Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Ars Longa'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 10 results

  1. Πρωτότυποι τίτλοι: Salammbô (Les Humanoïdes Associés, 1982), Carthage (Dargaud, 1982) Ένα από τα πιο διάσημα κόμικς, που κυκλοφόρησαν από τη Βαβέλ / Ars Longa και αναμφισβήτητα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά οπτικά, καθώς και το μόνο άλμπουμ ενός κορυφαίου σχεδιαστή, του Phillippe Druillet (Ντριγιέ), που κυκλοφόρησε αυτόνομα στη χώρα μας. Η πρώτη ύλη του κόμικ είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα ενός κορυφαίου συγγραφέα, του Γκιστάβ Φλομπέρ, πιο διάσημου, για ένα άλλο θρυλικό βιβλίο του, τη 'Μαντάμ Μποβαρί". Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1862 για πρώτη φορά και έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Ο Ντριγέ ακολουθεί πιστά το βιβλίο του Φλομπέρ και μάλιστα χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσια αρκετά παραθέματα από αυτό. Για την υπόθεση του βιβλίου και το πώς ο Ντριγέ το μεταφέρει στη γλώσσα των κόμικς, παραπέμπω στο εισαγωγικό σημείωμα από το περιοδικό "Επόμενη Μέρα" #1. Σύμφωνα με τη διασκευή του Ντριγέ, το έργο εντάσσεται στις περιπέτειες του ήρωα, που ο ίδιος δημιούργησε, του Lone Sloane, αποτελώντας τα άλμπουμ 5-7 από τα 10 συνολικά, που έχουν εκδοθεί με τον ήρωα αυτόν. Για το σενάριο δεν έχω να γράψω κάτι παραπάνω, από όσα διαβάσατε στο σημείωμα από την "Επόμενη Μέρα", αλλά πρέπει να σημειώσω, ότι η αφήγηση του Ντριγέ είναι αρκετά αφαιρετική και αφήνει αρκετά μέρη του βιβλίου έξω (αναμενόμενο αυτό, το βιβλίο είναι ογκώδες) και απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη, έτσι ώστε να γίνουν κατανοητά τα δρώμενα. Για το σχέδιο, τι θα μπορούσα να πω; Μιλάμε για απίστευτα σχέδια, που απογειώνονται από το χρώμα, ό,τι χρειάζεται, για να χορτάσει το μάτι μας. Η Βαβέλ / Ars Longa (αναφέρονται και οι δύο επωνυμίες, επειδή το έργο εξεδόθη το 1984, πριν τη διάσπαση) κυκλοφόρησε το κόμικ σε δύο εκδοχές, μια σκληρόδετη και μια με μαλακό εξώφυλλο, που κατά τα άλλα είναι ίδιες. Η έκδοση είναι εξαιρετική σε πολύ καλό, ιλουστρασιόν χαρτί και η μετάφραση έχει γίνει από την ίδια τη Νίκη Τζούδα. Το άλμπουμ συγκεντρώνει το ομότιτλο έργο, που αποτελεί το πρώτο μέρος του έργου. Το δεύτερο μέρος (Carthage) δημοσιεύτηκε σε αποσπάσματα στα 8 πρώτα τεύχη της "Επόμενης Μέρας", εκτός από το #3. Το τρίτο μέρος (Matho) δυστυχώς, δεν έχει εκδοθεί ακόμη στα ελληνικά. Υπάρχει μια συγκεντρωτική έκδοση στα αγγλικά σε κάπως αλμυρή τιμή. Το ελληνικό κόμικ με το πρώτο μέρος δεν είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί, τα τεύχη της Επόμενης Μέρας είναι πολύ εύκολο να βρεθούν. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: 2-Dimensional Domain
  2. Πρωτότυπος τίτλος: Les Phalanges de l'Ordre noir (Dargaud, 1979) Αυτό είναι το κόμικ που έκανε τα ονόματα των δημιουργών του, και κυρίως του Μπιλάλ, διάσημα στη χώρα μας. Ήταν η τέταρτη συνεργασία τους, αλλά η πρώτη τους, που δημοσιεύτηκε στη χώρα μας και η πρώτη που βγήκε σε αυτόνομο άλμπουμ. Ο ελληνικός τίτλος είναι παραπλανητικός, γιατί σωστή μετάφραση θα ήταν "Οι Φάλαγγες τους Μαύρου Τάγματος" (τόσο στα γαλλικά, όσο και στα αγγλικά οι δύο λέξεις ταυτίζονται) Η ιστορία εκτυλίσσεται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αφού είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία στην Ισπανία μετά το θάνατο του φασίστα στρατηγού Φράνκο. Μια ομάδα ηλικιωμένων φασιστών, που αυτοαποκαλούνται "Φάλαγγες της Μαύρης Τάξης" και υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται τις αξίες της Ευρώπης, δολοφονούν όλους τους κατοίκους ενός πολύ μικρού ισπανικού χωριού. Όταν μαθευτεί η είδηση, ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, παλαίμαχος του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά από την πλευρά των Δημοκρατικών, επικοινωνεί με τους παλιούς συμπολεμιστές του, οι οποίοι ήταν όλοι εθελοντές από διάφορες χώρες, να μαζευτούν, για να αποτρέψουν τη δράση των φασιστών. Παρόλο που σχεδόν όλοι τους είναι ενσωματωμένοι μέσα στις κοινωνίες των χωρών, όπου ζουν, δέχονται σχεδόν όλοι και χωρίς να διστάσουν την πρόσκληση, για μια τελευταία αναμέτρηση με τους παλιούς εχθρούς τους. Και έτσι ξεκινάει ένα κυνηγητό μέσα στην Ευρώπη, για να καταλήξουμε ξανά στην Ισπανία, όπου θα δοθεί η τελική αναμέτρηση. Έχει όμως αξία αυτή η πράξη, η οποία θα καταλήξει σε ένα λουτρό αίματος, που θα συμπεριλάβει και αθώους ανθρώπους; Έχει αξία η υπεράσπιση των αξιών σε έναν κόσμο, που ξεχνάει και δεν ενδιαφέρεται πλέον; Βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπου η τρομοκρατία ταλανίζει την Ευρώπη, αλλά μια διαφορετική τρομοκρατία από τη σημερινή των Ισλαμιστών. Έχει νόημα να απαντάς με βία στη βία; Αν και το κόμικ είναι βαθύτατα απαισιόδοξο, η απάντηση του Κριστέν και του Μπιλάλ, είναι, νομίζω, "ναι, αξίζει". Ο πόλεμος ενάντια στη λήθη, που είναι χειρότερος εχθρός από το φασισμό, είναι απαραίτητος, για να υπερασπιστούμε τις αξίες μας. Παρόλο που οι παλαιοί αγωνιστές πρέπει να βουτήξουν και αυτοί στο βούρκο και να λερώσουν τα χέρια τους κάνοντας πράγματα, που και οι ίδιοι δεν εγκρίνουν, προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για τις κινήσεις των φασιστών. Οι ήρωές μας αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους, αναρωτιούνται αν πράττουν το σωστό, δεν ξέρουν πλέον σε ποιον κόσμο ανήκουν, αν είναι τμήματα της σύγχρονης κοινωνίας ή απολιθώματα. Οι σκέψεις όμως δεν είναι οι μόνες που μας ωθούν, κυρίως μας ωθούν οι πράξεις μας και οι πράξεις τους τελικά επικαλύπτουν τις σκέψεις και τις αμφιβολίες τους. Η σκέψη είναι πάντα σημαντική, η πράξη όμως είναι σημαντικότερη. Η αντίσταση είναι βαθιά ριζωμένη στο πετσί τους και δεν μπορούν να κάνουν πίσω. Εξάλλου - και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση του έργου - όλοι οι υπόλοιποι αδιαφορούν, τα πάντα είναι μπίζνες και χρήματα, οι αξίες για τις οποίες κάποιοι πολέμησαν κάποτε έχουν εκπέσει. Ο κόσμος γύρω μας φαίνεται να είναι γερασμένος, μοιυντός, επειδή τα πάντα έχουν θαφτεί μέσα στο σύστημα, τόσο στις καπιταλιστικές, όσο και στις σοσιαλιστικές χώρες. Στο τέλος της ιστορίας μας, ούτε ο αφηγητής δεν θυμάται γιατί έγιναν όλα αυτά και αναρωτιέται μήπως είναι και ο ίδιος νεκρός. Εμείς όμως ξέρουμε την απάντηση, γιατί έχουμε γίνει μάρτυρες και κοινωνοί της ιστορίας του: οι πράξεις διατηρούν την αξία τους, ακόμη κι όταν οι πρωταγωνιστές έχουν εγκαταλείψει το μάταιο αυτό κόσμο, ακόμη κι όταν οι ίδιοι αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους. Η μνήμη είναι σημαντική και η διατήρησή της διαιωνίζει την ιστορία, γιατί η τελευταία είναι και πράξη και αφήγηση, δημιουργία των ανθρώπων και δημιούργημά τους. Ή μήπως είναι όλα μάταια και οδηγούν σε αδιέξοδο;;;; Μέσα σε όλα αυτά, κάνει και μια σύντομη εμφάνιση ένας ανώνυμος νεαρός, που πρέπει να είναι ο ίδιος, που φρόντιζε την πλούσια κληρονόμο στην "Πόλη που δεν Υπήρξε". Εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, οδηγώντας τους ήρωες στα μέρη, όπου θέλουν να πάνε και στο τέλος παίρνοντας το μόνο επιζώντα. Πιθανόν να λειτουργεί ως ψυχοπομπός, που φέρνει τους στρατιώτες στην κόλαση και στο τέλος τους παίρνει από εκεί. Μπορεί να είναι και ένας σύνδεσμος για τον πραγματικό κόσμο, που οδηγεί τους πρωταγωνιστές σε έναν παράλληλο κόσμο, εκεί όπου αυτοί μπορούν να τελειώσουν τη δουλειά, που οι φασίστες δεν τους επέτρεψαν 40 χρόνια πριν την ιστορία, που αφηγείται το κόμικ. Για το σχέδιο του Μπιλάλ, τι να πω; Τι νόημα έχει να σχολιάσω αυτό το υπέροχο σχέδιο και το πόσο ταιριαστό είναι με το σενάριο; Τα πάντα φαίνονται να έχουν μελετηθεί με μεγάλη επιμέλεια: το αρχικό πλάνο με τα αυτοκίνητα να έρχονται προς το μέρος μας, το τελευταίο σχέδιο με τις αντίθετες γωνίες λήψης, που ίσως και να συμβολίζει τις πλευρές της ιστορίας, όπου βρισκόμαστε, την απεικόνιση της Βαρκελώνης του Γκαουντί ή εκείνη της Ρώμης με τις αρχαιότητες να κυριαρχούν παντού (σίγουρα, όχι τυχαία), τα πλάνα των νεκρών και το αίμα, που κυλάει; Πραγματικά, κάθε καρέ συμβάλλει με κάποιον τρόπο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας και υποστηρίζει το σενάριο, λέγοντας πράγματα, που ο Κριστέν δεν χρειάζεται να πει. Δεν επιθυμώ να γράψω και άλλες μπούρδες, θα ήθελα να γράψουν και άλλοι τις απόψεις τους. Μια τελευταία παρατήρηση: δεν ξέρω τι εντύπωση θα κάνει το κόμικ σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και αν θα μπορέσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ταυτιστεί με αυτό. Στα ελληνικά το κόμικ δημοσιεύτηκε στα τεύχη 29-36 της Βαβέλ και το 1985, μετά τη διάσπαση της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού, εκδόθηκε σε άλμπουμ από την Ars Longa με κάποια προβληματάκια στη μετάφραση και στην επιμέλεια. Η έκδοση είναι προ πολλού εξαντλημένη και το πιο δύσκολο να βρεθεί άλμπουμ του Μπιλάλ και μάλιστα ακόμη πιο δύσκολο να βρεθεί σε πραγματικά καλή κατάσταση, λόγω της μέτριας βιβλιοδεσίας του. Στα γαλλικά έχει κυκλοφορήσει σε διάφορες εκδοχές, αρχικά από την Dargaud, στη συνέχεια από την Les Humanoïdes Associés και μετά από την Casterman. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε πρώτη φορά - νομίζω - από την Catalan Communications το 1989 χαρτόδετο με τίτλο "The Ranks of the Black Order" και στη συνέχεια το 2000 σε σκληρόδετη έκδοση από την Humanoids με τίτλο "The Black Order Brigade". Το σκανάρισμα του εξωφύλλου έγινε από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (αλλά στα Γαλλικά)
  3. Η Ζανίν είναι μία από τις δύο γνωστότερες δημιουργίες του Reiser, Γάλλου χιουμορίστα της αυθάδικης σχολής του '60. Η δεύτερη είναι ένας βρώμικος τύπος με πάνα, όμως αυτό είναι άλλη κουβέντα. Τα στριπάκια με την Ζανίν εμφανίστηκαν κάπου τη δεκαετία του '80. Δεν γνωρίζω αν και πότε η κυρία αυτή συστήθηκε σε κάποιο περιοδικό (το Hara-Kiri ίσως;), αλλά το σίγουρο είναι ότι το 1987 κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ από της εκδόσεις Albin Michel. Το άλμπουμ αυτό, τον επόμενο χρόνο, μεταφράστηκε στα ελληνικά από την Ars Longa. Κάπου στα μέσα του 2000, κατά την πάγια τακτική της εκδοτικής, το κόμικ επανεκδόθηκε με διαφορετικό εξώφυλλο και νομίζω μπορεί να βρεθεί στα κομιξάδικα. Η Ζανίν είναι μια μητέρα που προσπαθεί να μεγαλώσει μόνη της τα παιδιά της. Εντάξει, δεν προσπαθεί ακριβώς. Για την ακρίβεια, είναι απαίσια μητέρα, φρικτή νοικοκυρά και αηδιαστική ερωμένη. Τι σύμπτωση, ακριβώς τα αντίθετα από αυτά που προστάζει η κοινωνία. Κι εκεί είναι το κλειδί. Ο Reiser δημιούργησε μια πραγματικά αντιπαθητική φιγούρα, που δεν έχει κανένα προσόν, κανένα θετικό γνώρισμα, μόνο και μόνο για να τα χώσει στις κοινωνικές νόρμες και τον καθωσπρεπισμό της εποχής του. Κι εδώ θα χωρούσε άνετα ένα ερωτηματικούλι τόσο δα, γιατί κάποιες νοοτροπίες επιβιώνουν στην εποχή μας, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα. Ο Reiser δεν προσπαθεί μόνο να προκαλέσει γέλιο στον αναγνώστη. Υπάρχει μεν χιούμορ, εντούτοις δύσκολα μπορείς να ξεκαρδιστείς με τα στριπ αυτά. Σκοπός του είναι άλλος. Και τα καταφέρνει μια χαρά, ακόμη κι αν υπάρχουν σημεία εδώ κι εκεί που δείχνουν την ηλικία του κόμικ. «Καλά, έχω βέβαια δυο-τρεις ραγάδες...» ομολογεί η Ζανίν μπροστά στον καθρέφτη της «... και λίγο χαλαρή κοιλιά... αλλά δεν είναι και τόσο τρομερό». Όταν διάβασα για πρώτη φορά τη Ζανίν πριν λίγα χρόνια, εντυπωσιάστηκα πραγματικά από την αιχμηρότητα της σάτιρας του Reiser και συνεχίζω να την εκτιμώ. Και μην ακούσω τίποτα περί μουτζούρων, το σχέδιο είναι ταιριαστό με την ασχήμια της ηρωίδας και, κυρίως, όσων σχολιάζει.
  4. Πρωτότυπος τίτλος: La ville qui n'existait pas (Dargaud, 1977) Αυτό το σπουδαίο κόμικ ήταν η πρώτη από τις συνεργασίες των Pierre Christin και Enki Bilal. από τις τρεις που κυκλοφόρησαν αυτόνομα στα ελληνικά, αλλά η τελευταία που εκδόθηκε στη γλώσσα μας. Ο πρωτότυπος τίτλος είναι: "Η Πόλη που δεν Υπήρχε" (παρατατικός και όχι Αόριστος) Σε έναν απροσδιόριστο χρόνο. που λογικά πρέπει να ταυτίζεται με το χρόνο συγγραφής του έργου (1977) και κάπου στη Γαλλία, πιθανόν στον μουντό και βιομηχανοποιημένο Βορρά, στην πόλη του Ζαντανκούρ, οι εργάτες στα χυτήρια απεργούν εδώ και 27 μέρες. Το εργοστάσιο αυτό, όπως και το άλλο εργοστάσιο της πόλης, το οποίο κατασκευάζει ενδύματα, ανήκουν στον ίδιο άνθρωπο, τον Hannard (Ανάρ), ο οποίος πρακτικά αντιμετωπίζει την πόλη σαν φέουδό του, αφού ακόμη και το σχολείο φέρει το όνομά του. Ο Ανάρ πεθαίνει, εξαιτίας της απεργίας, όπως διατείνονται ορισμένοι και οι συνεργάτες (= υποτακτικοί) του αναρωτιούνται για το μέλλον της επιχείρησης, όπως φυσικά και οι εργάτες, που αγωνιούν για τις δουλειές τους. Κληρονόμος του Ανάρ είναι η καθηλωμένη σε αναπηρικό αμαξίδιο εγγονή του, η οποία - προς έκπληξη όλων και οργή ορισμένων - αποδεικνύεται ιδιαιτέρως ικανή στη χειραγώγηση των συνεργατών του παππού της με σκοπό να πραγματοποιήσει ένα τρελό σχέδιο: να κατασκευαστεί μια αυτάρκης πόλη, απομονωμένη με θόλο από τον υπόλοιπο κόσμο, ο οποίος θα περιβάλλει το Ζαντανκούρ και θα επιτρέψει στους κατοίκους της πόλης να ζουν ανέμελοι και ευτυχισμένοι, έχοντας στη διάθεσή τους ό,τι χρειαστούν. Μετά την κατασκευή της πόλης όμως, κάποιοι δεν αισθανθούν ικανοποιημένοι και θα αποχωρήσουν. Αν και η παραπάνω σύνοψη αποκαλύπτει σχεδόν ολόκληρη την πλοκή, δεν αρκεί για να αποδώσει το ζοφερό κλίμα, που κυριαρχεί στο κόμικ, το οποίο κινείται με μεγάλη επιτυχία μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Ενδεικτικά, η ιστορία ξεκινά με μια ονειρική σκηνή, η οποία στη συνέχεια του βιβλίου γίνεται σχεδόν πραγματικότητα. Αντιθέτως, η ζοφερή πραγματικότητα της αρχής, επαναλαμβάνεται ως όνειρο ακριβώς στο ίδιο σημείο. Αυτή η σεναριακή επιλογή μας οδηγεί στην πιθανή ερμηνεία του έργου, που είναι η αναζήτηση της ουτοπίας και το τίμημα της άνετης ζωής. Όλοι οι πρωταγωνιστές του βιβλίου ψάχνουν κάτι άλλο: οι εργάτες μια καλύτερη ζωή η κληρονόμος την εποχή που μπορούσε να περπατά, οι συνεργάτες του βιομηχάνου περισσότερα χρήματα, τα παιδιά μια ανέμελη ζωή. Οι ερμηνείες μπορεί να είναι ψυχαναλυτικές ή πολιτικές ή και τα δύο: οι ταξικές διαφορές είναι αμείλικτες και εμφανίζονται διαρκώς στο κόμικ. Το Ζαντανκούρ βυθισμένο στην ομίχλη, τη βρόμα και την υγρασία, μοιάζει με μια πόλη, η οποία σιγά σιγά εξαφανίζεται, αλλά παρόλα αυτά, υφίσταται ακόμη μέσα στον κόσμο. Αντιθέτως, η νέα, προστατευμένη πόλη, γεωμετρικά κατασκευασμένη, μοιάζει εξωπραγματική, αφιλόξενη. Οι εργάτες έχουν ανταλλάξει μια επισφαλή, αλλά δραστήρια ζωή με μια άνετη, αλλά κενή ύπαρξη, την γεμάτη αγωνία ελευθερία με μια ανέμελη φυλακή. Η ανησυχία έχει αντικατασταθεί από την αδράνεια και όσοι διαφωνούν, θέλουν να ξαναρχίσουν από την αρχή, να αναλάβουν δράση, για να αισθανθούν ξανά ζωντανοί., αλλά και να βοηθήσουν και άλλους εργάτες αλλού, επειδή ο αγώνας συνεχίζεται. Αυτοί είναι οι δύο εργάτες, που έχουμε γνωρίσει στην αρχή της ιστορίας και ο περίεργος, ανώνυμος τύπος, που συνοδεύει και βοηθά την κληρονόμο από την αρχή της ιστορίας, αλλά αποφασίζει να φύγει, δηλαδή να αποδράσει από την πόλη, όταν αυτή κατασκευαστεί. Θα μπορούσε ίσως κάποιος να ισχυριστεί, ότι αυτός συμβολίζει κατά κάποιο τρόπο τη συνείδηση της κληρονόμου, η οποία, αφού κατασκεύασε, πιθανότατα πλήρης καλών προθέσεων, ένα τεράστιο παιχνίδι, εν μέρει για να θυμηθεί την παιδική της ηλικία, εν μέρει για να εξιλεώσει τα ταξικά αμαρτήματα της οικογένειάς της ("Αντίο, δεν με χρειάζεσαι πια, τώρα έχεις την πόλη", της λέει λίγο πριν αναχωρήσει, σελ. 58) Παράλληλα, όλοι οι μηχανισμοί της εξουσίας έχουν συνωμοτήσει για να κατασκευαστεί η πόλη: βλέπουμε αρχιτέκτονες, δικηγόρους, ιερείς να συμμετέχουν στη φιέστα, που σκοπό έχει να διαβρώσει, να εξαγοράσει τις συνειδήσεις. Δείγματα αυτής της διαβρωμένης συνείδησης, ο γλοιώδης υπηρέτης, που απεχθάνεται τους εργάτες, και η επιστάτρια στο εργοστάσιο υφαντουργίας, που απειλεί τις εργάτριες, αν και ταξικά ανήκουν στην ίδια κατηγορία με αυτούς και αυτές. Οι συνεργάτες του βιομηχάνου αποδεικνύονται ανθρωπάκια, γλοιώδη υποκείμενα, υποκινούμενα από προσωπικές φιλοδοξίες και αδυναμίες, έτοιμοι να υποκύψουν σε κάποια σαρκική επιθυμία. Όσο για τον κεντρικό χαρακτήρα του κόμικ, τη Δεσποινίδα Αννάρ, αυτή εμφανίζεται καλοπροαίρετη μεν, αλλά αποδεικνύεται αδίστακτη στις διαπραγματεύσεις. Επιλέγει να χτιστεί η νέα πόλη στο βαλτότοπο, όπου ήταν το πρώτο εργοστάσιο της οικογένειάς της, ίσως σαν φόρο τιμής στον παππού της, που σημαίνει, ότι επιχειρεί κατά κάποιον τρόπο να ταριχεύσει τους εργάτες, στο μέρος, όπου ξεκίνησε η εργασία, να δημιουργήσει μια αταξική πόλη καταργώντας την εργασία, Αυτό όμως μπορεί να γίνει μόνο μέσω του εγκλεισμού και της απομόνωσης, γιατί έξω, στον κόσμο, οι άνθρωποι εξακολουθούν να εργάζονται και αυτό εξ ορισμού σημαίνει τη διαιώνιση της ταξικής πάλης. Δεν έχει νόημα να απεραντολογήσω κι άλλο, ούτε φυσικά να σχολιάσω το σχέδιο του Μπιλάλ, το οποίο βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με το σενάριο. Το καδράρισμά του, οι σκιάσεις του, όλα αναδεικνύουν τις πτυχές του σεναρίου, που δεν λέγονται με τα λόγια. Η συνεργασία μεταξύ των δύο υπήρξε υποδειγματική, σε σημείο, που δεν μπορεί κάποιος να ξεχωρίσει αν είναι ιδέα του Κριστέν ή του Μπιλάλ (ενδεικτικά αναφέρω την αντανάκλαση στον καθρέφτη στη σελίδα 17 και την πολύχρωμη ομπρέλα στην κηδεία στις σελίδες 35-36). Όλα αυτά και πολλά άλλα, που ελπίζω ότι θα αναφερθούν από άλλους σε σχόλια, έχουν καταστήσει το κόμικ αυτό κλασικό και απαραίτητο. Το κόμικ κυκλοφόρησε πρώτη φορά στα Γαλλικά από την Dargaud το 1977. Στα ελληνικά ξεκίνησε να δημοσιεύεται στο περιοδικό "Η Επόμενη Μέρα" στα τεύχη 8 και 9 το 1986 και μετά κυκλοφόρησε σε αυτόνομο άλμπουμ από την Ars Longa το 1988 σε μετάφραση Λίλης Ιωαννίδου με μια σύντομη εισαγωγή και μια εκτενή συνέντευξη του Μπιλάλ. Η έκδοση είναι πολύ ωραία, με dust cover, αλλά δυστυχώς εξαντλημένη εδώ και πολλά χρόνια και δύσκολο να βρεθεί πλέον. Κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1989 από την Titan σε έκδοση με μαλακό εξώφυλλο και από την Humanoids το 2003 σε μεγάλου μεγέθους έκδοση με σκληρό εξώφυλλο και με τίτλο και των δύο εκδόσεων "The Town that didn't exist". Δεν γνωρίζω εάν υπάρχουν κι άλλες εκδόσεις στα αγγλικά. Οι σελίδες, όπου κάνω παραπομπή ανήκουν φυσικά στην ελληνική έκδοση. Τα σκανρίσματα της ελληνικής έκδοσης έγιναν από εμένα, οι υπόλοιπες εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική του κόμικ στο comicsreview.co.uk (στα αγγλικά)
  5. αριστερά το dust jacket της έκδοσης της Ars Longa, δεξιά το εξώφυλλο Το κόμικ που τα ξεκίνησε όλα. Το κόμικ που εισήγαγε τον πλέον διάσημο τυχοδιώκτη ευγενή ναυτικό, Κόρτο Μαλτέζε, και γι'αυτό υπάρχουν κάποιοι πως υποστηρίζουν πως δεν είναι κόμικ "Κόρτο Μαλτέζε" αλλά περιέχει και αυτόν. Πολύ πιθανό, μιας και η ιστορία δεν έχει αυτόν πρωταγωνιστή, αλλά εκ των υστέρων ξέρουμε πως έμελλε να είναι ο χαρακτήρας που θα κολλήσει στο μυαλό του Pratt και με τον οποίο θα συνεχίσει να ασχολείται. Η Μπαλάντα αποτελεί την γνωστότερη ιστορία του Hugo Pratt στους τροπικούς, μια ιστορία που τοποθετεί τον Κόρτο στην υπηρεσία του μυστηριώδη "Καλόγερου" που προμηθεύει τους Γερμανούς στην θάλασσα μεταξύ νήσων του Σολομώντα και Ν. Γουινέας (στην Πολυνησία πάνω από την Αυστραλία) με κάρβουνο στις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Μεταξύ άλλων έχουμε πρώτη εμφάνιση του Ρασπούτιν, του τρελού μοναχού που αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος του Κόρτο. Η ιστορία προσωπικά δεν με τρελαίνει, σίγουρα άλλες μεγάλες όπως το βενετσιάνικο παραμύθι και η κρυφή αυλή του μυστηρίου μου κάνουν μεγαλύτερο κλικ. Πάντως, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα βιβλία του είδους - Το νησί των θησαυρών του Στίβενσον και ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντεφόε έρχονται έτσι πρόχειρα στο μυαλό - με τον λυρισμό, την ποιητικότητα και το μυστήριο που στήνει ο Pratt. Ένα μελωδικό τροπάρι που θα ακούσουμε ξανά και ξανά στα έργα του, με μεγάλη ευχαρίστηση. τα εξώφυλλα των τεσσάρων τευχών από τον Μικρό Ήρωα Στα της έκδοσης, προφανώς και εν Ελλάδι θα γινόταν πάλι χαμός. Περιληπτικά, το κόμικ βγήκε από την Ars Longa για πρώτη φορά το 1987 με dust jacket παρακαλώ, υπήρξε μια επανέκδοση το 1995 ενώ το 2008 ξαναβγήκε σκληρόδετο και πολύ πιθανά είναι παράνομη κυκλοφορία. Το 2019 οι εκδόσεις Μικρός Ήρως που έχουν μπει για τα καλά στο παιχνίδι του Κόρτο Μαλτέζε από τότε που τσίμπησαν τα δικαιώματα, έβγαλαν την Μπαλάντα σε 4 τεύχη τα οποία βέβαια δεν έχω δει από κοντά για να εκφέρω άποψη. Ειδοποιός διαφορά πως η τελευταία έκδοση είναι έγχρωμη (Patricia Zanotti) ενώ όλες οι προηγούμενες ασπρόμαυρες.Προφανώς, αλλάζει και η μετάφραση (Άρης Μαλανδράκης για Μαμούθ, Γαβριήλ Τομπαλίδης για Μικρό Ήρωα).
  6. Ήταν Μάιος του 2007, όταν το περιοδικό "Παρά Πέντε" εμφανίστηκε ξανά στα περίπτερα μετά από 10 και πλέον χρόνια από τότε που κυκλοφόρησε το τελευταίο τεύχος του. Νέο τεύχος, νέα περίοδος, νέα αρίθμηση, που ξεκινούσε από το 1, αλλά και νέο περιοδικό, που σε ελάχιστα πράγματα θύμιζε το παλιό, εκτός από ένα: το ότι τα περισσότερα κόμικς ήταν χιουμοριστικά και ορισμένα με ερωτικό περιεχόμενο, αναλογία που ήταν σαφώς υπέρ των χιουμοριστικών στην αρχή και άρχισε να μεταβάλλεται υπέρ των ερωτικών καθώς προχωρούσαν τα τεύχη του περιοδικού. Από άποψη δημιουργών, εμφανίστηκαν κάποιοι παλιοί γνώριμοι, όπως οι Binet, Wolinski, Tha & Bigart, Βιτάλης, Δερβενιώτης, αλλά και αρκετοί καινούριοι δημιουργοί. Μια έκπληξη κατά τη γνώμη μου, ήταν η παρουσία κόμικς από το περιοδικό MAD (εδώ και εδώ) στην αρχή με παρωδίες κινηματογραφικών ταινιών ή τηλεοπτικών σειρών με το πενάκι του μέγιστου Mort Drucker, αλλά και άλλων στηλών του αμερικανικού περιοδικού σε άλλα τεύχη. Εντύπωση επίσης προκαλεί το ότι το περιοδικό φιλοξένησε και στριπ του θρυλικού Doonesbery του Gary Trudeau. Εκτός των κόμικς, υπήρχαν και αρκετές στήλες χιουμοριστικού, αλλά και όχι μόνο περιεχομένου, καθώς και διάφορα αφιερώματα. Από πλευράς εμφάνισης, η έκδοση ήταν προσεγμένη, ολόκληρη σε ιλουστρασιόν χαρτί και έγχρωμη στο μεγαλύτερο μέρος της. Γενικά, ήταν καλό περιοδικό και ορισμένα τεύχη είχαν αρκετά καλό περιεχόμενο. Δυστυχώς όμως και οι εποχές είχαν πλέον αλλάξει, αλλά και η έκδοση ίσως ήταν ακριβή και για τους εκδότες και για το κοινό (4,90 ευρώ κόστιζαν τα τεύχη) και το αποτέλεσμα ήταν ότι το περιοδικό δεν άντεξε πολύ και σταμάτησε στο τεύχος 17, το Δεκέμβριο του 2008. Λίγους μήνες πριν είχε κυκλοφορήσει και το τελευταίο τεύχος της "Βαβέλ" και τελικά αποδείχτηκε ότι εκείνη η χρονιά σηματοδότησε το τέλος μια εποχής για τα ελληνικά κόμικς. Δεν είναι δύσκολο να βρεθούν τα τεύχη, εξάλλου πολλά (ίσως και όλα) υπάρχουν στην ονομαστική τιμή στο σάιτ του περιοδικού, αλλά και σε κεντρικά βιβλιοπωλεία με έκπτωση. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα
  7. Το Δεκέμβριο του 1985, το περιοδικό Παρά Πέντε έδωσε ως ένθετο και το τεύχος 0 του "Μικρού Παρά Πέντε", το οποίο θα κυκλοφορούσε ένα περίπου μήνα μετά στα περίπτερα και θα γινόταν το τρίτο περιοδικό της εκδοτικής Ars Longa (είχε παρεμβληθεί, θυμίζω, η "Επόμενη Μέρα"). Το νέο περιοδικό ήταν πραγματικά μικρό σε σχήμα, είχε ως μότο τη φράση "Μικρό Παρά Πέντε για Μεγάλους" και επικεντρωνόταν σχεδόν αποκλειστικά σε κόμικς χιουμοριστικού και ερωτικού περιεχομένου και δημοσίευε κυρίως κόμικς ξένων δημιουργών, αλλά και κάποια ελληνικά, μεταξύ των οποίων ξεχώριζε το "Ξυπνάς Μέσα μου το Ζώο" του Αρκά, αλλά και το "Μην Πατάτε τον Τοίχο" της Κατερίνας Χριστοδούλου. Στα περισσότερα τεύχη, υπήρχαν και συνεργασίες των Νίκου Πλατή και Άρη Μαλανδράκη. Από το τεύχος 18, το Μικρό Παρά Πέντε, ενηλικιώθηκε και μεγάλωσε αισθητά σε σχήμα και αριθμό σελίδων και απέκτησε περισσότερες σελίδες με χρώμα. Το περιοδικό πορεύτηκε κάπως έτσι με κάποιες μεταβολές στο σχήμα και τον αριθμό των σελίδων έως το τεύχος 37, που ήταν μάλλον το τελευταίο μηναίο τεύχος, αφού από εκεί και μετά το περιοδικό έγινε διμηνιαίο. Το τεύχος 42 κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1990 και το τεύχος 43, που έμελλε να ήταν το τελευταίο, το καλοκαίρι του 1991 (αν και δεν αναγράφεται ημερομηνία κυκλοφορίας μέσα στο τεύχος). Παρά την παρουσία σημαντικών δημιουργών (Gotlib, Edika, Quino) και ορισμένων πολύ γνωστών στριπ (Κροκ, Άντυ Καπ, Lupo Alberto), πιστεύω ότι αυτό ήταν σίγουρα το πιο αδύναμο από τα περιοδικά που εξέδωσε η Arls Longa. Είναι πάντως αξιοσημείωτο, ότι το περιοδικό, που ήταν spin-off του Παρά Πέντε, απέκτησε το καλοκαίρι του 1988 το δικό του spin-off, το "Μικρό Ερωτικό Παρά Πέντε", που κυκλοφόρησε μόλις τρία τεύχη. Σχεδόν όλα τα τεύχη είναι εύκολο να βρεθούν και σε λογικές τιμές. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα
  8. Το Μάιο του 1985, περίπου 6 μήνες μετά την κυκλοφορία του Παρά Πέντε, η Ars Longa προχώρησε στην έκδοση ενός ακόμη περιοδικού, την οποία είχε προαναγγείλει από το πρώτο κιόλας τεύχος του Παρά Πέντε. Το νέο περιοδικό ονομαζόταν "Η Επόμενη Μέρα" και επικεντρωνόταν αρχικά σε κόμικς Επιστημονικής Φαντασίας ή γενικότερα φαντασίας. Κι όμως, ήταν κάτι παραπάνω από ένα ακόμη περιοδικό με κόμικς, αφού φιλοξενούσε διηγήματα ΕΦ, κάποια από πολύ γνωστούς συγγραφείς και διάφορα πάρα πολύ ενδιαφέροντα άρθρα, που δεν είχαν απαραιτήτως σχέση με κόμικς ή φαντασία, αλλά είχαν σχέση με τη γενικότερη λογοτεχνία, αλλά και με την πολιτική. Στα επόμενα τεύχη δημοσιεύτηκαν και αρκετά χιουμοριστικά κόμικς, ανάμεσά τους και του Αρκά (Ξυπνάς Μέσα μου το Ζώο). Δυστυχώς, η σύνθεση των ιστοριών του περιοδικού μάλλον δεν τράβηξε πολλούς αναγνώστες, δεν βοήθησε και η υψηλή τιμή (200 δραχμές) και η έκδοση ανεστάλη μετά το 9ο τεύχος, που δεν έχει ημερομηνία κυκλοφορίας (το 8ο κυκλοφόρησε τον Αύγουστο του 1986). Στο editorial του τελευταίου τεύχους προαναγγέλλεται η έκδοση ενός άλλου περιοδικού, του "Απαγορευμένου Πλανήτη", ο οποίος όντως κυκλοφόρησε λίγο μετά. Κάποια στιγμή, τα τεύχη κυκλοφόρησαν και σε τόμους. Κατά τη γνώμη μου, πρόκειται ίσως για το καλύτερο περιοδικό που εξέδωσε η εκδοτική, καλύτερο από το Παρά Πέντε, αν και η άποψη είναι εντελώς υποκειμενική και θα πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι επρόκειτο για περιοδικό με σαφώς πιο στοχευμένο, συνεπώς και πιο ολιγάριθμο, κοινό. Στις σελίδες του διαβάσαμε την "Πόλη που δεν υπήρξε", αλλά και το "New York" των Christine και Bilal, το "Rankxerox" των Libertore και Tamburini, το "ΟΜ" του Caza, μικρές ιστορίες ΕΦ του Bilal, αλλά και το δεύτερο μέρος του Salammbo του Druillet, κάποια από τα οποία δεν τα ξαναείδαμε ποτέ στα ελληνικά. Διαβάσαμε επίσης και διηγήματα από πολύ γνωστούς συγγραφείς, όπως του Silverberg, Ellison, Bester. Ίσως ο Αρκάς και ο Vullemin και ο Varenne να μην ταίριαζαν στο περιοδικό, αλλά σε γενικές γραμμές είχε μια πολύ καλή ποιότητα. Η έκδοση ήταν σε πολύ μεγάλο σχήμα και οι έγχρωμες σελίδες πραγματικά σε άφηναν άφωνο με τα σχέδιά τους. Ειλικρινά, πιστεύω ότι είναι ένα από τα περιοδικά, που αξίζει να ψάξετε. Τα τεύχη είναι λίγα, δεν είναι σπάνια και πωλούνται σε χαμηλές τιμές. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα.
  9. Όπως αναφέρθηκε στην παρουσίαση της Βαβέλ, η διάσπαση μεταξύ της Νίκης Τζούδα και του Γιώργου Μπαζίνα, οδήγησε στην αποχώρηση του τελευταίου από την εκδοτική ομάδα του περιοδικού και την επακόλουθη δημιουργία ενός καινούριου εντύπου, το οποίο ονομάστηκε "Παρά Πέντε". Είχε υπάρξει μια συμφωνία μεταξύ των δύο συνεργατών, έτσι ώστε να κρατήσει η μεν Τζούδα τον τίτλο του περιοδικού, ο δε Μπαζίνας την επωνυμία της επιχείρησης, Ars Longa (Vita Brevis). Το νέο περιοδικό ξεκίνησε την πορεία του με το τεύχος 0 τον Δεκέμβριο του 1984 και το πρώτο τεύχος με την κανονική αρίθμηση, βγήκε περίπου ένα μήνα μετά, με ένα κάπως φορτισμένο και ίσως λίγο επιθετικό απέναντι στη "Βαβέλ" editorial. Σε εκείνο το τεύχος, υπήρχε και ως ένθετο το "Τελώνιας Βίας" (Thelonius Violence, Like Private Eye) του Harvey Kurtzman, που αποτελούσε τμήμα του ιστορικού Jungle Book. Παράλληλα με το "Παρά Πέντε" αναγγέλθηκε και η έκδοση ενός ακόμη περιοδικού με κόμκς, της "Επόμενης Μέρας". Το νέο περιοδικό ήταν προσανατολισμένο σε σαφώς πιο χιουμοριστικό ύφος από τη "Βαβέλ" και πιστεύω ότι ίσως να υπήρξε μια προσπάθεια να μοιρασθούν τα κόμικς της Βαβέλ και ορισμένα με χιουμοριστικό περιεχόμενο να μετακινηθούν στο "Παρά Πέντε" Στο editorial του τεύχους 7 υπήρχε μια αρκετά επιθετική αναφορά στη Βαβέλ, που έδειχνε ότι οι σχέσεις μεταξύ των ιδρυτών της ήταν ίσως στο χειρότερο δυνατό σημείο εκείνη τη στιγμή Η Ars Longa υπήρξε εξαιρετικά δραστήρια. Εκτός του Παρά Πέντε και της Επόμενης Μέρας, κυκλοφόρησε και το Μικρό Παρά Πέντε, το περιοδικό ΕΦ Απαγορευμένος Πλανήτης, πολλά βιβλία ΕΦ, πολλά 'άλμπουμ κόμικς, αλλά και άλλες εκδόσεις, χιουμοριστικού, ερωτικού ή και ποικίλου περιεχομένου. Θα ήταν αβλεψία, να μην αναφέρω και το ιστορικό βιβλιοπωλείο του Παρά Πέντε, που βρισκόταν στην οδό Ιπποκράτους 52 και περιείχε πολλά και ενδιαφέροντα πράγματα, όχι απαραίτητα σχετικά με κόμικς. Το περιοδικό ξεκίνησε με μεγάλα ονόματα, όπως τους Quino, Reiser, Franquin, Gimenez, Gottlib, Edika, Crumb, Wolinski, αλλά και τον Αρκά, στη συνέχεια δε το περιοδικό φιλοξένησε πολλούς σημαντικούς δημιουργούς (Bilal, Pratt, Copi, Moebius, Schuiten, Peeters, Liberatore, Tamburini, Masse, Serpieri, Δερβενιώτης, Βιτάλης μεταξύ πολλών άλλων) και διάφορα σημαντικά κόμικς, tπολλά από τα οποία κυκλοφόρησαν στη συνέχεια σε αυτόνομα άλμπουμ, αρκετά όμως δεν επαναδημοσειύτηκαν ποτέ στα ελληνικά και είναι δύσκολο να βρεθούν και στα αγγλικά (πχ "Οι Δύο στο Μπαλκόνι" ή το ¨Κράκεν"). Η ύλη του περιοδικού συμπεριελάμβανε και άρθρα, ειδήσεις και ακόμα και διηγήματα. Από ένα σημείο και μετά, άρχισαν να παίρνουν το πάνω χέρι τα ερωτικά κόμικς, τα οποία έδιναν το στίγμα του περιοδικού προς το τέλος της έκδοσής του. Το τεύχος 67, που κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 1996 έριξε και τους τίτλους τέλους του περιοδικού. Έγινε μια προσπάθεια αναβίωσης το 2007 με μια δεύτερη περίοδο και νέα αρίθμηση, αλλά δεν μπόρεσε να κυκλοφορήσει πολλά τεύχη. Κατά τη διάρκεια της κυκλοφορίας του το Παρά Πέντε, άλλαξε αριθμό σελίδων, σχήμα, ακόμη και βιβλιοδεσία, όχι όμως το λογότυπό του. Το πρώτο μότο ήταν ¨Ενήλικο Χιούμορ και Κόμικς", το οποίο κάποια στιγμή άλλαξε στο "Κόμικς και Άποψη" Παρά το γεγονός, ότι η ποιότητα του περιοδικού έπεσε πολύ στα τελευταία τεύχη, υπήρξε αναμφισβήτητα ένα από τα πολύ ιστορικά έντυπα του χώρου των κόμικς, που έφερε σε επαφή τους Έλληνες αναγνώστες με πολύ σημαντικά κόμικς εκείνης της εποχής. Και η προσφορά της εκδοτικής όμως στο χώρο της ΕΦ είναι πάρα πολύ μεγάλη, για να την προσπεράσουμε, αφού εξέδωσε κάποια πολύ σημαντικά βιβλία ΕΦ σε μια εποχή, που αυτά που κυκλοφορούσαν στα ελληνικά ήταν ελάχιστα. Δυστυχώς, ο Γιώργος Μπαζίνας πέθανε το 2019, μόλις στα 57 του. Τυπικά, η Ars Longa υπάρχει ακόμα και η ιστοσελίδα της είναι ακόμη ενεργή. Πριν από δύο ή τρία χρόνια έβγαλε και μια επανέκδοση κάποιων άλμπουμ (σίγουρα τον "Πυρετό της Ουρμπικάνδης") και γενικά έχει επανεκδώσει κι άλλα από τα άλμπουμ της, ενώ έχουν κυκλοφορήσει και τόμοι με ορισμένα τεύχη του περιοδικού. Σε κάποια στιγμή ετοίμαζε και την ελληνική έκδοση του Maus, η οποία για άγνωστους λόγους δεν κυκλοφόρησε ποτέ. Στο τεύχος 33 (Φεβρουάριος 1988) υπήρχε μια εισαγωγή στο κόμικ, καθώς και τρεις σελίδες από αυτό μεταφρασμένες στα ελληνικά. Χρειάστηκε να περάσουν σχεδόν 20 χρόνια, για να το δούμε μεταφρασμένο στα ελληνικά. Παραθέτω την εισαγωγή και την πρώτη σελίδα, για ιστορικούς λόγους. Είναι εύκολο να βρεθούν τα περισσότερα τεύχη και σε χαμηλή τιμή, αρκετά από αυτά δε κυκλοφορούν και σε εκποιήσεις βιβλίων, Η αλήθεια είναι πάντως, ότι όσο πλησιάζουμε στα τελευταία τεύχη, τόσο δυσκολεύουν, με τα τελευταία να είναι αρκετά δύσκολα, όχι όμως τόσο δύσκολα, έτσι ώστε να δικαιολογούν κάποια εξωφρενική τιμή. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Ο Γιώργος Μπαζίνας μιλάει στον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου για την αρχή του περιοδικού
  10. Κολούμπρα, Σκαθάρι, Μαμούθ, Πράσινη Γάτα, ιστορικές εκδόσεις, οι οποίες όμως δεν κατάφεραν να κυκλοφορήσουν πολλά τεύχη, ΄έδειξαν όμως, ότι υπήρχε ένα κοινό, που ενδιαφερόταν για ενήλικα (σε αυτά τα συμφραζόμενα, ο όρος σημαίνει "όχι παιδικά, ούτε υπερηρωικά") κόμικς, αλλά δεν είχε βρεθεί ακόμη η κατάλληλη συνταγή, για να μπορέσει ο τίτλος να μακροημερεύσει. Όλα αυτά άλλαξαν το Φεβρουάριο του 1981, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος ενός καινούριου περιοδικού, της "Βαβέλ". Αρκετές σελίδες (78), κάπως τσουχτερή τιμή (60 δραχμές), υπέροχο εξώφυλλο (Caza) και ένα μότο, που θα έμενε στη συνέχεια κλασικό [Περιοδικό Κόμικς (Και όχι μόνο)]. Το περιοδικό εξέδιδε η εταιρεία Ars Longa (Vita Brevis) (= Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ), διευθυνόταν από μια επιτροπή και υπεύθυνη κατά το νόμο ήταν η Νίκη Τζούδα, Όπως μάθαμε στη συνέχεια (εντάξει, εγώ τα έμαθα πολύ μετά, λόγω του νεαρότατου της ηλικίας μου τότε ), τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής, ήταν ο Γιώργος Μπαζίνας, ο οποίος ήταν και ο εκδότης, και ο Σταύρος Τσελεμέγκος, ο οποίος αποχώρησε αρκετά νωρίς από το περιοδικό. Η Βαβέλ ήταν δομημένη πάνω στο παράδειγμα του ιταλικού περιοδικού linus (με μικρό το πρώτο γράμμα), που ήταν το πρώτο περιοδικό με ενήλικα κόμικς που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1965 και εξακολουθεί να κυκλοφορεί ακόμη με εξαίρεση ένα μικρό διάλειμμα. Το linus ήταν περιοδικό με σαφείς αριστερούς προσανατολισμούς και μάλιστα υποστήριζε το, ισχυρότατο τότε, ΚΚ Ιταλίας (το οποίο - έχει σημασία αυτό - μικρή σχέση είχε με το καθ'ημάς ΚΚ). Ομοίως και η Βαβέλ, ήταν σαφώς αριστερόστροφη, χωρίς όμως να έχει σχέση με το ΚΚΕ και πήρε ξεκάθαρη πολιτική θέση σε διάφορα ζητήματα, όπως τα ναρκωτικά, ο σωφρονισμός, η ομοφυλοφιλία, ο φεμινισμός, ο καπιταλισμός και πολλά άλλα. Το πρώτο τεύχος ξεκίνησε πατώντας εν μέρει πάνω σε κόμικς που είχαν δημοσιεύσει τα προαναφερθέντα περιοδικά και πολύ γρήγορα εισήγαγε νέους καλλιτέχνες, που πρώτη φορά μάθαμε στη χώρα μας μέσω αυτού του περιοδικού. Θα μπορούσα να παραθέσω μια ολόκληρη λίστα με τους καλλιτέχνες που γνωρίσαμε μέσα από τη Βαβέλ, αλλά θεωρώ ότι δεν έχει νόημα, είναι τόση πολλοί.... Άλλαξα γνώμη . Να ορισμένοι με τυχαία σειρά και ενδεικτικά: Altan, Reiser, Bilal, Caza, Edika, Copi, Vullemin, MAnara, Burns, Moebius, Giardino, Loustal, Feiffer, Battaglia Quino, Crepax, Wolinski, Munoz, Sampayo, Margerine, Druillet, Clowes, Tardi, Segrelles, Varenne, Bernet, Abuli, Trillo, Pazienza, König, Tomine, Gottlieb και οι Έλληνες Καλαΐτζής, Αρκάς, Λέανδρος, Παπαΐωάννου (που έφτασε να σκηνοθετήσει και τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπαικών του 2004) και πολλοί, πολλοί, πάρα πολλοί άλλοι (φυσικά, ορισμένοι από όλους αυτούς, είχαν δημοσιευτεί και παλιότερα στη Κολούμπρα ή στο Μαμούθ). Πολλά από αυτά τα έργα κυκλοφόρησαν αργότερα και σε μορφή άλμπουμ. Φυσικά, σε κάθε τεύχος του περιοδικού υπήρχαν διάφορα αφιερώματα γύρω από τα κόμικς, αλλά και όχι μόνο, αφού η Βαβέλ ασχολούνταν και με βιβλία και με κινηματογράφο. Στο τεύχος 43 υπήρξε μια τρόπον τινά διάσπαση και οι εναπομείναντες εκδότες χώρισαν τους δρόμους τους. Η Νίκη Τζούδα κράτησε τον τίτλο του περιοδικού και ο Μπαζίνας την επωνυμία της εκδοτικής και προχώρησε στην έκδοση του "Παρά Πέντε". Υποθέτω, ότι με βάση μα συνεννόηση μεταξύ τους μοιράστηκαν και κάποια κόμικς, τα οποία δημοσιευόντουσαν είτε στο ένα περιοδικό, είτε στο άλλο. Συνεργάτης της Νίκης Τζιούδα έγινε από ένα σημείο και μετά ο Γιώργος Σιούνας. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, η Βαβέλ άλλαξε αριθμό σελίδων και σχήμα (έγινε σαφώς μεγαλύτερη και μετά ξανά μικρότερη), οι ασπρόμαυρες σελίδες εμπλουτίστηκαν με ορισμένες έγχρωμες και τελικά όλες έγιναν έγχρωμες, το απλό χαρτί έγινε ιλουστρασιόν, αλλά η βασική θεματική του περιοδικού δεν άλλαξε, αν και η αλήθεια είναι, ότι από κάποια σημείο και μετά δόθηκε έμφαση στα ερωτικά και στα χιουμοριστικά κόμικς, τα οποία μάλλον πουλούσαν περισσότερο. Δυστυχώς και παρά την παρουσία (και) τέτοιων κόμικς, αυτό που έμεινε σταθερό όλα αυτά τα χρόνια, ήταν το διαρκές οικονομικό πρόβλημα του περιοδικού, που φαινόταν και στην κατά καιρούς μη τακτική κυκλοφορία του. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι ούτε το λογότυπο άλλαξε, ούτε το μότο. Η Βαβέλ κυκλοφορούσε κάθε μήνα, αν και έχασε πολλούς μήνες κατά τη διάρκεια όλων των ετών κυκλοφορίας της και έφτασε στο σημείο να αναστείλει σχεδόν την έκδοσή της, έως ότου τελικά σταμάτησε οριστικά στο τεύχος 246, τον Ιούνιο του 2008, ενώ υπάρχει και ένα Σπέσιαλ Σατιρικό Τεύχος, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1982. Στο διάστημα της κυκλοφορίας της, το μόνο "διπλό" τεύχος ήταν το 40/41, πράγμα που σημαίνει, ότι τελικά τα τεύχη ήταν όντως 246 μαζί με το Σπέσιαλ. Εξίσου σημαντική παρακαταθήκη, ήταν και το θρυλικό Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, που ξεκίνησε το 1996 και σταμάτησε το 2012 και αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη γιορτή των κόμικς στη χώρα μας. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο, νομίζω. Η κληρονομιά της Βαβέλ είναι τεράστια και η συμβολή της πολύ αδύνατο να εκτιμηθεί. Γαλούχησε τουλάχιστον μια γενιά Ελλήνων αναγνωστών στα κόμικς και στην εναλλακτική κουλτούρα σε εποχές πάρα πολύ δύσκολες για τα κόμικς. Η μακροβιότητα του περιοδικού κάτω από αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες είναι απόδειξη του πόσο σημαντικό και πόσο επιδραστικό ήταν. Δυστυχώς, ακόμη δεν έχουμε κάποια διάδοχη κατάσταση, κάτι που αποδεικνύει, πόσο διαφορετικοί είναι και οι δικοί μας καιροί. Μπορείτε να βρείτε με αρκετή υπομονή όλα τα τεύχη του περιοδικού σε χαμηλή τιμή, δεν είναι ούτε δύσκολα, ούτε ακριβά και αρκετά κυκλοφορούσαν έως πρόσφατα σε εκποιήσεις βιβλίων. Μην ξεχνάτε, ότι αυτή είναι η πινακοθήκη των ευρωπαϊκών κυρίως κόμικς στη χώρα μας. Ο Γιώργος Μπαζίνας πέθανε στις 14/04/2019, μόλις στα 57 του Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Ένα ντοκιμαντέρ για τη Βαβέλ με τίτλο: Βαβέλ - Από τη Σιωπή στην Έκρηξη Ένα συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου σχετικά με τη Βαβέλ Ένα εκτενές άρθρο του Γιώργου Τσαγκόζη Η Νίκη Τζούδα μιλάει για την ίδια και για το περιοδικό Ο Γιώργος Μπαζίνας μιλάει στον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου για την αρχή του περιοδικού Ο Γιάννης Κουκουλάς γράφει για το Φεστιβάλ της Βαβέλ Κάποια τεύχη Βαβέλ (και Παρά Πέντε) για κατέβασμα
×
×
  • Create New...