Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Jemma Press'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Έχοντας διαβάσει αυτό το πολύ ενδιαφέρον κόμικ, ήθελα να κάνω την παρουσίαση, αλλά στο μεταξύ με πρόλαβε - ευτυχώς - αυτό το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του @Γιάννης Κουκουλάς. Και ευτυχώς, που με πρόλαβε, επειδή γράφει λίγο πολύ όσα θα είχα γράψει κι εγώ, τπυλάχιστον όσο αφορά στο υπόβαθρο της ιστορίας, συνεπώς εγώ θα περιοριστώ στην προσωπική μου άποψη και μόνο. Καταρχάς, όσοι δεν γνωρίζετε για το σκάνδαλο το οποίο αφηγείται το κόμικ, μπορείτε να διαβάσετε κάποια πράγματα εδώ (στα ελληνικά).Από την άλλη, μπορείτε να αγνοήσετε το λινκ και να αγοράσετε και να διαβάσετε το κόμικ. Πιστέψτε με, θα μάθετε εξίσου πολλά, ίσως και περισσότερα και θα ψυχαγωγηθείτε πολύ περισσότερο. Γιατί το μεγάλο προσόν του κόμικ είναι ότι είναι πολύ διασκεδαστικό. Καταφέρνει να αφηγηθεί μια εξωφρενική, αλλά αληθινή ιστορία με χιούμορ, σαρκασμό, ειρωνεία και με ένα γενικότερα αντισυμβατικό τρόπο, όπου ένας παντογνώστης αφηγητής παρεμβαίνει και σχολιάζει με ιδιαίτερα καυστικό τρόπο την πλοκή κλέινοντάς μας διαρκώς το μάτι: όσα διαβάζουμε είναι μεν αληθινά, κάποια γεγονότα σίγουρα δεν διαδραματίστηκαν ακριβώς έτσι, αλλά η πραγματικότητα σίγουρα ξεπερνά σε φαντασία ακόμη και την πιο τολμηρή μυθοπλασία, όπως αποδεικνύεται. Ο Ρώσσης έχει κάνει πολύ μεγάλη έρευνα και αυτό φαίνεται και από την εκτενέστατη βιβλιογραφία, που παραθέτει στο τέλος, αλλά το κόμικ απέχει πάρα πολύ από το να είναι μια απλή παράθεση γεγονότων. Στο σχεδιαστικό κομμάτι, σίγουρα τα πράγματα δεν είναι εξίσου επιτυχημένα, εξάλλου ο Ρώσσης δεν είναι επαγγελματίας σχεδιαστής και αυτή είναι η πρώτη του δουλειά, αν δεν κάνω λάθος. Ευτυχώς, έχει βασιστεί πάνω σε φωτογραφίες της εποχής, προκειμένου να αποδώσει τις σκηνές ή όσες από αυτές απεικονίστηκαν σε οπτικό υλικό και το αποτέλεσμα είναι αρκετά ρεαλιστικό, όσο χρειάζεται για να δώσει στους αναγνώστες να καταλάβουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών του. Κι όμως, η σκηνοθεσία του είναι γεμάτη δημιουργικότητα και με πολύ ωραίες ιδέες, που αναδεικνύουν τον όλο σουρεαλισμό της υπόθεσης. Αξίζει να το διαβάσετε. Εγώ διασκέδασα πάρα πολύ και έμαθα και πολλά πράγματα, που αγνοούσα για την υπόθεση αυτή. Ήταν ένα από τα κόμικ, που είχα σταμπάρει για αγορά στο φετινό ComicDom και δεν έχω μετανιώσει καθόλου, που το αγόρασα. Η έκδοση της Jemma είναι πάρα πολύ ωραία, σε πολύ καλό χαρτί και με γερό δέσιμο. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο σκαναρίστηκαν από εμένα. Δεν μπορώ να σκανάρω εσωτερικές εικόνες λόγω της βιβλιοδεσίας του κόμικ, αλλά μπορείτε να δείτε ορισμένες στο άρθρο του Γιάννη Κουκουλά.
  2. Τρομοκράτες στα τέλη του Ψυχρού Πολέμου Γιάννης Κουκουλάς Όπλα, πετρέλαιο, μαύρο χρήμα, ομήρους, εκβιασμούς, μυστικούς πράκτορες και γεωπολιτικά παιχνίδια από τη Λατινική Αμερική μέχρι τα βάθη της Ασίας είχε το σκάνδαλο Ιράν - Κόντρας. Ο Νικόλας Ρώσσης μάς το θυμίζει και αναρωτιέται ποιοι ακριβώς ήταν οι τρομοκράτες σε αυτήν την τραγελαφική ιστορία Όλα τα σκάνδαλα, παρά το σοκ που προκαλούν όταν ξεσπούν, κάποτε ξεχνιούνται. Το ίδιο συνέβη και με το σκάνδαλο «Ιράνγκεϊτ». Και μάλιστα, όσο απομακρυνόμαστε από τη δεκαετία του 1980 τόσο πιο αμυδρές γίνονται οι μνήμες, τόσο λιγότερο το ενδιαφέρον. Προκύπτουν συνεχώς, άλλωστε, νέα σκάνδαλα, μεγαλύτερων διαστάσεων και πιο εντυπωσιακά. Υπάρχουν, ωστόσο, κάποιοι που επιμένουν στη διατήρηση της μνήμης, διδάσκονται από το παρελθόν και προσπαθούν με τη σειρά τους να διδάξουν τις νέες γενιές. Ο Νικόλας Ρώσσης είναι ένας από αυτούς. «Ο Νικόλας Ρώσσης δεν είναι επαγγελματίας δημιουργός κόμικς. Είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος Διεθνών Σχέσεων με πλούσια ερευνητική και διδακτική εμπειρία για τη Μέση Ανατολή. Αυτό είναι το πρώτο του βιβλίο κόμικς και πραγματεύεται το περίφημο σκάνδαλο “Ιράνγκεϊτ” ή υπόθεση Ιράν - Κόντρας, όπως είναι πιο γνωστή στον αγγλοσαξονικό κόσμο. Το σκάνδαλο, που συγκλόνισε τις ΗΠΑ, αφορούσε τη μυστική πώληση το 1986 κατά παραβίαση της αμερικανικής νομοθεσίας, με τη μεσολάβηση του Ισραήλ, οπλικών συστημάτων στο ισλαμικό καθεστώς του Ιράν σε μια προσπάθεια απόσπασης υποσχέσεων από την Τεχεράνη ότι θα πιέσει τους συμμάχους της στον Λίβανο να απελευθερώσει Αμερικανούς πολίτες που είχαν απαχθεί. Τα χρήματα δε από την πώληση των όπλων χρησίμευσαν για την ενίσχυση των δεξιών ανταρτών Κόντρας που πολεμούσαν στη Νικαράγουα το αριστερό καθεστώς των Σαντινίστας. Σημειωτέον, ότι το αμερικανικό Κογκρέσο είχε χαρακτηρίσει παράνομη τη χρηματοδότηση των Κόντρας από τρίτες χώρες» επισημαίνει ο Χαράλαμπος Τσαρδανίδης, καθηγητής του Τμήματος Μεσογειακών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και διευθυντής του Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, προλογίζοντας το βιβλίο του Νικόλα Ρώσση «Οι Τρομοκράτες - Μια εξωφρενική αλλά άκρως αληθινή ιστορία» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες). Όλη αυτήν τη βρόμικη ιστορία στην οποία ενεπλάκησαν πολιτικοί, στρατιωτικοί, διπλωμάτες, πράκτορες και έμποροι όπλων από πολλές χώρες προσπαθεί να ανασυστήσει και να αναπαραστήσει μέσω των κόμικς του ο Ρώσσης. Στο εισαγωγικό του σημείωμα διευκρινίζει το γιατί: «Διδάσκοντας “Πολιτική Οικονομία της Τρομοκρατίας” στο Arcadia University, μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που αντιμετώπιζα με τους φοιτητές μου ήταν να μην παρανοηθεί κάτι ως θεωρία συνωμοσίας. Χρησιμοποιούσα συχνά το σκάνδαλο Ιράν - Κόντρας ως χαρακτηριστικό παράδειγμα, μιας και είναι επαρκώς καταγεγραμμένο, έχει περάσει μια “ασφαλής” περίοδος από τότε που εκτυλίχτηκε και ως περιστατικό είναι πραγματικά τραγελαφικό και διασκεδάζει. Είναι απορίας άξιο πώς δεν το έχουν κάνει ταινία ακόμα. Αν και ο Tom Cruise το άγγιξε επιδερμικά στο American Made». Για να δημιουργηθεί, φυσικά, ένα τέτοιο βιβλίο που αφορά πραγματικά γεγονότα και αναφέρεται σε συγκεκριμένα πρόσωπα και πράγματα του πρόσφατου παρελθόντος είναι αναγκαία η διεξοδική έρευνα και η πλήρης τεκμηρίωση. Από την άλλη, για να μην καταντήσει το βιβλίο ανιαρό και εγκυκλοπαιδικού τύπου βιβλιογραφική αναφορά απαιτούνται σενάριο, ντεκουπάζ και γενναίες καλλιτεχνικές επιλογές ως προς την εξέλιξη της ιστορίας και την απόδοση των πραγματολογικών στοιχείων. Ο Ρώσσης επέτυχε σε όλα. Βάσισε το μεγαλύτερο μέρος των σχεδίων του σε εικόνες της εποχής (φωτογραφίες, βίντεο κ.λπ.) και σχεδόν το σύνολο της ιστορίας του σε αντικειμενικά στοιχεία από πρωτογενείς και δευτερογενείς πηγές τις οποίες παραθέτει αναλυτικά στη βιβλιογραφία του στο τέλος του βιβλίου. Όπως ο ίδιος αναφέρει: «Το περιεχόμενο προκύπτει μέσα από μια πραγματικά εξαντλητική έρευνα, όπου μακάρι να είχα κάνει αντίστοιχη και στη διατριβή μου ως φοιτητής. Η πλειονότητα του υλικού προέρχεται από αποχαρακτηρισμένες εκθέσεις της CIA, καταθέσεις, δικαστικές αποφάσεις, αρχειακό οπτικοακουστικό υλικό συνεντεύξεων από τα αρχεία του Κογκρέσου και άλλων ιδρυμάτων, αλλά και από τη διεθνή βιβλιογραφία. Ένα ικανό ποσοστό των διαλόγων είναι μάλιστα όπως προέκυψε μέσα από παλαιότερα διαβαθμισμένες αναφορές. Παρακολούθησα μάλιστα αρκετές άσχετες με το θέμα συνεντεύξεις και ομιλίες των πρωταγωνιστών, ώστε να σχηματίσω μια βασική εικόνα για την προσωπικότητά τους και τις απόψεις τους με σκοπό οι διάλογοι να μην απέχουν πολύ από την ιδιοσυγκρασία τους, όπως τουλάχιστον την αντιλαμβάνομαι εγώ». Σε αυτό το κομφούζιο από όπλα και χρήμα που αλλάζουν χέρια στα παιχνίδια γεωπολιτικής και οικονομικής εξουσίας κατά τα τελευταία χρόνια του Ψυχρού Πολέμου, πρωταγωνιστές ήταν αναμφίβολα ο πρόεδρος Ρίγκαν («Οι κομμουνιστές θέλουν να καταστρέψουν τις δημοκρατικές μας αξίες! Αν δεν τους σταματήσουμε, σύντομα και εμείς και οι γειτονικές μας χώρες θα βρίσκονται κάτω από την επιρροή των Σοβιετικών» είναι τα εναρκτήρια λόγια του), Άραβες και Ιρανοί αξιωματούχοι, Σαουδάραβες εκατομμυριούχοι, πολιτικοί και αντάρτες και πολλοί ακόμα στο προσκήνιο ή το παρασκήνιο. Ο σούπερ σταρ του σκανδάλου ήταν όμως ο λοχαγός Oliver North, ένας στρατιωτικός καριέρας μπλεγμένος σε κάθε πτυχή αυτής της σκοτεινής υπόθεσης, σε ανοιχτή γραμμή με πολιτικούς και διπλωμάτες σε πολλές χώρες και με απίστευτη εξουσία και χρήμα στα χέρια του. Ένας άνθρωπος που υποτίθεται πως εργαζόταν κατ’ εντολήν του προέδρου του ενάντια στους «τρομοκράτες» αλλά οι πράξεις του προκάλεσαν περισσότερο τρόμο από αυτές των «αντιπάλων» του. Και όπως καταλήγει ο Νικόλας Ρώσσης: «Η πρόκληση για τον αναγνώστη, μέσω αυτού του graphic novel, είναι να διακρίνει τελικά τον “τρομοκράτη”». Πηγή
  3. Τρόμος και δέος μπρος στο αιδοίο! Γιάννης Κουκουλάς Τα γυναικεία γεννητικά όργανα έχουν περιγραφεί με αμέτρητους τρόπους και η γυναικεία σεξουαλικότητα έχει ερμηνευτεί με άλλους τόσους. Κατά κανόνα από άνδρες. Η Liv Stromquist κάνει μια ιστορική αναδρομή και με άφθονο χιούμορ κριτικάρει την κυρίαρχη αντρική ματιά που σχεδόν πάντα αποδείχτηκε λανθασμένη «Γεια και χαρά σας! Ίσως να πιστεύετε πως υπάρχει ένα πρόβλημα στην κουλτούρα μας, πως αυτό που αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα” είναι κάτι αόρατο και ντροπιαστικό, πως θεωρούμε ότι είναι λάθος να μιλάμε γι’ αυτό, πως είναι κάτι που έχουμε διαγράψει, κάτι που το κρατάμε κρυφό, που όλοι είναι αμήχανοι απέναντί του μέχρι που πιστεύουν πως δεν έχει κάποιο κανονικό όνομα! Ίσως και να πιστεύετε πως αυτό έχει να κάνει με την επιρροή των ανδρών στην κοινωνία, ότι δηλαδή οι άνδρες έχουν καταφέρει με διάφορους τρόπους να δημιουργήσουν μια κουλτούρα που το έχει μετατρέψει σε κάτι ντροπιαστικό, κάτι που πρέπει να κρατάμε κρυφό. Ωστόσο. Υπάρχουν πολύ, πολύ μεγαλύτερα και πιο σοβαρά προβλήματα στην κουλτούρα μας! Μιλάω για τους άνδρες που δείχνουν ένα υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον σ’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Ετσι ξεκινά η Liv Stromquist το βιβλίο της με τον έξυπνο τίτλο «Το Φρούτο της Γνώσης – Το αιδοίο εναντίον της πατριαρχίας» (μετάφραση: Βαγγέλης Γιαννίσης, εκδόσεις Jemma Press, 152 σελίδες). Και αφιερώνει ένα μεγάλο μέρος του ακριβώς σε αυτούς τους «άνδρες που έδειχναν υπερβολικά μεγάλο ενδιαφέρον γι’ αυτό που συνήθως αποκαλούμε “γυναικεία γεννητικά όργανα”». Στους πρώτους άνδρες αυτής της κατηγορίας λοιπόν, η Stromquist τοποθετεί πρώτο και καλύτερο τον Τζον Χάρβεϊ Κέλογκ, τον ίδιο που είχε ανακαλύψει τα κορν φλέικς. Ο Κέλογκ ήταν ένας διάσημος γιατρός στα τέλη του 19ου αιώνα που θεωρούσε πως ο γυναικείος αυνανισμός προκαλούσε καρκίνο της μήτρας, επιληψία, παραφροσύνη και γενικότερη σωματική και νοητική αδυναμία. Ως «θεραπεία» πρότεινε στις γυναίκες να χύνουν οξύ στην κλειτορίδα τους ώστε να περιορίζεται ο ερεθισμός και να μην κινδυνεύουν απ’ όσα ο Κέλογκ πίστευε ότι προκαλεί ο αυνανισμός. Αμέσως μετά η Stromquist αναφέρεται αναλυτικά στις θεωρίες του δρα Αϊζακ Μπέικερ-Μπράουν (1811-1873) που πίστευε πως η λύση για την υστερία, τον πονοκέφαλο, την κατάθλιψη, τον ερεθισμό του νωτιαίου μυελού, την απώλεια όρεξης και την ανυπακοή των γυναικών είναι η κλειτοριδεκτομή. Μάλιστα ο ίδιος ο Μπέικερ-Μπράουν έκανε και ο ίδιος κλειτοριδεκτομές και επηρέασε καθοριστικά τη γυναικολογία της εποχής. Το ευτράπελο είναι ότι ο ιατρικός σύλλογος του αφαίρεσε την άδεια όταν υπήρξαν καταγγελίες ότι χειρουργεί γυναίκες «χωρίς την άδεια των συζύγων τους». Και το πιο τραγικό, ότι οι αποκαλούμενες θεραπευτικές κλειτοριδεκτομές συνεχίστηκαν στις ΗΠΑ μέχρι το 1948 ακόμα και σε μικρά, ανήλικα κορίτσια. Ιδιαίτερη περίπτωση ήταν και ο βαρόνος Ζορζ Κιβιέ (1769-1832) που θεωρούσε –και οι απόψεις του είχαν πολύ μεγάλη απήχηση στους επιστημονικούς κύκλους– ότι τα μεγάλα χείλη του αιδοίου που έχουν πολλές γυναίκες στην Αφρική είναι μια τρανή απόδειξη της φυλετικής κατωτερότητάς τους αλλά παράλληλα και της ηθικής τους κατάπτωσης! Εκτός από τις απαράδεκτες απόψεις που είχαν διατυπωθεί κατά το παρελθόν από πολλούς επιστήμονες, η Stromquist ρίχνει φως και σε πολλές αναπαραστάσεις και περιγραφές των γυναικείων γεννητικών οργάνων σε πληθώρα περιπτώσεων, όπως για παράδειγμα τα σχολικά εγχειρίδια ή ακόμα και η εικόνα της γυναίκας και του άντρα που έστειλε η NASA στο Διάστημα το 1972. Σε αυτή την εικόνα, αφαιρέθηκε την τελευταία στιγμή η μικρή γραμμούλα που υπαινισσόταν σχεδιαστικά τον γυναικείο κόλπο για να μη σκανδαλιστεί η ηγεσία της NASA. Αντιθέτως το ανδρικό πέος και οι όρχεις φαίνονται κανονικότατα, χωρίς να υπάρχει κίνδυνος να σκανδαλίσουν τους εξωγήινους που θα δουν γυμνό έναν άνδρα σε «πλήρη ανάπτυξη» και μια γυναίκα χωρίς γεννητικά όργανα. Ως προς τις αναπαραστάσεις σε βιβλία σε διάφορες εποχές, η Stromquist είναι απολαυστική. Πρώτα απ’ όλα θυμίζει την κλασική, στερεοτυπική έκφραση που χρησιμοποιούν πολλοί ενήλικοι για να περιγράψουν τα ανθρώπινα γεννητικά όργανα στα μικρά παιδιά: «Τα αγόρια έχουν πουλάκι. Τα κορίτσια δεν έχουν»! Παρά τον εμφανή παραλογισμό της η φράση αυτή δεν ξενίζει τον αναγνώστη ή τον ακροατή της και γίνεται συχνά δεκτή σε περιγραφές ανατομίας του φύλου. Η ίδια προτείνει, όμως, στους αναγνώστες μια μικρή παραλλαγή αυτής της φράσης ως εξής: «Τα κορίτσια έχουν μουνί και τα αγόρια δεν έχουν μουνί». Είναι δεδομένο πως μια τέτοια φράση θα απορριπτόταν μετά βδελυγμίας… Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα είναι και η ανάλυση της Stromquist στο θέμα του γυναικείου οργασμού και των διαφορετικών αντιλήψεων που επικρατούσαν γύρω απ’ αυτόν στα χρόνια πριν από τον Διαφωτισμό και στη νεωτερική εποχή. Σημείο καμπής για τη θεώρηση του γυναικείου οργασμού ως περιττής και περίπλοκης διαδικασίας ήταν τα χρόνια μετά τον Διαφωτισμό με τις απόλυτες εξειδικεύσεις, τις κατατάξεις, τις ταξινομήσεις και τις αναζητήσεις ειδοποιών διαφορών. «Τα γεννητικά όργανα και η σεξουαλικότητα έγιναν η ιδανική σκηνή για να προβληθούν οι θεωρίες σχετικά με τις διαφορές ανάμεσα σε άνδρες και γυναίκες», σύμφωνα με τη Σουηδή συγγραφέα. Που συνεχίζει: «Έτσι η γυναικεία σεξουαλικότητα άρχισε να παρουσιάζεται ως αδύναμη ή ως ανύπαρκτη, ενώ η ανδρική παρουσιαζόταν ως ισχυρή και ανεξέλεγκτη». Τέτοιου τύπου αντιλήψεις οδήγησαν στη μετατροπή της γυναικείας σεξουαλικότητας στην ανδρική συνείδηση σε κάτι άχρηστο και ανούσιο. Η γυναίκα ήταν αρκετό να εξυπηρετεί τον άνδρα ώστε αυτός να εκσπερματίζει. Και τέλος. Αν η γυναίκα επιζητούσε τον δικό της οργασμό, κατευθείαν θεωρούνταν μια πόρνη... Αυτά και πολλά ακόμη, υπό μια εμφανώς φεμινιστική οπτική, περιλαμβάνονται στο «Φρούτο της Γνώσης». Ένα βιβλίο πολύτιμο στην κατανόηση και την ιστορική εξέλιξη των αντιλήψεων γύρω από τη γυναικεία σεξουαλικότητα. Και ταυτόχρονα ένα βιβλίο γεμάτο έξυπνα σχέδια και σαρκαστικό χιούμορ. Ένα βιβλίο που, όπως γράφει στον επίλογό του, γίνεται «πότε εξοργιστικό, πότε ξεκαρδιστικά αστείο αποκαλύπτοντας τη δυσάρεστη αλήθεια για το πόσο (δεν) έχουμε προχωρήσει τόσους αιώνες». Πηγή
  4. Τίτλος πρωτότυπου: Diabolik fuori dagli Schemi, εκδόσεις Astorina, 2018 Να λοιπόν, που μετά από σχεδόν 40 χρόνια από την τελευταία του εκδοτική εμφάνιση στα μέρη μας, ο διάσημος μασκοφόρος εγκληματίας Διαβολίκ επιστρέφει. Όχι όμως, σε ένα δικό του κόμικ, αλλά σε μια ανθολογία φόρο τιμής στον ήρωα, η οποία κυκλοφόρησε στην Ιταλία με αφορμή τη συμπλήρωση 55 χρόνων από την πρώτη εμφάνιση του (αντι)ήρωα και αποτελεί επαυξημένη έκδοση μιας παρόμοιας ανθολογίας, η οποία είχε κυκλοφορήσει το 2002. Για το Διαβολίκ και τη σημασία του για τα ιταλικά, κυρίως, κόμικς μπορείτε να διαβάσετε στην ανάρτηση, το σύνδεσμο της οποίας παραθέτω στην πρώτη παράγραφο. Υποθέτω, ότι στους περισσότερους Έλληνες αναγνώστες κάτω των 40 το όνομα "Διαβολίκ" δεν λέει και πολλά, ίσως και τίποτα, αλλά στην Ιταλία είναι ένα πάρα πολύ σημαντικό κόμικ, κυρίως επειδή ήταν το πρώτο, που λάνσαρε με επιτυχία, τόσο το μικρό μέγεθος με τα δύο καρέ ανά σελίδα, όσο και έναν ήρωα, που αψηφά το νόμο και την ηθική. Η επιρροή του κόμικ στους Ιταλούς κομίστες είναι πολύ μεγάλη και αυτό φαίνεται και από τις συμμετοχές σε αυτόν τον τόμο, όπου συνεργάζονται κάποιοι από τους σημαντικότερους εκπροσώπους των κόμικς στην Ιταλία, πολλοί από αυτούς είναι γνωστοί και στην Ελλάδα. Sergio Toppi Όλα αυτά είναι μεν ωραία, αλλά αμφιβάλλω, εάν και κατά πόσον ενδιαφέρουν τους σύγχρονους Έλληνες αναγνώστες και κυρίως εκείνους, που δεν έχουν διαβάσει ποτέ το κόμικ. Άρα, ένα πρώτο ερώτημα είναι "τι χρειάζεται να ξέρει ένας νέος στον κόσμο του Διαβολίκ" αναγνώστης. Η απάντηση είναι "σχεδόν τίποτα", παρά μόνο τα βασικά (κλέφτης κυρίως διαμαντιών με ταλέντο στις μεταμφιέσεις, με σύντροφο την Εύα Καντ, τον οποίον κυνηγά διαρκώς ο επιθεωρητής Γκίνκο). Ακόμη κι αυτά, όμως, εξηγούνται στην πρώτη ιστορία της ανθολογίας, συνεπώς οι νέοι αναγνώστες μπορούν να προχωρήσουν άφοβα. Claudio Villa Από εκεί και μετά, μια ανθολογία έχει καλές και λιγότερο καλές στιγμές και το ίδιο συμβαίνει και εδώ. Κάποιες ιστορίες μου άρεσαν, κάποιες άλλες όχι. Κάποιοι από τους δημιουργούς αποτίουν πραγματικό φόρο τιμής στο Διαβολίκ, άλλοι (όπως η Ziche) τον αποδομούν, ενώ άλλοι (όπως ο Toppi) τον εντάσσουν στο δικό τους καλλιτεχνικό κόσμο, ενώ άλλιοι προσπαθούν να ενταχθούν εκείνοι στο σύμπαν του κόμικ, τόσο σχεδιαστικά, όσο και σεναριακά. Άλλοι τον προσεγγίζουν χιουμοριστικά (όπως ο Cavazzano), άλλοι βίαια (όπως ο Mastantuono). Το σχέδιο ορισμένων είναι εντελώς απομακρυσμένο από το σύμπαν του Διαβολίκ (με πιο προφανή περίπτωση εκείνη του Mattotti, αλλά και του Toppi και του Cavazzano και της Ziche), κάποιοι άλλοι προσπαθούν να βάλουν ένα λιθαράκι στο μύθο του (όπως στην ιστορία "Ας Κερδίσει ο Καλύτερος"), κάποια σενάρια είναι ευφάνταστα (μου άρεσαν ιδιαίτερα τα "Ληστεία στο Νάρνι" και το "Η Μάσκα και το Πρόσωπο"), άλλα όχι. Giancarlo Allessandrini Σε γενικές γραμμές, μου άρεσε η συλλογή, αν και δεν ξέρω πόσο θα την πρότεινα σε κάποιον. Έχει ενδιαφέρον και σίγουρα υπάρχουν πολλοί δημιουργοί, οι οποίοι έχουν κάτι να πουν, έστω και στις λίγες σελίδες, που διαρκούν οι ιστορίες. Από την άλλη, φοβάμαι, ότι οι περισσότερες ιστορίες θα φανούν αδιάφορες σε πολλούς, κυρίως λόγω της πρώτης ύλης. Πιστεύω, πάντως, ότι αξίζει τον κόπο μια ανάγνωση. Η έκδοση της Jemma Press είναι παρά πολύ ωραία και η μετάφραση και επιμέλεια του Γαβριήλ Τομπαλίδη εξαιρετική. Ειδικά για την επιμέλεια, θα το καταλάβετε καλύτερα στα βιογραφικά των πολλών συντελεστών. Το εξώφυλλο του τόμου το έχει σχεδιάσει ο Milo Manara, ο οποίος έχει γράψει και τον πρόλογο (ο ίδιος δεν συμμετέχει με κάποια ιστορία). Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Οι ιταλομαθείς μπορούν να δουν δείγματα του κόμικ και να διαβάσουν τον επίλογο του τόμου και τα βιογραφικά των συντελεστών εδώ.
  5. Το βουνό που σώζει τις ζωές των Γεζίντι Γιάννης Κουκουλάς Ένα σχετικά άγνωστο στη Δύση περιστατικό με συγκλονιστική εξέλιξη που έλαβε χώρα στο όρος Σινγκάλ, στα βάθη της Ασίας, καταγράφουν οι Tore Rorbaek και Mikkel Sommer σε μια υποδειγματικά δοσμένη και τεκμηριωμένη ιστορία Στα σύνορα μεταξύ Τουρκίας, Συρίας και Ιράκ δεν είναι σπάνιες οι συρράξεις λόγω της ρευστής πολιτικής κατάστασης και των ευμετάβλητων στρατιωτικών συμμαχιών καθώς και λόγω των διαφιλονικούμενων εδαφών. Σε τέτοια εδάφη ζουν τα μέλη της θρησκευτικής μειονότητας των Γεζίντι που συχνά στη διάρκεια της Ιστορίας βρέθηκαν στο στόχαστρο άλλων εθνικών και θρησκευτικών ομάδων. Ένα τέτοιο περιστατικό έλαβε χώρα τον Αύγουστο του 2014 όταν το «Ισλαμικό κράτος» εξαπέλυσε μια ανελέητη επίθεση κατά των Γεζίντι με σκοπό τον αφανισμό τους. Οι Γεζίντι έμειναν μόνοι τους χωρίς καμιά ελπίδα. Αλλά το βουνό τούς «βοήθησε» για ακόμη μια φορά. Όπως περιγράφει ο Tore Rorbaek, συγγραφέας του «Σινγκάλ» (μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου, εκδόσεις Jemma Press): «Η κρυφή αποχώρηση των δυνάμεων των Πεσμεργκά (σ.σ.: Κούρδοι που είχαν αναλάβει επισήμως την προστασία των Γεζίντι) μέσα στη νύχτα, η αποστράτευση και ο αφοπλισμός των Γεζίντι του ιρακινού στρατού που ήταν τοποθετημένοι στο Σινγκάλ, αλλά και η δημιουργία διαύλου από το YPG και το PKK, που έσωσε τις ζωές χιλιάδων Γεζίντι, είναι όλα πραγματικά γεγονότα. Ωστόσο, σπάνια περιλαμβάνονται στις αφηγήσεις που αφορούν τη γενοκτονία που διαπράχθηκε στο Σινγκάλ το 2014». Την έλλειψη φωτογραφικού υλικού από τα συγκεκριμένα περιστατικά καθώς και την απουσία δημοσιογραφικών αποστολών και ερευνών αλλά και γραπτών κειμένων –πλην εξαιρέσεων– από όσους συμμετείχαν σε αυτά ή μεταγενέστερους μελετητές έρχεται να καλύψει το συγκεκριμένο βιβλίο. Η έρευνα των δύο δημιουργών του ήταν μακρόχρονη και έγινε τόσο με επιτόπιες επισκέψεις όσο και με εξαντλητικές συζητήσεις και συνεντεύξεις με μάρτυρες και κατοίκους της περιοχής. Το αποτέλεσμα όμως δεν δίνεται ως μια δημοσιογραφική έρευνα αλλά ως μια μυθοπλασία βασισμένη στα πραγματικά γεγονότα που διαδραματίζεται ακριβώς εκεί. Αυτού του είδους τα κόμικς όπως έχουμε επανειλημμένα αναφέρει και παρουσιάσει στο Καρέ Καρέ αποτελούν μια από τις πιο ισχυρές τάσεις του είδους τα τελευταία χρόνια. Άλλοι δημιουργοί όπως ο Joe Sacco επιλέγουν συνήθως να συμμετέχουν και οι «ίδιοι» ως χαρακτήρες στις ιστορίες τους που εξελίσσονται σε πρώτο χρόνο –με τον δημιουργό τους να τις ζει και να καταθέτει την προσωπική του μαρτυρία– ενώ άλλοι δημιουργοί προτιμούν, άλλοτε κατ’ επιλογήν και άλλοτε αναπόφευκτα, να τις αφηγούνται ως μυθοπλασίες. Οι Rorbaek και Sommer επιλέγουν τη δεύτερη μέθοδο αλλά δίνουν ιδιαίτερο βάρος στην ακρίβεια των γεγονότων, στην απεικόνιση των τοποθεσιών, των περιοχών, των κτιρίων, των ενδυμασιών των ανθρώπων και του οπλισμού τους, των οχημάτων τους κ.λπ. Η γνώση που κατέκτησαν από την επιτόπια έρευνά τους δεν ήταν όμως ποτέ ανώδυνη. Και πάντα εντός ενός επικίνδυνου περιβάλλοντος με τις απειλές να είναι διαρκείς, όπως ακριβώς και αυτές που δέχονται εδώ και δεκαετίες οι μόνιμοι κάτοικοι της περιοχής. Όπως γράφει ο Rorbaek στο Υστερόγραφό του: «Οταν ο Mikkel Sommer και εγώ επισκεφθήκαμε το Σινγκάλ τον Οκτώβρη του 2017, το “Ισλαμικό κράτος” δεν υπήρχε πια. Το ίδιο μέτωπο που χώριζε τους Πεσμεργκά και τον ISIS τώρα χώριζε τους Πεσμεργκά και τους Χασντ αλ Σαάμπι, μια πολιτοφυλακή που ελέγχει η ιρακινή κυβέρνηση. Επισκεφθήκαμε το μέτωπο με σκοπό να ταξιδέψουμε από την περιοχή που έλεγχαν οι Πεσμεργκά στη Σίμπα, η οποία ήταν υπό τον έλεγχο των Χασντ αλ Σαάμπι. Οδηγηθήκαμε κατά μήκος των αμμόσακων σε ένα μικρό καταφύγιο όπου ένας στρατηγός των Πεσμεργκά μάς είπε ότι ήταν αδύνατο να περάσουμε στην άλλη πλευρά. “Η Σίμπα ανήκει στην κεντρική κυβέρνηση τώρα. Οι Χασντ αλ Σαάμπι την πήραν από τον ISIS με τη βοήθεια αμερικανικής αεροπορικής δύναμης. Έχουν καταστραφεί τα πάντα. Το μόνο που υπάρχει είναι νάρκες και ερείπια”». Στη μυθοπλασία που φιλοτεχνούν οι Rorbaek και Sommer, τον πρωταγωνιστικό ρόλο τον κρατά το όρος Σινγκάλ, το καταφύγιο και η προστασία των Γεζίντι, το μέρος «που λέγεται ότι προσάραξε η Κιβωτός του Νώε μετά τον Κατακλυσμό» όπως οι ίδιοι πιστεύουν. Δύο από αυτούς είναι ο Μζλουμ και ο Ασμαήλ, των οποίων παρακολουθούμε τις προσπάθειες να σώσουν τις οικογένειές τους και την περιοχή τους από τους εισβολείς. Όλα τα δεδομένα και η κοινή λογική είναι εναντίον τους. Η υπεροπλία του αντιπάλου θα έπρεπε υπό άλλες συνθήκες να λειτουργήσει εντελώς αποτρεπτικά ακόμα και στη σκέψη για αντίσταση. Όμως ο Μαζλούμ και ο Ασμαήλ δεν λειτουργούν μόνο βάσει της λογικής αλλά κυρίως του πάθους τους για ελευθερία και αξιοπρέπεια. Άλλωστε το βουνό έχει βοηθήσει τους ομόθρησκούς τους κατ’ επανάληψιν κατά το παρελθόν, γιατί όχι ακόμα μια φορά; Κι έτσι, σε μια ιστορία γεμάτη αγωνία που γίνεται δυσβάσταχτη στον αναγνώστη όταν συνειδητοποιεί ότι βασίζεται σε μια πολύ πρόσφατη πραγματικότητα, οι άνθρωποι καταφεύγουν στο Σινγκάλ και προσπαθούν να παραμείνουν ενωμένοι κόντρα σε έναν ισχυρότερο αντίπαλο. Δυστυχώς δεν θα τα καταφέρουν να μείνουν όλοι ζωντανοί, σε ένα εσκεμμένα διφορούμενο τέλος στο οποίο τον τελευταίο «λόγο» τον έχει και πάλι το Σινγκάλ που εξακολουθεί να ρίχνει βαριά τη σκιά του στην Ιστορία, στο παρόν και στο μέλλον των Γεζίντι και να καθορίζει τη μοίρα τους. Πηγή
  6. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
  7. Επική φαντασία κόντρα στα στερεότυπα Ξεκίνησε το 2017 και ολοκληρώθηκε πριν από λίγες εβδομάδες η «Μητρόπολη του Χρυσού» της Αγγελικής Σαλαμαλίκη, μια συναρπαστική ιστορία επικής φαντασίας σε τέσσερα μέρη για τη φιλία, την αφοσίωση, την επανάσταση, την αντίσταση στην εξουσία «Άκου… Αυτόν τον πόλεμο δεν τον θέλαμε. Αλλά όταν έρχονται να σε σκοτώσουν και να καταστρέψουν ό,τι αγαπάς, οφείλεις να αμυνθείς. Έτσι δεν είναι; Έχουν μείνει ελάχιστοι πλέον από εμάς και όλοι αιχμάλωτοι. Ο χρυσός. Ο χρυσός μάς κρατάει αιχμάλωτους. Όταν κατάλαβαν ότι μπορούν να μας ελέγχουν με τον χρυσό, μετατραπήκαμε σε όπλα. Φυλές εξαφανίστηκαν. Κόσμοι καταστράφηκαν. Και οι δυνατοί έμειναν να παλεύουν. Οι Κανίβαλοι γιατί είναι πολεμιστές και δεν ξέρουν τίποτα άλλο να κάνουν από το να σκοτώνονται σε μάχες και οι Αλχημιστές που είναι οι μόνοι που κατασκευάζουν τον χρυσό. Και οι δυο κοιτάνε ποιος θα κυριαρχήσει. Θες να σου πω εγώ; Κανείς. Κανείς δεν θα κυριαρχήσει. Γιατί σύντομα όλοι θα είναι νεκροί». Με αυτό τον πρόλογο ξεκινούσε το πρώτο μέρος από τη «Μητρόπολη του Χρυσού» (εκδόσεις Jemma Press) της Αγγελικής Σαλαμαλίκη («Monsieur Charlatan» κ.ά.) συστήνοντας στους αναγνώστες τους κεντρικούς πρωταγωνιστές: τον Ιγκόρ, στρατηγό του στρατού των Αλχημιστών την ώρα που κινδυνεύει να πεθάνει από τα χέρια των συντρόφων του σε έναν αγώνα για την εξουσία, και ένα πανίσχυρο τηλεπαθητικό Γουίβερν, έναν Σκλάβο που μπορεί να γίνει υπερόπλο στα χέρια των μοχθηρών. Ο Σκλάβος ζητά άσυλο αλλά διψά για εκδίκηση από όσους του κατέστρεψαν τη ζωή. Είναι φοβερά επιφυλακτικός, έχει όμως αισθήματα και ένα ισχυρό ένστικτο να εμπιστεύεται το Καλό. Μια μοναδική φιλία αναπτύσσεται ανάμεσα στον Σκλάβο και τον Ιγκόρ που θα εξελιχθεί σε ερωτική σχέση μεταξύ τους. Ανατρέποντας κάθε στερεότυπο στην επική φαντασία, εκεί που συνήθως οι άνδρες είναι αρρενωποί, μάτσο και «κυνηγοί» θηλυκών και νοιάζονται μόνο για την ολοκλήρωση της αποστολής τους, την επίδειξη της ανδρείας τους, την απόδειξη της υπακοής τους στον αρχηγό, τον βασιλιά, τον αφέντη. Θα ήταν αρκετή και μόνο η τόλμη της δημιουργού, σε ένα περιβάλλον με φωτιές, αποκεφαλισμούς, θανάτους και άφθονο αίμα, να επικεντρωθεί σε έναν έρωτα μεταξύ ανδρών για μια αναφορά στο έργο της. Όμως δεν είναι μόνο αυτό. Είναι και η μεστή ιστορία, οι κοφτοί διάλογοι, οι ανατροπές και πάνω απ’ όλα τα πολύ όμορφα σχέδια. Για το πρώτο μέρος της σειράς με τίτλο «Ο Σκλάβος» η Αγγελική Σαλαμαλίκη απέσπασε το Βραβείο Καλύτερου Σχεδίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς το 2018 και πάνω σε αυτή την επιτυχημένη συνταγή συνέχισε και στα τρία επόμενα τεύχη της σειράς («Ο Αλχημιστής», «Γενοκτονία» και «Αμάλγαμα»), παρουσιάζοντας εντυπωσιακές σκηνές μαχών με πλάσματα μιας οργιώδους φαντασίας και συνθέτοντας έναν δυστοπικό κόσμο που μόνα κίνητρα είναι η επιβίωση, ο χρυσός και η εξουσία. Αυτό το κλισέ σε πολλά ανάλογης θεματικής έργα που αρκούνται στην περιπέτεια, τη δράση και τη δύναμη, καταρρέει από την αφοσίωση των δύο πρωταγωνιστών και την πίστη τους σε έναν καλύτερο κόσμο πάνω σε άλλα πρότυπα. Με την αγάπη τους να μην είναι ίσως ικανή να νικήσει τα πάντα. Να είναι αρκετή όμως για να τους κάνει ευτυχισμένους. Πηγή
  8. Ένα ρέκβιεμ για τους ζωντανούς Γιάννης Κουκουλάς Ο Μάρκο Στογιάνοβιτς στο σενάριο και οι Μάρκο Νίκολιτς - Ντέγιαν Νενάντοβ στα σχέδια αναμιγνύουν ιστορικά γεγονότα και πραγματικά πρόσωπα, μεταξύ αυτών και ο Μότσαρτ, με βαλκανικές παραδόσεις και μπόλικη φαντασία στον πρώτο τόμο της νέας σειράς με τίτλο «Οι Αιώνιοι» Ο Μάρκο Κράλιεβιτς, ιστορικά γνωστός ως Μάρκο Μρνιάβτσεβιτς (1335-1395), γιος του Βούκασιν, ευγενούς επί εποχής του τσάρου Ντούσαν του Ισχυρού, υπήρξε μια ξεχωριστή μορφή στις παραδόσεις των βορείων Βαλκανίων. Ενα πρόσωπο που έχει εμπνεύσει μύθους και θρύλους, τραγούδια, παραμύθια και προφορικές αφηγήσεις στη Σερβία και στις γύρω περιοχές. «Τα παιδιά της πρώην Γιουγκοσλαβίας όμως δεν μαθαίνουν τον Μάρκο Κράλιεβιτς από τα βιβλία Ιστορίας. Όσοι γεννηθήκαμε στη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας πρωτακούσαμε για τον Μάρκο από τις οικογένειές μας. Καθόλου παράξενο, αφού πρόκειται για μια κεντρική μορφή τόσο της προφορικής όσο και της γραπτής λαϊκής παράδοσης της Σερβίας και της Βόρειας Μακεδονίας. Ο Μάρκο Κράλιεβιτς είναι ο μοναδικός ήρωας που έχει έναν ολόκληρο κύκλο από ποιήματα αφιερωμένα στη ζωή και στο θάνατό του – σύμφωνα με την τελευταία καταμέτρηση γύρω στα 300. Προσθέστε σε αυτά μύθους, θρύλους, πίνακες, θεατρικά και ναι, κόμικς, ε, αποκλείεται να μη μαθαίνατε κάτι για αυτόν. Και πόσο σπουδαίος ήρωας ήταν! Δυνατός, ατρόμητος, ένας αήττητος σχεδόν πολεμιστής – ταυτόχρονα όμως και βαθιά προβληματικός. Βίαιος και μέθυσος, ευερέθιστος και με απαίσιους τρόπους» γράφει ο Μάρκο Στογιάνοβιτς στον πρόλογο του πρώτου τόμου των «Αιώνιων» (μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου, εκδόσεις Jemma Press, 56 σελίδες). Και συνεχίζει αναπτύσσοντας τον παραλληλισμό του Κράλιεβιτς με μυθικές φιγούρες αλλά και με αντιήρωες των κόμικς: «Πρόκειται για το ίδιο μοτίβο στο οποίο βασίστηκε ο Ηρακλής και στο οποίο στράφηκε εκείνο το είδος του υπερήρωα της δεκαετίας του ’80 που αποδόμησε τον υπερήρωα. Δεν είναι περίεργο που ο Μάρκο Κράλιεβιτς είναι γνωστός σε όλα τα Βαλκάνια (όπως μου έχει πει ο φίλος μου Τάσος Ζαφειριάδης, μέχρι τραγούδια και ποιήματα έχουν γραφτεί για αυτόν στην Ελλάδα) και είναι επόμενο Σέρβοι, Βόρειοι Μακεδόνες και Βούλγαροι να τον θεωρούν ξεχωριστά δικό τους ήρωα, ανάλογα με το ποιον ρωτάς». Αυτός ο παράξενος ήρωας γίνεται πρωταγωνιστής σε μια φανταστική ιστορία που ξεκινά στη Βιέννη του 1791, κουβαλώντας το δώρο αλλά και την κατάρα να είναι αθάνατος. Ένας «αιώνιος» που περιδιαβαίνει τους αιώνες σαν βαμπίρ, συναντώντας βαμπίρ και πολεμώντας βαμπίρ. Έχοντας στο πλευρό του σε αυτόν τον πρώτο τόμο της σειράς έναν αινιγματικό Κινέζο, που φυσικά είναι κι αυτός βαμπίρ, και συμπρωταγωνιστή έναν βασανισμένο Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μότσαρτ που έχοντας πουλήσει την ψυχή του πασχίζει να ολοκληρώσει το «Ρέκβιεμ», αυτό που, όπως ο ίδιος ισχυρίζεται, «είναι, δίχως αμφιβολία, το καλύτερο έργο μου». Αυτόν τον διαρκή πόνο μιας αθανασίας που μπορεί να ακούγεται ως η μεγαλύτερη ευκαιρία της ζωής αλλά να εξελίσσεται ως ένα αδιάκοπο μαρτύριο περιγράφουν οι Στογιάνοβιτς, Νίκολιτς και Νενάντοβ σε ένα βιβλίο με υπέροχα σχέδια αλλά και βουτηγμένο στο αίμα και το σκοτάδι, που όπως φαίνεται θα έχει ακόμα πολλές συνέχειες, ανάλογες με τις πολλές περιπέτειες του Κράλιεβιτς στην πραγματική ζωή και τους αμέτρητους μύθους γύρω από την αντι-ηρωική προσωπικότητά του. Πηγή
  9. Μυστήρια Πράματα του Θανάση Πετρόπουλου λοιπόν. Ένα φολκλόρ κόμικ βουκολικού τρόμου που δημοσιεύεται στο socomic.gr και αυτή είναι μια παρουσίαση του πρώτου αλμπουμ, που κυκλοφόρησε το 2019 από την Jemma Press. κι αν τα παραμύθια της γιαγιάς δεν ήταν τελικά παραμύθια; Πριν από τα Μυστήρια Πράματα, ο Θανάσης Πετρόπουλος ήταν γνωστός για τα διάφορα comic strips του, όπως τα Πλασματικά Νούμερα, τα Καμμένα Βούρλα, τα συνεργατικά κόμικς Προτελευταίοι και Προτελευταίοι Ξανά με τον Αντώνη Βαβαγιάννη, αλλά και για τη συμμετοχή του σε διάφορες ανθολογίες. Μετά την κυκλοφορία τους, όμως, τα Μυστήρια Πράματα έγιναν σίγουρα η πιο δημοφιλής δουλειά του. Παρόλο που το άλμπουμ αυτό ξεκινάει με δύο μικρές ιστορίες (μία τετρασέλιδη και μία μονοσέλιδη), στη συνέχεια έχουμε μία πολυσέλιδη ιστορία, κάτι το οποίο επιχείρησε για πρώτη φορά. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του κόμικ: Κάποτε, όταν ο κόσμος και τα πράματα ήσαν απλά, η Ελλάδα ήταν ένας στοιχειωμένος τόπος. Ήταν γεμάτη ξωτικά, νεράιδες, καλικαντζάρους, τέρατα, δράκους των θησαυρών, στοιχειά των νερών, του βουνού και του κάμπου, γριές μάγισσες, εκδικητικούς αγίους και βρικόλακες που τριγυρνούσαν στο φως του ήλιου... Αυτό είναι ένα κόμικ για τα μυστήρια πράματα, γι’αυτούς που τα είδαν με τα μάτια τους και γι’ αυτούς που τα ‘βαλαν μαζί τους... Όπως καταλαβαίνετε, οι πρωταγωνιστές μας είναι αυτοί που τα είδαν με τα μάτια τους και τα 'βαλαν μαζί τους. Ο Ιρλανδός φιλέλλην περιηγητής (και comic relief guy της υπόθεσης) Σερ Ζάκαρυ Νίκολσον και ο Φιλήμων Καρτέρης, ερευνητής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τριγυρνούν στην ελληνική ύπαιθρο των τελών του 19ου αιώνα αναζητώντας διάφορα αλλόκοτα σκηνικά και βοηθώντας στην «επίλυσή» τους. Κάτι σαν τους τύπους από το Supernatural μάλλον (μόνο ένα επεισόδιο έχω δει), αλλά στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Κάτι επίσης πολύ ενδιαφέρον, είναι το γεγονός ότι η φιγούρα του Φιλήμονος Καρτέρη φαίνεται να έχει σχεδιαστεί με βάση τα χαρακτηριστικά του Νικολάου Πολίτη, λαογράφου και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος θεωρείται ως ο πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα. Υπάρχει άλλωστε και αφιέρωση στο εσώφυλλο του κόμικ: «Αφιερωμένο στη μνήμη του Νικολάου Γ. Πολίτη το έργο του οποίου ενέπνευσε αυτό το βιβλίο, στην ελληνική ύπαιθρο και στις ιστορίες της γιαγιάς δίπλα στο τζάκι». Άλλο ένα αγαπημένο ελληνικό κόμικ με μια πολύ καλή αρχική σκέψη και μια πολύ δυνατή εκτέλεση στη συνέχεια. Το πιο εντυπωσιακό, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι ο Πετρόπουλος κατάφερε να ταιριάξει το στυλ σχεδίου του (που δε φημίζεται για το βιρτουοζιλίκι) με ένα είδος, το οποίο το έχουμε ίσως συνδυάσει με πιο λεπτομερές σχέδιο.
  10. Λυκάνθρωποι στα βουνά της Ζήρειας Γιάννης Κουκουλάς Μια σύντομη περιγραφή της σειράς «Μυστήρια πράματα» του Θανάση Πετρόπουλου είναι «βουκολικός τρόμος στην ελληνική επαρχία του 19ου αιώνα». Η πραγματικότητα όμως είναι πάντα πιο περίπλοκη Στον πρώτο τόμο από τα «Μυστήρια πράματα», ο Θανάσης Πετρόπουλος («Πλασματικά νούμερα», «Καμένα Βούρλα», «Προτελευταίοι» σε συνεργασία με τον Αντώνη Βαβαγιάννη), εγκαινίασε ένα πρωτότυπο για τα ελληνικά κόμικς είδος. Τοποθέτησε την ιστορία του στην ανεξερεύνητη ελληνική επαρχία του τέλους του 19ου αιώνα, πρόσθεσε καλικάντζαρους, ξωτικά, νεράιδες, τέρατα, δράκους και άλλα πλάσματα των παραμυθιών, έχρισε πρωταγωνιστές τον «ερευνητή καθηγητή του Πανεπιστημίου των Αθηνών και ιδρυτή της Ελληνικής Λαογραφικής Εταιρείας» Φιλήμονα Καρτέρη και τον «Ιρλανδό φιλέλληνα, περιηγητή, ιππότη του Τάγματος του Μαύρου Σκύλου» Σερ Ζάκαρυ Νίκολσον και έπλασε τρομακτικές αφηγήσεις με φόντο αφιλόξενα δάση, ομιχλώδεις κάμπους, κρυμμένα χωριά και σκοτεινά αγροτόσπιτα. Στο δεύτερο μέρος με υπότιτλο «Λύκοι της Ζήρειας» (κυκλοφορεί όπως και ο πρώτος τόμος από τις εκδόσεις Jemma Press) κρατά τα βασικά συστατικά απαράλλαχτα και μεταφέρει τη δράση στις στοιχειωμένες πλαγιές της Ορεινής Κορινθίας του 1894. Σκαρώνει μόνο μία ιστορία (48 σελίδες) που οδηγεί τους δυο κυνηγούς μυστήριων και ανεξιχνίαστων γεγονότων στους γκρεμούς και το οροπέδιο της Ζήρειας εις αναζήτηση λύκων. Που δεν είναι όμως συνηθισμένοι και, αλίμονο στους ανθρώπους, δεν είναι τετράποδοι. Στα βασικά συστατικά βέβαια παραμένει και το χιούμορ, ιδιαίτερα στους διαλόγους των δυο φίλων που αλληλοσυμπληρώνονται: ο ένας, μορφωμένος και επιστήμονας που προσπαθεί να ερμηνεύσει λογικά, με τεκμήρια και στοιχεία τα μεταφυσικά φαινόμενα, ο άλλος πιο αποφασιστικός, μπρουτάλ και εμπειριστής που αναλαμβάνει πρωτοβουλίες. «Παρ’ όλους τους αστεϊσμούς… δεν σας λείπει το σμαραγδένιο σας νησί;» ρωτά ο Φιλήμονας Καρτέρης. Και ο Σερ Νίκολσον του απαντά: «Only all the time… Ενα από αυτά που μας αρέσουν να κάμουμε στην Ιρλανδία είναι να διηγούμεθα ιστορίες. Νομίζω πως θα επιστρέψω εκεί όταν θα έχω αρκετές να διηγηθώ και όταν το σώμα μου δεν θα με αφήνει καμιά πια να ζήσω παραπάνω. Unless… Εκτός βεβαίως εάν στο μεταξύ κάποια από αυτές τις ιστορίες με σκοτώσει, κύριε Καρτέρη. Οπότε και θα αναγκαστείτε να την διηγηθείτε εσείς!» Στα «Μυστήρια πράματα», αναβιώνουν μύθοι και θρύλοι της ελληνικής υπαίθρου όπως τους διηγούνταν οι γιαγιάδες και στοίχειωναν τη φαντασία των παιδιών αλλά και όπως μεταφέρονταν μέσω των προφορικών παραδόσεων, συντηρώντας και διαιωνίζοντας το αίσθημα φόβου απέναντι στη φύση και τα φαινόμενά της. Και ακριβώς επειδή αφορούν πολύ κοντινές μας περιοχές και εποχές, μας είναι οικείοι μέσα στην απόλυτη ανοικείωση που δημιουργούν οι φανταστικές ιστορίες. Οπως επισημαίνει και ο Αντώνης Βαβαγιάννης στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Τα Μυστήρια Πράματα μου φέρνουν στο μυαλό τα παλιά καλά περιπετειώδη κόμικς περιπτέρου, είναι κάτι σαν μια ανίερη συνεύρεση Τεντέν, Hellboy και Γκόλφως που σε ρουφάει και σε αφήνει να περιμένεις τη συνέχεια. Ε λοιπόν, η συνέχεια είναι επιτέλους εδώ με περισσότερους σκοτεινούς θρύλους και περισσότερα σατανισμένα ζώα. Απολαύστε το όπως θα απολάμβανε ένας βουρβόλακας ένα καλό λασπόλουτρο». Πηγή
  11. Ελασσόνα Θεσσαλίας, λίγα χρόνια πριν την επανάσταση του 1821. Ο Δήμος Καραμάνος, έχει εγκαταλείψει την ζωή του κλέφτη, και έχει γίνει οικογενειάρχης και αγρότης. Έχει εγκαταλείψει την παλιά του ζωή, η οποία όμως έρχεται πίσω και με το πρόσωπο του παλιού του καπετάνιου, τον μπλέκει πάλι σε κίνδυνο. Ο ένας από τα πέντε του παιδιά ερωτεύεται την κόρη του προύχοντα του χωριού και βρίσκεται σε άμεσο κίνδυνο. Τραγική εικόνα η γυναίκα του, η οποία θα αποτελέσει τον εύκολο στόχο των εχθρών του Καραμάνου. Περιφερειακά της ιστορίας, κινούνται πασίγνωστες φιγούρες της επόχης, όπως ο Αλή Πασάς, ο Αθανάσιος Διάκος, ο Γεώργιος Καραϊσκάκης, ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης και ο Ιωάννης Καποδίστριας. Στο κέντρο όμως, βρίσκεται πάντα ο Καραμάνος, τα παιδιά του και το ταξίδι του για εκδίκηση και απελευθέρωση Ότι πιο κοντινό, από πλευράς σύλληψης/στησίματος/απόδοσης, σε BD έχουμε στην Ελλάδα. Λένε ότι έχεις μόνο μια ευκαιρια να κάνεις καλή πρώτη εντύπωση, και ο Καραμπάλιος την έκανε. Μια ιστορία, η οποία, κατά δήλωση του, θα ολοκληρωθεί σε 6 τεύχη, από τα οποία έχουμε ήδη τα 3. Μια ιστορία η οποία κυλάει αβίαστα, χωρίς κολλήματα, χωρίς περιττές και μακρόσυρτες λεζάντες και περιγραφές. Ουσιαστικά, μια ιστορία οικογενειακής τραγωδίας, η οποία δεν πέφτει στην εύκολη παγίδα να αναλωθεί σε εθνικιστικές κορώνες. Και δεν πέφτει στην εξίσου εύκολη παγίδα να δώσει βάρος στους πασίγνωστους πρωταγωνιστές της ελληνικής ιστορίας του 19ου αιώνα, παρά παραμένει, στο κορμό της, μια κοινωνική ιστορία εκδίκησης, συγχώρεσης, ενηλικίωσης και αναζήτησης. Και όλα τα παραπάνω, συνοδευόμενο από το σχέδιο, το οποίο σε μερικά σημεία είναι τρομερά δουλεμένο, με πολύ καλή επιλογή χρώματος και πανέξυπνου στησίματος της κάμερας. Όταν είχα δει τις πρώτες (έξυπνα επιλεγμένες) σελίδες στο FB του δημιουργού, είχα ενθουσιαστεί. Όταν βέβαια αγόρασα και διάβασα το πρώτο τεύχος, προσγειώθηκα (όμαλά όμως). Γιατί, όπως και κάθε πρωτοεμφανιζόμενος δημιουργός, παρουσίασε κάποιες αδυναμίες, μελετώντας το σύνολο του πρώτου άλμπουμ. Ενώ σχεδιάζει υπέροχα τα πρόσωπα των ώριμων αντρών, έχει θέμα με τα παιδικά και τα γυναικεία πρόσωπα, αφήνοντας τα "γυμνά" από γωνίες και σκιές. Επίσης, ήταν εμφανές ότι κάποια καρέ δουλεύτηκαν πολύ περισσότερο από κάποια άλλα, κάνοντας το αποτέλεσμα λίγο άνισο. Στην πορεία, και διαβάζοντας το δεύτερο και το τρίτο τεύχος μαζί, διαπίστωσα ότι οι λεπτομέρειες ( και ειδικά η προσοχή σε αυτές ) και το στήσιμο των καρέ βελτιώθηκε σε εντυπωσιακό βαθμό, αλλά παρέμεινε το πρόβλημα με τα πρόσωπα αλλά και με το ρυθμό. Συνολικά μια ιδιαίτερα αξιόλογη προσπάθεια και αξίζουν συγχαρητήρια, τόσο στον Καραμπάλιο όσο και στην εκδοτική η οποία, για άλλη μια φορά, έβγαλε στην επιφάνεια ένα διαμαντάκι. Παρόλες τις αδυναμίες, ξεκινάει από πολύ υψηλότερο επίπεδο σε σχέση με τις περισσότερες ελληνικές δουλειές και, προσωπικά, θα περιμένω πολλά περισσότερα στο μέλλον!
  12. Έχουμε διαβάσει κόμικς αφιερωμένα στα...κόμικς, αφιερωμένα στους δημιουργούς κόμικς, αφιερωμένα στα συνέδρια κόμικς. Ε, ήρθε η ώρα να διαβάσουμε κι ένα κόμικ, αφιερωμένο στους ιδιοκτήτες κομικσάδικων. Ο βετεράνος δημιουργός Σπύρος Δερβενιώτης, βασιζόμενος σε αφηγήσεις του Φραγκίσκου Ζουταλούρη, ανέβασε στο Socomic μερικά μονοσέλιδα στριπάκια, που έχουν σαν κύριο θέμα την καθημερινότητα ενός τυπικού ιδιοκτήτη κομικσάδικου και τρελαμένου με τα κόμικς και τα οποία ήρθε το πλήρωμα του χρόνου να περάσουν από την οθόνη του υπολογιστή, στο χαρτί. Έτσι κι έγινε, λοιπόν, στο ComicDom 2017 (συγκεκριμένα στις 07/04). Υπεύθυνη γι΄αυτό είναι η JEMMA PRESS, η οποία δημιούργησε ένα τεύχος 52 σελίδων. Στις σελίδες 45-48 τα κείμενα επιμελήθηκε ο ίδιος ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης. Η έκδοση της JEMMA κυμαίνεται στα ίδια πλαίσια με τις υπόλοιπες εκδόσεις της. Το τεύχος έχει μαλακό εξώφυλλο, δεμένο με ράχη κι έχει διαστάσεις 16.5 x 24.0 cm. Το κόμικ, με εξαίρεση το εξώφυλλο είναι ασπρόμαυρο με ένα χαρτί που έχει μία μπεζ απόχρωση τεχνητής "παλαιότητας". Από το οπισθόφυλλο Η γνώμη μου Κόμικ του Σπύρου Δερβενιώτη + κόμικ που αφορά των κλάδο των κόμικς = Αυτό είχα στο μυαλό μου όταν ξεκίνησα να διαβάζω το άλμπουμ αυτό και στο τέλος δεν διαψεύστηκα ούτε στο ελάχιστο. Τα στριπάκια ήταν κωμικά και χαριτωμένα και βάζουν τον αναγνώστη αρκετά βαθιά στην κουλτούρα και στα μυστικά του επαγγέλματος του ιδιοκτήτη ενός κομικσάδικου. Μεταξύ αστείου και σοβαρού (εντάξει, πιο πολύ αστείου) αναλύονται καταστάσεις, θεωρίες επάνω στο αντικείμενο καθώς και είδη πελατών που επισκέπτονται ένα τέτοιο μαγαζί. Είναι μία σειρά που σίγουρα την ξεχωρίζω για το εύστοχο χιούμορ της. Είμαι περίεργος να μάθω την γνώμη του "Mr. JEMMA", Λευτέρη Σταυριανού, για το θέμα. Συμφωνεί, διαφωνεί, έχει ζήσει παρόμοιες καταστάσεις? Την επόμενη φορά που θα τον συναντήσω, θα τον ρωτήσω. Το σχέδιο είναι λιτό και χοντροκομμένο, με αρκετά εξώφυλλα γνωστών κόμικς να παρελαύνουν στις σελίδες. Προσωπικά δεν με πείραζε, ούτε και χρειαζόταν κάτι ιδιαίτερο, μιας και το "σενάριο" μιλούσε από μόνο του. Μία σύντομη παρουσίαση του κόμικ από το Comicdom
  13. Διάβασα μόλις το Scary Tales του Ζάχαρη και τρελάθηκα, οπότε είπα να κάνω αφιέρωμα στα καπάκια. Όπως θα γνωρίζετε οι περισσότεροι (αν όχι όλοι), πρόκειται για μια συλλογή από strips που δημοσιεύονται στο "Καρέ-Καρέ" της Εφημερίδας των Συντακτών. Ο Πάνος Ζάχαρης, λοιπόν, γνωστός περισσότερο για τη σειρά κόμικς "The Working Dead", καθώς και τις πολιτικές του γελοιογραφίες, κάνει εδώ ένα διαφορετικό "take" στα γνωστά μας παραμύθια, συνδυάζοντάς τα με την (πολιτική κυρίως) επικαιρότητα, δίνοντας έτσι μια διαφορετική, εκμοντερνισμένη οπτική των κλασικών παραμυθιών που δε μοιάζει και τόσο ειδυλλιακή τελικά. Σε αυτά τα «τρομακτικά παραμύθια» λοιπόν, καυτηριάζονται οι πολιτικές της φτώχειας, της ανεργίας, των μνημονίων, ο ρατσισμός, ο σεξισμός. Επίσης, η ανασφάλεια, το προσφυγικό, αλλά και η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος είναι ακόμα μερικά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Ζάχαρης. Είναι δηλαδή εμφανές το ιδεολογικό πρόσημο του δημιουργού, αφού η θέση που παίρνει απέναντι στα συγκεκριμένα προβλήματα είναι ξεκάθαρη. Το γουρουνάκι που έχτισε το σπίτι του με δάνειο, η Κοκκινοσκουφίτσα που χρειάζεται επειγόντως τη σύνταξη της γιαγιάς της μπας και μπορέσει να πάει σουπερμάρκετ, η κακιά μάγισσα που έκανε το ζαχαρένιο σπίτι της Air BnB είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες των «παραμυθιών» του Ζάχαρη. Προσωπική μου αδυναμία είναι μάλλον τα strips που έχουν να κάνουν με πρόβατα, λύκους και κατσικάκια. Μπορώ να πω ότι ο Πάνος Ζάχαρης είναι από τους αγαπημένους μου Έλληνες δημιουργούς και το Scary Tales το λάτρεψα. Γέλασα πάρα πολύ με τα χιουμοριστικά strips (υπάρχει και αρκετή μαυρίλα σε άλλα βέβαια) και πάντα με κάνει να αναφωνώ «πού τα σκέφτεται ρε ο κερατάς»! Πραγματικά θα ήθελα πολύ να έχω αντίστοιχα γαμάτες ιδέες για τα imaginary κόμικς που φτιάχνω στο μυαλό μου. Επίσης, είχα την τύχη να κάνω μια ωραία συζήτηση μαζί του κάποια στιγμή που είχε ένα signing στο ComicStrip όταν κυκλοφόρησε το "Working Dead...And..." (λογικά 2019 είχαμε τότε) και είναι πολύ ενδιαφέρων τύπος γενικά.
  14. Μπορεί φέτος να μην έχει κάλαντα αλλά έχει Giveaway! Για το χριστουγεννιάτικο 3o πακέτο το comicstreet.gr και το comicstrip.gr προσφέρουν το τελευταίο Λουκυ Λουκ - Μπελάδες στις φυτείες των εκδόσεων Μαμούθ και το Berlin - Πρώτος Θάνατος των Αθανασιάδη και Κούρτη των εκδόσεων Jemma Press. Πείτε μας ποια κόμικ σκοπεύετε να αγοράσετε ή να διαβάσετε από το νέο έτος στο θέμα αυτό και αυτομάτως έχετε μια συμμετοχή. Η κλήρωση θα πραγματοποιηθεί με το commentpicker.com την Κυριακή 27/12/2020 και ο τυχερός θα λάβει τα κόμικ του ταχυδρομικά. Έγκυρες συμμετοχές λαμβάνονται από τα ποστ που θα γίνουν έως και το Σάββατο 26/12/2020 στις 23:59. Θα ακολουθήσουν και άλλα πακέτα! Όσα μέλη ανήκουν στην κατηγορία Founders, δεν συμμετέχουν στο GiveAway Το GiveAway πραγματοποιείται με τη συνέργεια του Starcomics και του Comicstrip
  15. Η επόμενη μετά το "Ροντέο" εμφάνιση του Τεξ Γουίλερ στην Ελλάδα ήρθε 17 ολόκληρα χρόνια μετά την αναστολή έκδοσης του προαναφερθέντος περιοδικού. Και η αλήθεια είναι, ότι ήταν ένα ευχάριστο, πάρα πολύ ευχάριστο σοκ για τους αναγνώστες: όχι μόνο ήταν ένας χορταστικός τόμος 240 σελίδων, αλλά έφερε και τη σχεδιστική υπογραφή ενός θρύλουν των κόμικς, του Joe Kubert, που στην Ελλάδα είχε γίνει γνωστός κυρίως από τον "Ταρζάν" του Δραγούνη. Το σενάριο υπογράφει ο Claudio Nizzi, που υπήρξε τακτικός σεναριογράφος του "Τεξ", αλλά και πολλών άλλων ιταλικών κόμικς. Το σενάριο είναι τυπικό για σπαγγέτι γουέστερν και αφηγείται μαι ιστορία εκδίκησης, ξεκαθαρίσματος λογαριασμών και δικαίωσης με κάποιες αναπόφευκτες (δυστυχώς) σεναριακές ευκολίες, που δεν καταδικάζουν το κόμικ, αλλά σίγουρα δεν του επιτρέπουν να κάνει το βήμα παραπάνω και να απογειωθεί. Αν και η ιστορία δεν είναι ακριβώς αξιομνημόνευτη, οι φίλοι των γουέστερν θα ικανοποιηθούν απόλυτα, αφού το κόμικ βαδίζει σε ασφαλή και δοκιμασμένα μονοπάτια. Φυσικά, το μεγάλο ατού του κόμικ είναι το σχέδιο του Κούμπερτ, που δεν έχει χάσει τίποτα από το δυναμισμό του και αναδεικνύεται υπέροχα μέσα στο ασπρόμαυρο. Δεν έχει νόημα να γράψω κάτι παραπάνω, ο άνθρωπος είναι ένας από τους κορυφαίους σχεδιαστές στην ιστορία των κόμικς: η γραμμή του και το στήσιμο των καρέ υπήρξαν επαναστατικά και έχουν επηρεάσει αμέτρητους άλλους σχεδιαστές. Το κόμικ κυκλοφόρησε στην Ιταλία το 2001 ως Tex - Albo Speciale # 15 και στη συνέχεια από την SAF Comics το 2005 ως Tex - The Lonesome Rider. Ο εκδότης της SAF (Strip Art Features) Comics, Ervin Rustemagić, είναι Βόσνιος εκδότης και προσωπικός φίλος του Κούμπερτ, αφού πάνω στα δικά του φαξ ο τελευταίος έγραψε και σχεδίασε το κόμικ "Φαξ από το Σεράγεβο", που κυκλοφόρησε πρόσφατα στα ελληνικά. Ήταν όμως και αυτός, που έπεισε τον Κούμπερτ να εμπλακεί σε αυτό το σχέδιο και ανέλαβε να το εκδώσει και στα αγγλικά. Το κόμικ κυκλοφόρησε και από την Dark Horse Comics σε μια έκδοση, που νομίζω, ότι έχει πλέον εξαντληθεί και κοστολογείται πολύ ακριβά. Η έκδοση της Jemma είναι, για μια ακόμη φορά, απλά υποδειγματική: εξαιρετική επιμέλεια και μετάφραση, ωραίο χαρτί, γερό δέσιμο, αλλά και πολλά επιπλέον στοιχεία, όπως εισαγωγή από τον Rustemagić, βιογραφικά και συνέντευξη του Κούμπερτ. Μπορείτε πλέον να το βρείτε στο σάιτ της εκδοτικής σε τόσο χαμηλή τιμή, που δεν δικαιολογείται να μην το αγοράσετε, εκτός εάν δεν σας αρέσουν καθόλου τα γουέστερν. Το σκανάρισμα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγινε από εμένα, οι εσωτερικές σελίδες είναι από το Ίντερνετ. Πληροφορίες για τον Τεξ στο θέμα του "Ροκ"
  16. Παραφυσικό και νεονουάρ στο Βερολίνο Γιάννης Κουκουλάς Εκατομμύρια ψυχές συνωστίζονται στα σοκάκια μιας βροχερής, αφιλόξενης και απειλητικής μητρόπολης. Μία από αυτές πασχίζει να λύσει ένα μυστήριο κόντρα σε γκάνγκστερ, απέθαντους, μοιραίες γυναίκες και τρομακτικά τέρατα. Στην Μπερλίν που δεν ξημερώνει ποτέ Το νουάρ αφήγημα δεν τελειώνει ποτέ. Εδώ και σχεδόν έναν αιώνα αποδεικνύεται ανθεκτικό και ευέλικτο. Προσαρμόζεται στην εποχή και ανοίγεται σε ποικιλίες που μπορούν να το καθιστούν επίκαιρο, ενδιαφέρον και σαγηνευτικό. Μια τέτοια νουάρ ιστορία φιλοτεχνούν οι Κυριάκος Αθανασιάδης στο σενάριο και Νικόλας Κούρτης στα σχέδια στο «Berlin, ο πρώτος θάνατος» (εκδόσεις Jemma Press, 112 σελίδες), το πρώτο μέρος μιας σειράς που, απ’ ό,τι φαίνεται και όπως δηλώνουν οι συντελεστές της, αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες. Στις νουάρ αφηγήσεις υπάρχουν κατά κανόνα κάποια βασικά συστατικά που γύρω τους στήνεται η πλοκή. Λιγόλογοι ντετέκτιβ με αινιγματικό παρελθόν και σκοτεινό παρόν, ένα έγκλημα, ένα μυστήριο, μοχθηροί κακοποιοί, μοιραίες γυναίκες, ατυχείς έρωτες, αλκοόλ, καπνός κ.ά. Πολλά από αυτά τα συστατικά αξιοποιούν και ενσωματώνουν οι Αθανασιάδης και Κούρτης στο «Berlin». Μπολιάζοντάς τα όμως με παραφυσικά στοιχεία και συστατικά της λογοτεχνίας τρόμου με έναν εντελώς πρωτότυπο τρόπο. Και τοποθετώντας την ιστορία τους σε μια πόλη που λέγεται Βερολίνο αλλά με μια σειρά από ευφυείς αναχρονισμούς που συνδυάζουν στοιχεία του παρελθόντος (αυτοκίνητα, ενδύματα, όπλα κ.ά.) και ενός ασαφούς, δυστοπικού μέλλοντος, με τον υπερπληθυσμό να έχει ξεφύγει από κάθε όριο και τα θηριώδη αρχιτεκτονήματα να ρίχνουν παντού βαριά τη σκιά τους. «Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη όπου την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών» όπως περιγράφεται στο οπισθόφυλλο της έκδοσης. Η τσακισμένη «ψυχή» που έχει τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο «Berlin» είναι ο Ράντολφ Κάρτερ, ένας μοναχικός και ξεπεσμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ που ζει στην παρακμή, ξοδεύοντας στο ποτό τα λιγοστά χρήματα που κερδίζει από ασήμαντες υποθέσεις και μικροαπάτες. Ούτε ο ίδιος περιμένει ότι θα αναλάβει κάτι μεγάλο που θα αλλάξει τη ζωή του, τη διάθεσή του και την οικονομική του θέση. Όπως ο ίδιος συλλογίζεται: «Είναι εύκολο να πεθάνεις στην Μπερλίν. Υπάρχουν πολλοί τρόποι. Κάθε μέρα βρίσκουμε και μερικούς ακόμα. Και είναι φορές που απλώς σηκώνουμε τα χέρια ψηλά. Δεν αξίζει να παλέψεις. Απλώς δεν αξίζει». Και ξαφνικά, ανάμεσα στους καπνούς, τα ποτά και τα μπιλιάρδα του μπαρ Los Antiguos, εμφανίζεται η «λύση» στα προβλήματά του. Μια μεγάλη υπόθεση περιμένει τον Κάρτερ. Αλλά όπως πάντα συμβαίνει στα νουάρ αφηγήματα, τα πράγματα δεν θα είναι εύκολα. Γιατί παντού παραμονεύουν κίνδυνοι. Μεταλλαγμένοι ανθρωποφάγοι βάτραχοι, ένα τέρας των υπονόμων, ξάδελφος του Κθούλου, ζόμπι από τα ναρκωτικά, απέθαντοι με σουβλερά δόντια, μπράβοι με γυαλιστερά όπλα. Κι όλα αυτά σε ένα τρομακτικό περιβάλλον που αποδίδει ιδανικά με τα υπέροχα σχέδιά του ο Νικόλας Κούρτης, με μακρά εμπειρία στο φανταστικό, από τη χρυσή εποχή της «Βαβέλ» κιόλας. Κτίρια που παραπέμπουν στον γερμανικό εξπρεσιονισμό και τη «Μητρόπολη» του Φριτς Λανγκ, γοτθική αρχιτεκτονική με ρόδακες και δαιμονικές μορφές απειλητικών γκαργκόιλς, βγαλμένων από τους επιβλητικούς ναούς της βόρειας Ευρώπης, βροχερά και ανήλιαγα πολύβουα δρομάκια από το «Blade Runner», ναυτιλιακές εταιρείες με το όνομα Leviathan, ουρανοξύστες που η κορυφή τους χάνεται στον ουρανό ως ιδανικοί τόποι για μεγαλοπρεπείς πτώσεις, υγροί και βρομεροί υπόνομοι γεμάτοι κινδύνους, κατσαρίδες και αρουραίους συνθέτουν την Berlin, μια πόλη που ποτέ δεν κοιμάται γιατί πάντα από τα σπλάχνα της ακούγονται πυροβολισμοί και κραυγές. Κι όπως μονολογεί ο Ράντολφ Κάρτερ: «Ο καθένας μπορεί να χαθεί μέσα στην Μπερλίν. Ζούμε πολλοί εδώ πέρα. Όσοι ζούμε, τέλος πάντων. Γιατί πρέπει να υπολογίσεις και τους υπόλοιπους. Πόσοι να είμαστε; Δέκα; Πενήντα; Εκατό εκατομμύρια; Κανείς δεν το ξέρει. Γι’ αυτό και ο καθένας μπορεί να χαθεί εύκολα μέσα στην Μπερλίν. Είτε για καλό, είτε για κακό. Όχι σπάνια, μπορεί να χαθείς ακόμη και από τον εαυτό σου». Πηγή
  17. Θανάσης Καραμπάλιος: «Πρέπει να αντιπαλέψουμε το σκοτάδι» Ο βραβευμένος Λαρισαίος εικονογράφος μιλάει για τα comics, την επέτειο της ελληνικής επανάστασης και την επικίνδυνη ακροδεξιά ατζέντα της καθημερινότητας Του Μενέλαου Κατσαμπέλα O Θανάσης Καραμπάλιος γεννήθηκε το 1983 στο Παλαιόκαστρο Ελασσόνας, όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια. Το 2007 φοίτησε στην σχολή COMINK στην Θεσσαλονίκη. Η πρώτη του δουλειά είναι η σειρά 1800 (τεύχος 1. Πατέρας, 2. Ελένη, 3. Αγία Μαύρα, 4. Χάκι), που κυκλοφορεί από την jemma press, μια μυθοπλασία τοποθετημένη στην ελληνική πραγματικότητα της περιόδου των αρχών του 19ου αιώνα. Σε λίγο καιρό, θα κυκλοφορήσει το 5ο τεύχος της σειράς. Οι εικονογραφημένες ιστορίες του, προϊόν επισταμένης έρευνας και μελέτης της ιστορίας εκείνης της περιόδου, απέχουν από την επίπλαστη εικόνα που παρέχουν οι εθνικοί μύθοι με τους οποίους μεγαλώσαμε και καταθέτουν μία πολύ περισσότερο πειστική πραγματικότητα. Το 2019, στο πλαίσιο των ελληνικών βραβείων, η ακαδημία κόμικ του απένειμε τον τίτλο του καλύτερου πρωτοεμφανιζόμενου καλλιτέχνη. Έχει συμμετάσχει σε πολλές εκθέσεις, που σήμερα, εξαιτίας των περιοριστικών μέτρων της πανδημίας, του λείπουν πολύ. Ζει και εργάζεται στη Λάρισα. Η συζήτηση με τον Θανάση Καραμπάλιο, εκτός από τη δουλειά του, επεκτείνεται και σε ζητήματα της κοινωνικής επικαιρότητας, στα οποία παρουσιάζεται ιδιαίτερα ευαισθητοποιημένος. Αναλυτικά η συνέντευξη έχει ως εξής: Είμαστε σε αναμονή του 5ου μέρους του 1.800, της σειράς που σε έφερε στο προσκήνιο και σε καταξίωσε στον χώρο. Πώς εξηγείς αυτή την επιτυχία και πώς την βιώνει ένας δημιουργός που πήρε ένα μεγάλο επαγγελματικό ρίσκο για να της αφοσιωθεί; Το πέμπτο μέρος της σειράς τρέχω να προλάβω ώστε να το έχουμε προς το τέλος του Γενάρη. Δεν ξέρω αν με καταξίωσε το 1800 στο χώρο, πάντως σίγουρα μου άλλαξε τη ζωή. Έχω προσπαθήσει πολλές φορές να σκεφτώ που οφείλεται η επιτυχία του. Ίσως να κάλυψα ένα κενό ή έχει να κάνει με το πώς προσέγγισα το θέμα. Δεν ανέδειξα την εθνικιστική του οπτική και ρητορεία και προσπάθησα να δω την εποχή μέσα από την κοινωνία. Πώς ήταν δηλαδή ο ελλαδικός χώρος στην Οθωμανική αυτοκρατορία; Πως ζούσε το ραΐ, δηλ. το κοπάδι, οι απλοί άνθρωποί ; Τι ήταν αυτό που έβγαζε τους ανθρώπους στο βουνό; Αυτά ήταν που με οδήγησαν στην ιστορία μου. Πως βιώνω τώρα την επιτυχία ως δημιουργός; Με το 1800 μπορώ να δουλέψω ως εικονογράφος πλέον και να κάνω το όνειρό μου πραγματικότητα. Από παιδί ονειρευόμουν να κάνω κόμικς και να δημιουργώ. Πριν το 1800 δούλευα κυρίως ως σερβιτόρος, εργάτης και σε αρκετές άλλες δουλειές. Τα άφησα όλα αυτά, ήταν ρίσκο αλλά προς το παρόν φαίνεται να πηγαίνει καλά. Με το 1800 μετέφερες την καθημερινότητα της προεπαναστατικής Ελλάδας, εμπλέκοντας και ορισμένους από εκείνους που τελικά πρωταγωνίστησαν στην Επανάσταση. Σε λίγες μέρες ξεκινάει το 2021, συμπληρώνονται 200 χρόνια από την έναρξη της Επανάστασης και η Πολιτεία διοργανώνει πλήθος εκδηλώσεων, μέσω των οποίων θα διαιωνιστούν οι γνωστοί εθνικοί μύθοι και τα στερεότυπα που συχνά απέχουν από την πραγματικότητα. Επειδή γνωρίζω πως για τη δημιουργία του 1800 διάβασες πολύ και αναζήτησες ιστορικές πηγές, πως σχολιάζεις τους επικείμενους εορτασμούς της επετείου από το 1821; Η χώρα και ο λαός μας είναι σε μια πολύ δύσκολη περίοδο. Μην ξεχνάμε ότι βιώνουμε μία οικονομική κρίση που κάθε χρόνο πάει και χειρότερα. Όποια σημάδια ανάκαμψης πήγαν να φανούν, αποτελειώθηκαν με την έλευση του κορωνοïού. Κάπως έτσι ήταν τότε και η Ελλάδα, ή για να πούμε πιο σωστά η Οθωμανική αυτοκρατορία. Σε έναν κόσμο που άλλαζε (βιομηχανική επανάσταση) η κεντρική εξουσία απαγόρευε την πρόοδο (φεουδαρχικό σύστημα των Οθωμανών), καταδικάζοντας τον λαό σε φτώχεια. Δες το σήμερα στη χώρα μας. Ποιος μπορεί να επενδύσει σοβαρά σε μια χώρα που ούτε τον προϋπολογισμό της δεν μπορεί να βγάλει ανεξάρτητα; Όπως και στην Οθωμανική αυτοκρατορία κάποιοι Έλληνες κέρδιζαν και φτιάξανε περιουσίες, έτσι και τώρα κάποιοι ολιγάρχες κερδίζουν. Οι Οθωμανοί αντικαταστάθηκαν από τους Δανειστές και οι Κοτζαμπάσηδες και οι Φαναριώτες από τους σημερινούς ολιγάρχες. Και μέσα σε όλα αυτά αποφασίζουμε να στήσουμε πανηγύρι για τα 200 χρόνια. Και με ποιον; Την Αγγελοπούλου. Θυμόμαστε πως κατέληξε την προηγούμενη φορά; Και βλέποντας τις αποχωρήσεις κάποιων σοβαρών ανθρώπων από την επιτροπή και ειδικά της κας Ευθυμίου, όποιες αμφιβολίες είχα γίναν βεβαιότητες. Θα στηθεί ένα κιτς πανηγύρι που θα το πληρώσουμε πολύ ακριβά. Περισσότερο από τους Ολυμπιακούς, φοβάμαι. Από τη δική σου πλευρά πως θα «τιμήσεις» την επέτειο; Μέχρι πότε θα φτάσεις στο χρόνο; Θα τελειώσω μάλλον τον Απρίλιο του 2021 τον πρώτο κύκλο του 1800, τον προεπαναστατικό. Ο δεύτερος αφορά την επανάσταση μέχρι την έλευση του Καποδίστρια. Αυτός όμως θα ξεκινήσει το 2022. Έχω αποφασίσει και με την σύμφωνη άποψη του εκδότη να μην μπω στην περίοδο της επανάστασης το 2021. Και οφείλω να ευχαριστήσω τον Λευτέρη Σταυριανό, εκδότη της JEMMA PRESS, γι’ αυτό. Κάποιος άλλος θα προσπαθούσε να αρμέξει ότι μπορεί. Δεν αντιμετωπίζω το 1800 σαν «αρπαχτή» και χάρηκα που και ο εκδότης μου δεν το βλέπει έτσι. Μεσούσης άλλης μίας καραντίνας, υποθέτω ότι η κατάσταση σου επιτρέπει να ασχοληθείς περισσότερο με τη δουλειά σου, αλλά υπάρχουν μια σειρά άλλες εκδηλώσεις που έχουν αναβληθεί ή και ματαιωθεί. Αλήθεια, δε σου λείπουν τα διάφορα φεστιβάλ και η επικοινωνία με το πολύχρωμο κοινό των comics; Δυστυχώς εμένα η καραντίνα έριξε τους ρυθμούς μου. Μ’ έχει επηρεάσει ψυχολογικά και αυτό έχει αντίκτυπο στην δουλειά μου. Το ότι έχουν αναβληθεί όλες οι εκδηλώσεις έπληξε την τσέπη μου και γενικότερα και όλο τον κλάδο. Η ελληνική σκηνή κόμικς, καλλιτέχνες και εκδότες, υποφέρουν. Γίνονταν τέσσερα μεγάλα φεστιβάλ σε Αθήνα και Θεσσαλονίκη τα οποία όλα ακυρώθηκαν. Το δικό μας, το LACOMIC FESTIVAL, ήταν το τελευταίο που πρόλαβε να γίνει στα τέλη Φεβρουαρίου. Η ελληνική σκηνή κόμικς είναι μια κοινότητα διαφορετικών ανθρώπων με κοινό γνώρισμά τους το πάθος τους για τα κόμικς. Αυτή η κοινότητα έχει διαλυθεί προσωρινά. Τα φεστιβάλ ήταν το σημείο συνάντησης και αυτό όντως μου λείπει πολύ. Να συναντιέμαι με συναδέλφους, να βλέπω νέες δουλειές, να γνωρίζω ανθρώπους που διαβάζουν τη δουλειά μου. Συμμετείχες στην καμπάνια «Βάλτους Χ», τον μαύρο χάρτη της ρατσιστικής βίας στην Αθήνα. Είχαμε πρόσφατα την ιστορική καταδίκη της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης, αν και κάποιοι από τους ηγετίσκους της είναι ακόμα ελεύθεροι. Ξεμπερδέψαμε με το φάντασμα του ρατσισμού στον τόπο μας ή ήταν μόνο μια καλή αρχή; Ναι συμμετείχα και είμαι πολύ περήφανος γι’ αυτό. Όπως είμαι περήφανος και για τον κλάδο μου. Δεν νομίζω ότι θα καταφέρεις να βρεις ακροδεξιό δημιουργό στην Ελλάδα. Η απόφαση είναι όντως ιστορική και είναι μια καλή αρχή, όμως δυστυχώς δεν έχουμε ξεμπερδέψει ακόμα. Η ακροδεξιά ρητορική έχει επικρατήσει, δεν μιλάω για νεοφιλελευθερισμό ή έστω δεξιό λόγο, μιλάω για καθαρά ακροδεξιά ατζέντα. Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης είναι ακροδεξιός, όσο κι αν θέλει να το ξεχάσουμε, έχουμε τσεκουράτους υπουργούς. Όλοι οι «δήθεν» φιλελεύθεροι κυβέρνηση διαπνέεται από μία ακροδεξιά αντίληψη. Με πρόσχημα την πανδημία και την δημόσια υγεία έχουμε μπει σε επικίνδυνα μονοπάτια. Πολύ σκοτάδι. Πρέπει να το αντιπαλέψουμε όπως μπορούμε, ο καθένας από το μετερίζι του, αλλά και συλλογικά. Πηγή
  18. «Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει “πάσο”» Γιάννης Κουκουλάς Με φόντο τη δολοφονία του Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου και την Αθήνα να βράζει, ένας αστυνομικός ερευνά μια σειρά από στυγερά εγκλήματα. Μια γυναίκα και μια τράπουλα κρύβουν τις απαντήσεις Το πρώτο θύμα ήταν ένας μεγαλοδικηγόρος. Βρέθηκε νεκρός με το 10 κούπα στο στόμα του. Λίγο αργότερα δολοφονείται ένας υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών με έναν βαλέ σπαθί στη θέση της ξεριζωμένης καρδιάς του. Ακολουθούν κι άλλα πτώματα με την ντάμα καρό και τον ρήγα μπαστούνι να τα συνοδεύουν. Ο άσος, όμως, αργεί να φανεί. Και ο Χάρης, ένας εσωστρεφής και λιγομίλητος αστυνομικός που ερευνά ανθρωποκτονίες, πασχίζει να προβλέψει το επόμενο θύμα. «Η Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» (εκδόσεις Jemma Press) της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένη στο ομώνυμο διήγημα του Ratchet, αποτελεί μια σύντομη αλλά γεμάτη αγωνία και συναίσθημα ιστορία για έναν παθιασμένο και βουτηγμένο στα μυστικά και στο αίμα έρωτα. Οκτώ χρόνια μετά την «Τσακισμένη Αυγή», η Οθωναίου, που κάθε Σάββατο περιγράφει απολαυστικά, χιουμοριστικά και σαρκαστικά στιγμιότυπα από συνεδρίες στον καναπέ του ψυχολόγου στην τελευταία σελίδα του Καρέ Καρέ, επιστρέφει σε μια μεγάλη αφήγηση που εξελίσσεται στους αφιλόξενους δρόμους της βροχερής και σκοτεινής σύγχρονης Αθήνας. Ή μήπως η βροχή και το σκοτάδι βρίσκονται μόνο στο μυαλό του πρωταγωνιστή; Που νιώθει εγκλωβισμένος και παραδομένος στο κυνήγι ενός «φαντάσματος»; Θαρρείς μαζοχιστικά, συνεχίζει να αναζητά την αλήθεια έστω κι αν αυτή μπορεί να είναι οδυνηρή. Κοιμάται και ξυπνά σε έναν εφιάλτη απ’ τον οποίο δεν μπορεί να ξεφύγει, με έναν πονοκέφαλο «βαρύ και πορτοκαλί», σε μια πνιγηρή και υγρή ατμόσφαιρα, πάντα ένα βήμα πίσω από τις κινήσεις της αινιγματικής «Γυναίκας με τα Τραπουλόχαρτα» που πότε λέγεται Ηλέκτρα, πότε Τζούλι, πότε Κατερίνα, στον απόηχο της εξέγερσης για τον Αλέξη. Τα σχέδια της Οθωναίου συμβαδίζουν απόλυτα με το κλειστοφοβικό κλίμα προσμονής από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Συχνά εξπρεσιονιστικά, βουτηγμένα σε βαριές μαύρες σκιές και διάσπαρτα από χρωματικούς «λεκέδες» και φαινομενικά παράταιρες πιτσιλιές, αντανακλούν ψυχικές διαθέσεις και ασταθείς ισορροπίες. Χρησιμοποιώντας δεξιοτεχνικά τα βασικά συστατικά της συνταγής των νουάρ αφηγήσεων και τοποθετώντας τα πρόσωπά της σε μια διαρκή νύχτα που ακόμα κι όταν τελειώνει, το σκοτάδι παραμένει, η Οθωναίου παρουσιάζει τον «τέλειο» έρωτα για να τον απομυθοποιήσει. Οι υποσχέσεις, τα όνειρα, τα μεγάλα λόγια («Τίποτα δεν μπορεί να με πάρει μακριά σου. Τίποτα. Το κατάλαβες;») αποσυντίθενται και χάνουν το νόημά τους κάτω από το βάρος διαταραγμένων ψυχισμών, σε μια σχέση που και τα δύο μέλη έχουν ασυνείδητα αποδεχτεί το ατελέσφορο και το λανθασμένο επικαλούμενα ψευδώς το «όνομα του πατρός». Σ’ αυτό το ψυχολογικό αδιέξοδο, η «Γυναίκα με τα Τραπουλόχαρτα» συνεχίζει να ποντάρει μέχρι να πάρει κάποιος την απόφαση να πει «πάσο» ή να σταματήσει την παρτίδα. Πηγή
  19. "Ο μεγαλοδικηγόρος Μαρίνος Ταχτσίδης βρίσκεται στριμωγμένος μέσα στο ψυγείο του διαμερίσματος του νεκρός, με ένα τραπουλόχαρτο στο στόμα. 10 κούπα. Ο Σταύρος Καλιάτης, υποψήφιος καθηγητής στην Καλών Τεχνών, δολοφονείται μια βδομάδα αργότερα. Η καρδιά του λείπει. Στη θέση της, ο βαλές σπαθί. Ακολουθεί η ντάμα καρό. Ξημερώνει Δεκέμβρης του 2008. Η Αθήνα παίρνει φωτιά, και η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα δεν παίρνει τη δημοσιότητα που ίσως επιθυμούσε. Οι φόνοι σταματούν λες και είχε αλλάξει ξαφνικά γνώμη. Αλλά όχι. Ποτέ δεν είχε ξεστομίσει «πάσο». Απλά, εδώ και δεκαοχτώ μήνες, κοίταζε τα χαρτιά της και έπαιζε με τις μάρκες της πριν συνεχίσει να τα χώνει." Η Γυναίκα Mε Tα Τραπουλόχαρτα είναι το τελευταίο κόμικ της Αλέξιας Οθωναίου, βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Ratchet. Πρόκειται για ένα σφιχτοδεμένο νεονουάρ, με φόντο την Αθήνα του 2008. Πρωτοδημοσιεύτηκε ως webcomic στο Socomic.gr πριν πάρει το δρόμο του για το τυπογραφείο για τις εκδόσεις Jemma Press. Πρωταγωνιστής είναι ένας αστυνομικός που συζεί με την κοπέλα του και καλείται να εξιχνιάσει μια σειρά άγριων φόνων. Η υπογραφή της δολοφόνου είναι ένα τραπουλόχαρτο που αφήνει πάνω (ή μέσα) στα νεκρά σώματα. Τα στοιχεία έχουν οδηγήσει την αστυνομία να δώσει στη δολοφόνο το παρατσούκλι "¨Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα". Καθώς ξημερώνει ο Δεκέμβρης του 2008 κι η Αθήνα συγκλονίζεται από τη δολοφονία του Αλέξη Γρηγορόπουλου, το δολοφονικό μένος της Γυναίκας με τα τραπουλόχαρτα μοιάζει να έχει υποχωρήσει. Οι φόνοι δείχνουν να έχουν σταματήσει, αλλά τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Ο αστυνομικός, παγιδευμένος στα προσωπικά του αδιέξοδα, προσπαθεί να ανακαλύψει τη δολοφόνο, που δείχνει να είναι μόνιμα ένα βήμα μπροστά απ' αυτόν. Πρόκειται για ένα προσεγμένο crime κόμικ που κερδίζει τον αναγνώστη από τις πρώτες σελίδες. Παρά το μικρό του μέγεθος, καταφέρνει να δημιουργήσει αληθοφανείς χαρακτήρες, χωρίς να λειτουργεί εις βάρος την πλοκής, ώστε να δείχνει βιαστική. Οι διάλογοι είναι φυσικοί και αβίαστοι. Το αποτέλεσμα είναι πολύ ενδιαφέρον, χωρίς όμως να ξεφεύγει από τα κλισέ - ο κατεστραμμένος ντετέκτιβ, η γυναίκα παγίδα. Αυτό όμως δεν κάνει το κόμικ να δείχνει παλιακό. Σέβεται τις καταβολές του και τις ξεδιπλώνει με μια φρέσκια προσέγγιση, καθώς όλα φιλτράρονται ταυτόχρονα από την έκρυθμη κοινωνική συνθήκη, της εποχής που διαδραματίζεται. Η Αθήνα βρίσκεται σε εξεγερσιακό πυρετό και το αντιμπάτσικο αίσθημα είναι έκδηλο. Ο πρωταγωνιστής δεν είναι ένας καλός, αλλά ταλαίπωρος μπάτσος που ψάχνει ένα δολοφόνο για να σώσει αθώες ζωές. Ανήκει στη φυλή των δολοφόνων, των κοινωνικά μισητών. Το κυνήγι της γυναίκας με τα τραπουλόχαρτα μοιάζει με μια προσωπική αποστολή, για να σώσει πρωτίστως την ψυχή του. Η Αλέξια Οθωναίου, παίρνει μια μικρή και ενδιαφέρουσα αστυνομική ιστορία και της δίνει μια νέα πνοή, μέσα από το ιδιαίτερο σχέδιο της και τη μουντή χρωματική παλέτα. Η αποτύπωση της κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας και η διάχυτη μελαγχολία στο σχεδιασμό του κόμικ, του δίνουν ξεχωριστό χαρακτήρα. Συνολικά, πρόκειται για μια αξιόλογη έκδοση, που αξίζει της προσοχής σας.
  20. «Berlin: Πρώτος θάνατος»: Το ελληνικό neo-noir graphic novel Μαύρος καπνός, μυστήριο, σκοτάδι. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν. Οι δημιουργοί Κυριάκος Αθανασιάδης και Νικόλας Κούρτης μιλάνε για το neo-noir graphic novel. Μάνος Νομικός Συνέντευξη με τους δημιουργούς του neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος», Κυριάκο Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη. Καλωσορίσατε στην Μπερλίν …την πόλη όπου δεν ξημερώνει ποτέ. Μια πόλη όπου οι απέθαντοι συμβιώνουν με τους ζωντανούς. Μια πόλη που την έκταση της σήψης και της διαφθοράς της ξεπερνά μονάχα το αιώνιο σκοτάδι της. Μια πόλη που θα μπορούσε να είναι η Κόλαση, αν κάποιος είχε αντικαταστήσει τις φωτιές και τους λάκκους με το θειάφι με ατσάλινους ουρανοξύστες και επιβλητικά κτίρια που ξεφυτρώνουν μέσα από το χάος της δαιδαλώδους ρυμοτομίας της. Μια πόλη των νεκρών ονείρων και των χαμένων ψυχών. Berlin: Πρώτος θάνατος Μια τέτοια ψυχή είναι και ο Ράντολφ Κάρτερ, ιδιωτικός ντετέκτιβ για μικροϋποθέσεις που μετά βίας τού εξασφαλίζουν τα απαραίτητα χρήματα για τα ποτά του στο Los Antiguos, το μπαρ όπου περνά τον περισσότερο καιρό του. Όταν όμως ένας μυστηριώδης πελάτης θα τον προσλάβει για μια υπόθεση που αρχικά μοιάζει να είναι μια απλή περίπτωση κλοπής και εξαφάνισης, ο Κάρτερ θα μπλεχτεί σε έναν ατέρμονο λαβύρινθο τρόμου και αίματος που οδηγεί μέσα από τα στενά δρομάκια και τις αγορές της Μπερλίν στο κατώφλι του άλλου κόσμου. Το neo-noir graphic novel «Berlin: Πρώτος θάνατος» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Jemma Press, μία «σκοτεινή κατάδυση» στον κόσμο, στους χαρακτήρες, ήρωες και αντιήρωες της φανταστικής πόλης Μπερλίν. Πάνω από όλα όμως, είναι ένα graphic novel-έκπληξη που «παντρεύει» το παραφυσικό με το neo-noir είδος και μπορεί άνετα να σταθεί και στη διεθνή αγορά. Berlin: Πρώτος θάνατος Πώς συναντήθηκαν οι δρόμοι σας για το graphic novel «Berlin»; Νικόλας Κούρτης: Η γνωριμία μας μετράει δεκαετίες. Μοιραζόμαστε την ίδια αγάπη για τη λογοτεχνία, τα κόμικς, τον κινηματογράφο. Κάποιες μικρές ιστορίες μας είχαν εκδοθεί παλιά στη Βαβέλ. Πρόσφατα δημιουργήσαμε τη σειρά «Urban Stories», 11 δισέλιδα αυτοτελή κόμικς, που εκδόθηκαν στο περιοδικό The Book's Journal. Ήταν φυσική συνέχεια να εκφραστούμε σε μεγαλύτερο φορμά. Και μεγάλη τύχη που ενώθηκαν οι δρόμοι μας και με τον Λευτέρη Σταυριανό και την Jemma Press. Δεν θα μπορούσαμε να σκεφτούμε κάτι καλύτερο από αυτό. Κυριάκος Αθανασιάδης: Πριν ακόμα από τα κόμικς στη Βαβέλ, ο Νικόλας είχε σχεδιάσει τα εξώφυλλα κάποιων βιβλίων μου, ενώ εικονογράφησε και μία νουβέλα που είχα εκδώσει το 2002. Ένα από εκείνα τα ασπρόμαυρα σχέδιά του, το χτύπησα τατουάζ την ίδια χρονιά, ψηλά στο μπράτσο. Οπότε, ναι, έτσι πάει: μετά τα δισέλιδα στο TBJ και κάποιες άλλες δουλειές σε μικρή φόρμα που κάναμε μαζί, η «Berlin» ήταν απλώς κάτι που έπρεπε να γίνει. Και βρήκε το καλύτερο σπίτι για να γεννηθεί. Πήρε αρκετό η όλη διαδικασία, από την αρχική ιδέα μέχρι να το λάβετε στα χέρια σας; Δουλέψατε εξ αποστάσεως; Πώς ήταν η συνεργασία σας; Νικόλας: Είναι χαρακτηριστικό πως σε κάθε πρότζεκτ δουλεύουμε με διαφορετικό τρόπο. Συνεννοούμαστε δηλαδή εύκολα, υπάρχει ροή, Η αρχή γίνεται πάντα από τον Κυριάκο. Η βασική ιδέα, οι περιγραφές, το σενάριο, όλα από εκείνον. Μετά, εγώ έχω πλήρη ελευθερία. Συζητάμε βέβαια συχνά, αλλά είμαι ευγνώμων για την ελευθερία που μου δίνει. Μα κι εγώ σπάνια θα επέμβω στο σενάριο καθαυτό. Οι αλλαγές που θα κάνω είναι συνήθως αφηγηματικές. Πώς να υπηρετήσω καλύτερα την ιστορία με τρόπους που ο Κυριάκος δεν έχει ίσως φανταστεί. Κι εκεί εισέρχεται το προσωπικό μου φίλτρο. Έτσι το αποτέλεσμα είναι «δικό μας». Κυριάκος: Όπως ακριβώς και ένα βιβλίο, το σενάριο περνά από διάφορα στάδια: έρχεται η ιδέα, η ιδέα γίνεται προσχέδιο, το προσχέδιο σκελετός, και ο σκελετός το τελικό σενάριο. Που και πάλι θα υποστεί αλλαγές σε όλα τα στάδια του σχεδίου, μικρότερες ή μεγαλύτερες, για να βρεθούν καλύτερες δραματουργικές (ή «απλώς» αισθητικές) λύσεις ανάλογα με αυτά που σκέφτεται και προτείνει ο Νικόλας: μπορεί να είναι η προσθήκη ενός «ήχου», ή η αφαίρεση μίας σκηνής, ή η σύμπτυξη δύο άλλων. Οπότε, ναι, εγώ εξ ορισμού περιμένω πολύ περισσότερο χρόνο μέχρι να πιάσω το βιβλίο στα χέρια μου. Όμως εδώ φαίνεται και η πελώρια διαφορά που έχουμε στα κόμικς ανάμεσα στο σενάριο και στο σχέδιο: το δεύτερο απαιτεί ίσως και δεκαπλάσιο χρόνο από το πρώτο. Γενικά μιλώντας, είναι άδικο που τα ονόματα των συντελεστών μπαίνουν με το ίδιο size… Τώρα, ναι, δουλεύουμε πάντα από μακριά, και επικοινωνούμε όποτε πρέπει και όσο πρέπει με μηνύματα και μέιλ. Berlin: Πρώτος θάνατος Γιατί σε μορφή κόμικς και όχι ένα μυθιστόρημα; Νικόλας: Εδώ και δεκαετίες το κόμικ είναι αναγνωρισμένο ως η ένατη τέχνη. Ένα δυνατό εκφραστικό μέσο με πολλές δυνατότητες, που φλερτάρει με πολλές τέχνες. Οπότε γιατί όχι; Κυριάκος: Τα κόμικς είναι πολύ παλιά υπόθεση, ενός ή και δύο αιώνων —ανάλογα με το από πότε αρχίζει να μετράει κανείς—, αλλά έτσι κι αλλιώς ο Νικόλας είναι σχεδιαστής, εγώ συγγραφέας και κάνουμε κόμικς μαζί, οπότε όλο αυτό είναι πολύ φυσιολογικό. Η δε δυνατότητα χρήσης της μεγάλης αφηγηματικής φόρμας, που έχει ιστορία άνω των πέντε δεκαετιών, είναι ό,τι πιο δελεαστικό μπορώ να φανταστώ. Η προφανής καταγωγή από τον κινηματογράφο, με προσαρμοσμένες σε μία καθαρά εικαστική γλώσσα των δικών του τεχνικών στη δομή, στο μοντάζ και στους φωτισμούς, ακόμη και στον ήχο, είναι κάτι μαγικό, που δεν υπάρχει αλλού. Είναι ζωγραφική, σινεμά και μυθιστόρημα μαζί — μεγάλη υπόθεση. Berlin: Πρώτος θάνατος Θα μπορούσε η πλοκή να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή Αθήνα και όχι στο Βερολίνο; Νικόλας: Καταρχάς η Berlin δεν είναι το Βερολίνο. Είναι μια πόλη φανταστική, μια δυστοπική φουτουριστική «μεγάπολη», για την οποία, ο αναγνώστης τουλάχιστον, δεν γνωρίζει πολλά. Όχι, δεν θα μπορούσε να εξελίσσεται στη Θεσσαλονίκη ή στην Αθήνα γιατί θέλαμε να δημιουργήσουμε έναν νέο κόσμο εξαρχής. Μια tabula rasa πάνω στην οποία θα μπορούσαμε να γράψουμε ελεύθερα και χωρίς περιορισμούς. Κυριάκος: Έτσι είναι. Μιλάμε για το μέλλον εδώ — για «κάποιο» μέλλον, κάποια fantasy εκδοχή του μέλλοντος, όμως με πολλά στοιχεία (το ντύσιμο, τα χτενίσματα, κάποια όπλα) δανεισμένα κυρίως από τον Μεσοπόλεμο, αλλά και από αλλού. Η Berlin είναι η Μητρόπολη των Τέα φον Χάρμπου και Φριτς Λανγκ, όπως έχει εξελιχθεί μέσα στον χρόνο και μέσα στις σελίδες όπου πρωταγωνιστούν παρόμοιες μητροπόλεις: η Gotham City, η Mega-City One, η Sin City. Αλλά και πάλι: δεν είναι αυτές — είναι εντελώς διακριτή. Όπως άλλωστε φαίνεται και στον «Πρώτο θάνατο». Και όπως θα φανεί και στη συνέχεια που φτιάχνουμε τώρα. Berlin: Πρώτος θάνατος Ποιος είναι ο ντετέκτιβ Ράντολφ Κάρτερ και τι συμβολίζει ο χαρακτήρας του; Νικόλας: Κυριάκο, πες εσύ. Κυριάκος: Ναι, οκέι. Λοιπόν, ο Κάρτερ είμαστε ο Νικόλας κι εγώ. Στην Berlin πιθανότατα δεν εκδίδονται κόμικς —αλλά αν εκδίδονταν θα ήθελα πολύ να τα διαβάσω—, οπότε αν ζούσαμε εκεί θα ήμασταν ντετέκτιβ. Το ελπίζω δηλαδή. Όχι ότι είναι ό,τι πιο εύκολο να κάνει κανείς, αλλά και ποιος δεν θέλει να παίξει τον ντετέκτιβ, και ειδικά έναν ντετέκτιβ που αναλαμβάνει υποθέσεις όπου υπερισχύει το υπερφυσικό, το μαγικό στοιχείο, και όταν η κεντρική του ηρωίδα, η femme fatale της Berlin, είναι μία υπερσέξι βρικόλακας; Berlin: Πρώτος θάνατος Η «Berlin» είναι noir, ή μάλλον neo-noir. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά στοιχεία ενός noir έργου; Και ποια είναι τα αγαπημένα σας noir έργα μέσα από τη λογοτεχνία, τον κινηματογράφο, την τηλεόραση ή και τα κόμικς ακόμα; Νικόλας: Είναι κινηματογραφικός όρος. Αναφέρεται σε ιστορίες που γενικά ονομάζουμε «αστυνομικές», αν και η αστυνομία συνήθως απουσιάζει. Δίνει συνήθως έμφαση στον κυνισμό των χαρακτήρων και στα συναισθηματικά τους κίνητρα. Χαρακτηρίζεται επίσης από το μαυρόασπρο. Μία από τις πρώτες μας αποφάσεις για την «Berlin» ήταν η χρήση μαυρόασπρου, κόντρα ίσως στο ρεύμα της εποχής. Προσπάθησα πολύ να μεταφέρω αυτή την κινηματογραφική ατμόσφαιρα στο κόμικ. Κυριάκος: Ναι, το χρώμα θα προσέθετε πολύ στο εμπορικό κομμάτι του κόμικς, αυτό είναι το μόνο σίγουρο, αλλά θα αφαιρούσε το βασικό του χαρακτηριστικό, που είναι οι σκιές. Στην Berlin, αν μη τι άλλο, «δεν ξημερώνει ποτέ». Δεν θα δείτε, μάλιστα, κανένα πλάνο ουρανού σε κανένα πάνελ — δεν υπάρχει ουρανός, υπάρχει μόνο σκοτάδι από πάνω σου… αλλά και από κάτω. Τώρα, το noir είναι μία πελώρια περιοχή, σχεδόν αχανής, και γλιστράει μέσα σε υποείδη της σύγχρονης λογοτεχνίας και του σινεμά, και προφανώς και στα κόμικς, ακόμη και ασυνείδητα, σχεδόν ερήμην του δημιουργού τους. Αυτός ο κυνισμός που λέει ο Νικόλας, η απουσία μιας ξεκάθαρης «κοινωνικής» ηθικής και η συχνή μείξη, οι αποχρώσεις, του δίπολου καλό-κακό, οι συνωμοσίες, η διαφθορά, η υποβόσκουσα διαρκής ίντριγκα, το ψέμα, η πανταχού παρούσα «τραγικότητα της ύπαρξης», αλλά και τα τσιγάρα, τα ποτά, τα πάθη, οι έρωτες που δεν βγάζουν πουθενά, η βροχή, οι ρεπούμπλικες, οι καμπαρντίνες, οι καπνοί που βγαίνουν από τις σχάρες των υπονόμων… οκέι, μιλάμε για τον ορισμό της Απόλυτης Γοητείας εδώ. Οι φαν το γνωρίζουν καλά, και όσοι τυχόν δεν το αγαπούν ή απλώς δεν το ξέρουν μπορούν να διαβάσουν και να δουν, αν μη τι άλλο, τα Top 10 των αντίστοιχων καταλόγων. Παρ’ όλα αυτά, να θυμίσουμε πως εδώ έχουμε να κάνουμε με «αστικό» νουάρ του Φανταστικού, με πολλά στοιχεία Τρόμου, όχι με τον Φίλιπ Μάρλοου. Berlin: Πρώτος θάνατος Τι να περιμένουμε από τον κάθε ένα ξεχωριστά το ερχόμενο διάστημα και τι ελπίζετε να σας φέρει το 2021; Νικόλας: Όσον αφορά εμένα, το επόμενο έτος θα είμαι κλεισμένος στο σπίτι μου και θα ασχοληθώ με τη συνέχεια της Berlin. Κυριάκος: Αυτό κάνω κι εγώ — γράφω τη δεύτερη ιστορία, τον δεύτερο τόμο. Ήδη έχουμε κάνει τις πρώτες συζητήσεις, ξέρουμε πού θα πάμε και μένει μόνο να δουλέψουμε: έναν με δύο μήνες εγώ, τουλάχιστον δέκα μήνες ο Νικόλας. Αλλά, αν ξέρουμε κάτι καλά, είναι ότι θα είναι ακόμη πιο «Berlin» από τον «Πρώτο θάνατο». Κι αυτό ήδη δεν είναι λίγο… Ευχαριστούμε πολύ για την κουβέντα, διαβάστε το βιβλίο, πείτε μας πώς σάς φάνηκε, και κυρίως: να προσέχετε. Berlin: Πρώτος θάνατος «Berlin: Πρώτος θάνατος» Εκδόσεις Jemma Press Σενάριο: Κυριάκος Αθανασιάδης Σχέδιο: Νικόλας Κούρτης ISBN: 978-618-5116-85-9 112 σελίδες Τιμή: 12, 95 € Πηγή
  21. Ένα πολυθεματικό περιοδικό. κάπως διαφορετικό από τα άλλα, για τους φίλους των κόμικς και των καλτ ταινιών και όχι μόνο. Το περιοδικό "Γκραν Γκινιόλ" είχε ως υπότιτλο τη φράση "Η Τέχνη του Αισθητικά Ακραίου", η οποία ορίζεται από τον εκδότη Λευτέρη Σταυριανό στο editorial του τεύχους 0 ως "η ικανότητα κάποιων ταλαντούχων ανθρώπων να προσεγγίζουν το κοινό τους με μέσα που το κοινωνικό σύνολο συνήθως απορρίπτει ή απλά αγνοεί". Το τεύχος 0 κυκλοφόρησε τον Ιούνιο του 2007 και είχε κόμικς των Douglas Paszkiewicz, Keith Giffen, είχε Goon και Criminal Macabre και Cthulu Tales, αλλά και Γιώργο Ματάλα, Σπύρο Δερβενιώτη και Αλεξία Οθωναίου, πολλές σελίδες για καλτ ταινίες και αφιερώματα σε καλλιτέχνες και βεβαίως δώρο το DVD της σούπερ καλτ ταινίας "3 Dev Adam", την οποία πρέπει να δείτε για να το πιστέψετε. Ο συνδυασμός από ενδιαφέροντα κόμικς Ελλήνων και ξένων καλλιτεχνών, καθώς και άρθρων και αφιερωμάτων συνεχίστηκε και στα υπόλοιπα τρία τεύχη που κυκλοφόρησαν σε σχετικά τακτικό ρυθμό περίπου ανά τετράμηνο έως το Νοέμβριο του 2008, όταν και κυκλοφόρησε το τεύχος #3 (τέταρτο στην πραγματικότητα), που ήταν και το τελευταίο. Ωραίο περιοδικό, πολύ προσεγμένο και πολύ συμπαγές τόσο αισθητικά, όσο και θεματολογικά, αν και σίγουρα όχι για όλα τα γούστα, δικαιολογούσε απόλυτα το editorial του τεύχους 0. Πολύ προσεγμένη έκδοση, πολυσέλιδη, με κάποιες σελίδες έγχρωμες και τις περισσότερες ασπρόμαυρες, πολύ στιβαρό δέσιμο και χοντρό χαρτί. Κυρίως όμως, είχε πολύ ενδιαφέρον περιεχόμενο, τόσο από άποψης κόμικς, όσο και από άποψης κειμένων και αφιερωμάτων. Είναι γεγονός ότι είδαμε για πρώτη και για τελευταία φορά κάποια κόμικς στα ελληνικά, όσο και πολύ ενδιαφέροντα κόμικς Ελλήνων δημιουργών. Επίσης, είναι γεγονός ότι μετά από πολλά χρόνια είδαμε ένα περιοδικό αφιερωμένο σε ταινίες και βιβλία που γενικά ο περισσότερος κόσμος αποφεύγει. Δυστυχώς, η συγκυρία ήταν ίσως κακή και το περιοδικό δεν κατάφερε να συνεχίσει. Τα τεύχη υπάρχουν ακόμη στο βιβλιοπωλείο της Jemma και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία σε τιμή αρκετά χαμηλότερη της αρχικής. Αξίζει να τα αναζητήσετε. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα.
  22. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 01-12-2019 Το Belzebubs είναι ένα ονλάιν κόμικ του Φιλανδού JP Ahonen, το οποίο παρουσιάζει τα έργα και ημέρες μιας οικογένειας μπλακμεταλάδων. Μετά την επιτυχία που έχει γνωρίσει σε αρκετές χώρες της Ευρώπης, ήρθε και στην χώρα μας από την Jemma Press. Αρκετά καλό στριπ, με εύκολα αναγνωρίσιμες καταστάσεις/συμπεριφορές που παρωδεί - με αγάπη και πόνο - ο δημιουργός, την όλη εικόνα - και σε κάποιες περιπτώσεις - ιδεολογία που πουλάνε τα μπλακ μέταλ συγκροτήματα. Όσοι γνωρίζουν την ιστορία της σκηνής θα καταλάβουν πολλά (αν και δεν υπάρχει εμφανής αναφορά σε κάποιο γνωστό γεγονός) αλλά και οι μη γνώστες θα περάσουν ευχάριστα. Ευτυχώς δεν μένει στην εύκολη ατάκα και πιάνει και τις προσωπικές σχέσεις των μελών της οικογένειας, αλλά και της μπάντας του πατέρ φαμίλια, που είναι σε αδράνεια. Επίσης, ο δημιουργός φροντίζει να έχει το κάθε μέλος ευδιάκριτη προσωπικότητα. Το σχέδιο δε, είναι αξιολάτρευτο και τεχνικά άρτιο αξιοθρήνητο και δαιμονικά σάπιο. Η σειρά ξεκίνησε το 2016 και ο τόμος της Jemma - άρτιος σε όλα του - περιέχει στριπς από το 2016 μέχρι και σήμερα. Περιέχει επίσης μια από τις πρωτότυπες εισαγωγές που έχω διαβάσει εδώ και καιρό από την Μπέκυ Κλούναν. Πρώτη διανομή στο AthensCon 2018, όπου ήρθε και ο καλλιτέχνης για αυτόγραφα και σκιτσοαφιερώσεις. Στα πλαίσια του συνέδρειου επίσης, η Jemma έδινε με την αγορά του άλμπουμ και μια πάνινη τσάντα δώρο. Η φανταστική μπάντα του κόμικ έχει και δικιά της σελίδα, ενώ έχει συμπεριληφθεί και στην Encyclopedia Metallum μιας και έχουν κυκλοφορήσει και βίντεο κλιπ. Bonus Το σκιτσάκι που είχε κάνει ο δημιουργός για να ανακοινώσει την εμφάνιση του στην Ελλάδα. Η φώτο του με τον tasmar. και το makeover.
  23. Λίγο πριν από το 1821, λίγο πριν από το 2021 Γιάννης Κουκουλάς Κι ενώ η κυβέρνηση με τη Γιάννα Αγγελοπούλου στο τιμόνι οδεύει ολοταχώς προς το γνήσιο εθνικιστικό παρελθόν της ελληνικής Ακροδεξιάς, κάποιοι επιμένουν να μελετούν την Ιστορία χωρίς κραυγές και πατριωτικές κορόνες. Ο Θανάσης Καραμπάλιος με την τέταρτη συνέχεια του «1800» πλησιάζει στα χρόνια της Επανάστασης και λέει τα πράγματα λίγο διαφορετικά από το επίσημο εθνικό αφήγημα. Στο γλωσσάρι που συνοδεύει κάθε μέρος του «1800» μέχρι τώρα, ο Ελασσονίτης δημιουργός Θανάσης Καραμπάλιος, που έχει κάνει αισθητή την παρουσία του στα ελληνικά κόμικς τα τελευταία χρόνια όσο λίγοι, περιγράφει τον τίτλο του τέταρτου μέρους της σειράς του ως εξής: «Χάκι (το): η εκδίκηση, συνήθως σε κάποια ατιμωτική πράξη, αλβανική-αρβανίτικη λέξη». Ένα «χάκι» είναι το βασικό θέμα στο βιβλίο του, στην ελληνική επαρχία, λίγα χρόνια πριν από το 1821. Με πρωταγωνιστές τους κλέφτες και αρματολούς, κάποιοι πραγματικά πρόσωπα και κάποιοι προϊόν μυθοπλασίας, μακριά από τις ωραιοποιημένες και εξωραϊσμένες εκδοχές που μαθαίναμε στο σχολείο. Οι χαρακτήρες του Καραμπάλιου, με πρώτο και πιο χαρακτηριστικό (φανταστικό) πρόσωπο τον Καραμάνο με το σκοτεινό παρελθόν αλλά και όσοι αποτελούν πραγματικά πρόσωπα (Κολοκοτρώνης, Τζαβέλας κ.ά.) δεν θυμίζουν σε τίποτα τις μορφές με τις σιδερωμένες φουστανέλες, τα γυαλισμένα γιαταγάνια και τα περιποιημένα μουστάκια από τα σχολικά κάδρα ούτε από τις εθνεγερτηρίους ταινίες που προβάλλονται στις εθνικές εορτές ανελλιπώς εδώ και πάνω από μισό αιώνα. Οι πρωταγωνιστές του «1800» είναι άνθρωποι με σάρκα και οστά, με πάθη και επιθυμίες, βίαιοι στο πλαίσιο της εποχής τους αλλά και με αισθήματα. Μπορεί η Ιστορία (ποτέ ουδέτερη και ποτέ απαλλαγμένη από προθέσεις) να τους κατέγραψε με έναν συγκεκριμένο τρόπο και να εξακολουθεί να αναπαράγει τις μορφές τους και τις συμπεριφορές τους όπως βολεύει την εθνική μας ανάγκη για ηρωισμούς, ανδραγαθήματα και αυτοθυσία, αλλά ο Καραμπάλιος κοιτάζει πίσω από τη βιτρίνα. Και αντικρίζει μίση και εγωισμούς, φτώχεια και εκδίκηση, αγώνα για εξουσία και επικράτηση, αίμα και πόνο. Ούτε κρυφά σχολειά ούτε αλτρουιστές ιερωμένοι ούτε ανθρωποφάγοι Τούρκοι ούτε Έλληνες με αρχαγγέλους στο πλευρό τους. Οι άνθρωποι του «1800» ζουν ακριβώς εκεί και τότε που γράφεται η Ιστορία. Αλλά αυτοί νοιάζονται περισσότερο να μείνουν ζωντανοί και να προστατέψουν με τα όπλα την οικογένειά τους και το χωριό τους, παρά να ποζάρουν με ένα απαστράπτον καριοφίλι ή να θυσιαστούν για μια μεγάλη ιδέα. Και όσο κι αν ορισμένες πτυχές της Ιστορίας αποσιωπούνται συστηματικά από τα σχολικά βιβλία και άλλες υπερτονίζονται ή διαστρεβλώνονται, ο Καραμπάλιος τις φωτίζει όλες και τις παρουσιάζει όσο κι αν είναι πιθανό να ενοχλήσουν τους θιασώτες της ελληνικής διαχρονικής λεβεντιάς που (υποτίθεται πως) δεν έχει καμιά σκιά. Μια τέτοια πτυχή είναι η δουλεία που βρίσκεται στο επίκεντρο του τέταρτου μέρους: «Στην Τουρκοκρατία η δουλεία δεν ήταν κάτι ασυνήθιστο. Δούλος μπορεί να γινόταν κάποιος ως λάφυρο πειρατείας ή επιδρομών. Η πρόοδος στα καράβια (ιστιοπλοΐα) είχε μειώσει τη ζήτηση δούλων (τους οποίους χρησιμοποιούσαν ως κωπηλάτες στις γαλέρες). Παρ’ όλα αυτά η δουλεία συνέχιζε να υπάρχει με τη μορφή ενός είδους ομηρίας. Υπάρχουν αναφορές σε ένα είδος φόρου-εράνου που μάζευε ο τοπικός θρησκευτικός άρχοντας (δεσπότης ή καδής) για την απελευθέρωση των σκλάβων. Στα ελληνικά λεγόταν "σκλαβιάτικα", στα τουρκικά δεν κατάφερα να βρω πώς λεγόταν. Στον ελλαδικό χώρο το μεγαλύτερο σκλαβοπάζαρο βρισκόταν στα Γιάννενα», γράφει ο Θανάσης Καραμπάλιος στον επίλογο του βιβλίου. Αποδεικνύοντας για μία ακόμη φορά τον μεγάλο βαθμό τεκμηρίωσης του έργου του αλλά και την ειλικρίνειά του στην προσέγγιση της Ιστορίας. Εδώ και χρόνια ο Καραμπάλιος, χωρίς να είναι ιστορικός ή να έχει κάποια «ακαδημαϊκή» υποχρέωση πιστότητας των λόγων του σε σχέση με την πραγματικότητα, έχει χωθεί σε αμέτρητα αρχεία, σε βιβλία, σε έρευνες. Ταξιδεύει στα μέρη που περιγράφει, συλλέγει στοιχεία, εικόνες, γραπτά. Καταγράφει δεδομένα από τις επίσημες οδούς αλλά και από τις ανεπίσημες. Οι φορεσιές των πρωταγωνιστών του, τα κτίρια, τα καράβια, τα όπλα, η γεωγραφία, τα βουνά, τα δέντρα δεν προκύπτουν από μια επιδεξιότητα στο σχέδιο (που τη διαθέτει και με το παραπάνω) ή από μια καλπάζουσα φαντασία αλλά ύστερα από διεξοδική μελέτη. Τα αποτελέσματα της μελέτης είναι ορατά αλλά και όσα δεν είναι, ο Καραμπάλιος τα εξηγεί και τα μοιράζεται παραθέτοντας τις βιβλιογραφικές του πηγές και το νόημα των λέξεων και των όρων που χρησιμοποιεί. Έτσι, το σαράι, ο τζοχαντάρης, οι σκιπιτάρηδες, ο σπάχης, οι χαΐνηδες, το ασκέρι, ο νταϊφάς, ο μουρτάτης, το κοντράτο, ο μαγιόρος από λέξεις άγνωστες, εξωτικές ή δυσνόητες γίνονται οικείες και μπορούν να χρησιμοποιηθούν ως οργανικά ενταγμένες στους διαλόγους και τα κείμενα, χωρίς να χρειάζεται να μεταφραστούν σε πιο οικείες της νέας ελληνικής. Κι έτσι προχωρά το αντιηρωικό έπος των αρχών του δέκατου ένατου αιώνα προς το 1821, χωρίς τυμπανοκρουσίες και φανφάρες αλλά με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια ως προς τα ιστορικά και πραγματολογικά δεδομένα. Μακριά από αποθεώσεις και θριαμβικές ιαχές, μακριά από θρήνους και οδυρμούς. Εν αναμονή όσων μας ετοιμάζουν για τον πανηγυρικό εορτασμό των διακοσίων ετών από το 1821, το «1800» του Θανάση Καραμπάλιου είναι μια ιδανική ιστορική απάντηση μετριοπάθειας, ακρίβειας και ειλικρίνειας. Πηγή
  24. Το Ούλτιμεητ Εντίσιον συγκριτικά με άλλες τάχα μου πολυτελείς εκδόσεις Τι να πρωτοπεί κανείς για το Σπιφ & Σπαφ; Είναι ένα κόμικ που μεγάλωσε γενιές και γενιές Ελληνόπουλων, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες με απόλυτη επιτυχία, που αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγα, που απαγορεύτηκε στην Κούβα και την Ρωσία, που σε τελική ανάλυση άλλαξε τον ρου των κόμικς! Οι περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ αψηφούν κάθε λογική και φαντασία. Εφευρίσκουν χρονομηχανές, τα βάζουν με τον Γκοτζίλα και την νέμεσή τους τον μοχθηρό Dr. X, απολαμβάνουν τον καλό ευρωπαϊκό κινηματογράφο, τρώνε πρέτσελ με μπίρα βάις και φιλοσοφούν για την τέχνη. Ε, και συνήθως ένας από τους δύο καταλήγει τέζα (Oh my God, they killed Spif!). Αναντίρρητα, ένα αριστούργημα της ένατης τέχνης και του σουρεαλισμού. Η εν λόγω σειρά στριπακίων ξεκίνησε το 2003 στο σαλονικιώτικο περιοδικό Εξώστης. Τον Σεπτέμβριο του 2005, η εκδοτική Futura συγκέντρωσε τα στριπ σε ένα αλμπουμάκι. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε η πρώτη μεγάλη περιπέτεια των δύο φίλων: Η Μεγάλη Περιπέτεια. Κυκλοφόρησε σε μόλις 500 αντίτυπα από την Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα και το 2009 βραβεύτηκε ως το καλύτερο φανζίν στα Comicdom Awards. Το 2012, η Jemma Press, μάζεψε όλα αυτά τα κόμικς απ' τα σκουπίδια και εξέδωσε το Ούλτιμεητ Εντίσιον. Καθυστερημένο disclaimer: η άνωθεν παρουσίαση είναι τίγκα στα inside (the comic book) jokes, που πολλοί δεν θα πιάσουν, αλλά να πα να το αγοράσουν!
  25. Όταν το τζίνι έκανε χαρακίρι Γιάννης Κουκουλάς Η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Κοντορεβιθούλης, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Παπουτσωμένος Γάτος και άλλα φανταστικά πλάσματα των παραδοσιακών παραμυθιών δίνουν στον Πάνο Ζάχαρη την αφορμή για μια μοναδική παρωδιακή προσαρμογή στη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα που δεν μοιάζει καθόλου με παραμύθι Τι θα γινόταν αν ο Αλαντίν από τις «Χίλιες και μία Νύχτες», έμπλεος αγαθών προθέσεων και αφέλειας, ζητούσε από το τζίνι του λυχναριού να πραγματοποιήσει μία και μοναδική ευχή: να επιστρέψει η Ευρώπη στις ιδρυτικές της αξίες; Κατά τον Πάνο Ζάχαρη, ακόμα και το παντοδύναμο τζίνι θα ένιωθε ανίκανο να πραγματοποιήσει την ευχή. Θα έβγαζε απογοητευμένο το γυαλιστερό και κοφτερό σπαθί από το θηκάρι και θα το έμπηγε με δύναμη στα σπλάχνα του, αυτοκτονώντας μπρος στο ανέφικτο της ικανοποίησης της επιθυμίας του αφέντη του. Και πώς θα υποδεχόταν σήμερα η ανθρωποφάγα κακιά μάγισσα από το «Χάνσελ και Γκρέτελ» των Αδερφών Γκριμ τα δύο αθώα και εγκαταλειμμένα παιδάκια; Θα προσπαθούσε να τα προσελκύσει με λιχουδιές και γλυκίσματα; Όχι! Θα είχε βάλει προ καιρού το σπίτι της στο AirBnb! Τα παραμύθια ανανεώνουν την αξία τους και παραμένουν επίκαιρα γιατί δεν είναι στατικές αφηγήσεις, ούτε έχουν προκαθορισμένα, παγιωμένα, σταθερά και άκαμπτα μηνύματα. Προσαρμόζονται, έτσι κι αλλιώς, στην εκάστοτε εποχή, στον λόγο του αφηγητή τους, στις συνθήκες και μεταδίδονται από γενιά σε γενιά εντός νέων συμφραζομένων. Δεν είναι ιερά κείμενα, ούτε τοτέμ, αλλά δυνητικά ευμετάβλητες ιστορίες που διατηρούν το ενδιαφέρον των αναγνωστών και ακροατών τους από την ποικιλία του εκφερόμενου λόγου και των εύπλαστων νοημάτων. Εντάξει, ο Πάνος Ζάχαρης μπορεί λίγο να το παράκανε, αλλά οι εκδοχές των κλασικών παραμυθιών που φιλοτεχνεί εδώ και χρόνια στην πρώτη σελίδα του Καρέ Καρέ είναι απολαυστικές. Και βαθύτατα πολιτικές, καθώς αυτός είναι ο πρωταρχικός στόχος του: να μιλήσει για τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα με χιούμορ. Γι’ αυτό και το παράκανε. Και καλά έκανε! Η επιδίωξη του Πάνου να μιλήσει για τα τρέχοντα προβλήματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο, στην Ελλάδα και την Ευρώπη, εντέλει στον κόσμο όλο, επιτυγχάνεται στον υπερθετικό βαθμό με το όχημα της παρωδίας, την οποία και αξιοποιεί με δεξιοτεχνικό τρόπο, χωρίς να λοιδορεί ή να χλευάζει τα πρωτότυπα κείμενα. Χλευάζοντας, ωστόσο, τους «κακούς» των παραμυθιών, που δεν είναι κατ’ ανάγκη οι ίδιοι με τους κακούς των πρωτοτύπων. Αλλά και οι «καλοί» δεν είναι σίγουρα τόσο καλοί όσο τα κείμενα-πηγές τούς παρουσιάζουν. Να, ο Κοντορεβιθούλης, για παράδειγμα, ήταν ένας επινοητικός πιτσιρικάς που σκέφτηκε να αφήνει πίσω του ψίχουλα για να βρει μαζί με τα αδέρφια του τον δρόμο της επιστροφής όταν εγκαταλείφθηκαν όλοι μαζί στο άγριο και αφιλόξενο δάσος. Ο άλλος Κοντορεβιθούλης, όμως, αυτός του Ζάχαρη, τα θαλάσσωσε. Χάθηκαν στη μέση του πουθενά. Καθώς τα ψίχουλα δεν ήταν αρκετά. Η δικαιολογία είναι αναμενόμενη: «…Τα ψίχουλα δεν ήταν το ιδανικό, αλλά ήταν προτιμότερο από το τίποτα!» τους λέει. Και ολοκληρώνει, φέρνοντας στον νου τις δικαιολογίες αυτών που θα έσκιζαν τα μνημόνια σε μια νύχτα: «Ήταν αυτό που μπόρεσα να κάνω μέσα στο υπάρχον ασφυκτικό δημοσιονομικό πλαίσιο…» Όπως ακριβώς και ο αηδιαστικός βάτραχος με το στέμμα, που τον κρατά στα χέρια της η άτυχη πριγκίπισσα. Αυτή πασχίζει να πειστεί ότι πρόκειται για μαγεμένο πρίγκιπα κι αυτός εκμεταλλεύεται την αδυναμία της και τη θέλησή της να πιστέψει. Για να κάμψει τις αντιστάσεις της τής δηλώνει ότι αρκεί ένα φιλί για να μεταμορφωθεί σε πρίγκιπα «με έναν νόμο και ένα άρθρο»! Αυτού του τύπου οι παρωδίες παραμυθιών είναι που κρατούν πάντα αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, καθώς αν και ξέρει ότι θα εκπλαγεί από τον συνδυασμό φαινομενικά αταίριαστων θεμάτων, δεν μπορεί να φανταστεί ποτέ ποιος θα είναι ο συνδυασμός. Η Κοκκινοσκουφίτσα που συναντά τον μοχθηρό Κακό Λύκο στις πετρελαιοπηγές, λίγο νωρίτερα τον είχε βρει νεκρό, καμένο στο δάσος. Ο Σκορπιός με τη σβάστικα ετοιμάζεται να τσιμπήσει τον αφελή βάτραχο. Ο Πινόκιο καίει τη μύτη του για να ζεσταθεί. Οι αδερφές της Σταχτοπούτας κατακρίνουν τον πρίγκιπα που τη διάλεξε, γιατί επιβράβευσε τη μετριότητα αντί να επιλέξει την αριστεία. Κι ο Αλή Μπαμπά με τους Σαράντα Αντικρατιστές μπροστά στη σπηλιά, αντί για «Άνοιξε Σουσάμι», φωνάζει «Άνοιξε Δημόσιο» για να αρχίσει το πλιάτσικο. Αυτήν την ανοικείωση του θεατή-αναγνώστη ως προς το ουσιαστικό θέμα κάθε μικρής ιστορίας σε σχέση με το περιτύλιγμα εντός του οποίου «σερβίρεται» ξέρει να προκαλεί πολύ καλά ο Πάνος. Κάτι παρόμοιο επιτυγχάνει και στην άλλη του σταθερή σειρά με τον τίτλο «The Working Dead» (λογοπαίγνιο με βάση τη σειρά τρόμου με ζόμπι «The Walking Dead», δημοσιεύεται στην ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr και έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι από τις εκδόσεις Τόπος). Εκεί παρακολουθεί την ταξική ανισότητα στα βάθη της ιστορίας και στα πέρατα της Γης, καταγράφοντας τους εργατικούς αγώνες από τη μια και τη σθεναρή αντίσταση των αφεντικών από την άλλη. Όμως, είτε τοποθετεί την ιστορία του στην αρχαία Αίγυπτο είτε στις βαμβακοφυτείες του ρατσιστικού αμερικανικού Νότου είτε στα χρόνια του Κολόμβου είτε στην εποχή των μνημονίων, θέλει να μιλήσει για το σήμερα και να παρακινήσει τους αναγνώστες να ξεσηκωθούν ώστε να πάψουν να αποτελούν υποψήφιους «working dead». Το ίδιο «σήμερα» τον απασχολεί και στο «Scary Tales» από την πρώτη ιστορία του εδώ, στο Καρέ Καρέ, μέχρι τώρα και, πιστεύω, για πολλά χρόνια ακόμα, καθώς η διαχρονική βαρβαρότητα (και γελοιότητα) της εξουσίας δεν φαίνεται να αλλάζει εύκολα. Τα παραμύθια μπορεί να μην τα αφηγούνται πια οι γιαγιάδες δίπλα στο τζάκι στα τρομαγμένα εγγονάκια τους και οι δράκοι δεν αποτελούν φόβητρο για φτωχούς χωρικούς, ούτε εξολοθρεύονται από αλτρουιστές ιππότες. Οι κακοί των παραμυθιών δεν παραμονεύουν στις σκιές, ούτε μεταμφιέζονται για να κατασπαράξουν τα θύματά τους. Φορούν ακριβά κοστούμια και στήνουν οικονομικές συμφωνίες σε ολόφωτα κτίρια, ερήμην των θυμάτων τους. Αυτό δεν απαλλάσσει, αλίμονο, τα «θύματα» από τις ευθύνες τους. Ο Πάνος έχει έναν λόγο και για αυτά τα θύματα. Και όπως ξεκίνησε αυτή η παρουσίαση με τον Αλαντίν, ας κλείσει κιόλας καθώς τα λόγια που του λέει το τζίνι ακούγονται σαν μια υπόμνηση του Ζάχαρη προς όλους μας. «Θέλω ψωμί, παιδεία και ελευθερία», είναι η καλών προθέσεων και εκ του ασφαλούς ευχή του Αλαντίν. Κι η αυστηρή απάντηση που του δίνει το τζίνι: «Τράβα να αγωνιστείς, ρε μαλάκα, γαμώ την ανάθεσή μου μέσα»! Πηγή
×
×
  • Create New...