Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Jemma Press'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
  2. Μπορεί φέτος να μην έχει κάλαντα αλλά έχει Giveaway! Για το χριστουγεννιάτικο 3o πακέτο το comicstreet.gr και το comicstrip.gr προσφέρουν το τελευταίο Λουκυ Λουκ - Μπελάδες στις φυτείες των εκδόσεων Μαμούθ και το Berlin - Πρώτος Θάνατος των Αθανασιάδη και Κούρτη των εκδόσεων Jemma Press. Πείτε μας ποια κόμικ σκοπεύετε να αγοράσετε ή να διαβάσετε από το νέο έτος στο θέμα αυτό και αυτομάτως έχετε μια συμμετοχή. Η κλήρωση θα πραγματοποιηθεί με το commentpicker.com την Κυριακή 27/12/2020 και ο τυχερός θα λάβει τα κόμικ του ταχυδρομικά. Έγκυρες συμμετοχές λαμβάνονται από τα ποστ που θα γίνουν έως και το Σάββατο 26/12/2020 στις 23:59. Θα ακολουθήσουν και άλλα πακέτα! Όσα μέλη ανήκουν στην κατηγορία Founders, δεν συμμετέχουν στο GiveAway Το GiveAway πραγματοποιείται με τη συνέργεια του Starcomics και του Comicstrip
  3. Η επόμενη μετά το "Ροντέο" εμφάνιση του Τεξ Γουίλερ στην Ελλάδα ήρθε 17 ολόκληρα χρόνια μετά την αναστολή έκδοσης του προαναφερθέντος περιοδικού. Και η αλήθεια είναι, ότι ήταν ένα ευχάριστο, πάρα πολύ ευχάριστο σοκ για τους αναγνώστες: όχι μόνο ήταν ένας χορταστικός τόμος 240 σελίδων, αλλά έφερε και τη σχεδιστική υπογραφή ενός θρύλουν των κόμικς, του Joe Kubert, που στην Ελλάδα είχε γίνει γνωστός κυρίως από τον "Ταρζάν" του Δραγούνη. Το σενάριο υπογράφει ο Claudio Nizzi, που υπήρξε τακτικός σεναριογράφος του "Τεξ", αλλά και πολλών άλλων ιταλικών κόμικς. Το σενάριο είναι τυπικό για σπαγγέτι γουέστερν και αφηγείται μαι ιστορία εκδίκησης, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και δικαίωσης με κάποιες αναπόφευκτες (δυστυχώς) σεναριακές ευκολίες, που δεν καταδικάζουν το κόμικ, αλλά σίγουρα δεν του επιτρέπουν να κάνει το βήμα παραπάνω και να απογειωθεί. Αν και η ιστορία δεν είναι ακριβώς αξιομνημόνευτη, οι φίλοι των γουέστερν θα ικανοποιηθούν απόλυτα, αφού το κόμικ βαδίζει σε ασφαλή και δοκιμασμένα μονοπάτια. Φυσικά, το μεγάλο ατού του κόμικ είναι το σχέδιο του Κούμπερτ, που δεν έχει χάσει τίποτα από το δυναμισμό του και αναδεικνύεται υπέροχα μέσα στο ασπρόμαυρο. Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι παραπάνω, ο άνθρωπος είναι ένας από τους κορυφαίους σχεδιαστές στην ιστορία των κόμικς: η γραμμή του και το στήσιμο των καρέ υπήρξαν επαναστατικά και έχουν επηρεάσει αμέτρητους άλλους σχεδιαστές. Το κόμικ κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 2001 ως Tex - Albo Speciale # 15 και στη συνέχεια από την SAF Comics το 2005 ως Tex - The Lonesome Rider. Ο εκδότης της SAF (Strip Art Features) Comics, Ervin Rustemagić, είναι Βόσνιος εκδότης και προσωπικός φίλος του Κούμπερτ, αφού πάνω στα δικά του φαξ ο τελευταίος έγραψε και σχεδίασε το κόμικ "Φαξ από το Σεράγεβο", που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά. Ήταν όμως και αυτός, που έπεισε τον Κούμπερτ να εμπλακεί σε αυτό το σχέδιο και ανέλαβε να το εκδώσει και στα αγγλικά. Το κόμικ κυκλοφόρησε και από την Dark Horse Comics σε μια έκδοση, που νομίζω, ότι έχει πλέον εξαντληθεί και κοστολογείται πολύ ακριβά. Η έκδοση της Jemma είναι, για μια ακόμη φορά, απλά υποδειγματική: εξαιρετική επιμέλεια και μετάφραση, ωραίο χαρτί, γερό δέσιμο, αλλά και πολλά επιπλέον στοιχεία, όπως εισαγωγή από τον Rustemagić, βιογραφικά και συνέντευξη του Κούμπερτ. Μπορείτε πλέον να το βρείτε στο σάιτ της εκδοτικής σε τόσο χαμηλή τιμή, που δεν δικαιολογείται να μην το αγοράσετε, εκτός εάν δεν σας αρέσουν καθόλου τα γουέστερν. Το σκανάρισμα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγινε από εμένα, οι εσωτερικές σελίδες είναι από το Ίντερνετ. Πληροφορίες για τον Τεξ στο θέμα του "Ροκ"
  4. Παραφυσικό και νεονουάρ στο Βερολίνο Γιάννης Κουκουλάς Εκατομμύρια ψυχές συνωστίζονται στα σοκάκια μιας βροχερής, αφιλόξενης και απειλητικής μητρόπολης. Μία από αυτές πασχίζει να λύσει ένα μυστήριο κόντρα σε γκάνγκστερ, απέθαντους, μοιραίες γυναίκες και τρομακτικά τέρατα. Στην Μπερλίν που δεν ξημερώνει ποτέ Το νουάρ αφήγημα δεν τελειώνει ποτέ. Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα αποδεικνύεται ανθεκτικό και ευέλικτο. Προσαρμόζεται στην εποχή και ανοίγεται σε ποικιλίες που μπορούν να το καθιστούν επίκαιρο, ενδιαφέρον και σαγηνευτικό. Μια τέτοια νουάρ ιστορία φιλοτεχνούν οι Κυριάκος Αθανασιάδης στο σενάριο και Νικόλας Κούρτης στα σχέδια στο «Berlin, ο πρώτος θάνατος» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες), το πρώτο μέρος μιας σειράς που, απ’ ό,τι φαίνεται και όπως δηλώνουν οι συντελεστές της, αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες. Στις νουάρ αφηγήσεις υπάρχουν κατά κανόνα κάποια βασικά συστατικά που γύρω τους στήνεται η πλοκή. Λιγόλογοι ντετέκτιβ με αινιγματικό παρελθόν και σκοτεινό παρόν, ένα έγκλημα, ένα μυστήριο, μοχθηροί κακοποιοί, μοιραίες γυναίκες, ατυχείς έρωτες, αλκοόλ, καπνός κ.ά. Πολλά από αυτά τα συστατικά αξιοποιούν και ενσωματώνουν οι Αθανασιάδης και Κούρτης στο «Berlin». Μπολιάζοντάς τα όμως με παραφυσικά στοιχεία και συστατικά της λογοτεχνίας τρόμου με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Και τοποθετώντας την ιστορία τους σε μια πόλη που λέγεται Βερολίνο αλλά με μια σειρά από ευφυείς αναχρονισμούς που συνδυάζουν στοιχεία του παρελθόντος (αυτοκίνητα, ενδύματα, όπλα κ.ά.) και ενός ασαφούς, δυστοπικού μέλλοντος, με τον υπερπληθυσμό να έχει ξεφύγει από κάθε όριο και τα θηριώδη αρχιτεκτονήματα να ρίχνουν παντού βαριά τη σκιά τους. «Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη όπου την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών» όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης. Η τσακισμένη «ψυχή» που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Berlin» είναι ο Ράντολφ Κάρτερ, ένας μοναχικός και ξεπεσμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ που ζει στην παρακμή, ξοδεύοντας στο ποτό τα λιγοστά χρήματα που κερδίζει από ασήμαντες υποθέσεις και μικροαπάτες. Ούτε ο ίδιος περιμένει ότι θα αναλάβει κάτι μεγάλο που θα αλλάξει τη ζωή του, τη διάθεσή του και την οικονομική του θέση. Όπως ο ίδιος συλλογίζεται: «Είναι εύκολο να πεθάνεις στην Μπερλίν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Κάθε μέρα βρίσκουμε και μερικούς ακόμα. Και είναι φορές που απλώς σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Δεν αξίζει να παλέψεις. Απλώς δεν αξίζει». Και ξαφνικά, ανάμεσα στους καπνούς, τα ποτά και τα μπιλιάρδα του μπαρ Los Antiguos, εμφανίζεται η «λύση» στα προβλήματά του. Μια μεγάλη υπόθεση περιμένει τον Κάρτερ. Αλλά όπως πάντα συμβαίνει στα νουάρ αφηγήματα, τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα. Γιατί παντού παραμονεύουν κίνδυνοι. Μεταλλαγμένοι ανθρωποφάγοι βάτραχοι, ένα τέρας των υπονόμων, ξάδελφος του Κθούλου, ζόμπι από τα ναρκωτικά, απέθαντοι με σουβλερά δόντια, μπράβοι με γυαλιστερά όπλα. Κι όλα αυτά σε ένα τρομακτικό περιβάλλον που αποδίδει ιδανικά με τα υπέροχα σχέδιά του ο Νικόλας Κούρτης, με μακρά εμπειρία στο φανταστικό, από τη χρυσή εποχή της «Βαβέλ» κιόλας. Κτίρια που παραπέμπουν στον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, γοτθική αρχιτεκτονική με ρόδακες και δαιμονικές μορφές απειλητικών γκαργκόιλς, βγαλμένων από τους επιβλητικούς ναούς της βόρειας Ευρώπης, βροχερά και ανήλιαγα πολύβουα δρομάκια από το «Blade Runner», ναυτιλιακές εταιρείες με το όνομα Leviathan, ουρανοξύστες που η κορυφή τους χάνεται στον ουρανό ως ιδανικοί τόποι για μεγαλοπρεπείς πτώσεις, υγροί και βρομεροί υπόνομοι γεμάτοι κινδύνους, κατσαρίδες και αρουραίους συνθέτουν την Berlin, μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται γιατί πάντα από τα σπλάχνα της ακούγονται πυροβολισμοί και κραυγές. Κι όπως μονολογεί ο Ράντολφ Κάρτερ: «Ο καθένας μπορεί να χαθεί μέσα στην Μπερλίν. Ζούμε πολλοί εδώ πέρα. Όσοι ζούμε, τέλος πάντων. Γιατί πρέπει να υπολογίσεις και τους υπόλοιπους. Πόσοι να είμαστε; Δέκα; Πενήντα; Εκατό εκατομμύρια; Κανείς δεν το ξέρει. Γι’ αυτό και ο καθένας μπορεί να χαθεί εύκολα μέσα στην Μπερλίν. Είτε για καλό, είτε για κακό. Όχι σπάνια, μπορεί να χαθείς ακόμη και από τον εαυτό σου». Πηγή
  5. Θανάσης Καραμπάλιος: «Πρέπει να αντιπαλέψουμε το σκοτάδι» Ο βραβευμένος Λαρισαίος εικονογράφος μιλάει για τα comics, την επέτειο της ελληνικής επανάστασης και την επικίνδυνη ακροδεξιά ατζέντα της καθημερινότητας Του Μενέλαου Κατσαμπέλα O Θανάσης Καραμπάλιος γεννήθηκε το 1983 στο Παλαιόκαστρο Ελασσόνας, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Το 2007 φοίτησε στην σχολή COMINK στην Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του δουλειά είναι η σειρά 1800 (τεύχος 1. Πατέρας, 2. Ελένη, 3. Αγία Μαύρα, 4. Χάκι), που κυκλοφορεί από την jemma press, μια μυθοπλασία τοποθετημένη στην ελληνική πραγματικότητα της περιόδου των αρχών του 19ου αιώνα. Σε λίγο καιρό, θα κυκλοφορήσει το 5ο τεύχος της σειράς. Οι εικονογραφημένες ιστορίες του, προϊόν επισταμένης έρευνας και μελέτης της ιστορίας εκείνης της περιόδου, απέχουν από την επίπλαστη εικόνα που παρέχουν οι εθνικοί μύθοι με τους οποίους μεγαλώσαμε και καταθέτουν μία πολύ περισσότερο πειστική πραγματικότητα. Το 2019, στο πλαίσιο των ελληνικών βραβείων, η ακαδημία κόμικ του απένειμε τον τίτλο του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις, που σήμερα, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας, του λείπουν πολύ. Ζει και εργάζεται στη Λάρισα. Η συζήτηση με τον Θανάση Καραμπάλιο, εκτός από τη δουλειά του, επεκτείνεται και σε ζητήματα της κοινωνικής επικαιρότητας, στα οποία παρουσιάζεται ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος. Αναλυτικά η συνέντευξη έχει ως εξής: Είμαστε σε αναμονή του 5ου μέρους του 1.800, της σειράς που σε έφερε στο προσκήνιο και σε καταξίωσε στον χώρο. Πώς εξηγείς αυτή την επιτυχία και πώς την βιώνει ένας δημιουργός που πήρε ένα μεγάλο επαγγελματικό ρίσκο για να της αφοσιωθεί; Το πέμπτο μέρος της σειράς τρέχω να προλάβω ώστε να το έχουμε προς το τέλος του Γενάρη. Δεν ξέρω αν με καταξίωσε το 1800 στο χώρο, πάντως σίγουρα μου άλλαξε τη ζωή. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να σκεφτώ που οφείλεται η επιτυχία του. Ίσως να κάλυψα ένα κενό ή έχει να κάνει με το πώς προσέγγισα το θέμα. Δεν ανέδειξα την εθνικιστική του οπτική και ρητορεία και προσπάθησα να δω την εποχή μέσα από την κοινωνία. Πώς ήταν δηλαδή ο ελλαδικός χώρος στην Οθωμανική αυτοκρατορία; Πως ζούσε το ραΐ, δηλ. το κοπάδι, οι απλοί άνθρωποί ; Τι ήταν αυτό που έβγαζε τους ανθρώπους στο βουνό; Αυτά ήταν που με οδήγησαν στην ιστορία μου. Πως βιώνω τώρα την επιτυχία ως δημιουργός; Με το 1800 μπορώ να δουλέψω ως εικονογράφος πλέον και να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Από παιδί ονειρευόμουν να κάνω κόμικς και να δημιουργώ. Πριν το 1800 δούλευα κυρίως ως σερβιτόρος, εργάτης και σε αρκετές άλλες δουλειές. Τα άφησα όλα αυτά, ήταν ρίσκο αλλά προς το παρόν φαίνεται να πηγαίνει καλά. Με το 1800 μετέφερες την καθημερινότητα της προεπαναστατικής Ελλάδας, εμπλέκοντας και ορισμένους από εκείνους που τελικά πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση. Σε λίγες μέρες ξεκινάει το 2021, συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης και η Πολιτεία διοργανώνει πλήθος εκδηλώσεων, μέσω των οποίων θα διαιωνιστούν οι γνωστοί εθνικοί μύθοι και τα στερεότυπα που συχνά απέχουν από την πραγματικότητα. Επειδή γνωρίζω πως για τη δημιουργία του 1800 διάβασες πολύ και αναζήτησες ιστορικές πηγές, πως σχολιάζεις τους επικείμενους εορτασμούς της επετείου από το 1821; Η χώρα και ο λαός μας είναι σε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Μην ξεχνάμε ότι βιώνουμε μία οικονομική κρίση που κάθε χρόνο πάει και χειρότερα. Όποια σημάδια ανάκαμψης πήγαν να φανούν, αποτελειώθηκαν με την έλευση του κορωνοïού. Κάπως έτσι ήταν τότε και η Ελλάδα, ή για να πούμε πιο σωστά η Οθωμανική αυτοκρατορία. Σε έναν κόσμο που άλλαζε (βιομηχανική επανάσταση) η κεντρική εξουσία απαγόρευε την πρόοδο (φεουδαρχικό σύστημα των Οθωμανών), καταδικάζοντας τον λαό σε φτώχεια. Δες το σήμερα στη χώρα μας. Ποιος μπορεί να επενδύσει σοβαρά σε μια χώρα που ούτε τον προϋπολογισμό της δεν μπορεί να βγάλει ανεξάρτητα; Όπως και στην Οθωμανική αυτοκρατορία κάποιοι Έλληνες κέρδιζαν και φτιάξανε περιουσίες, έτσι και τώρα κάποιοι ολιγάρχες κερδίζουν. Οι Οθωμανοί αντικαταστάθηκαν από τους Δανειστές και οι Κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες από τους σημερινούς ολιγάρχες. Και μέσα σε όλα αυτά αποφασίζουμε να στήσουμε πανηγύρι για τα 200 χρόνια. Και με ποιον; Την Αγγελοπούλου. Θυμόμαστε πως κατέληξε την προηγούμενη φορά; Και βλέποντας τις αποχωρήσεις κάποιων σοβαρών ανθρώπων από την επιτροπή και ειδικά της κας Ευθυμίου, όποιες αμφιβολίες είχα γίναν βεβαιότητες. Θα στηθεί ένα κιτς πανηγύρι που θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά. Περισσότερο από τους Ολυμπιακούς, φοβάμαι. Από τη δική σου πλευρά πως θα «τιμήσεις» την επέτειο; Μέχρι πότε θα φτάσεις στο χρόνο; Θα τελειώσω μάλλον τον Απρίλιο του 2021 τον πρώτο κύκλο του 1800, τον προεπαναστατικό. Ο δεύτερος αφορά την επανάσταση μέχρι την έλευση του Καποδίστρια. Αυτός όμως θα ξεκινήσει το 2022. Έχω αποφασίσει και με την σύμφωνη άποψη του εκδότη να μην μπω στην περίοδο της επανάστασης το 2021. Και οφείλω να ευχαριστήσω τον Λευτέρη Σταυριανό, εκδότη της JEMMA PRESS, γι’ αυτό. Κάποιος άλλος θα προσπαθούσε να αρμέξει ότι μπορεί. Δεν αντιμετωπίζω το 1800 σαν «αρπαχτή» και χάρηκα που και ο εκδότης μου δεν το βλέπει έτσι. Μεσούσης άλλης μίας καραντίνας, υποθέτω ότι η κατάσταση σου επιτρέπει να ασχοληθείς περισσότερο με τη δουλειά σου, αλλά υπάρχουν μια σειρά άλλες εκδηλώσεις που έχουν αναβληθεί ή και ματαιωθεί. Αλήθεια, δε σου λείπουν τα διάφορα φεστιβάλ και η επικοινωνία με το πολύχρωμο κοινό των comics; Δυστυχώς εμένα η καραντίνα έριξε τους ρυθμούς μου. Μ’ έχει επηρεάσει ψυχολογικά και αυτό έχει αντίκτυπο στην δουλειά μου. Το ότι έχουν αναβληθεί όλες οι εκδηλώσεις έπληξε την τσέπη μου και γενικότερα και όλο τον κλάδο. Η ελληνική σκηνή κόμικς, καλλιτέχνες και εκδότες, υποφέρουν. Γίνονταν τέσσερα μεγάλα φεστιβάλ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τα οποία όλα ακυρώθηκαν. Το δικό μας, το LACOMIC FESTIVAL, ήταν το τελευταίο που πρόλαβε να γίνει στα τέλη Φεβρουαρίου. Η ελληνική σκηνή κόμικς είναι μια κοινότητα διαφορετικών ανθρώπων με κοινό γνώρισμά τους το πάθος τους για τα κόμικς. Αυτή η κοινότητα έχει διαλυθεί προσωρινά. Τα φεστιβάλ ήταν το σημείο συνάντησης και αυτό όντως μου λείπει πολύ. Να συναντιέμαι με συναδέλφους, να βλέπω νέες δουλειές, να γνωρίζω ανθρώπους που διαβάζουν τη δουλειά μου. Συμμετείχες στην καμπάνια «Βάλτους Χ», τον μαύρο χάρτη της ρατσιστικής βίας στην Αθήνα. Είχαμε πρόσφατα την ιστορική καταδίκη της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, αν και κάποιοι από τους ηγετίσκους της είναι ακόμα ελεύθεροι. Ξεμπερδέψαμε με το φάντασμα του ρατσισμού στον τόπο μας ή ήταν μόνο μια καλή αρχή; Ναι συμμετείχα και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Όπως είμαι περήφανος και για τον κλάδο μου. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρεις να βρεις ακροδεξιό δημιουργό στην Ελλάδα. Η απόφαση είναι όντως ιστορική και είναι μια καλή αρχή, όμως δυστυχώς δεν έχουμε ξεμπερδέψει ακόμα. Η ακροδεξιά ρητορική έχει επικρατήσει, δεν μιλάω για νεοφιλελευθερισμό ή έστω δεξιό λόγο, μιλάω για καθαρά ακροδεξιά ατζέντα. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είναι ακροδεξιός, όσο κι αν θέλει να το ξεχάσουμε, έχουμε τσεκουράτους υπουργούς. Όλοι οι «δήθεν» φιλελεύθεροι κυβέρνηση διαπνέεται από μία ακροδεξιά αντίληψη. Με πρόσχημα την πανδημία και την δημόσια υγεία έχουμε μπει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Πολύ σκοτάδι. Πρέπει να το αντιπαλέψουμε όπως μπορούμε, ο καθένας από το μετερίζι του, αλλά και συλλογικά. Πηγή
  6. Ελασσόνα Θεσσαλίας, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821. Ο Δήμος Καραμάνος, έχει εγκαταλείψει την ζωή του κλέφτη, και έχει γίνει οικογενειάρχης και αγρότης. Έχει εγκαταλείψει την παλιά του ζωή, η οποία όμως έρχεται πίσω και με το πρόσωπο του παλιού του καπετάνιου, τον μπλέκει πάλι σε κίνδυνο. Ο ένας από τα πέντε του παιδιά ερωτεύεται την κόρη του προύχοντα του χωριού και βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Τραγική εικόνα η γυναίκα του, η οποία θα αποτελέσει τον εύκολο στόχο των εχθρών του Καραμάνου. Περιφερειακά της ιστορίας, κινούνται πασίγνωστες φιγούρες της επόχης, όπως ο Αλή Πασάς, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο κέντρο όμως, βρίσκεται πάντα ο Καραμάνος, τα παιδιά του και το ταξίδι του για εκδίκηση και απελευθέρωση Ότι πιο κοντινό, από πλευράς σύλληψης/στησίματος/απόδοσης, σε BD έχουμε στην Ελλάδα. Λένε ότι έχεις μόνο μια ευκαιρια να κάνεις καλή πρώτη εντύπωση, και ο Καραμπάλιος την έκανε. Μια ιστορία, η οποία, κατά δήλωση του, θα ολοκληρωθεί σε 6 τεύχη, από τα οποία έχουμε ήδη τα 3. Μια ιστορία η οποία κυλάει αβίαστα, χωρίς κολλήματα, χωρίς περιττές και μακρόσυρτες λεζάντες και περιγραφές. Ουσιαστικά, μια ιστορία οικογενειακής τραγωδίας, η οποία δεν πέφτει στην εύκολη παγίδα να αναλωθεί σε εθνικιστικές κορώνες. Και δεν πέφτει στην εξίσου εύκολη παγίδα να δώσει βάρος στους πασίγνωστους πρωταγωνιστές της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα, παρά παραμένει, στο κορμό της, μια κοινωνική ιστορία εκδίκησης, συγχώρεσης, ενηλικίωσης και αναζήτησης. Και όλα τα παραπάνω, συνοδευόμενο από το σχέδιο, το οποίο σε μερικά σημεία είναι τρομερά δουλεμένο, με πολύ καλή επιλογή χρώματος και πανέξυπνου στησίματος της κάμερας. Όταν είχα δει τις πρώτες (έξυπνα επιλεγμένες) σελίδες στο FB του δημιουργού, είχα ενθουσιαστεί. Όταν βέβαια αγόρασα και διάβασα το πρώτο τεύχος, προσγειώθηκα (όμαλά όμως). Γιατί, όπως και κάθε πρωτοεμφανιζόμενος δημιουργός, παρουσίασε κάποιες αδυναμίες, μελετώντας το σύνολο του πρώτου άλμπουμ. Ενώ σχεδιάζει υπέροχα τα πρόσωπα των ώριμων αντρών, έχει θέμα με τα παιδικά και τα γυναικεία πρόσωπα, αφήνοντας τα "γυμνά" από γωνίες και σκιές. Επίσης, ήταν εμφανές ότι κάποια καρέ δουλεύτηκαν πολύ περισσότερο από κάποια άλλα, κάνοντας το αποτέλεσμα λίγο άνισο. Στην πορεία, και διαβάζοντας το δεύτερο και το τρίτο τεύχος μαζί, διαπίστωσα ότι οι λεπτομέρειες ( και ειδικά η προσοχή σε αυτές ) και το στήσιμο των καρέ βελτιώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά παρέμεινε το πρόβλημα με τα πρόσωπα αλλά και με το ρυθμό. Συνολικά μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια και αξίζουν συγχαρητήρια, τόσο στον Καραμπάλιο όσο και στην εκδοτική η οποία, για άλλη μια φορά, έβγαλε στην επιφάνεια ένα διαμαντάκι. Παρόλες τις αδυναμίες, ξεκινάει από πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις περισσότερες ελληνικές δουλειές και, προσωπικά, θα περιμένω πολλά περισσότερα στο μέλλον!
  7. «Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει “πάσο”» Γιάννης Κουκουλάς Με φόντο τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και την Αθήνα να βράζει, ένας αστυνομικός ερευνά μια σειρά από στυγερά εγκλήματα. Μια γυναίκα και μια τράπουλα κρύβουν τις απαντήσεις Το πρώτο θύμα ήταν ένας μεγαλοδικηγόρος. Βρέθηκε νεκρός με το 10 κούπα στο στόμα του. Λίγο αργότερα δολοφονείται ένας υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών με έναν βαλέ σπαθί στη θέση της ξεριζωμένης καρδιάς του. Ακολουθούν κι άλλα πτώματα με την ντάμα καρό και τον ρήγα μπαστούνι να τα συνοδεύουν. Ο άσος, όμως, αργεί να φανεί. Και ο Χάρης, ένας εσωστρεφής και λιγομίλητος αστυνομικός που ερευνά ανθρωποκτονίες, πασχίζει να προβλέψει το επόμενο θύμα. «Η Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» (εκδόσεις Jemma Press) της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Ratchet, αποτελεί μια σύντομη αλλά γεμάτη αγωνία και συναίσθημα ιστορία για έναν παθιασμένο και βουτηγμένο στα μυστικά και στο αίμα έρωτα. Οκτώ χρόνια μετά την «Τσακισμένη Αυγή», η Οθωναίου, που κάθε Σάββατο περιγράφει απολαυστικά, χιουμοριστικά και σαρκαστικά στιγμιότυπα από συνεδρίες στον καναπέ του ψυχολόγου στην τελευταία σελίδα του Καρέ Καρέ, επιστρέφει σε μια μεγάλη αφήγηση που εξελίσσεται στους αφιλόξενους δρόμους της βροχερής και σκοτεινής σύγχρονης Αθήνας. Ή μήπως η βροχή και το σκοτάδι βρίσκονται μόνο στο μυαλό του πρωταγωνιστή; Που νιώθει εγκλωβισμένος και παραδομένος στο κυνήγι ενός «φαντάσματος»; Θαρρείς μαζοχιστικά, συνεχίζει να αναζητά την αλήθεια έστω κι αν αυτή μπορεί να είναι οδυνηρή. Κοιμάται και ξυπνά σε έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, με έναν πονοκέφαλο «βαρύ και πορτοκαλί», σε μια πνιγηρή και υγρή ατμόσφαιρα, πάντα ένα βήμα πίσω από τις κινήσεις της αινιγματικής «Γυναίκας με τα Τραπουλόχαρτα» που πότε λέγεται Ηλέκτρα, πότε Τζούλι, πότε Κατερίνα, στον απόηχο της εξέγερσης για τον Αλέξη. Τα σχέδια της Οθωναίου συμβαδίζουν απόλυτα με το κλειστοφοβικό κλίμα προσμονής από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Συχνά εξπρεσιονιστικά, βουτηγμένα σε βαριές μαύρες σκιές και διάσπαρτα από χρωματικούς «λεκέδες» και φαινομενικά παράταιρες πιτσιλιές, αντανακλούν ψυχικές διαθέσεις και ασταθείς ισορροπίες. Χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τα βασικά συστατικά της συνταγής των νουάρ αφηγήσεων και τοποθετώντας τα πρόσωπά της σε μια διαρκή νύχτα που ακόμα κι όταν τελειώνει, το σκοτάδι παραμένει, η Οθωναίου παρουσιάζει τον «τέλειο» έρωτα για να τον απομυθοποιήσει. Οι υποσχέσεις, τα όνειρα, τα μεγάλα λόγια («Τίποτα δεν μπορεί να με πάρει μακριά σου. Τίποτα. Το κατάλαβες;») αποσυντίθενται και χάνουν το νόημά τους κάτω από το βάρος διαταραγμένων ψυχισμών, σε μια σχέση που και τα δύο μέλη έχουν ασυνείδητα αποδεχτεί το ατελέσφορο και το λανθασμένο επικαλούμενα ψευδώς το «όνομα του πατρός». Σ’ αυτό το ψυχολογικό αδιέξοδο, η «Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» συνεχίζει να ποντάρει μέχρι να πάρει κάποιος την απόφαση να πει «πάσο» ή να σταματήσει την παρτίδα. Πηγή
  8. "Ο μεγαλοδικηγόρος Μαρίνος Ταχτσίδης βρίσκεται στριμωγμένος μέσα στο ψυγείο του διαμερίσματος του νεκρός, με ένα τραπουλόχαρτο στο στόμα. 10 κούπα. Ο Σταύρος Καλιάτης, υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών, δολοφονείται μια βδομάδα αργότερα. Η καρδιά του λείπει. Στη θέση της, ο βαλές σπαθί. Ακολουθεί η ντάμα καρό. Ξημερώνει Δεκέμβρης του 2008. Η Αθήνα παίρνει φωτιά, και η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα δεν παίρνει τη δημοσιότητα που ίσως επιθυμούσε. Οι φόνοι σταματούν λες και είχε αλλάξει ξαφνικά γνώμη. Αλλά όχι. Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει «πάσο». Απλά, εδώ και δεκαοχτώ μήνες, κοίταζε τα χαρτιά της και έπαιζε με τις μάρκες της πριν συνεχίσει να τα χώνει." Η Γυναίκα Mε Tα Τραπουλόχαρτα είναι το τελευταίο κόμικ της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Ratchet. Πρόκειται για ένα σφιχτοδεμένο νεονουάρ, με φόντο την Αθήνα του 2008. Πρωτοδημοσιεύτηκε ως webcomic στο Socomic.gr πριν πάρει το δρόμο του για το τυπογραφείο για τις εκδόσεις Jemma Press. Πρωταγωνιστής είναι ένας αστυνομικός που συζεί με την κοπέλα του και καλείται να εξιχνιάσει μια σειρά άγριων φόνων. Η υπογραφή της δολοφόνου είναι ένα τραπουλόχαρτο που αφήνει πάνω (ή μέσα) στα νεκρά σώματα. Τα στοιχεία έχουν οδηγήσει την αστυνομία να δώσει στη δολοφόνο το παρατσούκλι "¨Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα". Καθώς ξημερώνει ο Δεκέμβρης του 2008 κι η Αθήνα συγκλονίζεται από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το δολοφονικό μένος της Γυναίκας με τα τραπουλόχαρτα μοιάζει να έχει υποχωρήσει. Οι φόνοι δείχνουν να έχουν σταματήσει, αλλά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο αστυνομικός, παγιδευμένος στα προσωπικά του αδιέξοδα, προσπαθεί να ανακαλύψει τη δολοφόνο, που δείχνει να είναι μόνιμα ένα βήμα μπροστά απ' αυτόν. Πρόκειται για ένα προσεγμένο crime κόμικ που κερδίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες. Παρά το μικρό του μέγεθος, καταφέρνει να δημιουργήσει αληθοφανείς χαρακτήρες, χωρίς να λειτουργεί εις βάρος την πλοκής, ώστε να δείχνει βιαστική. Οι διάλογοι είναι φυσικοί και αβίαστοι. Το αποτέλεσμα είναι πολύ ενδιαφέρον, χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα κλισέ - ο κατεστραμμένος ντετέκτιβ, η γυναίκα παγίδα. Αυτό όμως δεν κάνει το κόμικ να δείχνει παλιακό. Σέβεται τις καταβολές του και τις ξεδιπλώνει με μια φρέσκια προσέγγιση, καθώς όλα φιλτράρονται ταυτόχρονα από την έκρυθμη κοινωνική συνθήκη, της εποχής που διαδραματίζεται. Η Αθήνα βρίσκεται σε εξεγερσιακό πυρετό και το αντιμπάτσικο αίσθημα είναι έκδηλο. Ο πρωταγωνιστής δεν είναι ένας καλός, αλλά ταλαίπωρος μπάτσος που ψάχνει ένα δολοφόνο για να σώσει αθώες ζωές. Ανήκει στη φυλή των δολοφόνων, των κοινωνικά μισητών. Το κυνήγι της γυναίκας με τα τραπουλόχαρτα μοιάζει με μια προσωπική αποστολή, για να σώσει πρωτίστως την ψυχή του. Η Αλέξια Οθωναίου, παίρνει μια μικρή και ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία και της δίνει μια νέα πνοή, μέσα από το ιδιαίτερο σχέδιο της και τη μουντή χρωματική παλέτα. Η αποτύπωση της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας και η διάχυτη μελαγχολία στο σχεδιασμό του κόμικ, του δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα. Συνολικά, πρόκειται για μια αξιόλογη έκδοση, που αξίζει της προσοχής σας.
  9. «Berlin: Πρώτος θάνατος»: Το ελληνικό neo-noir graphic novel Μαύρος καπνός, μυστήριο, σκοτάδι. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν. Οι δημιουργοί Κυριάκος Αθανασιάδης και Νικόλας Κούρτης μιλάνε για το neo-noir graphic novel. Μάνος Νομικός Συνέντευξη με τους δημιουργούς του neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος», Κυριάκο Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν …την πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη που την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών. Berlin: Πρώτος θάνατος Μια τέτοια ψυχή είναι και ο Ράντολφ Κάρτερ, ιδιωτικός ντετέκτιβ για μικροϋποθέσεις που μετά βίας τού εξασφαλίζουν τα απαραίτητα χρήματα για τα ποτά του στο Los Antiguos, το μπαρ όπου περνά τον περισσότερο καιρό του. Όταν όμως ένας μυστηριώδης πελάτης θα τον προσλάβει για μια υπόθεση που αρχικά μοιάζει να είναι μια απλή περίπτωση κλοπής και εξαφάνισης, ο Κάρτερ θα μπλεχτεί σε έναν ατέρμονο λαβύρινθο τρόμου και αίματος που οδηγεί μέσα από τα στενά δρομάκια και τις αγορές της Μπερλίν στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Το neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, μία «σκοτεινή κατάδυση» στον κόσμο, στους χαρακτήρες, ήρωες και αντιήρωες της φανταστικής πόλης Μπερλίν. Πάνω από όλα όμως, είναι ένα graphic novel-έκπληξη που «παντρεύει» το παραφυσικό με το neo-noir είδος και μπορεί άνετα να σταθεί και στη διεθνή αγορά. Berlin: Πρώτος θάνατος Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Berlin»; Νικόλας Κούρτης: Η γνωριμία μας μετράει δεκαετίες. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, τα κόμικς, τον κινηματογράφο. Κάποιες μικρές ιστορίες μας είχαν εκδοθεί παλιά στη Βαβέλ. Πρόσφατα δημιουργήσαμε τη σειρά «Urban Stories», 11 δισέλιδα αυτοτελή κόμικς, που εκδόθηκαν στο περιοδικό The Book's Journal. Ήταν φυσική συνέχεια να εκφραστούμε σε μεγαλύτερο φορμά. Και μεγάλη τύχη που ενώθηκαν οι δρόμοι μας και με τον Λευτέρη Σταυριανό και την Jemma Press. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από αυτό. Κυριάκος Αθανασιάδης: Πριν ακόμα από τα κόμικς στη Βαβέλ, ο Νικόλας είχε σχεδιάσει τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων μου, ενώ εικονογράφησε και μία νουβέλα που είχα εκδώσει το 2002. Ένα από εκείνα τα ασπρόμαυρα σχέδιά του, το χτύπησα τατουάζ την ίδια χρονιά, ψηλά στο μπράτσο. Οπότε, ναι, έτσι πάει: μετά τα δισέλιδα στο TBJ και κάποιες άλλες δουλειές σε μικρή φόρμα που κάναμε μαζί, η «Berlin» ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνει. Και βρήκε το καλύτερο σπίτι για να γεννηθεί. Πήρε αρκετό η όλη διαδικασία, από την αρχική ιδέα μέχρι να το λάβετε στα χέρια σας; Δουλέψατε εξ αποστάσεως; Πώς ήταν η συνεργασία σας; Νικόλας: Είναι χαρακτηριστικό πως σε κάθε πρότζεκτ δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Συνεννοούμαστε δηλαδή εύκολα, υπάρχει ροή, Η αρχή γίνεται πάντα από τον Κυριάκο. Η βασική ιδέα, οι περιγραφές, το σενάριο, όλα από εκείνον. Μετά, εγώ έχω πλήρη ελευθερία. Συζητάμε βέβαια συχνά, αλλά είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου δίνει. Μα κι εγώ σπάνια θα επέμβω στο σενάριο καθαυτό. Οι αλλαγές που θα κάνω είναι συνήθως αφηγηματικές. Πώς να υπηρετήσω καλύτερα την ιστορία με τρόπους που ο Κυριάκος δεν έχει ίσως φανταστεί. Κι εκεί εισέρχεται το προσωπικό μου φίλτρο. Έτσι το αποτέλεσμα είναι «δικό μας». Κυριάκος: Όπως ακριβώς και ένα βιβλίο, το σενάριο περνά από διάφορα στάδια: έρχεται η ιδέα, η ιδέα γίνεται προσχέδιο, το προσχέδιο σκελετός, και ο σκελετός το τελικό σενάριο. Που και πάλι θα υποστεί αλλαγές σε όλα τα στάδια του σχεδίου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για να βρεθούν καλύτερες δραματουργικές (ή «απλώς» αισθητικές) λύσεις ανάλογα με αυτά που σκέφτεται και προτείνει ο Νικόλας: μπορεί να είναι η προσθήκη ενός «ήχου», ή η αφαίρεση μίας σκηνής, ή η σύμπτυξη δύο άλλων. Οπότε, ναι, εγώ εξ ορισμού περιμένω πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Όμως εδώ φαίνεται και η πελώρια διαφορά που έχουμε στα κόμικς ανάμεσα στο σενάριο και στο σχέδιο: το δεύτερο απαιτεί ίσως και δεκαπλάσιο χρόνο από το πρώτο. Γενικά μιλώντας, είναι άδικο που τα ονόματα των συντελεστών μπαίνουν με το ίδιο size… Τώρα, ναι, δουλεύουμε πάντα από μακριά, και επικοινωνούμε όποτε πρέπει και όσο πρέπει με μηνύματα και μέιλ. Berlin: Πρώτος θάνατος Γιατί σε μορφή κόμικς και όχι ένα μυθιστόρημα; Νικόλας: Εδώ και δεκαετίες το κόμικ είναι αναγνωρισμένο ως η ένατη τέχνη. Ένα δυνατό εκφραστικό μέσο με πολλές δυνατότητες, που φλερτάρει με πολλές τέχνες. Οπότε γιατί όχι; Κυριάκος: Τα κόμικς είναι πολύ παλιά υπόθεση, ενός ή και δύο αιώνων —ανάλογα με το από πότε αρχίζει να μετράει κανείς—, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Νικόλας είναι σχεδιαστής, εγώ συγγραφέας και κάνουμε κόμικς μαζί, οπότε όλο αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Η δε δυνατότητα χρήσης της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, που έχει ιστορία άνω των πέντε δεκαετιών, είναι ό,τι πιο δελεαστικό μπορώ να φανταστώ. Η προφανής καταγωγή από τον κινηματογράφο, με προσαρμοσμένες σε μία καθαρά εικαστική γλώσσα των δικών του τεχνικών στη δομή, στο μοντάζ και στους φωτισμούς, ακόμη και στον ήχο, είναι κάτι μαγικό, που δεν υπάρχει αλλού. Είναι ζωγραφική, σινεμά και μυθιστόρημα μαζί — μεγάλη υπόθεση. Berlin: Πρώτος θάνατος Θα μπορούσε η πλοκή να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή Αθήνα και όχι στο Βερολίνο; Νικόλας: Καταρχάς η Berlin δεν είναι το Βερολίνο. Είναι μια πόλη φανταστική, μια δυστοπική φουτουριστική «μεγάπολη», για την οποία, ο αναγνώστης τουλάχιστον, δεν γνωρίζει πολλά. Όχι, δεν θα μπορούσε να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα γιατί θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο εξαρχής. Μια tabula rasa πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Κυριάκος: Έτσι είναι. Μιλάμε για το μέλλον εδώ — για «κάποιο» μέλλον, κάποια fantasy εκδοχή του μέλλοντος, όμως με πολλά στοιχεία (το ντύσιμο, τα χτενίσματα, κάποια όπλα) δανεισμένα κυρίως από τον Μεσοπόλεμο, αλλά και από αλλού. Η Berlin είναι η Μητρόπολη των Τέα φον Χάρμπου και Φριτς Λανγκ, όπως έχει εξελιχθεί μέσα στον χρόνο και μέσα στις σελίδες όπου πρωταγωνιστούν παρόμοιες μητροπόλεις: η Gotham City, η Mega-City One, η Sin City. Αλλά και πάλι: δεν είναι αυτές — είναι εντελώς διακριτή. Όπως άλλωστε φαίνεται και στον «Πρώτο θάνατο». Και όπως θα φανεί και στη συνέχεια που φτιάχνουμε τώρα. Berlin: Πρώτος θάνατος Ποιος είναι ο ντετέκτιβ Ράντολφ Κάρτερ και τι συμβολίζει ο χαρακτήρας του; Νικόλας: Κυριάκο, πες εσύ. Κυριάκος: Ναι, οκέι. Λοιπόν, ο Κάρτερ είμαστε ο Νικόλας κι εγώ. Στην Berlin πιθανότατα δεν εκδίδονται κόμικς —αλλά αν εκδίδονταν θα ήθελα πολύ να τα διαβάσω—, οπότε αν ζούσαμε εκεί θα ήμασταν ντετέκτιβ. Το ελπίζω δηλαδή. Όχι ότι είναι ό,τι πιο εύκολο να κάνει κανείς, αλλά και ποιος δεν θέλει να παίξει τον ντετέκτιβ, και ειδικά έναν ντετέκτιβ που αναλαμβάνει υποθέσεις όπου υπερισχύει το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, και όταν η κεντρική του ηρωίδα, η femme fatale της Berlin, είναι μία υπερσέξι βρικόλακας; Berlin: Πρώτος θάνατος Η «Berlin» είναι noir, ή μάλλον neo-noir. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός noir έργου; Και ποια είναι τα αγαπημένα σας noir έργα μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και τα κόμικς ακόμα; Νικόλας: Είναι κινηματογραφικός όρος. Αναφέρεται σε ιστορίες που γενικά ονομάζουμε «αστυνομικές», αν και η αστυνομία συνήθως απουσιάζει. Δίνει συνήθως έμφαση στον κυνισμό των χαρακτήρων και στα συναισθηματικά τους κίνητρα. Χαρακτηρίζεται επίσης από το μαυρόασπρο. Μία από τις πρώτες μας αποφάσεις για την «Berlin» ήταν η χρήση μαυρόασπρου, κόντρα ίσως στο ρεύμα της εποχής. Προσπάθησα πολύ να μεταφέρω αυτή την κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο κόμικ. Κυριάκος: Ναι, το χρώμα θα προσέθετε πολύ στο εμπορικό κομμάτι του κόμικς, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά θα αφαιρούσε το βασικό του χαρακτηριστικό, που είναι οι σκιές. Στην Berlin, αν μη τι άλλο, «δεν ξημερώνει ποτέ». Δεν θα δείτε, μάλιστα, κανένα πλάνο ουρανού σε κανένα πάνελ — δεν υπάρχει ουρανός, υπάρχει μόνο σκοτάδι από πάνω σου… αλλά και από κάτω. Τώρα, το noir είναι μία πελώρια περιοχή, σχεδόν αχανής, και γλιστράει μέσα σε υποείδη της σύγχρονης λογοτεχνίας και του σινεμά, και προφανώς και στα κόμικς, ακόμη και ασυνείδητα, σχεδόν ερήμην του δημιουργού τους. Αυτός ο κυνισμός που λέει ο Νικόλας, η απουσία μιας ξεκάθαρης «κοινωνικής» ηθικής και η συχνή μείξη, οι αποχρώσεις, του δίπολου καλό-κακό, οι συνωμοσίες, η διαφθορά, η υποβόσκουσα διαρκής ίντριγκα, το ψέμα, η πανταχού παρούσα «τραγικότητα της ύπαρξης», αλλά και τα τσιγάρα, τα ποτά, τα πάθη, οι έρωτες που δεν βγάζουν πουθενά, η βροχή, οι ρεπούμπλικες, οι καμπαρντίνες, οι καπνοί που βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων… οκέι, μιλάμε για τον ορισμό της Απόλυτης Γοητείας εδώ. Οι φαν το γνωρίζουν καλά, και όσοι τυχόν δεν το αγαπούν ή απλώς δεν το ξέρουν μπορούν να διαβάσουν και να δουν, αν μη τι άλλο, τα Top 10 των αντίστοιχων καταλόγων. Παρ’ όλα αυτά, να θυμίσουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «αστικό» νουάρ του Φανταστικού, με πολλά στοιχεία Τρόμου, όχι με τον Φίλιπ Μάρλοου. Berlin: Πρώτος θάνατος Τι να περιμένουμε από τον κάθε ένα ξεχωριστά το ερχόμενο διάστημα και τι ελπίζετε να σας φέρει το 2021; Νικόλας: Όσον αφορά εμένα, το επόμενο έτος θα είμαι κλεισμένος στο σπίτι μου και θα ασχοληθώ με τη συνέχεια της Berlin. Κυριάκος: Αυτό κάνω κι εγώ — γράφω τη δεύτερη ιστορία, τον δεύτερο τόμο. Ήδη έχουμε κάνει τις πρώτες συζητήσεις, ξέρουμε πού θα πάμε και μένει μόνο να δουλέψουμε: έναν με δύο μήνες εγώ, τουλάχιστον δέκα μήνες ο Νικόλας. Αλλά, αν ξέρουμε κάτι καλά, είναι ότι θα είναι ακόμη πιο «Berlin» από τον «Πρώτο θάνατο». Κι αυτό ήδη δεν είναι λίγο… Ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα, διαβάστε το βιβλίο, πείτε μας πώς σάς φάνηκε, και κυρίως: να προσέχετε. Berlin: Πρώτος θάνατος «Berlin: Πρώτος θάνατος» Εκδόσεις Jemma Press Σενάριο: Κυριάκος Αθανασιάδης Σχέδιο: Νικόλας Κούρτης ISBN: 978-618-5116-85-9 112 σελίδες Τιμή: 12, 95 € Πηγή
  10. Ένα πολυθεματικό περιοδικό. κάπως διαφορετικό από τα άλλα, για τους φίλους των κόμικς και των καλτ ταινιών και όχι μόνο. Το περιοδικό "Γκραν Γκινιόλ" είχε ως υπότιτλο τη φράση "Η Τέχνη του Αισθητικά Ακραίου", η οποία ορίζεται από τον εκδότη Λευτέρη Σταυριανό στο editorial του τεύχους 0 ως "η ικανότητα κάποιων ταλαντούχων ανθρώπων να προσεγγίζουν το κοινό τους με μέσα που το κοινωνικό σύνολο συνήθως απορρίπτει ή απλά αγνοεί". Το τεύχος 0 κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2007 και είχε κόμικς των Douglas Paszkiewicz, Keith Giffen, είχε Goon και Criminal Macabre και Cthulu Tales, αλλά και Γιώργο Ματάλα, Σπύρο Δερβενιώτη και Αλεξία Οθωναίου, πολλές σελίδες για καλτ ταινίες και αφιερώματα σε καλλιτέχνες και βεβαίως δώρο το DVD της σούπερ καλτ ταινίας "3 Dev Adam", την οποία πρέπει να δείτε για να το πιστέψετε. Ο συνδυασμός από ενδιαφέροντα κόμικς Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, καθώς και άρθρων και αφιερωμάτων συνεχίστηκε και στα υπόλοιπα τρία τεύχη που κυκλοφόρησαν σε σχετικά τακτικό ρυθμό περίπου ανά τετράμηνο έως το Νοέμβριο του 2008, όταν και κυκλοφόρησε το τεύχος #3 (τέταρτο στην πραγματικότητα), που ήταν και το τελευταίο. Ωραίο περιοδικό, πολύ προσεγμένο και πολύ συμπαγές τόσο αισθητικά, όσο και θεματολογικά, αν και σίγουρα όχι για όλα τα γούστα, δικαιολογούσε απόλυτα το editorial του τεύχους 0. Πολύ προσεγμένη έκδοση, πολυσέλιδη, με κάποιες σελίδες έγχρωμες και τις περισσότερες ασπρόμαυρες, πολύ στιβαρό δέσιμο και χοντρό χαρτί. Κυρίως όμως, είχε πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο, τόσο από άποψης κόμικς, όσο και από άποψης κειμένων και αφιερωμάτων. Είναι γεγονός ότι είδαμε για πρώτη και για τελευταία φορά κάποια κόμικς στα ελληνικά, όσο και πολύ ενδιαφέροντα κόμικς Ελλήνων δημιουργών. Επίσης, είναι γεγονός ότι μετά από πολλά χρόνια είδαμε ένα περιοδικό αφιερωμένο σε ταινίες και βιβλία που γενικά ο περισσότερος κόσμος αποφεύγει. Δυστυχώς, η συγκυρία ήταν ίσως κακή και το περιοδικό δεν κατάφερε να συνεχίσει. Τα τεύχη υπάρχουν ακόμη στο βιβλιοπωλείο της Jemma και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία σε τιμή αρκετά χαμηλότερη της αρχικής. Αξίζει να τα αναζητήσετε. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα.
  11. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 01-12-2019 Το Belzebubs είναι ένα ονλάιν κόμικ του Φιλανδού JP Ahonen, το οποίο παρουσιάζει τα έργα και ημέρες μιας οικογένειας μπλακμεταλάδων. Μετά την επιτυχία που έχει γνωρίσει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, ήρθε και στην χώρα μας από την Jemma Press. Αρκετά καλό στριπ, με εύκολα αναγνωρίσιμες καταστάσεις/συμπεριφορές που παρωδεί - με αγάπη και πόνο - ο δημιουργός, την όλη εικόνα - και σε κάποιες περιπτώσεις - ιδεολογία που πουλάνε τα μπλακ μέταλ συγκροτήματα. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της σκηνής θα καταλάβουν πολλά (αν και δεν υπάρχει εμφανής αναφορά σε κάποιο γνωστό γεγονός) αλλά και οι μη γνώστες θα περάσουν ευχάριστα. Ευτυχώς δεν μένει στην εύκολη ατάκα και πιάνει και τις προσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας, αλλά και της μπάντας του πατέρ φαμίλια, που είναι σε αδράνεια. Επίσης, ο δημιουργός φροντίζει να έχει το κάθε μέλος ευδιάκριτη προσωπικότητα. Το σχέδιο δε, είναι αξιολάτρευτο και τεχνικά άρτιο αξιοθρήνητο και δαιμονικά σάπιο. Η σειρά ξεκίνησε το 2016 και ο τόμος της Jemma - άρτιος σε όλα του - περιέχει στριπς από το 2016 μέχρι και σήμερα. Περιέχει επίσης μια από τις πρωτότυπες εισαγωγές που έχω διαβάσει εδώ και καιρό από την Μπέκυ Κλούναν. Πρώτη διανομή στο AthensCon 2018, όπου ήρθε και ο καλλιτέχνης για αυτόγραφα και σκιτσοαφιερώσεις. Στα πλαίσια του συνέδρειου επίσης, η Jemma έδινε με την αγορά του άλμπουμ και μια πάνινη τσάντα δώρο. Η φανταστική μπάντα του κόμικ έχει και δικιά της σελίδα, ενώ έχει συμπεριληφθεί και στην Encyclopedia Metallum μιας και έχουν κυκλοφορήσει και βίντεο κλιπ. Bonus Το σκιτσάκι που είχε κάνει ο δημιουργός για να ανακοινώσει την εμφάνιση του στην Ελλάδα. Η φώτο του με τον tasmar. και το makeover.
  12. Λίγο πριν από το 1821, λίγο πριν από το 2021 Γιάννης Κουκουλάς Κι ενώ η κυβέρνηση με τη Γιάννα Αγγελοπούλου στο τιμόνι οδεύει ολοταχώς προς το γνήσιο εθνικιστικό παρελθόν της ελληνικής Ακροδεξιάς, κάποιοι επιμένουν να μελετούν την Ιστορία χωρίς κραυγές και πατριωτικές κορόνες. Ο Θανάσης Καραμπάλιος με την τέταρτη συνέχεια του «1800» πλησιάζει στα χρόνια της Επανάστασης και λέει τα πράγματα λίγο διαφορετικά από το επίσημο εθνικό αφήγημα. Στο γλωσσάρι που συνοδεύει κάθε μέρος του «1800» μέχρι τώρα, ο Ελασσονίτης δημιουργός Θανάσης Καραμπάλιος, που έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στα ελληνικά κόμικς τα τελευταία χρόνια όσο λίγοι, περιγράφει τον τίτλο του τέταρτου μέρους της σειράς του ως εξής: «Χάκι (το): η εκδίκηση, συνήθως σε κάποια ατιμωτική πράξη, αλβανική-αρβανίτικη λέξη». Ένα «χάκι» είναι το βασικό θέμα στο βιβλίο του, στην ελληνική επαρχία, λίγα χρόνια πριν από το 1821. Με πρωταγωνιστές τους κλέφτες και αρματολούς, κάποιοι πραγματικά πρόσωπα και κάποιοι προϊόν μυθοπλασίας, μακριά από τις ωραιοποιημένες και εξωραϊσμένες εκδοχές που μαθαίναμε στο σχολείο. Οι χαρακτήρες του Καραμπάλιου, με πρώτο και πιο χαρακτηριστικό (φανταστικό) πρόσωπο τον Καραμάνο με το σκοτεινό παρελθόν αλλά και όσοι αποτελούν πραγματικά πρόσωπα (Κολοκοτρώνης, Τζαβέλας κ.ά.) δεν θυμίζουν σε τίποτα τις μορφές με τις σιδερωμένες φουστανέλες, τα γυαλισμένα γιαταγάνια και τα περιποιημένα μουστάκια από τα σχολικά κάδρα ούτε από τις εθνεγερτηρίους ταινίες που προβάλλονται στις εθνικές εορτές ανελλιπώς εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Οι πρωταγωνιστές του «1800» είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και επιθυμίες, βίαιοι στο πλαίσιο της εποχής τους αλλά και με αισθήματα. Μπορεί η Ιστορία (ποτέ ουδέτερη και ποτέ απαλλαγμένη από προθέσεις) να τους κατέγραψε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και να εξακολουθεί να αναπαράγει τις μορφές τους και τις συμπεριφορές τους όπως βολεύει την εθνική μας ανάγκη για ηρωισμούς, ανδραγαθήματα και αυτοθυσία, αλλά ο Καραμπάλιος κοιτάζει πίσω από τη βιτρίνα. Και αντικρίζει μίση και εγωισμούς, φτώχεια και εκδίκηση, αγώνα για εξουσία και επικράτηση, αίμα και πόνο. Ούτε κρυφά σχολειά ούτε αλτρουιστές ιερωμένοι ούτε ανθρωποφάγοι Τούρκοι ούτε Έλληνες με αρχαγγέλους στο πλευρό τους. Οι άνθρωποι του «1800» ζουν ακριβώς εκεί και τότε που γράφεται η Ιστορία. Αλλά αυτοί νοιάζονται περισσότερο να μείνουν ζωντανοί και να προστατέψουν με τα όπλα την οικογένειά τους και το χωριό τους, παρά να ποζάρουν με ένα απαστράπτον καριοφίλι ή να θυσιαστούν για μια μεγάλη ιδέα. Και όσο κι αν ορισμένες πτυχές της Ιστορίας αποσιωπούνται συστηματικά από τα σχολικά βιβλία και άλλες υπερτονίζονται ή διαστρεβλώνονται, ο Καραμπάλιος τις φωτίζει όλες και τις παρουσιάζει όσο κι αν είναι πιθανό να ενοχλήσουν τους θιασώτες της ελληνικής διαχρονικής λεβεντιάς που (υποτίθεται πως) δεν έχει καμιά σκιά. Μια τέτοια πτυχή είναι η δουλεία που βρίσκεται στο επίκεντρο του τέταρτου μέρους: «Στην Τουρκοκρατία η δουλεία δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Δούλος μπορεί να γινόταν κάποιος ως λάφυρο πειρατείας ή επιδρομών. Η πρόοδος στα καράβια (ιστιοπλοΐα) είχε μειώσει τη ζήτηση δούλων (τους οποίους χρησιμοποιούσαν ως κωπηλάτες στις γαλέρες). Παρ’ όλα αυτά η δουλεία συνέχιζε να υπάρχει με τη μορφή ενός είδους ομηρίας. Υπάρχουν αναφορές σε ένα είδος φόρου-εράνου που μάζευε ο τοπικός θρησκευτικός άρχοντας (δεσπότης ή καδής) για την απελευθέρωση των σκλάβων. Στα ελληνικά λεγόταν "σκλαβιάτικα", στα τουρκικά δεν κατάφερα να βρω πώς λεγόταν. Στον ελλαδικό χώρο το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο βρισκόταν στα Γιάννενα», γράφει ο Θανάσης Καραμπάλιος στον επίλογο του βιβλίου. Αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά τον μεγάλο βαθμό τεκμηρίωσης του έργου του αλλά και την ειλικρίνειά του στην προσέγγιση της Ιστορίας. Εδώ και χρόνια ο Καραμπάλιος, χωρίς να είναι ιστορικός ή να έχει κάποια «ακαδημαϊκή» υποχρέωση πιστότητας των λόγων του σε σχέση με την πραγματικότητα, έχει χωθεί σε αμέτρητα αρχεία, σε βιβλία, σε έρευνες. Ταξιδεύει στα μέρη που περιγράφει, συλλέγει στοιχεία, εικόνες, γραπτά. Καταγράφει δεδομένα από τις επίσημες οδούς αλλά και από τις ανεπίσημες. Οι φορεσιές των πρωταγωνιστών του, τα κτίρια, τα καράβια, τα όπλα, η γεωγραφία, τα βουνά, τα δέντρα δεν προκύπτουν από μια επιδεξιότητα στο σχέδιο (που τη διαθέτει και με το παραπάνω) ή από μια καλπάζουσα φαντασία αλλά ύστερα από διεξοδική μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ορατά αλλά και όσα δεν είναι, ο Καραμπάλιος τα εξηγεί και τα μοιράζεται παραθέτοντας τις βιβλιογραφικές του πηγές και το νόημα των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιεί. Έτσι, το σαράι, ο τζοχαντάρης, οι σκιπιτάρηδες, ο σπάχης, οι χαΐνηδες, το ασκέρι, ο νταϊφάς, ο μουρτάτης, το κοντράτο, ο μαγιόρος από λέξεις άγνωστες, εξωτικές ή δυσνόητες γίνονται οικείες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά ενταγμένες στους διαλόγους και τα κείμενα, χωρίς να χρειάζεται να μεταφραστούν σε πιο οικείες της νέας ελληνικής. Κι έτσι προχωρά το αντιηρωικό έπος των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα προς το 1821, χωρίς τυμπανοκρουσίες και φανφάρες αλλά με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια ως προς τα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα. Μακριά από αποθεώσεις και θριαμβικές ιαχές, μακριά από θρήνους και οδυρμούς. Εν αναμονή όσων μας ετοιμάζουν για τον πανηγυρικό εορτασμό των διακοσίων ετών από το 1821, το «1800» του Θανάση Καραμπάλιου είναι μια ιδανική ιστορική απάντηση μετριοπάθειας, ακρίβειας και ειλικρίνειας. Πηγή
  13. Το Ούλτιμεητ Εντίσιον συγκριτικά με άλλες τάχα μου πολυτελείς εκδόσεις Τι να πρωτοπεί κανείς για το Σπιφ & Σπαφ; Είναι ένα κόμικ που μεγάλωσε γενιές και γενιές Ελληνόπουλων, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες με απόλυτη επιτυχία, που αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγα, που απαγορεύτηκε στην Κούβα και την Ρωσία, που σε τελική ανάλυση άλλαξε τον ρου των κόμικς! Οι περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ αψηφούν κάθε λογική και φαντασία. Εφευρίσκουν χρονομηχανές, τα βάζουν με τον Γκοτζίλα και την νέμεσή τους τον μοχθηρό Dr. X, απολαμβάνουν τον καλό ευρωπαϊκό κινηματογράφο, τρώνε πρέτσελ με μπίρα βάις και φιλοσοφούν για την τέχνη. Ε, και συνήθως ένας από τους δύο καταλήγει τέζα (Oh my God, they killed Spif!). Αναντίρρητα, ένα αριστούργημα της ένατης τέχνης και του σουρεαλισμού. Η εν λόγω σειρά στριπακίων ξεκίνησε το 2003 στο σαλονικιώτικο περιοδικό Εξώστης. Τον Σεπτέμβριο του 2005, η εκδοτική Futura συγκέντρωσε τα στριπ σε ένα αλμπουμάκι. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε η πρώτη μεγάλη περιπέτεια των δύο φίλων: Η Μεγάλη Περιπέτεια. Κυκλοφόρησε σε μόλις 500 αντίτυπα από την Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα και το 2009 βραβεύτηκε ως το καλύτερο φανζίν στα Comicdom Awards. Το 2012, η Jemma Press, μάζεψε όλα αυτά τα κόμικς απ' τα σκουπίδια και εξέδωσε το Ούλτιμεητ Εντίσιον. Καθυστερημένο disclaimer: η άνωθεν παρουσίαση είναι τίγκα στα inside (the comic book) jokes, που πολλοί δεν θα πιάσουν, αλλά να πα να το αγοράσουν!
  14. Όταν το τζίνι έκανε χαρακίρι Γιάννης Κουκουλάς Η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Κοντορεβιθούλης, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Παπουτσωμένος Γάτος και άλλα φανταστικά πλάσματα των παραδοσιακών παραμυθιών δίνουν στον Πάνο Ζάχαρη την αφορμή για μια μοναδική παρωδιακή προσαρμογή στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα που δεν μοιάζει καθόλου με παραμύθι Τι θα γινόταν αν ο Αλαντίν από τις «Χίλιες και μία Νύχτες», έμπλεος αγαθών προθέσεων και αφέλειας, ζητούσε από το τζίνι του λυχναριού να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή: να επιστρέψει η Ευρώπη στις ιδρυτικές της αξίες; Κατά τον Πάνο Ζάχαρη, ακόμα και το παντοδύναμο τζίνι θα ένιωθε ανίκανο να πραγματοποιήσει την ευχή. Θα έβγαζε απογοητευμένο το γυαλιστερό και κοφτερό σπαθί από το θηκάρι και θα το έμπηγε με δύναμη στα σπλάχνα του, αυτοκτονώντας μπρος στο ανέφικτο της ικανοποίησης της επιθυμίας του αφέντη του. Και πώς θα υποδεχόταν σήμερα η ανθρωποφάγα κακιά μάγισσα από το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των Αδερφών Γκριμ τα δύο αθώα και εγκαταλειμμένα παιδάκια; Θα προσπαθούσε να τα προσελκύσει με λιχουδιές και γλυκίσματα; Όχι! Θα είχε βάλει προ καιρού το σπίτι της στο AirBnb! Τα παραμύθια ανανεώνουν την αξία τους και παραμένουν επίκαιρα γιατί δεν είναι στατικές αφηγήσεις, ούτε έχουν προκαθορισμένα, παγιωμένα, σταθερά και άκαμπτα μηνύματα. Προσαρμόζονται, έτσι κι αλλιώς, στην εκάστοτε εποχή, στον λόγο του αφηγητή τους, στις συνθήκες και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά εντός νέων συμφραζομένων. Δεν είναι ιερά κείμενα, ούτε τοτέμ, αλλά δυνητικά ευμετάβλητες ιστορίες που διατηρούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και ακροατών τους από την ποικιλία του εκφερόμενου λόγου και των εύπλαστων νοημάτων. Εντάξει, ο Πάνος Ζάχαρης μπορεί λίγο να το παράκανε, αλλά οι εκδοχές των κλασικών παραμυθιών που φιλοτεχνεί εδώ και χρόνια στην πρώτη σελίδα του Καρέ Καρέ είναι απολαυστικές. Και βαθύτατα πολιτικές, καθώς αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος του: να μιλήσει για τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα με χιούμορ. Γι’ αυτό και το παράκανε. Και καλά έκανε! Η επιδίωξη του Πάνου να μιλήσει για τα τρέχοντα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εντέλει στον κόσμο όλο, επιτυγχάνεται στον υπερθετικό βαθμό με το όχημα της παρωδίας, την οποία και αξιοποιεί με δεξιοτεχνικό τρόπο, χωρίς να λοιδορεί ή να χλευάζει τα πρωτότυπα κείμενα. Χλευάζοντας, ωστόσο, τους «κακούς» των παραμυθιών, που δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ίδιοι με τους κακούς των πρωτοτύπων. Αλλά και οι «καλοί» δεν είναι σίγουρα τόσο καλοί όσο τα κείμενα-πηγές τούς παρουσιάζουν. Να, ο Κοντορεβιθούλης, για παράδειγμα, ήταν ένας επινοητικός πιτσιρικάς που σκέφτηκε να αφήνει πίσω του ψίχουλα για να βρει μαζί με τα αδέρφια του τον δρόμο της επιστροφής όταν εγκαταλείφθηκαν όλοι μαζί στο άγριο και αφιλόξενο δάσος. Ο άλλος Κοντορεβιθούλης, όμως, αυτός του Ζάχαρη, τα θαλάσσωσε. Χάθηκαν στη μέση του πουθενά. Καθώς τα ψίχουλα δεν ήταν αρκετά. Η δικαιολογία είναι αναμενόμενη: «…Τα ψίχουλα δεν ήταν το ιδανικό, αλλά ήταν προτιμότερο από το τίποτα!» τους λέει. Και ολοκληρώνει, φέρνοντας στον νου τις δικαιολογίες αυτών που θα έσκιζαν τα μνημόνια σε μια νύχτα: «Ήταν αυτό που μπόρεσα να κάνω μέσα στο υπάρχον ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο…» Όπως ακριβώς και ο αηδιαστικός βάτραχος με το στέμμα, που τον κρατά στα χέρια της η άτυχη πριγκίπισσα. Αυτή πασχίζει να πειστεί ότι πρόκειται για μαγεμένο πρίγκιπα κι αυτός εκμεταλλεύεται την αδυναμία της και τη θέλησή της να πιστέψει. Για να κάμψει τις αντιστάσεις της τής δηλώνει ότι αρκεί ένα φιλί για να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα «με έναν νόμο και ένα άρθρο»! Αυτού του τύπου οι παρωδίες παραμυθιών είναι που κρατούν πάντα αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς αν και ξέρει ότι θα εκπλαγεί από τον συνδυασμό φαινομενικά αταίριαστων θεμάτων, δεν μπορεί να φανταστεί ποτέ ποιος θα είναι ο συνδυασμός. Η Κοκκινοσκουφίτσα που συναντά τον μοχθηρό Κακό Λύκο στις πετρελαιοπηγές, λίγο νωρίτερα τον είχε βρει νεκρό, καμένο στο δάσος. Ο Σκορπιός με τη σβάστικα ετοιμάζεται να τσιμπήσει τον αφελή βάτραχο. Ο Πινόκιο καίει τη μύτη του για να ζεσταθεί. Οι αδερφές της Σταχτοπούτας κατακρίνουν τον πρίγκιπα που τη διάλεξε, γιατί επιβράβευσε τη μετριότητα αντί να επιλέξει την αριστεία. Κι ο Αλή Μπαμπά με τους Σαράντα Αντικρατιστές μπροστά στη σπηλιά, αντί για «Άνοιξε Σουσάμι», φωνάζει «Άνοιξε Δημόσιο» για να αρχίσει το πλιάτσικο. Αυτήν την ανοικείωση του θεατή-αναγνώστη ως προς το ουσιαστικό θέμα κάθε μικρής ιστορίας σε σχέση με το περιτύλιγμα εντός του οποίου «σερβίρεται» ξέρει να προκαλεί πολύ καλά ο Πάνος. Κάτι παρόμοιο επιτυγχάνει και στην άλλη του σταθερή σειρά με τον τίτλο «The Working Dead» (λογοπαίγνιο με βάση τη σειρά τρόμου με ζόμπι «The Walking Dead», δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr και έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι από τις εκδόσεις Τόπος). Εκεί παρακολουθεί την ταξική ανισότητα στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της Γης, καταγράφοντας τους εργατικούς αγώνες από τη μια και τη σθεναρή αντίσταση των αφεντικών από την άλλη. Όμως, είτε τοποθετεί την ιστορία του στην αρχαία Αίγυπτο είτε στις βαμβακοφυτείες του ρατσιστικού αμερικανικού Νότου είτε στα χρόνια του Κολόμβου είτε στην εποχή των μνημονίων, θέλει να μιλήσει για το σήμερα και να παρακινήσει τους αναγνώστες να ξεσηκωθούν ώστε να πάψουν να αποτελούν υποψήφιους «working dead». Το ίδιο «σήμερα» τον απασχολεί και στο «Scary Tales» από την πρώτη ιστορία του εδώ, στο Καρέ Καρέ, μέχρι τώρα και, πιστεύω, για πολλά χρόνια ακόμα, καθώς η διαχρονική βαρβαρότητα (και γελοιότητα) της εξουσίας δεν φαίνεται να αλλάζει εύκολα. Τα παραμύθια μπορεί να μην τα αφηγούνται πια οι γιαγιάδες δίπλα στο τζάκι στα τρομαγμένα εγγονάκια τους και οι δράκοι δεν αποτελούν φόβητρο για φτωχούς χωρικούς, ούτε εξολοθρεύονται από αλτρουιστές ιππότες. Οι κακοί των παραμυθιών δεν παραμονεύουν στις σκιές, ούτε μεταμφιέζονται για να κατασπαράξουν τα θύματά τους. Φορούν ακριβά κοστούμια και στήνουν οικονομικές συμφωνίες σε ολόφωτα κτίρια, ερήμην των θυμάτων τους. Αυτό δεν απαλλάσσει, αλίμονο, τα «θύματα» από τις ευθύνες τους. Ο Πάνος έχει έναν λόγο και για αυτά τα θύματα. Και όπως ξεκίνησε αυτή η παρουσίαση με τον Αλαντίν, ας κλείσει κιόλας καθώς τα λόγια που του λέει το τζίνι ακούγονται σαν μια υπόμνηση του Ζάχαρη προς όλους μας. «Θέλω ψωμί, παιδεία και ελευθερία», είναι η καλών προθέσεων και εκ του ασφαλούς ευχή του Αλαντίν. Κι η αυστηρή απάντηση που του δίνει το τζίνι: «Τράβα να αγωνιστείς, ρε μαλάκα, γαμώ την ανάθεσή μου μέσα»! Πηγή
  15. Πρόκειται για την συνέχεια σε έντυπη μορφή του πονήματος του Άρη Λάμπου με στριπάκια, που αντλούν την θεματολογία τους από τον χώρο της μουσικής και πιο συγκεκριμένα από την μέταλ σκηνή. Να θυμίσουμε ότι η σειρά αυτή ξεκίνησε και συνεχίζεται ακόμα και στις ημέρες μας στην διαδικτυακή πλατφόρμα Socomic, ενώ έχει κυκλοφορήσει και σε άλμπουμ το 2017. Προσωπικά διακρίνω μία βελτίωση στην ποιότητα των στριπ σε σχέση με τα πρώτα, γεγονός που αποδεικνύει ότι ο δημιουργός έχει ωριμάσει στον τομέα της γελοιογραφίας. Αυτό που συνεχίζει να με εντυπωσιάζει είναι οι άριστες γνώσεις του στον τομέα της μέταλ μουσικής. Μέσα από τα στριπάκια ακούγονται πολλές άγνωστες λέξεις, που ακόμα και οι απλοί γνώστες ίσως να μην τις ξέρουν 100%. Μία παράξενη ορολογία. Γίνονται, όμως, και πολλές αναφορές σε μέταλ συγκροτήματα και τραγούδια που άφησαν εποχή. Αν όχι όλα, τουλάχιστον αρκετά από αυτά θα σας ξυπνήσουν αναμνήσεις. Το σχέδιο έχει ιδιαιτερότητες και πρωτοτυπία. Δεν προσπαθεί να αντιγράψει κανένα στυλ και περιγράφει αξιόλογα την κουλτούρα αυτής της μουσικής. Προσωπικά μού αρέσει, αλλά νομίζω ότι το κόμικ θα γίνει περισσότερο γνωστό από το κείμενο. Ο χρωματισμός είναι σκούρος, όποτε χρειάζεται, αλλά είναι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση της JEMMA δεν έχει κάτι διαφορετικό από την προηγούμενη κυκλοφορία. Η ποιότητα των υλικών είναι καλή και προσεγμένη, δίνοντας έτσι ένα έντυπο ανθεκτικό στις πολλές αναγνώσεις. Την σελιδοποίηση την έχει επιμεληθεί η Ελευθερία Σκλάβου, ενώ το λογότυπο των “Μεταλλάδων” είναι δημιούργημα του Φραγκίσκου Ζουταλούρη. Στο τέλος του άλμπουμ, ο αναγνώστης θα βρει μερικά μονοσέλιδα στριπάκια που έχουν δημιουργήσει οι: Blacksmith, Τάσος Μαραγκός, Νικόλας Στεφαδούρος, Γιώργος Παπαδάκης, JP Ahonen, ενώ το τεύχος θα κλείσει με έναν φόρο τιμής του Άρη Λάμπου, στους Judas Priest και το κομμάτι: The Sentinel, καθώς και με μία σελίδα με ευχαριστίες. Εν κατακλείδι, σίγουρα μιλάμε για μία δουλειά που απευθύνεται πρωτίστως στους μυημένους του χώρου του Μέταλ, χωρίς αυτό να συνεπάγεται ότι δεν θα διασκεδάσει και τους υπόλοιπους. Θα πρότεινα, αν το δείτε πουθενά, να μην το προσπεράσετε. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το διαδικτυακό σπίτι των Μεταλλάδων.
  16. ComicDom και AthensCon χωρίς νέο τεύχος Κουραφέλκυθρων γίνεται? Φυσικά και δεν γίνεται. Έτσι, λοιπόν, στο 5ο AthensCon, ο ταλαντούχος δημιουργός Αντώνης Βαβαγιάννης, παρουσίασε στο κοινό του (το οποίο φαίνεται ότι αυξάνεται εκθετικά ) την νέα έντυπη μορφή των Κουραφέλκυθρων, με τίτλο “Κουραφέλκυθρα - Καλή ιδέα αφεντικό!”. Όσοι έχουμε διαβάσει παλιότερα Κουραφέλκυθρα θα μπούμε αμέσως στο νόημα και την χιουμοριστική φιλοσοφία που επιχειρεί να περάσει ο καλλιτέχνης. Όσοι δεν τα έχετε ακόμα διαβάσει, ντροπή σας. Να πάτε αμέσως να το κάνετε!!! Τα ολοσέλιδα στριπάκια που υπάρχουν και στο παρόν τεύχος είναι παρμένα (εκτός από εκείνο της σελίδας 64) από την διαδικτυακή πλατφόρμα socomic.gr. Πολύ λίγα ήταν εκείνα που προσπέρασα. Τα περισσότερα ήταν άκρως κωμικά, ενώ υπήρχαν και μερικά με τα οποία δεν σταμάτησα να γελάω. Αυτό που με στενοχώρησε είναι ο παραγκωνισμός τους θείου Αιμίλιου, τον οποίο τον βλέπουμε μόνο σε ένα στριπάκι. Νομίζω ότι είναι πολύ νέος ακόμα για να βγει στην σύνταξη. Τι θα πει και το Μαριώ! Ο εικαστικός τομέας δεν έκρυβε εκπλήξεις. Ο αναγνώστης θα βρει ένα επιμελώς ατημέλητο σχέδιο, που παράγει μεν χιούμορ, αλλά σίγουρα όχι όσο το σενάριο. Γι’ακόμα μία φορά ο καλλιτέχνης θα δώσει περισσότερη βάση στα λόγια, παρά στις εικόνες. Ο χρωματισμός, όμως, σχεδόν σε όλα τα καρέ ήταν ταιριαστός κι ευχάριστος στο μάτι. Η έκδοση κυμαίνεται στα πλαίσια των επιπέδων της Jemma. Υπάρχει γερή κόλληση στην ράχη, γεγονός που, σε συνδυασμό με το παχύ ματ χαρτί του εσωτερικού, κάνει το κόμικ ανθεκτικό στις συχνές αναγνώσεις. Το έξτρα υλικό απουσιάζει. Το μόνο που υπάρχει είναι μία χιουμοριστική εισαγωγή στο οπισθόφυλλο. Ας παραθέσουμε και μερικές σελίδες από το εσωτερικό, αλιευμένες από το socomic.gr.
  17. Το ψηφιδωτό του χρόνου έσπασε. Η ιστορία που διηγείται ανακατεύτηκε. Μπορεί το σύνολο να ξαναγεννηθεί από τα κομμάτια του; Ο επίμονος αναγνώστης θα ανασυνθέσει την ιστορία από τα θραύσματα... Ο Πέτρος Χριστούλιας και ο Τάσος Ζαφειριάδης, το δίδυμο πίσω από τα Χαρακώματα, επιστρέφει μια νέο κόμικ ονόματι Ψηφιδωτό. Διηγούνται μια ιστορία μέσα από τον χώρο και το χρόνο με πρωταγωνιστή τον Κύριλλο, έναν άντρα που κρύβεται όταν οι Σταυροφόροι βιάζουν την γυναίκα του, σφάζουν και αυτήν και το παιδί τους και ως τιμωρία ο θάνατος τον αφήνει να περιπλανιέται μεταξύ ζωντανών και νεκρών για αιώνες με φόντο το Βυζάντιο στην παρακμή του. Η αφήγηση δεν είναι γραμμική, με τα επεισόδια της ιστορίας του Κυρίλλου να εμφανίζονται στο κόμικ ανακατεμένα (π.χ. πρώτο κεφάλαιο είναι το χρονικά τελευταίο) αφήνοντας τον αναγνώστη να τα τοποθετήσει στην σωστή σειρά ανασυνθέτοντας το ψηφιδωτό της ιστορίας. Αυτή η ασυνήθιστη επιλογή αφήγησης είναι το στοιχείο που κάνει το κόμικ τόσο ιδιαίτερο. Πέρα από τις προσωπικές συμπάθειες στο στιλ γραφής του Ζαφειριάδη και το σχέδιο του Χριστούλια (τις οποίες έχω αμφότερες), το να επιλέξουν να ανακατέψουν την ιστορία τιμώντας τον τίτλο προσέφερε και σε αυτούς και στον αναγνώστη μια πρόκληση αν θέλετε, που κάνει το κόμικ πιο χαρακτηριστικό και ξεχωριστό. Νομίζω πως είναι ένα πείραμα που έπιασε και ελπίζω να τραβήξει βλέμματα γιατί του αξίζει. Για όσους πάντως μπερδευτούν με το έντυπο, μπορούν πάντα να διαβάσουν την ψηφιακή μορφή η οποία πρωτοδημοσιεύθηκε στο socomic.gr από 5/6/18 έως 28/11/18 ή να ακολουθήσουν την σειρά που είναι στημένες οι ψηφίδες στο εσώφυλλο (κάθε ψηφίδα αντιστοιχεί σε ένα κεφάλαιο και στο εσώφυλλο έχουν μπει με χρονολογική σειρά). Μόνο μείον της καλαίσθητης έκδοσης της Jemma Press με την ωραία αντίθεση που κάνει το χρυσό εξώφυλλο είναι αυτό το ίδιο το χρυσό εξώφυλλο. Χαράζει πανεύκολα και μετά από 1-2 μπες βγες σε τσάντα έχει γεμίσει μεγάλες γραμμές. Κυκλοφόρησε αρχικά στο ComicDom 2019 και αν και αντιμετωπίζεται ως fiction έργο, στον ενδιαφέροντα επίλογο οι δημιουργοί αναφέρουν διάφορα υπαρκτά ιστορικά στοιχεία που ενσωμάτωσαν στην ιστορία. *οι εσωτερικές σελίδες είναι από το socomic.gr
  18. Ένας περιπλανώμενος και άστεγος πυγμάχος Γιάννης Κουκουλάς Πώς είναι η ζωή ενός μεσήλικα πυγμάχου στη σύγχρονη Ρωσία με μόνα του υπάρχοντα μια βαλίτσα ρούχα; Οι Anna Rakhmanko και Mikkel Sommer παρακολουθούν τον περιπλανώμενο και άστεγο Βιατσεσλάβ, τον συστήνουν στους αναγνώστες και του δίνουν τον λόγο για να ακουστεί ηχηρά η εκκωφαντικά ήρεμη και συχνά σιωπηλή κραυγή του Τι επικό μπορεί να υπάρχει στην καταγραφή λίγων ημερών από τη ζωή ενός μεσήλικα άστεγου και περιπλανώμενου πυγμάχου; Τι άξιο λόγου και ενδιαφέροντος; Τι, έστω και ελάχιστα σημαντικό, που να δικαιολογεί τη μεταφορά αυτής της θραυσματικής ζωής και των αποκομμένων αποσπασμάτων της σε κόμικς; Μα ακριβώς αυτό είναι το επικό στοιχείο της υπόθεσης: η παραδοχή ότι φτάσαμε να θεωρούμε κοινότοπη μια τέτοια καταγραφή. Η ομολογία ότι συμβιβαστήκαμε τόσο πολύ με την ιδέα πως κάτι τέτοιο δεν είναι παράξενο και άξιο λόγου που μας φαίνεται περιττό να το κοιτάμε. Η ήττα των σύγχρονων κοινωνιών που αντί να απαιτήσουν με συλλογικό τρόπο και μαζικές αγωνιστικές διεκδικήσεις, αν όχι για ανθρωπιστικούς λόγους, έστω για ωφελιμιστικούς –για να μην είμαστε εμείς οι επόμενοι που θα βρεθούν σε αυτή τη θέση–, επιλέγουν να αποστρέψουν το βλέμμα θεωρώντας δεδομένη και αναπόφευκτη την ύπαρξη μιας μερίδας ανθρώπων που αποκλείονται από τα στοιχειώδη δικαιώματα της στέγης, της περίθαλψης, της τροφής, της αξιοπρεπούς διαβίωσης. Συχνά-πυκνά, τα μέσα μαζικής ενημέρωσης με υπόκρουση θλιβερής μουσικής ζουμάρουν στα κλαμένα μάτια ανθρώπων του περιθωρίου και περιγράφουν με δραματικούς τόνους τις περιπέτειες κοινωνικά αποκλεισμένων που εμπλέκονται σε τραγικά γεγονότα, σε εγκλήματα, σε μακάβριους θανάτους ή στους ελάχιστους που καταφέρνουν να αλλάξουν ζωή και να ενταχθούν στην κανονικότητα κ.λπ. Κι από πίσω περνάνε απαρατήρητοι χιλιάδες, εκατομμύρια άλλοι που δεν προσελκύουν το ενδιαφέρον, δεν κερδίζουν ούτε το δεκαπεντάλεπτο της δημοσιότητας που αναλογεί στον καθένα μας, δεν γίνονται γνωστοί για κάτι που θα μετέτρεπε το ιδιωτικό τους σε δημόσιο. Μια τέτοια περίπτωση είναι ο πρωταγωνιστής στο «Strannik» της Ρωσίδας σεναριογράφου Anna Rakhmanko και του Δανού σχεδιαστή Mikkel Sommer. «Η πρώτη φορά που ακούσαμε για τον Βιατσεσλάβ, περισσότερο γνωστό στα ρινγκ ως Αλή Μπαμπά, ήταν τον χειμώνα του 2014. Μερικές βδομάδες αργότερα, καθόμασταν σε ένα καφέ στη Μόσχα και ακούγαμε όλες τις ιστορίες του σχετικά με το πώς είναι η ζωή όταν όλα σου τα υπάρχοντα χωράνε μέσα σε μια πλαστική τσάντα. Τα κλιμακοστάσια στις πολυκατοικίες των προαστίων, τα θορυβώδη φαστφουντάδικα, οι φθηνοί κινηματογράφοι, το ζεστό μετρό και οι ατέλειωτοι αγώνες είναι το πλαίσιο γύρω από τη ζωή του Βιατσεσλάβ. Περάσαμε μερικές έντονες μέρες μαζί του στη Μόσχα και μετά τον συνοδεύσαμε μέχρι μια στρατιωτική πόλη κλειστού τύπου στη Νότια Ρωσία, όπου ο Αλή Μπαμπά είχε τον επόμενο αγώνα του», περιγράφουν οι δημιουργοί του «Strannik» στον επίλογό τους. Αυτό που σκόπευαν και οι ίδιοι δεν ήταν να δημιουργήσουν κάτι εντυπωσιακό, κάτι κραυγαλέο, κάτι ηχηρό. Περισσότερο, απ’ ό,τι φαίνεται, ενδιαφέρονταν να καταγράψουν την «κοινοτοπία» της θλίψης και της απελπισίας, τα αδιέξοδα της μοναξιάς χωρίς εφέ, τον εφιάλτη που γίνεται συνήθεια και σταδιακά κανονικοποιείται στα μάτια και στις συνειδήσεις των άλλων. «Τέσσερις μέρες συζητήσεων για τα όνειρά του, τις ιδέες και τις μνήμες του μεταμορφώθηκαν σε αυτό το μικρό ντοκιμαντέρ-κόμικς. Το “Strannik” είναι μια εσωτερική ματιά στην καθημερινότητα ενός σαρανταεξάχρονου, άστεγου πυγμάχου στη Ρωσία – μια χώρα όπου εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στους δρόμους», καταλήγουν οι Rakhmanko και Sommer. Αν και δίνουν τον ρόλο του αφηγητή στον ίδιο τον Strannik, όμως παραμένουν δίπλα του. Δεν απομακρύνονται ούτε παρατηρούν αφ’ υψηλού και αποστασιοποιημένα το «αντικείμενο» της μελέτης τους. Και, πιθανώς, επιλέγουν να διατηρήσουν ατόφιες και ακέραιες τις αφηγήσεις του, με λόγια κοφτά και ξεκάθαρα, ελάχιστα χρωματισμένα με συναίσθημα. Απογοήτευση ναι, οργή όχι. «Πριν από λίγο καιρό, κάποιος επικοινώνησε για να κάνουμε μια βίντεο-συνέντευξη. Ανησύχησα λιγάκι, αλλά δέχτηκα. Ήλπιζα πως θα έκαναν ένα ωραίο φιλμ για έναν σαραντατριάχρονο γερο-πυγμάχο που ταξιδεύει τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη αναζητώντας περιπέτειες. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, κατέληξε να γίνει ένα φιλμάκι για έναν άστεγο που αγωνίζεται για ένα κομμάτι ψωμί στους δρόμους της Μόσχας. Το πρόβλημα ήταν πως δεν μπορούσαν να γράψουν πολλά από τα πράγματα που έκανα. Ας πούμε έναν αγώνα που είχε οργανωθεί σε μια φυλακή, με όλους τους κρατούμενους να παρακολουθούν. Δεν ήταν κάτι που μπορούσαν να μαγνητοσκοπήσουν και ούτε να το προβάλουν. Όταν έμαθα πως θα έκαναν κόμικς για εμένα, φαντάστηκα κάτι διαφορετικό. Φαντάστηκα πως θα ήταν ένα υπερηρωικό κόμικς, σαν κι αυτά που μάζευα όταν ήμουν μικρός. Σε κάθε μια από τις μικρές ιστορίες θα πολεμούσα το έγκλημα και θα έσωζα τον κόσμο. Αυτή όμως είναι ιστορία άλλου είδους», λέει ο Βιατσεσλάβ στους αναγνώστες συστήνοντας τον εαυτό του. Η ιστορία του, όμως, δεν έχει τίποτα το υπερηρωικό, δεν έχει δράση και καταδιώξεις, δεν έχει συναισθηματικές εξάρσεις και εκπλήξεις, δεν έχει ανατροπές και περιπέτειες. Κι αυτός απλώς την αφηγείται, αφήνοντας τον αναγνώστη να την κρίνει. Λακωνικός και λιτός, μιλά για τα παιδικά του χρόνια στη Σοβιετική Ένωση, για την οικογένειά του, για την παραμόρφωση στα χείλη του και το πρόβλημα ομιλίας του, πιθανώς ως αποτέλεσμα έκθεσης σε ραδιενέργεια, για τα βιβλία που του άρεσε να διαβάζει, για τις χειρουργικές επεμβάσεις στις οποίες υποβλήθηκε, για τις δουλειές που έκανε για να ζήσει, για την πυγμαχία, για τη ζωή στον δρόμο. «Δίπλα στο σχολείο μας ήταν μια φυλακή και από την άλλη πλευρά ένα νεκροταφείο. Ο δάσκαλός μας συνήθιζε να λέει πως αν δεν φερόμασταν σωστά και αν δεν δουλεύαμε σκληρά θα καταλήγαμε σε ένα από αυτά τα δυο μέρη», αφηγείται ο Βιατσεσλάβ. Και διαψεύδει τον δάσκαλό του καθώς αν και ο ίδιος έκανε ή τουλάχιστον προσπάθησε να κάνει ό,τι ακριβώς του είπαν και γλίτωσε από τη φυλακή και το νεκροταφείο, εντέλει βρέθηκε αναγκασμένος να ζει σε κάτι που ίσως είναι ακόμα χειρότερο. Στη σκοτεινή πλευρά της ανυπαρξίας και της ανωνυμίας για τα μάτια των άλλων. Στη διαρκή περιπλάνηση χωρίς στέγη, χωρίς καμιά πιθανότητα και δυνατότητα διαφυγής. Κάτι τόσο συνηθισμένο σήμερα για τεράστιο αριθμό ανθρώπων που, δυστυχώς, χάνεται κάθε επική διάσταση και κάθε πρωτοτυπία αναφοράς. Η βολική απάθεια και η διαρκής ναρκισσιστική αδιαφορία απέναντι σ’ αυτούς τους ανθρώπους αποτελούν επικών διαστάσεων ντροπιαστικά εγκλήματα. *Τα έσοδα των δημιουργών του «Strannik» από τις πωλήσεις του βιβλίου θα προσφερθούν στο περιοδικό δρόμου «Σχεδία» Πηγή
  19. Η Νικολέτ είναι ένα κορίτσι που διψάει για εκδίκηση κι ερωτικό παιχνίδι. Έχει βάλει στόχο να εκδικηθεί με κάθε τρόπο τον Σερ Κόμετ, παρέα με τις φίλες της. Είναι αποφασισμένες να κλέψουν κάθε αντικείμενο που έχει αξία γι αυτόν. Όλα του τα φετίχ. Με την επίτευξη κάθε "αποστολής", φτιάχνονται τρελά και γιορτάζουν με οργασμούς. Τα σκοτεινά αντικείμενα του πόθου τους, μπορούν να προκαλέσουν όντως ονειρώξεις, καθώς αποτελούν φετίχ διάφορων πλευρών της ποπ κουλτούρας. Μια Porsche 911 Targa S 1973, ένα βινύλιο Blind Faith, η αυθεντική στολή της Ούμα Θέρμαν στο Kill Bill, το χειρόγραφο του βιβλίου "Το γόνατο της Κλαίρης" του Éric Rohmer είναι τα πολύτιμα κλοπιμαία των κοριτσιών και αποτελούν τα πέντε κεφάλαια του κόμικ, γεμάτα από ερωτικά παιχνίδια. Στην τελευταία σελίδα, μας αποκαλύπτεται και η αιτία του μένους της Νικολέτ για τον Σερ Κόμετ. οι φώτος αλιεύθηκαν από το φβ του δημιουργού Δεν είμαι κι η μεγαλύτερη φαν των ερωτικών κόμικς. Θα σας φανεί χαζό, αλλά συνήθως τα βαριέμαι γιατί δεν έχουν υπόθεση. Είμαι όμως φαν του Κιουτσιούκη. Που δε με απογοητεύει ούτε καν στα ερωτικά κόμικς του. Το Νικολέτ μου άρεσε κάπως λιγότερο από τα υπόλοιπα ερωτικά κόμικς του που έχω διαβάσει, τον "Δεξιοτέχνη"και "Το Μεγάλο Μπανιστήρι", έχει όμως όλα αυτά τα χαρακτηριστικά που μπορώ να εκτιμήσω σε ένα κόμικ του συγκεκριμένου genre . Έχει πάμπολλες αναφορές στην ποπ κουλτούρα, σωστά βαλμένες, έχει χιούμορ, αρνείται κάθε σοβαροφάνεια, είναι σέξι χωρίς να προσβάλλει, είναι cute και έχει υπόθεση. Ίσως θα ήθελα πιο light μοίρα για τον Σερ Κόμετ, στο τελευταίο κεφάλαιο, αλλά δεν πειράζει. Το σχέδιο είναι απόλυτα ταιριαστό και κατουνίστικο όσο χρειάζεται, ενώ ο χρωματισμός από τη Σοφία Σπυρλιάδου είναι εξαιρετικός
  20. Όταν η Jemma Press αποφάσισε να φέρει τις περιπέτειες του Hellboy στην Ελλάδα, προσπάθησε αρκετά για να καθιερώσει το σύμπαν του Μινιόλα στα καθ ημάς. Το Τα Οστά των Γιγάντων είναι μια ακόμα απόδειξη αυτού. Το πτώμα του Θεού του Κεραυνού ανακαλύπτεται από έναν ψαρά, και ο Hellboy παρέα με τον Abe Sapiens πηγαίνουν στην Σουηδία για να ανακαλύψουν τι παίζει. Πως δημιουργήθηκε η εντύπωση πως το αποστεωμένο πτώμα που ανακάλυψαν μπορεί να είναι ο Θωρ ρωτάτε; Πολύ απλά, κρατά ένα περίεργο σφυρί από άγνωστο κράμα μετάλλου που ελκύει κεραυνούς πάνω του με ακρίβεια. Η ντόπια κυβερνητική υπηρεσία που είναι υπεύθυνη για την έρευνα του συμβάντος, δεν μπορεί να το αφαιρέσει από την λαβή του νεκρού αλλά ο Hellboy, που δείχνει να ελκύεται προς αυτό, το παίρνει με ευκολία και γίνεται αγωγός μια αλλοτινής εποχής, που θα έπρεπε να έχει τελειώσει ήδη με την έλευση του Ράγκναροκ και τον θάνατο του Ιόρμουνγκαντ, του ερπετού, αλλά φαίνεται πως μετά την καταστροφή των εννέα βασιλείων, έχουν μείνει κάποιες εκκρεμείς υποθέσεις, ξεχασμένες στον δικό μας κόσμο, τις οποίες καλείται ο Hellboy, ως ο ιδανικός αγωγός, να τις φέρει εις πέρας. Το εξώφυλλο της Αμερικάνικης έκδοσης. Το σύμπαν του Hellboy, που φημίζεται για την ένταξη ενός πλήθος μυθολογικών στοιχείων στην δομή του, προσθέτει εδώ και την Σκανδιναβική μυθολογία και ο Κρίστοφερ Γκόλντεν δεν χάνει την ευκαιρία να συνδέσει ξανά τον χαρακτήρα με την καταστροφή του κόσμου, αν και εδώ ο Hellboy γίνεται μάρτυρας μιας καταστροφής που έχει ήδη επέλθει, και δεν σχετίζεται με αυτήν ο ίδιος. Συνεργάτης του σε αυτή την εξιστόρηση, είναι και ο δημιουργός του χαρακτήρα, ο Μάικ Μινιόλα που παρέχει βινιέτες και μικρές εμβόλιμες εικόνες διάσπαρτες μέσα στο κείμενο, για να δώσει έμφαση σε κάποιες στιγμές. Ομολογώ πως μου πήρε λίγο χρόνο στην αρχή για να συνηθίσω την ανάγνωση αυτής της ιστορίας σε μορφή μυθιστορήματος, μιας και το κόμικ είναι πιο ευθυτενές συγκριτικά, μη χάνοντας χρόνο στο να εξηγήσει το πως αισθάνονται οι χαρακτήρες, που βρίσκονται χωροταξικά ή το τι σκέφτονται, απαραίτητα στοιχεία σε ένα βιβλίο αλλά με διαφορετική προσέγγιση σε ένα οπτικό μέσο, αλλά συνήθισα σχετικά γρήγορα και αυτό οφείλεται και στον συγγραφέα, ο οποίος μέσα στα χρόνια, έχει συνεργαστεί με τον Μινιόλα και στα κόμικς και έχει μια καλή αίσθηση του κόσμου που περιγράφει. Δεν χάνει επίσης ευκαιρία να αντλήσει έμπνευση κατά διαστήματα από κλασικούς συγγραφείς του φανταστικού και του τρόμου, όπως ο Ρόμπερτ Χάουαρντ και ο Χάουαρντ Φίλιπς Λάβκραφτ. Ακόμα και η εισαγωγή του Hellboy στο βιβλίο, γίνεται με μια άσχετη με το κεντρικό θέμα περιπέτεια, στο ύφος των ταινιών του Τζέιμς Μποντ, που χρησιμοποιούν αυτό το μοτίβο σε κάθε ταινία ως σύστασης εκ νέου του χαρακτήρα στο κοινό. Κάπου εκεί είναι που χάνει μερικούς πόντους στο συνολικό αποτέλεσμα όμως, καθώς, σε κάποια σημεία στην τρίτη πράξη του βιβλίου, δείχνει να επιμηκύνει κάποιες διηγήσεις για να προσδώσει το ίδιος δέος για το οποίο ήταν γνωστοί αυτοί οι συγγραφείς, καθυστερώντας τις εξελίξεις της υπόθεσης. Το βιβλίο θα μπορούσε άνετα να είναι 20 σελίδες μικρότερο, χωρίς καμιά επίδραση στο συνολικό αποτέλεσμα. Αυτό δεν επαρκεί όμως να χαλάσει την συνολική αίσθηση που μου άφησε η ανάγνωση του. Πέρασα καλά μαζί του και βρήκα την υπόθεση και στο στήσιμο ενδιαφέρον. Ένα τίμιο 3.5αρι με άριστα το 5. Το βιβλίο κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Αμερική τον Δεκέμβρη του 2001 και είναι το δεύτερο από τα 15 βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει συνολικά στο εξωτερικό μέχρι στιγμής. Τα γεγονότα του θεωρούνται canonical στη γενική σάγκα του Hellboy, κάτι που δεν ισχύει για όλα τα βιβλία που έχουν κυκλοφορήσει. Στην χώρα μας, η Jemma το έβγαλε τον Μάιο του 2008, πέντε μήνες μετά την κυκλοφορία του τρίτου τόμου του κόμικ και τρεις μήνες πριν ξεκινήσει την δημοσίευση του Γ.Π.Ε.Α. Ο Έλληνας εκδότης επέλεξε να δημιουργήσει δικιά του σύνθεση για το εξώφυλλο. Γενικά η Ελληνική έκδοση είναι στιβαρή και φροντισμένη, ίσως ανώτερη αισθητικά από την ξένη. Η μετάφραση της Σπυροπούλου είναι καλή αλλά όχι άρτια, με κάποιες εκφράσεις να μην φαντάζουν φυσικές αποδομένες αυτούσιες στα Ελληνικά. Ευτυχώς δεν ήταν πολλές και δεν ήταν τόσο σημαντικές για να την συγκρατήσω, οπότε δεν το θεωρώ ιδιαίτερο πρόβλημα.
  21. Με τον Hellboy να έχει αποχωρήσει από την Γ.Π.Ε.Α. λόγω γεγονότων που έχουν συμβεί σε τόμους που δεν έχουν δημοσιευτεί στη Ελλάδα, Ο Έιμπ Σάπιενς και ο Ρότζερ το Χομούνκουλους, σκέφτονται να αποχωρήσουν και αυτοί, μιας και θεωρούν πως το Γ.Π.Ε.Α. έχει γίνει πιο γραφειοκρατικό πλέον. Όταν η Λιζ Σέρμαν βρίσκεται σε κίνδυνο ξανά από μια οντότητα που θέλει να πάρει την ενέργεια της, τα δύο παλιά μέλη, παρέα με τον νέοπα της παρέας, τον Γιόχαν Κράους, ένα μέντιουμ που δε έχει πλέον υλική υπόσταση, καλούνται να την σώσουν, υπό την επίβλεψη της Δρ. Κέιτ Κόριγκαν. Αυτή είναι η εισαγωγική ιστορία της spin-off σειρά από τον κόσμο του Hellboy, ή, για να λέμε τα πράγματα με το όνομα τους, από το Mignolaverse, μια σειρά που πολύς κόσμος θεωρούσε καλύτερη από το ίδιο το Hellboy. Και είναι κατανοητή αυτή η σκοπιά, μιας και χωρίς τον Hellboy ως κεντρική φιγούρα, ο Μινιόλα και η πληθώρα των συνεργατών του έχει το ελεύθερο να πειραματιστεί πολύ περισσότερο σε διάφορα είδη, αφηγηματικά και αισθητικά, ενώ δεν χάνουν την ευκαιρία να αναπτύξουν περισσότερο τους πρώην δευτερεύοντες χαρακτήρες, συστήνοντας και καινούργιους παράλληλα. Η σειρά βγήκε στην χώρα μας από την Jemma Press, όταν αποφάσισε να συνεχίσει με αυτή αντί να βγάλει νέους τόμους από το Hellboy. Ο πρώτος τόμος βγήκε τον Αύγουστο το 2008 (σε μια περίοδο που είχαν βγει ήδη 8 τόμοι στην Αμερική) και ο δεύτερος τον Μάρτιο του 2009. Έκτοτε δεν έχει ασχοληθεί ξανά με το σύμπαν του Mignola η Jemma, δυστυχώς. Κανείς δεν μπορεί να την κατηγορήσει πάντως πως δεν προσπάθησε αρκετά πριν παραδώσει τα όπλα... Με την σειρά να είναι κυρίως ανθολογική, η ποιότητα των ιστοριών ποικίλει. Δεν υπάρχει κακή ιστορία, αλλά από τους δύο τόμους ξεχωρίζουν οι κεντρικές ιστορίες (Κούφια Γη, Η ψυχή της Βενετίας), καθώς και οι δύο ιστορίες με τον Λόμπστερ Τζόνσον, ένα πράκτορα που ασχολούνταν με το παραφυσικό στην δεκαετία του '30, αρκετά χρόνια πριν την σύσταση της Γ.Π.Ε.Α. Σε καμιά ιστορία δεν κάνει σχέδιο ο Μινιόλα. Από τους σχεδιαστές που συναντάμε στους δύο τόμους, προσωπικά ξεχώρισα το ατμοσφαιρικό αλλά ταυτόχρονα και προσγειωμένο σχέδιο του Ryan Sook στο Κούφια Γη, το σχέδιο του Guy Davis στο Σκοτεινά Νερά, και του πάντα αγαπημένου μου Scott Kolins στο Νυχτερινό Τρένο. Ο Michael Avon Oeming κάνει και αυτός καλή δουλειά στο Η Ψυχή της Βενετίας αλλά έχω την αίσθηση πως μπορούσε και καλύτερα. Η συνέχεια των δημοσιεύσεων των χαρακτήρων στην Ελλάδα, ήρθε από την Οξύ στο Hellboy and the B.P.R.D. - 1952.
  22. Η Αθήνα είναι το κόμικ του Βασίλη Λώλου που κυκλοφόρησε αν θυμάμαι καλά στο Comicdom 2019, μετά από αρκετά χρόνια απουσίας από τα ελληνικά εκδοτικά δρώμενα, από την Jemma Press. Είναι ένα κόμικ περισσότερο για τον Βασίλη Λώλο, παρά για την Αθήνα, αφού η Αθήνα είναι το σκηνικό στο οποίο παρουσιάζει αυτοβιογραφικά στοιχεία στη μορφή μικρών ιστοριών. Οι περισσότερες ιστορίες είναι μονοσέλιδες ενώ η μεγαλύτερη είναι 8 σελίδες. Η θεματολογία ξεκινάει από τα εφηβικά χρόνια του, κάπου προς την παραλιακή πλευρά της Αθήνας των 90s, παρουσιάζοντας τις σχέσειλς του με τους ανθρώπους, τα κόμικ, την μουσική, τον έρωτα και το σέξ, αλλά και την αστυνομία και τις διάφορες καταχρήσεις και καταλήγει στο σήμερα και σε όλα αυτά που κατά βάση τον απασχολούν. Μια από τις ικανότητες του Λώλου (όπως φαίνεται σε εμένα) είναι να μπορεί σε ένα καρέ να περιλάβει όλες τις σχολές κόμικ, Manga, ανεξάρτητη αμερικάνικη ακόμα και BD σε μια δική του μίξη, και συνήθως με τον ίδιο κάπου στο καρέ. Μια άλλη ικανότητα του Λώλου είναι να μπορεί να αυτοσαρκάζεται με την κατάστασή του, πράγμα που εάν ένας αναγνώστης δεν ξέρει ποιος είναι ο Λώλος, μπορεί να παρεξηγηθεί. Το εξώφυλλο του κόμικ είναι από τα καλύτερα που έχω δει τα τελευταία χρόνια στις ελληνικές εκδόσεις, μια ελληνική εκδοχή από την Anime μεταφορά του Akira. Προσωπικά μου έκανε εντύπωση όταν το είδα για πρώτη φόρα, Δεν απογοητεύτηκα αλλά δεν ενθουσιάστηκα κιόλας. Θα ήθελα το κάτι παραπάνω. Οι ιστορίες που ξεχώρισα ήταν το: Ραντεβού στα τυφλά, Ουφο, Κρετίνοι, Μπατσοκρατεία και Υπερπαραγωγή. Στην τελευταία μάλιστα ορίζει με έναν μοναδικό δικό του τρόπο, τι είναι γι' αυτόν η τέχνη.
  23. Το 2005, ενάμιση χρόνο περίπου μετά το ντεμπούτο της ως εκδοτική, η Jemma Press αποφάσισε να δοκιμάσει της δυνάμεις της με έναν πιο διακεκριμένο τίτλο, ο οποίος ήταν από τους αγαπημένους του εκδότη. Και κάπως έτσι, είδαμε μεταφρασμένο το Hellboy του Μάικ Μινιόλα στην Ελλάδα, μερικούς μήνες μετά την κυκλοφορία της πρώτης ταινίας του Γκιγιέρμο Ντελ Τόρο. Συνδυάζοντας στοιχεία τρόμου, γοτθικής αισθητικής, λαϊκών δοξασιών, φολκλόρ, μυθολογία και παραφυσικά φαινόμενα, ο τίτλος αποτέλεσε την πιο ενδεικτική περίπτωση για να δείξει τις διαθέσεις του ο νέος – τότε – εκδοτικός οίκος. Ο εκδότης παρουσίασε την σειρά από την αρχή (κάτι πιο εύκολο τότε, μιας και είχαν βγει μόλις 5 trades με in continuity ιστορίες). Έτσι στην αρχή η εκδοτική κυκλοφόρησε ο Σπόρος της Καταστροφής (Seed of Destruction) που ακολουθήθηκε από το Ξυπνώντας τον Διάβολο (Wake the Devil) περίπου 8 μήνες αργότερα, το 2006, και κατέληξε στο Το Αλυσοδεμένο Φέρετρο και Άλλες Ιστορίες (The Chained Coffin and Others) στις εκπνοές του Δεκέμβρη του 2007. Χαρακτηριστικό των δύο πρώτων τόμων ήταν πως, κατόπιν συμφωνία με τον Μινιόλα, τυπώθηκαν σε γκρίζους τόνους αντί για την τυπική έγχρωμη μορφή τους, για να προσδώσουν στην ατμόσφαιρα. Το πρωτότυπο είχε διάφορες βινιέτες ανάμεσα στα κεφάλαια/τεύχη που ήταν σε γκρίζους τόνους, οπότε δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς από που πήρε την ιδέα ο εκδότης. Δυστυχώς όμως, λόγω απειρίας, στον πρώτο τόμο χρησιμοποιήθηκε χαρτί μεγάλης απορροφητικότητας, κάτι που έκανε την ανάγνωση ιδιαίτερα κουραστική υπόθεση μιας και το σχέδιο δεν ξεχώριζε. Το μόνο θετικό ήταν πως η τιμή του τόμου ήταν κάτω από τα 10€. Ευτυχώς το θέμα διορθώθηκε στον επόμενο τόμο, οπότε μπορέσαμε να δούμε καλύτερα γιατί επέλεξε αυτή την οδό ο εκδότης. Αυτός ο τόμος είχε αυξημένη τιμή, στα 11,95€, αλλά είχε και περισσότερες σελίδες. Για τον τρίτο και τελευταίο τόμο καταργήθηκε η επιλογή και είδαμε για πρώτη φορά το διαβολόπαιδο έγχρωμο. Αυτό σήμανε πως για άλλη μια φορά είχαμε αύξηση της τιμής, στα 18,90€, αλλά για άλλη μια φορά είχαμε και περισσότερες σελίδες (180), οπότε η διαφορά είναι κατανοητή. Σε αυτό τον τόμο είχαμε και τα αποτελέσματα ενός διαγωνισμού, όπου τα σχέδια 6 Ελλήνων καλλιτεχνών επιλέχθηκαν από τον ίδιο τον Μινιόλα για να δημοσιευτούν στην πινακοθήκη του τόμου, με την διαλογή να οδηγεί την καθυστέρηση του τόμου κατά δύο μήνες (ήταν να βγει τον Οκτώβρη). Τι πραγματεύεται ο κάθε τόμος όμως; Οι συνόψεις περιέχουν spoilers. ΣΠΟΡΟΣ ΤΗΣ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗΣ Σε σενάριο του γνωστού John Byrne (τα... πάντα από Marvel & DC) με την πλοκή να παρέχεται από τον Μινιόλα. Πρόλογος από τον Robert Bloch (Ρόμπερ Μπλοχ), γνωστός ως ο συγγραφέας του Ψυχώ. Ίσως κάποιοι από εσάς να τον γνωρίζετε και από τα διηγήματα του στις ανθολογίες της Ωρόρα. Στην προσπάθεια τους να κερδίσουν τον πόλεμο, οι Ναζί συνεργάζονται με τον Γκριγκόρι Γιεφίμοβιτς Ρασπούτιν, την γνωστή ιστορική προσωπικότητα που ασκούσε επιρροή στο αυτοκρατορικό ζεύγος του Τσάρου Νικολάου Β’. Μόνο που στο σύμπαν του Hellboy η δολοφονία του Ρασπούτιν δεν πέτυχε και ο μυστικιστής είναι ο υπεύθυνος για την έλευση του πρωταγωνιστή στην διάσταση μας. Κάτι που δεν το ξέρει, μιας και αντιθέτως με τις ταινίες, η ομάδα του άξονα και η ομάδα της Βρετανικής κοινωνίας του παραφυσικού είναι σε διαφορετικές - αν και κοντινές - περιοχές, με τον Hellboy να υλοποιείται στην περιοχή που βρίσκονται οι καλοί της υπόθεσης. Η ομάδα αποφασίζει να υιοθετήσει το μικρό διαβολόπαιδο και ο καθηγητής Μπρουμ, τον ονοματίζει. Οι εικόνες προέρχονται από την Αμερικάνικη έκδοση, αν και έχω κάνει... ζαβολιά για να φαίνονται (στο περίπου) όπως και στις Ελληνικές εκδόσεις Χρόνια αργότερα, ο Hellboy έχει μεγαλώσει και είναι μέλος της ομάδας παραφυσικών ερευνών. Ο καθηγητής Μπρουμ εν τω μεταξύ, δείχνει να τα έχει χαμένα μετά από μια εξερεύνηση που είχε κάνει δέκα μήνες πριν, της οποίας τα μέλη πέθαναν υπό αδιευκρίνιστες συνθήκες. Καθώς συζητάει για το γεγονός με τον Hellboy ένα ανθρωπόμορφος βάτραχος του επιτίθεται και τον σκοτώνει. Αυτή η πράξη οδηγεί σε μια αλληλουχία γεγονότων που οδηγεί αυτόν, την Λιζ Σέρμαν (που έχει την δυνατότητα της ανάφλεξης) και τον Έιμπ Σάπιεν (έναν αμφίβιο) σε μια αναμέτρηση με τον Ρασπούτιν, του οποίου ο σκοπός ήταν να ξυπνήσει το Ερπετό και να επιφέρει το Ράγκνα Ροκ και θέλει να χρησιμοποιήσει τον Hellboy για να το επιτύχει. Ο σκοπός του ανατρέπεται από την ομάδα και σκοτώνεται, φαινομενικά. Το δίδυμο Μπερν-Μινιόλα μπαίνει κατευθείαν στο ψητό όσο αφορά την ατμόσφαιρα που θέλουν να προσδώσουν, με την εισαγωγή να χρησιμοποιεί το τροπάρι της αφήγησης μέσω επιστολών, παρμένο από τον Δράκουλα και τα έργα του Λάβκραφτ, ενώ το πρώτο πλάνα είναι κατεστραμμένες εκκλησίες και Ναζί. Παραφυσικά φαινόμενα εξερευνούν, τι περιμένατε; Η αφήγηση και οι διάλογοι παραμένουν σφικτοί καθ’ όλη την διάρκεια του τόμου και ένα νέο σύμπαν έχει παρουσιαστεί. ΞΥΠΝΩΝΤΑΣ ΤΟΝ ΔΙΑΒΟΛΟ Πρόλογος από τον Alan Moore, τον μουσάτο που άνετα πάει κόντρα στον Ρασπούτιν. Ή μήπως είναι το alter ego του. Από αυτόν τον τόμο ο Μινιόλα αναλαμβάνει πλήρως το σενάριο, με ικανοποιητικά αποτελέσματα, σε πολύ διαφορετικό ύφος βέβαια, πιο ευθύ στην εξιστόρηση. Η ιστορία συνεχίζει εν πολλοίς από εκεί που μας άφησε ο προηγούμενος τόμος. Ο Ρασπούτιν είχε προσηλυτίσει αρκετό κόσμο στην διάρκεια της μακράς ζωής του και κάποιοι από αυτούς αφυπνίζονται και θέτουν σε εφαρμογή τα δικά τους σχέδια. Ο Ρασπούτιν εν τω μεταξύ, έχει επιστρέψει ως πνεύμα και προσπαθεί να επανέλθει εν ζωή. Ο Μινιόλα βρίσκει την ευκαιρία να εντάξει βρικόλακες, Λάμιες και κατασκευασμένους από την επιστήμη ανθρώπους. Γνωρίζουμε κάπως καλύτερα την υπόλοιπη ομάδα της Γ.Π.Ε.Α. και τον τρόπο που λειτουργεί. ΤΟ ΑΛΥΣΟΔΕΜΕΝΟ ΦΕΡΕΤΡΟ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΙΣΤΟΡΙΕΣ Πρόλογος από τον P. Graig Russell (Δαχτυλίδι του Νιμπελούνγκεν, Έλρικ), ο οποίος έχει συνεργαστεί ως μελανωτής του Μινιόλα στο παρελθόν. Αυτός ο τόμος αποτελείται από αυτοτελείς ιστορίες και την μίνι σειρά Παραλίγο Κολοσσός (Almost Colossus) που είχαν δημοσιευτεί πριν και μετά την μίνι σειρά Ξυπνώντας τον Διάβολο (δεύτερος τόμος), ως επί τούτου κάποια γεγονότα του δεύτερου τόμου δίνουν παραπομπές στον τρίτο, σαν να τα έχουμε διαβάσει πρωτύτερα, ενώ το Ο Παραλίγο Κολοσσός εξηγεί πως έγινε καλά η Λιζ Σέρμαν, μετά τα γεγονότα του δεύτερου τόμου. Στις περισσότερες ιστορίες ο Hellboy δρα μόνος του και ο Μινιόλα δράττεται τις ευκαιρίας για να διασκευάσει αγαπημένα του παραμύθια και θρύλους, εντάσσοντας τα στο κόσμο του χαρακτήρα του, διευρύνοντας παράλληλα και το πεδίο δράσης του. Ο Hellboy καταπολεμά τις δυνάμεις του σκότους για πάνω από πενήντα χρόνια και απ’ ότι φαίνεται, σε αυτές τις ιστορίες τουλάχιστον, κανείς χωρικός δεν δείχνει να ξαφνιάζεται από το παρουσιαστικό του. Η όλη αισθητική είναι γενικά ανάλαφρη και ο Μινιόλα απλά διασκεδάζει με το να βάζει τον χαρακτήρα σε κλασικές αναμετρήσεις με τέρατα και αποστολές διάσωσης. Χτίζει έτσι τον κόσμο του σύμπαντος του ακόμα και όταν δείχνει πως κάνει χαβαλέ. Μετά από αυτό τον τρίτο τόμο, η Jemma αποφάσισε να δοκιμάσει την τύχη της με την spin-off σειρά Γ.Π.Ε.Α και το μυθιστόρημα Τα Οστά των Γιγάντων. Ο πρώτος τόμος είναι εξαντλημένος από το 2008. Bonus Συνολική παρουσίαση της Αμερικάνικης έκδοσης Λίστα με όλες τις εκδόσεις του Mignolaverse σε τόμους Η πρόσφατη έκδοση της Οξύ από το σύμπαν του Mignola. Wiki για την σειρά που κυκλοφόρησαν οι ιστορίες Comic Legends: Did Hellboy Almost Debut as Part of a Superhero Team?
  24. Βρισκόμαστε στο 10000 πX, στην προϊστορική Αγγλία. Ο Πόικα είναι ένας έφηβος της φυλής Κάνσα, που προσπαθεί να βρει τα πατήματα του στους κόλπους της φυλής του. Παρακολουθούμε την πορεία του προς την ενηλικίωση, αλλά παράλληλα το βάρος δίνεται εξίσου και στον τρόπο ζωής της φυλής, τις συνήθειές τους, τις σχέσεις τους, τους μύθους που τους τρέφουν, τους ανταγωνισμούς, όπως και τον μόχθο της επιβίωσης. Οι μικρές αυτές ιστορίες που φωτίζουν κομμάτια της ζωής, συνθέτουν ένα πανέμορφο ψηφιδωτό, φτιαγμένο από ρεαλιστικές στιγμές και θραύσματα μύθων, που πραγματικά μας ταξιδεύουν στο παρελθόν. Ο προϊστορικός κόσμος μου ασκούσε πάντοτε μια γοητεία. Με ενθουσίαζε το "Μια φορά και έναν καιρό ήταν ο άνθρωπος" όταν ήμουν μικρή και μεγαλώνοντας, είχα πάντα μια περιέργεια γι αυτήν την αχαρτογράφητη ιστορία, πριν την ιστορία. Για το πόσα άλλαξαν και πόσα έμειναν ίδια. Το να κινηθεί κανείς σ αυτά τα άγνωστα νερά και να μη θέλει να καταλήξει να γράφει ανεδαφικές ιστορίες, είναι δύσκολο. Δίνει όμως και μεγάλες ελευθερίες, που οι δημιουργοί αξιοποίησαν εξαιρετικά. Ο Ben Haggarty έχει κάνει μεγάλη και σοβαρή έρευνα πάνω στη συγκεκριμένη χρονική περίοδο κι αυτό φαίνεται στο Mezolith. Η σεναριακή του δεινότητα αποτυπώνεται στο κόμικ, καθώς είναι επαγγελματίας αφηγητής, που δίνει παραστάσεις αφήγησης με παραμύθια, έπη, μύθους για ενήλικες και παιδιά, εδώ και χρόνια. Σ' αυτό το κόμικ καταφέρνει να μας μεταφέρει στο άγνωστο παρελθόν φυσικά και αβίαστα, δίνοντας την αίσθηση ότι πιθανότατα έτσι λειτουργούσαν πολλά πράγματα τότε. Κάποιες ιστορίες του είναι βασισμένες σε πραγματικά ευρήματα, όπως η γυναίκα-κύκνος και ο μεταλλικός κύβος-καθρέφτης, όπως αποκαλύπτει στην κατατοπιστική συνέντευξή του, στο τέλος του πρώτου τόμου του κόμικ. Οι προϊστορικοί άνθρωποι του Mezolith προσπαθούν να δαμάσουν τα ζωώδη τους ένστικτα, κινούνται σ' αυτό το μεταίχμιο μεταξύ ικανοποίησης βασικών αναγκών, αλλά και ανάγκης δημιουργίας ηθικής τάξης και πολιτισμού, όπως μας αποκαλύπτεται με δεξιοτεχνία, μέσα από αφηγήσεις μύθων και απεικόνιση τελετών. Και τελικά ο κόσμος τους, παρόλο που είναι τόσο διαφορετικός, στην ουσία του θυμίζει αρκετά τον δικό μας. Ο Adam Brockband εικονοποιεί εντυπωσιακά τις ιστορίες του Mezolith, δίνοντας άλλοτε ρεαλιστικές σκληρές σκηνές, άλλοτε ονειρικές ή εφιαλτικές. Τα καρέ του είναι δυναμικά και κινηματογραφικά, με πλήθος λεπτομερειών. Τα πρόσωπα καλοδουλεμένα, με μεγάλη εκφραστικότητα και ξεχωρίζουν εύκολα μεταξύ τους. Η απόδοση των εποχών και του χρόνου που κυλά, οι διάφορες χρονικές στιγμές της μέρας, μέσα από το φωτισμό και τις σκιές αποδίδονται αριστοτεχνικά. Παρόλο που οι ιστορίες είναι μικρές σε διάρκεια, δε μου δόθηκε πουθενά η αίσθηση της βιασύνης. Είναι "σφιχτές" θεματικά, αλλά το σχέδιο καταφέρνει να απλωθεί και να αναπνεύσει όσο χρειάζεται, ώστε να αποδώσει τη σωστή ατμόσφαιρα. Είναι εντυπωσιακό ότι για τον Brockman το Mezolith είναι το πρώτο του κόμικ, το αποτέλεσμα είναι υπέροχο. Σίγουρα έπαιξε σημαντικό ρόλο κι η μακρόχρονη εμπειρία του ως concspt artist σε ταινίες όπως X-Men, Sleepy Hollow, όπως και στα 8 Harry Potter. Η έκδοση της Jemma είναι υποδειγματική, σε μεγάλο μέγεθος και καλό χαρτί, με μια έξτρα συνέντευξη των δημιουργών και δεν πρέπει να λείπει από την βιβλιοθήκη κανενός κομικσόφιλου! Το Mezolith πήρε βραβείο καλύτερης μεταφρασμένης έκδοσης στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2017. Πολύ ενδιαφέρουσα συνέντευξη του Ben Haggarty στην μεταφράστρια του κόμικ Βασιλεία Βαξεβάνη στο Comicdom.gr Οι δημιουργοί Θυμίζω ότι κάποιος τυχερός μπορεί να κερδίσει τους δυο τόμους στο giveaway του Comicstreet εδώ
  25. Δεν μπόρεσα να βρω κάτι πιο κατάλληλο να χρησιμοποιήσω για την έναρξη αυτής της παρουσίασης, από τα όσα αναφέρουν ο πρωταγωνιστής και οι ίδιοι οι δημιουργοί στην τελευταία σελίδα της έκδοσης. “Δίπλα στο σχολείο μας ήταν μια φυλακή και από την άλλη πλευρά ένα νεκροταφείο. Ο δάσκαλός μας συνήθιζε να λέει πως αν δεν φερόμασταν σωστά και αν δεν δουλεύαμε σκληρά θα καταλήγαμε σε ένα από αυτά τα δυο μέρη.” Στα ρωσικά, η λέξη “strannik” σημαίνει περιπλανώμενος. Αυτό το μικρό ντοκιμαντέρ κόμικς αφηγείται την ιστορία ενός άστεγου πυγμάχου που περνάει τη ζωή του στους δρόμους της Μόσχας. Κάποτε, αγαπούσε ένα κορίτσι, κάποτε είχε όνειρα για το μέλλον. Είναι πολύ γέρος για να πυγμαχεί, είναι όμως το μόνο που η ζωή του προσφέρει. "Με αυτή την έκδοση ελπίζουμε να μπορέσουμε να φέρουμε μια αλλαγή, έστω και μικρή, στη ζωή κάποιου. Γι’ αυτό το λόγο, ό,τι έσοδα έχουμε από αυτό το βιβλίο θα πάνε στο περιοδικό δρόμου Σχεδία. Σας ευχαριστούμε για την υποστήριξη!" —Anna Rakhmanko & Mikkel Sommer H τελευταία εκδοτική προσπάθεια της Jemma, και άλλη μια απόδειξη ότι η εκδοτική διαθέτει, πέρα από εμπορική, αλλά και "κοινωνική" ματιά. Το 2014, η συγγραφέας Anna Rakhmanko και ο σχεδιαστής Mikkel Sommer, έμαθαν για τον Βιάτσεσλαβ, ή αλλιώς Αλή-Μπαμπά μέσα στα ρινγκ, ενός 46χρονου άστεγου πυγμάχου, σε μια Ρωσσία πολλών εκατομυριούχων αστέγων. Αφού τον συνάντησαν, μίλησαν μαζί του και τον ακολούθησαν στον επόμενο του αγώνα σε μια στρατιωτική πόλη στη Νότια Ρωσία, αποφάσισαν να δημιουργήσουν αυτό το μικρό (48 σελίδες) ντοκιμαντέρ-κόμικ, αφιερωμένο σε έναν άνθρωπο του οποίου όλα τα υπάρχοντα χωράνε μέσα σε μια πλαστική τσάντα και είναι πολύ γέρος για να πυγμαχεί, αλλά είναι το μόνο που η ζωή του προσφέρει. σελίδες από την Ρωσικη έκδοση Είναι από τις φορές που πραγματικά δεν έχεις να πεις πολλά πράγματα για μια έκδοση. Δεν έχει ιδιαίτερη σημασία το σενάριο, καθώς μιλάμε ουσιαστικά για κουβέντες του ίδιου του πρωταγωνιστή που εξιστορούν την παιδική του ηλικία, τον πατέρα του, το κορίτσι που αγάπησε, την φτώχεια και την εγκατάλειψη που βίωσε και συνεχίζει να βιώνει. Δεν έχει ιδιαίτερο νόημα να αναφερθώ στο σχέδιο, πολύ στοιχειώδες όπως είναι, αλλά οι εικόνες και οι σκηνές που μεταφέρουν το παρελθόν και το παρόν ενός από τους "παρατημένους" των σύγχρονων κοινωνιών. Σίγουρα πρόκειται για μια προσπάθεια η οποία κινείται στο περιθώριο της, πολλές φορές, φανταχτερής, θορυβώδους και πολύχρωμης σκηνής στην οποία όλοι κινούμαστε και αγαπάμε. Αλλά, τουλάχιστον για εμένα, είναι άλλη μια προσγέιωση στη πραγματικότητα, και άλλη μια υπενθύμιση ότι πέρα από τον Thanos και τα ζόμπι, το μέσο έχει τη δυνατότητα να μας τονίζει, πολλές φορές με ενοχλητικό για τη μακαριότητα μας τρόπο, την πραγματικότητα όσων περνάνε δίπλα μας απαρατήρητοι. Συγχαρητήρια για την έκδοση ενός τόσο μη-εμπορικού τίτλου, συγχαρητήρια στους δημιουργούς για την παραχώρηση των οικονομικών ωφελών στη Σχεδία. Και μόνο για αυτό το λόγο, πιστεύω ότι πρέπει να αγοραστεί από όλους.
×
×
  • Create New...