Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Jemma Press'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Πόθοι και πάθη στα χρόνια του Βυζαντίου Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono) Το βυζαντινό έπος του Διγενή Ακρίτα γνωρίζει την πιο σύγχρονη και πρωτότυπη παραλλαγή του στη νέα σειρά κόμικς της Jemma Press. «Ο θαυμαστός Βασίλειος, το φως των ανδρειωμένων, / περί απελάτων ήκουσε ευγενικών και ανδρείων, / ότι κρατούν στενώματα και ποιούν αντραγαθίας / και ζήλος ήλθεν εις αυτόν να ιδή τους απελάτας. / Και έκατσεν και ευθείασεν ωραίον, τερπνόν λαβούτον, / επήρεν το και εξέβηκεν από τα γονικά του / και εις μίαν εκατέμαθεν και τας στενάς κλεισούρας.» Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από την -πλησιέστερη προς το αρχικό κείμενο- παραλλαγή του μακρού έμμετρου αφηγήματος «Βασίλειος Διγενής Ακρίτης». Ένα έργο που γράφτηκε γύρω στα μέσα του 11ου αιώνα, εμπνευσμένο από τη ζωή των υπερασπιστών των άκρων (συνόρων) της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Οι θρύλοι, τα άσματα και οι παραδόσεις για τη δράση και τα κατορθώματα των ακριτών γνώρισαν μεγάλη διάδοση στις ακριτικές περιοχές του Πόντου και της Καππαδοκίας και από εκεί πέρασαν στην Κύπρο, την Κρήτη και την ηπειρωτική Ελλάδα. Το σύνολο αυτού του υλικού, που αποτέλεσε τον «ακριτικό κύκλο», οδήγησε στη σύνθεση του αρχαιότερου μνημείου της λόγιας νεοελληνικής γραμματείας, που κινείται ανάμεσα στο έπος και το ερωτικό μυθιστόρημα. Το έργο διηγείται τον βίο του ήρωα Διγενή Ακρίτη, που υπερασπίστηκε τα σύνορα του Βυζαντίου περί τον 9ο-10ο αιώνα, και αντανακλά την κυρίαρχη ιδεολογία (πολιτική, στρατιωτική και θρησκευτική) της αυτοκρατορίας. Αποτυπώνει, όμως, παράλληλα, και τις πολυεπίπεδες σχέσεις και διασταυρώσεις του χριστιανικού και του μουσουλμανικού κόσμου. Άλλωστε, το ευφυές προσωνύμιο του ήρωα ως «διγενή» αναφέρεται ακριβώς στη μικτή καταγωγή του, καθώς ήταν γιος της Ελληνοβυζαντινής αριστοκράτισσας Ειρήνης και του Αραβοσύρου εμίρη Μουσούρ. Το «Έπος του Διγενή Ακρίτη» αποδόθηκε ανά τους αιώνες σε διάφορες ελληνικές και σλαβικές παραλλαγές, ενώ ενέπνευσε δημοτικά τραγούδια και λογοτεχνικά έργα. Μεταφέρθηκε, όμως, και σε κόμικς, πρώτη φορά στη σειρά των Κλασσικών Εικονογραφημένων (τεύχος #1035). Η πιο πρόσφατη μεταφορά σε κόμικς του σπουδαίου αυτού έργου της δημώδους βυζαντινής λογοτεχνίας μάς έρχεται από τις εκδόσεις Jemma Press. Ο λόγος για τη σειρά «Διγενής», που από τις αρχές του 2022 μετράει ήδη τους δύο πρώτους της τόμους (οι επόμενοι τέσσερις θα κυκλοφορούν ανά εξάμηνο). Ο «Διγενής» είναι το αποτέλεσμα της καρποφόρας συνεργασίας τεσσάρων ταλαντούχων συντελεστών: των Κωνσταντίνου Δημητρίου και Κάλλιας Παπαδάκη, που έγραψαν το σενάριο, και των Αύγουστου Κανάκη και Ντέννι Γιατρά, που ανέλαβαν τη σχεδίαση και τον χρωματισμό. Πρόκειται για την πιο σύγχρονη, σε προσέγγιση και αφηγηματική ματιά, παραλλαγή του βυζαντινού έπους. Ο πρώτος τόμος, με τον τίτλο «Το σημάδι του Κάιν», μας εισάγει στο χρονικό πλαίσιο, που δεν είναι άλλο από την ενδο-βυζαντινή μάχη της Αβύδου (989 μ.Χ.). Εκεί, μια μοιραία συνάντηση μας μεταφέρει 20 χρόνια πίσω, στην Καισάρεια, όπου παρακολουθούμε την πορεία του δεκαεξάχρονου αριστοκράτη Βασίλειου Μουσούρ από την αθωότητα, στην εποχή του πυρός και του σιδήρου. Μια άτυχη στιγμή τινάζει στον αέρα εφηβικά όνειρα και «ενήλικες» πολιτικές φιλοδοξίες, ανοίγοντας στη συνέχεια (τόμος β’: «Πυρ και θείον») τον φαύλο κύκλο του αίματος. Ο «Διγενής» συνιστά έναν επιτυχή συνδυασμό των εξής παραγόντων: α. βαθιά κατανόηση της περιόδου (σε όλα τα ιστορικά, πολιτισμικά και θεολογικά της συμφραζόμενα), β. κινηματογραφικό storytelling, γ. καθαρή σχεδιαστική γραμμή, ρεαλιστική και ταυτόχρονα λιτή και δ. πανέμορφες παλέτες που εξυψώνουν τη σεναριακή δράση. Σε προηγούμενο αφιέρωμά μας («Ποπ βυζαντινές ιστορίες», Καρέ Καρέ 13-14/8/2022) είχαμε υποστηρίξει ότι η υπερχιλιετής περίοδος των ανατολικών Μέσων Χρόνων όχι απλώς δεν είναι το βαρετό μάθημα των σχολικών μας χρόνων, αλλά στην πραγματικότητα αποτελεί μια σκόπιμα υποτιμημένη, πλην όμως ανεξάντλητη πηγή έμπνευσης για κάθε είδους δημιουργία, με σύγχρονα καλλιτεχνικά και εκφραστικά μέσα. Ο «Διγενής» των Δημητρίου, Παπαδάκη, Κανάκη και Γιατρά επιβεβαιώνει τον παραπάνω ισχυρισμό, διατηρώντας ακμαίο το ενδιαφέρον και τις προσδοκίες μας για τη συνέχεια. Πηγή
  2. 1. Το Σημάδι του Κάϊν Ποτέ μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του! Ή το θέμα του! Πόσο σοφή έκφραση! Η αλήθεια είναι ότι όταν είδα για πρώτη φορά την κυκλοφορία της Jemma Press παραξενεύτηκα (ολογράφως κριντζαρα). Κάτι το θέμα, κάτι το μέτριο γραφιστικά (κατά την άποψή μου) εξώφυλλο, το θεώρησα μια μέτρια επιλογή. Η άποψη μου άρχισε να αλλάζει όταν το έπιασα στα χέρια μου και είδα το πόσο όμορφα εικονογραφημένο είναι το εσωτερικό του. Αποφάσισα να το διαβάσω έχοντας χαμηλές τις προσδοκίες μου. Πόσο τραγικά διαψεύστηκα… Πρόκειται για ένα εξαιρετικό κόμικ και στο σενάριο, πέρα από το σχέδιο. Η ιστορία σίγουρα αφορά και επηρεάζεται από το μύθο/θρύλο του Διγενή Ακρίτα, αλλά δεν είναι Κλασσικά Εικονογραφημένα. Ο Διγενής δεν είναι ο κλασικός ήρωας των τραγουδιών και των παραδόσεων. Η συγγραφική ομάδα των Κωνσταντίνου Δημητρίου & Κάλλιας Παπαδάκη τον κατέβασαν από το βάθρο που τον είχε τοποθετήσει το συλλογικό ασυνείδητο των Ελλήνων, τον έκαναν άνθρωπο και γι αυτό ένα χαρακτήρα πιστικό! Στα πλαίσια ενός μύθου φυσικά…. Όσοι ψάξουν ιστορικές ανακρίβειες, η πράγματα που ξεφεύγουν από τον ορθόδοξο μύθο, σίγουρα θα βρουν πολλά, αλλά από την άλλη αυτό το κόμικ δεν θέλει τέτοιους αναγνώστες και ούτε τους ψάχνει. Πάρα πολύ καλή δουλειά έχει γίνει και από τη σχεδιαστική ομάδα των Αύγουστου Κανάκη & Ντέννι Γιατρά. Θα προτιμούσα τα χρώματα λιγότερο φωτεινά, αλλά αυτό είναι δική μου άποψη. Δεν ξέρω πόσοι το προσέξατε αλλά για το συγκεκριμένο κόμικ συνεργάστηκαν 4 άτομα, χωρίς γραφίστες, επιμελητές εκδότες κλπ. Αυτό από μόνο του για τον Ελληνικό χώρο είναι κατόρθωμα. Δε θέλω να πω κάτι για την υπόθεση για να σας αφήσω να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Μια παράθεση από το site της Jemma Press Δέκατος αιώνας. Στα ανατολικά σύνορα του Βυζαντίου με τη Σαρακινή Συρία μεγαλώνει ο Βασίλειος Μουσούρ, γιος μιας βυζαντινής αριστοκράτισσας και ενός Σύρου εμίρη. Σε μια βίαιη εποχή, όπου η επιβίωση εξαρτάται από τις πολεμικές αρετές, ο Βασίλειος δεν έχει να επιδείξει ούτε ρώμη ούτε δεξιοτεχνία. Είναι άνθρωπος των βιβλίων. Μέσα όμως από ένα μακρινό ταξίδι στα βάθη της Ανατολής και μια εσωτερική διαμάχη μεταξύ καλού και κακού, ο Βασίλειος μεταμορφώνεται σε ικανό πολεμιστή και υπερασπιστή των συνόρων της βυζαντινής αυτοκρατορίας· γίνεται ο «Διγενής Ακρίτας». Μια παραλλαγή του κλασικού έπους του Διγενή Ακρίτα. Μια διαδρομή μέσα από τον Δρόμο του Μεταξιού κατά τους σκοτεινότερους μεσαιωνικούς χρόνους, αλλά και ένα ταξίδι στο αχαρτογράφητο τοπίο των ανθρώπινων ψυχών και των παθών τους. Βάλτε το στη λίστα με τις σίγουρες αγορές σας!
  3. Αισθησιακός… τρομαντισμός Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono) Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι είναι δύο απέθαντα, αιμοβόρα βαμπίρ με κοφτερούς κυνόδοντες. Η Δρακουλίτσα και ο παρτενέρ της απολαμβάνουν τον απέθαντο έρωτά τους στο δεύτερο 18+ αλμπουμάκι της ομώνυμης σειράς που μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Jemma Press. Δημιουργός, βέβαια, της ανεπιτήδευτα αισθησιακής Δρακουλίτσας και του τρυφερού παρτενέρ της, ο δημοφιλής στο σοσιαλμιντιακό κοινό Σταύρος Κιουτσιούκης. Ο Κιουτσιούκης δεν χρειάζεται ιδιαίτερες συστάσεις. Παραγωγικότατος και ευρηματικός, έχει συνδεθεί όσο κανείς άλλος στην Ελλάδα με το ερωτικό χιουμοριστικό κόμικς. Εδώ και πάνω από μια 15ετία μάς έχει προσφέρει κόμικς όπως το «Yellow Boy», ο «Δεξιοτέχνης», «Το Μεγάλο Μπανιστήρι», τα «Πατουσάκια» κ.ά., ενώ από τεχνοτροπικής άποψης το ιδιαίτερο καρτουνίστικο στιλ του είναι αμέσως αναγνωρίσιμο. Θεματολογικά, τα σκίτσα και τα στριπάκια του Σαλονικιού σκιτσογράφου κινούνται ανάμεσα στο γλυκά συναισθηματικό από τη μια πλευρά και στο σοφτ πορνογραφικό από την άλλη, χωρίς όμως ποτέ να γίνονται χυδαία. Και πάντα με σεβασμό στο γυναικείο φύλο, στη γυναικεία επιθυμία και σε όλους τους τύπους των σωμάτων, στο πλαίσιο της συμπερίληψης. Το πρωταγωνιστικό ζευγάρι που εμφανίζεται στα δύο (μέχρι στιγμής) άλμπουμ με τον τίτλο «Δρακουλίτσα», φαινομενικά είναι ένα ανέμελο ζευγαράκι δύο πολύ ερωτευμένων στρέιτ νέων ανθρώπων, που χαίρονται ισότιμα τον έρωτά τους και περνάνε την καθημερινότητά τους κάνοντας σεξ, χουχουλιάζοντας στο κρεβάτι, βλέποντας πορνό και ξανακάνοντας σεξ. Η διαφορά με εμάς τους κοινούς θνητούς είναι ότι πρόκειται για… βαμπίρ. Δύο απέθαντα, αιμοβόρα βαμπίρ με κοφτερούς κυνόδοντες που, όταν δεν κάνουν σεξ, βγαίνουν τις νύχτες για να πιουν αίμα, ακούνε… Γιάννη Βαμπάριο (!) και στα… Δρακούλουμα πετάνε χαρταετό! Ποια είναι όμως η εκδοτική ιστορία της Δρακουλίτσας; Πάνε περίπου δύο χρόνια από όταν η ηρωίδα μετακόμισε στο κάστρο. Ήδη όμως πριν μπορούσες να τη δεις στα καρτούν και τα στριπάκια του Κιουτσιούκη, χωρίς πάντοτε έκδηλη τη βαμπιρική της ιδιότητα. Την πρώτη της ουσιαστικά εμφάνιση την έκανε τον Δεκέμβριο του 2020 στο κόμικς «Τρόμος» (Ένατη Διάσταση). Τα όριτζινς του θρύλου της θα τα ανακαλύψουμε στις πέντε τελευταίες σελίδες του τωρινού άλμπουμ. Όσο για το μέλλον των αισθησιακών περιπετειών της; «Η Δρακουλίτσα ήρθε για να μείνει. Ως παντοτινή αγάπη θα συνεχίζεται στο διηνεκές», μας αναφέρει ο δημιουργός της. Η «Δρακουλίτσα» είναι αξιολάτρευτη, ακριβώς γιατί είναι ακομπλεξάριστη. Είναι γλυκιά, ρομαντική, συχνά διψασμένη για αίμα και ακόμη συχνότερα… για σεξ. Με την προτροπή «Δάγκωσέ με», το αλμπουμάκι απευθύνεται, εκτός των άλλων, και στους φαν των αναπάντεχα καμένων λογοπαίγνιων με τα οποία ο Σταύρος Κιουτσιούκης δεν έχει πάψει να μας ξαφνιάζει. Πηγή
  4. Οι διαφορετικοί «υπερήρωες» του Πέτρου Χριστούλια Γιάννης Κουκουλάς Επιμέλεια: Λουίζα Καραγεωργίου Δύο απολαυστικές σειρές του Πέτρου Χριστούλια, με πρωταγωνιστές που παλεύουν να μοιάσουν με υπερήρωες αλλά δεν τα καταφέρνουν και τόσο καλά, κυκλοφόρησαν σε δύο υπέροχες εκδόσεις. «Ο παππούς μου, που μοιραζόμαστε το ίδιο ονοματεπώνυμο, ήταν ράφτης. Γεννηθείς το 1901, είχε ήδη δικό του μαγαζί στην Κωνσταντινούπολη όταν αναγκάστηκε να φύγει μετά την καταστροφή. Συνέχισε αυτήν τη δουλειά στη νέα του πατρίδα για το υπόλοιπο της επαγγελματικής του ζωής. Όταν γύρισα στην πόλη μου μετά τις σπουδές στη συμπρωτεύουσα, κυριεύτηκα από μια μανία να ερευνήσω την οικογενειακή μου μικροϊστορία και στην κυριολεξία να σκαλίζω το σπίτι που μεγάλωσα. Σκέφτηκα ότι έτσι μπορώ να συνειδητοποιήσω από πού προέρχομαι ώστε κάποια στιγμή να πάω παραπέρα. Έπρεπε να συμφιλιωθώ με το μέρος που ποτέ δεν ένιωθα ότι ανήκω και ίσως κάποτε κατάφερνα να το οικειοποιηθώ. Μια ραπτομηχανή σε αχρηστία από την εποχή που η μητέρα μου περνούσε μια περίοδο εξερεύνησης της κοπτικής-ραπτικής, σε συνδυασμό με το επάγγελμα του παππού μου και τη δική μου ενασχόληση με τα κόμικς, ίσως ήταν το μείγμα μέσα στο οποίο πήρε μορφή η ιδέα ενός χάρτινου ήρωα που κατασκευάζει ο ίδιος μια υπερηρωική στολή και με τη μυστική του ταυτότητα προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση του με το μέρος από όπου κατάγεται». Με αυτόν τον προσωπικό πρόλογο, ο Πέτρος Χριστούλιας διευκρινίζει τα κίνητρα και τις αφορμές που είχε για να φιλοτεχνήσει μια χιουμοριστική και πολύ συναισθηματική ιστορία με επίκεντρο τη γενέτειρά του, τη Χαλκίδα. «Η Μυστική Ταυτότητα» (εκδόσεις Ένατη Διάσταση, δημοσιευόταν από το 2009 ως το 2019 στο περιοδικό «Αν») έχει πρωταγωνιστή κάποιον καλοσυνάτο νέο άνδρα που φιλοδοξεί να σώσει τον κόσμο. Κι αν όχι ολόκληρο τον κόσμο, τουλάχιστον τον δικό του μικρόκοσμο, τη γειτονιά του. Ράβει στη ραπτομηχανή μια αυτοσχέδια στολή, φορά ένα σουρωτήρι στο πιγούνι κι ένα σορτσάκι πάνω από τη φόρμα του και ξεχύνεται στην πόλη με τα αθλητικά του παπούτσια. Εκεί θα έρθει αντιμέτωπος με τις πιο μεγάλες προκλήσεις: με τους παλιούς του συμμαθητές, με τον καύσωνα, με τα λασπόνερα που εκτοξεύουν τα αυτοκίνητα, με πλανόδιους πωλητές καρπουζιών, με τις απορίες των παιδιών, με τις γιαγιάδες που κολυμπούν, με τους πολιτικάντηδες που μοιράζουν υποσχέσεις, με τον Αϊ-Βασίλη. Η μεγαλύτερη πρόκληση όμως είναι ο έρωτας της ζωής του, η γυναίκα μπρος στην οποία όλες οι «υπερηρωικές» δυνάμεις πάνε περίπατο. Τόση κούραση όμως έχει και συνέπειες. Κι έτσι ο φιλόδοξος και καλοπροαίρετος «υπερήρωας», που μόνο αυτός αντιλαμβάνεται ως τέτοιον τον εαυτό του, ταξιδεύει στα όνειρά του στη Μικρασιατική Καταστροφή, καταδιώκεται από την Γκεστάπο, ζει τον Χριστουγεννιάτικο Εφιάλτη για να ξυπνήσει απότομα και να προσγειωθεί στην πεζότητα των όμορφων, ατομικών φαντασιώσεών του. Το πολύ προσεγμένο επίμετρο του βιβλίου με το φωτογραφικό και εικονογραφικό υλικό που συνοδεύει το παράρτημα εξηγούν ακόμα καλύτερα τη δράση του μοναχικού vigilante μιας μικρής επαρχιακής πόλης στην επαρχία του κόσμου την ώρα που αυτός ονειρεύεται τη μητρόπολη. Ολοκληρώνοντας αυτήν την όμορφη συλλογή για τα όνειρα και τις πτήσεις που όσο πιο ψηλές είναι τόσο περισσότερο πονάνε οι πτώσεις. Ένας άλλος αλλόκοτος «υπερήρωας» ή, καλύτερα, μια υπερηρωική καρικατούρα μεταφερμένη στον μεταπολεμικό Πειραιά είναι ο Νυχτερίδας, πρωταγωνιστής στην «Τριλογία του Νυχτερίδα» (εκδόσεις Jemma Press). Ο ογκώδης τόμος του Πέτρου Χριστούλια περιλαμβάνει τις ιστορίες «Γυρνώ σαν Νυχτερίδα», «Τριγυρνώ μες στην Αθήνα» και «Αφού μ’ αρέσει να γυρνώ», που είχαν κυκλοφορήσει τα προηγούμενα χρόνια σε αυτοτελείς εκδόσεις, καθώς και το ακυκλοφόρητο «Η Νυχτερίδα της Ασφάλτου». Και στις τρεις συνέχειες είχαμε αναφερθεί σε παλαιότερα τεύχη του Καρέ Καρέ, αλλά η επίτομη έκδοση με το σύνολο του έως τώρα παραχθέντος υλικού με κεντρικό χαρακτήρα τον Έλληνα αξύριστο «Μπάτμαν» δίνει στον αναγνώστη την ευκαιρία να αποκτήσει μια συνολική εικόνα του παράξενου πρωταγωνιστή. Όλες οι ιστορίες εκτυλίσσονται τη δεκαετία του 1950, σε μια Ελλάδα τόσο μακρινή αλλά και τόσο κοντινή. Με μια αυτοσχέδια στολή κι αυτός, φανατικός καπνιστής, με πεσμένα αυτιά και με επιτηδευμένα αφημένα γένια, ο Νυχτερίδας πνίγει τον πόνο του στη ρετσίνα και ξεχνά τη μοναξιά του σε κουτούκια και ρεμπετάδικα. Ερωτευμένος με την τραγουδιάρα τη Θοδώρα, εξομολογείται τη ζωή του στον κάπελα: «Εμένα που με βλέπεις, φίλε μου, ορφάνεψα νωρίς! Τους γονείς μου τούς έφαγε μπαμπέσικα κάποιος τζουτζές σε ένα στενοσόκακο κάτω στην Κοκκινιά. Εγώ έρχομαι εδώ να ακούω τη Θοδώρα και να ματώνει η καρδούλα μου». Και με την προφανή αναφορά στον Μπάτμαν που ορφάνεψε σε ένα στενοσόκακο στο Γκόθαμ, συστήνεται ως Κάπτεν-Μπατ ή «Καπετάν Νυχτερίδας στα ξένα». Υπηρέτης του και φωνή της λογικής είναι φυσικά κάποιος Άλμπερτ και βοηθός του ο Δεκαοχτούρας στον ρόλο του Ρόμπιν. Από παρόμοιες αναφορές σφύζει το πρώτο μέρος της τριλογίας που, εκτός από τις νύξεις στην πολιτική πραγματικότητα της εποχής της μαύρης Δεξιάς και το πανταχού παρόν χιούμορ, αποτελεί μια σπάνια ηθογραφία της ελληνικής μικροαστικής και λαϊκής τάξης. Στο δεύτερο μέρος της σειράς, ο Καπετάν Νυχτερίδας αφήνει για λίγο τον Πειραιά και τις συνοικίες του και μεταφέρει τη δράση του στην Αθήνα, όχι με τόση ευχαρίστηση είναι αλήθεια: «Δεν μου αρέσει να ανεβαίνω στην Αθήνα. Ειδικά στο Κολωνάκι με όλους αυτούς τους ξιπασμένους αστούς», μονολογεί οδηγώντας το ιδιότυπο μπάτμομπίλ του. Θα ζήσει την περιπέτεια στην Πλάκα, στη σκιά της Ακρόπολης, θα γνωρίσει έναν νέο έρωτα, την Ασημίνα, και θα κατορθώσει να λύσει ακόμη ένα μυστήριο. Στο τρίτο και τελευταίο μέρος, η δράση ξαναγυρίζει στον Πειραιά και συγκεκριμένα στα Ταμπούρια, όπου ο Νυχτερίδας θα γνωρίσει το μέντιουμ Ζαΐρα, θα μπλεχτεί με τα μέλη ενός περιφερόμενου μπουλουκιού, θα γίνει φίλος με τον Μίμη τον Άτλα και θα ξεφύγει από τους ασφαλίτες που τον καταδιώκουν σε έναν μεταφορικό «Γύρο του Θανάτου», θα αποκαλύψει το σκοτεινό έργο ενός μαυραγορίτη. Και θα στεφθεί και πάλι νικητής κατορθώνοντας να περιστείλει τον αυθορμητισμό και τον συνήθη υπερηρωικό ναρκισσισμό του λέγοντας στον απορημένο Δεκαοχτούρα: «Αυτή τη φορά δεν θα αφήσω το υπερεγώ μου να γίνει εμπόδιο». Στην μπόνους ιστορία του τόμου, μάλιστα, ο αναγνώστης μαθαίνει ότι ο Νυχτερίδας συνεχίζει το έργο του τρεις δεκαετίες μετά, σε προχωρημένη ηλικία, αλλά ακόμη ακμαίος και ακαταπόνητος όπως ο Μπάτμαν στη σειρά «Σκοτεινός Ιππότης» του Φρανκ Μίλερ. Με την Εντούρο του Δεκαοχτούρα, πάνε μαζί σε μια ντίσκο των 80s και μπλέκουν σε έναν καβγά για να ακολουθήσει καταδίωξη με μηχανές υπό το βλέμμα των αφισών με τον Ανδρέα Παπανδρέου να διαλαλεί την «Αλλαγή». Για να κλείσει έτσι αυτή η ιδιότυπη τετραλογία –όχι όμως και η χάρτινη «ζωή» του αλλόκοτου χαρακτήρα– που συνοδεύεται από ένα παράρτημα με τις επιπλέον εμφανίσεις του Νυχτερίδα σε άλλα μέσα και έναν επίλογο του Πέτρου Χριστούλια που καταλήγει ως εξής: «Πουθενά δεν εξηγείται επαρκώς γιατί ο Νυχτερίδας κυκλοφορεί ντυμένος έτσι σαν μασκαράς. Ισως έχει να κάνει με κάποιο τραύμα από την εποχή που τα αλητάκια του λιμανιού τον κορόιδευαν που οι γονείς του τον έντυναν ναυτάκι και τον έσερναν στους παραλιακούς τους περιπάτους στον Πειραιά. Μπορεί απλά πίσω από τη μάσκα να νιώθει ότι κρύβει όλα εκείνα που δεν θα του επέτρεπαν να κυκλοφορεί στα στέκια που δεν πιστεύει ότι ανήκει πραγματικά. Εγώ πάντως πίσω από τη μάσκα του Νυχτερίδα είχα την ευκαιρία να κρυφοκοιτάξω εποχές που πάντα με γοήτευαν». Πηγή
  5. Ελασσόνα Θεσσαλίας, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821. Ο Δήμος Καραμάνος, έχει εγκαταλείψει την ζωή του κλέφτη, και έχει γίνει οικογενειάρχης και αγρότης. Έχει εγκαταλείψει την παλιά του ζωή, η οποία όμως έρχεται πίσω και με το πρόσωπο του παλιού του καπετάνιου, τον μπλέκει πάλι σε κίνδυνο. Ο ένας από τα πέντε του παιδιά ερωτεύεται την κόρη του προύχοντα του χωριού και βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Τραγική εικόνα η γυναίκα του, η οποία θα αποτελέσει τον εύκολο στόχο των εχθρών του Καραμάνου. Περιφερειακά της ιστορίας, κινούνται πασίγνωστες φιγούρες της επόχης, όπως ο Αλή Πασάς, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο κέντρο όμως, βρίσκεται πάντα ο Καραμάνος, τα παιδιά του και το ταξίδι του για εκδίκηση και απελευθέρωση Ότι πιο κοντινό, από πλευράς σύλληψης/στησίματος/απόδοσης, σε BD έχουμε στην Ελλάδα. Λένε ότι έχεις μόνο μια ευκαιρια να κάνεις καλή πρώτη εντύπωση, και ο Καραμπάλιος την έκανε. Μια ιστορία, η οποία, κατά δήλωση του, θα ολοκληρωθεί σε 6 τεύχη, από τα οποία έχουμε ήδη τα 3. Μια ιστορία η οποία κυλάει αβίαστα, χωρίς κολλήματα, χωρίς περιττές και μακρόσυρτες λεζάντες και περιγραφές. Ουσιαστικά, μια ιστορία οικογενειακής τραγωδίας, η οποία δεν πέφτει στην εύκολη παγίδα να αναλωθεί σε εθνικιστικές κορώνες. Και δεν πέφτει στην εξίσου εύκολη παγίδα να δώσει βάρος στους πασίγνωστους πρωταγωνιστές της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα, παρά παραμένει, στο κορμό της, μια κοινωνική ιστορία εκδίκησης, συγχώρεσης, ενηλικίωσης και αναζήτησης. Και όλα τα παραπάνω, συνοδευόμενο από το σχέδιο, το οποίο σε μερικά σημεία είναι τρομερά δουλεμένο, με πολύ καλή επιλογή χρώματος και πανέξυπνου στησίματος της κάμερας. Όταν είχα δει τις πρώτες (έξυπνα επιλεγμένες) σελίδες στο FB του δημιουργού, είχα ενθουσιαστεί. Όταν βέβαια αγόρασα και διάβασα το πρώτο τεύχος, προσγειώθηκα (όμαλά όμως). Γιατί, όπως και κάθε πρωτοεμφανιζόμενος δημιουργός, παρουσίασε κάποιες αδυναμίες, μελετώντας το σύνολο του πρώτου άλμπουμ. Ενώ σχεδιάζει υπέροχα τα πρόσωπα των ώριμων αντρών, έχει θέμα με τα παιδικά και τα γυναικεία πρόσωπα, αφήνοντας τα "γυμνά" από γωνίες και σκιές. Επίσης, ήταν εμφανές ότι κάποια καρέ δουλεύτηκαν πολύ περισσότερο από κάποια άλλα, κάνοντας το αποτέλεσμα λίγο άνισο. Στην πορεία, και διαβάζοντας το δεύτερο και το τρίτο τεύχος μαζί, διαπίστωσα ότι οι λεπτομέρειες ( και ειδικά η προσοχή σε αυτές ) και το στήσιμο των καρέ βελτιώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά παρέμεινε το πρόβλημα με τα πρόσωπα αλλά και με το ρυθμό. Συνολικά μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια και αξίζουν συγχαρητήρια, τόσο στον Καραμπάλιο όσο και στην εκδοτική η οποία, για άλλη μια φορά, έβγαλε στην επιφάνεια ένα διαμαντάκι. Παρόλες τις αδυναμίες, ξεκινάει από πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις περισσότερες ελληνικές δουλειές και, προσωπικά, θα περιμένω πολλά περισσότερα στο μέλλον!
  6. Λίγα (ίσως όχι και τόσο λίγα) λόγια για ένα από τα αγαπημένα μου κόμικς, που κοσμεί την εικόνα του προφίλ μου. Η πρότασή μου: αγνοείστε τα όλα και διαβάστε ή ξαναδιαβάστε το κόμικ. 1. Εισαγωγή Ο Ετερνάουτα είναι μαζί με τη Μαφάλντα το ορόσημο των αργεντίνικων κόμικς, η δε εικόνα του ήρωα με τη στολή να περπατά μέσα στις νιφάδες χιονιού είναι ένα πολιτιστικό σύμβολο και μια πολύ οικεία εικόνα για τη χώρα. Η Αργεντινή ήταν κάποτε, στις αρχές του 20ου αιώνα, μια από τις πλουσιότερες χώρες της γης, αλλά η κακή διαχείριση, οι εμφύλιες συγκρούσεις και τα αλλεπάλληλα πραξικοπήματα την έφεραν σε δεινή οικονομική και πολιτική θέση. Παράλληλα, δημιούργησαν μια άρχουσα τάξη, η οποία συμπεριφερόταν λες και η χώρα της ανήκει (κάτι που, φευ, δεν απείχε πολύ από την αλήθεια) και μια εξαθλιωμένη τάξη, κυρίως ιθαγενών και μιγάδων, οι οποίοι δεν ήταν τόσοι πολλοί όσο στις υπόλοιπες χώρες της Νότιας Αμερική και οι οποίοι ζούσαν υπό άθλιες συνθήκες, χωρίς πρόσβαση σε στοιχειώδη υλικά αγαθά. Ανάμεσά τους υπήρχε μια πολυάριθμη μεσαία τάξη, σχεδόν αποκλειστικά ευρωπαϊκής και κατά κύριο λόγο ιταλικής και δευτερευόντως ισπανικής καταγωγής, η οποία αγκομαχούσε να τα βγάλει πέρα αντιμέτωπη με μια ασφυκτική οικονομική κατάσταση. Αυτή η μεσαία τάξη έδωσε και τα πολιτισμικά χαρακτηριστικά της χώρας, η οποία είναι αναμφισβήτητα η λιγότερο "λατινοαμερικανική" χώρα της ηπείρου και η πλέον πολιτιστικά εγγύτερη στην Ευρώπη. 2. Το πολιτικό και κοινωνικό υπόβαθρο Το 1946 ο Χουάν Περόν εξελέγη πρόεδρος της χώρας εγκαινιάζοντας το πολιτικό φαινόμενο, που ονομάστηκε "Περονισμός". Ο Περόν κατάφερε να αυξήσει τους μισθούς, να αποπληρώσει το δημόσιο χρέος, να δώσει δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες, να στηρίξει τα χαμηλόμισθα και μεσαία στρώματα, αλλά και να επιβάλλει ένα αυταρχικό καθεστώς με διώξεις αντιφρονούντων και εν δυνάμει υπόπτων και με έλεγχο των συνδικάτων. Ο Περόν αναμφισβήτητα αποδείχθηκε πολύ δημοφιλής, επανεξελέγη το 1951 και ένα χρόνο αργότερα έχασε τη γυναίκα του, τη θρυλική και απίστευτα λαοφιλή Εύα "Εβίτα" Περόν από καρκίνο. (Υπόψιν, ότι σας βάζω την αυθεντική εκτέλεση του τραγουδιού και όχι εκείνη από την ταινία με την Μαντόνα) Στις 16 Ιουνίου του 1955 δυνάμεις του στρατού και της αεροπορίας βομβαρδίζουν την Plaza de Mayo, κεντρικό σημείο του Μπουένος Άιρες, σκοτώνοντας 308 πολίτες, ανάμεσά τους και έξι παιδιά, δείχνοντας έτσι μια απίστευτη περιφρόνηση για την ανθρώπινη ζωή, με σκοπό να εκδιώξουν τον Περόν από την εξουσία, κάτι που δεν κατάφεραν, λόγω και τη στήριξης του λαού στο πρόσωπο του προέδρου. Ένα νέο πραξικόπημα, όμως, ακριβώς τρεις μήνες μετά κατάφερε να διώξει τον Περόν και να θέσει το κόμμα του εκτός νόμου. Νέες εκλογές το 1958, το κόμμα του Περόν νομιμοποιείται ξανά, νέο πραξικόπημα το 1962 και ούτω καθεξής.... 3. Η δημιουργία του κόμικ Ο αριστερών πεποιθήσεων σεναριογράφος Έκτορ Χερμάν Έστερχελντ σε συνεργασία με το σχεδιαστή Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες αποφασίζουν να δημιουργήσουν ένα κόμικ επιστημονικής φαντασίας για το εβδομαδιαίο περιοδικό κόμικς Hora Cero ('Ωρα Μηδέν), το οποίο είχε ιδρύσει ο ίδιος ο Έστερχελντ με τον αδερφό του. Ο Έστερχελντ ήθελε να φτιάξει ένα κόμικ εμπνευσμένο από το Ροβινσώνα Κρούσο, αλλά με πολλούς πρωταγωνιστές (δείτε και την εισαγωγή του @Γιάννης Κουκουλάςστον πρώτο τόμο) και με πολιτικό υπόβαθρο. Η δημοσίευση του κόμικ διήρκεσε από το 1957 έως το 1959. 4. Το κόμικ Η ιστορία ξεκινά, όταν ένας άγνωστος άνδρας υλοποιείται ξαφνικά στο γραφείο ενός σεναριογράφου κόμικς, που δεν κατονομάζεται, αλλά καταλαβαίνουμε, ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Έστερχελντ , συστήνεται ως "Χρονοναύτης" και αρχίζει να αφηγείται την ιστορία του, η οποία ξεκινά ένα χειμωνιάτικο βράδυ στο Μπουένος Άιρες, όταν στο σπίτι του αφηγητή βρίσκονται εκτός από τη γυναίκα του και την κόρη του, τρεις φίλοι του για να παίξουν χαρτιά. Το σπίτι είναι ερμητικά κλειστό και διαθέτει και μια σοφίτα, όπου η παρέα των τεσσάρων ανδρών κατασκευάζει διάφορα πράγματα, δύο καθοριστικές λεπτομέρειες για την εξέλιξη της υπόθεσης. Έξω χιονίζει και η παρέα αντιλαμβάνεται γρήγορα, ότι υπάρχει κάτι περίεργο με το χιόνι και καταλαβαίνουν, ότι το συγκεκριμένο χιόνι σκοτώνει εξ επαφής κάθε ζωντανό οργανισμό, συμπεριλαμβανομένων και των φυτών. Λαμβάνοντας όλες τις αναγκαίες προφυλάξεις και χρησιμοποιώντας τις τεχνικές τους γνώσεις και τα εργαλεία της σοφίτας, κατασκευάζουν αεροστεγείς στολές, οι οποίες τους επιτρέπουν να βγουν έξω από το σπίτι. Μετά από ορισμένες περιπλανήσεις και από ορισμένες απώλειες, αλλά και προσθήκες στην ομάδα τους, συναντούν μια ομάδα στρατιωτών, που οργανώνει μια μορφή αντίστασης ενάντια σε αυτό, που είναι σαφώς μια εξωγήινη εισβολή. 5. Κάποιες σκέψεις Σε πρώτη φάση, έχουμε ένα αποκαλυπτικό / μετα-αποκαλυπτικό κόμικ πολύ μεγάλης έκτασης (γύρω στις 350 σελίδες) και μάλιστα σε συνέχειες, χαρακτηριστικά, που δεν ήταν καθόλου δεδομένα εκείνη την εποχή. Επιπλέον, πρόκειται για μια καταιγιστική περιπέτεια, που ξεκινά ως θρίλερ, για να εξελιχθεί σε πολεμική ιστορία χωρίς καμία στιγμή να χάσει το στόχο της. Το γήινο όνομα του ήρωα είναι Χουάν Σάλβο, από τη ρίζα του λατινικού ρήματος "σώζω", που φαντάζομαι, ότι δεν είναι τυχαία επιλογή. Εμφανίζεται ως πολυμήχανος, θαρραλέος παρά τους δισταγμούς του και απόλυτα αφοσιωμένος στη γυναίκα του, στην κόρη του και στους συντρόφους του, αλλά και στην απελευθέρωση της πατρίδας του και τη Γης από τους εισβολείς. Αποτελεί ένα αναμφισβήτητα θετικό πρότυπο, αλλά και μια βαθιά ταλαιπωρημένη ψυχή, που στο τέλος του έργου θα επιλέξει την οικογένειά του και την επιστροφή στην τακτοποιημένη ζωή του μεταθέτοντας στο συγγραφέα το φρικτό δίλημμα, του τι να κάνει από εδώ και πέρα. Αν και ο Χουάν είναι ο αφηγητής της ιστορίας, η αντίσταση των ανθρώπων είναι συλλογική και ο Έστερχελντ τοποθετεί δίπλα του αρκετούς χαρακτήρες, όπως τον πανέξυπνο, εφευρετικό και δύσπιστο καθηγητή Φαβάλι, το γενναίο και πολυμήχανο Φράνκο, τον πιο θετικό ήρωα της ιστορίας, το μικρούλη Πάμπλο, αλλά και τον ιστορικό Μόσκα, ο οποίος, αντί να πολεμάει τους εισβολείς, καταγράφει το χρονικό των μαχών για τις επόμενες γενεές, οι οποίες είναι αμφίβολο ότι θα υπάρξουν. Ο στρατιώτες όμως, όπως αφηγείται ο Χουάν, ζούνε την ιστορία, δεν την καταγράφουν, ίσως ένα σχόλιο του συγγραφέα για τους διανοούμενους τη χώρας του, πολλοί από τους οποίους σιωπούσαν απέναντι στην πολιτική κατάσταση της χώρας. Οι εισβολείς δεν εμφανίζονται ποτέ κατά τη διάρκεια του έργου, ούτε μαθαίνουμε απολύτως τίποτα για αυτούς. Κατονομάζονται ως "Εκείνοι" (Ellos) και στο κόμικ βλέπουμε μόνο τους στρατιώτες, τους οποίους έχουν στείλει, οι οποίοι είναι φυλές, τις οποίες έχουν υποδουλώσει. Κατά σειρά γνωριζόμαστε με τα Σκαθάρια, τα Χέρια και τα Γκούρμπο. Η πρώτη και η τρίτη φυλή είναι ζωώδη πλάσματα με περιορισμένη νοημοσύνη και ελέγχονται τα μεν από τα Χέρια, τα δε από Εκείνους. Τα Χέρια όμως, είναι μια ανθρωπόμορφη και νοήμων φυλή με χαρακτηριστικό τα πολλά δάχτυλα σε κάθε χέρι. Μαθαίνουμε ότι και αυτοί είναι υπόδουλα σε Εκείνους, οι οποίοι τους ελέγχουν έχοντας τοποθετήσει στον οργανισμό τους έναν αδένα, ο οποίος εκκρίνει ένα δηλητήριο, που τους σκοτώνει, όταν φοβούνται, για να είναι σίγουροι, ότι τα Χέρια δεν θα εξεγερθούν ποτέ. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, Εκείνοι υποδουλώνουν και ανθρώπους, αφού τους έχουν αιχμαλωτίσει, εμφυτεύοντάς τους ένα δέκτη και μετατρέποντάς τους σε άβουλα υποχείρια. Οι πρωταγωνιστές είναι, λοιπόν αναγκασμένοι να πολεμούν έναν αόρατο εχθρό, ο οποίος εμφανίζεται μόνο μέσω των υποδουλωμένων αντιπροσώπων του, μια σαφής πολιτική αλληγορία. Η ιεραρχία της εξουσίας και της λήψης αποφάσεων είναι απροσπέλαστη, όλοι είναι εντολοδόχοι κάποιων άλλων και εκείνοι που λαμβάνουν τις αποφάσεις δεν είναι οι στρατιώτες, αλλά κάποιοι καλά κρυμμένοι πίσω τους. Αντιθέτως, οι στρατιώτες που πυροβολούν κάποιους μπορεί να είναι και παλιοί γνώριμοί τους, γείτονες ή και φίλοι, καταδικασμένοι να πολεμούν τους διπλανούς τους, όπως και ο λαός της Αργεντινής. Στο τέλος της ιστορίας ο Χουάν επιστρέφει στην οικογένειά του ξεχνώντας (ή επιλέγοντας να ξεχάσει) τα πάντα και ο σεναριογράφος αναρωτιέται τι να κάνει τώρα. Είναι δυνατόν δημοσιεύοντας την ιστορία, να σώσει τον κόσμο από την καταστροφή; Είναι δυνατόν η τέχνη να σώσει τη ζωή; Αποτράπηκε τελικά η εισβολή με τη δημοσίευση του κόμικ ή ζούμε σε μια εναλλακτική πραγματικότητα ή μήπως Εκείνοι έχουν ήδη κάνει την εισβολή με έναν άλλο τρόπο, ερωτήματα που θέτει ο Αβραάμ Κάουα στο επίμετρο του κόμικ. Ποια είναι η θέση του σεναριογράφου, αλλά και ημών των αναγνωστών/τριών του κόμικ μπροστά στον όλεθρο; Ο Σολάνο Λόπες στο σχέδιό του ακολουθεί μια κλασική φόρμα αποκλίνοντας ελάχιστα από τις συμβάσεις του κόμικ στριπ. Το σχέδιό του είναι μεν παλαιομοδίτικο, αλλά στιβαρό και αξιοποιεί το ασπρόμαυρο προσφέροντάς μας καρέ με απόλυτο σκοτάδι και άλλα με απόλυτο λευκό. και αξιοποιώντας το φόντο σε αντίθεση με το πρώτο πλάνο σε πάρα πολλά καρέ. Σχεδιάζει ένα εφιαλτικά ερημωμένο Μπουένος Άιρες, που μοιάζει απέραντο, μια τεράστια παγίδα θανάτου και ο σχεδιαστής δημιουργεί παντού μια εικόνα άγχους. Οι σκηνές δράσης είναι εξαιρετικές, αλλά είναι τα πρόσωπα των πρωταγωνιστών, σχεδιασμένα με έναν σχεδόν ενοχλητικό ρεαλισμό, πολύ μακριά από τα αντίστοιχα αμερικανικά κόμικς της ίδιας εποχής, σκαμμένα από την κούραση, τρομοκρατημένα, βαθύτατα ανθρώπινα, που λένε όλη την ιστορία με απόλυτα γλαφυρό τρόπο. Και μέσα σε όλα αυτά, υπάρχου κάποιες υπέροχες, αν και θλιβερές πινελιές: η νεκρή γάτα, την οποία βλέπει ο Χουάν στην αρχή, η γυναίκα, που πέθανε στη στάση περιμένοντας το λεωφορείο, το ψυχορραγούν Χέρι, που θαυμάζει μια ταπεινή καφετιέρα θεωρώντας την έργο τέχνης, γιατί η τέχνη βρίσκεται παντού γύρω μας και το καταλαβαίνουμε μόνο όταν χάσουμε τα πολύτιμα πράγματα της καθημερινότητάς μας, και φυσικά το ποδόσφαιρο, που έστω και έμμεσα δεν θα μπορούσε να λείπει από την ιστορία. 6. Είναι όλα τέλεια στο κόμικ; Ε, όχι, φυσικά και όχι. Καταρχάς, το κόμικ δείχνει τα χρονάκια του από μακρά, τόσο σεναριακά, όσο και σχεδιαστικά. Το σχέδιο, όπως έγραψα πιο πάνω, ακολουθεί τις συμβάσεις της εποχής, τουλάχιστον ως προς το στήσιμο των καρέ και δεν επιφυλάσσει κάποια καινοτομία σε αυτό το επίπεδο, αλλά και το σενάριο έχει πάρα πολλά λόγια, τα οποία μοιραία κυριαρχούν πάνω στην εικόνα, κάτι που εμένα δεν με ενόχλησε καθόλου, αφού απήλαυσα το κείμενο του Έστερχελντ, αλλά σίγουρα θα ξενίσουν πολλούς. Άλλο ένα πρόβλημα είναι, ότι το κόμικ δείχνει την καταγωγή του ως σίριαλ σε περιοδικό, αφού υπάρχουν επαναλήψεις ορισμένων πληροφοριών. Παρόλα αυτά, ευτυχώς είναι συγκριτικά λίγες και όχι πολύ ενοχλητικές σε σχέση με τον όγκο του κόμικ. Επιπλέον, ας είμαι ειλικρινής, υπάρχουν και κάποια θεματάκια στην πλοκή. Τα Χέρια και οι Γήινοι συνεννοούνται άψογα στην ίδια γλώσσα (πώς όμως; ), μια ατομική βόμβα πέφτει στο κέντρο του Μπουένος Άιρες, αλλά λίγο έξω από το κέντρο οι ήρωες μετακινούνται με άνεση, οι γυναίκες (δηλαδή η σύζυγος και η κόρη του Χουάν) έχουν διακοσμητικό ρόλο, εντάξει, όλα αυτά ίσως φαινόντουσαν φυσιολογικά τότε, αλλά σήμερα χτυπάνε κάπως. 7. Η συνέχεια Ο Έστερχελντ επέστρεψε δύο φορές στον Ετερνάουτα, την πρώτη αφηγούμενος ξανά την ίδια ιστορία, αλλά σε σχέδια του Αλμπέρτο Μπρέσια αυτή τη φορά και τη δεύτερη, για να αφηγηθεί τη συνέχεια της ιστορίας σε σχέδιο ξανά του Σολάνο Λόπες Και οι δύο προσπάθειες είχαν πρόωρο και άδοξο τέλος, για διαφορετικούς λόγους η κάθε μία. Τουλάχιστον για την εκδοχή με τον Μπρέσια, θα διαβάσετε σε μελλοντική παρουσίαση. (Αυτό μπορείτε να το εκλάβετε και ως απειλή ) 8. Οι ελληνικές εκδόσεις Αν δεν κάνω κάποιο σοβαρό λάθος, ο Ετερνάουτα δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα ελληνικά στο περιοδικό "Σκαθάρι" και για δεύτερη φορά στο "Σκορπιό", αμφότερα περιοδικά της Μαμούθ Κόμιξ, αλλά σε καμία από τις δύο περιπτώσεις δεν ολοκληρώθηκε η ιστορία. Ώσπου εντελώς ξαφνικά, το Δεκέμβριο του 2008 η Jemma Press μας έκανε ένα υπέροχο και ανέλπιστο δώρο κυκλοφορώντας τον πρώτο τόμο του έργου σε έναν πάρα πολύ όμορφο και καλαίσθητο τόμο με πρόλογο του Γιάννη Κουκουλά και ολοκλήρωσε το έργο τον Ιούνιο του 2009 με ένα δεύτερο, εξίσου καλαίσθητο τόμο με επίμετρο του Αβραάμ Κάουα. Και οι δύο τόμοι είναι κομψοτεχνήματα, με πολύ ωραία μετάφραση από την Ντίνα Σώτηρα και επιμέλεια του Δημήτρη Αρβανίτη και αξίζει να τους έχετε στη βιβλιοθήκη σας, αρκεί βέβαια να τους διαβάσετε. Δυστυχώς, ο πρώτος τόμος είναι εξαντλημένος, αλλά ο δεύτερος κυκλοφορεί ακόμη και σε πολύ λογική τιμή. Αγοράστε τον και ψάξτε για τον πρώτο. Αξίζει να σημειωθεί, ότι, αν δεν κάνω λάθος, η πρώτη έκδοση του Ετερνάουτα σε βιβλίο στα γαλλικά συνέπεσε με την ελληνική της Jemma, ενώ η αγγλική της Fantagraphics κυκλοφόρησε μόλις το 2015 κερδίζοντας την επόμενη χρονιά το βραβείο Eisner στην κατηγορία "Best Archival Collection/Project - Strips". Συνεπώς, πρέπει να τονίσω, ότι η ελληνική έκδοση, που δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τις άλλες, ουσιαστικά προηγήθηκε αυτών - να μια πρωτοπορία για τη χώρα μας. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη, από τις οποίες άντλησα ορισμένα στοιχεία, όπως και από τα κείμενα των Κουκουλά και Κάουα: Άρθρο του Γιάννη Παπαδόπουλου για το thebooksjournal.gr Άρθρο της Μάχης Μαργαρίτη για το ertnews.gr Άρθρο στο The Comics Journal wikipedia (αγγλικά) Ένα πολύ ενδιαφέρον άρθρο για τη μοίρα του Έστερχελντ Και ένα βίντεο ελληνικής παραγωγής
  7. L’ Eternauta: Ένα κόμικ για τη διαχρονική σημασία της αντίστασης, και μια συγκλονιστική ιστορία Ένας ταξιδιώτης στην Αργεντινή μιλούσε με ενθουσιασμό -και απορία- λίγα χρόνια πριν, για ένα εντυπωσιακό γκραφίτι που απεικόνιζε έναν “παράξενο αυτοδύτη-αστροναύτη”. Υπήρχε σε τοίχους της χώρας, υπήρχε στο μετρό. Λίγες μέρες μετά τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την επιβολή στρατιωτικής δικτατορίας στην Αργεντινή, ο Χουάν Σάλβο, ο «κοσμοναύτης του απείρου», παραμένει πιο ζωντανός παρά ποτέ. Αυτή είναι η ιστορία του, και η συγκλονιστική ιστορία της οικογένειας, και του ίδιου του δημιουργού του. Του Έκτορ Έστερχελντ. της Μάχης Μαργαρίτη Η «εισβολή» στο Μπουένος Άιρες «Δε θα επικρατήσει ο νόμος της ζούγκλας… Δε θα ισχύει ο θάνατος σου η ζωή μου», μονολογεί ο Χουάν-Ετερνάουτα. Και βγαίνει εκεί έξω. Αναζητώντας την ελευθερία. Τοξικό χιόνι πέφτει στην πρωτεύουσα της Αργεντινής. Το στέλνουν οι εισβολείς-εξωγήινοι. Ο Χουάν είναι ένας απλός κατασκευαστής ηλεκτρικών συσκευών. Μέχρι αυτή τη στιγμή, περνά τις νύχτες παίζοντας χαρτιά με τους φίλους του. Αλλά όταν έρχεται το «χιόνι», όλα αλλάζουν. «Η ιστορία του Ετερνάουτα είναι η ιστορία του ανθρώπου που έρχεται αντιμέτωπος με τη μοίρα. Ή, καλύτερα, με την εξουσία. Του ανθρώπου που βλέπει να αλλάζει η ζωή του σε ένα λεπτό. Που φοβάται, που νιώθει αδύναμος να αντιδράσει, που πρέπει να παλέψει για να επιβιώσει αλλά δεν ξέρει πώς. Τα καταφέρνει, όμως, επειδή έχει αρχές, επειδή έχει ευθύνη απέναντι στο είδος του, στην οικογένειά του, στους φίλους του, στον εαυτό του. Επειδή το ένστικτο τον οδηγεί άνευ όρων να περισώσει όπως μπορεί το ύψιστο αγαθό της ανθρώπινης ύπαρξης: την ελευθερία.» Αυτά γράφει στον πρόλογο της ελληνικής έκδοσης του Eternauta, από τις εκδόσεις Jemma, ο ιστορικός Τέχνης και συνεργάτης της Εφημερίδας των Συντακτών, Γιάννης Κουκουλάς. Οι εξωγήινοι που εισβάλλουν στο Μπουένος Άιρες, παραμένουν κρυμμένοι. Στόχος τους είναι να κατακτήσουν τη σκέψη των ανθρώπων. «Μα κάθε “μοντέρνα” και μεταμοντέρνα εξουσία αυτό δεν επιδιώκει; Με ένα πλέγμα επάλληλων και αυστηρά καθορισμένων, πλήρως ελεγχόμενων και ιεραρχημένων εξουσιαστικών δομών σκοπεύει στη συναίνεση, την παραίτηση, τη συνθηκολόγηση. Δεν της αρκεί να νικήσει αλλά να επιβληθεί επεμβαίνοντας όχι στο σώμα αλλά στο πνεύμα. Στην απόπειρά της θα βρει πολλούς συμπαραστάτες, πάντα έβρισκε. Προδότες, δειλούς, λιπόψυχους, Εφιάλτες. Αυτούς που θα εξοντώσει πρώτους όταν πια δεν τους χρειάζεται. Θα βρει όμως πάντα απέναντί της και κάποιους ανυπότακτους, τους Προμηθείς και Σπάρτακους, τους Τσε Γκεβάρα και Ζαπάτα, τους Έστερχελντ και Ετερνάουτα κάθε εποχής. Αυτούς που θα οργανωθούν και θα πολεμήσουν. Αυτούς που θα αντισταθούν ομαδικά και μέχρι τέλους.» Ο Έκτορ Έστερχελντ Ο Hector Oesterheld, και η ιστορία της οικογένειάς του 20 σχεδόν χρόνια μετά τη δημοσίευση του κόμικ, στρατιωτική δικτατορία πήρε την εξουσία στην Αργεντινή. Ο Έστερχελντ, όπως και ο ήρωας που είχε δημιουργήσει, έγινε μέλος αριστερής αντιστασιακής οργάνωσης. «Ο Hector Oesterheld ήταν ένας συνεπής αγωνιστής για την ελευθερία και τη δημοκρατία που πλήρωσε με τη ζωή του το θάρρος του… Και η χούντα της Αργεντινής το 1977 – 1978, με την επικουρία ακροδεξιών παραστρατιωτικών οργανώσεων, δεν εκδικήθηκε μόνο τον Oesterheld αλλά τον χρησιμοποίησε για παραδειγματισμό. Ο Oesterheld απήχθη από αγνώστους, “εξαφανίστηκε” και ακολούθησαν και οι τέσσερις κόρες του αλλά και οι τέσσερις σύζυγοί τους, ως συμπαθούντες ή μέλη ακροαριστερών οργανώσεων, κατά βάση όμως, ως συγγενικά πρόσωπα ενός “ενοχλητικού” καλλιτέχνη. Κανείς δεν έμαθε τίποτε πια για αυτούς. Ούτε τα πτώματά τους δεν εντοπίστηκαν.» Ρωτάμε τον Γιάννη Κουκουλά για τις ομοιότητες της ιστορίας του Eternauta με όσα ακολούθησαν -στη χώρα, αλλά και στη ζωή του δημιουργού του. Και φαίνεται ότι ο Έκτορ Έστερχελντ βρισκόταν ήδη στη “μαύρη λίστα” της χούντας. «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΥΧΑΙΟ ΟΤΙ ΛΙΓΑ ΧΡΟΝΙΑ ΠΡΙΝ Ο HECTOR OESTERHELD ΕΙΧΕ ΣΥΓΓΡΑΨΕΙ ΜΙΑ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΗ ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ, ΣΕ ΣΧΕΔΙΑ ΤΟΥ ALBERTO BRECCIA. ΛΕΓΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΞΙΩΜΑΤΟΥΧΟΙ ΤΗΣ ΧΟΥΝΤΑΣ ΑΠΕΔΙΔΑΝ ΣΕ ΑΥΤΟ ΤΟ ΕΡΓΟ ΚΑΙ ΦΥΣΙΚΑ ΣΤΟ ETERNAUTA ΤΗΝ “ΠΡΟΓΡΑΦΗ” ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟ ΤΕΛΟΣ ΤΟΥ.” «Ωστόσο στο Eternauta δεν “προέβλεψε” τίποτε. Μιλούσε για το παρόν της χώρας του και της νότιας και λατινικής Αμερικής εν γένει που τελούσε υπό την ασφυκτική πίεση των ΗΠΑ. Και μιλούσε, επίσης, για την αντίσταση απέναντι στην εξουσία. Για τον μεμονωμένο άνθρωπο που αποφασίζει να ρισκάρει τη ζωή του διεκδικώντας την ελευθερία του. Αλλά δε μπορεί να μετατραπεί σε Ήρωα όσο είναι μόνος. Ως εκ τούτου σχηματίζει ομάδα, αναζητά συντρόφους, δημιουργεί κοινότητες. Και αντεπιτίθεται.» Η χήρα του Έκτορ Έστερχελντ, Έλσα, με την τότε πρόεδρο της Αργεντινής Κριστίνια Φερνάντες, σε έκθεση βιβλίου στη Γερμανία, το 2010 (φωτογραφία, ΑΠΕ-ΜΠΕ) Οι “εξαφανισμένοι” της στρατιωτικής δικτατορίας Ο Έστερχελντ και οι κόρες του έγιναν πέντε από τους 30.000 «desaparecidos», τους ανθρώπους που «εξαφανίστηκαν» στη διάρκεια της χούντας. «Η τελευταία φορά που κάποιος τον είδε ζωντανό ήταν στα τέλη του 1977, βασανισμένο και ετοιμοθάνατο, στο μυστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης πολιτικών κρατουμένων El Vesubio. Το ίδιο έτος συνελήφθησαν από το στρατό της Αργεντινής οι τέσσερις κόρες του. Από τότε κανείς ποτέ δεν έμαθε τίποτα για τον Έκτορ Έστερχελντ, την Ντιάνα, την Μπεατρίς, την Εστέλα και τη Μαρίνα. Ο Ιταλός δημοσιογράφος Alberto Ongaro αναζητώντας την τύχη του Έστερχελντ, έχει αναφέρει ότι από κυβερνητικές ανώνυμες πηγές πήρε την απάντηση “ΤΟΝ ΞΕΦΟΡΤΩΘΗΚΑΜΕ ΓΙΑΤΙ ΕΓΡΑΨΕ ΤΗΝ ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΠΟΥ ΓΡΑΦΤΗΚΕ ΠΟΤΕ”. Η εξουσία είχε κατορθώσει να του κλείσει το στόμα. Όχι, όμως και του ήρωά του, του αιώνιου ταξιδευτή Eternauta.» Ο Eternauta καταλήγει εκτοπισμένος στο διάστημα. Μόνος, αιώνιος ταξιδιώτης, «κοσμοναύτης του απείρου». Αλλά, η αίσθηση ελπίδας που διατρέχει υπόγεια την ιστορία, δε χάνεται. Ο άνθρωπος γίνεται ενεργό υποκείμενο και αντιστέκεται. Έκθεση με φωτογραφίες “εξαφανισμένων” ανθρώπων, Marjorie Apel, commons wikimedia Γιατί ο Eternauta εμπνέει ακόμα «Το μήνυμα του Eternauta, αν μπορούμε να μιλήσουμε με τέτοιους απλοποιημένους όρους για ένα τόσο πολυδιάστατο έργο τέχνης, είναι διαχρονικό και παγκόσμιο», μας λέει ο Γιάννης Κουκουλάς. «Το υποτιθέμενο Τέλος της Ιστορίας που επικαλούνται οι απολογητές και θιασώτες της ασυδοσίας και αυθαιρεσίας της εξουσίας για να προπαγανδίσουν μια -τάχα- ουδέτερη κοινωνική ειρήνη υποκρύπτει την άνευ όρων συνθηκολόγηση με το υπάρχον. Ο Eternauta δεν συνθηκολόγησε. Πολέμησε με νύχια και δόντια απέναντι στον απάνθρωπο εισβολέα. Όπως και ο Oesterheld. Που ως καλλιτέχνης και δημιουργός δεν αρκέστηκε σε δακρύβρεχτες ιερεμιάδες. Και ως άνθρωπος έκανε πράξη τις πολιτικές του πεποιθήσεις. Στην πλειονότητα των έργων εσχατολογικής θεματολογίας της επιστημονικής φαντασίας της σύγχρονης εποχής απουσιάζει επιδεικτικά το πολιτικό στοιχείο. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως αρετή o μοναχικός αγώνας για επιβίωση με κάθε μέσο. Στο Eternauta, ο αγώνας είναι υπό την ευρεία έννοια πολιτικός και επ’ ουδενί ατομικός. Γι΄ αυτό και εξακολουθεί να εμπνέει. Είτε στην Αργεντινή, είτε στην Ελλάδα.» Τα σχέδια στην ιστορία του Eternauta είναι του Francisco Solano Lopez. Στο στόχαστρο της δικτατορίας και ο ίδιος, μετακόμισε με την οικογένειά του στην Ισπανία. Αυτές τις μέρες (σ.σ. του 2016), στη Στουτγκάρδη της Γερμανίας γίνεται έκθεση κόμικ, με τίτλο «Ο μύθος του Eternauta-Héctor Germán Oesterheld». Πηγή
  8. Ροβινσών Σάλβο Γιάννης Παπαδόπουλος Francisco Solano Lόpez Ο Χουάν Σάλβο, κεντρικός ήρωας του (ασπρόμαυρου) Κοσμοναύτη του απείρου, με μπλε στολή όπως επιχρωματίστηκε στα εξώφυλλα των εκδόσεών του. Δημιουργία του Έκτορ Χέρμαν Έστερχελντ (σενάριο) και του Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες (σχέδιο), το Eternauta είναι ένα αφήγημα 350 σελίδων, που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην Αργεντινή, από το 1957 έως το 1959. Hector German Oesterheld – Francisco Solano Lόpez, El Eternauta. Ο κοσμοναύτης του απείρου, μετάφραση: Ντίνα Σώτηρα, Jemma Press, Αθήνα 2008 και 2009, 2 τόμοι, 188 + 189 σελ.* Ένα ασπρόμαυρο ταπεινό κόμικς, που πρωτοδημοσιεύτηκε στην Αργεντινή τέλη της δεκαετίας του 1950, έχει σήμερα μετατραπεί σε σύμβολο της παγκόσμιας μαζικής κουλτούρας. Είναι μια ιστορία φαντασίας, που περιγράφει την προσπάθεια μιας παρέας να επιβιώσει απέναντι σε, αδιευκρίνιστης προέλευσης, φονική απειλή. Μια δυστοπία που έλαβε πολιτικές προεκτάσεις και, γι’ αυτό, κόστισε τη ζωή του σεναριογράφου της,του Έκτορ Έστερχελντ, που «εξαφανίστηκε» το διάστημα της χούντας του Βιντέλα. Μετά θα φτάσει βοήθεια, θα σπεύσουν σε βοήθεια από άλλες χώρες του κόσμου. Μοιάζουμε λιγάκι με τον Ροβινσώνα Κρούσο… Αντί σ’ ένα νησί, ναυαγήσαμε σ’ ένα σπίτι. [...] Ήταν μια σωστή εικόνα, μα το νησί που έπρεπε να επιζήσουμε ήταν ζωσμένο από μια θάλασσα θανάτου, ενώ η βοήθεια που υπολόγιζε ο φίλος μου, δεν θα ερχόταν ποτέ. Διαβάζοντας κατά τη διάρκεια της δίμηνης καραντίνας και της απομόνωσης αυτές τις προτάσεις από το θρυλικό κόμικς El Eternauta, μου ήταν αδύνατο να μη δω κάπως τον εαυτό μου και όσα ζήσαμε μέσα σε αυτά τα λόγια. Δημιουργία του Έκτορ Χέρμαν Έστερχελντ (σενάριο) και του Φρανσίσκο Σολάνο Λόπες (σχέδιο), το Eternauta είναι ένα αφήγημα 350 σελίδων γραμμένο και δημοσιευμένο στην Αργεντινή, από το 1957 έως το 1959. Δεν πρόκειται για απλό κόμικς επιστημονικής φαντασίας με μια λίγο-πολύ, τετριμμένη υπόθεση εξωγήινης εισβολής στη γη. Είναι, όπως άλλωστε το θεωρεί ο ιταλός συγγραφέας Αλμπέρτο Ονγκάρο, «ένα έργο κλασικό, σημείο αναφοράς, ντοκουμέντο για το άγχος της εποχής μας». Δεν πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα έργο επιστημονικής φαντασίας, αλλά για μια «εξερεύνηση της ανθρώπινης κατάστασης». Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ του 1957, ένας συγγραφέας (στην ουσία, ο Έστερχελντ) εργάζεται μέχρι αργά στο γραφείο του. Ξαφνικά, η καρέκλα μπροστά του αρχίζει να τρίζει, σαν να κάθεται κάποιος. Μπρος στα έκθαμβα μάτια του ήρωα, εμφανίζεται σταδιακά η σιλουέτα ενός άνδρα. Ο συγγραφέας ξαφνιάζεται αλλά έχει το θάρρος να απευθύνει ερωτήσεις στον απρόσκλητο επισκέπτη. Ο απρόσμενος ταξιδευτής, ο Eternaut (λογοπαίγνιο, συνδυασμός των λέξεων “eternity”, “αιωνιότητα”, και της αρχαίας ελληνικής “naut”, δηλαδή “ναύτης”), δηλαδή ο Κοσμοναύτης, πληροφορεί τον έντρομο συνομιλητή του ότι έχει καταδικαστεί να ταξιδεύει στην αιωνιότητα, έχοντας ζήσει ήδη πάνω από εκατό διαφορετικές ζωές – και κάπως έτσι ξεκινά να του διηγείται την ιστορία του. Σαν τον Ροβινσώνα Κρούσο Όλα ξεκίνησαν ένα βράδυ, όταν ο Χουάν Σάλβο (πραγματικό όνομα του Κοσμοναύτη) είχε συναντηθεί με τους φίλους του για να παίξουν χαρτιά. Αλλά ένας εξωτερικός, δυνατός ήχος διέκοψε το παιχνίδι τους για να ακολουθήσει απόλυτη ησυχία. Φωσφορίζον ραδιενεργό (όπως νόμιζαν οι τέσσερις φίλοι) χιόνι έπεφτε στους δρόμους της αργεντίνικης πρωτεύουσας σκοτώνοντας ό,τι άγγιζε. Άνθρωποι, ζώα, φυτά, τα πάντα νεκρώνονταν. Η ιστορία ξεκινά αριστοτεχνικά, μεταφέροντας την αίσθηση μιας απειλής που διαπερνά όλη την περιπετειώδη πλοκή του. Οι τέσσερις φίλοι προσπαθούν να μάθουν από το ραδιόφωνο τι ακριβώς έχει συμβεί. Αλλά μάταια. Η συσκευή βγάζει έναν ξερό ήχο. Εικάζουν πως οι ΗΠΑ προκάλεσαν ατύχημα κάνοντας πυρηνικές δοκιμές στον Ειρηνικό και ότι το ραδιενεργό νέφος κατευθύνεται νότια, όπως είχε ανακοινωθεί πριν στις ειδήσεις. Οργανώνονται μέσα στο σπίτι όπου βρίσκονται, καταμετρώντας μαζί με τη σύζυγο και την κόρη του Χουάν Σάλβο τα διαθέσιμα τρόφιμα, φροντίζοντας ακόμα και το πιο αμελητέο άνοιγμα του σπιτιού να σφραγιστεί ερμητικά. Οι έξι επιζώντες αναμένουν ότι σύντομα θα φτάσει βοήθεια από άλλες χώρες. Κι ώς τότε, περιμένουν εγκλωβισμένοι μέσα στο σπίτι σαν άλλοι Ροβινσώνες. Η βοήθεια δεν ήρθε ποτέ. Η πλοκή εξελίσσεται γοργά, οι φίλοι φτιάχνουν μια προστατευτική στολή μεταποιώντας μια στολή καταδύσεων την οποία φορά ο Χουάν Σάλβο για να βγει από το σπίτι σε αναζήτηση άλλων επιζώντων. Όταν όμως, λίγο αργότερα, βλέπουν ότι αεροπλάνα που σπεύδουν για βοήθεια καταρρίπτονται, οι φίλοι αντιλαμβάνονται ότι το χιόνι από το οποίο πρέπει να προστατευτούν δεν είναι αποτέλεσμα πυρηνικού ατυχήματος, σε μια ανεξέλεγκτη φάση του Ψυχρού Πολέμου που έγινε Θερμός, αλλά ότι πρόκειται για κάτι εφιαλτικό και ανήκουστο. Μια πρωτοφανής εξωγήινη εισβολή πλήττει τη γη. Κι οι κλεισμένοι στο σπίτι επιβιώσαντες αντιμετωπίζουν σταδιακά διαφορετικά είδη επιθέσεων από τους εισβολείς, τους οποίους όμως δεν θα συναντήσουν ποτέ αυτοπροσώπως. Τεράστια εξωγήινα σκαθάρια, αλλόκοτα ανθρωπόμορφα πλάσματα με πολλά δάχτυλα, θανατηφόρο χιόνι, οράματα και παραισθήσεις είναι κάποιοι από τους τρόπους τους οποίους οι εισβολείς επιστρατεύουν, στην προσπάθειά τους να καταλάβουν τη γη και να εξολοθρεύσουν κάθε ίχνος ζωής. Ο αγώνας των επιζώντων να οργανωθούν μεταξύ τους και να αντιμετωπίσουν τον κοινό εχθρό υπερασπιζόμενοι τον πολιτισμό είναι πρωτοφανής. Στην αντίσταση συμμετέχουν όλοι ανεξαιρέτως και με ό,τι όπλα διαθέτουν. Το Eternauta δεν στερείται υπερβολής, ανάλογης με εκείνη που συναντάμε σε κλασικά pulp fictions και σε τηλεοπτικές σειρές. Όμως, η περιπέτεια του Χουάν Σάλβο έχει κατευθύνσεις: είναι γεμάτη από τεχνοφοβία της ψυχροπολεμικής εποχής, φόβο για τον έλεγχο του νου και άγχος για έναν πανταχού παρόντα εχθρό, αλλά παράλληλα δεν στερείται λυρισμού, που συχνά τονίζεται από το ασπρόμαυρο σχέδιο, το γεμάτο φωτοσκιάσεις, μόνο με το πενάκι. Περισσότερο κι από τις περιπετειώδεις σεκάνς, συνεπώς, οι αναγνώστες θα θαυμάσουν τις στιγμές που ο Λόπεζ είναι επιφορτισμένος με την απεικόνιση των άδειων δρόμων του Μπουένος Άιρες. Η δράση πυκνώνει στα έξυπνα συγκροτημένα πάνελ του, όπου χρησιμοποιεί κλίσεις, προοπτική και έντονες φωτοσκιάσεις για να πυροδοτήσει με μυστήριο την ατμόσφαιρα, σχεδιάζοντας με πυκνή λεπτομέρεια ακόμα και την κάθε σφαίρα, δημιουργώντας μια αίσθηση ηρεμίας και γαλήνης: με τα πεύκα να φαντάζουν αφράτα και βαμβακερά κάτω από το βάρος των θανατηφόρων «νυφάδων χιονιού», ο σκιτσογράφος σε εξαπατά μέσα από αυτή τη φαινομενικά γαλήνια εικόνα. Δημοσιευμένο από το 1957 έως το 1959 σε συνέχειες στο εβδομαδιαίο περιοδικό Hora Cero, είναι μια ενιαία ιστορία περιπέτειας και φαντασίας. Περιπέτεια αγωνίας, με αλληγορικά μηνύματα, περιέχει τεκμήρια της πολιτικής σκέψης της εποχής που παρήχθη. Στην εναρκτήρια σκηνή, οι τέσσερις φίλοι παίζουν χαρτιά. Έχοντας ακούσει ότι σημειώθηκε πυρηνικό ατύχημα ύστερα από δοκιμές των ΗΠΑ στον Ειρηνικό Ωκεανό κι ότι το ραδιενεργό νέφος κατευθύνεται προς το Νότο, οι χαρακτήρες σχολιάζουν τον μιλιταρισμό των ΗΠΑ. Τον ειρωνεύονται, θεωρούν ότι η εκδήλωσή του είναι κάτι σαν «χόμπι» και διερωτώνται πότε θα σταματήσει. Στην εξέλιξη της ιστορίας, ωστόσο, βλέπουν τις ΗΠΑ σαν έναν φάρο ελπίδας. Ελπίζουν πως η διάσωσή τους θα έρθει από εκεί, αφού θεωρούν ότι ως χλωρα τεχνολογικά ανεπτυγμένη θα έχει μείνει ανεπηρέαστη από την καταστροφή. Το γεγονός πως οι εισβολείς δεν φανερώνονται ποτέ στην εξέλιξη της ιστορίας –παρά μόνο μέσω των πειθήνιων οργάνων τους– αποτελεί έναν σαφή υπαινιγμό για τον «βρώμικο πόλεμο», τη συστηματική δηλαδή «εκκαθάριση» της Αργεντινής από κάθε είδους κομμουνιστές, αριστερούς, «περονιστές» και μέλη του κινήματος των Montoneros, με την υποκίνηση των ΗΠΑ, μέσω διαρκών στρατιωτικών πραξικοπημάτων και επεμβάσεων. Οι δημιουργοί του Eternauta είναι πολιτικοποιημένοι. Οπαδοί της συλλογικής διεκδίκησης και της συλλογικής δράσης, επενδύουν όχι στον τυπικό ήρωα των περιπετειωδών αφηγήσεων που τα καταφέρνει μόνος του, αλλά σε μια ομάδα ανθρώπων που συνεργάζονται. Ο Έστερχελντ το είχε πει με τα δικά του λόγια: Ο αληθινός ήρωας του έργου, είναι ο συλλογικός ήρωας, η ανθρωπότητα. Αξιολογώντας το τώρα, αν και δεν ήταν η αρχική μου πρόθεση, πιστεύω ακράδαντα ότι ο αληθινός ήρωας είναι “en masse”: ποτέ ο μεμονωμένος ήρωας, ποτέ η μονάδα. Η ταραγμένη πολιτική ζωή της Αργεντινής του 20ού αιώνα έδωσε στον Έστερχελντ πληθώρα θεμάτων για το σενάριο του Κοσμοναύτη. Στις 16 Ιουνίου 1955, στην Plaza de Mayo του Μπουένος Άιρες, διοργανώθηκε μια τεράστια διαδήλωση υποστήριξης του μερικές φορές απολυταρχικού, όμως δημοφιλούς σοσιαλιστή προέδρου, Χουάν Περόν. Τριάντα περίπου πολεμικά αεροσκάφη βομβάρδισαν τους διαδηλωτές σκοτώντας 308 ανθρώπους. Ο Περόν διέφυγε στο εξωτερικό και κατέφυγε στην Ισπανία. Αλλά η εικόνα του φονικού βομβαρδισμού έμεινε να στοιχειώνει τους Αργεντινούς, και ο Έστερχελτ ενέταξε στο σενάριο μια σκηνή βομβαρδισμού της πλατείας, όχι από έναν πεινασμένο για εξουσία –και υποκινούμενο από εγχώριες και ξένες ελίτ– στρατό, αλλά από εξωγήινα πλάσματα. Η όψη κατεστραμμένων εθνικών συμβόλων και μνημείων έχει μια θλιβερή αγριότητα και στοιχειώνει κάθε λαό, πόσο μάλλον αν οι μνήμες τέτοιων περιστατικών είναι νωπές. Ο Λόπες, με την ακρίβεια στην αποτύπωση των μνημείων και των χαρακτηριστικών δρόμων της αργεντίνικης πρωτεύουσας, συμβάλλει στην ευκρίνεια των παραπομπών. Ακόμα και σήμερα, αν κάποιος ταξιδέψει στο Μπουένος Άιρες και έχει διαβάσει το κόμικς, αναγνωρίζει σχεδόν τα πάντα. Μια ζοφερή προφητεία Η Αργεντινή, μολονότι ανερχόταν οικονομικά, ζούσε πολιτικά ταραγμένα χρόνια. Έπειτα από εκτροπές και βίαιες ταραχές, το 1973, ο Περόν επανήλθε στη χώρα κερδίζοντας ελεύθερες εκλογές. Ωστόσο, το 1974 αρρώστησε και πέθανε, οπότε τον διαδέχτηκε στην εξουσία η χήρα του και αντιπρόεδρος, Ισαμπέλα. Λίγο καιρό μετά, όμως, το 1976, ο στρατηγός Χόρχε Ραφαέλ Βιντέλα ανέτρεψε με πραξικόπημα την Ισαμπέλα. Η επικράτηση του Βιντέλα εγκαινίασε περίοδο εγχώριας κρατικής τρομοκρατίας. Από το 1976 ώς το 1981, οπότε και ο Βιντέλα αντικαταστάθηκε από τον δικτάτορα Ρομπέρτο Εντουάρντο Βιόλα, υπολογίζεται πως εξαφανίστηκαν πάνω από 30.000 άνθρωποι (η τύχη των οποίων αγνοείται μέχρι σήμερα). Οι έρευνες έφεραν στο φως αδιανόητες τεχνικές εξόντωσης αντιφρονούντων: περίπου 2.000 επιβιβάστηκαν χωρίς τη θέλησή τους σε στρατιωτικά αεροπλάνα και, αφού τους αφαιρέθηκαν τα ρούχα, ρίχτηκαν στον Ατλαντικό Ωκεανό ενώ χιλιάδες άνθρωποι βρήκαν μαρτυρικό θάνατο σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Θύμα του κρατικού αυταρχισμού (ενός καθεστώτος που είχε την εμπιστοσύνη της τότε Σοβιετικής Ένωσης) έμελλε να αποτελέσει και ο ίδιος ο Έστερχελντ, που είχε συμμετάσχει στην αριστερή οργάνωση Montoneros. Κατά μία εκδοχή, μετρήθηκαν ακόμα η απήχηση και τα πολιτικά μηνύματα που έστελνε ο Eternauta, καθώς και η βιογραφία του Τσε Γκεβάρα σε κόμικς, Che, που είχε γράψει για τον σημαντικό σχεδιαστή Αλμπέρτο Μπρέσια. Ο Έστερχελντ «εξαφανίστηκε» και, μαζί, «εξαφανίστηκαν» και οι τέσσερις κόρες του (οι δύο εκ των οποίων ήταν έγκυοι εκείνη την περίοδο) μαζί με τους τέσσερις συζύγους τους. Και οι εννέα θεωρούνται νεκροί. Ο Λόπες, ο σκιτσογράφος, ήταν περισσότερο τυχερός. Έφυγε από τη χώρα και έζησε αυτοεξόριστος στην Ισπανία, ώς το 1990). Το Eternauta δεν είναι ένα απλό κόμικς. Είναι ένα εικονογραφημένο αφήγημα μιας ταπεινής τέχνης, όταν πρωτοδημοσιεύτηκε, που σταδιακά έγινε παγκοσμίως δημοφιλές. Αδιαμφισβήτητο μπεστ σέλερ στον ισπανόφωνο κόσμο, μεταφράστηκε και κυκλοφόρησε σύντομα στη Γαλλία, την Ιταλία, την Κροατία, στην Ελλάδα, και σε πολλές ακόμα γλώσσες – πρόσφατα κυκλοφόρησε μεταφρασμένο στα αγγλικά και στις ΗΠΑ. Στη χώρα μας γνωρίσαμε τον Κοσμοναύτη του Απείρου το μακρινό 1980, μέσα από τις σελίδες του βραχύβιου περιοδικού Σκαθάρι από όπου και πήραμε μόνο μια μικρή γεύση, και μετά το 1985, στις σελίδες ενός αντίστοιχου περιοδικού κόμικς, του Σκορπιού, δημοσιεύτηκε σε συνέχειες σχεδόν η μισή ιστορία. Ολοκληρωμένο το έργο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2008 και το 2009 σε δύο τόμους από την Jemma Press. Το Eternauta αποτελεί, μαζί με τη Μαφάλντα του Κίνο, ένα από τα πιο γνωστά δείγματα της αργεντίνικης σκηνής των κόμικς και ένα εξαιρετικό παράδειγμα λογοτεχνίας του φανταστικού. Η εικόνα του Χουάν Σάλβο, μέσα στη βαθυγάλαζη στολή καταδύσεών του, είναι αναγνωρίσιμη από όλους τους Αργεντινούς και ορατή σχεδόν παντού στο Μπουένος Άιρες: σε αγάλματα και πολιτικά γκράφιτι στους δρόμους, σε έργα τέχνης στους σταθμούς του μετρό, μέχρι και στα πλακάτ των διαδηλωτών στις πολιτικές συγκεντρώσεις. Αντικείμενο διδακτορικών διατριβών και συζητήσεων θεωρίας των κόμικς, είναι (μαζί με τον Τεντέν του Ερζέ) ένα από τα πιο αγαπημένα θέματα των μελετητών της μαζικής κουλτούρας. Πρόσφατα ανακοινώθηκε και η μεταφορά του στη μικρή οθόνη από το Netflix. Η έκδοση που έχει μεταφραστεί και κυκλοφορεί ευρέως είναι μόνο μία από τις τρεις εκδοχές του έργου. Οι άλλες δύο είναι ένα remake, σε σχέδιο Aλμπέρτο Μπρέσια (1969), και ένα σίκουελ, ένα δεύτερο μέρος της ιστορίας, από τον σχεδιαστή του, τον Σολάνο Λόπες (1976). *Το βιβλίο είναι εξαντλημένο, πιθανόν όμως να υπάρχουν αντίτυπα σε κάποια βιβλιοπωλεία ή σε παλαιοπωλεία. Στα αγγλικά, κυκλοφορεί από τη Fantagraphics. Πηγή
  9. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
  10. No Pasaran! Γιάννης Κουκουλάς Το γνωστό σύνθημα αντίστασης στον φασισμό γίνεται τίτλος βιβλίου από τον Vittorio Giardino σε μια ιστορία για τον αγώνα των δημοκρατικών δυνάμεων ενάντια στον Φράνκο κατά τον ισπανικό εμφύλιο. Μπορεί ο ίδιος ο Vittorio Giardino, ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους Ιταλούς δημιουργούς, να θεωρείται βασικός εκπρόσωπος της «καθαρής γραμμής» στο σχέδιο και της εμμονής στις ρεαλιστικές αναπαραστάσεις κτιρίων, πόλεων, δρόμων, ενδυμασιών κ.λπ., αλλά οι ιστορίες του είναι σκοτεινές, δύσκολες, δυσοίωνες και συνήθως τοποθετημένες σε κρίσιμες ιστορικές στιγμές. Όπως αναφέρει και ο επιμελητής της έκδοσης, Γιάννης Μιχαηλίδης, όμως, η «καθαρή γραμμή» του Giardino δεν είναι αυτή του Herge ή του Edgar Jacobs αλλά αυτή του Higo Pratt, του Moebius, του Carl Barks και του Floyd Gottfredson. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της μικτής γραμμής και του καθαρού, γραμμικά αναπτυσσόμενου αλλά στιβαρού σεναρίου είναι το «No Pasaran» (μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Jemma Press, 64 σελίδες) με πρωταγωνιστή τον Γαλλοεβραίο Max Fridman, πρώην μέλος της γαλλικής αντικατασκοπίας και πρωταγωνιστή σε πέντε συνολικά ξεχωριστές και αυτοτελείς ιστορίες του Giardino, που αποφασίζει να αφήσει την ηρεμία του σπιτιού του στην ασφαλή Γενεύη και να ταξιδέψει στην ταραγμένη Ισπανία στα χρόνια του αιματηρού εμφυλίου αναζητώντας έναν παλιό φίλο του, εθελοντή μαχητή της ελευθερίας στις γραμμές των δημοκρατικών δυνάμεων. Βαθιά πολιτικός, όπως πάντα, ο Giardino –και χωρίς να πλατειάζει ή να αφήνει διακηρυκτικού τύπου «κορόνες» παρά τη σαφή πολιτική θέση του– περιγράφει την Ισπανία του εμφυλίου για να υπενθυμίσει ότι εκεί πολέμησαν ανεκπαίδευτοι ηρωικοί εθελοντές από όλη την Ευρώπη στο πλευρό της νόμιμα εκλεγμένης κυβέρνησης κόντρα σε έναν πάνοπλο φασιστικό στρατό στασιαστών, υποστηριζόμενων από τις δυνάμεις του Άξονα. Δίνει έτσι μια συναρπαστική, φανταστική ιστορία που θα μπορούσε να είναι και αληθινή, καθιστώντας επίκαιρη τη γνώση της πρόσφατης πολιτικής και στρατιωτικής ιστορίας της Ευρώπης. Και προλογίζοντας ο ίδιος το βιβλίο του ξεκαθαρίζει την επιλογή του τίτλου του, «No Pasaran». «Στο τέλος οι στρατιωτικοί, οι αντιδραστικοί, οι πραξικοπηματίες νίκησαν, η δικτατορία εγκαθιδρύθηκε και όλοι προσαρμόστηκαν. Αναγκαστικά, ίσως σοφά πράττοντας, αποφάσισαν να πράξουν ρεαλιστικά. Όμως όχι ο Πικάσο. Όχι ο Μιρό, όχι ο Αλμπέρτι, όχι ο Νερούδα. Ηττημένοι ναι, παραδομένοι ποτέ. No Pasaran! Δεν θα περάσουν, είπαν. Περάσαμε, απάντησαν χλευαστικά οι νικητές. Αλλά όμως, ακόμα και σήμερα, για τον καθέναν από εμάς, υπάρχουν πράγματα που δεν μπορούν να περάσουν. Και αν καταφέρουν να περάσουν, αυτό δεν θα έχει συμβεί με τη δική μου βοήθεια. Ούτε με τη δική μου σιωπή». Πηγή
  11. Τίτλος Πρωτότυπου: Max Fridman: No Pasaràn, Lizard, 2000 Πρώτη ελληνική έκδοση: Jemma Press, Φεβρουάριος 2022 "No pasarán!" "Δεν θα περάσουν!" Ποιοι; Μα οι φασίστες του Φράνκο, οι οποίοι αιματοκύλησαν την Ισπανία και την οδήγησαν σε έναν τριετή εμφύλιο πόλεμο, οι πληγές του οποίου είναι αισθητές, ακόμη και σήμερα, αφού συχνά ανακαλύπτονται τάφοι δολοφονημένων. Δυστυχώς, όμως, οι φασίστες πέρασαν και επέβαλαν μαι δικτατορία, που διήρκεσε 35 χρόνια, έως το θάνατο του Φράνκο. Η αντίσταση του ισπανικού λαού, όμως, ενέπνευσε πάρα πολλούς καλλιτέχνες και φυσικά και δημιουργούς κόμικς. Ένας από αυτούς, ήταν και ο σπουδαίος Βιττόριο Τζαρντίνο, που βρίσκει αφορμή στον ισπανικό εμφύλιο, για να μας δώσει την τρίτη περιπέτεια του τέως κατασκόπου Μαξ Φρίντμαν (η πρώτη ήταν η "Ουγγρική Ραψωδία", ενώ η δεύτερη δεν έχει μεταφραστεί ακόμη στα ελληνικά). Το έργο αποτελείται από τρεις τόμους, εμείς ήδη έχουμε στα χέρια μας τον πρώτο και αναμένουμε τους δύο επόμενους, που πιστεύω, ότι δεν θα αργήσουν. Η αρχή της αφήγησης βρίσκει τον Φρίντμαν να απολαμβάνει την ηρεμία του σπιτιού στη Γενεύη του μαζί με την κόρη του, το φθινόπωρο του 1938, όταν ο κλοιός είχε αρχίσει να σφίγγει γύρω από τους Δημοκρατικούς. Ο Φρίντμαν δέχεται την επίσκεψη της συζύγου ενός συμπολεμιστή του στην Ισπανία, ο οποίος αγνοείται και οι αναμνήσεις του, και ίσως και κάποια συναισθήματα, θα τον οδηγήσουν ξανά στην πολύπαθη χώρα, εκεί όπου έχουν μαζευτεί αντιπρόσωποι από κάθε πολιτικό στρατόπεδο, για να ελέγξουν την κατάσταση. Και καθώς ο Φρίντμαν αναζητά το φίλο του, αντιλαμβάνεται, ότι η πραγματική μάχη δίνεται στα μετόπισθεν, μεταξύ αυτών των αντιπροσώπων. Δεν έχει νόημα να επεκταθώ περισσότερο στην υπόθεση, εξάλλου είναι ο πρώτος τόμος, και ως εκ τούτου, είναι μοιραία εισαγωγικός. Το σενάριο είναι πολύπλοκο και πολλά πρόσωπα κάνουν την εμφάνισή τους. Η πρώτη ανάγνωση άφησε εξαιρετικές εντυπώσεις, αλλά θα το κρίνουμε, πιστεύω, πληρέστερα, όταν ολοκληρωθεί. Εννοείται, ότι το σχέδιο είναι υπέροχο, παρόλο που θεωρώ, ότι το ασπρόμαυρο της "Ουγγρικής Ραψωδίας" ανεδείκνυε τελικά καλύτερα τις γραμμές του μεγάλου σχεδιαστή. Η έκδοση της Jemma Press είναι υπέροχη: ωραίο χαρτί, ζωντανά χρώματα, εξαιρετική μετάφραση από το Γαβριήλ Τομπαλίδη και συμπληρώνεται από μια ιστορική αναδρομή και μια εισαγωγή από τον ίδιο τον Τζαρντίνο και από ένα πολύ, πάρα πολύ ενδιαφέρον κείμενο του Γιώργου Μιχαηλίδη, που έχει κάνει και την επιμέλεια. Μοναδική παραφωνία, τα μπαλονάκια των διαλόγων, που φαίνονται πολύ μεγάλα και έτσι περισσεύει πολύς χώρος, μάλλον επειδή η γραμματοσειρά, που επιλέχθηκε είναι αρκετά μικρή. Δεν υπάρχει λόγος να αναβάλλετε την αγορά του κόμικ, αν δεν το έχετε ήδη κάνει. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  12. «Το μολυσματικό σύνδρομο της στοματικής κοιλότητας και άλλες πειραματικές φρικωδίες» ίσως είναι ένα από τα πιο δυσπρόσιτα και δυσκολοχώνευτα κόμικ που έχουν εκδοθεί, ιδίως όταν μιλάμε και για τα δεδομένα της Ελλάδας όπου το κοινό αυτών των συγκεκριμένων κόμικς είναι περιορισμένο. Ο τίτλος «πειραματικές φρικωδίες» περιγράφει με τον πλέον κατάλληλο τρόπο το περιεχόμενο του έργου. Πράγματι είναι για γερά στομάχια καθώς περιέχει ακραία-για αρκετούς-στοιχεία, όπως η κοπρολαγνεία, ο μαζοχισμός, η σεξουαλική βία, το bodyhorror, η εμμονή με τον «εσωτερικό εαυτό μας (όσοι το έχουν διαβάσει καταλαβαίνουν τι εννοώ)». Μέσα σε όλα αυτά βέβαια δε λείπει το χιούμορ, η αιχμηρή κοινωνική κριτική και ο πειραματισμός με τα όρια του μέσου. Οι περισσότερες ιστορίες είναι ανάλαφρες και τετριμμένες ωστόσο η δομή τους, με την ανορθόδοξη κορύφωση ή τέλος αν το επιθυμείτε, δημιουργούν μια μοναδική εμπειρία. Σίγουρα δεν είναι ένα κόμικ για όλους, ιδίως κάποιες συγκεκριμένες ιστορίες βλ. «Φρακάρισμα» (η εν λόγω ιστορία με δυσκόλεψε ιδιαίτερα - no pun intended). Κάθε ιστορία από τις συνολικά 13 είναι ξεχωριστή και καταπιάνεται με αλλόκοτες και σουρεαλιστικές ιδέες. Πρώτη φορά έχω αισθανθεί τόσο περίεργα κατά την ανάγνωση ενός κόμικ, να με απωθεί και ταυτόχρονα να το βρίσκω υπέροχο από την οπτική της ιδέας και της εκτέλεσης. Όλες οι ιστορίες είναι τρομερά καλοσχεδιασμένες με το «Blow up» και τη «δημιουργία του έθνους» να είναι αξεπέραστες για μένα, όσον αφορά τον πειραματισμό και τη διαχείριση του μέσου. Η έκδοση είναι προσεγμένη, οικονομική και άξια επαίνων καθώς είναι σχεδόν απίθανο να απέδωσε καρπούς μέσω των πωλήσεων. Τολμηρή κίνηση για μια ελληνική εκδοτική που πραγματικά έφερε εις πέρας έναν άθλο. Φαντάζομαι πόσο δύσκολη και ριψοκίνδυνη απόφαση θα ήταν. Ωστόσο ακόμη και αν πρόκειται για δύσκολη ανάγνωση την προτείνω, διότι προσδίδει κάτι επιπλέον στην ενάτη τέχνη και σίγουρα θα σας μείνει αξέχαστο. Από τα έργα του Kago έχουν μεταφραστεί αρκετά στα αγγλικά, όπως το Dementia 21 από Fantagraphics που μοιάζει αρκετά ενδιαφέρον. Διαβάστε το υπεύθυνα ΥΓ: Όλες οι εικόνες είναι από το διαδίκτυο.
  13. Το εξώφυλλο είναι εμπνευσμένο από την "κραυγή" του Edvard Munch Ο Junji Ito είναι για τα manga ότι είναι ο Stephen King για τη λογοτεχνία: Ο Βασιλιάς του Τρόμου. Κι είμαστε στην ευχάριστη θέση, εν έτει 2022, να δούμε την πρώτη κυκλοφορία ανθολογίας του Ίτο στα ελληνικά, από την Jemma Press! Πρόκειται για την πρώτη συλλογή της νέας horror περιόδου του, μετά από 8 χρόνια απουσίας από το είδος του τρόμου. Οι ιστορίες αυτής της συλλογής, πρωτοδημοσιεύτηκαν στο shojo περιοδικό Nemuki (2013-2014). Κυκλοφόρησε σε τόμο από τη Viz Media το 2018. Όπως λέει κι ο ίδιος, στην εισαγωγή του τόμου, στην πρώτη του ιστορία, "Το Κρεβάτι", ο επιμελητής του είχε αμφιβολίες για το αποτέλεσμα και το ξαναέφτιαξε από την αρχή. Κι η αλήθεια είναι ότι το "Κρεβάτι" είναι ίσως κι η πιο αδύναμη ιστορία του τόμου. Η συνέχεια όμως... είναι ανατριχιαστικά καλή, για τα γούστα μου τουλάχιστον. Πολλοί δεν βάζουν αυτή τη συλλογή στα καλύτερα έργα του Ίτο, αλλά προσωπικά θα διαφωνήσω. Έχει αυτόν τον τρόμο, που "it grows on you". Έχει όλα τα κλασσικά συστατικά: body horror; τσεκ. δημιουργεί τρόμο μέσα από τα πιο απλά και καθημερινά πράγματα; τσεκ; βρίσκει ισορροπίες ανάμεσα στο αθώο και το αποτρόπαιο, το γκροτέσκο; τσεκ. Επίσης έχει και κάτι που έλειπε από τα υπόλοιπα έργα του που έχω διαβάσει: το υπόγειο χιούμορ. Η επιτυχία των ιστοριών του κάποιες φορές έχει να κάνει με το τρομακτικό, που προβάλλει μέσα σε πράγματα και σχέσεις που γεννούν ασφάλεια. Το σπίτι, το κρεβάτι, την οικογένεια, τις συντροφικές/οικογενειακές σχέσεις, την επιστήμη. Ή άλλοτε με την άγρια φύση ή την "άγρια" ανάγκη του καλλιτέχνη για έμπνευση κι επιτυχία. Εδώ, οι ιστορίες είναι αυτοτελείς, μόνο σε δυο ιστορίες τα ονόματα των πρωταγωνιστών επαναλαμβάνονται. Αν και όλοι οι ήρωες των ιστοριών έχουν τα θέματά τους, στην πλειοψηφία τους οι γυναικείοι χαρακτήρες του είναι αρκετά ενεργοί, είτε για το καλύτερο είτε για το χειρότερο. Ενώ οι αντρικοί χαρακτήρες είναι συνήθως πιο αποστασιοποιημένοι ή παγιδευμένοι. Αυτό μπορεί να έχει να κάνει και με το ότι αρχικά ο Ίτο απευθυνόταν σε κοινό των shojo manga. Οι ιστορίες που ξεχώρισα περισσότερο είναι το Μαυροπούλι, Ο Ήπιος Αποχαιρετισμός κι Η γυναίκα που ψιθύριζε. Tο σχέδιο είναι για μια ακόμη φορά υπέροχο. Η ελληνική έκδοση είναι πολύ όμορφη, με προσεγμένο εξώφυλλο με αυτιά, καλή μετάφραση, ένα κατατοπιστικό επίμετρο από τη Μυρτώ Τσελέντη κι έναν πρόλογο του ίδιου του δημιουργού. Θα μπορούσε να αποτελέσει άνετα μια πρώτη γνωριμία με το έργο του Ίτο και τα manga τρόμου, ακόμα και για όποιους δεν έχουν ξανασχοληθεί με το είδος. Εννοείται πως προτείνεται και πολύ θα ήθελα να δω κι άλλες τέτοιες εκδόσεις στο μέλλον! Μια πού ενδιαφέρουσα κριτική από τον Joe McCulloch στο Comics Journal
  14. Σενάριο & Σχέδιο: Το σχέδιο είναι απλά εξαιρετικό. Ο καλλιτέχνης επιλέγει να σχεδιάσει ρεαλιστικά κι όχι αφηρημένα( που προσωπικά, αφού μιλάμε για μεταφυσικό μυστήριο δεν θα μέ χαλούσε) και μάλιστα πετυχαίνει να δημιουργήσει ένα ατμοσφαιρικό θρίλερ, το οποίο λαμβάνει χώρα στο σκοτεινό κι αποκομμένο ολοκληρωτικά σχεδόν εξοχικό, του θείου του πρωταγωνιστή . Πολύ όμορφα έχει αποδοθεί το απόκρημνο κι αφιλόξενο περιβάλλον του βουνού. Το σενάριο είναι σκοτεινό- όπως αρμόζει- αρκετά στενοχωρητικό και το μεταφυσικό στοιχείο, το οποίο κυριαρχεί σε όλο το το κόμικ, προσδίδει περισσότερη αγωνία(αν και είμαι λάτρης των ρεαλιστικών μυστηρίων). Μού άρεσε πάρα πολύ η αναφορά στο "Κοράκι" του Πόε, που γίνεται όμως ως φόρος τιμής κι όχι σαν αντιγραφή. Το θέμα που εντόπισα, είναι ότι δεν υπήρξε η κορύφωση. Περίμενα πως θα συνέβαινε κάτι εντελώς ανατρεπτικό και θα άλλαζαν όλα. Με την παρούσα μορφή, θα μπορούσα να χαρακτηρίσω την πλοκή κάπως προβλέψιμη. Επιπλέον, κάτι ακόμα που μέ προβλημάτισε, ήταν η ταχύτητα με την οποία διαβαζόταν(αυτό βέβαια, μπορεί να είναι θετικό). Δηλαδή, τό τελείωσα μέσα σε είκοσι λεπτά(κοιτώντας μάλιστα προσεχτικά τα καρέ)ενώ είναι κόμικ τρόμου. Τό αποδίδω στο απλό και λίγο σχετικά λεξιλόγιο και στα μικρά κείμενα που περιλαμβάνονται στα μπαλονάκια. Πάντως συνολικά είναι πολύ αξιόλογη προσπάθεια. 8/10 Χρώμα: Το Graphic Novel είναι ασπρόμαυρο. Δεν είμαι ειδικός για να γνωρίζω εάν το χρώμα θα είχε άσχημη επίδραση πάνω στο έργο, πάντως ομολογώ ότι αν και υποστηρικτής των έγχρωμων κόμικς, το σχέδιο θα αλλοιωνόταν αρκετά. Ποιότητα έκδοσης(μέγεθος, χαρτί κ.α.): Η έκδοση, στα 16.5x24 και θυμίζει άλλες εκδόσεις της Jemma όπως:"Μια καρδιά για τον Λεοντόκαρδο","Τεζα Omnibus", "Ψηφίδες τρόμου". Το χαρτί που χρησιμοποιείται, ομολογώ πως δεν τό έχω συναντήσει κάπου αλλού ξανά. Θυμίζει το χαρτί της εφημερίδας, αλλά πολύ πιο σκληρό και ίσως πιο γυαλιστερό. Τα κείμενα είναι τυπωμένα στη γραμματοσειρά Zephyrea της AKA ACID. Στο τέλος, έχει ένα παράθεμα με τέσσερις σελίδες που απορρίφθηκαν για κάποιον λόγο(θα ενδιαφερόμουν να μάθω για ποιον). Απολογισμός: Η ιστορία, σίγουρα σέ απορροφά , όμως με μερικές βελτιώσεις θα μπορούσε να είναι σχεδόν τέλεια. Η έκδοση πάρα πολύ φροντισμένη κι αξιόλογη. Πιστεύω ότι 10 ευρώ για 104 ποιοτικές(τόσο από εκδοτικής,όσο κι από καλλιτεχνικής άποψης) σελίδες είναι αξιοπρεπέστατη τιμή. Όσοι πιστεύουν ότι το συγκεκριμένο είδος τούς ταιριάζει, ας σπεύσουν να τό αγοράσουν. Όσοι επίσης στηρίζουν την ελληνική σκηνή και δεν τό έχουν πάρει ακόμα ας κοιτάξουν να τό αγοράσουν, γιατί πρόκειται για ένα πραγματικά αξιοπρόσεκτο κόμικ, από ΄Έλληνα καλλιτέχνη.
  15. ComicDom και AthensCon χωρίς νέο τεύχος Κουραφέλκυθρων γίνεται? Φυσικά και δεν γίνεται. Έτσι, λοιπόν, στο 5ο AthensCon, ο ταλαντούχος δημιουργός Αντώνης Βαβαγιάννης, παρουσίασε στο κοινό του (το οποίο φαίνεται ότι αυξάνεται εκθετικά ) την νέα έντυπη μορφή των Κουραφέλκυθρων, με τίτλο “Κουραφέλκυθρα - Καλή ιδέα αφεντικό!”. Όσοι έχουμε διαβάσει παλιότερα Κουραφέλκυθρα θα μπούμε αμέσως στο νόημα και την χιουμοριστική φιλοσοφία που επιχειρεί να περάσει ο καλλιτέχνης. Όσοι δεν τα έχετε ακόμα διαβάσει, ντροπή σας. Να πάτε αμέσως να το κάνετε!!! Τα ολοσέλιδα στριπάκια που υπάρχουν και στο παρόν τεύχος είναι παρμένα (εκτός από εκείνο της σελίδας 64) από την διαδικτυακή πλατφόρμα socomic.gr. Πολύ λίγα ήταν εκείνα που προσπέρασα. Τα περισσότερα ήταν άκρως κωμικά, ενώ υπήρχαν και μερικά με τα οποία δεν σταμάτησα να γελάω. Αυτό που με στενοχώρησε είναι ο παραγκωνισμός τους θείου Αιμίλιου, τον οποίο τον βλέπουμε μόνο σε ένα στριπάκι. Νομίζω ότι είναι πολύ νέος ακόμα για να βγει στην σύνταξη. Τι θα πει και το Μαριώ! Ο εικαστικός τομέας δεν έκρυβε εκπλήξεις. Ο αναγνώστης θα βρει ένα επιμελώς ατημέλητο σχέδιο, που παράγει μεν χιούμορ, αλλά σίγουρα όχι όσο το σενάριο. Γι’ακόμα μία φορά ο καλλιτέχνης θα δώσει περισσότερη βάση στα λόγια, παρά στις εικόνες. Ο χρωματισμός, όμως, σχεδόν σε όλα τα καρέ ήταν ταιριαστός κι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση κυμαίνεται στα πλαίσια των επιπέδων της Jemma. Υπάρχει γερή κόλληση στην ράχη, γεγονός που, σε συνδυασμό με το παχύ ματ χαρτί του εσωτερικού, κάνει το κόμικ ανθεκτικό στις συχνές αναγνώσεις. Το έξτρα υλικό απουσιάζει. Το μόνο που υπάρχει είναι μία χιουμοριστική εισαγωγή στο οπισθόφυλλο. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το socomic.gr.
  16. Ο τρόμος του μέλλοντος Γιάννης Κουκουλάς Μια συλλογή σαρκαστικών στριπ του Πάνου Ζάχαρη για τα χρόνια της πανδημίας που ζήσαμε και για τα χρόνια των «πανδημιών» που έρχονται. Γυρίστε τον χρόνο δυόμισι χρόνια πίσω και θυμηθείτε. Ακόμα και στον χειρότερο εφιάλτη σας θα μπορούσατε να είχατε προβλέψει, να είχατε καν σκεφτεί ως πιθανότητα αυτό που ακολούθησε; Να γιατί η επιστημονική φαντασία είναι συναρπαστική. Γιατί προειδοποιεί όχι μόνο για τα μελλούμενα αλλά μιλά για το παρόν, εξηγεί το σήμερα. Μια τέτοια μορφή δυστοπικής «επιστημονικής φαντασίας» γίνεται το όχημα του Πάνου Ζάχαρη για να περιηγηθεί στο τώρα και να το περιγράψει αποκαλύπτοντας πτυχές του που η συνήθεια μας έκανε να τις θεωρήσουμε φυσιολογικές και αναπόφευκτες. Στο «Fear Future» (εκδόσεις Jemma Press), ο Ζάχαρης τοποθετεί την πλοκή σε κάποιο κοντινό μέλλον (εξ ου και το «Near Future» του εξωφύλλου στο οποίο ένα «ματωμένο» γκράφιτι έχει αντικαταστήσει το «N» με «F») με μια πανδημία εν εξελίξει. Τείχη χωρίζουν τους πλούσιους, τους επιχειρηματίες και τους κρατικούς αξιωματούχους από τους εργάτες, τους άνεργους και τους φτωχούς. Κι ένα ολοκληρωτικό καθεστώς που χειραγωγεί τόσο τα ΜΜΕ όσο και τους διαπλεκόμενους επιστήμονες ισχυρίζεται ότι ελέγχει πλήρως την κατάσταση, ότι διαχειρίζεται αποτελεσματικά την πανδημία, ότι όλα βαίνουν καλώς. Και αυτό είναι αλήθεια αλλά μόνο για τους εντός των τειχών. Οι υπόλοιποι πεινούν, φοβούνται, αρρωσταίνουν, πεθαίνουν. Αλλά όχι οn camera. Σε μια τέτοια ζοφερή πραγματικότητα όπου οι άνθρωποι πεθαίνουν αβοήθητοι σαν τα ποντίκια και η κυβέρνηση ενδιαφέρεται μόνο για τη δημόσια εικόνα της (σας θυμίζει κάτι αυτό;) υπάρχει θέση για χιούμορ; Ο Πάνος Ζάχαρης έχει την απίστευτη ικανότητα να πλάθει μαύρες κωμωδίες, χιουμοριστικές και σαρκαστικές ιστορίες ακόμα και μέσα σε τέτοιες τραγωδίες. «Όπως πάντα ο Πάνος γράφει και σχεδιάζει με ευφυΐα και ευαισθησία. Συνοψίζει το συλλογικό βίωμα και ξεδιαλέγει τα στοιχεία της “μικρής” επικαιρότητας που θα επηρεάσουν τη “μεγάλη” επικαιρότητα, ένα ταλέντο που έχει καλλιεργήσει και ακονίσει στη διάρκεια της πορείας του στην πολιτική γελοιογραφία. Μέσα από οικείους χαρακτήρες, στρογγυλεμένο σχέδιο, θερμή χρωματική παλέτα και φυσικά μέσω του χιούμορ, βάζει τον αναγνώστη σε μια ατμόσφαιρα ασφαλή, ώστε να μπορεί να τον φέρει αντιμέτωπο με σκληρές και επώδυνες αλήθειες. Καταφέρνει να κάνει τον αναγνώστη να σκάει στα γέλια, ενώ ταυτόχρονα νιώθει ένα σφίξιμο στο στομάχι», όπως εύστοχα επισημαίνει η Αλέξια Οθωναίου στο προλογικό της σημείωμα. Με παρόμοιες τεχνικές και μεθόδους έχει δημιουργήσει ο Ζάχαρης και τα προηγούμενα έργα του: στο «The Working Dead» και στη συνέχειά του, «The Working Dead… and…» καταγράφει φανταστικά στιγμιότυπα που θα μπορούσαν να είναι πέρα για πέρα αληθινά από τη διαχρονική και παγκόσμια καταπίεση των λαϊκών στρωμάτων και της εργατικής τάξης, ενώ στο «Scary Tales» που διαβάζετε κάθε Σάββατο στην πρώτη σελίδα του «Καρέ Καρέ» μεταφέρει γνωστά παραμύθια και χαρακτήρες από τη λαϊκή κουλτούρα στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα. Αυτό το επιτυγχάνει όπως και στο «Fear Future» με πανέξυπνους αναχρονισμούς που πάντα παραπέμπουν στην τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα και έχοντας βαθιά κατασταλαγμένη τη δική του πολιτική άποψη για τα πράγματα, όντας ενεργά ταγμένος στο πλευρό των πρωταγωνιστών του, των άκληρων, αυτών που αγωνίζονται καθημερινά για το ψωμί τους και -στην περίπτωση του «Fear Future»- για την υγεία τους. Στο πλαίσιο αυτών των αναχρονισμών, πολλά από τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που αντιμετωπίζει ο αναγνώστης στο «Fear Future» αν και ανήκουν σε μια άλλη, όχι και τόσο ανοίκεια, συνθήκη φέρνουν στον νου το παρόν. Δεν είναι τυχαίο που ο frontman του επιστημονικού προσωπικού, σε αγαστή συνεργασία με τους εντολείς του, έχει μια προφανή ομοιότητα με τον Σωτήρη Τσιόδρα, ούτε είναι τυχαίο ότι η δεξίωση των επιφανών προσώπων, κυβερνητικών αξιωματούχων και βιομηχάνων, λαμβάνει χώρα σε έναν κήπο σαν του Μαξίμου. Για αυτά θέλει να μιλήσει ο Ζάχαρης και το κάνει τόσο έξυπνα που ολοκληρώνοντας την ανάγνωση του βιβλίου του έχεις τη βεβαιότητα ότι τελικά το βιβλίο δεν αναφέρεται σε αυτό το «future» του τίτλου αλλά σε ένα διαρκές και οδυνηρό «εδώ». Και όπως αναφέρει η Αλέξια Οθωναίου: «Κάποιος βέβαια μπορεί να αναρωτηθεί γιατί να θελήσει, όταν ακόμα η μνήμη ενός τραύματος είναι τόσο νωπή, να υποβάλει τον εαυτό του στην ανάγνωση ενός κόμικς που πραγματεύεται το τραύμα που βίωσε, και που πολύ πιθανό να θέλει να ξεχάσει. Κατ' αρχάς, το "Fear Future" με τον τρόπο του είναι διασκεδαστικό. Αλλά κυρίως, διαβάζοντάς το κατακλύζεσαι από την ανακουφιστική αίσθηση ότι δεν είσαι τρελός. Μέσα στον παραλογισμό που ζήσαμε όλοι τα δύο χρόνια της πανδημίας, είμαι βέβαιη πως πολλοί από εμάς ένιωσαν παρανοϊκοί. Οχι λόγω της δυστοπίας της συνθήκης της πανδημίας, αλλά εξαιτίας της διαχείρισής της από το σύστημα. Ο Ζάχαρης με αιχμηρό χιούμορ καταφέρνει να συνοψίσει όλες αυτές τις αντιφάσεις, τους παραλογισμούς, τα καταφανή ψέματα και την ανικανότητα διαχείρισης της πανδημίας από το τρανό μέτωπο της λογικής». Πηγή
  17. Έφτασε το πλήρωμα του χρόνου λοιπόν, για να μιλήσω για το δεύτερο άλμπουμ της σειράς Μυστήρια Πράματα με (υπο)τίτλο Λύκοι της Ζήρειας, το οποίο κυκλοφόρησε φέτος από τις εκδόσεις Jemma Press φυσικά. Είναι γνωστό ότι ο Θανάσης Πετρόπουλος ανέβαζε σε συνέχειες την ιστορία στο socomic.gr. Αυτό που είναι λιγότερο γνωστό είναι ότι εγώ απέφευγα να τα διαβάζω, μιας και ήθελα να διαβάσω ολόκληρο το άλμπουμ όταν θα κυκλοφορούσε. Άργησε να πέσει στα χέρια μου, αλλά τελικά έγινε κι αυτό. Βρισκόμαστε στο έτος 1894 και οι περιπέτειες των Φιλήμονα Καρτέρη και Σερ Ζάκαρυ Νίκολσον συνεχίζονται, αυτή τη φορά στην ορεινή Κορινθία και συγκεκριμένα στη Ζήρεια, όπου μετά την είδηση της εξαφάνισης ενός ντόπιου πραματευτή σε συνδυασμό με ένα αλλόκοτο, μεταφυσικό, θα έλεγε κανείς, περιστατικό, οι δύο πρωταγωνιστές μας αναλαμβάνουν δράση, για να εξιχνιάσουν το μυστήριο. Καρτέρης και Νίκολσον εν δράσει Πολλοί ίσως παραξενευτούν με αυτό που θα πω, αλλά το Λύκοι της Ζήρειας μου άρεσε περισσότερο από το πρώτο άλμπουμ (το οποίο ήταν επίσης πολύ καλό, μην παρεξηγηθώ, έχω κάνει και σ'αυτό παρουσίαση άλλωστε: Μυστήρια Πράματα). Ποια είναι η ειδοποιός διαφορά; Μα φυσικά το είδος του τρόμου. Και τώρα θα πει κάποιος «άσε μας ρε Beefheart! Και οι δύο ιστορίες monster hunting είναι». ΧΑ! Φτωχέ, μικρέ μου υποθετικέ αντιρρησία, στην πρώτη περίπτωση έχουμε το τέρας που σπέρνει τον τρόμο στο, ας πούμε, «τερέν» των ηρώων μας, ενώ εδώ, αντίθετα, οι ήρωές μας κινούνται προς την περιοχή του τέρατος, κάτι που τους κάνει να φαντάζουν ανίσχυροι και δίνει μια πιο αρχετυπική νότα στο horror element. Είναι σαν να τον άνθρωπο που κολυμπάει στη θάλασσα στα Σαγόνια του Καρχαρία, αλλά σε βουνό, για να σου δώσω να καταλάβεις. Επιπλέον, το στήσιμο του σεναρίου είναι ακριβώς αυτό που χρειάζεται αυτού του είδους η περιπέτεια για να δημιουργηθεί το κατάλληλο σασπένς. Το σχέδιο είναι το γνωστό πετροπουλέικο (όσοι δε γνωρίζουν θα το δουν στα images που ανέβασα). Καρτέρης και Νίκολσον όντως εν δράσει, αλλά αυτό το καρέ δεν είναι μέσα στην ιστορία, σας ξεγέλασα.
  18. Η Σπαζοραχούλα είναι ένα από τα κόμικ που ξεχώρισαν στο Comicdom-Con του 2021. Πρόκειται για ένα βουκολικό παραμύθι σε κόμικ που τα έχει όλα. Η ιστορία ξεκινάει με τον Κωνσταντή τον τσομπάνη από την Φρυκτωρία, να διαμαρτύρεται στην καλή του φίλη, τη Μαρουσώ, για τη ζωή του και τις ερωτικές του ατυχίες. Βλέπετε, το χωρίο του Κωνσταντή είναι σ' ένα σταυροδρόμι όπου λεβέντες και ήρωες περνάνε κάθε τόσο κάνοντας μια στάση ακολουθώντας το δρόμο της περιπέτειας, της δόξας και μπορεί και της αρετής. Επάνω στην κουβέντα ξεκινάει απρόσμενα και η μεγάλη περιπέτεια του Κωνσταντή , γλιστρώντας σε ένα ρήγμα και πέφτοντας σε έναν παράλληλο κόσμο, πράγμα συνηθισμένο για τους ήρωες αλλά νέο για τον Κωνσταντή. Η περιπέτεια του Κωνσταντή στη Σπαζοραχούλα είναι μυθικών διαστάσεων, αλλά πάντα με τον ανθρώπινο χαρακτήρα, συναντάει άσπονδους εχθρούς και φίλους, έχει μεγάλες ανατροπές, ενώ απαντάει και σε μερικά από τα μεγαλύτερα μυστήρια της ζωής . Μάλιστα το έργο περιέχει και χαρακτήρες από προηγούμενη δουλειά του Steve, το Εσμέ. Παρόλο τον χαβαλεντζίδικο χαρακτήρα του κόμικ και το fantasy σκηνικό, θα περίμενε κανείς λογικά κενά, ευκολίες στο σενάριο και κάθε είδους ασυναρτησίες. Λάθος. Το κόμικ αυτό έχει αρχή, μέση και τέλος σφιχτή δομή και πραγματικά βγάζει νόημα κάνοντας την ανάγνωση μια ευχάριστη και απολαυστική διαδικασία. Το queer στοιχείο σε καμία περίπτωση δεν κάνει dominate το κόμικ όπως μπορεί να συμβαίνει σε άλλα έργα, με αποτέλεσμα να διαβάζεται το ίδιο άνετα απ' όλους. Εγώ το βρήκα απολαυστικότατο, και θα ήθελα και άλλο (π.χ. στο Fast Forward της σελίδας 30-31) Διαβάζοντας το κόμικ αυτό έρχονται στο μυαλό μου σκηνές από ταινίες όπως ο Βαρόνος Μινχάουζεν του Terry Gilliam αν και φαντάζομαι ο καθένας θα μπορούσε να το συνδέσει μια ταινία ή ένα κόμικ αναζήτησης είτε παιδικών είτε επικών διαστάσεων. O Steve Στιβάκτης και η Έλενα Γώγου, έχουν γράψει χιλιόμετρα σε φανζιν και σε πάγκους φεστιβάλ, βγάζοντας κόμικ ή συμμετέχοντας σε ανθολογίες. Αν δεν κάνω λάθος, νομίζω πως είναι η πρώτη αυτόνομη δουλειά τους. Το σχέδιο και ο χρωματισμός της Έλενας Γώγου είναι πάρα πολύ καλά και αναγνωρίσιμα. Ειδικά ο χρωματισμός φαίνεται να αποτελεί μεγάλο της προσόν χωρίς το σχέδιο να υστερεί. Απλά το τονίζω γιατί καλό σχέδιο έχουν αρκετοί Έλληνες δημιουργοί, αλλά ο χρωματισμός θέλει και δουλειά εκτός από ταλέντο. Πάντα κοιτάζω τις δουλειές του Steve καθώς τις βρίσκω έξυπνες και πρωτότυπες και χαίρομαι που προχωράει το έργο του. Ελπίζω να κρατήσει ψηλά τον πήχη που μόνος του έχει ανεβάσει.
  19. Ένας ανώνυμος και μασκοφόρος αντιήρωας Γιάννης Κουκουλάς Είκοσι Ιταλοί δημιουργοί κόμικς τιμούν τον Diabolik, τον θρυλικό Αρχοντα του εγκλήματος και της μεταμφίεσης, που συμπληρώνει 60 χρόνια ζωής. Ήταν άσος των μεταμφιέσεων και μπορούσε να ξεγελάσει τους πάντες με τις μάσκες και τα υπέροχα σχεδιασμένα κοστούμια του. Ήταν όμως και άριστος γνώστης των πολεμικών τεχνών, ειδήμων στα όπλα και τη χρήση τους, ικανότατος κατασκευαστής εκρηκτικών και παρασκευαστής χημικών μιγμάτων για κάθε περίσταση. Ήταν επίσης καλλιεργημένος και μορφωμένος αλλά και πολύ εκλεκτικός στα γούστα του. Οδηγούσε πάντα μια μαύρη Τζάγκουαρ και διάλεγε (να κλέβει) τα καλύτερα. Από το 1962 μέχρι σήμερα κανείς δεν έμαθε το πραγματικό του όνομα. Όλοι όμως ήξεραν και έτρεμαν τον Diabolik. Ο μαυροφορεμένος Άρχοντας του εγκλήματος με τις αριστοκρατικές συνήθειες έκανε την πρώτη του εμφάνιση στα ιταλικά κόμικς το 1962. Τον χαρακτήρα του αλλά και το format των βιβλίων που θα τον φιλοξενούσαν επινόησαν δύο αδελφές από το Μιλάνο, η Angela και η Luciana Giussani. Όπως έλεγαν οι ίδιες, εμπνεύστηκαν τον Diabolik αλλά και το στιλ των ιστοριών του όταν βρήκαν παρατημένο στον σταθμό του τρένου ένα βιβλίο τσέπης με περιπετειώδεις ιστορίες. Η σκέψη ήταν απλή: ένας χαρακτήρας ο οποίος θα πρωταγωνιστεί σε περιπέτειες που διαρκούν όσο ένα σύντομο ταξίδι με τρένο και μάλιστα σε ιστορίες με αστυνομική δράση, που εκείνη την εποχή ήταν ένα ιδιαιτέρως δημοφιλές λογοτεχνικό είδος. Οι αδελφές Giussani ήταν αυτές που εισήγαγαν ή, τουλάχιστον, διέδωσαν τη μορφή των «fumetti neri», των αυτοτελών, σκοτεινών ιταλικών κόμικς με έναν σταθερό χαρακτήρα που κυκλοφορούσαν σε μικρό μέγεθος και κάθε σελίδα τους αποτελούνταν από δύο καρέ. Στον Diabolik, πιθανώς, οφείλει την ύπαρξή του ένα ολόκληρο είδος κόμικς που στην Ιταλία έκαναν θραύση από τη δεκαετία του 1960 και μετά. Όπως γράφει και ο Milo Manara στον πρόλογό του για το «Diabolik - Με το βλέμμα των άλλων» (εκδόσεις Jemma Press, μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 192 σελίδες): «Αν δεν είχε υπάρξει το Diabolik, πιθανόν δεν θα υπήρχαν όλα αυτά τα φουμέτι μικρού σχήματος, με δύο καρέ σε κάθε σελίδα που, όπως και αν το δείτε, τους αξίζουν τα εύσημα για το ότι αποτελούσαν για τους αναγνώστες το μεταφορικό μέσο από τα παιδικά κόμικς σ’ εκείνα για ενηλίκους. […] Επιπλέον, η ανάγνωση του Diabolik πέρα από κάθε αμφιβολία συντέλεσε στη μεγάλη αλλαγή νοοτροπίας, στην κοινωνική και πολιτική ματιά που είναι γνωστή σαν το “εξήντα οκτώ”. Δεν μπορώ να ξέρω σε τι ποσοστό, όμως δίχως άλλο το έκανε, αν μη τι άλλο και μόνο εξαιτίας του θάρρους που είχαν οι αδερφές Giussani να προτείνουν έναν εγκληματία για τον ρόλο ενός ήρωα σαγηνευτικού και ατρόμητου: κάτι πρωτόγνωρο!». Τον Diabolik σχεδίασαν πολλοί σπουδαίοι Ιταλοί δημιουργοί, ανάμεσά τους οι Sergio Zaniboni, Giorgio Montorio, Brenno Fiumali κ.ά. που διατήρησαν τα βασικά χαρακτηριστικά απαράλλαχτα: έντονη δράση με πρωταγωνιστή τον Diabolik και τη συνεργάτιδα, σύντροφο και ερωμένη του, Eva Kant, απίστευτες επινοήσεις και ευρηματικότητα από έναν γοητευτικό και τετραπέρατο ληστή που σκοτώνει σπάνια τους εχθρούς του και μόνο όταν κινδυνεύει η ζωή του, παθιασμένοι ντετέκτιβ και αστυνομικοί που διαρκώς αποτυγχάνουν γιατί ο Diabolik είναι πολύ εξυπνότερος από αυτούς. Οι περιπέτειες του Diabolik έχουν πουλήσει πολλά εκατομμύρια αντίτυπα στην Ιταλία και σε άλλες χώρες, έχουν μεταφερθεί σε κινούμενα σχέδια, σε κινηματογραφική ταινία, σε ραδιοφωνική σειρά. Και σίγουρα έχουν επηρεάσει πολλούς από τους σύγχρονους Ιταλούς δημιουργούς κόμικς. Πολλοί από αυτούς, μεγάλα ονόματα των σύγχρονων ευρωπαϊκών κόμικς (Vittorio Giardino, Sergio Toppi, Giuseppe Palumbo, Silvia Ziche, Lorenzo Mattotti, Giorgio Cavazzano, Roberto Baldazzini κ.ά.), αποτίνοντας φόρο τιμής στον μασκοφόρο αντιήρωα και αποδίδοντας τα εύσημα στις δημιουργούς του, συμμετέχουν στην έκδοση «Diabolik - Με το βλέμμα των άλλων» με δικές τους ιστορίες για τον «βασιλιά του τρόμου». Σε μια έξοχη έκδοση που συνοδεύεται από τα λόγια και τις απόψεις πολλών από αυτούς τους δημιουργούς για τον μασκοφόρο, διαφορετικό εγκληματία και «δάσκαλό» τους στη σπουδαία διαδρομή των ιταλικών κόμικς από το 1960 μέχρι σήμερα. Πηγή
  20. Ταξιδεύοντας στην Ιστορία με «Μαύρα Καράβια» Έλληνες πειρατές, ένα θέμα-ταμπού Στις αμέτρητες σελίδες μιας παλιάς ναυτικής εγκυκλοπαίδειας, στο λήμμα με τον μυθιστορηματικό τίτλο «Μαύρη Μοίρα», μαθαίνουμε για μια ιστορία πειρατείας στα νερά της προεπαναστατικής Ελλάδας. Σε μια σύντομη διήγηση που μοιάζει να γίνεται στο όριο θρύλου και αλήθειας, μεταφερόμαστε στο 1807, λίγα χρόνια πριν από το επίσημο ξέσπασμα της Επανάστασης, τη χρονιά που σταματά ο Ρωσοτουρκικός Πόλεμος και που οι Ρώσοι αποχωρούν από το Αιγαίο, αφήνοντας τους Έλληνες που πολέμησαν στο πλευρό τους εκτεθειμένους στα τουρκικά αντίποινα. Οι Θεσσαλοί οπλαρχηγοί, κατατρεγμένοι στους τόπους τους από τον Αλή Πασά, βρίσκουν καταφύγιο στις ελεύθερες Σποράδες, όπου, μαζί με έμπειρους νησιώτες ναυτικούς, συγκροτούν ένα μικρό πειρατικό στόλο με «μαύρα καράβια» υπό την αρχηγία των διαβόητων καπεταναίων Γιάννη Σταθά και Νίκου Τσάρα ή «Νικοτσάρα». Αναφέρεται μάλιστα και ναυμαχία, κατά την οποία οι Έλληνες πειρατές, με τη συνδρομή μιας αγγλικής φρεγάτας, επικρατούν θριαμβευτικά έναντι των καραβιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας – καράβια που έστειλε ο σουλτάνος για να «τελειώνει» με αυτούς τους πείσμονες, σκληρούς και ανυπότακτους μαχητές. Η εξάτομη «Μεγάλη Στρατιωτική και Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια» του 1929 μοιάζει έργο σπουδαίο και καθ’ όλα έγκυρο, κάτι που προδίδεται όχι μόνον από τον όγκο της πληροφορίας που περιέχει αλλά και από το κύρος της συντακτικής ομάδας: διευθυντής έκδοσης ήταν ένας διανοούμενος του ελληνικού στρατού, ο δημοσιογράφος Γεώργιος Σώκος (πατέρας της αείμνηστης Ροζίτας Σώκου), και ανάμεσα στους συντελεστές φιγουράρουν «βαριά» ονόματα όπως αυτό του Ερμουπολίτη ναυάρχου Στυλιανού Λυκούδη, «πατέρα» της Ελληνικής Υπηρεσίας Φάρων. Και όμως, αυτά που μαθαίνουμε γι’ αυτόν τον πειρατικό στολίσκο του Αιγαίου είναι ελλιπή και αινιγματικά. Στο λήμμα «Γιάννης Σταθάς», η εγκυκλοπαίδεια επαναλαμβάνει λίγο-πολύ την πληροφορία που μας δίνει σ’ αυτό της «Μαύρης Μοίρας», και όποιος έχει την περιέργεια να ανατρέξει στο λήμμα «πειρατεία», το μόνο πράγμα που θα βρει για τους πειρατές του προεπαναστατικού Αιγαίου είναι μια άποψη: πως αυτοί βοήθησαν τους Έλληνες να αποκτήσουν ναυτοσύνη, εφόσον αναγκάστηκαν να τους πολεμήσουν. Επιπλέον, η εγκυκλοπαίδεια γράφει πως ο στολίσκος αυτός είχε εβδομήντα πλοιάρια, αποδίδοντας την πληροφορία αυτή στο έργο του Γάλλου λόγιου και διπλωμάτη Esprit Marie Cousinéry «Ταξίδι στη Μακεδονία» («Voyage dans la Macédoine», 1831) και συγκεκριμένα στον πρώτο τόμο και τη σελίδα 74. Ανατρέχοντας όμως εκεί (αλλά και οπουδήποτε αλλού στο δίτομο αυτό έργο με την υπέροχη και λεπτομερή περιηγητική περιγραφή) δεν συναντάμε τίποτα συγκεκριμένο σχετικά με τον στολίσκο αυτό. Συνεχίζοντας την έρευνα βρίσκουμε κάποια στοιχεία, αλλά αυτά είναι σκορπισμένα, σαν θραύσματα αλήθειας, εδώ κι εκεί. Η «Μαύρη Μοίρα» και οι πρωταγωνιστές της κάνουν σύντομες εμφανίσεις σε διάφορες πηγές, από συγκινητικούς στίχους δημοτικών μας τραγουδιών και τα λόγια του «Γέρου του Μοριά» στα απομνημονεύματά του μέχρι κείμενα σεβάσμιων ιστορικών όπως ο Ιωάννης Βασδραβέλλης, ο Απόστολος Βακαλόπουλος ή ο Νικόλαος Μέρτζος, αλλά και η μεγάλη τρίτομη έκδοση-έρευνα της Αλεξάνδρας Κραντονέλλη για την πειρατεία που εξέδωσε η «Βιβλιοθήκη της Εστίας» το 1998. Ωστόσο, όλες αυτές οι εικόνες μοιάζουν θολές, λες και πάντα καλύπτονται από ένα αδιόρατο πέπλο λαϊκής δοξασίας και μυθολογίας. Τα ναυτικά και ναυπηγικά δεδομένα είναι επίσης φευγαλέα. Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης μιλάει για 1.400 άντρες, νούμερο που όντως αντιστοιχεί στο πιθανό συνολικό πλήρωμα των 70 πλοιαρίων (τα οποία αναφέρει η Ναυτική Εγκυκλοπαίδεια). Επιπλέον, με δεδομένο το ιστορικό πλαίσιο, δεχόμαστε πως ο στόλος της «Μαύρης Μοίρας» αποτελείτο από ευέλικτα ιστιοφόρα της εποχής, σκαριά όπως η ψαριανή γαλιότα, η φούστα και η σακολέβα. Ελλείψει όμως εικόνων ή πιο λεπτομερών μαρτυριών, αναρωτιόμαστε αν ήταν όντως κατάμαυρα αυτά τα πειρατικά πλοία. Ο δρ Δαμιανίδης Επικοινωνώντας με τον μελετητή της ιστορίας της ξυλοναυπηγικής μας, δρα Κώστα Δαμιανίδη, αυτός μας δίνει κάποιες απαντήσεις: «Πράγματι, τα πανιά θα μπορούσαν κάλλιστα να έχουν βαφτεί με κάποια απόχρωση του μαύρου, όπως τα έβαφαν οι ψαράδες με βρασμένο πίτικα και αποκτούσαν χρώμα σκούρο καφέ. Θα μπορούσαν, ακόμη, να δημιουργήσουν μια πολύ σκούρα απόχρωση βάζοντας κάποια συστατικά επιπλέον στο μείγμα της βαφής. Επίσης, τα ύφαλα (σ.σ. τα μέρη του σκάφους που βρίσκονται κάτω από την επιφάνεια της θάλασσας) τα περνούσαν με μαύρο μείγμα που είχε συστατικά προστασίας του ξύλου, όπως κατράμι και λινέλαιο. Όσο για τα χρώματα στο πάνω μέρος των καραβιών, γνωρίζουμε πως επιμέρους τμήματα πράγματι βάφονταν μαύρα, κάτι που βλέπουμε και σε διάφορες εικαστικές και χρωματισμένες αναπαραστάσεις ιστιοφόρων. Το σίγουρο είναι, πάντως, πως τα σκούρα χρώματα θα ήταν γι’ αυτούς πολύ χρήσιμα στις νυχτερινές επιδρομές τους». Κι ενώ αυτή τη στιγμή, στο Ναυτικό Μουσείο της Ελλάδας, στον Πειραιά, «τρέχει» μια ομαδική εικαστική έκθεση εμπνευσμένη από την «πρώτη σημαία» της «Μαύρης Μοίρας» του Γιάννη Σταθά (μιας «πρώτης ελληνικής σημαίας», που, όπως μαθαίνουμε, υφάνθηκε στην Ιερά Μονή Ευαγγελιστρίας στη Σκιάθο, όπου οι εν λόγω οπλαρχηγοί του Ολύμπου και νησιώτες ναυτικοί, πριν συγκροτήσουν τον πειρατικό τους στόλο, μαζεύτηκαν για να συντονίσουν τις επόμενες κινήσεις τους), υπάρχουν κι αυτοί που συνεχίζουν να εξερευνούν τα σκοτάδια της ιστορίας του ’21 και της ελληνικής πειρατείας οδηγούμενοι από μια δική τους τρέλα και δίψα για ιστορική γνώση. Ο Λεωνίδας Γουργουρίνης εξερευνά εδώ και είκοσι χρόνια την ιστορία της πειρατείας στην Ελλάδα και στη Μεσόγειο, και πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα ιστορικό μυθιστόρημα με κεντρικό ήρωα τον Πέτρο Λάντζα, έναν Κερκυραίο πειρατή του 16ου αιώνα, από τις πολύ «ναυτικές» εκδόσεις Αρτέον («Ο Μαυροπετρίτης – Το Γεράκι της Μεσογείου», 2020). Αρχισε να ασχολείται με το θέμα αυτό, σκεπτόμενος πως θα ήταν αδύνατον, σε μια χώρα με τόσους αιώνες ναυτικής παράδοσης, να μην έχει υπάρξει και μια πλούσια ιστορία πειρατείας. «Ακόμη και ο Οδυσσέας ήταν πειρατής!» αναφωνεί με πάθος, στην κουβέντα που κάναμε μαζί του, και συνεχίζει: «Είναι ένα θέμα-ταμπού για τους Έλληνες, γιατί παρουσιάζει μια πτυχή της ιστορίας τους που προτιμούν να κρατήσουν κρυφή, μια πτυχή όμως που έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στην εξέλιξη της χώρας. Αν δεν υπήρχε η πειρατεία», λέει εμφατικά, «δεν θα μπορούσαμε να αποκτήσουμε ναυτοσύνη, εμπειρία και χρήμα για να κάνουμε την Επανάσταση». Tα κόμικς του Καραμπάλιου μοιάζουν με ένα σινεμά της αλήθειας φτιαγμένο από μελάνι και χαρτί. Διαβάζοντάς τα, ανεβαίνουμε μαζί με τους «μαυροκαραβίτες» στα καταστρώματα των πλοίων τους και εξερευνούμε την ελληνική ιστορία. Την ίδια στιγμή, κάπου στον Θεσσαλικό Κάμπο, ένας επίμονος κομίστας και ιστοριοδίφης συνεχίζει ακούραστα να αποδίδει σε κόμικς την ιστορία των αρματολών και πειρατών της προεπαναστατικής Ελλάδας. Ο Θανάσης Καραμπάλιος, έχοντας ξεκινήσει το 2018 μια σειρά από γκράφικ νόβελ με τον γενικό τίτλο «1800» (εκδόσεις Jemma Press), έχει φτάσει πλέον στο πέμπτο επεισόδιο και μέσα στην άνοιξη της χρονιάς αυτής θα κλείσει τον πρώτο κύκλο της σειράς με μια έκτη έκδοση. Ο κεντρικός του ήρωας, ο «Δήμος Καραμάνος», είναι εμπνευσμένος από τους μεγάλους Θεσσαλούς οπλαρχηγούς της εποχής και στην τελευταία έκδοση της σειράς μπαρκάρει με τα «Μαύρα Καράβια». Παρόμοια με τον Λεωνίδα Γουργουρίνη, έτσι κι αυτός, έχει καταλάβει πως υπάρχει ένα κομμάτι του παρελθόντος μας που έχει μείνει στο σκοτάδι, κι έφτασε για να το ψάξει έως και τα τοπικά ιστορικά αρχεία στην Ελασσόνα, την ιδιαίτερη πατρίδα του. (Σε κάθε βιβλίο της σειράς, μάλιστα, παραθέτει τη βιβλιογραφία της έρευνάς του, σε περίπτωση που θέλουμε να ανατρέξουμε σε αυτή για επιπλέον έρευνα.) Το πέμπτο επεισόδιο της σειράς γκράφικ νόβελ, με τον γενικό τίτλο «1800» (εκδόσεις Jemma Press), του Θανάση Καραμπάλιου. Στις ιστορίες του δεν θα βρούμε την εξωραϊσμένη, ιδανική εικόνα των προγόνων μας, αυτή που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε. Οι σκληροτράχηλοι αρματολοί του ’21 μοιάζουν στις σελίδες του ολοζώντανα ηρωικοί και θαρραλέοι, αλλά καθόλου εξιδανικευμένοι. Είναι ανθρώπινοι, καθημερινοί, γεμάτοι σφάλματα, ιδιοτέλειες και αντιφάσεις. Οι σχεδιαστικές γραμμές του προδίδουν την αγάπη του για μια σειρά από ιερά τέρατα του παγκόσμιου κόμικς – «μεγάλωσα διαβάζοντας τη Βαβέλ και θαυμάζοντας κομίστες όπως ο Μοέμπιους», μας λέει, αλλά βλέπει κανείς στο στυλ και στη σκηνοθεσία του και τον Αμερικανό Φρανκ Μίλερ και τους συγκλονιστικούς του (χάρτινους αλλά και κινηματογραφικούς) «τριακόσιους». Πράγματι, τα κόμικς του Καραμπάλιου μοιάζουν με ένα σινεμά της αλήθειας φτιαγμένο από μελάνι και χαρτί. Διαβάζοντάς τα, ανεβαίνουμε μαζί με τους «μαυροκαραβίτες» στα καταστρώματα των πλοίων τους και εξερευνούμε την ελληνική ιστορία. Πορτρέτο του Γιάννη Σταθά. Ελαιογραφία του ζωγράφου Ιωάννη Τρικογλίδη (1930). Από τη συλλογή του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Πηγή
  21. Η Jemma Press κάνει πάντα υπέροχες επιλογές και μας προσφέρει πάντα εξαιρετικές εκδόσεις. Φυσικά, η νέα της εκδοτική προσπάθεια δεν ξεφεύγει από αυτό τον κανόνα και ως αποτέλεσμα έχουμε στα χέρια μας ένα καλό BD, ίσως όχι το καλύτερο που θα μπορούσαμε να δούμε στα ελληνικά, αλλά σίγουρα καλό. Όπως είναι σαφές από τον τίτλο και τη σύνοψη, η ιστορία ανήκει στον κύκλο της Σκανδιναβικής Μυθολογίας, μια θεματική ενότητα στην οποία - περιέργως - οι Γάλλοι κομίστες έχουν εισχωρήσει δυνατά τα τελευταία χρόνια, και συγκεκριμένα αναφέρεται στην Οδύσσεια μιας ομάδας πολεμιστών, οι οποίοι με επικεφαλής μια Βαλκυρία επιχειρούν να φτάσουν στην Άσγκαρντ, προκειμένου να πείσουν τον Οντίν, βασιλιά των θεών του Σκανδιναβικού Πάνθεου, να σταματήσει το αφόρητο ψύχος που καταστρέφει τη Μίντγκαρντ (η Γη στη σκανδιναβική Μυθολογία) . Μην περιμένετε τίποτα εντυπωσιακό ή καινοτόμο από πλευράς σεναρίου, αρκεστείτε σε μια στρωτή αφήγηση, χωρίς ιδιαίτερες φιλοδοξίες. Αντίθετα, το σχέδιο του Drazen Kovacevic και τα χρώματα του Simon Champelovier είναι πολύ πετυχημένα και αναδεικνύουν πολύ όμορφα όλη τη μουντάδα της συγκεκριμένης ιστορίας και μας προσφέρουν και εντυπωσιακές απεικονίσεις μαχών και τεράτων. Η ιστορία ολοκληρώνεται σε δύο τόμους, οι οποίοι τιτλοφορούνται "Πολικό Ψύχος" (2017) και "Ο Δέκατος Κόσμος" (2018) αντίστοιχα. Η έκδοση είναι πολύ καλή και η μετάφραση του Σπύρου-Ευάγγελου Αρμένη ρέει στρωτά. Η πρωτότυπη γαλλική έκδοση κυκλοφόρησε το 2012 (ο πρώτος τόμος) και 2014 (ο δεύτερος τόμος) από την εκδοτική Soleil Productions και την ίδια χρονιά κυκλοφόρησε σε έναν συγκεντρωτικό τόμο. Ευχαριστώ τον @GreekComicFan για τα εξώφυλλα
  22. Ο Διγενής Ακρίτας σαν υπερήρωας Ο Κ. Δημητρίου και η Κ. Παπαδάκη μιλούν για τη μεταφορά του βυζαντινού έπους σε graphic novel «Το στυλ του Αύγουστου Κανάκη και του Ντέννι Γιατρά, ένα εκλεπτυσμένο μείγμα της ευρωπαϊκής και της manga σχολής, με καθαρές γραμμές και παλέτες, είναι σύγχρονο, δραματικό και ρεαλιστικό, χωρίς φληναφήματα», αναφέρει ο ο Κωνσταντίνος Δημητρίου. Νικόλας Ζώης ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, ΚΑΛΛΙΑ ΠΑΠΑΔΑΚΗ, ΑΥΓΟΥΣΤΟΣ ΚΑΝΑΚΗΣ, ΝΤΕΝΝΙΣ ΓΙΑΤΡΑΣ Διγενής Ι. Το σημάδι του Κάιν εκδ. Jemma Press, σελ. 48 Πολεμικά κατορθώματα μεταξύ θρύλου και Ιστορίας, μάχες με δράκους, έρωτες με κόρες στρατηγών και, βέβαια, μια αναμέτρηση με τον Χάρο στα μαρμαρένια αλώνια που έγινε δημοτικό τραγούδι: είναι στα αλήθεια ηρωικό και με κάθε σημασία φανταστικό το έπος του Διγενή Ακρίτα, του γιου ενός Σύρου εμίρη και μιας βυζαντινής αριστοκράτισσας, ο οποίος υπερασπίστηκε τα σύνορα του Βυζαντίου κατά τον 9ο ή 10ο αιώνα μ.Χ. και τα ανδραγαθήματά του έφτασαν να μνημονεύονται για πολλά πολλά χρόνια. Είναι επίσης μια ιστορία που, ενώ διασώζεται σε διάφορες εκδοχές και χειρόγραφα, διατηρεί αναλλοίωτα ορισμένα αφηγηματικά χαρακτηριστικά, που κληρονομήθηκαν στα ακριτικά τραγούδια και περιλαμβάνουν μεταξύ άλλων το εξής: «Οι λεπτομέρειες και οι χρωματισμοί στην αλλαγή των εικόνων», αναφέρει στο βιβλίο του «Τα ωραιότερα δημοτικά τραγούδια» (εκδ. Ιωλκός) ο Γιάννης Κορίδης, «είναι κάτι το μοναδικό». Εικαστική δύναμη «Tα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τις προφορικές παραδόσεις σιγά σιγά χάνονται. Το μόνο που απομένει είναι ένας πυρήνας αλήθειας περικυκλωμένος από το συλλογικό όνειρο», λέει ο Κ. Δημητρίου. Ίσως εκεί βρέθηκε το έναυσμα για τη μεταφορά του έπους του Διγενή σε graphic novel, ο πρώτος τόμος του οποίου μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Jemma Press: το σενάριο υπογράφουν ο Κωνσταντίνος Δημητρίου, σύμβουλος στρατηγικής επιχειρήσεων που ζει μεταξύ Σιγκαπούρης και Οξφόρδης, και η πολυβραβευμένη συγγραφέας, ποιήτρια και σεναριογράφος Κάλλια Παπαδάκη, ενώ τις εικόνες ανέλαβαν οι Αύγουστος Κανάκης και Ντέννις Γιατράς, δύο σχεδιαστές που δραστηριοποιούνται και εκτός συνόρων. Πέρα ωστόσο από την εικαστική δύναμη των ακριτικών τραγουδιών, το έπος του Διγενή διαθέτει και ιδιότητες που ξεπερνούν το πεδίο της ένατης τέχνης. «Έχω πάθος με την ανθρωπολογία», λέει στην «Κ» ο Κωνσταντίνος Δημητρίου και συνεχίζει: «Πριν από έξι χρόνια, διάβασα τον “Χρυσό κλώνο” του Τζέιμς Φρέιζερ σε μια προσπάθεια να ερευνήσω τη διάδραση μεταξύ μύθου και Ιστορίας, το ειδικό βάρος των προφορικών παραδόσεων και εθίμων, τη σημασία τους στην κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης μέσα από τον “μονομύθο” του Τζόζεφ Κάμπελ, τη θεωρία ότι όλες οι ιστορίες ηρώων ανεξαρτήτως πολιτισμού και εποχής ακολουθούν έναν παρεμφερή κύκλο. Οι αναφορές του Φρέιζερ στις ευρωπαϊκές λαϊκές παραδόσεις μού θύμισαν τον δικό μας Διγενή Ακρίτα. Από περιέργεια διάβασα την απόδοση του “χειρογράφου της Ανδρου” του Διγενή από τον Αντώνη Μηλιαράκη, που εκδόθηκε το 1881, και συνειδητοποίησα ότι ο συγγραφέας περιγράφει έναν υπερήρωα, τον κατεξοχήν πρωταγωνιστή των κόμικς. Έτσι γεννήθηκε η ιδέα». «Ο δικός μας Διγενής είναι τραγικό πρόσωπο, ένας άνδρας στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που μάχεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, που πασχίζει να αντιπαρέλθει εχθρούς και προσωπικούς δαίμονες, να υπερβεί όσα τον περιορίζουν», τονίζει η Κάλλια Παπαδάκη. Από τον πρώτο τόμο της σειράς (οι υπόλοιποι πέντε θα κυκλοφορούν ανά έξι μήνες), που έχει τον τίτλο «Διγενής Ι. Το σημάδι του Κάιν», φαίνεται πως πρόκειται για μια παραλλαγή του κλασικού έπους, η οποία ξεκινά με το origin story του βασικού χαρακτήρα και τον ακολουθεί στη μεταμόρφωσή του από άνθρωπο των βιβλίων σε ήρωα και από τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία μέχρι τα βάθη της Ανατολής: ο δεκαεξάχρονος Διγενής μεγαλώνει στα σύνορα του Βυζαντίου με τη σαρακινή Συρία, αγαπά τη Σοφία, κόρη του στρατηγού Βάρδα Φωκά, και πασχίζει, όχι χωρίς κόστος, να αποδείξει στον περίγυρό του τις ικανότητές του. Σύμφωνα με την Κάλλια Παπαδάκη, «ο Διγενής Ακρίτας, σε όλες τις παραλλαγές που διαθέτουμε, είναι ένας άνδρας που έχει όλες τις σωματικές και ψυχικές αρετές για να προκόψει σε μια εποχή που μαστίζεται από τον πόλεμο και τη βία. Στην παρούσα όμως μεταφορά, αναγεννιέται μέσα από τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει, τον προσωπικό του μόχθο, του λείπουν αρχικά όλα τα εφόδια, πέρα από μια ροπή προς τη γνώση, σε μια εποχή που η ρώμη υπερτερεί. Ο δικός μας Διγενής είναι τραγικό πρόσωπο, ένας άνδρας στα σύνορα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας που μάχεται ανάμεσα σε δύο ταυτότητες, που πασχίζει να αντιπαρέλθει εχθρούς και προσωπικούς δαίμονες, να υπερβεί όσα τον περιορίζουν. Η διαδρομή που ακολουθεί είναι ένα μακρύ ταξίδι ενηλικίωσης και μαθητείας στον Δρόμο του Μεταξιού, όπου σταδιακά μεταμορφώνεται από έναν αδύναμο ψυχικά και σωματικά άνδρα σ’ έναν ήρωα, κάποιον που υπερβαίνει εαυτόν, ώστε να ζήσει ελεύθερος». Σύγχρονο και δραματικό Κυριαρχούν φυσικά εκείνες «οι λεπτομέρειες και οι χρωματισμοί στην αλλαγή των εικόνων»: όπως παρατηρεί ο Κωνσταντίνος Δημητρίου, «το στυλ του Αύγουστου Κανάκη και του Ντέννι Γιατρά, ένα εκλεπτυσμένο μείγμα της ευρωπαϊκής και της manga σχολής, με καθαρές γραμμές και παλέτες, είναι σύγχρονο, δραματικό και ρεαλιστικό, χωρίς φληναφήματα». Πώς νοηματοδοτείται, όμως, σήμερα ένας μύθος στον οποίο, σύμφωνα με τον Νικόλαο Πολίτη, «αποκορυφούνται οι πόθοι και τα ιδεώδη του ελληνικού έθνους, διότι εν αυτώ συμβολίζεται η μακραίων και άληκτος πάλη του ελληνικού προς τον μουσουλμανικόν κόσμον»; Ο Κωνσταντίνος Δημητρίου βάζει και τη φιλοσοφία στο παιχνίδι: «Με το πέρασμα των αιώνων», λέει, «τα πραγματικά πρόσωπα πίσω από τις προφορικές παραδόσεις σιγά σιγά χάνονται. Το μόνο που απομένει είναι ένας πυρήνας αλήθειας περικυκλωμένος από το συλλογικό όνειρο. Η άποψη του Πολίτη είναι συνάρτηση της εποχής του, όταν μια μικρή, νέα χώρα συνέθετε ακόμη την εθνική της ταυτότητα σ’ ένα άκρως ανταγωνιστικό διεθνές πλαίσιο. Στο “χειρόγραφο της Άνδρου” του Διγενή υπάρχει μόνο μία αμυδρή αναφορά στην έννοια της πατρίδας. Η δική μας εκδοχή εστιάζεται στον άνθρωπο Διγενή, στην εσωτερική του πάλη λόγω της καταγωγής του, στη συνεχή αμφιταλάντευσή του και στη μετέπειτα προσπάθειά του για σύνθεση, υπέρβαση και αυτογνωσία, στα βήματα του Σοπενχάουερ». Πηγή
  23. Στην ποδιά του Κωνσταντή σφάζονται παλικάρια Γιάννης Κουκουλάς Ο Στηβ Στιβακτής και η Έλενα Γώγου υπογράφουν το ελληνικό «Brokeback Mountain» με πρωταγωνιστή τον βοσκό Κωνσταντή σε αναζήτηση του έρωτα. Η Σπαζοραχούλα «δημιουργήθηκε όταν, μιλώντας με τη Γεωργία Ζάχαρη, είπαμε πως “αν το Brokeback Mountain ήταν στημένο στην Ελλάδα, οι πρωταγωνιστές θα ήταν τσοπάνηδες με γίδια αντί για καυμπόηδες». Ε, το πράγμα από κει και πέρα ξέφυγε λίγο και το αποτέλεσμα το κρατάτε στα χέρια σας» διευκρινίζουν ο σεναριογράφος Στηβ Στιβακτής και η σχεδιάστρια Έλενα Γώγου για τη «Σπαζοραχούλα» τους (Εκδόσεις Jemma Press), μια απολαυστική, υπόγεια σαρκαστική και χιουμοριστική περιπέτεια αναζήτησης του έρωτα σε μια εναλλακτική ελληνική ύπαιθρο ή, καλύτερα, σε πολλές Ελλάδες που μπλέκονται η μια στην άλλη δημιουργώντας παρεξηγήσεις αλλά και ελπίδες. Πρωταγωνιστής είναι ο Κωνσταντής, ένας απογοητευμένος τσοπάνος στη Φρυκτωρία που κλαίει τη μοίρα του γιατί συνεχώς τον εγκαταλείπουν τα παλικάρια που περνούν από το χωριό του, επιλέγοντας να σώσουν πριγκίπισσες και να παντρευτούν βασιλοπούλες. Ο Παναής, ο Πραξιτέλης, ο Παντελεήμονας έχουν πληγώσει τον ευαίσθητο Κωνσταντή, που υποφέρει. Κι όμως, οι λεβέντες του χωριού, ο Τασούλης κι ο Νικολής, σφάζονται για πάρτη του. Αυτός όμως θέλει να βρει τον μεγάλο έρωτα που θα τον πάρει μια για πάντα μακριά απ’ το χωριό. Ψάχνει τον τέλειο άντρα, κάποιον για να γυρίσει μαζί του τον κόσμο, που θα τον μαγέψει τόσο που να χάσει τη γη κάτω από τα πόδια του. Και τότε ακριβώς χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Από το χωριό του στον «σαπέρα κόσμο», γεμάτο εκκλησίες, αρχαίες κολόνες, αγροτόσπιτα και ανεμογεννήτριες, ο Κωνσταντής πέφτει σε ρήγμα και μεταφέρεται στον κόσμο της Σπαζοραχούλας που σφύζει από περιπέτεια, κινδύνους, αλλά και επιλογές. Αυτός, με τη βοήθεια του πανέμορφου Πάρη, του «Παλλακίδου του Ηλιου», πρέπει απλώς να φανεί γενναίος, να ακολουθήσει την καρδιά του και να κάνει τη σωστή επιλογή. Μαζί θα διασχίσουν το φαράγγι του Τσουρουφλή, θα περάσουν τη σπηλιά των ηρώων και τη μονή Ανεμοδαρμένου μέχρι να φτάσουν στη λίμνη Γουργουλήθρα έξω από το δάσος του Πετρόδρακου όπου καταλήγει ο ποταμός Εύμορφος που σκίζει το άντρο των μαγισσών… Οι ανατροπές σ’ αυτήν την ευφυέστατη παρωδία περιπετειώδους ταξιδιού θα είναι συνεχείς και οι εχθροί θα παραμονεύουν πίσω από κάθε δέντρο, κάθε θάμνο, κάθε βράχο. Θα εμφανιστούν όμως και σύμμαχοι για να βοηθήσουν τον Κωνσταντή να βρει τον δρόμο του, να ξεφύγει από τις πλαγιές της Σπαζοραχούλας στις οποίες θα είναι για πάντα Αλλοκοσμίτης και να επιστρέψει στο χωριό του. Και όταν όλα θα φαίνονται χαμένα και η προδοσία θα του πληγώνει την καρδιά, μπορεί να φανεί ο έρωτας, ο αγνός και παντοτινός, εκεί που δεν το περίμενε κανείς. Η «Σπαζοραχούλα ή το Μάτι της Μέδουσας» είναι γεμάτη ξεκαρδιστικά στιγμιότυπα με αλληγορικό αλλά ποτέ ανιαρά διδακτικό περιεχόμενο για τις πολλές Αθήνες στις οποίες ζούμε και πώς μπορούμε να κινούμαστε από τη μια στην άλλη χωρίς εκπτώσεις και αναστολές στα όνειρά μας μέχρι να βρούμε αυτήν που μας ταιριάζει. Με τα πανέμορφα σχέδια της Γώγου και το τολμηρά ανατρεπτικό χιούμορ του Στιβακτή, το «Brokeback Mountain» ωχριά μπροστά στο βουκολικό τους κωμειδύλλιο. Και μπαίνουν τα θεμέλια για ακόμα περισσότερα ελληνικά και χιουμοριστικά «γουέστερν» απελευθέρωσης. Πηγή
  24. Ένας κόσμος που καταστρέφεται από τον πόλεμο. Αιτία; Ο χρυσός. Ολόκληρες φυλές έχουν εξολοθρευτεί. Μόνο δύο έχουν επιβιώσει. Οι Κανίβαλλοι, γιατί δεν έχουν μάθει να κάνουν κάτι άλλο εκτός από το να πολεμούν. Και οι Αλχημιστές, επειδή είναι οι μόνοι που μπορούν να δουλεύουν τον χρυσό. Ανάμεσα τους, θύματα και δράστες μαζί, είναι οι Γουίβερν. Πλάσματα τα οποία έχουν την δύναμη να εξαφανίζουν ολόκληρους στρατούς. Πλάσματα που χρησιμοποιούνται και από τα δύο στρατόπεδα ως όπλα. Πλάσματα που ελέγχονται μόνο από το χρυσό. Από το τέλμα που έχει δημιουργηθεί, θα ξεπηδήσει ο Ιγκορ, στρατηγός των Αλχημιστών, με -σχεδόν- ανθρωπιστικές απόψεις. Οι οποίες, όμως, απόψεις του, θα αλλάξουν, άμεσα! Σαλαμαλίκη rulez! Μετά από αυτή, την αυστηρά ουδέτερη και καθαρά αντικειμενική, άποψη μου, θα συνεχίσω την παρουσίαση αυτής της υπέροχης σειράς, η οποία ήδη έχει φτάσει στο τρίτο της τεύχος (1.Ο Σκλάβος, 2. Ο Αλχημιστής, 3.Γενοκτονία), κυκλοφορόντας κάθε χρονιά την περίοδο του ComicDom. Σχεδιαστικά, πρόκειται για ότι πιο όμορφο και τεχνικά άρτιο υπάρχει εκεί έξω σε ελληνική παραγωγή. Απίστευτα δυναμικό, πανέξυπνη σκηνοθεσία και πρωτότυπη χρησιμοποίηση των καρέ. Συνδυάζει πολλά διαφορετικά στυλ και είναι πραγματικά κρίμα που δεν το βλέπουμε σε μεγαλύτερο μέγεθος, σε σχέση με το (ελαφρά μικρότερο από το) αμερικάνικο στο οποίο κυκλοφορεί. Γίνεται πλήρης χρήσης όλης της παλέτας των χρωμάτων, τόσο θερμών όσο και παστέλ με εκπληκτικά αποτελέσματα. Μόνο παράπονο ότι μερικές φορές το σχέδιο φορτώνει, όχι σε μολύβια και μελάνια, αλλά σε χρώματα, τα οποία κάνουν δυσδιάκριτη τη δράση, γεγονός που πιστεύω ότι οφείλεται στο μικρό μέγεθος που αναφέρθηκα πριν. Το σενάριο κινείται σε κλασσικά fantasy πρότυπα, διατηρώντας όμως την πρωτοτυπία του. Επιτυγχάνει ομαλή ροή, χρησιμοποιώντας συγκρατημένα την περιγραφή και τους διαλόγους, δίνοντας έμφαση στο σχέδιο και στην διαρκή συνέχεια της δράσης μέσω της έξυπνης σκηνοθεσίας. Κάποια μικρή χρήση υβριστικών εκφράσεων είναι ελαφρά αταίριαστη, καθώς δεν ομοιάζει με την υπόλοιπη χρησιμοποιούμενη γλώσσα. Θεωρώ πραγματικά κρίμα το γεγονός ότι η πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς και ο μεγάλος φόρτος δουλειάς της Αγγελικής, δεν επιτρέπουν την πολύ πιο συχνή κυκλοφορία. Πρόκειται για μια σειρά την οποία πρέπει να τη διαβάσουν όλοι και πιστεύω ότι πραγματικά κανείς δεν θα μείνει παραπονεμένος!
  25. Οι ναζί πίνουν φραπέ στη Θεσσαλονίκη Γιάννης Κουκουλάς Δυο νέες ιστορίες του «World War Sapiens» του Δημήτρη Καμένου κυκλοφόρησαν πρόσφατα, με τη μία μάλιστα να διαδραματίζεται στη σκιά του Λευκού Πύργου. Ο συνεργάτης μας στην «Εφ.Συν.» και δημιουργός τού «Μεφίστο» μάς μιλά για τις παρωδίες του και την οργιώδη πολιτική φαντασία του Επί σειρά ετών ο Δημήτρης Καμένος φιλοτεχνεί στο Καρέ Καρέ τη σειρά «Μεφίστο» ως ένα ιατρικό σίριαλ-παρωδία του «Φάουστ» του Γκέτε, ενώ πρόσφατα του απονεμήθηκε και το βραβείο Καλύτερης Αυτοέκδοσης από την Ακαδημία των Ελληνικών Βραβείων Κόμικς. Παράλληλα δημιουργεί τη σειρά «World War Sapiens» (εκδόσεις Jemma Press), που μετά την ολοκλήρωση του πρώτου μέρους της με πέντε τεύχη («Homo»), διανύει τη δεύτερη εποχή της που αριθμεί ήδη δύο μεγάλους τόμους και ένα τεύχος εκτός αρίθμησης στο οποίο τα σχέδια υπογράφει ο Χρήστος Σταμπουλής. Στο «World War Sapiens» o αποσβολωμένος αναγνώστης παρακολουθεί μια εναλλακτική εξέλιξη της Ιστορίας στην οποία οι Homo sapiens δεν αποτελούν το μόνο νοήμον ανθρώπινο είδος και μοιράζονται τον πλανήτη με άλλα είδη ανθρώπων (Homo habilis, Homo ergaster, Homo denisova κ.ά.). Αυτή η διαφορετική εκδοχή της πορείας της ανθρωπότητας, όμως, δεν εμποδίζει τα είδη να υποπέσουν στα ίδια λάθη και να οδηγηθούν σε έναν παγκόσμιο σπαραγμό για τον οποίο τη βασική ευθύνη φέρουν οι Γενοσοσιαλιστές. Στη ναζιστική συμμαχία των Homo sapiens με τους Νεάντερταλ, που σκοπεύει να «καθαρίσει» την Ευρώπη από όλα τα υπόλοιπα είδη που η ίδια θεωρεί κατώτερα, ηγείται ο Αλόις Χίτλερ, ενώ στα ανατολικά της Γηραιάς Ηπείρου αντιστέκεται η ΕΔΣΔ (Ενωση Δενισοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών) και στα δυτικά η Ιγγλετέρα του Ουίνστον Τσόρτσιλ που αρνείται να συνθηκολογήσει… Ο Δημήτρης Καμένος Εδώ και χρόνια συνθέτεις μια εναλλακτική εκδοχή της Ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου που δεν μοιάζει καθόλου με την πραγματική αλλά σε κάποια πράγματα είναι ολόιδια. Είναι αλληγορικό τελικά το έργο σου ή μια καθαρή πολιτική φαντασία; Το «World War Sapiens» είναι ένα παιχνίδι ανάμεσα στην Ιστορία όπως την ξέρουμε και στις ανατροπές αυτής της παράλληλης πραγματικότητας. Θέλω όμως να πιστεύω πως στο τέλος θα μείνει κανείς με την εντύπωση πως «ναι, κατά βάθος όλα έτσι έγιναν». Τα «είδη» των ανθρώπων που διαγκωνίζονται και πολεμούν μεταξύ τους τι σχέση έχουν με τις φυλές των ανθρώπων; Ήταν στις προθέσεις σου κάποια αναλογία; Στο «World War Sapiens» υπάρχει η Γενοσιαλιστική Συμμαχία αποτελούμενη από ορισμένους Homo sapiens και τους Νεάντερταλ, που επιδιώκει να «καθαρίσει» την Ευρώπη από κάθε είδος που θεωρεί «μη ευρωπαϊκό». Αυτό σημαίνει οπωσδήποτε τους Homo Heidelbergensis, γνωστούς σε αυτό το σύμπαν ως «Ντελ». Τα δεινά τους μοιάζουν πολύ με εκείνα του εβραϊκού λαού κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Ειδικά στο Homo Salonicus ο παραλληλισμός γίνεται πολύ πιο διάφανος, μια και βλέπουμε το πώς οι περιουσίες τους υφαρπάζονται με το σύστημα των μεσεγγυούχων. Στον δεύτερο τόμο σου μια ομάδα ναζί καλείται να προστατέψει τον τελευταίο απόγονο του τσάρου Νικόλαου από τον Κόκκινο Στρατό. Αρχίζουν σιγά σιγά να ξεκαθαρίζουν τα στρατόπεδα ή η κατάσταση θα μπερδευτεί ακόμα περισσότερο; Τον Ιούνιο του 1941 η ναζιστική Γερμανία επιτέθηκε στην ΕΣΣΔ, καταπατώντας το σύμφωνο Μολότοφ-Ρίμπεντροπ. Αυτό έβαλε τη Ρωσία στον πόλεμο κατά της Γερμανίας και μάλιστα στο πλευρό των Συμμάχων. Στον δεύτερο τόμο του «World War Sapiens» βλέπουμε πώς η συμμαχία των Γενοσοσιαλιστών με τους Δενισοβιετικούς (δηλαδή την εκδοχή της ΕΣΣΔ στη σειρά) είναι εξίσου σαθρή. Η παλινόρθωση των Ρομανόφ από τους Γενοσοσιαλιστές θα μπορούσε να αποτελέσει όχημα για να πατάξουν τον κομμουνισμό και να επεκταθούν προς Ανατολάς. Οι Δενισοβιετικοί από τη μεριά τους απαντούν στέλνοντας ορδές από ζόμπι. Μου φάνηκε εξαιρετικά αστείο οι καλοσιδερωμένοι ναζί να βρίσκονται παγιδευμένοι σε μια έπαυλη, σκοτώνοντας κάθε μέρα ξανά και ξανά τους ίδιους φαντάρους του Κόκκινου Στρατού, ο οποίος τους έχει καταβάλει με τη δύναμη των αριθμών. Διασκεδαστικό και πολύ κοντά στην ιστορική αλήθεια. Να σημειώσουμε εδώ πως δεν θεωρώ τους Γενοσοσιαλιστές και τους Δενισοβιετικούς ως τα «δύο άκρα» ή ως δύο εξίσου τυραννικά καθεστώτα που συγκρούονται στις πλάτες του κοσμάκη. Οι Δενισοβιετικοί υπερασπίζονται την ισότητα μεταξύ των ειδών, οι Γενοσοσιαλιστες μάχονται για να επιβάλουν την ανισότητα. Οπότε ναι, από εδώ και μπρος ξεκαθαρίζουν και οι παρατάξεις και τα πράγματα. Στο «Homo Salonicus» η δράση μεταφέρεται στον ελλαδικό χώρο, στη Θεσσαλονίκη. Και μάλιστα είναι εξ ολοκλήρου σχεδιασμένο από τον Χρήστο Σταμπουλή. Φοβήθηκες για πιθανές αντιδράσεις; Και πώς ήταν να γράφεις για μια ελληνική πόλη και μάλιστα την πόλη στην οποία ζεις; Ο Χρήστος, που είναι ο αγαπημένος μου Έλληνας δημιουργός, τυγχάνει και φανατικός υποστηρικτής του «World War Sapiens». Ήταν τεράστια χαρά να βλέπω τον Μπάρετ, τον Αλιστερ Κρώλεϊ και τους άλλους χαρακτήρες μου να ζωντανεύουν στα μαγικά του χέρια. Αφού συμφωνήσαμε στην πλοκή, άφησα πολλά πάνω του και είναι αλήθεια πως το αποτέλεσμα είναι μοναδικό. Ο Χρήστος μένει στην πόλη από φοιτητής, εγώ ήρθα για να εγκατασταθώ εδώ μόνιμα αλλά αυτό δεν μας εμπόδισε καθόλου να μιλήσουμε για τη σκοτεινή πλευρά της «Άνω Γραικίας». Αν όσα δείχνουμε πικράνουν ορισμένους, είμαστε έτοιμοι να ανοίξουμε μαζί τους έναν γόνιμο διάλογο. Στο «Μεφίστο» κάνεις μια παρωδία του «Φάουστ», στο «Homo» μια παρωδία της Ιστορίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είναι τελικά η παρωδία ο καλύτερος τρόπος να μιλήσεις για το σήμερα; Η παρωδία μού έρχεται πολύ αυθόρμητα. Το «Homo Salonicus», ας πούμε, είναι μια παρωδία των περιπετειών του Ιντιάνα Τζόουνς. Τον ίδιο τον Αδόλφο Χίτλερ όμως δεν θα μπορούσα να τον διακωμωδήσω. Αυτό θα τον έκανε ταυτόχρονα και οικείο, ίσως και συμπαθητικό για ορισμένους. Προτίμησα να τον σκοτώσω εκτός κόμικς και να βάλω στην καγκελαρία την Εύα Μπράουν και τον μπουλούκο γιο του, τον Αλόις. Το σύνθημα «Σκατά στους φασίστες» που κοσμεί έναν από τους τοίχους της Θεσσαλονίκης σου, όπως και ο γλοιώδης Έλληνας συνεργάτης των Γερμανών δεν φαίνεται να είναι καθόλου παρωδίες. Είναι έτσι; Υπάρχει μια ιστορία πίσω από το καρέ με το σύνθημα «Σκατά στους φασίστες» στους δρόμους της Θεσσαλονίκης. Όταν το είδα, είπα στον Χρήστο ότι πολύ αμφιβάλλω πως το χρησιμοποιούσε η αντίσταση στα χρόνια της Κατοχής. Εκείνος, που ξέρει τον κόσμο του «World War Sapiens» καλύτερα από μένα, μου θύμισε πως το έχει ήδη πει η ρέπλικα στο δεύτερο τεύχος του «Homo». Άλλωστε σε ένα σύμπαν όπου πτεροδάκτυλοι διασχίζουν τους αιθέρες δικαιούμαστε μερικούς χαριτωμένους αναχρονισμούς, ειδικά αν δείχνουν προς τη σωστή κατεύθυνση. Πηγή
×
×
  • Create New...