Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Jean-Patrick Manchette'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 3 results

  1. Μπέρμπον, βαρβιτουρικά, μελαγχολία και τζαζ Tardi / Άγρα Καρέ του Ταρντί από τη μεταφορά σε κόμικς του μυθιστορήματος του Μανσέτ, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Mυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Θοδωρής Τσαπακίδης, Άγρα, Αθήνα 2001, 2019, 208 σελ. Ζακ Ταρντί, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Κόμικς, μετάφραση από τα γαλλικά: Θοδωρής Τσαπακίδης, λέτερινγκ: Παυλίνα Καλλίδου, Άγρα/Βαβέλ 2006, Άγρα, Αθήνα 2021, 78 σελ. Ο Ζακ-Πατρίκ Μανσέτ είναι ένας σημαντικός γάλλος αφηγητής αστυνομικών ιστοριών, με κοινωνικό βάθος. Ο Ζακ Ταρντί είναι ένας σημαντικός αφηγητής ιστοριών με εικόνες που στον Μανσέτ βρίσκει τους ιδανικούς μύθους για να φτιάξει ατμοσφαιρικά νουάρ αφηγήματα που εκτυλίσσονται στο αγαπημένο του Παρίσι, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής είναι ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έγινε εξίσου καθηλωτικό κόμικς. Ο Ζωρζ Ζερφώ είναι κακός σύζυγος, ακόμα χειρότερος πατέρας, μηχανικός σε μια εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών συσκευών. Δεν έχει κλείσει τα σαράντα, στα νιάτα του συμμετείχε σε αριστερές επαναστατικές οργανώσεις και, τώρα, τον βλέπουμε να τρέχει με το αμάξι του –μια Πορτ ντ’ Ιβρύ– στον εξωτερικό περιφερειακό του Παρισιού. Είναι δύο και μισή το πρωί, μπορεί να ’ναι και τρεις και τέταρτο και ο Ζερφώ έχει πιει τέσσερα μπέρμπον 4 Roses ανακατεύοντάς τα με δύο χάπια ισχυρού βαρβιτουρικού. Αυτός ο συνδυασμός δεν τον νύσταξε, αντίθετα του προκάλεσε «μια τεταμένη ευφορία που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε οργή ή σε ένα είδος μελαγχολίας, σχεδόν τσεχοφικής»: Στο μυαλό του Ζωρζ Ζερφώ υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση ασαφώς μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες αριστερές ιδέες. Η μυθολογία του νουάρ 145 χιλιόμετρα την ώρα σε έναν περιφερειακό μέσα σε μια γκρι Μερσεντές, μπέρμπον, βαρβιτουρικά, μελαγχολία και τζαζ μουσική σε στυλ Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, δηλαδή Τζέρυ Μάλιγκαν και Τσίκο Χάμιλτον, κυρίως. Έτσι ξεκινά το αριστουργηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, αυτού του «μάστορα» του neo-polar (όπως αποκαλείται το νέο γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα) που εισήγαγε το στοιχείο της πολιτικής και τους εξωκοινοβουλευτικούς προβληματισμούς του Μάη του 1968 στο είδος. Ο Ζωρζ Ζερφώ, όμως, θα βγει κάπως βίαια από την ανιαρή και –σχεδόν– ανούσια ζωή του, όταν θα πάει στο νοσοκομείο έναν άνθρωπο, που ο Ζερφώ πιστεύει πως είναι θύμα αυτοκινητιστικού ατυχήματος. Τελικά ο άνθρωπος αυτός καταλήγει στο νοσοκομείο, που τον άφησε ο Ζερφώ χωρίς να ασχοληθεί περαιτέρω, από τις σφαίρες που δέχτηκε στα πλευρά. Ο ηθικός αυτουργός του φόνου του, ο Αλόνσο Εδουάρδο Ρανταμές Φιλίπ Έμερυχ Υ Έμερυχ, ένας αξιωματικός του Δομινικανού Στρατού, πολύ πλούσιος, με μίζερη ζωή, μαθαίνει από τα τσιράκια του, τον Μπαστιάν και τον Κάρλο, για τον Ζερφώ και, φοβούμενος μήπως το θύμα τού είπε κάτι στο δρόμο προς το νοσοκομείο, βάζει τα τσιράκια να τον σκοτώσουν. Ο Μπαστιάν και ο Κάρλο, τα τσιράκια του Αλόνσο, δύο τύποι με περιορισμένο λεξιλόγιο, βαρύ οπλισμό και μια αταίριαστη και καθόλου διακριτική Λάντσια Μπέτα Μπερλίν 1800, πιθανώς εραστές, αποπειρώνται δύο φορές να σκοτώσουν τον Ζερφώ. Τη μία κατά τη διάρκεια των διακοπών του, την άλλη στο Παρίσι, όπου επέστρεψε εσπευσμένα μετά την πρώτη απόπειρα εναντίον του χωρίς να ειδοποιήσει τη σύζυγό του. Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής, δημοσιεύτηκε στη Γαλλία πριν από περίπου πενήντα χρόνια. Ατμοσφαιρικό, γεμάτο αναφορές στην τζαζ μουσική της Δυτικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών, με πλούσιες περιγραφές και σκηνικές αποτυπώσεις που μένουν αξέχαστες, δεν θεωρείται τυχαία ένα από τα καλύτερα και πιο χαρακτηριστικά μυθιστορήματα του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος παρέχοντας πολλή πληροφορία στον αναγνώστη άλλοτε υποστηρίζει και άλλοτε υπονομεύει τη δράση. Το αποτέλεσμα είναι ιδιοφυές, καθώς συνεπαίρνει τον αναγνώστη με τη γλαφυρότητα των αφηγήσεων, χωρίς όμως, ποτέ, να τον κουράζει με την ποσότητα της πληροφορίας. Ο Μανσέτ μεταφέρει όλες τις επιρροές και την αγάπη του για πράγματα της καθημερινότητας στην αφήγησή του. Ποτά, τσιγάρο, τζαζ της Δυτικής Ακτής, αυτοκίνητα, κινηματογράφος και κόμικς είναι κάποια από τα πράγματα που αγαπά και ψήγματα των προσωπικών του επιλογών και προτιμήσεων γι’ αυτά μεταφέρει στη γραφή του. Τα βιβλία του Μανσέτ διακρίνονται για το πολύ ψυχρό ύφος τους με την ακραία βία να αναμειγνύεται με καυστικά κοινωνικά και πολιτικά σχόλια. Το ενδιαφέρον του για την πολιτική, και κυρίως για ό,τι θεωρούσε παγίδες και διαβρωτικά στοιχεία του καπιταλισμού, έρχεται μέσα από δυνατές και ξεκάθαρες αναφορές. Γράφει, π.χ., ότι ο Αλόνσο Έμερυχ Υ Έμερυχ είχε επάγγελμά του τον πόλεμο. Τι πόλεμος όμως είναι αυτός αφού ο Δομινικανός Στρατός, στον οποίο και ο Αλόνσο υπηρέτησε, ήταν κάπως απίθανο να εμπλακεί σε εμπόλεμη κατάσταση μιας και ο Άγιος Δομίνικος διαχωριζόταν απ’ όλες τις χώρες –πλην της Αϊτής– από απέραντη θάλασσα; Λάθος, κάθε στρατιώτης συμετέχει στον λεγόμενο «κοινωνικό πόλεμο» φροντίζοντας να εξουδετερώνει τους εκάστοτε ταξικούς εχθρούς. Σε άλλα σημεία, μας δίνει στοιχεία για το αριστερό παρελθόν του ήρωά του, του Ζωρζ Ζερφώ, ενώ στην καλύβα του δεκανέα Ραγκύς βλέπουμε ένα πορτρέτο του Στάλιν. Το «μάθημα» του Μανσέτ ή, καλύτερα, το αφηγηματικό κίνητρό του, είναι πως το κυνήγι του χρήματος και της εξουσίας φθείρουν και, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες ιδέες ή την αμοραλιστική πρόσληψη του κόσμου, οδηγούν τάχιστα στη βία. Ο Ζωρζ Ζερφώ, ο ήρωας του συγγραφέα, μαθαίνει ότι η βία μπορεί να τον περιμένει στα λιγότερο πιθανά μέρη: στη θάλασσα όσο κολυμπά, σ’ ένα πρατήριο καυσίμων και πάει λέγοντας. Η ίδια ιστορία με εικόνες Το 2005, η αστυνομική πλοκή του Μανσέτ ενέπνευσε τον Γάλλο αφηγητή κόμικς Ζακ Ταρντί, ο οποίος αποφάσισε να ξαναπεί την ιστορία με τα δικά του μέσα, με εικόνες και πρόζα. Είχε προηγηθεί το πρωτότυπο κόμικς Griffu (στα ελληνικά, στο περιοδικό Βαβέλ, τχ. 32-36), που δεν είχε βασιστεί σε προϋπάρχον έργο του Μανσέτ. Μετά τον θάνατό του όμως, ο Ταρντί μετέφερε σε κόμικς τρία μυθιστορήματα του Γάλλου αστυνομικού συγγραφέα. Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής (2005), την Πρηνή θέση του σκοπευτή (2010) και το μυθιστόρημα Ô dingos, ô châteaux (στα αγγλικά αποδόθηκε από την Fantagraphics ως Run Like Crazy, Run Like Hell, 2011). Το απολαυστικό με τις μεταφορές σε κόμικς του Ταρντί είναι πως, σεναριακά, ο Γάλλος αφηγητής εικονογραφημένων ιστοριών ακολουθεί πολύ πιστά το βιβλίο του Μανσέτ. Παραλείπει πολύ λίγα επεισόδια, που δεν είναι καίρια για τη ροή της αφήγησης, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσιο το κείμενο του πρωτότυπου, πράγμα που τον βοηθά να δώσει στον αναγνώστη περισσότερα στοιχεία για την ψυχοσύνθεση των ηρώων: από την εξοντωτική πληροφορία για την μουσική και τα ποτά που καταναλώνουν, μέχρι το τι βρίσκεται στο κεφάλι τους. Ο Ταρντί επιλέγει τα πιο σωστά κομμάτια για να μας δείξει την ψυχοσύνθεση του Ζερφώ, ενός βολεμένου μικροαστού που, μπλέκοντας σε μια αδιανόητη για τα μέτρα του περιπέτεια, θα γοητευτεί από το περιθώριο και την αναστάτωση αυτή, δεν θα ειδοποιήσει την αστυνομία, αλλά απεναντίας θα αρπάξει την ευκαιρία και θα λερώσει τα χέρια του με αίμα, θα γίνει αγρίμι και κατόπιν θα γυρίσει στην πρότερη νωθρή και βολεμένη κατάσταση. Εξίσου εντυπωσιακό είναι το πώς οι ασπρόμαυρες και παγωμένες παρακείμενες εικόνες, σε εσκεμμένη διαδοχή που υπάρχουν στα καρέ, διασώζουν με τρόπο μοναδικό την κίνηση και την ένταση του μυθιστορήματος και της αφήγησης του πρωτότυπου. Ζοφερές μα συνάμα αστείες (όπως πρέπει) μοιάζουν να ξεπηδούν από κάποιο ιδιότυπο αμερικανικό φιλμ νουάρ της δεκαετίας του 1950, όπως Ο άρχων του κακού (1958) του Όρσον Γουέλς, όπου το είδος παύει να επικεντρώνεται στο μυστήριο, όσο στην ακραία ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει, όμως, πως ενσωματώνει και τα κλισέ ενός αμερικανικού αστυνομικού έργου. Δεν βλέπουμε δηλαδή πυροβολισμούς ατμοσφαιρικά σκηνοθετημένους κάτω από τα μουντά φώτα ενός δρόμου. Όχι. Τίποτα δεν είναι όμορφο και ρομαντικό στην τέχνη του Ταρντί. Ο κομίστας συνδυάζει λεπτομερείς απεικονίσεις των περιβαλλόντων χώρων με τις καρτουνίστικες φιγούρες των ηρώων. Καρτουνίστικες μέχρι να εκραγούν βίαια μπροστά στα μάτια μας. Ο Ταρντί είναι ικανότατος στη φθαρμένη και “γρατζουνισμένη” απεικόνιση ανθρώπων που πίνουν, καπνίζουν, κάνουν έρωτα, οδηγούν μεθυσμένοι κ.ο.κ. Και το βιβλίο του Μανσέτ είναι γεμάτο από τέτοιες σκηνές. Πολύ ώριμος σχεδιαστικά, όταν έφτιαξε το συγκεκριμένο κόμικς, καθηλώνει στην απόδοση του σκοτεινού κλίματος του δάσους αλλά και στην ελαστικότητα των κινήσεων στις σκηνές δράσης. Η μετάφραση του Θοδωρή Τσαπακίδη τόσο στο μυθιστόρημα, όσο και στο κόμικς είναι καλή και πιστή στο πρωτότυπο, ωστόσο το βιβλίο έχει ελλείψεις. Είναι αναγκαίες οι υποσημειώσεις για πράγματα που το ελληνικό κοινό δεν είναι αναγκασμένο να γνωρίζει, όπως η αναφορά στο σταθμό του Μετρό στη Σαρόν. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη Σφαγή του Παρισιού (1961) στον συγκεκριμένο σταθμό, όπου σκοτώθηκαν από σφαίρες αστυνομικών του καθεστώτος Βισύ δεκάδες αλγερινοί διαδηλωτές. Ο Ταρντί μεταφέρει άψογα το χιούμορ του Μανσέτ παρουσιάζοντας συγχρόνως το πλήρως απο-ρομαντικοποιημένο βλέμμα του πάνω στο έγκλημα. Δεν υπάρχουν κομψά διαμερίσματα ή ντιζαϊνάτοι εσωτερικοί χώροι, οι εγκληματίες φαντάζουν ανόητοι, όπως και οι πρωταγωνιστές. Τίποτα δεν είναι όμορφο και ωραίο. Τίποτα δεν είναι «τακτοποιημένο». Η ζωή είναι βαρετή. Είναι ίσως η πιο ωραία και πετυχημένη διασκευή μυθιστορήματος σε κόμικς που μπορείτε να διαβάσετε. Πηγή
  2. Πρωτότυπος τίτλος: Le petit bleu de la côte ouest (Les Humanoïdes associés, 2005) Λίγη ιστορία πρώτα: ο Ζακ Ταρντί είχε συνεργαστεί με το Μανσέτ το 1978 σε ένα κόμικ με τον τίτλο "Griffu", το οποίο ήταν πρωτογενές υλικό, δεν βασιζόταν δηλαδή σε προϋπάρχον μυθιστόρημα του Μανσέτ. Το κόμικ το διαβάσαμε στα τεύχη 32-36 του περιοδικού "Βαβέλ", αλλά δυστυχώς δεν το είδαμε ποτέ αυτόνομο σε μορφή άλμπουμ στα ελληνικά. Αρκετά μετά τον πρόωρο θάνατο του Μανσέτ (το 1995), ο Ταρντί αποφάσισε να μεταφέρει τρία μυθιστορήματα του Μανσέτ σε μορφή κόμικ, αυτό εδώ (το 2005), την "Πρηνή Θέση του Σκοπευτή" (το 2010) και το "Ô dingos, ô châteaux!" (αγγλικός τίτλος: "Run Like Crazy, Run Like Hell", που δεν νομίζω ότι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε οποιαδήποτε μορφή) (το 2011). Σεναριακά, ο Ταρντί ακολουθεί πολύ πιστά το βιβλίο, παραλείποντας ελάχιστα επεισόδια και χρησιμοποιώντας σχεδόν αυτολεξεί την αφήγηση του Μανσέτ, κρατώντας ακόμη και σημεία, που φαινομενικά δεν χρειάζονται για την υπόθεση, αλλά δείχνουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, όπως για παράδειγμα την εξαντλητική περιγραφή των όπλων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να "φορτώνει" σε κάποιες στιγμές το κόμικ με αφήγηση, αλλά από την άλλη, αυτά τα κομμάτια είναι απαραίτητα, επειδή το κόμικ δεν στηρίζεται παρά ελάχιστα στο διάλογο και καθόλου στον εσωτερικό μονόλογο. Με αυτόν τον τρόπο, κρατά ατόφια την προβληματική του Μανσέτ και δεν προδίδει το ύφος του. Ο Μανσέτ και ο Ταρντί ξεκινούν το βιβλίο από το τέλος και ουσιαστικά μας αποκαλύπτουν την έκβαση της ιστορίας. Το γιατί όμως, θα μείνει για πάντα ασαφές: όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν εξαιτίας της τύχης, τίποτα δεν έχει προσχεδιαστεί, ο πρωταγωνιστής Ζωρζ Ζερφώ βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν κυκεώνα, που απειλεί την ίδια του την ύπαρξη, χωρίς να το θέλει και χωρίς να το καταλαβαίνει. Μπλέκει σε μια υπόθεση, που τον ξεπερνά, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, αντιδρά σπασμωδικά, αλλά επιτυχώς, χάρη στην τύχη του και μόνο και αποδέχεται τη μοίρα του, προκειμένου να επιβιώσει και μόνο στο τέλος αποφασίζει να δράσει πραγματικά. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών, ο Ζερφώ θα απολέσει τη μικροαστική του ταυτότητα του μεσαίου στελέχους και του βαριεστημένου οικογενειάρχη, θα γίνει απόκληρος, παρίας, θήραμα και εν τέλει κυνηγός, αλλά στο τέλος θα επιστρέψει στη μικροαστική του φωλιά, έστω και με τα χέρια βαμμένα με αίμα. Προκειμένου να επιζήσει, ο Ζερφώ θα αναγκαστεί να απεκδυθεί την ταυτότητά του και να γίνει ένας άλλος, αρχικά ένας ανώνυμος και στη συνέχεια να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο, κινήσεις που συμβολίζουν τη μεταμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, η μεταμόρφωση αυτή συντελείται και μέσω της χωρικής μετατόπισης της δράσης: ο Ζερφώ ξεκινάει από το Παρίσι και τα τουριστικά θέρετρα, για να καταλήξει μέσα στο δάσος, μακριά από τους ανθρώπους, για να ακολουθήσει στη συνέχεια την αντίστροφη διαδρομή. Το πιο εντυπωσιακό όμως σε όλα αυτά, είναι η ευκολία με την οποία ο πρωταγωνιστής πράττει, όσα πράττει. Από την αρχή μαθαίνουμε, ότι είναι ένας μάλλον άχρωμος και βολεμένος μικροαστός ("στο μυαλό του υπάρχουν κάποιες ασαφείς αριστερές ιδέες", όπως γράφει στις πρώτες σελίδες ο Μανσέτ) και ότι δεν είναι ικανοποιημένος με τη συζυγική του ζωή, ούτε ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη δουλειά του. Ίσως για αυτό το λόγο, θα υιοθετήσει χωρίς καμία δυσκολία την ταυτότητα του πληγωμένου ζώου και θα βυθιστεί στην παρανομία, αντί να απευθυνθεί στην αστυνομία, επειδή κατ'ουσίαν διψάει για κάτι άλλο: όπως όλοι οι ανικανοποίητοι και καταπιεσμένοι μικροαστοί, έτσι και ο Ζερφώ, ψάχνει μια ευκαιρία, μια αφορμή, για να επιστρέψει σε μια πρωτόγονη κατάσταση, στην οποία δεν θα υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Για αυτό το λόγο, οι αντιδράσεις του είναι τυχαίες, χωρίς σχέδιο, επειδή αντιδρά ενστικτωδώς, σαν ζώο που παλεύει για την επιβίωσή του και φαίνεται μάλιστα από ένα σημείο και μετά να το απολαμβάνει. Αν στο τέλος του βιβλίου είχε απαρνηθεί τη μικροαστική ταυτότητά του, θα ήταν ο απόλυτος επαναστάτης, η επιστροφή του όμως στην τακτοποιημένη ζωή του, τον καθιστά εν δυνάμει επικίνδυνο, αφού πλέον, σαν ένα αρπακτικό, έχει γευτεί το αίμα και φαίνεται να το απολαμβάνει. Σχεδιαστικά, ο Ταρντί, που ήταν 59 ετών, όταν δημοσίευσε το κόμικ και ήδη καταξιωμένος και πολύ διάσημος, έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα σχεδιαστικής ωριμότητας και εικονογραφεί εξαιρετικά το βιβλίο. Οι πρωταγωνιστές έχουν ένα κουρασμένο, νυσταγμένο, νωθρό βλέμμα, σε απόλυτη αντιστοιχία με την παθητικότητα, που τους διακρίνει στο βιβλίο του Μανσέτ, οι σκηνές δράσης είναι καθηλωτικές και η λεπτομέρεια του Ταρντί αποστομωτική σε ορισμένα σημεία, όπως στην απεικόνιση του δάσους, που φαντάζει πολύ απειλητικό, οι νυχτερινές σκηνές είναι εξαιρετικά σχεδιασμένες και οι σκηνές βίας πραγματικά ανατριχιαστικές, αλλά το κυριότερο είναι η σκηνοθεσία του Ταρντί, που συλλαμβάνει όλη την ουσία του μυθιστορήματος του Μανσέτ, χωρίς να προδώσει τίποτα κατά τη μεταφορά του σε κόμικς. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοσή του στη Γαλλία. Η έκδοση ήταν συνεργασία της Άγρας και της Βαβέλ και είναι πραγματικά πολύ ωραία, σκληρόδετη, με ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί. Περιέχει μια σύντομη εισαγωγή για το κόμικ από το Γάλλο κριτικό François Guérif, που υπήρχε και στην πρωτότυπη έκδοση και τίποτα άλλο. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο "West Coast Blues" από τη Fantagraphics to 2009 και ξανά το 2020 από τηνίδια εταιρεία στον τόμο"Streets of Paris, Streets of Murder: The Complete Noir Stories of Manchette & Tardi Vol. 1" μαζί με το "Griffu". Η μετάφραση είναι η ίδια του βιβλίου, από το Θοδωρή Τσαπακίδη, και είναι καλή, πιστεύω όμως, ότι υπάρχει όμως μεγάλο πρόβλημα με την επιμέλεια του κειμένου, επειδή δεν εξηγούνται πολλά πράγματα, που χρειάζονται εξήγηση για το ελληνικό κοινό. Είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτο, να διαβάζεις πχ στη σελίδα 25 του κόμικ για το σταθμό του Μετρό στη Σαρόν και για ανθρώπους που βγήκαν ζωντανοί από εκεί και ότι ένας από αυτούς πήγε και πλάκωσε έναν αστυνομικό και να μην υπάρχει μια υποσημείωση, σχετικά με το τι συνέβη (σε περίπτωση που αναρωτιέστε, να τι έγινε). Δυστυχώς, το ελληνικό κόμικ είναι προ πολλού εξαντλημένο. Να σημειώσω με την ευκαιρία (ίσως να το έχω γράψει και σε άλλο σημείο του φόρουμ, ειλικρινά δεν θυμάμαι), ότι και ο ίδιος ο Μανσέτ ήταν λάτρης των κόμικς και μετέφρασε στα γαλλικά το "Watchmen" του Άλαν Μουρ και μάλιστα η μετάφρασή του κυκλοφορεί ακόμη στη Γαλλία. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: comicdom.gr Μια εξαιρετικά εμβριθής ανάλυση για το βιβλίο
  3. Η Πρηνής Θέση του Σκοπευτή (γαλλικά: La Position du tireur couché) είναι η τρίτη κατά σειρά μεταφορά βιβλίου του Jean-Patrick Manchette από τον Jacques Tardi. Το πρωτότυπο έργο δημοσιεύτηκε σε συνέχειες μεταξύ 1980 και 1981 στο Hara-Kiri (στα ελληνικά κυκλοφορεί, φυσικά, από την Άγρα) και αποτελεί το τελευταίο ολοκληρωμένο μυθιστόρημα του Manchette. Ο Tardi το μετέγραψε στη μορφή κόμικς μόλις το 2010, όταν και κυκλοφόρησε από την Futuropolis. Το 2018, η Σανγκάη μας εξέπληξε τυπώνοντας μια καλαίσθητη έκδοση, η οποία ωστόσο χρησιμοποιεί την αγγλική μετάφραση από την (σκληρόδετη) έκδοση της Fantagraphics (2011). Το κόμικ της Σανγκάης είναι πραγματικά υπέροχο στην αφή. Μεγάλο μέγεθος, σαγρέ εξώφυλλο, ωραία σελιδοποίηση. Ανοίγοντάς το, πέφτουμε πάνω σε τρία εισαγωγικά κείμενα: ένα για τον Tardi και την καριέρα του, ένα για το έργο και την ιδεολογία του Manchette κι ένα που αναλύει το κοινωνικοπολιτικό υπόβαθρο του μυθιστορήματος. Παρά τις κατά τόπους δυσνόητες φράσεις, πρόκειται για τρία πραγματικά πολύ ενδιαφέροντα κείμενα, ιδιαίτερα το δεύτερο, το οποίο δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να διαβάσει το κόμικ με άλλο μάτι. Γυρίζουμε σελίδα... ... και βρισκόμαστε στο Worcester της Αγγλίας, ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ. Ο άντρας που κάποιοι αποκαλούν Μαρτέν Τεριέ και κάποιοι άλλοι Κριστιάν βγάζει το χέρι του από το παράθυρο του βαν του και τινάζει τα μυαλά κάποιου κύριου Ντουμπόφκσι. Ύστερα, βγαίνει από το όχημα και πυροβολεί εξ επαφής την γυναίκα που τον συνοδεύει. Μπαίνει στο αμάξι, οδηγεί μέχρι το Λονδίνο, μπαίνει στο αεροπλάνο και επιστρέφει στο Παρίσι. Αυτές είναι οι πρώτες σκηνές του κόμικ. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι ένας πληρωμένος δολοφόνος με διεθνή δράση. Εργάζεται για την Εταιρεία, έναν σκοτεινό πολυεθνικό οργανισμό, όχι και τόσο επίσημο, με άκρες από τις παριζιάνικες εφημερίδες μέχρι την UNESCO. Μετά από αυτήν την δουλειά, ο Τεριέ αποφασίζει ότι ήρθε πλέον η ώρα να αποσυρθεί. Αυτό, ωστόσο, όπως ίσως ξέρει κάθε αναγνώστης με μια ελάχιστη επαφή με το νουάρ, είναι πάντοτε ένα όνειρο απατηλό. Κατά την γνώμη μου Η Πρηνής Θέση του Σκοπευτή είναι ένα κόμικ με αρκετά σκαμπανεβάσματα. Αν και δεν έχω διαβάσει το πρωτότυπο έργο, γνωρίζω ότι η γραφή του Manchette είναι εξαιρετικά λιτή, με αποτέλεσμα τα βιβλία του να είναι πολύ ευκολοδιάβαστα. Το ίδιο ισχύει και για την μεταφορά, θεωρώ τον Tardi πραγματικό τεχνίτη της αφήγησης, μόνο που σε μερικά σημεία η ροή είναι υπερβολικά γρήγορη, με αποτέλεσμα να χάνεται η απαιτούμενη «βαρύτητα». Σεναριακά, στο κομμάτι του Manchette δηλαδή, υπάρχουν σκηνές και διάλογοι που δεν μου κάθονται τόσο καλά. Φταίει και η μετάφραση μέσω των αγγλικών, που ποτέ δεν είναι καλή ιδέα, αλλά έχοντας διαβάσει τις άλλες μεταφορές, δεν μπορώ να επιρρίψω όλες τις ευθύνες στον/ην μεταφραστή/ρια. Ο Jean-Patrick Manchette Αυτό που μου άρεσε περισσότερο απ' όλα είναι ο τρόπος με τον οποίο ο Manchette επιχειρεί να σχολιάσει την κοινωνία της εποχής του. Υποτίθεται ότι ο Τεριέ κινείται στον υπόκοσμο, αλλά γίνεται ξεκάθαρο ότι στην εποχή του και κατ' επέκταση σήμερα, δεν υπάρχουν στεγανά όρια ανάμεσα στον υπόκοσμο και τον «επάνω κόσμο». Είναι δε εκπληκτική η ακρίβεια με την οποία ο Manchette προβλέπει το μέλλον. Ο αέρας της ανανέωσης που έπνευσε στις δεκαετίες του '60 και '70 κοπάζει. Και παρότι το βιβλίο δημοσιεύεται στο μεταίχμιο, ο συγγραφέας του πέφτει μέσα, αφού από την δεκαετία του '80 ξεκινάει η ολοκληρωτική κυριαρχία των μεγάλων εταιρειών-κολοσσών που βλέπουμε ακόμη εντονότερα τα τελευταία χρόνια. Σχεδιαστικά δεν μπορώ να πω πολλά. Το 2010 ο Tardi είχε προ πολλού φτάσει στον κολοφώνα του (στον οποίο διατηρείται λίγο-πολύ έως σήμερα!). Στις σελίδες αυτού του κόμικ υπάρχουν μερικά από τα καλύτερά του καρέ. Μπορεί το στιλ του Tardi να έχει αποκρυσταλλωθεί εδώ και δεκαετίες και να μην αλλάζει, άρα να μην εκπλήσσει, αλλά πάντοτε είναι όμορφο στο μάτι. Ίσως Η Πρηνής Θέση του Σκοπευτή είναι ένα ανάγνωσμα για τους φαν του Tardi (και του Manchette). Όχι ότι δεν μπορεί να το απολαύσει ένας «αμύητος», αλλά θα πρότεινα άλλα κόμικς για την γνωριμία. Επισήμως, το κόμικ είναι εξαντλημένο, αν και δεν πιστεύω ότι θα είναι πολύ δύσκολο να βρεθεί κάποιο αντίτυπο.
×
×
  • Create New...