Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Fantagraphics'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Ο Piero, μαζί με τον φίλο του το Nicola, κοιτάζουν από τις γρίλιες του παραθύρου τους το κορίτσι που μετακομίζει στο απέναντι διαμέρισμα: τη Lucia. Φωνάζουν, αστειεύονται, χαζεύουν, κάνουν ότι δυο έφηβοι θα έκαναν. Ο Nicola, εξωστρεφής, καρδιοκατακτητής. Ο Piero συνεσταλμένος. Ερωτεύτηκε τη Lucia. Έτσι ξεκινάει μια ιστορία που μας δείχνει περιληπτικά τις ζωές δύο ανθρώπων. Κάπου συναντιούνται, κάπου χάνονται. Τα χρόνια περνούν, τα μέρη αλλάζουν. Ιταλία, Νορβηγία, Αίγυπτος, Ιταλία ξανά. Ξεκίνησαν έφηβοι και πλέον είναι μεσήλικες. Ακούστε τώρα μερικά κλισέ: Χαμένοι έρωτες. Προδοσίες. Απογοητεύσεις. Ματαιωμένα όνειρα, καινούργια όνειρα. Η ζωή με έναν άνθρωπο. Αυτό που θέλουμε. Αυτό που νομίζουμε πως θέλουμε και αυτό που τελικά παίρνουμε. Το πιο-κλασικό-πεθαίνεις what if. Ο Manuele βάζει όλα τα παραπάνω μέσα στο σενάριο και μας διηγείται μια ιστορία αστεία, γλυκιά, πικρή. Αγγίζει καταστάσεις, είναι υπαινικτικός. Βλέπουμε θραύσματα, αποσπάσματα, όχι όλη την ιστορία. Κάνουμε άλματα στο χρόνο στη ζωή των πρωταγωνιστών. Βλέπουμε πως τους παρασέρνει η ζωή, τι ήθελαν και τι συνέβη. Άλλες φορές έχουν τον έλεγχο, άλλες όχι. Αλλάζουν, μεγαλώνουν, πληγώνονται, ντρέπονται, απελπίζονται, μετανιώνουν, ερωτεύονται. Οι περιφερειακοί χαρακτήρες είναι ολοκληρωμένοι, αληθοφανείς, στο βαθμό που προλαβαίνουμε να τους γνωρίσουμε. Παίζουν το ρόλο τους και έχουν αντίκτυπο και καμιά φορά τους γνωρίζουμε και λίγο καλύτερα, όπως συμβαίνει και στην πραγματική ζωή. Όλο αυτή η αποσπασματική αφήγηση λειτουργεί. Δεν χρειαζόμαστε πάντα πολλές λεπτομέρειες. Είναι τα μικρά πράγματα. Είναι το τραγούδι που έπαιζε εκείνη τη μέρα που έκανε έρωτα για πρώτη φορά η Lucia με τον Piero. Δεν μαθαίνουμε ποτέ ποιο είναι. Και δεν έχει καμία σημασία. Το σχέδιο με τα watercolors συμπληρώνει επάξια την ιστορία. Οι χρωματισμοί αλλάζουν ανάλογα με την ηλικία, την πόλη, την εποχή. Οι γραμμές είναι απαλές, μπλέκονται μεταξύ τους. Οι χαρακτήρες στο βάθος είναι τις περισσότερες φορές μερικές γραμμές. Οι σεκάνς με τα όνειρα του Piero είναι σε σέπια, θα μπορούσε να είναι storyboard από ταινία του Φελίνι. Οι απλές γραμμές το κάνουν να φαίνεται άνετο, μη επιτηδευμένο, όχι απλοϊκό. Υπάρχουν πολλά βουβά πλάνα. Υπάρχουν σκηνές που θα μπορούσε να είναι βαρετές (π.χ. η σκηνή με το τηλεφώνημα το βράδυ στην έρημο μεταξύ Piero και Lucia, το ποτήρι νερό που σηκώθηκε να πιεί ένα βράδυ η νεαρή Lucia κλπ) και καταλήγουν να τις χαζεύεις. Το 5.000 Kilometers per Second είναι σχεδόν μια ιστορία αγάπης. Μπορεί και δύο. Μοιάζει αληθινό, αυτή είναι η γοητεία του. Θα μπορούσε να είναι η βιογραφία δύο πραγματικών ανθρώπων. Μπορεί και να είναι. Και ο λόγος που μοιάζει αληθινό είναι γιατί όλο και κάτι παρόμοιο θα έχει συμβεί και σε εσένα - αν είσαι τυχερός. Ή άτυχος. Δεν ξέρω, δεν μπορώ να αποφασίσω.
  2. Η Fantagraphics είναι γνωστή σε όλους μας. Για όσους ίσως δεν την ξέρουν, πρόκειται για μια εταιρεία, η οποία εκδίδει graphic novels τόσο από αγγλόφωνους δημιουργούς, όσο και από δημιουργούς από άλλες χώρες μεταφρασμένους στα αγγλικά. Είναι πολύ προσεκτική στις επιλογές της και όσο αφορά στους ξένους δημιουργούς, πιστεύω ότι σχεδόν κάθε κυκλοφορία της είναι ένα εκδοτικό γεγονός, αλλά και πολλά από τα πρωτότυπα graphic novels, που έχει εκδώσει, έχουν αποσπάσει πλήθος διακρίσεων. Όλες οι εκδόσεις είναι πολύ ποιοτικές, τόσο από άποψη στησίματος (σελιδοποίηση, δέσιμο κτλ), όσο και από άποψη περιεχομένου, με εισαγωγικά κείμενα και άλλα έξτρα. Ανάμεσα στις κυκλοφορίες της θα βρούμε πολλά επιλεγμένα κόμικς της Disney, τα Peanuts, αλλά και το περίφημο Love and Rockets και πολλά άλλα. Παράλληλα κυκλοφορεί, νομίζω πλέον μόνο σε διαδικτυακή μορφή, και ένα από τα εγκυρότερα περιοδικά του χώρου των κόμικς, το The Comics Journal (TCJ). Φυσικά, η μηδενική έκπτωση στην ποιότητα έχει αντίκτυπο και στις τιμές, που είναι συνήθως αλμυρές, αλλά τις περισσότερες φορές το αξίζουν. Αφορμή για να ξεκινήσω το θέμα είναι δύο πολύ πρόσφατες και πάρα πολύ σημαντικές κυκλοφορίες της. Καταρχάς, ο δεύτερος τόμος της The Alberto Breccia Library (ο πρώτος ήταν το Mort Cinder) με τίτλο: Perramus: The City and Oblivion με σχεδόν 500 σελίδες, σενάριο του Juan Sasturain (θεωρείται σημαντική προσωπικότητα στην Αργεντινή) και τιμημένο με βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας. (οι εσωτερικές σελίδες είναι από το amazon) Μια δεύτερη σημαντική κυκλοφορία είναι ένας ακόμα τόμος του αγαπημένου μας Tardi, πάνω σε ιστορίες του επίσης αγαπημένου Jean-Patrick Manchette, με τίτλο Streets of Paris, Streets of Murder: The Complete Noir Stories of Manchette & Tardi Vol. 1. (και πάλι η εσωτερική σελίδα από το amazon) Εννοείται, ότι η Fantagraphics έχει κυκλοφορήσει πρόσφατα και άλλα graphic novels. Αν κάποιος/α γνωρίζει κάτι παραπάνω για αυτά τα δύο ή για κάποιο άλλο ή θέλει να μας ενημερώσει για κάποια υπάρχουσα ή επερχόμενη κυκλοφορία ή νέο, ας ποστάρει σε αυτό το θέμα.
  3. Πριν μπω σε λεπτομέρειες, πρέπει να πω το εξής: όταν αποφάσισα να ξεκινήσω το Land of Sons του Gipi, δεν περίμενα με τίποτα να διαβάσω αυτό που διάβασα. Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα μετα-αποκαλυπτικό μέλλον, πιθανότατα κάπου στην Ιταλία, μετά από ένα γεγονός γνωστό απλώς ως «Δηλητηρίαση». Τόνοι σκουπιδιών βρίσκονται εδώ κι εκεί, η τροφή είναι δυσεύρετη, το νερό της λίμνης είναι ακάθαρτο. Σε αυτό το άγριο περιβάλλον, ζουν δύο αδέρφια, στις αρχές της εφηβείας τους ίσως. Ζουν μαζί με τον πατέρα τους, έναν σκληρό άντρα που θέτει αυστηρούς κανόνες και αρνείται ακόμη και την ελάχιστη στοργή στους γιους του. Κι ενώ έχει εξοβελίσει τη γραφή και την ανάγνωση ως δεξιότητες άχρηστες στον κόσμο τους, καθώς δεν μπορούν να συμβάλλουν στην επιβίωσή τους, ο ίδιος κάθεται συχνά και γράφει σε ένα μαύρο ημερολόγιο. Στις σελίδες τους, πιστεύει ο ένας από τους αδερφούς, κρύβονται τα μυστικά του παρελθόντος και οι σκέψεις του πατέρα. Η ιδέα των απομονωμένων πατέρα-γιων και του μυστηριώδους ημερολογίου θυμίζει το Sweet Tooth του Jeff Lemire, αλλά σε γενικές γραμμές οι ομοιότητες σταματούν εκεί. Το cast είναι πολύ πιο περιορισμένο και οι στόχοι των δύο δημιουργών διαφορετικοί. Από τις πρώτες κιόλας σελίδες, το Land of the Sons αποπνέει μια ζοφερότητα που προσωπικά έχω συναντήσει σε ελάχιστα κόμικ, για να μην πω σε κανένα. Αυτό δεν οφείλεται μόνο στη βία στην οποία (αναμενόμενα) επιδίδονται οι χαρακτήρες, αλλά κυρίως στο πόσο άδειες είναι οι ψυχές τους. Σε έναν τέτοιο κόσμο, δεν έχει χώρο η εμπιστοσύνη, δεν υπάρχουν φιλίες, η ζωή κάποιου εξαρτάται από την χρησιμότητά της για κάποιους άλλους. Το σχέδιο του Gipi, παρότι υπερβολικά sketchy, είναι δυνατό, έχει ορμητικότητα και αποδίδει τέλεια το σκοτεινό συναίσθημα που επιθυμεί. Ο Gipi, όμως, αφήνει μια υπόνοια ελπίδας για τους ήρωές του. Ίσως σε κάποια άλλη άκρη της λίμνης να υπάρχει μια ελπίδα, ίσως τα δύο αδέρφια να μπορέσουν να βρουν την προσωπική τους λύτρωση. Το σκοτάδι δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς το φως. Το κόμικ διαβάζεται σχετικά γρήγορα, παρά το βάρος και τον όγκο του (282 σελίδες). Η ροή είναι εξαιρετική, δεν σκαλώνει πουθενά, και θα πρότεινα να το διαβάσετε το πολύ σε δύο καθισιές, για να παραμείνετε στο mood. Το La Terra dei Figli κυκλοφόρησε το 2016 από την Coconino Press και σύντομα μεταφράστηκε σε καμιά δεκαριά γλώσσες. Στα αγγλικά, βγήκε το 2018 από την Fantagraphics σε φυσική και ηλεκτρονική μορφή. Το κόμικ κέρδισε βραβεία σε πολλά ευρωπαϊκά φεστιβάλ, με σημαντικότερο το Grand prix de la Critique στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ.
  4. O νεαρός Bobby Bailey, ένας απόκληρος των 60s, θεωρεί ότι το μόνο καταφύγιό του είναι η κατάταξή του στον αμερικάνικο στρατό. Αυτό που δεν ξέρει όμως είναι ότι πρόκειται να συμμετάσχει σε ένα top secret πρόγραμμα για την δημιουργία υπερστρατιώτη, στην ηγεσία του οποίου βρίσκεται ο Dr. Friedrich. Ο Dr. Friedrich νυν υψηλόβαθμος στρατιωτικός ήταν πρώην στέλεχος των Ναζί, που πούλησε την ιδέα για την κατασκευή ενός υπερανθρώπου στους αμερικάνους, μετά την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1945. Το αποτέλεσμα του πειράματος στον Bobby, αντί στον υπερστρατιώτη, οδηγεί στην δημιουργία ενός τέρατος που ο αμερικάνικος στρατός πλέον προσπαθεί να καταστρέψει. Κάπως έτσι ξεκινάει η πλοκή του έπους 360 σελίδων που ακούει στο όνομα Monsters. Με επίκεντρο τον Bobby ξετυλίγονται ιστορίες που αφορούν σε διαφορετικές περιόδους, στα 60s και στα 40s, και εστιάζουν τόσο στην οικογένειά του όσο και σε χαρακτήρες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο με την στάση τους στην εξέλιξη του Bobby από ένα φυσιολογικό παιδί, σε σιωπηλό και μοναχικό, σε παρία και τέλος σε τέρας. Γνωρίζουμε λοιπόν τον πατέρα του Bobby, Tom, που γύρισε από τον πόλεμο με καθυστέρηση 4 χρόνων, άλλος άνθρωπος, βίαιος και καταπιεστικός, που ήταν μεταξύ αυτών που ανακάλυψαν την τοποθεσία των μυστικών πειραμάτων των Ναζί. Ακόμα, η μητέρα του Bobby, Janet αναδεικνύεται σε πρωταγωνίστρια σημαντικού μέρους του κόμικ καθώς βλέπουμε τις προσπάθειές της να προστατέψει τον Bobby από την βια του πατέρα του. Επιπλέον, η πλοκή εστιάζει στον αξιωματικό Elias Macfarlane που είναι αυτός που πρακτικά στέλνει τον Bobby να συμμετάσχει στο πείραμα που θα τον μετατρέψει τελικά σε τέρας και στην συνέχεια βασανίζεται από τις τύψεις. Τέλος, σημαντικός χαρακτήρας στην πορεία της ζωής του Bobby είναι ο μυστικός πράκτορας John Powell, υπεύθυνος να ενημερώνει την Janet για την απουσία του άντρα της, την οποία ερωτεύεται. Το Monsters είναι δύσκολο να καταταχτεί αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Περιέχει στοιχεία κοινωνικού δράματος, θριλερ τρόμου και πολιτικής σάτιρας. Κάποιος μπορεί να δει στοιχεία από έργα όπως το Frankenstein ή το Hulk που πραγματεύονται τέρατα τα οποία καταδιώκονται ως αποτελέσματα πειραμάτων που πήγαν λάθος. Ακόμα, η δημιουργία υπερστρατιώτη αποτελεί το θέμα τόσο στο Captain America όπου όμως υπάρχει η επιθυμητή κατάληξη της δημιουργίας ενός υπερστρατιώτη ηρωϊκού, όσο και στον Wolverine που ο χαρακτήρας βασανίζεται κατά την διάρκεια μεταμόρφωσής του σε υπερόπλο. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει μια από τις πιο κομβικές ιστορίες του ήρωα, το Weapon X που κυκλοφόρησε το 1991 και κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Παρόλα αυτά, για μένα το πιο δυνατό σημείο του κόμικ βρίσκεται στο βάθος που δίνει στους χαρακτήρες του, αφιερώνοντας ώρα στην μεταφορά των μεταξύ τους διαλόγων και σκέψεων. Μέσα στο κόμικ υπάρχουν πολλές πραγματικά συγκινητικές σελίδες όπου ο αναγνώστης μπορεί να βυθιστεί και αυτός στο δράμα των πρωταγωνιστών, να μοιραστεί την αγωνία τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κόμικ υπολείπεται στις σκηνές δράσης. Αν και λιγοστές, τόσες-όσες, είναι από τις πλέον καλοδουλεμένες που έχω διαβάσει, με πολύ καλό ρυθμό και σκηνοθεσία έτσι ώστε να καθοδηγείται σωστά ο αναγνώστης στο να γεμίσει τα κενά των καρέ με την φαντασία του, κατόρθωμα σπάνιο για μένα που πολλές σκηνές δράσεις σε άλλα κόμικς μου φαίνονται ως ατάκτως ειρημένα καρέ. Ακόμα, ο Barry Windsor-Smith καταφέρνει μέσα από την σύνθεση όλων των ιστοριών του που εστιάζουν στους συγκεκριμένους χαρακτήρες του κόμικ να κάνει σχόλια ευρύτερα για τις περιόδους που διαδραματίζεται. Έτσι θίγονται, άλλες φορές εμμέσως και άλλες άμεσα ακανθώδη ζητήματα όπως η συνεργασία του αμερικάνικου στρατού με τους ναζί μετά τον πόλεμο, η θέση της γυναίκας στην οικογένειας εκείνη την περίοδο, τα δεινά του πολέμου. Το Monsters αποτελούσε ένα μακροχρόνιο πρότζεκτ του δημιουργού καθώς χρειάστηκε 35 χρόνια για να ολοκληρωθεί και εκδόθηκε φέτος από την Fantagraphics προξενώντας τεράστια αίσθηση. Δικαίως κατά την γνώμη μου, καθώς είναι από εκείνα τα λιγοστά έργα που κατάφεραν να με κάνουν να ενδιαφερθώ όντως για τους χαρακτήρες. Σίγουρα ως ένα ψηφιδωτό πολλών διαφορετικών ειδών δεν μπορεί να είναι εξαιρετικό σε όλα, και αισθάνθηκα σε σημεία ότι ίσως κρατάει κάποια υπο-πλοκή περισσότερο από όσο θα έπρεπε ενώ για ορισμένους χαρακτήρες νιώθω ότι θα ήθελα να δω περισσότερα στοιχεία. Παρόλα αυτά το θεωρώ την καλύτερη αγορά που κάναμε στο φετινό ComicDom. Εννοείται ότι προτείνεται. Δεν πρόκειται για ένα κόμικ για να χαλαρώσετε μετά από μια κουραστική μέρα στην δουλειά, είναι βαρύ και στενάχωρο. Ο αναγνώστης ήδη γνωρίζει πολλές φορές την κατάληξη της ιστορίας διαβάζοντας για την αρχή της. Σημασία δηλαδή δεν έχει το "τι" θα γίνει αλλά το "γιατί" και το "πως". Στα θετικά επίσης είναι η έκτασή του. Στις 360 σελίδες του, καθόλου λίγες, ο δημιουργός καταφέρνει να πει μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος, κόντρα στην μόδα που υπαγορεύει ιστορίες που εκτείνονται σε πολλούς τόμους και που πλέον ο γράφων δεν έχει την όρεξη, ούτε τον χρόνο να αφιερώσει για να φτάσει στο τέλος τους. Δώστε του μια ευκαιρία, στο κάτω-κάτω είναι από τα πιο πολυσυζητημένα κομικς της χρονιάς!
  5. Εδώ έχουμε το reboot του θρυλικού κόμικ, το οποίο επιχείρησε να κάνει ο Έστερχελντ το 1969, αυτή τη φορά σε σχέδια του Alberto Breccia, με τον οποίον είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν (όπως στο "Mort Cinder", αλλά όχι μόνο σε αυτό). Η ιστορία δημοσιευόταν κάθε εβδομάδα στο πολιτιστικό και πολιτικό περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας "Gente". Μην τρομάζετε, δεν πρόκειται να επαναληφθεί το σεντόνι, που έγραψα για την πρώτη, την ορθόδοξη εκδοχή του "Ετερνάουτα" με εισαγωγές, κοινωνικοπολιτικά πλαίσια κτλ. Εξάλλου, όσα έγραψα σε εκείνη την παρουσίαση, ισχύουν και εδώ. Συγκρατείστε μόνο το εξής: το 1957, όταν ο Έστερχελντ ξεκίνησε να γράφει τον πρώτο "Ετερνάουτα", η Αργεντινή ήταν υπό στρατιωτική δικτατορία, κάτι που επίσης συνέβαινε το 1969. Όσο αφορά στην ιστορία, ο Έστερχελντ ήθελε να την αφηγηθεί ξανά από την αρχή, κάνοντας κάποιες αλλαγές. Οι δύο πιο σημαντικές σε αυτήν την εκδοχή είναι ότι απουσιάζει ο μικρός Πάμπλο και έχει αντικατασταθεί από μια νεαρή κοπέλα, τη Σουσάνα, πιθανόν σε μια προσπάθεια του συγγραφέα να προσθέσει έναν ακόμη γυναικείο χαρακτήρα, για να κάνει πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή ή για να προσθέσει μια ερωτική ιστορία. Η δεύτερη διαφορά είναι θεμελιώδης, όχι τόσο για την πλοκή, όσο για τον ιδεολογικό προσανατολισμό του νέου κόμικ: σε κάποιο σημείο, σχετικά νωρίς στην πλοκή, αναφέρεται ξεκάθαρα, ότι η εξωγήινη εισβολή πλήττει μόνο τη Νότια Αμερική, επειδή οι μεγάλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, αποφάσισαν να τους προσφέρουν εν είδει θυσίας αυτό το μέρος του κόσμου, προκειμένου να σωθούν οι ίδιες. Η πίκρα και η απογοήτευση του Έστερχελντ από την πολιτική κατάσταση στη χώρα του και στον κόσμο είναι σαφείς. Σε κάθε περίπτωση, το νέο κόμικ δεν πήγε καλά. Ξεκίνησε να δημοσιεύεται στις 29/5 και ολοκληρώθηκε στις 18/9 κακήν κακώς, επειδή ζητήθηκε από τον Μπρέσια να κάνει το σχέδιό του πιο εμπορικό, κάτι το οποίο τόσο ό ίδιος, όσο και ο σεναριογράφος αρνήθηκαν να κάνουν, αλλά και επειδή ο Έστερχελντ αντιλήφθηκε, ότι κάποια κομμάτια των κειμένων του είχαν αφαιρεθεί. Σύμφωνα με τον Rodrigo Baeza, που υπογράφει το βασικό κείμενο για το κόμικ στην έκδοση της Fantagraphics, οι πολιτικές πεποιθήσεις του Έστερχελντ έπαιξαν σίγουρα ένα ρόλο στην ακύρωση του κόμικ. Εξάλλου, το πολιτικά άκρως φορτισμένο κόμικ τους για τον Τσε Γκεβάρα είχε κυκλοφορήσει - και κυνηγηθεί από το καθεστώς - μόλις λίγους μήνες νωρίτερα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών, συνεπώς, είναι ότι, ενώ η ιστορία ξεκινά αργά, από ένα σημείο και μετά τα γεγονότα τρέχουν, η δράση συμπιέζεται, καθώς ο σεναριογράφος ασθμαίνει, για να ολοκληρώσει την ιστορία, η οποία τελειώνει με τον ίδιο τρόπο με εκείνο της πρώτης εκδοχής και τελικά το κόμικ μοιάζει ανολοκλήρωτο και εκτός αφηγηματιικής ισορροπίας. Υπάρχει, φυσικά, το ανυπέρβλητο σχέδιο του Μπρέσια, ο οποίος, για μια ακόμη φορά, μεγαλουργεί, δημιουργώντας εικόνες, που εμπνέονται τόσο από τον εξπρεσιονισμό, όσο και από τη σύγχρονη (το 1969) ΕΦ και πιθανόν και την ψυχεδέλεια, αλλά ταυτόχρονα είναι και αφαιρετικές, αξιοποιώντας ακόμη και το άσπρο χρώμα της σελίδας ως εκφραστικό μέσο. Αδιαφορεί για το ρεαλισμό, αποδίδει τους εισβολείς με αδρές γραμμές, αλλά και τους ανθρώπους μόνο με τα βασικά χαρακτηριστικά τους, επειδή τον ενδιαφέρει πρωτίστως η ψυχολογική κατάσταση, η οποία δημιουργείται από τα δρώμενα. Ακόμη και οι νιφάδες του χιονιού είναι σχεδόν εξωπραγματικές και για αυτό το λόγο εντελώς απειλητικές. Και βεβαίως, σε διάφορα καρέ έχουμε τα αγαπημένα του κολάζ και σε ακόμη περισσότερα τη χρήση γραμμών, για να σχεδιαστεί ένα τμήμα του περιβάλλοντα χώρου. Τελικά, το σχέδιο του Μπρέσια είναι και ο κύριος λόγος, για να διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο κόμικ, εκτός βέβαια αν ενδιαφέρεται να κάνει μια αντιπαραβολή μεταξύ των δύο εκδοχών. Δυστυχώς, το άδοξο τέλος του κόμικ επηρέασε αρκετά το τελικό αποτέλεσμα. Το κόμικ εκδόθηκε στα αγγλικά το 2020 από τη Fantagraphics ως ο τρίτος τόμος της σειράς "Alberto Breccia Library" (ο πρώτος ήταν το"Mort Cinder, ο δεύτερος το "Perramus", ενώ ακολούθησε και ένας τέταρτος). Είναι μάλλον περιττό να προσθέσω κάτι για την πολύ υψηλή ποιότητα έκδοσης, η οποία συνοδεύτηκε και από κείμενα για το κόμικ και τους δημιουργούς. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  6. Πρωτότυπος τίτλος: Daddy’s girl (Fantagraphics, 2008) Η Λίλη είναι μαθήτρια του δημοτικού σε μια πόλη των ΗΠΑ και ζει με τους γονείς της και τις αδερφές της μια φαινομενικά φυσιολογική ζωή. Η λέξη κλειδί είναι το "φαινομενικά", επειδή η Λίλη κακοποιείται σεξουαλικά από τον πατέρα της σε πολύ μεγάλη συχνότητα. Το κόμικ είναι οι αφηγήσεις της, οι οποίες εκτείνονται σε βάθος χρόνου, όπως εξάλλου και η συστηματική της κακοποίηση. Είναι επίσης και η πιο σύντομη ιστορία της Φραν, η οποία επίσης κακοποιείται σεξουαλικά από ένα μεγαλύτερό της άνδρα. Είναι, δυστυχώς, οι ιστορίες πολλών κοριτσιών, που έχουν υποστεί έναν παρόμοιο εφιάλτη στα χέρια συγγενών, γνωστών ή αγνώστων, χωρίς να μπορούν να μιλήσουν, γιατί, πολύ απλά, φοβούνται, ευρισκόμενες υπό το κράτος μιας διαρκούς ψυχολογικής βίας, εξίσου καταστροφικής και απεχθούς με τη σωματική. Κι όμως, παρά τα όσα υφίστανται, οι νεαρές ηρωίδες της Drechsler προσπαθούν, όσο μπορούν, να ζήσουν μια φυσιολογική ζωή, κρύβοντας τις πληγές τους. Δεν χρειάζεται να γράψω κάτι άλλο, το κόμικ είναι ένα εξαιρετικά δυσάρεστο ανάγνωσμα, λόγω της θεματολογίας του και σε καμία περίπτωση λόγω της ποιότητάς του. Η Drechsler από τις πρώτες κιόλας σελίδες μας βάζει κατευθείαν στο νοσηρό κλίμα της οικογένειας της Λίλη και δεν μας χαρίζεται καθόλου. Το κόμικ αποτελείται από ολιγοσέλιδες ιστορίες, σχεδόν όλες ασπρόμαυρες, εκτός από μια. Το σχέδιο θυμίζει Charles Burns όχι τόσο λόγω του ασπρόμαυρου και της τεχνικής, αλλά και επειδή η Drechsler χρησιμοποιεί τον περιβάλλοντα χώρο, την προοπτική και το υπόβαθρο με τρόπο παρόμοιο με εκείνο του Burns. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα αγγλικά από την Phantagraphics το 2008, αλλά οι ιστορίες έχουν γραφτεί μέσα στη δεκαετία του 1990. Δεν γνωρίζω εάν υπήρξε μια προηγούμενη έκδοση. Η ελληνική έκδοση είναι πολύ προσεγμένη και έχει και μια εξαιρετική μετάφραση σε ρέουσα, καθημερινή γλώσσα από την Kyoko Kishida. Αξίζει να την αναζητήσετε, εφόσον αντέχετε το θέμα του κόμικ, γιατί φυσικά δεν απευθύνεται σε όλους. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κείμενο του @Lazaros στο ιστολόγιό του.
  7. Το The Comics Journal (TCJ για τους φίλους ) είναι βασικά περιοδικό, το οποίο εκδίδεται από το 1976. Ξεκίνησε με τον τίτλο The New Nostalgia Journal τουν Ιούλιο εκείνης της χρονιάς και από τον αριθμό 27, ως συνέχεια μιας παλαιότερης έκδοσης, του The Nostalgia Journal, απευθυνόμενο κυρίως σε συλλέκτες κόμικς, αλλά σύντομα άλλαξε στον τίτλο τον οποίο χρησιμοποιεί και σήμερα και παράλληλα έγινε ένα έντυπο κριτικής των κόμικς, συνεντεύξεων και θεμάτων γύρω από αυτά. Για να πάρετε μια ιδέα, υπάρχει εδώ μια λίστα με όλους/ες από τους/τις οποίους/ες έχει πάρει συνέντευξη το περιοδικό (δεν γνωρίζω κατά πόσον η λίστα είναι ενημερωμένη ή εξαντλητική) Στην αρχή κυκλοφορούσε κάθε μήνα, μετά 9 φορές το χρόνο, στη συνέχεια μόνο ψηφιακά και πλέον κυκλοφορεί και έντυπο δύο φορές το χρόνο. Υπάρχει, φυσικά και ένα πολύ ενημερωμένο σάιτ, όπου μπορείτε να διαβάσετε πολλά ενδιαφέροντα θέματα και κυρίως κριτικές για πάρα πολλά κόμικς. Το περιοδικό εκδίδεται από την Fantagraphics, με την οποία μοιράζονται μια κοινή πορεία, αφού ιδρύθηκαν την ίδια χρονιά και ένας εκ των ιδρυτών της εκδοτικής, ο Gary Groth, είναι και ο αρχισυντάκτης του The Comics Journal σε όλη τη διάρκεια της ιστορίας του. Φυσικά, είναι δύσκολο να ασκείς κριτική, χωρίς να τη δέχεσαι κιόλας και το περιοδικό έχει δεχτεί αρκετή και έντονη κριτική, αλλά προσωπικά και κρίνοντας από τα σχετικά λίγα που έχω διαβάσει από το περιοδικό (κριτικές και συνεντεύξεις), το θεωρώ ως ένα από τα σοβαρότερα και πιο αξιόπιστα μέσα στο χώρο των κόμικς - χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι συμφωνώ πάντα μαζί του. Καλώς ή κακώς, βέβαια, οι εκδόσεις της Fantagraphics και γενικότερα τα ανεξάρτητα κόμικς έχουν ένα προβάδισμα στις κριτικές, αλλά θα βρείτε και σχολιασμό για κόμικς από μεγάλες εταιρείες. Το Φεβρουάριο του 1999 το περιοδικό δημοσίευσε μια λίστα με τα 100 καλύτερα κόμικς του 20ου αιώνα, που έχουν γραφτεί στα αγγλικά. Δυστυχώς, δεν έχω υπόψη μου την πλήρη λίστα, αν κάποιος/α ξέρει τι ακριβώς περιέχει, ας μας το γράψει. Ανεξάρτητα από αυτό, να σημειώσω, ότι το περιοδικό έχει κερδίσει αρκετά βραβεία και έχει λάβει ακόμη περισσότερες υποψηφιότητες, Μπορείτε να έχετε πρόσβαση στο ηλεκτρονικό αρχείο του περιοδικού, αλλά με ετήσια συνδρομή 30 δολαρίων. Τις κριτικές και κάποιες (ή όλες, δεν ξέρω) τις συνεντεύξεις, τουλάχιστον τις τρέχουσες, μπορείτε να τις δείτε ελεύθερα στο σάιτ του περιοδικού. Αξίζει τον κόπο να ρίχνετε μια ματιά στο σάιτ, αν μη τι άλλο θα σας έρθουν ιδέες για μελλοντικές αγορές. Περισσότερες πληροφορίες θα βρείτε στη wikipedia, από το λήμμα της οποίας άντλησα κι εγώ ορισμένα στοιχεία για αυτήν την παρουσίαση.
  8. Τίτλος πρωτότυπου: La casa (2015, Astiberri) Ο ηλικιωμένος πατέρας πεθαίνει και το εξοχικό σπίτι, που έχτισε μαζί με την οικογένειά του μαραζώνει. Η μητέρα έχει πεθάνει εδώ και κάποια χρόνια και τα τρία παιδιά, ο Βιθέντε, ο Χοσέ και η Κάρλα έχουν τις δικές τους προτεραιότητες. Ο Χοσέ είναι συγγραφέας και οι άλλοι δύο έχουν οικογένειες. Το σπίτι θέλει συντήρηση, επειδή φτιάχτηκε στα γρήγορα και με φτηνά υλικά και κανείς τους δεν έχει ούτε τα χρήματα, ούτε το χρόνο για να τα αφιερώσει σε αυτό. Συνεπώς, το σπίτι πρέπει να βγει προς πώληση. Το σπίτι, όμως, είναι γεμάτο αναμνήσεις, αφού και οι τρεις πέρασαν όλα τα καλοκαίρια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας εκεί. Ήταν απλώς ένα οικόπεδο, όταν το αγόρασαν, αλλά σιγά σιγά με την προσωπική τους εργασία έγινε μια κατοικία και είναι το σύμβολο του πατέρα τους, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς Ισπανών, που μη μπορώντας να αγοράσουν ένα έτοιμο εξοχικό, έπρεπε να το φτιάξουν από την αρχή, έστω κι αν έπρεπε λίγο να παρανομήσουν για ορισμένα θέματα. Το μόνο πράγμα, που δεν πρόλαβε να στήσει ο πατέρας, όπως το ήθελε, ήταν αυτή η αναθεματισμένη πέργκολα, που την είχε καημό, από τότε, που ήταν νέος. Και αυτή η συκιά, που με τίποτα δεν βγάζει σύκα! Ναι, αλλά κάθε γωνία, κάθε τμήμα του σπιτιού τους θυμίζει τον πατέρα και όλες τις στιγμές, που πέρασαν εκεί. Μήπως τελικά θα ήταν καλύτερα να το κρατήσουν και να το επισκευάσουν, για να μη χάσουν το μέρος, όπου βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού τους; Απλά διλήμματα, καθημερινά. Κάποιοι έχουμε βρεθεί σε αυτά ή σε κάτι παρόμοιο (εγώ, για παράδειγμα). Ο Ρόκα αφηγείται μια ιστορία αναμνήσεων και ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με το παρελθόν, μια ιστορία για την οικογένεια και τις καταβολές μας και τελικά, μια κοινότοπη ιστορία, αλλά με την καλή έννοια. Δεν υπάρχουν θαμμένα οικογενειακά μυστικά στο έργο, ούτε κάποια συγκλονιστική ανατροπή, ούτε κάποια τρομερή αποκάλυψη. Υπάρχει μόνο η συνειδητοποίηση, ότι κάποτε τα πράγματα ήταν έτσι και τώρα είναι αλλιώς. Κάποτε ο πατέρας, μεγαλωμένος μέσα στη φτώχεια, έκανε κάποιες επιλογές, που σήμερα φαντάζουν περίεργες, αλλά για εκείνον είχαν σημασία. Η πέργκολα είχε τη σημασία της, η συκιά το ίδιο. Αλλά η ζωή έχει προχωρήσει και πρέπει και τα παιδιά να κάνουν επιλογές, όχι τρομερές και φοβερές, αλλά επιλογές παρόλα αυτά. Κάτι πρέπει να φύγει, κάτι πρέπει να αφήσουν πίσω. Αυτό δεν σημαίνει, ότι ξεχνάνε, απλά κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν. Ας μη μακρηγορώ. Το κόμικ μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ, περισσότερο από το "Arrugas", το οποίο επίσης μου είχε αρέσει πολύ. Είναι ρεαλιστικό και απολύτως βγαλμένο από τη ζωή. Οι χαρακτήρες συζητούν, σκέφτονται, θυμούνται και ο Ρόκα ανακατεύει με μεγάλη επιτυχία παρελθόν και παρόν στην εξιστόρησή του, σε σημείο, που κάποια πράγματα φαίνονται να εξελίσσονται παράλληλα μεταξύ των δύο χρονικών βαθμίδων και δημιουργεί μια ιστορία γεμάτη από τις χαρές και τις πίκρες της καθημερινότητας. Ίσως να μην αρέσει σε όλους εξίσου, αυτό είναι κατανοητό, γιατί υπάρχει και μια βιωματική πλευρά στο κόμικ και πολλές φορές αυτά μας αφήνουν αδιάφορους. Πιστεύω, όμως, ότι αξίζει τον κόπο να του ρίξετε μια ματιά. Το κόμικ κέρδισε το βραβείο Eisner το 2020 στην κατηγορία Best U.S. Edition of International Material. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2019 σε μια εξαιρετική, σκληρόδετη έκδοση από τη Fantagraphics σε μακρόστενο σχήμα (25 πλάτος, 18,5 ύψος) και σε σχετικά προσιτή τιμή. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική στο The Comics Journal
  9. Το Red Room το αγορασα στο φετινό Comicdom και ηταν ισως η μοναδική αγορά μου που έγινε χωρίς να γνωρίζω τιποτα, ούτε για το κόμικ, ούτε για τον δημιουργό. Απλά έριξα ένα ξεφύλλισμα και με έπεισε. Τι είναι λοιπόν το Red Room; Θυμάστε εκείνη την περίφημη φράση "μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του"; Εδώ λοιπόν μια χαρά μέσα θα πέσετε αν το κρίνετε από αυτό. Πρόκειται για ένα κόμικ που εντάσσεται στην κατηγορία του gore horror με επιρροές όπως λέει ο ίδιος ο δημιουργός από τα ασπρόμαυρα κόμικς της δεκαετίας του '80 όπως το Κοράκι του James O'Barr αλλά και τα κλασσικά horror κόμικς της E.C. όπως το περίφημο Tales From The Crypt. Θέλωντας να κάνει ένα κόμικ που θα σόκαρε και θα φόβιζε τους αναγνώστες του ο Ed Piskor σκέφτηκε να δημιουργήσει τον κόσμο του γύρω από ένα σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο, αυτό του λεγόμενου Dark Web όπου πίσω από την ανωνυμία και τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα ορισμένοι όντας γνώστες και έχοντας τους πόρους, αναλώνονται σε κάθε λογής παράνομες και εγκληματικές ενέργειες. Ετσι λοιπόν, στα κρυπτογραφημένα Red Rooms ένα κομμάτι από το 1% του πληθυσμού της Γης απολαμβάνει να βλέπει βασανισμούς και θανατώσεις με τους πιο ακραίους τρόπους από τους αγαπημένους τους stars-serial killers. Σκεφτείτε τα πολυσυζητημένα snuff films στον 21ο αιώνα. Όπως αντί να πηγαίνεις πλέον στο video-club για να νοικιάζεις ταινίες, τις στριμάρεις από το ίντερνετ, αντίστοιχα έχουν εξελιχθεί και οι διεστραμμένοι πελάτες τέτοιου υλικού, συνδέονται online. Στα τέσσερα τεύχη του Antisocial Network η ιστορία περιστρέφεται γύρω από πέντε διαφορετικά Studios παραγωγής τέτοιου υλικού με την έμφαση να δίνεται περισσότρο στην οικογενεια Thelema και σε έναν συγκεκριμένο serial killer που αποφασίζουν να προσλάβουν. Στόχος του δημιουργού ήταν να γράψει τεύχη τα οποία θα δίνουν μια αίσθηση ολοκλήρωσης στον αναγνώστη αλλά όλα μαζί θα σχηματίζουν ένα ευρύτερο ψηφιδωτό που θα επιτρέπει να γίνουν γνωστά περισσότερα στοιχεία του κόσμου των Red Rooms και το καταφέρνει. Οσον αφορά το σενάριο δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο, άλλωστε ο στόχος του συγγραφέα είναι απλός, να τρομάξει τους θεατές. " No Eisner award bait here" θα γράψει άλλωστε στην εισαγωγή του trade paperback. Ούτε αλληγορίες ούτε κοινωνική κριτική θα βρείτε εδώ. Δεν έχει Get Out για να μιλήσω με όρους σινεμά, εδώ έχει ένα ακόμα πιο ακραίο Saw. Φυσικά ένα τέτοιο κόμικ δεν θα λειτουργούσε χωρίς το κατάλληλο σχέδιο και εδώ είναι που "λάμπει" το κόμικ. Μέσα από ένα πολύ λεπτομερές σχέδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει την φρίκη σε όλο της το μεγαλείο αλλά και να ανακαλύψει κρυμμένες λεπτομέρειες του σύμπαντος του κόμικ. Ακόμα στην εμπειρία της ανάγνωσης συμβάλλει και το στήσιμο των σελίδων με πολλά καρέ να είναι point-of-view ενός θεατή διατεθιμένου να πληρώσει για να δώσει εντολές για την επικείμενη εκτέλεση. Στο τέλος του τόμου υπάρχουν σημειώσεις του Ed Piskor για διάφορα καρέ τα οποία αποκαλύπτουν και τις πηγές έμπνευσης αλλά και το πόση έρευνα έκανε σχετικά με αληθινούς σχετικούς ιστότοπους στο dark web και serial killers, προκειμένου να κάνει όσο πιο αληθοφανή γίνεται την ιστορία του. Συνολικά μπορώ να πω ότι διασκέδασα με το κόμικ αυτό και δεν απογοήτευσε, πρόκειται όμως για κόμικ αυστηρά για ενηλίκους καθώς η βία που απεικονίζεται είναι ακραία, για τον λόγο αυτό δεν παρατίθενται και πολλές εικόνες στην παρουσίαση. Να σημειωθεί ότι η σειρά συνεχίζεται με τα 4 επόμενα τεύχη να αποτελούν μέρος ενός trade που θα εκδοθεί με τίτλο Red Room: Trigger Warnings.
  10. Τίτλος Πρωτότυπου: Unastoria, Coconino Press, 2013 Υπάρχουν κάποια έργα, που σε μαγεύουν ακόμη κι αν είσαι σίγουρος, ότι συλλαμβάνεις απόλυτα το νόημά τους. Ένα τέτοιο έργο είναι και αυτό εδώ, το πρώτο κόμικ του Τζίπι (κατά κόσμον Gianni Pacinotti), που διαβάζω. Μια ιστορία, που είναι δύο ή μήπως όχι; Ο Σιλβάνο Λάντι είναι ένας συγγραφέας 50 ετών, που παθαίνει νευρικό κλονισμό και η αρχή της αφήγησης τον βρίσκει στο ψυχιατρείο. Παράλληλα, είναι και η ιστορία του προπάππου του, του Μάουρο, που πολέμησε στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. από την αρχή μαθαίνουμε, ότι ο Σιλβάνο κατατρύχεται από δύο συγκεκριμένες εικόνες, εκείνης ενός δέντρου και εκείνης ενός βενζινάδικου. Καθώς εξελίσσεται η ιστορία, βυθιζόμαστε ολοένα και περισσότερο στον ψυχισμό του Σιλβάνο, ο οποίος φαίνεται να έχει εμμονή με την έννοια της ηλικίας και πώς αυτή επηρεάζει την οπτική μας, αλλά και με τα ημερολόγια του προπάππου του. Από την αρχή κιόλας, η αφήγηση φαίνεται θολή και κατακερματισμένη: Διαβάζουμε μια κάτι που φαίνεται σαν μονόλογος και μετά μεταφερόμαστε σε ένα μέρος, όπου δύο άνθρωποι (ο Σιλβάνο και ο Μάουρο, όπως ανακαλύπτουμε στη συνέχεια, οδηγούν ένα αγωνιστικό αυτοκίνητο. Η ιστορία δεν ακολουθεί μια γραμμική εξέλιξη, αλλά δίνεται με φλας μπακ και ενδιάμεσα στις δύο αφηγήσεις παρεμβάλλονται και άλλες, όπως μια αφήγηση μιας βαρόνης, η οποία εμπνέει κατά κάποιο τρόπο, έναν εφευρέτη να φτιάξει το πολυβόλο, που θα θερίσει τους στρατιώτες στον πόλεμο. Γενικά το κόμικ φαίνεται να έχει μια συνειρμική ροή, που δεν είναι καθόλου εύκολο να γίνει κατανοητή και αφήνει πολλά πράγματα ασαφή και συγκεχυμένα. Είναι δύο οι ιστορίες ή τελικά είναι μόνο μια, αυτή των ανθρώπων, που προσπαθούν με κάθε τρόπο να απεγκλωβιστούν από μια δύσκολη κατάσταση; Μήπως ο Σιλβάνο έχει πάθει σοκ από την αποκάλυψη του τρόπου με τον οποίον τελικά σώθηκε ο προπάππους του; Και συνέβησαν όλα αυτά πραγματικά ή ανήκουν στη φαντασία του αποξενωμένου από την οικογένειά του Σιλβάνο; Πώς κατάφερε ο Μάουρο να επιζήσει μετά από τις πράξεις του, ενώ ο φαινομενικά επιτυχημένος Σιλβάνο έχει καταρρεύσει; Μήπως η κατάρρευση του τελευταίου απεικονίζει κάποια παρόμοια κατάσταση του πρώτου, την οποία δεν τη βλέπουμε στην αφήγηση; Δεν έχω καμία απάντηση για τίποτα από αυτά, είναι ένα έργο ανοιχτό σε ερμηνείες και θα επιθυμούσα διακαώς να διαβάσω και τις απόψεις σας. Το σχέδιο του Τζίπι είναι εξαιρετικό, μετακινείται από ασπρόμαυρα σχέδια σε έγχρωμα, από το μελάνι στην ακουαρέλα, από καρέ με αρκετά λόγια σε βουβά καρέ και με κάθε αλλαγή στην τεχνοτροπία προσπαθεί, υποθέτω, να δείξει και μια αλλαγή στο μοτίβο της αφήγησης. Υπέροχο σχέδιο, εκπληκτική και εμπνευσμένη σκηνοθεσία, πραγματικά μια οπτική απόλαυση σε συνδυασμό με την αφήγηση, δημιουργούν μια εξαιρετική εμπειρία. Δύσκολο και απαιτητικό έργο. Κυκλοφόρησε στα αγγλικά από τη Fantagraphics το 2020 σε μια πολύ όμορφη έκδοση, η οποία, όμως, δεν περιέχει τίποτα επιπλέον. Περισσότερος Gipi εδώ (κόμικ που πρέπει να βάλω επειγόντως στο πρόγραμμα!!). Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: μια πολύ ενδιαφέρουσα κριτική
  11. Τελευταίο πόνημα του μεγάλου Ζακ Ταρντί ( Goddamn this War!, Η Πρηνής Θέση του Σκοπευτή, Το Μελαγχολικό Κομμάτι της Δυτικής Ακτής, Ομίχλη στην Γέφυρα του Τόλμπιακ κ.α.), ενός από τους προσωπικά αγαπημένους μου κομίστες, είναι το πολύ προσωπικό I, Rene Tardi, Prisoner of War in Stalag IIB. Όπως περιγράφει και ο τίτλος, ο Ζακ παίρνει αφηγήσεις του πατέρα του ανά τα χρόνια και συνθέτει το ψηφιδωτό της εμπειρίας του από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Ξεκινά από τον νεανικό ενθουσιασμό του 20χρονου Ρενέ που μπαίνει εθελοντικά στον -ανίκητο αλλά με εξοπλισμό του 1915- γαλλικό στρατό το 1939. Περνά από την βραχεία θητεία του ως χειριστής πολυβόλου στα γαλλικά τεθωρακισμένα και καταλήγει στην αιχμαλώτιση του και την μεταφορά του ως PoW στο στρατόπεδο συγκέντρωσης Stalag IIB στην Πομερανία. Το πολύ μεγάλο αυτό κόμικ πήρε στον Ταρντί πάνω από 3 χρόνια για να ολοκληρώσει (χρόνος που μου φάνηκε και σχετικά λίγος δεδομένης της ηλικίας του και της πολιτικής του δραστηριότητας στην Γαλλία που του τρώει αρκετό χρόνο) και χωρίζεται σε τρεις τόμους, εκ των οποίων ο πρώτος εκδόθηκε ταυτόχρονα στα αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά το 2018 και είναι αυτός που μέχρι στιγμής έχω διαβάσει. Δεν θα μπω στην διαδικασία να εκθειάσω το έργο ή να βυθιστώ σε πληροφορίες περί ιστορικής ακρίβειας και λεπτομέρειας γιατί ο τόμος (και υποθέτω και οι επόμενοι δύο) έχει αρκετές σελίδες προλόγου με αυτό το περιεχόμενο και μεταξύ μας δεν είναι αυτά που κράτησα διαβάζοντας το. Το συμπάθησα από την πρώτη στιγμή γιατί βγάζει από τα πρώτα καρέ αυτό τον χλευαστικό γλυκόπικρο αέρα που μόνο όσοι έζησαν δια ζώσης το όλο σκηνικό μπορούν να εκπέμψουν. Ανήκει σε αυτή την κατηγορία των πολεμικών έργων (είτε βιογραφιών, είτε ιστορικής φαντασίας, είτε μαρτυριών) που προσφέρουν την ρεαλιστικότερη δυνατή ματιά στο πως βίωσε ο εκάστοτε πρωταγωνιστής την κατάσταση. Κουνώντας το δάχτυλο στο Χόλιγουντ και γενικά στα μέινστριμ μίντια όσον αφορά την απεικόνιση του β' π.π., αποφεύγει απόλυτα να παίξει το χαρτί του άρρωστου ρομαντισμού του πολέμου. Ταυτόχρονα δεν μπαίνει στο τριπάκι να τα δείξει όλα μαύρα και άραχνα ανά πάσα ώρα και στιγμή, θυμίζοντας μας ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης το χιούμορ υπήρχε και αποτελούσε βασικό όπλο αντεπίθεσης και συσπείρωσης των φυλακισμένων. Ενδεικτικά, ο Ρενέ περιγράφει πως σε κάθε μέτρημα των φυλακισμένων πρωί και βράδυ μπέρδευαν τους φύλακες με αποτέλεσμα να μετράνε ξανά και ξανά βγάζοντας άλλα αθροίσματα. Ακόμα και αν έτρωγαν ξύλο με μακριά λάστιχα και γκλοπ, ή ακόμα και αν έστεκαν για ώρες στο χιόνι, κάθε φορά έκαναν το ίδιο και γελούσαν με τους Γερμανούς που τσακώνονταν μεταξύ τους για το ποιος είναι ο πιο ανίκανος. Είναι ένα έργο λοιπόν που παρόλο την μαυρίλα που αναμενόμενα περιέχει έχει αστεία σημεία και έναν κυνικό Ρενέ που πετάει την μια ατάκα μετά την άλλη. Θυμίζει έντονα Σλουμπ και Ουδέν νεότερο από το Δυτικό Μέτωπο και αυτό αρκεί για να το εκτιμήσεις. Το σχέδιο είναι πιο άγριο από το σύνηθες του Ταρντί, επίτηδες ασπρόμαυρο με μόνο χρώμα το κόκκινο της ναζιστικής σημαίας και του αίματος. Κλασικό τρικ του Ταρντί που χρησιμοποιεί και αλλού (π.χ. στον εξολοθρευτή κατσαρίδων) και δημιουργεί μεγαλύτερη και αμεσότερη αντίθεση μεταξύ των εκάστοτε μεν και δε. Αυτό που διαφέρει από τα συνηθισμένα του είναι πως έχει μεγάλα μπαλονάκια με πάρα πολύ κείμενο, σίγουρα για να βάλει μέσα όλα όσα του περιέγραψε ο πατέρας του και να ενισχύσει τον βιωματικό χαρακτήρα του κόμικ. Παρόλα αυτά, έπιασα τον εαυτό μου σε αρκετές φάσεις να κουράζομαι με το πόσο έπρεπε να διαβάσω και εδώ πιστεύω ότι μπορούσε να κάνει και καλύτερη κατανομή μεταξύ σκίτσου-κειμένου, άλλωστε δεν είναι κανένας χθεσινός. Το κόμικ έχει μια ξεχωριστή θέση στο μυαλό μου γιατί μια έκθεση που βρέθηκα κάποτε και βασίστηκε στην κυκλοφορία του, ήταν και ο λόγος που γνώρισα τον Ταρντί από κοντά. Περιττό να περιγράψω τον ενθουσιασμό μου, από το να τον ακούω να περιγράφει τεχνικές σχεδίου με σπαστά αγγλικά μέχρι να χαζεύω κάτι εκατοντάδες αυθεντικές σελίδες από κόμικ του. Στην έκθεση ήταν σχεδόν αυτούσια τα Α3 από το Rene Tardi και μερικά αντικείμενα του πατέρα του τα οποία εμφανίζονται στο κόμικ και χρονολογούνται από την περίοδο του πολέμου και συγκεκριμένα της φυλάκισης του (π.χ. ο ξύλινος πελεκάνος που κατασκεύασε στο Stalag IIB και υπήρχε σε σταντ στην έκθεση). Χαρακτηριστικό του κόμικ είναι η ιδέα του Ταρντί να συμπεριλάβει στα καρέ των εμπειριών του πατέρα του τον ίδιο όταν ήταν παιδί, σαν να ήταν εκεί όταν τα ζούσε. Πρακτικά σπάει τον τέταρτο τοίχο γιατί βάζει τον εαυτό του να πετάει διάφορα δηκτικά σχόλια στον πατέρα του και να συνδέει το μικρό Ζακ με τον αναγνώστη. Νομίζω για όσους γουστάρουν war literature αξίζει σίγουρα, παρά την - δικαιολογημένα - τσιμπημένη τιμή του.
  12. Η April συμμετείχε σε μια μαζική ληστεία: 52 χτυπήματα σε μία ημέρα, στην ίδια πόλη! Το σχέδιο δούλεψε στην εντέλεια, αλλά γιατί ένας-ένας οι συνεργοί της δολοφονούνται; Έχοντας στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της πολλές τσάντες γεμάτες δολάρια, η April (ή μήπως τη λένε May;) προσπαθεί να ξεφύγει όχι μόνο από την αστυνομία, αλλά και από τους προδομένους «συναδέλφους» της. Βασικός συνοδοιπόρος σε αυτή την προσπάθεια διαφυγής είναι ο γιος της, Eugene, που δεν έχει καν μπει στην εφηβεία. Το Bastard (Bâtard στο πρωτότυπο) του Max de Radiguès αποτελεί μια ιδιαίτερη περίπτωση από εκδοτικής άποψης. Μεταξύ 2014 και 2015, ο de Radiguès αυτο-εξέδωσε την ιστορία σε 16 ολιγοσέλιδες συνέχειες, οι οποίες το 2017 συγκεντρώθηκαν σε έναν τόμο από την Casterman. Μάλιστα, στην έκδοση αυτή, συμμετέχουν με pin-ups και μονοσέλιδα στριπάκια πολλοί δημιουργοί, μεταξύ των οποίων οι Lewis Trondheim, Noah Van Sciver και Luke Pearson. Το 2018, το κόμικ μεταφράστηκε από την Fantagraphics και τυπώθηκε σε μια παρόμοια έκδοση, αλλά χωρίς τα προαναφερθέντα μονοσέλιδα. Όπως φαίνεται και στις εικόνες, το σχέδιο είναι υποτυπώδες, αλλά κάνει μια χαρά τη δουλειά του. Ο de Radiguès ξέρει πώς να στήσει τα καρέ του, έτσι ώστε να μην κάνουν τον αναγνώστη να χασμουριέται, γεγονός όχι παράξενο αν σκεφτεί κανείς ότι έχει αποφοιτήσει από το περίβλεπτο Institut Saint-Luc των Βρυξελλών. Βέβαια, αυτό που «μετράει» πραγματικά, είναι το σενάριο. Στα χνάρια των Lone Wolf and Cub και Road to Perdition, ο de Radiguès σκιτσάρει ένα βίαιο νεο-νουάρ, το οποίο ωστόσο χρησιμοποιεί για να μιλήσει για τις ανθρώπινες σχέσεις: μητέρας-γιου, πατέρα-γιου, μεταξύ συζύγων και μεταξύ φίλων. Χωρίς να καταδύεται σε μεγάλα βάθη, καταφέρνει να δημιουργήσει ένα ενδιαφέρον δίδυμο και να δώσει αρκετές συγκινητικές στιγμές. Αξίζει να σημειωθεί ότι η σπίθα που άναψε το φιτίλι αυτού του κόμικ, ήταν ένα road trip του δημιουργού στις νοτιοδυτικές πολιτείες των ΗΠΑ, περιοχές όπου κινούνται και οι χαρακτήρες του. Το κόμικ είχε σημαντική απήχηση στο γαλλόφωνο κοινό. Διακρίθηκε στο Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Ανγκουλέμ (έλαβε το Prix des lycées και ήταν υποψήφιο για Polar SNCF) και κέρδισε το σημαντικό Prix SNCF du Polar. Αν ψάχνετε κάποιο κόμικ του είδους που να διαβάζεται γρήγορα και να προσφέρει κάτι διαφορετικό, ρίξτε του μια ματιά.
  13. Ο ηλικιωμένος Ernest πάσχει από Αλτσχάιμερ και η κατάστασή του επιδεινώνεται σιγά σιγά, κάτι που μας γίνεται σαφές από την πολύ σύντομη, αλλά εντυπωσιακή εναρκτήρια σκηνή. Η οικογένειά του δεν μπορεί πλέον να τον φροντίζει, άρα η μόνη λύση είναι να τον στείλουν σε έναν οίκο ευγηρίας. Εκεί ο Ernest θα γνωρίσει τον Emile, τον άνθρωπο που προφανώς ξέρει τους πάντες και τα πάντα μέσα στον οίκο και θα του δείξει όλα τα κατατόπια και θα τον γνωρίσει με όλους σχεδόν τους ενοίκους. Άνθρωποι που πλέον ζουν σε μια άλλη πραγματικότητα, που βυθίζονται μέσα στις αναμνήσεις τους, που ζουν σε μια άχρονη κατάσταση, όπου παρελθόν και παρόν συγχέονται αξεδιάλυτα και όπου ακόμα και οι απλούστερες δραστηριότητες αποδεικνύονται δοκιμασία, ίσως ξεκαρδιστική για εμάς, τους θεατές, αλλά τραγική (ή μήπως όχι; ) για τους πρωταγωνιστές που τις βιώνουν. [Ενδεικτικά, αναφέρω τις σκηνές με τη μπάλα και το μπίνγκο - όταν το διαβάσετε, πιστεύω θα συμφωνήσετε μαζί μου] Κι όμως, ακόμα και μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, ο Ernest θα κάνει νέους φίλους και νέες γνωριμίες και με τον τρόπο του, έστω και χωρίς να το επιδιώξει, θα μεταβάλλει έστω και ελάχιστα την καθημερινότητα ορισμένων. Ο Ernest θα ξαναζήσει στιγμές από τα παιδικά του χρόνια, θα προσπαθήσει να κάνει τη μικρή του εξέγερση, να καθυστερήσει το αναπόφευκτο. Κανείς όμως δεν ξεφεύγει από τη μοίρα του. Η κατάσταση του Ernest είναι μη αναστρέψιμη. Η μνήμη ολισθαίνει, οι εικόνες χάνονται, τα λόγια μας διαφεύγουν... Και το τέλος είναι το απόλυτο κενό Αλλά, όπως γράφει και η προμετωπίδα του έργου, "το χιόνι δεν χάνεται, απλά γίνεται βροχή" και το ταξίδι συνεχίζεται, ακόμα και με άλλους επιβάτες. Κι αυτοί, εξάλλου, θα δώσουν κάποτε τη θέση τους σε κάποιους άλλους... Πολύ ωραίο έργο, γλυκό, χωρίς να γίνεται γλυκανάλατο, χωρίς πολλά λόγια, με απλή, καθαρή εικονογράφηση, που συλλαμβάνει κάθε σιωπή και κάθε κενό και αξιοποιεί ακόμα και τα κενά καρέ και ακόμα και τις κενές σελίδες. Πρόκειται άλλωστε για ένα έργο, όπου οι σιωπές είναι σημαντικότερες από τα λόγια. Το κόμικ κυκλοφόρησε πρώτη φορά στην Ισπανία το 2007, βραβεύτηκε στο φεστιβάλ της Βαρκελώνης, διασκευάστηκε σε ταινία κινουμένων σχεδίων (την οποία, δυστυχώς, δεν έχω δει) το 2011, μεταφράστηκε στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά και ήταν υποψήφιο και για Eisner μεταφρασμένης έκδοσης το 2017. Υπάρχουν δύο εκδόσεις στα αγγλικά, μια σκληρόδετη από τη Fantagraphics και μια με μαλακό εξώφυλλο από την Knockabout. Εγώ διάβασα τη δεύτερη, η οποία περιέχει ένα σύντομο βιογραφικό του Paco Roca και ένα δισέλιδο με σκίτσα. Η συγκεκριμένη έκδοση έχει μεταφραστεί από τη γαλλική έκδοση και τα ονόματα των πρωταγωνιστών είναι αλλαγμένα (από ό,τι κατάλαβα, στο πρωτότυπο ο Ernest ονομάζεται Emilio και ο Emile ονομάζεται Miguel). Δεν γνωρίζω εάν η αλλαγή των ονομάτων ακολουθεί μια αλλαγή και στη γαλλική έκδοση, ούτε εάν η Phantagraphics χρησιμοποιεί την ίδια μετάφραση. Αν και θεωρώ αυτή την τακτική απαράδεκτη, προτίμησα να κρατήσω τα ονόματα έτσι όπως είναι στην έκδοση την οποία διάβασα. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο εκδόσεις βρίσκονται εύκολα και σχετικά οικονομικά. Ψάξτε να το βρείτε, αξίζει. Να ένα σύντομο άρθρο (στα αγγλικά) για το έργο, το οποίο επικρίνει την αγγλική μετάφραση
  14. Ο Jacques Tardi δημιούργησε το Goddamn this War! (Putain de Guerre! γαλλιστί) για τα θύματα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Αυτή η προσήλωσή του με το θέμα αυτό (θυμίζω το αριστουργηματικό It was the War of the Trenches), προέρχεται από την ιστορία της οικογένειάς του: και οι δύο παππούδες του πολέμησαν στον «πόλεμο που θα τελείωνε όλους τους πολέμους». Ο ένας σκοτώθηκε, ο άλλος επέστρεψε σπίτι του, αλλά ποτέ δεν μιλούσε για τη φρίκη που έζησε. Το Goddamn this War! δεν είναι ένα αμιγές κόμικ. Το 30% περίπου αποτελείται από σχετικά ντοκουμέντα και μια αναδρομή του ιστορικού Jean-Pierre Verney. Όταν άρχισε να εκδίδεται το 2008 από την Casterman, έβγαινε ανά κεφάλαιο σε μέγεθος εικοσασέλιδης εφημερίδας. Κάθε τεύχος κάλυπτε έναν χρόνο του πολέμου και συνοδευόταν από τα κείμενα του Verney. Η αγγλόφωνη συγκεντρωτική έκδοση, της Fantagraphics φυσικά, είναι λογικά παρόμοια με την αντίστοιχη γαλλική και συμπεριλαμβάνει τα του Verney στο τέλος. Ως προς την μορφή δεν μοιάζει με το It was the War of the Trenches, παρά την ταύτιση του αντιπολεμικού μηνύματος. Μόνο αφήγηση υπάρχει, οι διάλογοι απουσιάζουν παντελώς. Κάθε καρέ είναι μια μεμονωμένη «ιστορία» και η εναλλαγή μεταξύ των καρέ ακολουθεί ως επί το πλείστον τη μετάβαση σκηνή-προς-σκηνή που θα 'λεγε κι ο Scott McCloud. Υπό αυτή την έννοια, μοιάζει περισσότερο με ντοκιμαντέρ, παρότι νομίζω ότι κάποιες «ιστορίες» είναι βγαλμένες από το μυαλό του Tardi. Όπως κι αν έχει, βασικός σκοπός του δημιουργού είναι να μας περάσει τον τρόμο που διάβρωνε λεπτό το λεπτό τους στρατιώτες των χαρακωμάτων. Και τα καταφέρνει. Χωρίς διακρίσεις. Στα μάτια του Tardi, οι Γάλλοι υπέφεραν το ίδιο με τους Γερμανούς, τους Άγγλους και τους Σκωτσέζους, έρμαια στα χέρια μοναρχών, πολιτικών και κεφαλαιοκρατών που από την θαλπωρή των γραφείων τους κραύγαζαν υπέρ της συνέχισης του πολέμου. Σε χειρότερη μοίρα ίσως να βρίσκονταν μόνο οι Σενεγαλέζοι, οι Ινδοί και οι άλλοι λαοί που μάτωναν για τα συμφέροντα των λευκών τους αφεντικών. Εικαστικά, πρόκειται για έναν ώριμο Tardi, με βρώμικες και αδρές γραμμές. Η πρώτη σελίδα είναι πολύχρωμη. Ο πόλεμος βρίσκεται στην αρχή του, οι Γάλλοι πεζικάριοι με τις γελοία πολύχρωμες στολές τους πορεύονται σε καταπράσινα λιβάδια, ενώ οι Γερμανοί τυφεκιοφόροι παρελαύνουν όλο αυτοπεποίθηση στις λεωφόρους του Βερολίνου. Όσο γυρνάνε οι σελίδες και μαζί τους περνάνε οι μήνες, τα ζωηρά χρώματα δίνουν την θέση τους σε μουντούς τόνους που σπάνε μόνο από το κόκκινο των εκρήξεων και του αίματος. Στο τέλος του βιβλίου, το χρώμα της ειρήνης δεν επανέρχεται πλήρως. Γιατί παρά τα παράσημα και τις ιαχές της νίκης, περισσότεροι από 22 εκατομμύρια στρατιώτες έμειναν ακρωτηριασμένοι, τυφλοί, με εκτεταμένα εγκαύματα ή μόνιμα ψυχολογικά προβλήματα.
  15. THE LONGEST DAY OF THE FUTURE Πρόσφατα μου δημιουργήθηκε το ενδιαφέρον να αρχίσω την αφιέρωση χρόνου σε «βουβά» κόμικ, κόμικ τα οποία δεν είχα ιδιαίτερη επαφή από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω. Γι’ αυτό λοιπόν, έχοντας τον χρόνο και την διάθεση να εστιάσω σε κάτι καινούριο, αποφάσισα να διαβάσω το κόμικ που λέγεται: The Longest Day Of The Future. Tο συγκεκριμένο εκδόθηκε το 2015 και είναι έργο του Lucas Varela, ο οποίος ανέλαβε και την εικονογράφηση. Το είδος στο οποίο ανήκει είναι η σάτιρα και η επιστημονική φαντασία. Η πλοκή εστιάζει σε μια φουτουριστική εποχή στην οποία κυριαρχούν δύο μεγάλες ανταγωνιστικές εταιρείες προϊόντων, και οι οποίες έχουν μεγάλο αντιπαλότητα μεταξύ τους, και κάνουν τα πάντα για να καταστρέψουν η μία την άλλη. Σε αυτή την περίοδο διαμαχών, καταφθάνει ένα ιπτάμενο σκάφος από έναν άλλο πλανήτη που ενδεχομένως να τερματίσει αυτή τη σύγκρουση. Ή και όχι. Το κόμικ αυτό είναι πολύ εύκολο στην ανάγνωση (ή καλύτερα… στην παρατήρηση;) διότι ,αφενός δεν περιλαμβάνει διαλόγους, αλλά και αφετέρου είναι σύντομο σε διάρκεια graphic novel. Αν και «βουβό», περνάει πολλά μηνύματα όσον αφορά τις καπιταλιστικές κοινωνίες, την προπαγάνδα, την βία, την απέχθεια προς τον συνάνθρωπο, την τυφλή υπακοή σε «ανώτερες» δυνάμεις κ.α. Έτσι ευαισθητοποιεί τον αναγνώστη σε σημαντικά ζητήματα για το μέλλον της ανθρωπότητας. Να προσθέσω, επιπλέον, πως βλέπουμε την ιστορία μέσα από πολλούς χαρακτήρες και επομένως λαμβάνουμε μια σφαιρική εικόνα των πραγμάτων. Το σχέδιο του Luca το βρήκα πολύ προσεγμένο, λεπτομερές και φρέσκο. Τα χρώματα επίσης ταιριάζουν πολύ με την ατμόσφαιρα του κόμικ και δεν κουράζουν στο μάτι. Να πω την αλήθεια ήταν το πρώτο στοιχείο που με κέντρισε τη προσοχή όταν αναζητούσα αυτό το είδος κόμικ. Σε γενικά πλαίσια, θεωρώ πως είναι ένα τίμιο graphic novel, που περνά εύστοχα σοβαρά ζητήματα και αποτελoύν τροφή για σκέψη. Πιστεύω πως οποιοσδήποτε που διαθέτει λίγο χρόνο για ήρεμο διάβασμα, ασχέτως αν προτιμά το συγκεκριμένο είδος κόμικ ή όχι, θα μείνει ικανοποιημένος.
  16. Μια από τις αρχές μου (sic) είναι να μην κάνω παρουσίαση κακών κόμικς ή, τέλος πάντων, κόμικς που δεν μου άρεσαν. Θεωρώ ότι αρκετή μίρλα και αρνητικότητα υπάρχει γύρω μας, γιατί να προσθέτω κι άλλη; Καλύτερα να πω δυο λόγια για ένα ανάγνωσμα που μου κίνησε το ενδιαφέρον και έχει πιθανότατα κάτι να πει σε 2-3-5-10 άτομα. Με αυτό εδώ το κόμικ, ωστόσο, αποφάσισα να παραβώ αυτή μου την νοοτροπία. Εν μέρει και για να τσιγκλίσω φίλους που τους άρεσε αρκετά. Αγάπη μέσα στις Σκιές, λοιπόν, του Gilbert Hernandez, εκδόσεις Inkpress. Το απέφευγα χρόνια (κυκλοφόρησε το 2015), όχι γιατί με απωθούν τα alternative αμερικανικά κόμικς, αλλά γιατί ήξερα ότι ο κόσμος του Hernandez έχει μια εσωτερική συνοχή κι ας έχει βγάλει αυτοτελή κόμικς, όπως αυτό. Τελικά στο τελευταίο ComicdomCon, υπό την επήρεια της παρέας του @kwtsos το αγόρασα... Σελίδες από την πρωτότυπη έκδοση της Fantagraphics Η φάση ξεκινάει κάπως έτσι: η Ντολόρες (την οποία απ' ό, τι διαβάζω στο τέλος του τομιδίου την «υποδύεται» μια ηθοποιός από το Love & Rockets) είναι μια ψευδή μαυρομάλλα σαραντάρα με τεράστια στήθη, που έχει προβλήματα με τον πατέρα της και δουλεύει ως σερβιτόρα, καταφεύγει στο υπόγειο του σπιτιού της κυνηγημένη από κάτι τυπάδες που θυμίζουν ρέιβερς των ελληνικών 90's, οδηγείται σε μια σπηλιά και, βγαίνοντας απ' την σπηλιά, είναι ξανθιά και δεν ψευδίζει, αν και προφανώς διατηρεί το DDD μέγεθος του σουτιέν της. Και μετά γίνονται διάφορα αλλοπρόσαλλα που θυμίζουν Daniel Clowes και κατ΄ επέκταση David Lynch. Έχω διαβάσει Clowes και, μολονότι δεν με τρελαίνει, του αναγνωρίζω πολλά προτερήματα. Έχω διαβάσει το πολύ παράξενο Pachyderme του Frederik Peeters, το οποίο σε ξενίζει μεν, σου δίνει όμως στοιχεία για να ξεκλειδώσεις τους συμβολισμούς του. Απροπό, αμφότεροι δημιουργοί έχουν πολύ καλύτερο σχέδιο. Αλλά αυτό; Κάποιοι θα γράψουν ότι πρόκειται για ένα B-movie αλά Lynch με φροϊδικές επεκτάσεις, αλλά κι ένα δριμύ «κατηγορώ» στα καταναλωτικά και υλιστικά πρότυπα της κοινωνίας μας. Δεν θα διαφωνήσω, αλλά 1) το περιτύλιγμα πάντα έχει σημασία και 2) καλό είναι να δίνεις στον αναγνώστη την άκρη του μίτου, ώστε να μπορέσει να ξετυλίξει αυτό το «τι θέλει να πει ο ποιητής»... Περιμένω εναγωνίως τα ποστ όσων διαφωνούν μαζί μου και τα επιχειρήματά τους. Hit me!
  17. Μετά τις άκρως επιτυχημένες της συλλογές που αφορούσαν την δουλειά των Κάρλ Μπάρκς και Ντον Ρόσα, η Fantagraphics επέλεξε να διευρύνει τους εκδοτικούς και ντισνεϋκούς της ορίζοντες λανσάροντας το 2018 μια καινούργια σειρά κόμικ με τον τίτλο Disney Masters. Σε αντίθεση με τις προηγούμενες συλλογές της, εδώ η εκδοτική δεν επικεντρώνεται μονάχα σε έναν δημιουργό Ντίσνεϋ αλλά σε πολλούς, προσδίδοντας έτσι στη σειρά ένα ανθολογικό ύφος. Όπως είναι φυσικό, η πλειονότητα των μέχρι τώρα 19 τόμων της αφορά την δουλειά των Ευρωπαίων και ειδικότερα των Ιταλών δημιουργών. Οι τόμοι είναι πολυτελείς με εξαιρετικό επιπλέον περιεχόμενο, ενώ κάποιοι από αυτούς κυκλοφορούν και σε σετ των 2 τόμων. Οι μέχρι τώρα τόμοι που έχουν εκδοθεί είναι οι παρακάτω: 1. Romano Scarpa - The Delta Dimension 2. Luciano Bottaro - Uncle Scrooge's Money Rocket 3. Paul Murry - The Case of the Vanishing Bandit 4. Daan Jippes & Freddy Milton - The Great Survival Test 5. Romano Scarpa - The Phantom Blot's Double Mystery 6. Giovan Battista Carpi - King of the Golden River 7. Paul Murry - The Pirates of Tabasco Bay 8. Romano Scarpa - Duck Avenger Strikes Again 9. Massimo De Vita - The Ice Sword Saga Book 1 10. Bas Heymans & Mau Heymans - Scandal on the Epoch Express 11. Massimo De Vita - The Ice Sword Saga Book 2 12. Giorgio Cavazzano - The Forgetful Hero 13. Paul Murry - The Sunken City 14. Al Hubbard - Follow the Fearless Leader 15. Paul Murry - New Adventures of the Phantom Blot 16. Luciano Bottaro -Jumpin' Jupiter 17. Romano Scarpa - The Man from Altacraz 18. William Van Horn - Pie in the Sky 19. Casty - Trapped in the Shadow Dimension
  18. Με τον Daniel Clowes έχω μια πολύ παράξενη σχέση. Έχω διαβάσει μερικά απ' τα κυριότερα κόμικς του (Ghost World, Like a Velvet Glove Cast in Iron, The Death-Ray) κι ενώ μερικά τα βρήκα τελείως βαρετά, συνεχίζω και ψάχνω δουλειές του. Το Patience (Fantagraphics, 2016) έλαβε εξαιρετικές κριτικές, οπότε σκέφτηκα ότι αν δεν μου αρέσει ούτε αυτό, τότε σίγουρα δεν είναι για μένα ο κύριος. Ήρθε λοιπόν το πλήρωμα του χρόνου και διαβάστηκε σε ηλεκτρονική μορφή. 2012. Η Patience κοιτάζει το τεστ εγκυμοσύνης και είναι θετικό. Ο Jack, παρά τις οικονομικές δυσκολίες, είναι αποφασισμένος να κάνει το παν για να μεγαλώσουν καλά το παιδί και η σύντροφός του. Κι ενώ η ώρα του τοκετού πλησιάζει, επιστρέφει μια μέρα απ' την δουλειά και βρίσκει την Patience νεκρή. Φυλακίζεται προσωρινά ως ο μοναδικός ύποπτος, αλλά αφήνεται τελικά ελεύθερος. Ο ίδιος είναι πεπεισμένος ότι ο ένοχος είναι κάποιος από το απαίσιο παρελθόν της Patience, για το οποίο ποτέ δεν του μιλούσε. 2029. Ο Jack ζει μέσα στην δυστυχία, ώσπου μια αχτίδα ελπίδας αχνοφαίνεται: ένας παράξενος τύπος ονόματι Bernie έχει εφεύρει μια μηχανή του χρόνου. Επόμενες στάσεις: 2006, 1985 και ξανά 2012, αλλά γι' αυτές καλύτερα να μην πω παραπάνω και να διαβάσετε το κόμικ. Ο Clowes χρησιμοποιεί την επιστημονική φαντασία για να εξιστορήσει μια ιστορία παντοτινής αγάπης, επιμονής και εκδίκησης. Η ροή είναι υποδειγματική. Αν κάποιος έχει λίγο παραπάνω χρόνο από εμένα, μπορεί να το διαβάσει σε μία καθισιά. Η ιστορία καθαυτή εξαιρετική. Κι αυτό επειδή ο Clowes δεν ενδιαφέρεται για το «τεχνικό» κομμάτι, αλλά για τους χαρακτήρες του. Είναι και οι δύο εξίσου τραγικές προσωπικότητες και έχουν ανάγκη να νιώσουν αγάπη. Παρότι πρακτικά όλα τα κόμικς του Clowes είναι ανθρωποκεντρικά, πρώτη φορά νιώθω να συμπονώ τους χαρακτήρες του. Το τέλος μου φάνηκε μάλλον ξεκάθαρα (και υπέροχο), αλλά διαβάζω ότι κάποιοι το ερμήνευσαν διαφορετικά. Το σχέδιο ηθελημένα δεν είναι τόσο προσεγμένο όσο σε άλλα κόμικς του Clowes, αλλά σε συνδυασμό με τα έντονα, ψυχεδελικά χρώματα ταιριάζει απόλυτα στην υπόθεση. Να το διαβάσετε. Είτε στην αγγλόφωνη έκδοση, είτε στην μετάφραση των εκδόσεων Οξύ, που απ' ό,τι έχω ακούσει είναι πολύ καλή. Υ.Γ.: Κάντα 11 τα κόμικς που συμφωνούμε
  19. Τρία χρόνια πριν το ιδιαίτερο The Number τάδε, ο Ελβετός Thomas Ott κυκλοφορεί ένα μικρό horror κόμικ, το Cinema Panopticum. Δεν ήταν η πρώτη προσπάθεια στο είδος, αφού είχε βγάλει underground πραγματάκια όπως το Dead End και το Greetings from Hellville που πλέον από το κοινό του θεωρούνται καλτ. Ήταν όμως το κόμικ που τον σούταρε έξω από τα ελβετικά σύνορα και έκανε το όνομα του να ακουστεί. Ένα μικρό κορίτσι πάει σε ένα τοπικό λούνα παρκ με φραγκοδίφραγκα στην τσέπη. Από τα παλιά λούνα παρκ, αυτά πάνω στα οποία φτιάχνονται οι ταινίες τρόμου, όχι τα φλώρικα τα σημερινά. Πάει στα συγκρουόμενα, τρώει πόρτα επειδή είναι μικρή. Πάει στην σκοποβολή και στην ρόδα, το ίδιο. Εν τέλει βρίσκει μια παραμελημένη σκηνή που απ'έξω έχει μια ξεχαρβαλωμένη πινακίδα - cinema panopticum. Μπαίνει και βλέπει 5 παιχνίδια arcade που πάνω-πάνω έχουν τον παντεπόπτη οφθαλμό και τις εξής ονομασίες: The Girl, The experiment, The Prophet, The Hotel, The Champion. Ένα παίξιμο του καθενός της αρκεί για να δει στην οθόνη μια ιστορία. Γενικά το κόμικ είναι μικρό αλλά καταφέρνει να χτίσει ατμόσφαιρα. Προβάλει πολύ τον υποχθόνιο τρόμο του "και αν;" παρά τον άμεσο που εξαφανίζεται σαν συναίσθημα όσο γρήγορα εμφανίζεται. Το scratchboard σκίτσο βοηθά πολύ την αφήγηση, η οποία δουλεύει με βινιέτες και με πολύ παιχνίδι στην προοπτική των πάνελ. Διαβάστε το, είναι μικρό και αφήνει ωραία γεύση, χωρίς βέβαια να διεκδικεί δάφνες. Βγήκε από τις εκδόσεις La Cupula τον Ιούνιο του 2005 και από την Fantagraphics λίγους μήνες αργότερα.
  20. Ο αριθμός 73304-12-4153-6-96-8, είναι γραμμένος σε ένα χαρτί που βρίσκεται στα χέρια ενός θανατοποινίτη. Ο φρουρός της φυλακής που κατεβάζει τον μοχλό στην ηλεκτρική καρέκλα, το βρίσκει πεσμένο στα πόδια της μετά την εκτέλεση. Χωρίς να ξέρει το γιατί, το μαζεύει και το παίρνει μαζί του ξετυλίγοντας το δικό του φαντασιακό παραλήρημα μέχρι την καταστροφή. Κάθε αριθμός έχει μια σημασία. Μπορεί να είναι ο αριθμός ενός κελιού, το τατουάζ από ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, μια μπάλα μπιλιάρδου, ένα ρίξιμο του ζαριού, ένα χαρτί της τράπουλας, ένα ρίσκο στην ρουλέτα. Μπορεί να είναι όλα αυτά μαζί, και άπειρα ακόμα πράγματα. Αρκεί αυτός που θέλει να τα δει, σε ένα μεγαλείο αυθυποβολής, να τα βλέπει, έστω κι αν είναι εκεί μόνο για τα δικά του μάτια. Πσσς, πολύ βαθυστόχαστο το τελευταίο. Και αυτό το κόμικ ψιλο-βαθυστόχαστο είναι, αλλά ευτυχώς όχι *τόσο* δήθεν. Το σενάριο του, δηλαδή η αυτοκαταστροφή του φύλακα μπορεί κάλλιστα να παραπέμπει στην κοινωνική κατακραυγή του επαγγέλματος του ως νόμιμος δολοφόνος, μπορεί και όχι. Μπορεί να είναι μια αλληγορία πως το κακό γεννά κακό σε έναν φαύλο κύκλο, μπορεί και όχι. Το διαβάζετε και "βλέπετε" ο,τι θέλετε να δείτε. Πιθανά, να μην το βρείτε ιδιαίτερα αυθεντικό ή πρωτότυπο σαν ιδέα, και αυτό γιατί όντως δεν είναι. Τα δύο πράγματα για τα οποία ξεχωρίζει, είναι άλλα - η κυκλική του αφήγηση που θυμίζει τον σπειροειδή χρόνο του Μάρκες, και η scratchboard (δεν βρήκα μια ισοδύναμη λέξη στα ελληνικά, χαρακτική ίσως;) ασπρόμαυρη αισθητική που γίνεται πιο έντονη από την πλήρη απουσία λόγου. Αν έχετε βαρεθεί το κλισέ "το σκοτάδι είναι η απουσία του φωτός", θα γουστάρατε να διαβάσετε το κόμικ με την ιδέα πως το φως είναι η απουσία του σκοταδιού στην πένα του Οτ (πσσσς, και δεύτερο βαθυστόχαστο σε ένα ποστ, τι λες ρε παιδί μου) και πως μαζεύει στις 146 σελίδες του μπόλικη από την αισθητική που έκανε τον γερμανικό εξπρεσιονισμό ένα από τα πιο ρηξικέλευθα ρεύματα. Κάποιοι λένε ότι δεν είναι το καλύτερο του, πάντως είναι το πιο ιντριγκαδόρικο του. Επίσης διαβάζεται στα όρθια, μιας και το άνωθεν κειμενάκι μου πήρε 3 λεπτά να το γράψω, ήτοι ένα περισσότερο από το να ξαναδιαβάσω τον αριθμό 73304-12-4153-6-96-8. L'Association και Fantagraphics, φυσικά.
  21. Με βαριά καρδιά τον τελείωσα τον Κρέπαξ. Λοιπόν. Πρώτη επαφή με τον τύπο πέρα από κάποια σχέδια που έβλεπα στα φέισμπουκς και στα ίντερνετς, κάποια εξαιρετικά δείγματα που ήταν κυρίως οι λόγοι που αγόρασα το συγκεκριμένο. Δεν έβλεπα άλλη έκδοση της προκοπής στα αγγλικά, ήταν και φάντα οπότε σίγουρα θα ήταν εκδοσάρα, το έφαγα το παραμύθι και το έσκασα το 70άρι πριν 4 χρόνια. Έκτοτε, λόγω συνθηκών δεν είχα ασχοληθεί μέχρι τις προάλλες, μιας και παλεύω να διαβάσω όλα τα αδιάβαστα. Η έκδοση είναι όντως φανταστική όπως υπαγορεύει και το όνομα της εκδοτικής (sic). Χαρτάρα, εξτράρες, συνεντευξάρες, αναλυσάρες. Λίγο οι γωνιές του τούβλου στραπατσάρονται εύκολα οπότε ήμουν έξτρα προσεκτικός από το υπερβολικά προσεκτικός που είμαι συνήθως. Το περιεχόμενο όμως δεν. Περίμενα κάτι εφάμιλλο του Μοέμπιους, του Τόπι. Περίμενα να βάλω το τελευταίο κομμάτι στο παζλ των μεγάλων Ευρωπαίων "κλασικών" κομιστών των '60s-'90s. Ανταυτού διάβασα μια high-praised bdsm τσόντα, με λαμέ σενάρια που συνοψίζονται στο εξής: Η Βαλεντίνα καταδύεται στον βυθό του ωκεανού, την συλλαμβάνουν υδρόβιοι τύποι που λατρεύουν κάποιον μαϊμουδιάρη θεό που είναι κθούλου σε black friday, κοιμάται και ονειρεύεται ότι την βιάζουν bdsm style όλοι μαζί. Η Βαλεντίνα πάει στα έγκατα της γης μέσα στα ορυχεία, κάποιοι υποχθόνιοι την συλλαμβάνουν, την βιάζουν bdsm style όλοι μαζί κοκ. Πέρα από τα προφανή σεξιστικομισογυνιστικά χαρακτηριστικά που δεν θα μπω στον κόπο να κράξω, όντως στις σεξουαλικές στιγμές υπάρχει μια αρτιστίκ αύρα, ένας νουβέλ βαγκ αέρας, σαν ο γκοντάρ να έκανε κόμικς. Σίγουρα η φωτογράφος Βαλεντίνα και η παρέα της που δεν θυμάμαι πως λέγονται, συντέλεσαν στον βαθμό που τους αναλογεί σε μια απενοχοποίηση του σεξ διαμέσου των κόμικς, στην απελευθέρωση του έρωτα και των ταμπού του μέσα στην όλη ατμόσφαιρα της εποχής τους (μέσα '60s). Κάτι ανάλογο με τον Μανάρα δηλαδή και άλλους που έγιναν γνωστοί στο ζάνρα του erotica, Λιμπερατόρε, ο τύπος που έκανε την Little Nemo (που επίσης δεν θυμάμαι πως τον λένε) κλπ. Όμως, το έργο σαν έργο, αν κριθεί πέρα από το πλαίσιο της εποχής του και διαβαστεί από έναν αναγνώστη του σήμερα που έχει φάει τα νιάτα του στο φάπα-φάπα στο πορνχαμπ, θα φανεί παλιακό, κακογερασμένο, ξεπερασμένο και οριακά δήθεν. Δήθεν γιατί οι ιστορίες δρουν προσχηματικά, υπάρχουν απλά για να έχει κάποιο βασικό νόημα το σαδομαζό σεξ, όπως γίνεται δηλαδή στις σημερινές τσόντες. Δεν υπάρχει κατά τα άλλα δομή στην πλοκή, να πεις "α, να μια ωραία ιστορία που δείχνει και τον απίστευτο κώλο της βαλεντίνας αλλά όχι μόνο αυτό". Περίμενα από το όλο νταβαντούρι με τον Κρέπαξ, να μην δω μόνο αυτό. Στα 2/3α του τόμου υπάρχουν και δύο adaptations πάνω στον Δράκουλα του Στόκερ και τον Φρανκενστάιν της Σέλει. Ο Δράκουλας κάπως πήγε να σώσει την κατάσταση και ψιλοταίριαζε στον Κρέπαξ γιατί σαν έργο περιέχει σεξ και κάποιον ένοχο ερωτισμό. Τον φρανκενστάιν τον ρήμαξε, του πέταξε τα μάτια όξω, του άλλαξε τα φώτα και λοιπά γραφικά. Χάλια. Στο σχέδιο υπήρξε μια κάποια ξενέρα επίσης. Σαφώς είχε κάποιες σελίδες να σου βγουν τα μάτια, ο τύπος σχεδιάζει γυναίκες καλύτερα από όλους όσους εγώ έχω συναντήσει στην ένατη τέχνη, πιο καλά και από τον Μανάρα. Τα φορέματα τους, οι εκφράσεις στα πρόσωπα, τα κορμιά, έργο τέχνης, δεν παίζεται. Και σχεδιάζει καλά και εργαλεία bdsm βασανιστηρίων, φαίνεται να το 'χει μελετήσει το θέμα. Το πρόβλημα είναι πως πέρα από αυτά, δεν φαίνεται να ξέρει να σχεδιάζει και τίποτα άλλο. Τα ζώα τα κάνει λες και έχουν φάει ταψιά στα μούτρα, οι άντρες μέτριοι ειδικά στις φάτσες, οι περιβάλλοντες χώροι βασικοί και απλοί, όταν και αν υπάρχουν. Βάζω μερικές φωτός από το κινητό που ενισχύουν αυτά που λέω. κάποια σχεδιαστικά τρικ που βρήκα ενδιαφέροντα και έξυπνα (ειδικά το "bang" περασμένο στο χέρι) θυμίζει λίγο μιλερ το στιλάκι στην μεσαία, ή και το αντίθετο Εδώ ο δράκουλας θυμίζει κάτι μεταξύ Κόκοτα και χιμπατζή, ενώ ο τύπος δεξιά είναι σαν να είπες σε πρωτοετή στον ορνεράκη να σχεδιάσει αφηρημένη τέχνη Ναι, ξέρω ότι ο πρώτος τόμος της Φάντα είναι εξαντλημένος και πλέον πάει στο τετραπλάσιο της αρχικής τιμής. Όχι, δεν πρόκειται να τον πουλήσω ( @guskoin )
  22. Τι σημαίνει Angola Janga; σύμφωνα με ορισμένους σημαίνει "μικρή Αγκόλα", για άλλους "η Αγκόλα μας". Σε κάθε περίπτωση, ο τίτλος αναφέρεται στις κοινότητες τις οποίες είχαν συστήσει δραπέτες σκλάβοι σε ορισμένα μέρη της Βραζιλίας, οι οποίες κράτησαν σχεδόν έναν αιώνα. Τι σχέση όμως έχει η Αγκόλα με τη Βραζιλία; Η απάντηση είναι, δυστυχώς, πολύ απλή: υπήρξαν και οι δύο αποικίες της Πορτογαλίας και η πρώτη ήταν πηγή σκλάβων για τις αχανείς φυτείες της δεύτερης. Αυτή την ιστορία αφηγείται το πάρα πολύ ενδιαφέρον κόμικ του Βραζιλιάνου Marcelo D’Salete, το οποίο κυκλοφόρησε το 2017 στη χώρα του, αφού είχε προηγηθεί υπερδεκαετής έρευνα σχετικά με τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο και μεταφράστηκε στα Αγγλικά το 2019 από τη Fantagraphics. Αν και το κόμικ ακολουθεί τα ιστορικά γεγονότα και φυσικά έχει και ιστορικούς χαρακτήρες, η ιστορία επικεντρώνεται σε ένα φανταστικό πρόσωπο, το μιγά Αντόνιο Σοάρες, ο οποίος μαζί με ένα φίλο του αποδρά από μια φυτεία το 1673, προκειμένου να ενωθούν με τους φυγάδες σκλάβους. Από εκεί και μετά, αρχίζει η ιστορία, η οποία είναι πολυπρόσωπη και εκτείνεται σε μεγάλο χρονικό διάστημα, για να ολοκληρωθεί σε πρώτη φάση το 1695 και να ακολουθήσει ένας επίλογος, ο οποίος θα αφήσει πολλά πράγματα εσκεμμένα ανοιχτά. Η αφήγηση χωρίζεται σε διάφορα κεφάλαια, που κινούνται γραμμικά με ορισμένες αναδρομές στο παρελθόν, οι οποίες αποσαφηνίζουν κάποια πράγματα, που βλέπουμε να διαδραματίζονται στο χρόνο αφήγησης της ιστορίας. Κάθε κεφάλαιο αρχίζει με μια παράθεση από αφηγήσεις εκείνης της εποχής, που δείχνουν τη στάση των Πορτογάλων απέναντι στους εξεγερμένους. Μέσα σε όλα αυτά, ο Ντ'Σαλέτε αναμειγνύει ιστορικά γεγονότα με μυθοπλασία και σκληρές σκηνές με σουρεαλιστικά όνειρα και πολύ ωραίους συνδυασμούς εικόνων, που από το πουθενά μας μεταφέρουν σε άλλη διάσταση. Παρόλα αυτά, δεν χάνει ούτε στιγμή το στόχο του, που είναι να δείξει τις δοκιμασίες των άτυχων ανθρώπων, που μεταφέρθηκαν μακριά από την πατρίδα τους, προκειμένου να πλουτίσουν κάποιοι άλλοι. Μέσα στην αφήγησή του, το προσωπικό και το ιστορικό δράμα ενώνονται, για να μας προσφέρουν μια πολύ δυνατή και πολύ δυσάρεστη ιστορία. Το ασπρόμαυρο σχέδιό του είναι πολύ δυνατό με ορισμένα εξαιρετικές συνθέσεις, αλλά και πολύ προσεκτικό στήσιμο των καρέ. Σε πολλές σελίδες χρησιμοποιεί περίπου 10 καρέ ανά σελίδα, σε άλλες όμως πολύ λιγότερα, ανάλογα με τη δραματουργική ένταση που θέλει να δώσει. Χρησιμοποιεί με φειδώ το διάλογο και αποφεύγει κάθε είδους αφήγηση, ενώ αξίζει να σημειωθεί, ότι υπάρχουν αρκετά σημεία με πολλές σελίδες χωρίς καθόλου λόγια. Αν και η ιστορία είναι σκληρή, αποφεύγει να δείξει άμεσα σκηνές φρικτής βίας, αλλά το μήνυμα έχει περάσει από την ίδια την ιστορία. Η έκδοση της Fantagraphics είναι φυσικά υποδειγματική. Σκληρόδετη, με πάνω από 400 σελίδες σε σκληρό χαρτί, περιέχει επίσης πρόλογο και επίλογο του δημιουργού, καθώς και γλωσσάρι και φυσικά βιογραφικό του Marcelo D’Salete. Εννοείται, ότι η τιμή είναι, δυστυχώς, ανάλογη (γύρω στα 40 ευρώ), αλλά μπορείτε να το βρείτε και φτηνότερα. Όταν το αγόρασα εγώ, ήταν διαθέσιμο στη μισή τιμή, αλλά δυστυχώς, όχι πια. Πιστεύω ότι είναι ένα κόμικ, που αξίζει να διαβάσετε και αν γίνεται, να αποκτήσετε. Λόγω του θέματος, δεν είμαι σίγουρος όμως, εάν θα ενδιαφέρει πολύ κόσμο, ούτε εάν αρέσει σε όλους. Προσφέρει όμως, αν μη τι άλλο, μια ευκαιρία να μάθετε πολλά πράγματα για μια πολύ ζοφερή περίοδο της ιστορίας. Παραθέτω την εισαγωγή του συγγραφέα, που δίνει μια ιδέα για το ιστορικό υπόβαθρο Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (για ιστορικές πληροφορίες) Μια κριτική και μια δεύτερη κριτική. Μπορείτε να βρείτε και άλλες.
  23. Ο David B. είναι μια από τις σημαντικότερες φιγούρες των σύγχρονων γαλλικών κόμικς. Τα κόμικς του έχουν έντονο το στοιχείο του φανταστικού, ακόμη κι αν εκτυλίσσονται σε ρεαλιστικό φόντο, όπως στο αυτοβιογραφικό Epileptic ή το «ιστορικό» Reading the Ruins. Στο The Armed Garden and Other Stories χαλαρώνει κι άλλο τα γκέμια, αφήνοντας το άλογο της φαντασίας του να καλπάσει στις ερήμους της Ανατολής και τα δάση της Κεντρικής Ευρώπης. Το κόμικ αποτελεί μια συλλογή τριών ιστοριών: The Veiled Prophet, The Armed Garden και The Drum who Fell in Love. Κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 2006 από την Futuropolis. Στην αγγλική γλώσσα είχε πρωτοεμφανιστεί στο περιοδικό Mome, που εξέδιδε η Fantagraphics, η οποία το 2011 έβγαλε μια συγκεντρωτική σκληρόδετη έκδοση. Στην πρώτη, ένα τεράστιο κομμάτι λευκού υφάσματος εμφανίζεται στον ουρανό της Μερβ, στο σημερινό Τουρκμενιστάν, και τυλίγεται γύρω από το πρόσωπο του φτωχού Hakim al-Muqanna. Ανακηρύσσεται προφήτης και οι ακόλουθοί του εξεγείρονται ενάντια στον περίφημο Χαλίφη Harun al-Rashid. Οι στρατιές του είναι ανίκητες και όποιος αντικρίζει το πρόσωπο κάτω από το βέλο, πεθαίνει ακαριαία. Ανήσυχος, ο Χαλίφης al-Rashid αποφασίζει να επισκεφτεί ο ίδιος τον φασκιωμένο προφήτη. Στην ιστορία The Armed Garden, μεταφερόμαστε στην ταραγμένη Τσεχία του 15ου αιώνα, πεδίο μαχών μεταξύ των Παπικών και των Χουσιτών. Ένας σιδεράς από την Πράγα δέχεται επίσκεψη από δύο πολύ πολύ μακρινούς συγγενείς: τον Αδάμ και την Εύα. Ξεκινάει, έτσι, μια νέα θρησκευτική αίρεση, αυτή των Αδαμιτών, οι οποίοι κυκλοφορούν γυμνοί και πιστεύουν ότι θα φτάσουν στον Παράδεισο μέσα απ' την συνένωση με τους Πρωτόπλαστους. Αυτό, βέβαια, δεν αρέσει στον Jan Žižka, ηγέτη των Θαβωριτών, της πιο ριζοσπαστικής φράξιας των Χουσιτών. Στην τρίτη ιστορία, με τον παράξενο τίτλο The Drum who Fell in Love, ο Žižka έχει μόλις πεθάνει από πανώλη. Οι διάδοχοί του κατασκευάζουν από το δέρμα του νεκρού ένα πολεμικό τύμπανο. Όπερ και εγένετο: το πνεύμα του μεγάλου στρατηγού εμφανίζεται κάθε φορά που χτυπάνε το τύμπανο και οδηγεί τους Θαβωρίτες στη μία νίκη μετά την άλλη. Ωστόσο, το τύμπανο δεν θέλει να το παίζουν μόνο στον πόλεμο και ερωτεύεται την κοπέλα, που ένα βράδυ το χαϊδεύει κρυφά. Στο παρόν κόμικ ο David B. σκαλίζει την ιστορία και στις χαραμάδες της προσθέτει το δικό του υλικό ονείρων. Γιατί μπορεί οι τρεις ιστορίες να είναι κατά βάση φανταστικές, αλλά δεν είναι ολότελα αποκύημα του μυαλού του David B. Ο Harun al-Rashid, τον οποίο οι Δυτικοί γνωρίζουν ως ένα από τα πρόσωπα των Χιλίων και Μίας Νυχτών, ήταν ο πέμπτος Χαλίφης των Αββασιδών και η βασιλεία του συνέπεσε με τον κολοφώνα της Χρυσής Εποχής του Ισλάμ. Οι Αδαμίτες επίσης υπήρξαν, χορεύανε τελετουργικούς χορούς γυμνοί και κήρυσσαν ότι η μονογαμία είναι αμάρτημα. Ο δε Jan Žižka πράγματι είχε ως τελευταία επιθυμία να τον γδάρουν και να φτιάξουν τύμπανα από το πετσί του. Η πραγματικότητα πολλές φορές ξεπερνάει την φαντασία, όπως όλοι γνωρίζουμε. Το σχέδιο του David B. πλέον το απολαμβάνω όλο και περισσότερο. Υπάρχει κάτι μοναδικό στις στιλιζαρισμένες μορφές των ανθρώπων και των ζώων, κάτι ανάμεσα στην ταπισερί του Bayeux και την αισθητική του Γερμανικού Εξπρεσιονισμού. Η αλήθεια είναι ότι η κάπως περιληπτική αφήγηση των ιστοριών, όπως κάνουμε με τα παραμύθια, αφαιρεί μέρος της δυναμικότητάς του, αλλά λίγο το σχέδιο λίγο η οργιώδης φαντασία, αποζημιώνουν. Αν έπρεπε να επιλέξω μία από τις τρεις, αυτή σίγουρα θα ήταν το ερωτευμένο τύμπανο. Αν σας αρέσει ο David B., μην διστάσετε να το διαβάσετε. Αν δεν τον ξέρετε και σκέφτεστε να τον μάθετε, είναι μια καλή ευκαιρία γνωριμίας. Δεν πρόκειται για αριστούργημα, αλλά διαβάζεται πολύ ευχάριστα και σίγουρα θα σας ταξιδέψει.
  24. Στις αρχές της δεκαετίας του '80, πολύ πριν δημιουργήσει το θρυλικό του Black Hole, ο Charles Burns ήταν ένας νέος δημιουργός που έκανε τα πρώτα του βήματα, αδιαφορώντας (όπως και πολλοί άλλοι σύγχρονοί του) για τα υπερηρωικά κόμικς. Εκείνη την περίοδο δημιούργησε τον γνωστότερο χαρακτήρα του, τον μασκοφόρο El Borbah, για λογαριασμό του Heavy Metal, που τότε βρισκόταν στα καλύτερά του. Ο El Borbah, λοιπόν, παραμένει μέχρι σήμερα ο πιο παράξενος ιδιωτικός ντετέκτιβ των κόμικς. Είναι μονίμως ντυμένος σαν luchador, καπνίζει το ένα τσιγάρο μετά τ' άλλο και συντηρεί τα τεράστια μπράτσα του με μπίρες και μπουρίτος. Στις δουλειές που αναλαμβάνει, αναζητά παραστρατημένους εφήβους και τα βάζει με ασχημομούρηδες μπράβους, αλλά πάντα ξεπερνάει τα εμπόδια με βρισιές και μπουνιές. Κι επειδή κάθε ντετέκτιβ κινείται στο ανάλογο με αυτόν περιβάλλον, η σάπια πόλη του δεν είναι λιγότερο αλλόκοτη: άκακοι ρομποτάνθρωποι, πανταχού παρόντα πρεζάκια και εγκληματικές αδελφότητες τριγυρνούν στα βρώμικα σοκάκια και μπαινοβγαίνουν στα αμέτρητα φαστφουντάδικα. Όπως καταλαβαίνετε, το κόμικ είναι ασόβαρο. Ο Burns προφανώς προσπάθησε να δημιουργήσει μια παρωδία (ή ίσως και φόρο τιμής) στα pulp μυθιστορήματα και τα B-movies με τους σκληρούς ντετέκτιβ και τους τρελούς επιστήμονες, οπότε έκανε στην άκρη τη λογική και το μέτρο. Οι υποθέσεις είναι υποτυπώδεις, αλλά ο Burns δεν ήθελε να προσφέρει στον αναγνώστη καλογραμμένες ιστορίες μυστηρίου. Μέσα στους χαρακτήρες, ωστόσο, υπάρχει μεγάλη δόση ρεαλισμού: οι περισσότεροι, συμπεριλαμβανομένου του πρωταγωνιστή, είναι ατομικιστές και παραδόπιστοι, καρικατούρες του σύγχρονου ανθρώπου. Σχεδιαστικά, σίγουρα μιλάμε για έναν λιγότερο ώριμο (πάντα σε σύγκριση με το Black Hole ή την τριλογία του Last Look) Burns, αλλά το στιλ του είναι αποκρυσταλλωμένο και απολαυστικό. Ο Matt Fraction ίσως το έχει θέσει πολύ εύστοχα: "Are the El Borbah stories actually, you know, important? Hell no. This is Burns pop recycling at his manic and hysterical best. [...] El Borbah is a giant book with beautiful stuff inside". Στο Heavy Metal δημοσιεύτηκαν τέσσερις ιστορίες του El Borbah, από τον Ιανουάριο του 1983 ως τον Μάιο του 1985 (Robot Love, Dead Meat, Living in the Ice Age, Bone Voyage). Το 1988 συγκεντρώθηκαν στον τόμο Hard-Boiled Defective Stories από την Raw Books, στην οποία προστέθηκε μια νέα ιστορία (Love in Vein). Η έκδοση αυτή κοσμεί την ηλεκτρονική μου βιβλιοθήκη. Το 1999, η Fantagraphics επανακυκλοφόρησε το υλικό αυτό υπό τον τίτλο El Borbah σε σκληρόδετο τόμο και το 2006 έκανε επανατύπωση με μαλακό εξώφυλλο. Όλες αυτές οι εκδόσεις είναι εξαντλημένες εδώ και χρόνια. Στα ελληνικά, έχουμε δει τις τέσσερις από τις συνολικά πέντε περιπέτειες του El Borbah στην Βαβέλ.
  25. ''Let there be no mercy...or forgiveness for they have shown none..." Μετά το χαμό των Albert Uderzo & Juan Gimenez το περασμένο Απρίλιο,μέσα στο Μάιο η 9η τέχνη έχασε έναν ακόμα σπουδαίο καλλιτέχνη.Ο λόγος για τον Richard Sala,έναν δημιουργό με ένα μοναδικό εξπρεσιονιστικό στυλ του οποίου τα κόμικς συχνά συνδύαζαν στοιχεία μυστηρίου, τρόμου και αλλόκοτης ιδιοτροπίας. Γεννημένος το 1954 στο Όκλαντ της Καλιφόρνια,ο Sala συχνά σε συνεντεύξεις του ανέφερε την επίδραση των παιδικών του χρόνων στο έργο του, ιδιαίτερα στις επισκέψεις του σε μουσεία, σκονισμένες παλιές βιβλιοθήκες και καταστήματα με αντίκες. Έχει δηλώσει ότι η αγάπη του για ανάγνωση και το ενδιαφέρον του για κόμικς και ταινίες τρόμου τον βοήθησαν να αντιμετωπίσει τους πραγματικούς φόβους.Παρακολούθησε το κολέγιο ως σπουδαστής τέχνης, και τελικά απέκτησε πτυχίο Master of Fine Arts στη ζωγραφική από το Mills College ενώ η πρώτη του δουλειά δημοσιεύτηκε το 1984 και ονομάζονταν Night Drive,με το οποίο ο Sala συνδύαζε τις παιδικές του αγάπες τα κόμικς και τις ιστορίες με τέρατα,και επίσης του άνοιξε πολλές πόρτες για μελλοντικές συνεργασίες(με Art Spiegelman,Monte Beauchamp,Colossal Pictures κ.α.).Επίσης είχε συνεργαστεί με τους Lemony Snicket,Steve Niles και The Residents.Μία λίστα με επιρροές του Sala περιλαμβάνει εξώφυλλα βιβλίων της Nancy Drew, του Jorge Luis Borges, το Dick Tracy (η αγαπημένη του κωμική ταινία),τον Franz Kafka (ο αγαπημένος του συγγραφέας), τον Fritz Lang και τον Γερμανικό εξπρεσιονισμό. Κάποτε είχε δηλώσει σε συνέντευξη του "Όπως πολλοί γελοιογράφοι, δεν κάνω πραγματικά κόμικς για χρήματα. Τα κάνω για τον εαυτό μου…Υπήρχε μια ασυνείδητη,εσωτερική αναταραχή και κατά κάποιο τρόπο οι ιστορίες μου ήταν εξορκισμοί για μένα...''Σίγουρα θέλω οι αναγνώστες μου να φέρουν τη δική τους εμπειρία στις ιστορίες και να τις απολαύσουν, όπως για παράδειγμα απολαμβάνω εγώ εκείνες του Κάφκα.Ταυτόχρονα, είναι λίγο ψυχικά στιγμιότυπα της ψυχολογικής μου κατάστασης εκείνη τη στιγμή. … Αυτά ήταν μοτίβα που χρησιμοποιούσα ως προσωπικό συμβολισμό για τη ζωή μου...Έχω ερωτευτεί πραγματικά τη διαδικασία και τη μορφή των κόμικς..''Αισθάνομαι πραγματικά τιμή να είμαι μέρος της παράδοσης...'' Στο Violenzia and other Deadly Amusements που κυκλοφόρησε σε έναν τόμο από τη Fantagraphics(που έχει βγάλει και τα περισσότερα έργα του) το 2015,περιέχονται όλα εκείνα τα στοιχεία που καθιστούν τη τέχνη του Sala τόσο μοναδική.Η πρώτη(και η τρίτη) ιστορία του graphic novel,η μυστηριώδης αντί-ηρωίδα Valenzia,είναι ένας φόρος τιμής στη golden age εποχή των κόμικ(αισθητικά)και στα spaghetti western της δεκαετίας του '60 καθώς και στην ταινία From Dusk till Dawn των Rodriguez&Tarantino.Με ένα άγνωστο παρελθόν,η αινιγματική εκδικήτρια με τα δύο πιστόλια που ποτέ δεν αστοχούν τα βάζει με μυστηριώδης σατανικές οργανώσεις,τον απειλητικό Gargoyle και το στρατό του,καθώς και με τον επικίνδυνο Mr.Xandico που φαίνεται να γνωρίζει για εκείνη περισσότερα από όσα ή ίδια.... Η δεύτερη ιστορία του κόμικ το καθαρά προσωπικό Forgotten,έχει θέμα το οδοιπορικό ενός άντρα σε ένα αινιγματικό αλλά συνάμα ξεχασμένο και απειλητικό τοπίο,και αποτελεί μία εικονογραφημένη νουβέλα στην οποία ο δημιουργός καταθέτει τις απόψεις του για τη ζωή,και την αγάπη του για τα χαμένα στο διάστημα μαγαζάκια με αντίκες καθώς και κάθε τι το μακάβριο,που φαίνεται να περιτριγυρίζει τον ήρωα σε κάθε του βήμα.Μία μοναδική εικονογραφημένη εμπειρία που αποτίει φόρο τιμής στις κλασικές ταινίες τρόμου και στα τέρατα της δεκαετίας του '30 της Universal. Tην έκδοση συμπληρώνει και μία pin up gallery-Malevolent Reveries-με σχέδια του δημιουργού στα οποία με τις κοφτές,γωνιώδης γραμμές του και τα φαντασμαγορικά,έντονα πολύχρωμα χρώματα του ξεδιπλώνει όλο το μεγάλο ταλέντο του,και δίνει στον αναγνώστη μία γεύση από το μακάβριο και αλλόκοτο κόσμο που γέννησε η αστείρευτη φαντασία του.Μοναδικό στυλ,αλλόκοτες δημιουργίες,ρετρό και μακάβρια αισθητική,άκρατος εξπρεσιονισμός,η τέχνη του Richard Sala είναι πάντα ξεχωριστή και κρίμα που ο δημιουργός έφυγε σχετικά νωρίς χωρίς να προλάβει να παραδώσει ακόμα περισσότερα έργα ασυναγώνιστης αισθητικής. Ακόμα μια μεγάλη απώλεια για τον κόσμο της 9ης τέχνης,τα έργα του όμως υπάρχουν και σας περιμένουν να τα ανακαλύψετε,και να θαυμάσετε το έργο ενός μεγάλου και ξεχωριστού δημιουργού.
×
×
  • Create New...