Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Dupuis'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 9 results

  1. Οι ιστορίες του «φτωχού και μόνου καουμπόυ» που «πυροβολεί πιο γρήγορα από τον ίσκιο του», ξεκίνησαν από ένα άτομο, τον Μορίς, ο οποίος τον Οκτώβρη του 1946 παρουσίασε τον χαρακτήρα του στο γαλλόφωνο κοινό, μέσα από τις σελίδες του Le Journal de Spirou της Dupuis, με την πρώτη περιπέτεια να είναι το Αριζόνα 1880. Δημιουργημένος ως παρωδία της άγριας δύσης, ο Λούκυ Λουκ αποτελεί ουσιαστικά ένα έξυπνο φόρο τιμής και σήμερα είναι ανάμεσα στα τρία πιο γνωστά κόμικς της γαλλοβελγικής σκηνής παγκοσμίως, παρέα με τον ΤενΤεν και τον Αστερίξ. Στην αρχή τις ιστορίες τις έγραφε και τις σχεδίαζε αποκλειστικά ο Μορίς. Σε αυτή την περίοδο του τίτλου, το σχέδιο ήταν πιο καρτουνίστικο, η γραμμή του Μορίς στρογγυλευμένη και το χιούμορ βασιζόταν κυρίως στα οπτικά γκαγκς, με την ίδια την ιστορία να είναι καθαρή περιπέτεια γουέστερν. Οι ιστορίες ήταν επίσης μικρότερες σε αριθμό σελίδων μιας και δημοσιεύονταν βάσει των αναγκών ενός εβδομαδιαίου περιοδικού, με την κυκλοφορία του σε μορφή άλμπουμ και τις προοπτικές που επέφερε, να ξεκινάει 3 χρόνια αργότερα, το 1949. Ο Μορίς αυτή την περίοδο θα κάνει και ένα ταξίδι/περιοδεία στις ΗΠΑ, παρέα με τους Φρανκέν και Ζιζέ (και οι δύο γνωστοί για το Σπιρού και Φαντάζιο), στο οποίο θα γνωρίσει καλλιτέχνες του περιοδικού Mad και θα επηρεαστεί από του χιούμορ της Αμερικάνικης σκηνής, αποκτώντας σταδιακά και το σχεδιαστικό ύφος με το οποίο είναι αναγνωρίσιμος σήμερα. Η πιο καθοριστική στιγμή για την επιτυχία του κόμικ ήρθε το 1956, όταν ο Μορίς συνεργάστηκε με τον Ρενέ Γκοσινί (δημιουργό του Μικρού Νικόλα και φυσικά του Αστερίξ), ο οποίος ανέλαβε το σενάριο, απογειώνοντας τον τίτλο. Εδώ είναι που εδραιώθηκαν πολλά από τα γνωρίσματα που αποδίδουμε στην σειρά. Ο Μορίς είχε εμφανίσει ιστορικές προσωπικότητες πριν, βάζοντας ως πρωταγωνιστές τους Ντάλτον (στην ιστορία “Οι Παράνομοι”, αλλά τους είχε σκοτώσει, μιας και αυτή ήταν και η μοίρα τους στην πραγματικότητα (αν και με άλλο τρόπο από αυτόν που δείχνει το κόμικ). Ο Γκοσινί απλά το παρέκαμψε αυτό, παρουσιάζοντας τα ηλίθια ξαδέρφια τους, που είναι οι Ντάλτον που ξέρουμε σήμερα. Σειρά είχαν προσωπικότητες σαν τον Ρόυ Μπιν τον Δικαστή, τον Μπίλι τον Τρομερό κ.ο.κ. Έμφαση δόθηκε επίσης στην κάλυψη ιστορικών στιγμών της άγριας δύσης, ενώ το χιούμορ της ατάκας, η κωμωδία καταστάσεων και η σάτιρα της τρέχουσας πραγματικότητας με την μορφή αναχρονισμών και την παρουσίαση χαρακτήρων που φέρουν την μορφή σύγχρονων διασημοτήτων, ήρθαν στο προσκήνιο, αποτελώντας παράλληλα και μια μορφή κοινωνικής κριτικής. Η σειρά έκανε την μετάβαση από την Dupuis στην Dargaud το 1968, και από το περιοδικό Spirou στο Pilote, το δικό της βραχύβιο ομότιτλο ανθολογικό περιοδικό μεταξύ 1974-1975, στο TinTin την επόμενη χρονιά και διάφορα άλλα περιοδικά στην συνέχεια. Με το δίδυμο να βγάζει δύο και τρία άλμπουμ το χρόνο όλο αυτό το διάστημα, η συνεργασία διακόπηκε λόγω του πρόωρου θανάτου του Γκοσινί το 1977. Ο Μορίς συνέχισε από το 1980 την σειρά σε συνεργασία με άλλους σεναριογράφους με ποικίλα αποτελέσματα μέχρι και τον δικό του θάνατο το 2001. Είχε προλάβει να δημιουργήσει την δικιά του εταιρία (Lucky Productions) το 1991, η οποία είχε αναλάβει την έκδοση του κόμικ. Έκτοτε, η σειρά συνεχίζεται με τον σχεδιαστή Ασντέ, με διάφορους σεναριογράφους, με τον ίδιο να αναλαμβάνει το σενάριο στα άλμπουμ με τον Λούκυ Κιντ, την σειρά που εξιστορεί τις περιπέτειες του Λούκυ Λουκ όταν ήταν παιδί. Η σειρά έχει ένα μακρύ ιστορικό και στην χώρα μας, με το πρώτο τεύχος να κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 1968, από τις εκδόσεις Αιγόκερω, μια συνεργασία του Ανδρεόπουλου και του Στρατίκη, γνωστοί από την κυκλοφορία του περιοδικού Μικρός Σερίφης. Η σειρά είχε μεγάλη επιτυχία από την αρχή, παρά την τσιμπημένη τιμή για τα δεδομένα της εποχής. Χαρακτηριστικό αυτής της έκδοσης είναι πως οι εκδότες πρόσθεταν διηγήματα στην αρχή και στο τέλος του εντύπου. Άλλο χαρακτηριστικό είναι… ο εφιάλτης της αρίθμησης, μιας και οι εκδότες κατέφυγαν σε τουλάχιστον 5 επανεκκινήσεις της σειράς με διαφορετική αρίθμηση των τευχών και με κάποιες περιπτώσεις δύο διαφορετικές αριθμήσεις να τρέχουν παράλληλα, με τον μέσο αναγνώστη να μην ξέρει τι έχει στα χέρια του και με τι σειρά να τα βάλει στην συλλογή του. Υπάρχει πλέον χαρτογράφηση του τι έχει κυκλοφορήσει και με τι αρίθμηση, αλλά θα ασχοληθούμε σε άλλο θέμα με αυτό κάποια στιγμή. Από το 1974 ο Στρατίκης ανέλαβε μόνος του την έκδοση της σειράς, αλλά ξεκίνησε να συνεργάζεται από το 1977 με τον Ψαρόπουλο, ο οποίος ανέλαβε τελικά την σειρά εξ’ ολοκλήρου. Όλα αυτά μέχρι και τον Δεκέμβριο του 1984, όπου ανέλαβε την σειρά η Μαμούθ Κόμιξ, που κατέχει τα δικαιώματα μέχρι και τις μέρες μας, μια εταιρία που είχε ήδη 4 χρόνια πορείας μέχρι τότε, με μερικές καλές κυκλοφορίες αλλά χωρίς κάποια μεγάλη επιτυχία. Η Μαμούθ εξαρχής ανέβασε την ποιότητα έκδοσης καταργώντας τον πολτό που χρησιμοποιούσαν πριν, μείωσε την τιμή και καθόρισε μια φιξαρισμένη αρίθμηση για όλα τα άλμπουμ σε όλες τις επανεκδόσεις, όλα συστατικά που εκτίναξαν την επιτυχία της σε άλλα επίπεδα. Κράτησε επίσης τις ονομασίες που είχε θεσπίσει ο Στρατίκης, για να μην ξενίσει τους υπάρχοντες αναγνώστες, κάτι που χρειάστηκε να αντιμετωπίσει στην πορεία, όταν το άλογο του Λούκυ Λουκ, ο Τζόλυ Τζάμπερ, αρσενικού γένους, που είχε βαφτιστεί ως Ντόλυ (γένους θηλυκού), χρειάστηκε να… επανέλθει στο αρχικό του φύλο, όταν μια ιστορία επικεντρώθηκε συγκεκριμένα στο φύλο του και στις ερωτικές περιπέτειες του. Η Μαμούθ έβγαζε σε σταθερή μηνιαία κυκλοφορία την σειρά για δεκαετίες, με την πρώτη έκδοση να τελειώνει στο τεύχος 55 (Επικίνδυνο Πέρασμα) και να ξεκινάει το ακριβώς επόμενο μήνα την επανέκδοση της, προσθέτοντας εμβόλιμα τα νέα άλμπουμ και όσα άλμπουμ δεν είχε δημοσιεύσει την πρώτη φορά. Έκανε 4 επανεκδόσεις της σειράς πριν διακόψει την μηνιαία κυκλοφορία, με τις επόμενες επανεκδόσεις πλέον να γίνονται σποραδικά και όταν εξαντληθεί κάποιο συγκεκριμένο νούμερο. Από το 2010 συνεργάζεται και με διάφορες εφημερίδες για την διάθεση τους ως προσφορά στα Σαββατιάτικα και Κυριακάτικα φύλλα τους. Η αρχή έγινε με την Καθημερινή τον Οκτώβριο του 2010, όπου έβγαλε 16 άλμπουμ της σειρά σε σκληρόδετες εκδόσεις, συνέχισε το 2013 με την έκδοση του Έθνους της Κυριακής, η οποία με διάφορα διαλείμματα έδωσε 44 άλμπουμ μέχρι και το καλοκαίρι του 2015 και κατέληξε με την έκδοση 6 τόμων από το Βήμα της Κυριακής το Καλοκαίρι του 2018, οι οποίοι ήταν λίγο μικρότερου σχήματος και περιλάμβαναν 3 άλμπουμ ο καθένας, αποτελώντας ουσιαστικά τις πρώτες Integrale/omnibus εκδόσεις με τις περιπέτειες του χαρακτήρα στην χώρα μας, αντιγράφοντας αντίστοιχες Γαλλικές εκδόσεις. Η σειρά έχει φτάσει αισίως τα 85 άλμπουμ στην χώρα μας, χωρίς να λάβουμε υπόψη τα διάφορα εκτός σειράς τεύχη. Παραθέτω το οπισθόφυλλο με το κατάλογο της σειράς. Είναι δύσκολο για εμένα να αξιολογήσω την σημασία της σειράς στην χώρα μας αντικειμενικά, μιας και μαζί με το Αστερίξ, είναι τα πρώτα κόμικς που έπιασα στα χέρια μου, πριν μάθω να διαβάζω. Είναι οι σταθεροί συνοδοιπόροι μου όλα αυτά τα χρόνια. Το χιούμορ αυτών των δύο, επηρέασε και το δικό μου σίγουρα. Οπότε πρέπει να κοιτάξω προς τα έξω για να δω πως το αντιλαμβάνεται ο μέσος Έλληνας. Και αυτό που βλέπω είναι πως ο Λούκυ Λουκ, είναι ένα από τα κόμικς (που δεν ξεπερνούν τα δάχτυλα ενός χεριού) όπου γνωρίζει και ενδιαφέρει να διαβάσει ο οποιοσδήποτε, άσχετα αν δεν ασχολείται με κόμικς, αυτό που συνεχίζει να κάνει τόσες επανεκδόσεις (παρέα πάλι με το Αστερίξ), που ξεπερνάει όλα τα εγχώρια ρεκόρ, το οποίο εν τέλει, επιτρέπει στην εταιρία που το εκδίδει να διατηρείται στην ζωή (ξανά, παρέα με το Αστερίξ). Και αυτά δεν είναι μικρά επιτεύγματα. Προτείνεται ανεπιφύλακτα λοιπόν. Ακόμα και στα υποδεέστερα άλμπουμ, μια άλφα διασκέδαση την παρέχει.
  2. Γαλλία, αρχές του 20ού αιώνα. Όλα τα ζώα ζουν (σχετικά) αρμονικά μεταξύ τους, υπό τις αξίες του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η ύπαρξη του ανθρώπου αμφισβητείται έντονα τόσο από τους απλούς πολίτες όσο κι απ' τους επιστήμονες, καθώς θεωρείται εκλιπόν είδος. Ωστόσο υπάρχουν ακόμη, γεγονός που φαίνεται να γνωρίζουν μονάχα μερικοί συλλέκτες και λαθροθήρες. Κάποιοι απ' τους οποίους, το βράδυ που ξεκινάει η αφήγηση, επιτίθενται σε μια απομονωμένη ομάδα στο δάσος του Φονταινεμπλώ και αιχμαλωτίζουν δύο αδέρφια. Τα δύο «δείγματα» μεταφέρονται στο Παρίσι κι εκεί χωρίζονται... Βρήκα ενδιαφέρον το όλο σκηνικό και γ' αυτό αποφάσισα να δώσω μια ευκαιρία στο κόμικ αυτό, παρότι δεν ήξερα κανέναν από τους δύο δημιουργούς. Και δεν πέρασα καθόλου άσχημα. Ο Hervé Bourhis, με φόντο την Μεγάλη Πλημμύρα του Παρισιού του 1910, διηγείται μια ενδιαφέρουσα ιστορία, εγείροντας σημαντικά ερωτήματα κυρίως για τον τρόπο με τον οποίο ο άνθρωπος αντιμετωπίζει τα άλλα είδη του ζωικού βασιλείου. Δεν είναι βαρύ ανάγνωσμα, ίσα-ίσα που υπάρχει χιούμορ, υποδόριο βέβαια. Στα συν του Alas συνυπολογίζω και το κομψό σχέδιο του Rudy Spiessert, ο οποίος (με βοήθεια από την κολορίστα Mathilda) παίρνει την ligne claire και την εκμοντερνίζει με εξπρεσιονιστικές λεπτομέρειες. Για τα τυπικά, να γράψω ότι κυκλοφόρησε στα γαλλικά από την Dupuis το 2010 και στα αγγλικά μεταφράστηκε το 2018 από την Europe Comics. Αξίζει να το διαβάσετε. Δεν είναι κάποιο αριστούργημα, αλλά διαβάζεται νεράκι, είναι ευχάριστο στο μάτι κι έχει κάτι να πει.
  3. Ο Mister Invincible είναι ο προστάτης των αδυνάμων, υπερασπιστής του Νόμου, ο Καλός Σαμαρείτης που βοηθάει την τυφλή Δικαιοσύνη να περάσει τον δρόμο! Δεν πετάει, δεν έχει υπεράνθρωπη δύναμη, ούτε κάποιον παράγοντα ίασης... απλά κάμπτει τους κανόνες των κόμικς! Δημιούργημα του Pascal Jousselin και χρωματισμένος από την Laurence Croix, ο Mister Invincible (Imbattable στην χώρα του ροκφόρ και της σαμπάνιας), εμφανίστηκε στις σελίδες του θρυλικού Spirou το 2013, προκαλώντας αρκετή βαβούρα. Με την καλή έννοια πάντα, γιατί αυτά που σκαρφίζεται ο Jousselin είναι εξαιρετικά πρωτότυπα και αστεία. Δεν συμβαίνει συχνά πια ένα χιουμοριστικό κόμικ να βοηθάει στην πρόοδο του μέσου, αλλά το Mister Invincible αποτελεί εξαίρεση. Οι περιπέτειες του Mister Invincible κυμαίνονται από μονοσέλιδες διασώσεις γατών σε μια γαλλική κωμόπολη ως την πολυσέλιδη αντιμετώπιση χρωμο-τρομοκρατών στην Ουάσιγκτον. Με εφευρετικότητα, οικονομία και φρεσκάδα ο Jousselin στήνει ένα πολύ φρέσκο κόμικ. Δείτε τις από πάνω σελίδες, μην χαραμίζω (ηλεκτρονικό) μελάνι. Στα γαλλικά έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι από τις εκδόσεις Dupuis (2017 και 2018), συν ένα αλμπουμάκι, με πρωταγωνιστή τον Jean-Pierre, αστυνόμο και συχνό sidekick του Mister Invincible. Το 2018 μεταφράστηκαν στα αγγλικά τα δύο βασικά άλμπουμ από την Europe Comics και το 2020 κυκλοφόρησαν (υποθέτω με την ίδια μετάφραση) σε έντυπη μορφή από την Magnetic Press. Διαβάστε το σε οποιαδήποτε μορφή!
  4. Είναι βράδυ Χριστουγέννων και οι άντρες της οικογένειας Poliveau (παππούς, μπαμπάς και γιος) τρέχουν μέσα στο χιόνι. Έχουν αργήσει στο ρεβεγιόν στο σπίτι των Dutaret και τα Τάγματα Χαράς περιπολούν διαρκώς τους δρόμους. Γιατί στην χώρα αυτή, κάθε μέρα είναι Χριστούγεννα και οι πολίτες είναι δια νόμου υποχρεωμένοι να ανταλλάσσουν δώρα, να τρώνε γαλοπούλα και να διασκεδάζουν. Υπάρχουν, όμως, πολλοί που προσπαθούν να αντισταθούν, ο καθένας με τον τρόπο του, στο καθεστώς του ημίτρελου Προέδρου... Ο Tronchet είναι ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους χιουμορίστες που συστήθηκαν τη δεκαετία του '80 και το Joylandia (Houppeland στο πρωτότυπο), που λίγο έλειψε να τιμηθεί με το Βραβείο Καλύτερου Άλμπουμ στο Φεστιβάλ της Ανγκουλέμ, συγκαταλέγεται στα καλύτερα κόμικς του. Στα γαλλικά κυκλοφόρησαν δύο άλμπουμ, από την Dupuis, το 1997 και το 1998. Στα αγγλικά μεταφράστηκε από την Europe Comics, σε ηλεκτρονική μορφή φυσικά, το 2018. Για πολλούς τα Χριστούγεννα (με εξαίρεση τα φετινά ) είναι η πιο γιορτινή και χαρούμενη περίοδος του χρόνου, αλλά δεν ισχύει το ίδιο για τους κατοίκους της Joylandia. Στους κατάφωτους δρόμους κυκλοφορούν αγιοβασίληδες με αυτόματα και πίσω από ένα λαμπρό έλατο μπορεί να κρύβεται ένας καταδότης με χαμογελαστό πρόσωπο. Ο Tronchet καταφέρνει με πρωτότυπο τρόπο να συνδυάζει το χιούμορ με την δυστοπία. Γιατί ναι μεν υπάρχουν πολλές στιγμές γέλιου, ιδιαίτερα στο πρώτο μισό, αλλά δε λείπουν και οι μηχανορραφίες που καταλήγουν με κάποιο πτώμα, διάτρητο από σφαίρες. Ο Tronchet σχολιάζει δηκτικά μια πλειάδα προβλημάτων της σύγχρονης κοινωνίας, όπως ο καταναλωτισμός, οι πάσης φύσεως δικτατορίες (ιδιαίτερα οι κεκαλυμμένες) και η ποδηγέτηση των ΜΜΕ. Το σχέδιο θα μπορούσα να το χαρακτηρίσω ως ένα μείγμα Tardi και Μαρουλάκη () είναι ατημέλητο, απολύτως ταιριαστό στο «χαζοβιόλικο» σενάριο. Που προς το τέλος μπορεί να φανεί λίγο cheesy σε αρκετούς, αλλά αυτό δεν αναιρεί το πόσο διασκεδαστικό και εύκολο ανάγνωσμα είναι. Αξίζει να του ρίξετε μια ματιά.
  5. Ο Fabien Vehlmann θεωρείται από τους σπουδαιότερους Γάλλους σεναριογράφους κόμικ και έχει δημιουργήσει πολλά κόμικ με μεγάλη απήχηση στη χώρα του, ενώ έχει συμβάλλει και σε ήδη υπάρχουσες σειρές. Έχω διαβάσει στα αγγλικά το Jolies Ténèbres (Beautiful Darkness) και το Last Days of an Immortal τα οποία μου άρεσαν πάρα πολύ και τα συνιστώ ανεπιφύλακτα. Το Green Manor (αυτός είναι και ο πρωτότυπος γαλλικός τίτλος) ήταν η πρώτη δουλειά του Βελμάν, μια συλλογή ιστοριών, οι οποίες όλες διαδραματίζονται το 19ο αιώνα και ξεκινούν στο φερώνυμο οίκημα του Λονδίνου, όπου εδρεύει μια λέσχη αποκλειστικά για τζέντλεμεν, χωρίς όμως να περιορίζεται εκεί η δράση τους. Οι ιστορίες είναι αστυνομικού ύφους ή μυστηρίου, ορισμένες με μια μεταφυσική χροιά και όλες αυτοτελείς: σε κάθε ιστορία πρωταγωνιστούν διαφορετικοί χαρακτήρες, που δεν σχετίζονται μεταξύ τους πέρα από το γεγονός, ότι είναι όλοι μέλη της λέσχης ενώ και οι ιστορίες διαδραματίζονται σε διαφορετική χρονιά η κάθε μία. Κάθε μια ιστορία ολοκληρώνεται σε 8 σελίδες περίπου Προφανώς δεν είναι όλες οι ιστορίες εξίσου επιτυχημένες, είναι όμως όλες διασκεδαστικές και αρκετά έως πολύ ευφάνταστες, στην παράδοση του Πόε ή του Στίβενσον ή των 1001 Νυχτών, αν θέλει κανείς να το αναγάγει βαθύτερα στο παρελθόν. Έχουν όλες μυστήριο και αγωνία και μια λεπτή δόση χιούμορ ή ειρωνείας, που τις κάνει από ενδιαφέρουσες έως και απολαυστικές. Το γεγονός ότι είναι σύντομες, βοηθά στην αποφυγή φλυαρίας και διάφορων περιττών βαρών και μας αφήνει να επικεντρωθούμε αποκλειστικά στην ιστορία. Όπου όμως χρειάζεται, ο σεναριογράφος προσθέτει διάφορα στοιχεία ψυχολογίας ή πολιτικής, αλλά πάντα διακριτικά και ποτέ εις βάρος της πλοκής. Ο άγνωστος σε εμένα σκιτσογράφος Ντενί Μποντάρ εικονογραφεί επαρκέστατα τις ιστορίες, χωρίς να προβαίνει σε καμία καινοτομία, κάτι αναμενόμενο, αφού εδώ έχουμε να κάνουμε με κόμικ σεναρίου. Το σχέδιό του είναι απλό και κλασικό, ελαφρώς κατουρνίστικο, αλλά με μεγάλη προσοχή στις λεπτομέρειες, όπου χρειάζεται, τα καρέ ακολουθούν μια σχετικά ομοιόμορφη ροή χωρίς πειραματισμούς, οι δε χρωματισμοί είναι ζωντανοί και αρκετά πετυχημένοι. Γενικά, κατορθώνει να αποδώσει πετυχημένα όλη την ατμόσφαιρα του κόμικ, αλλά και να ζωντανέψει την πλοκή την οποία σκαρφίζεται κάθε φορά ο Βελμάν με σωστό τρόπο, χωρίς να εντυπωσιάσει, αλλά και χωρίς να προδώσει την ιστορία. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα Γαλλικά σε τρεις τόμους από την Dupuis μεταξύ 2001 και 2005, ενώ μεταφράστηκε στα αγγλικά και κυκλοφόρησε σε δύο τόμους (ο δεύτερος περιλαμβάνει το δεύτερο και τον τρίτο της γαλλικής έκδοσης) το 2008 από τη Cinebook και εγώ το διάβασα από αυτή την έκδοση. Οι δύο εικόνες που παραθέτω είναι από την αγγλική και τη γαλλική έκδοση αντίστοιχα. Ένα ενδιαφέρον και έξυπνο κόμικ, που δεν θα αλλάξει τη ζωή κανενός, αλλά με το οποίο θα περάσετε καλά, ελπίζω Στα ελληνικά έχουμε διαβάσει εν μέρει τουλάχιστον το κόμικ του Βελμάν “Σατάνια” (Voyage en Satanie) στο περιοδικό “Μπλε Κομήτης”, αλλά δυστυχώς το περιοδικό ανέστειλε την έκδοσή του πριν ολοκληρωθεί η σειρά. Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  6. "When I look at you the war goes away..It's as if my life is concentrated into a compact ball..." - Ludwig Σύμφωνα με τη Wikipedia "Hibakusha" είναι η ιαπωνική λέξη για τα θύματα των ατομικών βομβαρδισμών του 1945 στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι. Η λέξη μεταφράζεται κυριολεκτικά ως "άνθρωποι που πλήττονται από έκρηξη" και χρησιμοποιείται για να αναφέρεται σε άτομα που εκτέθηκαν σε ακτινοβολία από τους βομβαρδισμούς.Στη Χιροσίμα, η λάμψη της ατομικής βόμβας που έριξαν οι Αμερικανοί στις 6 Αυγούστου του 1945, αποτύπωσε σε μέρη τις σκιές εκείνων που φυσούσε, όπως το αρνητικό μιας φωτογραφίας... Πάνω σε αυτό το τραγικό συμβάν με το οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες,κατόρθωσαν να επισπεύσουν το τέλος του πολέμου,αλλά με φρικιαστικό αποτέλεσμα,η συγγραφέας Thilde Barboni(Agence Interpol,Μonika)χτίζει μία ευαίσθητη και συγκινητική ιστορία αγάπης μέσα στις φλόγες του πολέμου ανάμεσα σε έναν Γερμανό διερμηνέα και μία Γιαπωνέζα,βγαλμένη μέσα από τη λυρικότητα των μυθιστορημάτων του Γιούκιο Μισίμα.Η ιστορία επίσης βασίζεται και σε ένα μικρότερο διήγημα της συγγραφέως με τίτλο "Ηiroshima,fin de transmission"του 1983 και κυκλοφόρησε από τον Dupuis και στα αγγλικά από τις εκδόσεις Europe Comics. Ως παιδί, ο Γερμανός Ludwig Muller είχε ζήσει για πολλά χρόνια στην Ιαπωνία, όπου ένα ατύχημα τον άφησε με μία μικρή αναπηρία στο πόδι.Ως αποτέλεσμα, όταν ξεκινά ο Β ' Παγκόσμιος Πόλεμος, δεν είναι κατάλληλος για μάχη. Ωστόσο, χάρη στην ευχέρεια του στα Ιαπωνικά, γίνεται διερμηνέας. Στέλνεται στην Ιαπωνία για να μεταφράσει ορισμένα έγγραφα με υψηλή διαβάθμιση. Αφήνοντας πίσω από έναν ήδη τελειωμένο γάμο(από το οποίο κρατάει μόνο την ύπαρξη ενός παιδιού), σύντομα ερωτεύεται μια νεαρή Γιαπωνέζα γυναίκα.Η κατάσταση γίνεται πιο περίπλοκη μετά την ήττα της Γερμανίας... Στα μάτια της Ιαπωνίας και στον άψογο κώδικα τιμής της, η συνθηκολόγηση είναι ντροπή και οι άντρες του Ράιχ που είναι παρόντες στη χώρα έχουν γίνει προδότες,φυλακίζονται και εκτελούνται...Ανάμεσα τους και ο Ludwig,τον οποίο όμως τον χρειάζονται ακόμα για τις μεταφράσεις του και τον κρατάνε ζωντανό ακόμα....Ο Ludwig όμως θέλει να γλυτώσει τη γυναίκα που αγαπά,από το να εκτελεστεί και εκείνη για προδοσία,αφού σύναψε σχέση με τον εχθρό,και δωροδοκώντας το φύλακα με τη βοήθεια ενός Γιαπωνέζου παιδικού του φίλου,τη συναντά και της λέει να φύγει μακρυά,για να σώσει τον εαυτό της...Ενώ το ξημέρωμα της 6ης Αυγούστου 1945,οι φύλακες λίγο πριν τον εκτελέσουν, τον βγάζουν έξω για μία τελευταία βόλτα,λίγο πριν τον όλεθρο που ούτε και εκείνοι δε γνώριζαν μέχρι εκείνη τη στιγμή... Πλησιάζοντας με ποίηση,συγκινητική ευαισθησία και ρομαντισμό μια από τις πιο τρομακτικές και φρικαλέες πράξεις πολέμου στην ιστορία της ανθρωπότητας,και χωρίς η συγγραφέας να αφαιρεί τίποτα από τη βαρύτητά της,το κόμικ αποτελεί έναν ύμνο στις αξίες της φιλίας,του έρωτα,και του καθήκοντος,και παράλληλα αποτίει φόρο τιμής στα θύματα της Χιροσίμα,χωρίς υπερβολές και μελοδράματα. Ίσως οι χαρακτήρες να μην αναπτύσσονται περισσότερο στις λιγοστές σελίδες του κόμικ,αλλά σαν τα ιαπωνικά χαικού,με την απλότητα και την ευαισθησία που κρύβουν μέσα τους,κερδίζουν αμέσως τις καρδιές των αναγνωστών.Παράλληλα,(και ειδικά στην περίπτωση του Ludwig)η συγγραφέας τονίζει και την αντιφατικότητα τους.O Ludwig αρχικά ένας αδιάφορος πατέρας και σύζυγος,μετατρέπεται σε συμπονετικό φίλο και παθιασμένο εραστή,και ενώ στην αρχή θεώρησε προτέρημα την αναπηρία του ώστε να μην πολεμήσει,στη συνέχεια θα δεχτεί ηρωικά το δικό του τέλος αφού πρώτα θα αγωνιστεί για να σωθεί η ζωή της γυναίκας που αγαπά...Ήταν και εκείνος ένας στρατιώτης που δε πολέμησε με όπλο στο χέρι,αλλά μόνο με εφόδιο την αληθινή αγάπη που δεν είχε γνωρίσει ως τότε,και η οποία τον μεταμόρφωσε ολοκληρωτικά...Μία αγάπη που θα υπερβεί το θάνατο και οποιοδήποτε χωρισμό... H εικονογράφηση του πρόσφατα αδικοχαμένου Olivier Cinna(Ordures,La Fête des Morts) αποδίδει με το καλύτερο δυνατό τρόπο το κλίμα όλης της ιστορίας,και με έντονο ρεαλισμό αλλά και φωτεινότατα χρώματα παραδίδει ένα από τα καλύτερα έργα του στη τόσο - δυστυχώς - σύντομη σχεδιαστική καριέρα του.Panels και χρωματισμοί που θυμίζουν τα έργα των μεγάλων κλασικών Ιαπώνων ζωγράφων όπως του Sotatsu Tawaraya και Korin Ogata. Ηibakusha...μια λέξη που φαίνεται όμορφη στα δυτικά μας αυτιά, αλλά πίσω από την οποία κρύβεται μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, καθώς ορίζει, στα Ιαπωνική γλώσσα,τους επιζώντες της βόμβας…Μίας βόμβας που ρίχτηκε για να σταματήσει έναν πόλεμο για τον οποίο δεν έφταιγαν οι ίδιοι...Το κόμικ δεν είναι μόνο ένας ύμνος στην επιβίωση αλλά και στη μνήμη.Γιατί κρατώντας στη μνήμη μας,τους ανθρώπους εκείνους που χάθηκαν,μένουνε πάντα ζωντανοί..
  7. Η Μάγκι, που δανείζει το ονοματεπώνυμό της στον τίτλο του κόμικ, είναι άνεργη και προσπαθεί να επιβιώσει στο αφιλόξενο Λονδίνο, προσπαθώντας να βγάλει κάποιες λίρες παραπάνω, από ό,τι και να κάνει. Όταν βρίσκει επιτέλους μια δουλειά ως γραμματέας σε έναν αλκοολικό ντετέκτιβ, αλλά φυσικά, αυτή θα είναι και η αφορμή για να αλλάξει η ζωή της, αφού θα εμπλακεί σε μια περίεργη υπόθεση με τον υπόκοσμο του Λονδίνου, θα γνωρίσει αυτόν, που ίσως είναι ο έρωτας της ζωής της και τελικά θα δώσει λύση σε ένα μυστήριο, που θα αποδειχθεί πολύ πιο πολύπλοκο από όσο και η ίδια φαντάζεται. Ακούγεται κοινότοπο, αλλά κάθε άλλο παρά αυτό είναι. Είναι ένα κόμικ που χρησιμοποιεί τις παλιές, δοκιμασμένες φόρμες, για να τις ανατρέψει αργά και μεθοδικά. Είναι επίσης ένα έργο με πραγματικούς, βαθύτατα ανθρώπινους χαρακτήρες, που δεν είναι ήρωες, αλλά απλά κινούνται στο περιθώριο της "ευυπόληπτης" κοινωνίας, προσπαθώντας να επιβιώσουν, έστω και αν αυτή η προσπάθεια συνίσταται στην αγορά ενός πακέτου τσιγάρων ή μιας μπίρας. Και είναι ένα κόμικ, που τόσο σε σεναριακό, όσο και σε εικαστικό επίπεδο αναδεικνύει πολλές δυνατότητες του μέσου, κυρίως τους κενούς χρόνους, για να δώσει επιπλέον ψυχολογικό βάρος στους πρωταγωνιστές. Οι οποίοι πρωταγωνιστές είναι βασικά δύο. Η πρώτη, βέβαια, είναι η Μάγκι, λιγομίλητη, πονηρούλα, καταφερτζού, με έντονο το αίσθημα της αυτοσυντήρησης, κινείται στα όρια της συμβατικής ηθικής, χωρίς όμως να είναι ποτέ ανήθικη και πάντα απολαμβάνει ένα ποτό. Τυπική Αγγλίδα, απόλυτα ψύχραιμη και στωική, δέχεται σχεδόν όλα τα συμβάντα και προσπαθεί να αποκομίσει το καλύτερο από αυτά. Ακόμη και στο πικρό φινάλε, θα υπάρξει μια νότα αισιοδοξίας, για να μπορέσει να συνεχίσει τη ζωή της. Ο πολύ σημαντικός Γάλλος συγγραφέας κόμικς Lewis Trondheim παρέδωσε έναν χαρακτήρα με πολύ μεγάλο ψυχολογικό βάθος, χωρίς ευτυχώς να καταφύγει σε πολυκαιρισμένα κόλπα (μαθαίνουμε ελάχιστα πράγματα για το παρελθόν της Μάγκι, επειδή μας ενδιαφέρει το εδώ και τώρα) Ο δεύτερος πρωταγωνιστής είναι η ίδια η πόλη του Λονδίνου, την οποία ο σχεδιαστής Stéphane Oiry εικονογραφεί με μεγάλη λεπτομέρεια. Δεν είναι φυσικά το Λονδίνο των τουριστών, αλλά το πραγματικό Λονδίνο, των παμπ, της μικροαστικής τάξης και του υποκόσμου. Δεν έχω επισκεφθεί την πόλη και δεν γνωρίζω, εάν το σχέδιο του είναι ακριβές σε σχέση με την πραγματικότητα, αλλά αυτό εμένα δεν με απασχολεί και τόσο, Με απασχολεί όμως ότι το σχέδιο, συνήθως 12 καρέ ανά σελίδα με λίγες εξαιρέσεις εγκλωβίζει τους ήρωες και δίνει μεγάλη έμφαση στη λεπτομέρεια, αλλά επίσης επιμηκύνει το χρόνο και το χώρο, προσδίδοντάς τους διαστάσεις, που δεν είναι εμφανείς από το σενάριο, λειτουργώντας έτσι συμπληρωματικά, ως όφειλε. Οι δε χρωματισμοί, είναι πραγματικά υπέροχοι και αναδεικνύουν σε κάθε στιγμή την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών. Τελικά, ακόμα κι από καθαρά αφηγηματική σκοπιά κι αν το δει κανείς, είναι τεράστια η επιτυχία του δημιουργικού διδύμου να δημιουργήσουν ένα καθαρόαιμο βρετανικό κόμικ - όπως παραδέχονται οι ίδιοι οι Βρετανοί (δείτε στις πηγές), όντας αμφότεροι Γάλλοι. Το κόμικ εκδόθηκε στη Γαλλία από την Dupuis σε τρεις τόμους μεταξύ των ετών 2014-2016. Το 2019 μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα αγγλικά από τη Self Made Hero (η έκδοση που διάβασα εγώ) συγκεντρώνοντας και τους τρεις γαλλικούς τόμους. Αναμενόμενα, απέσπασε μια υποψηφιότητα για Eisner καλύτερου μεταφρασμένου άλμπουμ και απροσδόκητα ίσως, αλλά πολύ ευχάριστα, και μια υποψηφιότητα για καλύτερο συγγραφέα για τον πολυγραφότατο και πολυσχιδή Lewis Trodheim, τον οποίον θεωρώ μαζί με τον Fabien Vehlmann, τηρουμένων των αναλογιών τα γαλλικά αντίστοιχα του Jeff Lemire, ακριβώς επειδή αυτοί, όπως και εκείνος έχουν την ικανότητα να παίρνουν απλά ή και τετριμμένα θέματα και να τους εμφυσούν μια νέα πνοή. Πηγές για περαιτέρω μελέτη Κριτική στο σάιτ του The Guardian Κριτική στο Slings and Arrows
  8. Αγγλία, τέλη του 19ου αιώνα. Η μικρή Fanny, ορφανή πλέον, μπαίνει υπό την κηδεμονία του Λόρδου Charleston, αδερφού της μητέρας της, και της συζύγου του. Καταφτάνει στο νέο της σπιτικό, το Blacktales, μέσα στην άγρια νύχτα, ενώ μαίνεται καταιγίδα (προφανώς), και προτού καλά-καλά τακτοποιηθεί, αντιλαμβάνεται ότι τα πράγματα δεν είναι φυσιολογικά (προφανώς). Τριγυρίζοντας στο δαιδαλώδες κάστρο, θα ανακαλύψει αλλόκοτα έθιμα/συνήθειες (όπως ότι πρέπει πάντα να έχεις καρφίτσες πάνω σου) και θα γνωρίσει τους παράξενους ενοίκους (ανάμεσά τους ένας εξορισμένος στη σοφίτα επιστήμονας και ο τερατώδης αρχιμάγειρας), οι οποίοι όλοι, μα όλοι ανεξαιρέτως, αναζητούν τη χαμένη πένα του Λόρδου Charleston. Το τι καθιστά αυτή την πένα τόσο πολύτιμη, θα προτιμούσα να μην σας πω... Η ιστορία και τα σεναριακά ευρήματα μου θύμισαν έντονα Neil Gaiman (κυρίως τα Coraline και The Ocean at the End of the Lane), ενώ υπάρχει κάτι από την ατμόσφαιρα των γοτθικών ιστοριών τρόμου (προφανώς). Δεν θα έλεγα ότι έχω κάποιο συγκεκριμένο παράπονο από τον κύριο Dufaux. Ακόμη η τριτοπρόσωπη αφήγηση, μια τόσο αγαπημένη τεχνική των «παλιών» σεναριογράφων, είναι αρκετά ταιριαστή και δεν χαλάει τον ρυθμό. Ο δε τρόπος εναλλαγής χιουμοριστικών στιγμών με σκηνές βίας και τρόμου, μου θύμισε το Peter Pan του Loisel κι αυτό μόνο φιλοφρόνηση μπορεί να θεωρηθεί. Κάποιοι σίγουρα θα βρουν, ή τουλάχιστον θα προσπαθήσουν να βρουν, μια «λογική», κάποιους συμβολισμούς. Ίσως, τελικά, να είναι ένα παραμύθι ενηλικίωσης με χιουμοριστικά τοποθετημένες κοινωνικές με πολιτικές προεκτάσεις. Ο Griffo, συχνός συνεργάτης του Dufaux, μας δίνει ωραία καρέ. Όχι κάτι εντυπωσιακό, κάτι που δεν έχουμε δει αλλού, όμως η κλασική, καθαρή γαλλοβελγική γραμμή του δένει όμορφα με το ύφος της ιστορίας. Στην τελική, βέβαια, είναι ίσως ο χρωματισμός της Anaïs, που δίνει μια επιπλέον βαρύτητα στο σχέδιο και το βοηθά να υποστηρίξει τις πιο σκληρές σκηνές. Το κόμικ αυτό κυκλοφόρησε στα γαλλικά από την Dupuis, σε δύο άλμπουμ, μεταξύ 1994 και 1995. Πολλά χρόνια μετά, το 2017, το ξέθαψε η Europe Comics και το έβγαλε σε ηλεκτρονική μορφή. Δεν ανήκει στα κόμικς που θα σας αλλάξουν τη ζωή, αλλά είναι ένα καλογραμμένο ενήλικο παραμύθι και αναμφίβολα διαβάζεται ευχάριστα.
  9. To Buck Danny πρόκειται για μια εμβληματική και επιδραστική σειρά στην ιστορία των γαλλοβελγικών κόμικς. Ξεκίνησε να εκδίδεται το 1947, σε συνέχειες, στο περιοδικό Spirou, και μέχρι τώρα έχουν κυκλοφορήσει 57 άλμπουμ. Αφηγείται τις ιστορίες του Buck Danny, πιλότου της αμερικανικής αεροπορίας, και (πιστό στα κομιξικά έθιμα της εποχής) των δύο στενών του φίλων οι οποίοι παίρνουν το ρόλο του εξομολογητή/χιουμοριστικού sidekick. Μέσα από τις περιπέτειες του, ζούμε πολλές από τις ιστορικές μάχες του 2ου μισού του 20ου αιώνα, αν και αρχικά, δεν αναφέρονταν τα πραγματικά κράτη στα οποία γίνονταν οι συγκρούσεις. Πνευματικό παιδί του συγγραφέα Jean-Michel Charlier (Blueberry) και του σχεδιαστή Victor Hubinon, γνώρισε τεράστια επιτυχία και καθόρισε τα στάνταρντς των πολεμικών, και κυρίως αεροπορικών πολεμικών, κόμικς που ακολούθησαν από τη γαλλοβελγική σκηνή. Απίστευτα παραγωγικό, το δίδυμο, δημιούργησε 40 άλμπουμ, άλλα αυτόνομα και άλλα σε δύο μέρη, μέχρι και το 1989 και το θάνατο του Hubinon. Μετά από σχεδόν 4 χρόνια, ο Charlier επέλεξε τον Francis Bergese, ως συνεχιστή του Hubinon, κυρίως επειδή μπορούσε να μιμηθεί τέλεια το στυλ του προκατόχου του. Ακολούθησαν 4 άλμπουμ, μέχρι το 1989 και το θάνατο του Charlier. Από εκεί και πέρα, ο Bergese ανέλαβε τη σειρά, αρχικά με τη βοήθεια του Jacques De Douhet στο σενάριο, και μετά μόνος του "φορώντας" και τα δύο δημιουργικά καπέλα. Το 2008 και μετά από 12 άλμπουμ, ο Bergese ανακοίνωσε την παραίτηση του, και τη σειρά ανέλαβε ο συγγραφέας Frederic Zumbiehl, με τον Francis Winis για ένα τεύχος και τον Gil Formosa για τα υπόλοιπα, στα σχεδιαστικά καθήκοντα. Το πιο πρόσφατο άλμπουμ εκδόθηκε πριν δύο μήνες και ονομάζεται Operation Vektor. Αν κάτι χαρακτηρίζει αυτή τη σειρά, είναι η λεπτομέρεια στην απεικόνιση των στρατιωτικών οχημάτων και ιδίως των αεροπλάνων. Απίστευτη λεπτομέρεια, και όχι μόνο στην απεικόνιση, αλλά και στις τεχνικές λεπτομέρειες και δυνατότητες του κάθε οπλικού συστήματος. Συχνά αφιερώνονται λεζάντες για την επεξήγηση της λειτουργίας κάποιου όπλου. Με λίγα λόγια, ταιριάζει απόλυτα ο όρος military porn, δηλαδή εικόνες που απευθύνονται σε αυτούς που εντυπωσιάζονται/ενδιαφέρονται για τις εξελίξεις της αμυντικής βιομηχανίας. Από όσα ξέρω και από όσα φρόντισα να διαβάσω, η προσοχή στη λεπτομέρεια που έχουν δώσει οι δημιουργοί είναι απόλυτη, αν και πολλές φορές ξεπερασμένη. Πράγμα λογικό όταν διαβάζεις ιστορίες που έχουν γραφτεί πολλά χρόνια πριν. Από εκεί και πέρα, και καθαρά κομιστικά, η σειρά δεν έχει να προσφέρει κάτι ιδιαίτερο, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν είναι, κατά διαστήματα, διασκεδαστική. Οι ιστορίες είναι κλασσικές περιπέτειες, πολλές φορές με αντιπάλους κατασκόπους εχθρικών κρατών ή/και πράκτορες τρομοκρατικών οργανώσεων. Υπάρχει και η arch-villain στο πρόσωπο της Lady X, αλλά και στην πορεία, πέρα από τους δύο φίλους του πρωταγωνιστή, προστέθηκε και μία γυναίκα πιλότος, η οποία είναι μεν πολύ καλή στη δουλειά της αλλά συχνά συλλαμβάνεται και πρέπει οι άντρες της παρέας να την σώσουν. Με λίγα λόγια, πατάει σε αρκετά συμβατικές φόρμες BD, πράγμα που φαίνεται και από τις λεζάντες και τους διαλόγους, οι οποίοι μερικές φορές είναι ΤΕΡΑΣΤΙΟΙ, θυμίζοντας μου Blake & Mortimer και άλλες εποχές. Αν μπαινεις πάντως προετοιμασμένος και είσαι διατεθειμένος να ανεχθείς τα παραπάνω, θα περάσεις καλά διαβάζοντας το, κυρίως λόγω του εκπληκτικού και γεμάτο λεπτομέρειες σχεδίου του. Επιπλέον, αν σου αρέσουν τα αεροπλάνα και τα μπαμ-μπουμ (όπως και σε εμένα ), θα περάσεις ακόμα καλύτερα. Στα αγλλικά η σειρά μεταφράζεται από τη Cinebook, η οποία έχει κυκλοφορήσει μέχρι τώρα 10 τόμους, με τον 11ο να έχει ανακοινωθεί για τον Μάρτιο του 2020. Έχει δώσει το βάρος της στην εποχή του Bergese και μετά, προφανώς κρίνοντας την πιο κοντά στην σημερινή πραγματικότητα των αναγνωστών. Στην ανάγνωση των 7 πρώτων αυτών τόμων βασίστηκε η παρουσίαση. Είμαστε τυχεροί που για αυτή τη σειρά, επέλεξε το μεγάλο μέγεθος (21χ29), γιατί, όπως προανέφερα, αν κάτι αξίζει να προσεχθεί, αυτό είναι το βαθύτατα λεπτομερές σχέδιο. Σημαντικό, να αναφέρω, είναι ότι καθόλη τη διάρκεια των 72 ετών της σειράς, οι χαρακτήρες δεν μεγαλώνουν ηλικιακά, οπότε δεν έχει παρουσιαστεί το φαινόμενο του reboot.
×
×
  • Create New...