο «Φρούτο της Γνώσης». Ένα βιβλίο πολύτιμο στην κατανόηση και την ιστορική εξέλιξη των αντιλήψεων γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Και ταυτόχρονα ένα βιβλίο γεμάτο έξυπνα σχέδια και σαρκαστικό χιούμορ. Ένα βιβλίο που, όπως γράφει στον επίλογό του, γίνεται «πότε εξοργιστικό, πότε ξεκαρδιστικά αστείο αποκαλύπτοντας τη δυσάρεστη αλήθεια για το πόσο (δεν) έχουμε προχωρήσει τόσους αιώνες». Πηγή
  23. Τίτλος πρωτότυπου: Diabolik fuori dagli Schemi, εκδόσεις Astorina, 2018 Να λοιπόν, που μετά από σχεδόν 40 χρόνια από την τελευταία του εκδοτική εμφάνιση στα μέρη μας, ο διάσημος μασκοφόρος εγκληματίας Διαβολίκ επιστρέφει. Όχι όμως, σε ένα δικό του κόμικ, αλλά σε μια ανθολογία φόρο τιμής στον ήρωα, η οποία κυκλοφόρησε στην Ιταλία με αφορμή τη συμπλήρωση 55 χρόνων από την πρώτη εμφάνιση του (αντι)ήρωα και αποτελεί επαυξημένη έκδοση μιας παρόμοιας ανθολογίας, η οποία είχε κυκλοφορήσει το 2002. Για το Διαβολίκ και τη σημασία του για τα ιταλικά, κυρίως, κόμικς μπορείτε να διαβάσετε στην ανάρτηση, το σύνδεσμο της οποίας παραθέτω στην πρώτη παράγραφο. Υποθέτω, ότι στους περισσότερους Έλληνες αναγνώστες κάτω των 40 το όνομα "Διαβολίκ" δεν λέει και πολλά, ίσως και τίποτα, αλλά στην Ιταλία είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κόμικ, κυρίως επειδή ήταν το πρώτο, που λάνσαρε με επιτυχία, τόσο το μικρό μέγεθος με τα δύο καρέ ανά σελίδα, όσο και έναν ήρωα, που αψηφά το νόμο και την ηθική. Η επιρροή του κόμικ στους Ιταλούς κομίστες είναι πολύ μεγάλη και αυτό φαίνεται και από τις συμμετοχές σε αυτόν τον τόμο, όπου συνεργάζονται κάποιοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των κόμικς στην Ιταλία, πολλοί από αυτούς είναι γνωστοί και στην Ελλάδα. Sergio Toppi Όλα αυτά είναι μεν ωραία, αλλά αμφιβάλλω, εάν και κατά πόσον ενδιαφέρουν τους σύγχρονους Έλληνες αναγνώστες και κυρίως εκείνους, που δεν έχουν διαβάσει ποτέ το κόμικ. Άρα, ένα πρώτο ερώτημα είναι "τι χρειάζεται να ξέρει ένας νέος στον κόσμο του Διαβολίκ" αναγνώστης. Η απάντηση είναι "σχεδόν τίποτα", παρά μόνο τα βασικά (κλέφτης κυρίως διαμαντιών με ταλέντο στις μεταμφιέσεις, με σύντροφο την Εύα Καντ, τον οποίον κυνηγά διαρκώς ο επιθεωρητής Γκίνκο). Ακόμη κι αυτά, όμως, εξηγούνται στην πρώτη ιστορία της ανθολογίας, συνεπώς οι νέοι αναγνώστες μπορούν να προχωρήσουν άφοβα. Claudio Villa Από εκεί και μετά, μια ανθολογία έχει καλές και λιγότερο καλές στιγμές και το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Κάποιες ιστορίες μου άρεσαν, κάποιες άλλες όχι. Κάποιοι από τους δημιουργούς αποτίουν πραγματικό φόρο τιμής στο Διαβολίκ, άλλοι (όπως η Ziche) τον αποδομούν, ενώ άλλοι (όπως ο Toppi) τον εντάσσουν στο δικό τους καλλιτεχνικό κόσμο, ενώ άλλιοι προσπαθούν να ενταχθούν εκείνοι στο σύμπαν του κόμικ, τόσο σχεδιαστικά, όσο και σεναριακά. Άλλοι τον προσεγγίζουν χιουμοριστικά (όπως ο Cavazzano), άλλοι βίαια (όπως ο Mastantuono). Το σχέδιο ορισμένων είναι εντελώς απομακρυσμένο από το σύμπαν του Διαβολίκ (με πιο προφανή περίπτωση εκείνη του Mattotti, αλλά και του Toppi και του Cavazzano και της Ziche), κάποιοι άλλοι προσπαθούν να βάλουν ένα λιθαράκι στο μύθο του (όπως στην ιστορία "Ας Κερδίσει ο Καλύτερος"), κάποια σενάρια είναι ευφάνταστα (μου άρεσαν ιδιαίτερα τα "Ληστεία στο Νάρνι" και το "Η Μάσκα και το Πρόσωπο"), άλλα όχι. Giancarlo Allessandrini Σε γενικές γραμμές, μου άρεσε η συλλογή, αν και δεν ξέρω πόσο θα την πρότεινα σε κάποιον. Έχει ενδιαφέρον και σίγουρα υπάρχουν πολλοί δημιουργοί, οι οποίοι έχουν κάτι να πουν, έστω και στις λίγες σελίδες, που διαρκούν οι ιστορίες. Από την άλλη, φοβάμαι, ότι οι περισσότερες ιστορίες θα φανούν αδιάφορες σε πολλούς, κυρίως λόγω της πρώτης ύλης. Πιστεύω, πάντως, ότι αξίζει τον κόπο μια ανάγνωση. Η έκδοση της Jemma Press είναι παρά πολύ ωραία και η μετάφραση και επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη εξαιρετική. Ειδικά για την επιμέλεια, θα το καταλάβετε καλύτερα στα βιογραφικά των πολλών συντελεστών. Το εξώφυλλο του τόμου το έχει σχεδιάσει ο Milo Manara, ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο (ο ίδιος δεν συμμετέχει με κάποια ιστορία). Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Οι ιταλομαθείς μπορούν να δουν δείγματα του κόμικ και να διαβάσουν τον επίλογο του τόμου και τα βιογραφικά των συντελεστών εδώ.
  24. Το βουνό που σώζει τις ζωές των Γεζίντι Γιάννης Κουκουλάς Ένα σχετικά άγνωστο στη Δύση περιστατικό με συγκλονιστική εξέλιξη που έλαβε χώρα στο όρος Σινγκάλ, στα βάθη της Ασίας, καταγράφουν οι Tore Rorbaek και Mikkel Sommer σε μια υποδειγματικά δοσμένη και τεκμηριωμένη ιστορία Στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας, Συρίας και Ιράκ δεν είναι σπάνιες οι συρράξεις λόγω της ρευστής πολιτικής κατάστασης και των ευμετάβλητων στρατιωτικών συμμαχιών καθώς και λόγω των διαφιλονικούμενων εδαφών. Σε τέτοια εδάφη ζουν τα μέλη της θρησκευτικής μειονότητας των Γεζίντι που συχνά στη διάρκεια της Ιστορίας βρέθηκαν στο στόχαστρο άλλων εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Ένα τέτοιο περιστατικό έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2014 όταν το «Ισλαμικό κράτος» εξαπέλυσε μια ανελέητη επίθεση κατά των Γεζίντι με σκοπό τον αφανισμό τους. Οι Γεζίντι έμειναν μόνοι τους χωρίς καμιά ελπίδα. Αλλά το βουνό τούς «βοήθησε» για ακόμη μια φορά. Όπως περιγράφει ο Tore Rorbaek, συγγραφέας του «Σινγκάλ» (μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου, εκδόσεις Jemma Press): «Η κρυφή αποχώρηση των δυνάμεων των Πεσμεργκά (σ.σ.: Κούρδοι που είχαν αναλάβει επισήμως την προστασία των Γεζίντι) μέσα στη νύχτα, η αποστράτευση και ο αφοπλισμός των Γεζίντι του ιρακινού στρατού που ήταν τοποθετημένοι στο Σινγκάλ, αλλά και η δημιουργία διαύλου από το YPG και το PKK, που έσωσε τις ζωές χιλιάδων Γεζίντι, είναι όλα πραγματικά γεγονότα. Ωστόσο, σπάνια περιλαμβάνονται στις αφηγήσεις που αφορούν τη γενοκτονία που διαπράχθηκε στο Σινγκάλ το 2014». Την έλλειψη φωτογραφικού υλικού από τα συγκεκριμένα περιστατικά καθώς και την απουσία δημοσιογραφικών αποστολών και ερευνών αλλά και γραπτών κειμένων –πλην εξαιρέσεων– από όσους συμμετείχαν σε αυτά ή μεταγενέστερους μελετητές έρχεται να καλύψει το συγκεκριμένο βιβλίο. Η έρευνα των δύο δημιουργών του ήταν μακρόχρονη και έγινε τόσο με επιτόπιες επισκέψεις όσο και με εξαντλητικές συζητήσεις και συνεντεύξεις με μάρτυρες και κατοίκους της περιοχής. Το αποτέλεσμα όμως δεν δίνεται ως μια δημοσιογραφική έρευνα αλλά ως μια μυθοπλασία βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίζεται ακριβώς εκεί. Αυτού του είδους τα κόμικς όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει και παρουσιάσει στο Καρέ Καρέ αποτελούν μια από τις πιο ισχυρές τάσεις του είδους τα τελευταία χρόνια. Άλλοι δημιουργοί όπως ο Joe Sacco επιλέγουν συνήθως να συμμετέχουν και οι «ίδιοι» ως χαρακτήρες στις ιστορίες τους που εξελίσσονται σε πρώτο χρόνο –με τον δημιουργό τους να τις ζει και να καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία– ενώ άλλοι δημιουργοί προτιμούν, άλλοτε κατ’ επιλογήν και άλλοτε αναπόφευκτα, να τις αφηγούνται ως μυθοπλασίες. Οι Rorbaek και Sommer επιλέγουν τη δεύτερη μέθοδο αλλά δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ακρίβεια των γεγονότων, στην απεικόνιση των τοποθεσιών, των περιοχών, των κτιρίων, των ενδυμασιών των ανθρώπων και του οπλισμού τους, των οχημάτων τους κ.λπ. Η γνώση που κατέκτησαν από την επιτόπια έρευνά τους δεν ήταν όμως ποτέ ανώδυνη. Και πάντα εντός ενός επικίνδυνου περιβάλλοντος με τις απειλές να είναι διαρκείς, όπως ακριβώς και αυτές που δέχονται εδώ και δεκαετίες οι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής. Όπως γράφει ο Rorbaek στο Υστερόγραφό του: «Οταν ο Mikkel Sommer και εγώ επισκεφθήκαμε το Σινγκάλ τον Οκτώβρη του 2017, το “Ισλαμικό κράτος” δεν υπήρχε πια. Το ίδιο μέτωπο που χώριζε τους Πεσμεργκά και τον ISIS τώρα χώριζε τους Πεσμεργκά και τους Χασντ αλ Σαάμπι, μια πολιτοφυλακή που ελέγχει η ιρακινή κυβέρνηση. Επισκεφθήκαμε το μέτωπο με σκοπό να ταξιδέψουμε από την περιοχή που έλεγχαν οι Πεσμεργκά στη Σίμπα, η οποία ήταν υπό τον έλεγχο των Χασντ αλ Σαάμπι. Οδηγηθήκαμε κατά μήκος των αμμόσακων σε ένα μικρό καταφύγιο όπου ένας στρατηγός των Πεσμεργκά μάς είπε ότι ήταν αδύνατο να περάσουμε στην άλλη πλευρά. “Η Σίμπα ανήκει στην κεντρική κυβέρνηση τώρα. Οι Χασντ αλ Σαάμπι την πήραν από τον ISIS με τη βοήθεια αμερικανικής αεροπορικής δύναμης. Έχουν καταστραφεί τα πάντα. Το μόνο που υπάρχει είναι νάρκες και ερείπια”». Στη μυθοπλασία που φιλοτεχνούν οι Rorbaek και Sommer, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον κρατά το όρος Σινγκάλ, το καταφύγιο και η προστασία των Γεζίντι, το μέρος «που λέγεται ότι προσάραξε η Κιβωτός του Νώε μετά τον Κατακλυσμό» όπως οι ίδιοι πιστεύουν. Δύο από αυτούς είναι ο Μζλουμ και ο Ασμαήλ, των οποίων παρακολουθούμε τις προσπάθειες να σώσουν τις οικογένειές τους και την περιοχή τους από τους εισβολείς. Όλα τα δεδομένα και η κοινή λογική είναι εναντίον τους. Η υπεροπλία του αντιπάλου θα έπρεπε υπό άλλες συνθήκες να λειτουργήσει εντελώς αποτρεπτικά ακόμα και στη σκέψη για αντίσταση. Όμως ο Μαζλούμ και ο Ασμαήλ δεν λειτουργούν μόνο βάσει της λογικής αλλά κυρίως του πάθους τους για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Άλλωστε το βουνό έχει βοηθήσει τους ομόθρησκούς τους κατ’ επανάληψιν κατά το παρελθόν, γιατί όχι ακόμα μια φορά; Κι έτσι, σε μια ιστορία γεμάτη αγωνία που γίνεται δυσβάσταχτη στον αναγνώστη όταν συνειδητοποιεί ότι βασίζεται σε μια πολύ πρόσφατη πραγματικότητα, οι άνθρωποι καταφεύγουν στο Σινγκάλ και προσπαθούν να παραμείνουν ενωμένοι κόντρα σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Δυστυχώς δεν θα τα καταφέρουν να μείνουν όλοι ζωντανοί, σε ένα εσκεμμένα διφορούμενο τέλος στο οποίο τον τελευταίο «λόγο» τον έχει και πάλι το Σινγκάλ που εξακολουθεί να ρίχνει βαριά τη σκιά του στην Ιστορία, στο παρόν και στο μέλλον των Γεζίντι και να καθορίζει τη μοίρα τους. Πηγή
  25. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
×
×
  • Create New...