Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2021'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Το ΨΗΦΙΑΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ COMICS, είναι ένας ιστότοπος, που πρόσφατα υπέπεσε στην αντίληψή μου. Το όνομά του, περιγράφει ακριβώς αυτό που είναι. Ένας διαδικτυακός χώρος ποικίλων εκθέσεων, που αφορούν κυρίως( για να μην πω αποκλειστικά) τα ελληνικά κόμικς ή τους δημιουργούς τους. Υπάρχουν βέβαια κι εκθέσεις, αφιερωμένες σε ελληνικά φεστιβάλ, ή σε επετείους φεστιβάλ. Τρανό παράδειγμα το άρθρο που μιλούσε για το "Πανελλήνιο φεστιβάλ κόμικς", ή αυτό για τα 15 χρόνια Comicdom con. Το γραφιστικό κομμάτι στον τομέα των εκθέσεων, είναι αρκετά ασυνήθιστο( το να διαβάζονται πολλά άρθρα πλάγια). Είναι "παιδί" της Comicdom Press, η οποία εγκαινίασε το μουσείο στις 18/ 05/ 2021, δηλαδή ανήμερα της Παγκόσμιας Ημέρας των Μουσείων. Αυτός είναι κι ο λόγος που καταπιάνεται μόνο με ελληνικά κόμικς/ δημιουργούς.Αυτός επίσης, είναι κι ο λόγος, που δεν είναι πολύ γνωστή η συγκεκριμένη ιστοσελίδα, καθώς και το γιατί δεν περιέχει πάρα πολύ υλικό. Η αιτία είναι ότι δημιουργήθηκε πολύ πρόσφατα. Εδώ θα δείτε αναλυτικά τους ανθρώπους οι οποίοι βρίσκονται πίσω από αυτή την - υπέροχη θα έλεγα- προσπάθεια κι εδώ, μπορείτε να διαβάσετε την έρευνα τους, πάνω στην ιστορία των ελληνικών κόμικς( χάρη στην οποία μάλιστα ανακάλυψα τον ιστότοπο). Εκτός αυτών, υπάρχει ένα αρχείο με χιλιάδες πληροφορίες, το οποίο σίγουρα πρέπει να επισκεφθείτε, εάν μπείτε στον κόπο να επισκεφθείτε γενικά την ιστοσελίδα καθώς επίσης και η εισαγωγική σελίδα. Οποιοσδήποτε που αναζητά πληροφορίες για ελληνικά κόμικς κι Έλληνες δημιουργούς, τότε νομίζω ότι επιβάλλεται να ρίξει μια ματιά στη σελίδα ετούτη.
  2. Ο Δράκουλας έχει πεθάνει και οι άνθρωποι στην Τρανσυλβανία αισθάνονται ελεύθεροι για πρώτη φορά μετά από εκατοντάδες χρόνια. Το Κακό όμως δεν πεθαίνει ποτέ, μόνο κάνει μια παύση και διψά ξανά για αίμα. Μια νεαρή κοπέλα, η Αουρέλια, ένας μυστήριος θεραπευτής και μια ακόμη γυναίκα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το απόλυτο κακό και η πορεία θα επιφυλάξει κάποιες εκπλήξεις και μια ιστορία πόνου και εξιλέωσης. Μια ακόμη ιστορία με θέμα το Δράκουλα; Όχι ακριβώς, επειδή το κόμικ εμπνέεται μεν από τη διάσημη αφήγηση, αλλά επιχειρεί να τη δώσει μια νέα πνοή, τονίζοντας το θρησκευτικό, αλλά και το αισθηματικό στοιχείο, παρουσιάζοντας όλους τους πρωταγωνιστές σαν πιόνια σε ένα παιχνίδι, βασανισμένες ψυχές, που αποζητούν τη λύτρωση. Το κόμικ παρουσιάζει μια εναλλακτική εκδοχή του μύθου, που μου θύμισε απόμακρα, την ταινία του Κόπολα και δεν βασίζεται τόσο πολύ στο βιβλίο του Στόκερ. Δύσκολα το εγχείρημα, που ανέλαβε ο συμπατριώτης μας, Δραμινός σεναριογράφος, Θοδωρής Πρασίδης και η αλήθεια είναι, ότι, αν και έχει καλές ιδέες και σωστή αίσθηση της αφήγησης και χτίζει προσεκτικά τον κόσμο της ιστορίας, πιστεύω, ότι κάπου πνίγεται, επειδή θέλει να πει πολλά πράγματα, που δεν χωράνε μέσα στα 6 τεύχη του κόμικ. Το αποτέλεσμα με άφησε κάπως αμφίθυμο, επειδή ναι μεν το βρήκα σχετικά πρωτότυπο, αλλά από την άλλη δεν πιστεύω, ότι οι ιδέες αναπτύχθηκαν επαρκώς. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι ήταν αδιάφορο ή ότι δεν έχει κάποιες πρωτότυπες σκέψεις. Εξίσου αμφίθυμος ήμουν και με το σχέδιο της Jodie Muir. Στην αρχή δεν μου άρεσε, επειδή το θεώρησα άψυχο, αν και εντυπωσιακό σε ορισμένα σημεία. Στη συνέχεια, όμως, με κέρδισε. Είναι ατμοσφαιρικό και έχει μια απόκοσμη, ονειρική, σχεδόν μεταφυσική διάσταση, η οποία ταιριάζει απόλυτα με το κόμικ και επιπλέον χρησιμοποιεί με ωραίο και σωστό τρόπο τα χρώματα. Δεν είναι ένα κόμικ, που θα μείνει αξέχαστο, είναι όμως μια ενδιαφέρουσα πρόταση, χωρίς να απευθύνεται σε όλους. Πιστεύω, ότι στο μέλλον θα δούμε κι άλλα πράγματα από τον Πρασίδη, ο οποίος ήδη συνεργάζεται με άλλους σχεδιαστές, αλλά και από την Jodie Muir. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη του Πρασίδη στο Γιώργο Καραΐσκο, αρχικά δημοσιευμένη στο kathimerini.gr Συνέντευξη των δύο δημιουργών στο comicon.com
  3. Πρωτότυπος τίτλος: Balada para Sophie, Edições Tinta-da-China, 2020 1997, Γαλλία. Μια νεαρή δημοσιογράφος επιχειρεί να πάρει συνέντευξη από έναν ερημίτη πιανίστα, ο οποίος δεν δέχεται να μιλήσει σε κανέναν. Δεν θα μας εκπλήξει, ότι θα κερδίσει, έστω και λίγη από την εμπιστοσύνη του, έτσι ώστε να εκείνος να της αφηγηθεί τη ζωή του, ξεκινώντας από τη Γαλλία του 1933, όταν, μικρό παιδάκι ακόμη, έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό μουσικής, ο οποίος έμελλε να αλλάξει τη ζωή του και να γεννήσει μια τεράστια αντιπαλότητα με έναν άλλο πιανίστα, η οποία θα διατρέξει ένα μεγάλο μέρος της ζωής του, αλλά και του 20ου αιώνα. Δεν θα επεκταθώ περισσότερο στην πλοκή του κόμικ, όχι μόνο επειδή θεωρώ, ότι είναι από τα κόμικ, που καλό είναι να ανακαλύπτει κανείς κατά την ανάγνωση, αλλά κυρίως επειδή, η ιστορία, αν και φαινομενικά απλή, έχει τόσες προεκτάσεις και θίγει τόσα πολλά θέματα, ώστε η σύνοψη να μην μπορεί να αποδώσει τα εύσημα στον Πορτογάλο σεναριογράφο Φιλίπε Μέλο, ο οποίος μεθοδικά και χωρίς βιασύνη υφαίνει μια ιστορία εμμονής, πάθους, απελπισίας, η οποία, αν και αντικειμενικά δεν είναι κάτι εξαιρετικό ή πρωτοπόρο, είναι τόσο καλογραμμένη και με τόσο λετπές ψυχολογικές αποχρώσεις, που πιστεύω, ότι θα καθηλώσει τους/τις περισσότερους/ες, που θα τη διαβάσουν. (Μην απορείτε για το κριάρι, θα καταλάβετε, όταν διαβάσετε το κόμικ ) Είναι πραγματικά αξιοθαύμαστος ο τρόπος με τον οποίον ο Μέλο δημιουργεί κάτι καινούριο μέσα από μια υπόθεση, που φαίνεται τετριμμένη και με ένα σενάριο, το οποίο, αν και φλερτάρει σε κάποια σημεία με το παράδοξο και το σουρεαλιστικό, παραμένει πάντα προσγειωμένο στην πραγματικότητα. Πολύτιμος αρωγός του Μέλο είναι ο σχεδιαστής Χουάν Κάβια εξ Αργεντινής ορμώμενος, που μας προσφέρει ένα σχέδιο χάρμα οφθαλμών με επιρροές από BD, αλλά και μάνγκα, αλλά με ένα απολύτως προσωπικό στιλ. Υπέροχα χρώματα, εξαιρετική σκηνοθεσία, καθαρές και δυναμικές γραμμές, προσοχή στη λεπτομέρεια και πολύ επιτυχημένες συνθέσεις, που υπογραμμίζουν στοιχεία της πλοκής και δημιουργούν μια αίσθηση του χώρου, που είναι σημαντική για το κόμικ, όλα αυτά συνθέτουν ένα από τα καλύτερα σχέδια, που είδα τον τελευταίο καιρό σε κόμικ. Και όλα αυτά, χωρίς να γίνεται σε καμία στιγμή εξεζητημένο. Δεν έχω να προσθέσω κάτι άλλο, παρά μόνο πληροφορίες. Το 300 περίπου σελίδων κόμικ κυκλοφόρησε στα πορτογαλικά το 2020 και εκδόθηκε στα αγγλικά από την Top Shelf σε μια πολύ ωραία έκδοση με μαλακό εξώφυλλο ένα χρόνο αργότερα. Ήταν υποψήφιο για τέσσερα βραβεία Eisner στις κατηγορίες "Best Graphic Album—New", "Best U.S. Edition of International Material", "Best Writer", "Best Painter/Multimedia Artist (interior art)", αλλά δεν κέρδισε κανένα. Διαβάζω, ότι επίκειται και η μεταφορά του στη μικρή οθόνη. Κλείνοντας, να προσθέσω, ότι ο σεναριογράφος Φιλίπε Μέλο είναι και μουσικός και συνέθεσε ένα κομμάτι με τίτλο "Μπαλάντα για τη Σοφί", η παρτιτούρα του οποίου υπάρχει στις τελευταίες σελίδες του κόμικ. Μπορείτε να σκανάρετε και έναν κωδικό στην τελευταία σελίδα και να το ακούσετε. Το κομμάτι είναι ανεβασμένο και εδώ. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική από το comicsgrinder.com.
  4. Η Πείνα η Απηνής Να, ένα συνηθισμένο βασίλειο. Με συνηθισμένους υπηκόους. Συνηθισμένους πρίγκηπες. Συνηθισμένες ανθρωποθυσίες με στόχο την ευημερία του τόπου και την αποφυγή της ολοκληρωτικής καταστροφής. Όπως όλα τα άλλα κανονικά βασίλεια. Δεν τρέχει απολύτως τίποτα. (Από το οπισθόφυλλο) Μια φορά κι έναν καιρό, υπήρχε μια πόλη, που για να διασφαλίσει την ευημερία της θυσίαζε κάθε εφτά χρόνια έναν πρίγκηπα, σε ένα μοχθηρό δαίμονα. Πριν τη θυσία, κορίτσια της πόλης έραβαν τα ρούχα του πρίγκηπα, για την τελετή της θυσίας. Όλα λειτουργούσαν ομαλά σ' αυτήν την πόλη. Ή μήπως όχι; Η πρωταγωνίστρια μας, μια μικρή ράφτρα, η Μελυσίνη, προσπαθεί να ξεφύγει απ' την πόλη της που όλα είναι κανονικά, αλλά δεν είναι κανονικά. Θα τα καταφέρει; Αυτή είναι η υπόθεση αυτού του πανέμορφου κόμικ, του πρώτου μέρους για την ακρίβεια. Η σχεδιαστική δουλειά της Δήμητρας Νικολαίδη υπήρξε εντυπωσιακή και στις προηγούμενες αυτοεκδόσεις της. Την έχουμε δεί να ωριμάζει ως δημιουργός από το Guess! στα Βαθιά Ρέματα (βραβείο καλύτερη αυτοέκδοσης 2018) και στην Παλικαρού, τώρα και στο Πείνα η Απηνής. Εδώ όμως πάει ένα βήμα παραπέρα. Αν οι προηγούμενες 54σέλιδες δουλειές της ήταν μικρές για τις μεγάλες ιστορίες που είχε στο μυαλό της, έχοντας κάποια προβλήματα ροής και σεναρίου, εδώ έχουμε μια μεγάλη χορταστική ιστορία, που το πρώτο της μέρος εκτείνεται σε 64 σελίδες (χωρίς τα εξώφυλλα). Η ανάπτυξη της υπόθεσης κυλάει όμορφα, ο κόσμος του κόμικ χτίζεται σταθερά, το κόμικ λειτουργεί και σε παρασέρνει στην ιστορία του, το σκοτεινό παραμύθι του. Το σχέδιο και το ντεκουπάζ των σελίδων της Νικολαΐδη είναι υποδειγματικό, πραγματικά σε κάθε της δουλειά γίνεται ακόμα καλύτερη! Η χρωματική παλέτα που χρησιμοποιεί είναι πανέμορφη και πολύ ταιριαστή με το παραμυθένιο σενάριο. Συνολικά, μου άρεσε πολύ (όπως θα καταλάβατε ). Θεωρώ αυτό το κόμικ την πιο ολοκληρωμένη δουλειά της ως τώρα, κι ας ειναι ουσιαστικά μόνο το ... μισό. Πιστεύω ότι θα μπορούσε άνετα να κυκλοφορήσει και από εκδοτική. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη και σε πολύ καλή τιμή για το μέγεθος και την ποιότητα της, μόλις στα 5 ευρώ. Ανυπομονώ να δω ολοκληρωμένη την ιστορία οι φωτος, εκτός από το εξώφυλλο είναι από τα social media της δημιουργού
  5. O θεός του Θανάτου είναι μία γυναίκα. Μία γυναίκα, της οποίας, μέσα σε μια στιγμή, η ίδια της η παρουσία δεν είναι πλέον επιθυμητή. Και αυτό γιατί γεννιέται στη γή ένα μωρό, το οποίο όταν μεγαλώσει, θα ανακαλύψει την αθανασία. Έτσι, η θεά του Θανάτου, τελείως χαριστικά και για να μην την καταστρέψουν, την στέλνουν στην Γη στο σώμα μιας γυναίκας η οποία μόλις είχε πεθάνει. Στο σώμα της Laila Starr πλέον, ο θάνατος, αθάνατη πλέον, ψάχνει να βρει το μωρό το οποίο θα τη βγάλει εκτός δουλειάς, εκτός λόγου και ύπαρξης. Και όταν το βρει θα το σκοτώσει. Και το βρίσκει. Και το σκοτώνει; Δεν μπορεί...... Σίγουρα, για εμένα, το καλύτερο σεναριακά κόμικ του 2021. Και χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει ότι είναι εκπληκτικό και ανεπανάληπτο, αλλά είναι τρομερά δουλεμένο, εσωτερικό αλλά και ταυτόχρονα εξωστρεφές, ασχολείται με αιώνιες αναζητήσεις του ανθρώπου περί ζωής και θανάτου, και τα κάνει όλα αυτά μελετημένα. Και στα δίνει απλά, στρωτά, χωρίς ιδιαίτερες πομπώδεις εκφράσεις και χωρίς να στα έχει όλα μασημένα, στη λογική του αμερικάνικου μπλοκμπαστερ που πρέπει να σου πει ότι το κακό είναι κακό, για να το καταλάβεις. Εδώ ο Ram V, όσα σου λέει, άλλα τόσα σε αφήνει να τα καταλάβεις, να τα φανταστείς, να τα προσεγγίσεις, ίσως ακόμα και να τα ψυχανεμιστείς. Και ενώ ανοίγει την τεράστια φιλοσοφική και ψυχολογική συζήτηση/αναζήτηση για τη ζωή και το θάνατο και τη διαδρομή μας ως μονάδες ανάμεσα σε αυτά τα χρονικά σημεία, έχει την ενσυναίσθηση να μην σε "στουμπώνει" με κάποια εύκολη ηθικολογική απάντηση, αλλά να σε κάνει κοινωνό της πρωταγωνίστριας, των αναζητήσεων και εν τέλει, των τελείως out-of-character αποφάσεων της. Ένα περίεργο, φαντασιακό slice-of-life (and death θα προσθέσω εγώ), το οποίο δείχνει ακριβώς στα υπόλοιπα slice-of-life ότι δεν είναι υποχρεωτικό να είσαι άνευρος και υποτονικός για να ανήκεις σε αυτή τη κατηγορία. Στο σχέδιο, ο Filipe Andrade, κάνει δουλειά την οποία δεν του την είχα, σε σχέση με κάποια (λίγα) υπερηρωικά που τον είχα ξαναδεί. Αν και δεν μιλάμε για το σενάριο για το οποίο βασίζεται ιδιαίτερα στο σχέδιο για να αναδειχθεί, καθώς το θέμα είναι αρκετα βαρύ και εσωτερικό, καταφέρνει ο σχεδιαστής να μην περάσει απαρατήρητος. Και όχι λόγω των φιγούρων ή των εκφράσεων των προσώπων που σχεδιάζει, όσο για το χρώμα που χρησιμοποιεί, το οποίο και αλλάζει, μεταλάσσεται, ακολουθεί πιστά την ατμόσφαιρα του κειμένου, γεμίζει και αδειάζει ανάλογα με το συναίσθημα που θέλει να περάσει προς τα έξω. Ωραία χρήση των καρέ και κυρίως της κάμερας, εντυπωσιάζει με την οπτική και αισθητική, παρά με την ίδια την ικανότητα του χεριού του. 5 τεύχη, ένα trade, ένα αξιολογότατο κόμικ, και ο νικήτής του Best Limited Series Eisner 2022 (πρόβλεψη κάνω ) Σε έναν ωκεανό μετριότητας, προτιμήστε το!!! Α, και για να μην ξεχνιέμαι, ένα variant από την Dani
  6. Ο Β' Παγκόσμιος Πόλεμος οδεύει προς το τέλος του. Οι σύμμαχοι περικυκλώνουν την Γερμανία, οι Αμερικανοί από δυτικά και τις Αρδέννες, μαζί με τους Βρετανούς από την Ιταλία και ανατολικά οι Σοβιετικοί. Όλα φαίνονται χαμένα για τον Χίτλερ και το ναζιστικό καθεστώς. Παρουσιάζεται όμως μια τελευταία ευκαιρία. Σε ένα κάστρο, χαμένο στους ορεινούς όγκους της Ρουμανίας, οι Γερμανοί εντοπίζουν ένα πανάρχαιο κακό, ένα βρυκόλακα. Και αποφασίζουν να προσπαθήσουν να τον εκμεταλλευτούν, να τον ελέγξουν και να τον στείλουν πάνω στα συμμαχικά στρατεύματα. Οι ώρες είναι κρίσιμές..... Άλλο ένα mini-series από την AWA, άλλη μια προσεγμένη δουλειά, χωρίς όμως ίχνος πρωτοτυπίας και χωρίς ιδιαίτερες προοπτικές για να αποδειχθεί κάτι καλύτερο. Γράφει ο Rob Williams, βασικός συγγραφέας του Judge Dredd τα τελευταία χρόνια και με αρκετές δουλείες στις ΗΠΑ γενικότερα, και την DC ειδικότερα. Εδώ έχουμε μια ιστορία την οποία την έγραψε καλά, αλλά την τιγκάρισε στα κλισέ, τόσο ώστε να την κάνει πλήρως προβλέψιμη και αναμενόμενη. Τα 5 τεύχη και οι 100 περίπου σελίδες δεν του έδιναν και πολλά περιθώρια ελιγμών, και ακόμα και μια ομοφυλοφιλική σχέση, την ξεπετάει μέσα σε λίγες σελίδες και την αφήνει να αιωρεται, σε σημείο που δεν είχε νόημα που την συμπεριέλαβε. Η παρουσία αιχμαλώτων στρατιωτών των συμμάχων, η αναμενόμενη προσπάθεια τους για απόδραση, οι κλασσικοί χαρακτήρες (σκληρός λοχίας, μορφωμένος αξιωματικός κλπ) εντείνουν το αναμενόμενο του πράγματος, και τα πράγματα οδηγούνται στην αναπόφευκτη σύγκρουση, με την, επίσης αναπόφευκτη, επικράτηση των καλών. Όλα καλά δοσμένα, έως και διασκεδαστικά, αλλά αναζητάς κάτι παραπάνω από αυτό που διαβάζεις, δεν θα το βρεις εδώ. To σχέδιο του Will Conrad (The Collector, Red Border, διάφορα DC) είναι πανέμορφο, ωραίες φιγούρες, ωραίες αναλογίες, πολύ ωραία κοντινά και λεπτομερή πρόσωπα. Πραγματικά δεν βρήκα κανένα μειονέκτημα, είναι από τα στυλ που μου αρέσουν. Πλήρως αναλυτικό και περιγραφικό, η σκηνοθεσία του βέβαια δεν είναι κάτι ιδιαίτερο, αλλά παραμένει γρήγορο, συναρπαστικό και προχωράει τη δράση με ταχύ ρυθμό. Ταίριαξαν με το γράψιμο του Williams, και σίγουρα δίνει και δεν αφαιρεί από το σύνολο. Μια καλή περιπετειούλα, από αυτές που μας δίνει σωρηδόν η AWA. Καλά θα περάσετε, σαφώς δεν θα κλάψετε τα $10 του trade. Διαβάστηκε, ξεχάστηκε, βουρ!
  7. O νεαρός Bobby Bailey, ένας απόκληρος των 60s, θεωρεί ότι το μόνο καταφύγιό του είναι η κατάταξή του στον αμερικάνικο στρατό. Αυτό που δεν ξέρει όμως είναι ότι πρόκειται να συμμετάσχει σε ένα top secret πρόγραμμα για την δημιουργία υπερστρατιώτη, στην ηγεσία του οποίου βρίσκεται ο Dr. Friedrich. Ο Dr. Friedrich νυν υψηλόβαθμος στρατιωτικός ήταν πρώην στέλεχος των Ναζί, που πούλησε την ιδέα για την κατασκευή ενός υπερανθρώπου στους αμερικάνους, μετά την ήττα της Ναζιστικής Γερμανίας στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο το 1945. Το αποτέλεσμα του πειράματος στον Bobby, αντί στον υπερστρατιώτη, οδηγεί στην δημιουργία ενός τέρατος που ο αμερικάνικος στρατός πλέον προσπαθεί να καταστρέψει. Κάπως έτσι ξεκινάει η πλοκή του έπους 360 σελίδων που ακούει στο όνομα Monsters. Με επίκεντρο τον Bobby ξετυλίγονται ιστορίες που αφορούν σε διαφορετικές περιόδους, στα 60s και στα 40s, και εστιάζουν τόσο στην οικογένειά του όσο και σε χαρακτήρες που έπαιξαν σημαντικό ρόλο με την στάση τους στην εξέλιξη του Bobby από ένα φυσιολογικό παιδί, σε σιωπηλό και μοναχικό, σε παρία και τέλος σε τέρας. Γνωρίζουμε λοιπόν τον πατέρα του Bobby, Tom, που γύρισε από τον πόλεμο με καθυστέρηση 4 χρόνων, άλλος άνθρωπος, βίαιος και καταπιεστικός, που ήταν μεταξύ αυτών που ανακάλυψαν την τοποθεσία των μυστικών πειραμάτων των Ναζί. Ακόμα, η μητέρα του Bobby, Janet αναδεικνύεται σε πρωταγωνίστρια σημαντικού μέρους του κόμικ καθώς βλέπουμε τις προσπάθειές της να προστατέψει τον Bobby από την βια του πατέρα του. Επιπλέον, η πλοκή εστιάζει στον αξιωματικό Elias Macfarlane που είναι αυτός που πρακτικά στέλνει τον Bobby να συμμετάσχει στο πείραμα που θα τον μετατρέψει τελικά σε τέρας και στην συνέχεια βασανίζεται από τις τύψεις. Τέλος, σημαντικός χαρακτήρας στην πορεία της ζωής του Bobby είναι ο μυστικός πράκτορας John Powell, υπεύθυνος να ενημερώνει την Janet για την απουσία του άντρα της, την οποία ερωτεύεται. Το Monsters είναι δύσκολο να καταταχτεί αποκλειστικά σε ένα συγκεκριμένο λογοτεχνικό είδος. Περιέχει στοιχεία κοινωνικού δράματος, θριλερ τρόμου και πολιτικής σάτιρας. Κάποιος μπορεί να δει στοιχεία από έργα όπως το Frankenstein ή το Hulk που πραγματεύονται τέρατα τα οποία καταδιώκονται ως αποτελέσματα πειραμάτων που πήγαν λάθος. Ακόμα, η δημιουργία υπερστρατιώτη αποτελεί το θέμα τόσο στο Captain America όπου όμως υπάρχει η επιθυμητή κατάληξη της δημιουργίας ενός υπερστρατιώτη ηρωϊκού, όσο και στον Wolverine που ο χαρακτήρας βασανίζεται κατά την διάρκεια μεταμόρφωσής του σε υπερόπλο. Να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο συγγραφέας έχει δημιουργήσει μια από τις πιο κομβικές ιστορίες του ήρωα, το Weapon X που κυκλοφόρησε το 1991 και κυκλοφορεί και στα ελληνικά από τις εκδόσεις Οξύ. Παρόλα αυτά, για μένα το πιο δυνατό σημείο του κόμικ βρίσκεται στο βάθος που δίνει στους χαρακτήρες του, αφιερώνοντας ώρα στην μεταφορά των μεταξύ τους διαλόγων και σκέψεων. Μέσα στο κόμικ υπάρχουν πολλές πραγματικά συγκινητικές σελίδες όπου ο αναγνώστης μπορεί να βυθιστεί και αυτός στο δράμα των πρωταγωνιστών, να μοιραστεί την αγωνία τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το κόμικ υπολείπεται στις σκηνές δράσης. Αν και λιγοστές, τόσες-όσες, είναι από τις πλέον καλοδουλεμένες που έχω διαβάσει, με πολύ καλό ρυθμό και σκηνοθεσία έτσι ώστε να καθοδηγείται σωστά ο αναγνώστης στο να γεμίσει τα κενά των καρέ με την φαντασία του, κατόρθωμα σπάνιο για μένα που πολλές σκηνές δράσεις σε άλλα κόμικς μου φαίνονται ως ατάκτως ειρημένα καρέ. Ακόμα, ο Barry Windsor-Smith καταφέρνει μέσα από την σύνθεση όλων των ιστοριών του που εστιάζουν στους συγκεκριμένους χαρακτήρες του κόμικ να κάνει σχόλια ευρύτερα για τις περιόδους που διαδραματίζεται. Έτσι θίγονται, άλλες φορές εμμέσως και άλλες άμεσα ακανθώδη ζητήματα όπως η συνεργασία του αμερικάνικου στρατού με τους ναζί μετά τον πόλεμο, η θέση της γυναίκας στην οικογένειας εκείνη την περίοδο, τα δεινά του πολέμου. Το Monsters αποτελούσε ένα μακροχρόνιο πρότζεκτ του δημιουργού καθώς χρειάστηκε 35 χρόνια για να ολοκληρωθεί και εκδόθηκε φέτος από την Fantagraphics προξενώντας τεράστια αίσθηση. Δικαίως κατά την γνώμη μου, καθώς είναι από εκείνα τα λιγοστά έργα που κατάφεραν να με κάνουν να ενδιαφερθώ όντως για τους χαρακτήρες. Σίγουρα ως ένα ψηφιδωτό πολλών διαφορετικών ειδών δεν μπορεί να είναι εξαιρετικό σε όλα, και αισθάνθηκα σε σημεία ότι ίσως κρατάει κάποια υπο-πλοκή περισσότερο από όσο θα έπρεπε ενώ για ορισμένους χαρακτήρες νιώθω ότι θα ήθελα να δω περισσότερα στοιχεία. Παρόλα αυτά το θεωρώ την καλύτερη αγορά που κάναμε στο φετινό ComicDom. Εννοείται ότι προτείνεται. Δεν πρόκειται για ένα κόμικ για να χαλαρώσετε μετά από μια κουραστική μέρα στην δουλειά, είναι βαρύ και στενάχωρο. Ο αναγνώστης ήδη γνωρίζει πολλές φορές την κατάληξη της ιστορίας διαβάζοντας για την αρχή της. Σημασία δηλαδή δεν έχει το "τι" θα γίνει αλλά το "γιατί" και το "πως". Στα θετικά επίσης είναι η έκτασή του. Στις 360 σελίδες του, καθόλου λίγες, ο δημιουργός καταφέρνει να πει μια ιστορία με αρχή-μέση-τέλος, κόντρα στην μόδα που υπαγορεύει ιστορίες που εκτείνονται σε πολλούς τόμους και που πλέον ο γράφων δεν έχει την όρεξη, ούτε τον χρόνο να αφιερώσει για να φτάσει στο τέλος τους. Δώστε του μια ευκαιρία, στο κάτω-κάτω είναι από τα πιο πολυσυζητημένα κομικς της χρονιάς!
  8. Μια πολυαναμενόμενη κυκλοφορία ελληνικού κόμικ και σαφώς μια, όπου η αναμονή άξιζε τον κόπο, αφού θα μπορούσα να πω, ότι το συγκεκριμένο έργο πηγαίνει το ελληνικό κόμικ σε ένα παραπάνω επίπεδο. Πρόκειται για μια ιστορία ΕΦ, από την οποία είχαμε δει κάποια κεφάλαια σε κάποια τεύχη του "Μπλε Κομήτη" με σχεδιαστές τους Μιχάλη Διαλυνά και Δημήτρη Κ. Πανταζή, αλλά τελικά ο σεναριογράφος Δημοσθένης Παπαμάρκος αποφάσισε να αφηγηθεί την ιστορία από την αρχή με νέο σχεδιαστή, τον Kanellos Cob, και να την εκδώσει σε μορφή graphic novel. Όλες αυτές οι επιλογές του αποδείχθηκαν πολύ επιτυχημένες και έχουμε στα χέρια μας ένα κόμικ, που πιστεύω, ότι ελάχιστα, ίσως και τίποτα, έχει να ζηλέψει από αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμικς. Η υπόθεση αφορά έναν κατεστραμμένο πλανήτη, όπου οι ελάχιστοι εναπομείναντες άνθρωποι αποτελούν πηγή ενέργειας για τα Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ., τεράστιες συμβιωτικές μηχανές, οι οποίες πλέον μάχονται μεταξύ τους, προκειμένου να εξασφαλίσουν τους τελευταίους ζωντανούς ανθρώπους και να παρατείνουν τη διάρκεια της ζωής τους. Υπάρχει όμως ένα ζευγάρι, που αποτελείται από έναν άνθρωπο και ένα Θ.Ο.Ρ.Α.Κ.Σ., που έχουν συστήσει μια αποτελεσματική συμμαχία, που τους επιτρέπει να επιβιώνουν. Η συμμαχία αυτή θα περιέλθει σε μια κατάσταση ανισορροπίας, όταν θα συναντήσουν μια απεσταλμένη από την ομοσπονδία, που έχει φτάσει στον πλανήτη ως παρατηρητής. Οτιδήποτε άλλο γράψω, θα είναι σπόιλερ και για αυτό σταματώ εδώ. Το σενάριο του Παπαμάρκου είναι σχεδόν υποδειγματικό. Δίνει τις πληροφορίες με σωστό ρυθμό και, όπου χρειάζεται, αφήνει να μιλήσει το σχέδιο του Kanellos Cob. Αν και στην αρχή κάποια πράγματα ίσως φανούν υπερβολικά επεξηγηματικά, η συνέχεια δείχνει, ότι αυτές οι επεξηγήσεις ήταν απαραίτητες. Ο εξαιρετικά στημένος κόσμος του σεναριογράφου κρύβει πολλά μυστικά και πολλές εκπλήξεις, τόσα πολλά, που πραγματικά θα μπορούσαν να δώσουν όχι ένα, αλλά περισσότερα άλμπουμ, εάν φυσικά ζούσαμε σε μια άλλη χώρα. Ακόμη κι έτσι, όμως, η αφήγηση είναι στρωτή, μεστή, δεν φλυαρεί και δεν πλατειάζει και το κυριότερο, αφήνει το σχέδιο να αναδείξει πτυχές της ιστορίας. Είναι ολοφάνερο, ότι ο Παπαμάρκος εμπνέεται και συνομιλεί με πολλά έργα ΕΦ, τα οποία τα ενσωματώνει υπέροχα στη μυθολογία του κόμικ - γιατί περί αυτού ακριβώς πρόκειται: περί μιας μυθολογίας, ενός ολόκληρου σύμπαντος, που περιμένει να το ανακαλύψουμε. Ο Kanellos Cob παραδίδει μια πάρα πολύ σημαντική δουλειά στο σχέδιο. Εμπνέεται από αντίστοιχα ευρωπαϊκά κόμικς, αφήνει τη φαντασία του να οργιάσει και μας προσφέρει ένα έργο υψηλής αισθητικής, που παράλληλα επεκτείνει το σενάριο, αντί απλά να το εικονογραφεί. Η σκηνοθεσία του είναι άψογη και αλλάζει διαρκώς το μέγεθος των καρέ, για να ταιριάξει με την αφήγηση, αλλά και με το δικό του όραμα. Δεν παίρνει κάποιο ιδιαίτερο ρίσκο, ως προς το στήσιμο των εικόνων, το οποίο είναι σίγουρα κλασικότροπο, αλλά αυτό δεν αποτελεί σε καμία περίπτωση μειονέκτημα. Οι λεπτομέρειες του σχεδίου και οι υπαινιγμοί του γίνονται αντιληπτοί μετά από αρκετή προσήλωση ή / και σε μια δεύτερη ανάγνωση. Η έκδοση είναι υπέροχη σε μεγάλο σχήμα, ωραίο χαρτί και πολύ έντονα χρώματα. Δεν έχω κάτι άλλο να προσθέσω, περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε στους συνδέσμους για περαιτέρω μελέτη, όπου θα δείτε και κάποια επιπλέον υπέροχα σχέδια, τα οποία δεν έκρινα σκόπιμο να αναρτήσω και εδώ. Σε κάθε περίπτωση, θεωρώ, ότι το συγκεκριμένο κόμικ είναι ένα εκδοτικό γεγονός για το χώρο των ελληνικών κόμικς. Το κόμικ θα παρουσιαστεί αύριο, 09/07/2021, στο πλαίσιο του comics n’ beer kypseli fest. Μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες 16 σελίδες εδώ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη των δύο δημιουργών στη lifo Συνέντευξη του Παπαμάρκου στην "Εφημερίδα των Συντακτών" Συνέντευξη του Παπαμάρκου στο comicdom.gr Παρουσίαση του κόμικ στο smassingculture.gr Άρθρο του Γιάννη Κουκουλά από την "Εφημερίδα των Συντακτών" Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  9. Να ξεκαθαρίσω από την αρχή, ότι αυτό δεν είναι κόμικ, αλλά περισσότερο ένα εικονογραφημένο αφήγημα. Αποτελείται από αρκετό κείμενο, το οποίο περιέχει αρκετή εικονογράφηση. Υπάρχει, πάντως, σε κάποιες λίστες με τα καλύτερα κόμικς του 2021, άρα θα το θεωρήσω κι εγώ, καταχρηστικά έστω, κόμικ. Πρόκειται για μια μίνι σειρά 5 τευχών, η οποία αφηγείται μια τροποποιημένη ιστορία του σύμπαντος της DC μέσα από τα μάτια μη λευκών χαρακτήρων. Οι αφηγητές κατά σειρά είναι ο Black Lightning, οι Bumblebee και Guardian, η Katana, η Renee Montoya και η Thunder, κόρη του Black Lightning. Πρόκειται, για χαρακτήρες, που δεν είναι στην πρώτη γραμμή αναγνωρισιμότητας των ηρώων της εκδοτικής και εκτός από τη μη λευκή καταγωγή τους, κάποιοι έχουν και άλλου είδους δυσκολίες, που τους/τις κρατούν στο περιθώριο. Η αφήγηση ακολουθεί μια χρονολογικά γραμμική ροή, από τις αρχές του 1970 περίπου έως τις μέρες μας και καλύπτει, εκτός από τα συμβάντα του κόσμου της DC και ιστορικά συμβάντα στον πραγματικό κόσμο, προσπαθώντας να απαντήσει στο ερώτημα "γιατί οι παντοδύναμοι υπερήρωες ανέχονται την κοινωνική αδικία". Ο σεναριογράφος John Ridley κέρδισε Όσκαρ για το "12 χρόνια σκλάβος" και ως Αφροαμερικανός, σίγουρα ξέρει κάτι παραπάνω από εμάς για το περιθώριο της αμερικανικής κοινωνίας, όσο κι αν το κόμικ έχει εκδοθεί από μια μεγάλη εταιρεία, κάτι που σίγουρα θα έχει θέσει κάποιους περιορισμούς. Οι προθέσεις είναι πολύ αγαθές, αλλά το εγχείρημα, αν και ενδιαφέρον, κάπου χωλαίνει. Καταρχάς, η αφήγηση είναι αρκετά κουραστική και το ύφος γίνεται σε σημεία διδακτικό. Κατανοώ το δεύτερο, με δεδομένο, ότι το κόμικ απευθύνεται σε αμερικανικό κοινό, αλλά πραγματικά, το πρώτο δεν το περίμενα. Επιπλέον, μου φάνηκε ότι το δέσιμο της ιστορίας της DC με τον πραγματικό κόσμο, κάπου δεν έγινε πειστικά, γιατί, όπως και να το κάνουμε, η προσπάθεια να συνδυαστούν οι διάφορες Κρίσεις της DC με τις φυλετικές διακρίσεις είναι δύσκολο πράγμα. Και σίγουρα, κάποιοι μπορεί να χαρακτηρίσουν το κόμικ, φτιαχτό, δήθεν ή ότι ξεπλένει δεκαετίες ολόκληρες κατά τις οποίες οι μαύροι χαρακτήρες ήταν ανύπαρκτοι στα κόμικς της DC. Δεν αναφέρομαι σε γκέι, γιατί αυτοί/ές απλά δεν υφίσταντο ούτε ως ιδέα έως πολύ πρόσφατα. Τέλος, ένα ακόμη μειονέκτημα είναι, ότι θέλει μια καλή γνώση του κόσμου της DC, για να γίνει πλήρως κατανοητό. Δεν θέλω να είμαι άδικος με το κόμικ, γιατί έχει αρκετά καλές στιγμές και παρά την σε στιγμές φλυαρία, έχει ένα ωραία κείμενο με σωστή ψυχογράφηση των χαρακτήρων. Εκεί ειδικά, όπου ο Ridley αφήνεται να μιλήσει, χωρίς να θέλει να περάσει οπωσδήποτε κάποιο μήνυμα, όπως στο τεύχος για την Katana, το κόμικ γίνεται πάρα πολύ ενδιαφέρον. Και βεβαίως, υπάρχει ένα πολύ ωραίο σχέδιο από τον Giuseppe Camuncoli, ο οποίος, αν και έχει ως αποστολή να υποστηρίξει το κείμενο (αυτό δεν είναι ένα κόμικ, που το διαβάζεις για το σχέδιο), κάνει υπέροχη δουλειά και αρκετές φορές, το σχέδιό του, εμβαθύνει στους χαρακτήρες και στις καταστάσεις ακόμη περισσότερο, από ότι το σενάριο. Αυτά. Αξιόλογη προσπάθεια, αλλά φοβάμαι, ότι απευθύνεται σε περιορισμένο κοινό. Δεν είναι το "Marvels" της DC, αν και δεν νομίζω, ότι αυτός ήταν ο σκοπός των δημιουργών. Το θεωρώ έντιμο, πιστεύω όμως, ότι ήθελε περισσότερη δουλειά και ή λιγότερο κήρυγμα ή περισσότερη επιθετικότητα για να λειτουργήσει. Μου δόθηκε η εντύπωση, ότι ο Ridley θέλησε να ακολουθήσει μια μέση οδό και δεν νομίζω, ότι αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος. Το κόμικ βγήκε στη σειρά "Black Label" και κυκλοφόρησε σε μια πάρα πολύ ωραία έκδοση με σκληρόδετο εξώφυλλο. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνεντεύξεις του σεναριογράφου στο ew.com και στο hollywoodreporter.com
  10. Σχεδόν όλες και όλοι μας γνωρίζουμε τον Jeff Smith από το έξοχο "Bone". Αφού είχε μεσολαβήσει το "Rasl" (που δεν έχω διαβάσει) έχουμε το νέο κόμικ του, με τίτλο "Tuki", το όνομα του κεντρικού πρωταγωνιστή, το οποίο διαδραματίζεται δύο εκατομμύρια χρόνια στο παρελθόν, πριν από την εμφάνιση των σύγχρονων ανθρώπων και ενώ στη Γη υπήρχαν αρκετά είδη ανθρωπιδών, μεταξύ των οποίων ο Homo Erectus, το είδος όπου ανήκει ο Τούκι, ο Homo Habilis, αλλά και οι Αυστραλοπίθηκοι. Η πλοκή του κόμικ είναι σχετικά απλή: ο Τούκι, ένας μοναχικός τύπος, βοηθά τρία παιδιά να σωθούν από ένα γιγανταίο γορίλα με τη συμβολή ενός ηλικιωμένου Homo Habilis, παρά το γεγονός, ότι οι Erectus και οι Habilis εχθρεύονται ο ένας τον άλλον και ενός μικρού το δέμας, αλλά θανατηφόρου Αυστραλοπίθηκου. Και καθώς πηγαίνουν από περιπέτεια σε περιπέτεια, η παρέα δένεται όλο και περισσότερο, παρά το γεγονός, ότι αποτελείται από θεωρητικά ασύμβατα μεταξύ τους μέλη. Για να πω την αλήθεια, δεν τρελάθηκα με το κόμικ, σε αντίθεση με το "Bone", που με είχε συνεπάρει. Καταρχάς, το "Bone" διαδραματιζόταν σε έναν φανταστικό κόσμο μαγείας, ενώ το "Tuki" θέλει να είναι ρεαλιστικό, αλλά ο Τζεφ Σμιθ δεν μπορεί να αντισταθεί σε πολλές ευκολίες: για παράδειγμα σχεδόν όλοι οι χαρακτήρες μπορούν να μιλήσουν (και εντάξει για τους Homo Habilis, τουλάχιστον για αυτούς δεν έχει αποδειχτεί το αντίθετο, όπως αναφέρει και ο Σμιθ στον επίλογο του πρώτου, αν θυμάμαι καλά, τόμου, αλλά τα άλλα είδη;; ), ενώ υπάρχουν και άλλα σημεία, που υπονομεύουν το ρεαλισμό, όπως η σχεδόν υπερφυσική δύναμη του Αυστραλοπίθηκου). Αυτό δεν θα ήταν μεγάλο πρόβλημα, εάν ο ίδιος ο δημιουργός δεν ανέφερε πόσο πολύ έχει επηρεαστεί από τις διάφορες ανακαλύψεις. Ακόμη κι έτσι, πάντως, έστω και ως ποιητιική αδεία, κάποια πράγματα μπορεί κανείς να τα δεχτεί. Το βασικότερο πρόβλημα για εμένα ήταν το ότι μου δόθηκε η εντύπωση, ότι ο Σμιθ κατά κάποιον τρόπο μαγεύτηκε και ο ίδιος από τον κόσμο, που έχει δημιουργήσει, ώστε μάλλον δεν ξέρει προς τα πού να κατευθύνει την ιστορία, η οποία προχωρά αρκετά αργά και χωρίς να συμβαίνει κάτι ιδιαίτερα σημαντικό. Και οι δύο τόμοι μοιάζουν να είναι μια μακρόσυρτη εισαγωγή σε έναν προϊστορικό κόσμο και ενώ περίμενα να συμβεί κάτι συγκλονιστικό, τελικά αυτό δεν συνέβη. Αυτό δεν σημαίνει, ότι το κόμικ είναι κακό ή αδιάφορο, απλά, ότι, τουλάχιστον μέχρι στιγμής, δεν ανταποκρίθηκε στις προσδοκίες μου και στις απαιτήσεις μου. Αν ήταν το κόμικ κάποιου άλλου, ίσως να το αντιμετώπιζα κάπως επιεικέστερα, αλλά από το Σμιθ, ζητάω κάτι παραπάνω. Ίσως πάλι, επειδή με ενδιέφερε και το θέμα, περίμενα κάτι πιο ουσιαστικό. Μέχρι στιγμής έχουν κυκλοφορήσει δύο τόμοι, μέσω Kickstarter, αν δεν κάνω λάθος, γύρω στις 160 σελίδες ο καθένας, ασπρόμαυροι, σε μακρόστενο σχήμα και με διάφορα έξτρα. Αυτά για την απλή έκδοση, επειδή, από όσο ξέρω, υπάρχουν και άλλες, που δεν ξέρω τι άλλο περιέχουν. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη του Σμιθ στο The Comics Journal
  11. Ένα φανζίν, που, όπως πληροφορούμαστε στη δεύτερη σελίδα του, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο 3ο LΑ Comics Festival της Λάρισας το 2021. Αποτελείται από διάφορες ολιγοσέλιδες ιστοριούλες ή μονοσέλιδα σκίτσα, που όλα σχετίζονται με ή καταλήγουν σε ένα λογοπαίγνιο, δικαιολογώντας απόλυτα και το λογοπαίγνιο (pun) του τίτλου. Σίγουρα δεν είναι όλα τα αστεία εξίσου επιτυχημένα, με κάποια να είναι συμπαθητικά και άλλα ελαφρώς κρύα, κατά την άποψή μου πάντα. Γενικά, το βρήκα ενδιαφέρον σαν σύνολο και φυσικά έχει ως πρόσθετο πλεονέκτημα το ωραίο σχέδιο του Orestix. 24 συνολικά σελίδες, έγχρωμο, σε σχετικά μικρό σχήμα και σε πολύ έντιμη τιμή (3,5 ευρώ το βρήκα σε κομιξάδικο εδώ στην Αθήνα). Αν σας αρέσει ο σχεδιαστής, πιστεύω, ότι θα εκτιμήσετε το χιούμορ του και θα περάσετε καλά.
  12. Ορίστε, λοιπόν, μια πρωτότυπη ιδέα από την DC: να προσκαλέσει δημιουργούς από 14 χώρες, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ, για να φτιάξουν μια ολιγοσέλιδη ιστορία, με πρωταγωνιστή τον Μπάτμαν / Μπρους Γουέιν, η οποία θα διαδρματίζεται στη χώρα καταγωγής των καλλιτεχνών. Δεν γνωρίζω λεπτομέρειες για το πρότζεκτ και εάν συνέτρεχαν και άλλες προϋποθέσεις για τη δομή της ιστορίας, αλλά, εάν κρίνω από το αποτέλεσμα, μάλλον η DC έδωσε στους/στις δημιουργούς μια σχετική ελευθερία κινήσεων. Σχεδόν όλοι οι δημιουργοί είναι γνωστοί έως και διάσημοι στις χώρες τους και ορισμένοι έχουν δουλέψει και στις ΗΠΑ. Δεν γνωρίζω, βέβαια, ποια ήταν τα κριτήρια επιλογής, αλλά σε γενικές γραμμές, όλοι και όλες προσπάθησαν να δώσουν κάτι ενδιαφέρον. Φυσικά, το Batman: The World είναι ανθολογία και ως τέτοια είναι σχεδόν εξ ορισμού άνιση. Δεν είναι όλες οι ιστορίες εξίσου ενδιαφέρουσες και κάποιες μου φάνηκαν εντελώς αδιάφορες. Σας παρουσιάζω τις ιστορίες κατά σειρά εμφάνισης μέσα στον τόμο μαζί με σύντομες εντυπώσεις. "Global City"- ΗΠΑ : Brian Azzarello (σενάριο), Lee Bermejo (σχέδιο) Ανούσια εισαγωγή στον τόμο, που προφανώς απευθύνεται σε όσους/ες δεν έχουν διαβάσει ποτέ τους Μπάτμαν. Αναρωτιέμαι πόσοι/ες να υπάρχουν... Θα μπορούσαν να είχαν βρει κάτι πιο ευφάνταστο. Το σχέδιο του Bermejo, βεβαίως, τα σπάει. "Paris" - Γαλλία: Mathieu Gabella (σενάριο), Thierry Martin (σχέδιο) Ο Μπάτμαν, η Κατγούμαν και ένα τρίτο πρόσωπο στο Λούβρο και μια ανατροπή στο τέλος, γιατί τέλος πάντων... l' amour!!! Ευχάριστη ιστοριούλα, πρωτότυπη με ενδιαφέρον σχέδιο. "Closed for the Holidays" - Ισπανία: Paco Roca Έκπληξη για μένα η συμμετοχή του Ρόκα στην ανθολογία και η αλήθεια είναι, ότι παραδίδει μια από τις πιο ευφάνταστες ιστορίες της συλλογής, με ελάχιστα λόγια, σύντομη και μεστή. "Ianus" - Ιταλία: Alessandro Bilotta (σενάριο), Nicola Mari (σχέδιο) Η μόνη ιστορία της συλλογής, για την οποία ακόμη δεν έχω αποφασίσει πόσο μου άρεσε - γιατί σίγουρα δεν με άφησε αδιάφορο. Μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία αξιοποιεί το χώρο και την ιστορία της Ρώμης και έχει ένα εντυπωσιακό σχέδιο αλα Mignola. Πιστεύω, ότι κάτι της έλειπε και σε άλλη περίπτωση θα μιλούσαμε για ένα μικρό αριστούργημα. "A Better Tomorrow" - Γερμανία: Benjamin von Eckartsberg (σενάριο), Thomas von Kummant (σενάριο) Μια ιστορία με ενδιαφέρουσες ιδέες και σχέδιο, προσπαθεί να κάνει χρήση, έστω και περιορισμένη, γερμανικών θρύλων, μάλλον καταλήγει κοινότοπη, αλλά έχει ανατρεπτικό τέλος. Το σχέδιο με άφησε αδιάφορο. "Red Mass" - Τσεχία: Štěpán Kopřiva (σενάριο), Michal Suchánek (σχέδιο) Ψυχροπολεμική περιπέτεια (διαδραματίζεται το 1984) και κοινότοπη, παρά το ενδιαφέρον εύρημα. Καλό σχέδιο, πάντως. "My Bat-Man" - Ρωσία: Kirill Kutuzov και Egor Prutov (σενάριο), Natalia Zaidova (σχέδιο) Όχι η καλύτερη, αλλά μια από τις πρωτότυπες ιστορίες της συλλογής σχετικά με ένα Ρώσο σκιτσογράφο, που μεγαλώνει μέσα στο ανατολικό μπλοκ αναρωτώμενος εάν ο ήρωας είναι πραγματικός ή όχι. Καλό σχέδιο, εξυπηρετεί σωστά την ιστορία. "The Cradle" - Τουρκία : Ertan Ergil (σενάριο), Ethem Onur Bilgiç (σχέδιο) Πολύ ευχάριστη έκπληξη για εμένα αυτή η ιστοριούλα, που και αξιοποιεί με επιτυχία τα διάφορα πολιτισμικά στοιχεία, που υπήρχαν ή υπάρχουν ακόμη στην τουρκική επικράτεια, αλλά και τα συνδέει με το continuity του ήρωα. Ωραίο σχέδιο. "Defender of the City" - Πολωνία: Tomasz Kołodziejczak (σενάριο), Piotr Kowalski (σχέδιο), Brad Simpson (χρώμα) Δυστυχώς, μια ανούσια ιστορία και είναι πολύ κρίμα, γιατί η Βαρσοβία με την ιστορία που έχει προσφερόταν για κάτι καλύτερο. Το σχέδιο είναι σαφώς καλύτερο από το σενάριο. "Funeral" - Μεξικό: Alberto Chimal (σενάριο), Rulo Valdés (σχέδιο) Η σύγχρονη και η αρχαία ιστορία της πόλης του Μεξικού ενώνονται σε αυτή την ιστορία με σαφές υπερφυσικό στοιχείο. Καλή, αλλά θα ήθελα κάτι παραπάνω. Αρκετά ιδιόρρυθμο, αλλά αποτελεσματικό σχέδιο. "Where are the Heroes?" - Βραζιλία: Carlos Estefan (σενάριο), Pedro Mauro (σχέδιο) Αυτή για εμένα ήταν η καλύτερη ιστορία της συλλογής. Πολύ απαισιόδοξη, αρκετά τολμηρή, σαφώς πολιτική, πλήρως ενταγμένη στη ζοφερή κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα της Βραζιλίας. Επίσης, εξαιρετικό σχέδιο. "Muninn" - Νότια Κορέα: Inpyo Jeon (σενάριο), Jaekwang Park, and Junggi Kim (σχέδιο) Δυστυχώς, μου φάνηκε εντελώς αδιάφορη με απλώς κάπως ενδιαφέρον σχέδιο "Batman and Panda Girl" - Κίνα: Xu Xiaodong και Lu Xiaotong (σενάριο), Qiu Kun (σχέδιο), Yi Nan (χρώμα) Δεν γνωρίζω εάν η Panda Girl είναι ηρωίδα κόμικς ή κινουμένων σχεδίων στην Κίνα, αλλά ούτε αυτή η ιστορία μου άρεσε και κυρίως σχεδιαστικά, παρά το γεγονός, ότι ήθελε να περάσει ένα μήνυμα. Τραγικό λέτερινγκ! "Batman Unchained" - Ιαπωνία: Okadaya Yuichi Προφανώς, εικονογραφημένη σε στιλ μάνγκα, έχει κάποιο ενδιαφέρον, τόσο σεναριακό, όσο και σχεδιαστικό, αλλά έως εκεί. Δεν το προτείνω σε καμία/ κανένα, όχι επειδή δεν μου άρεσε, αντιθέτως, το βρήκα αρκετά ενδιαφέρον, αλλά επειδή θεωρώ, ότι είναι για πιο περιορισμένο κοινό. Πιστεύω όμως, ότι αξίζει μαι ανάγνωση. Τρεις παρατηρήσεις για το τέλος: 1) Σε πολλές ιστορίες ο Μπρους Γουέιν και ο Μπάτμαν βρίσκονται μαζί στην ίδια χώρα / πόλη. Μα καλά, ουδείς δεν έχει κάνει τη σύνδεση μεταξύ τους; Αυτή την απορία την είχα πάντα, όταν ο Μπάτμαν εμφανίζεται εκτός της Γκόθαμ. 2) Σχεδόν σε όποια χώρα πηγαίνει, ο Μπρους Γουέιν φαίνεται να ξέρει και τη γλώσσα της χώρας. 3) Εύχομαι να υπάρξει συνέχεια στο πρότζεκτ και να δούμε και Έλληνες δημιουργούς. Κυκλοφόρησε κατευθείαν σε μια σκληρόδετη έκδοση με ελάχιστο επιπλέον υλικό (κρίμα!). Όλες οι εικόνες είναι από το ίντερνετ.
  13. Ο Αστερίξ και ο Γρύπας: ένα ταξίδι στα βάθη της βαρεμάρας Η 39η περιπέτεια του Αστερίξ του Γαλάτη (Αθήνα 2022, Μαμούθκομιξ) είναι μια παγερή ιστορία, πιο παγερή και από την ίδια την πλοκή που εκτυλίσσεται στα χιόνια Γιάννης Χ. Παπαδόπουλος «Ο Αστερίξ και ο Γρύπας» των Jean-Yves Ferri (σενάριο) και Didier Conrad (σχέδιο): Παρουσίαση και μερικές σκέψεις για το βιβλίο που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μαμούθκομιξ σε μετάφραση Σταματίνας Στρατηγού. Τυπωμένο σε πέντε εκατομμύρια αντίτυπα (τα δύο εκ των οποίων μόνο στη Γαλλία) το τελευταίο άλμπουμ του Αστερίξ του Γαλάτη είναι απογοητευτικό. Έχοντας φύγει για τις αχανείς στέπες στα βορειοανατολικά, οι ήρωες βυθίζονται στα χιόνια και η ιστορία στην πλήξη. Με ναπολεόντιους όρους (μιας και αντίστοιχη πορεία με τον Ναπολέοντα ακολουθούν οι γαλάτες ήρωες) αυτό που συμβαίνει με στην περιπέτεια «Ο Αστερίξ και ο Γρύπας» (μια δημιουργία των Jean-Yves Ferri - σενάριο και Didier Conrad - σχέδιο), οι οποίοι έχουν αναλάβει την συνέχεια του ήρωα από το 2013) είναι ένα «Μποροντίνο»*, μια ηχηρή πανωλεθρία. Πάμε όμως να δούμε την ιστορία. Στη Ρώμη, ο γεωγράφος Τεραϊνκόγκνιτους (στο πρωτότυπο ονομάζεται “Terinconus”, στα αγγλικά επελέγη το “Χαρτογράφους”) ενημερώνει τον Ιούλιο Καίσαρα για την επιβεβαιωμένη ύπαρξη του Γρύπα, ενός θηρίου μισού λιονταριού-μισού αετού με αυτιά αλόγου. Σύμφωνα με τον γεωγράφο, το πλάσμα αυτό βρίσκεται στα εδάφη των Σαρμάτων, στα απομονωμένα ανατολικά εδάφη της “Βαρβαρικής” (σημερινή νότια Ρωσία). Οι Ρωμαίοι έχουν αιχμαλωτίσει μια αμαζόνα Σαρμάτισα, Καλασνίκοβα την λένε, η οποία μάταια προειδοποιεί να μην επιχειρήσουν να αιχμαλωτίσουν τον Γρύπα. Ο καίσαρας, ξεγελασμένος από τον γεωγράφο, αποφασίζει να στείλει στρατό προκειμένου να αιχμαλωτίσει το θηρίο και να το δείξει στο τσίρκο της Ρώμης, σε μια προσπάθεια να τονώσει την δημοτικότητά του. Μια ανιαρή ιστορία Ο Καίσαρας διατάζει τον γεωγράφο του (ο οποίος αποτελεί μια καρικατούρα του Μισέλ Ουελμπέκ, λογικά επειδή έγραψε το βιβλίο “Ο χάρτης και η επικράτεια”; [εκδ. Εστία, Αθήνα 2011, μετάφραση Λίνα Σιπητάνου, 419 σελ.]) να ταξιδέψει στα σύνορα με τη Βαρβαρική για να φέρει τον Γρύπα. Συγχρόνως ο Αστερίξ κι ο Οβελίξ μαζί με τον Δρυίδη Πανοραμίξ ταξιδεύουν στις αχανείς στέπες της Βαρβαρικής για να βρουν τον σαμάνο Πουντοφαΐν, τον σοφό Σαρμάτη που τους φιλοξενεί στην γιούρτα του. Σε αυτή τη φυλή Σαρμάτων, οι γυναίκες είναι αμαζόνες πολεμίστριες ενώ οι άντρες μένουν στο χωριό. Η μητριαρχία θριαμβεύει σε μια αντιστροφή κατεστημένων, η οποία αντιστροφή όμως αντηχεί -μιας και αξιοποιείται- ευκαιριακά και άγαρμπα από τους δημιουργούς. Καθώς η Ρωμαϊκή λεγεώνα περιηγείται σε εδάφη που χρόνια μετά θα αποτελούσαν τη Ρωσία, οι Γαλάτες αποφασίζουν να παίξουν “Γαλατική διπλωματία”, προκειμένου να απελευθερώσουν την αιχμάλωτη αμαζόνα, καθώς λόγω των χαμηλών θερμοκρασιών, το μαγικό τους φίλτρο έχει παγώσει. Στην πορεία αυτής της περιπέτειας συναντάμε σ’ ένα σημείο έναν ήρωα με το όνομα Χλωροκίν, ο οποίος υποτίθεται πως είναι μια καρικατούρα του διαβόητου Γάλλου καθηγητή και γιατρού Ραούλτ, που στην διάρκεια της πανδημίας έγινε γνωστός για τις διφορούμενες και μάλλον επικίνδυνες προτάσεις του προς αντιμετώπιση της covid-19. Μεταξύ άλλων στις προτάσεις του έμπλεκε και την χλωροκίνη. Αργότερα συναντάμε έναν ήρωα, Ρωμαίο στρατιώτη, με το όνομα “Φεηκνιούς”, ο οποίος αμφισβητεί τα πάντα. Έχουμε πάντα και την παντελώς άσχετη συσχέτιση του Ουελμπέκ με τον γεωγράφο. Όλα αυτά σε συνδυασμό με την “θριαμβευτική” απεικόνιση της μητριαρχίας που αναφέραμε παραπάνω εκλαμβάνονται τουλάχιστον ως σεναριακοί οπορτουνισμοί, οι οποίοι φυσικά και δεν υπηρετούν ούτε την εξέλιξη της πλοκής, ούτε φυσικά και την -κατά τα λοιπά- ανύπαρκτη κωμωδία της 39ης περιπέτειας του Αστερίξ του Γαλάτη. Η ιστορία είναι ανιαρή ενώ κάθε απόπειρα για χιούμορ ή πολιτική σάτιρα είναι εντελώς σχηματική και στερείται διείσδυσης και περαιτέρω ανάπτυξης. Το σχέδιο του Conrad, από την άλλη μεριά είναι υποδειγματικά πιστό στην πρότερη συναρπαστική δουλειά του Albert Uderzo (πέθανε τον Μάρτιο του 2020) με κάποια εντυπωσιακά λεπτομερή πάνελ που θα ζήλευαν και οι πιο δεινοί σχεδιαστές. Σε ό,τι αφορά την ελληνική έκδοση διαβάζεις μπαλονάκια με τυπογραφικά και ορθογραφικά λάθη. Η Μαμούθκομιξ είναι οίκος με ιστορία και κύρος κι ως εκ τούτου είναι ανεπίτρεπτο να καταργείται η θέση του επιμελητή σε μια δουλειά όπου το κείμενο παίζει καθοριστικό ρόλο. Κάποτε από τα κόμικς μαθαίναμε και γράμματα, ειδικά ως παιδιά. * Το Μποροντίνο είναι χωριό της Ρωσίας, κοντά στη Μόσχα, όπου η στρατιά του Ναπολέοντα υπέστη βαριές απώλειες τον Σεπτέμβριο του 1812 (περίπου 36.000 άνδρες έπεσαν νεκροί) Πηγή
  14. Ένα πολύ ωραίο και πολύ ανθρώπινο κόμικ σχετικά με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, που βασίζεται σε μια αφήγηση του Αναστάσιου Ζαφειριάδη, παππού του Τάσου Ζαφιεριάδη, που είχε λάβει μέρος σε αυτόν. Η αφήγηση είχε ηχογραφηθεί σε μια κασέτα 60 λεπτών το 1985 από την ξαδέρφη του Τάου Ζαφειριάδη, Καντιφένια Ζαφειριάδου, όταν εκείνος ήταν τεσσάρων ετών. Πολλά χρόνια μετά, ο Τάσος απομαγνητοφώνησε την κασέτα με τη συμβολή της Σοφίας Σπυρλιάδου, έγραψε το σενάριο και ο Θανάσης Πέτρου το εικονογράφησε. Όλα αυτά, ενώ είχε προηγηθεί έρευνα στα αρχεία του Ελληνικού Στρατού, αλλά και επισκέψεις στα μέρη, όπου λαμβάνει χώρα η αφήγηση και όλα αυτά εν μέσω πανδημίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικό κόμικ, που μας δείχνει την πορεία του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός από τους πρωταγωνιστές του. Ο πόλεμος, οι κακουχίες, ο βαρύς χειμώνας, η αυταπάρνηση, η πείνα, ο ηρωισμός, αλλά και η απελπισία περνάνε μπροστά από τα μάτια μας μέσα από μια ζωντανή αφήγηση, που συνειδητά επιχειρεί να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου με ελάχιστες παρεμβάσεις από το σεναριογράφο. Η Οδύσσεια αυτών των ανθρώπων, που κλήθηκαν ξαφνικά να πολεμήσουν παρουσιάζεται χωρίς κανένα εξωραϊσμό και καμία διάθεση εξύψωσης των γεγονότων στη σφαίρα του έπους. Δεν βλέπουμε κανένα μεγαλείο, παρά μόνο ανθρώπους, που καλούνται να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και παράλληλα να επιβιώσουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Και τελικά, αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι ήρωες όλων. Το έργο της εικονογράφησης το έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία ο Θανάσης Πέτρου σχεδιάζοντας εικόνες με γυμνά, αφιλόξενα τοπία και πρόσωπα, που δεν κρύβουν τα συναισθήματά τους. Τα στοιχεία της φύσης και η αρχιτεκτονική του τοπίου διαδραματίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο κόμικ, αφού ενεργούν ως αντίπαλοι των ταλαίπωρων στρατιωτών, που καλούνται να υπερβάλλουν εαυτούς, προκειμένου να πολεμήσουν και να ζήσουν. Η εστίαση των σχεδίων δεν χάνει ποτέ τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας. Ένα κόμικ, που θεωρώ, ότι πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας, για να μάθουμε περισσότερα, όχι τόσο για την επίσημη ιστορία (τα γεγονότα που αφηγείται δεν είναι άγνωστα, ούτε έρχονται στο φως κρυφές πληροφορίες), αλλά περισσότερο, για να μάθουμε για την ιστορία των καθημερινών ανθρώπων, αυτών που σήκωσαν στις πλάτες τους την Ιστορία της χώρας μας. Και η αλήθεια είναι, ότι είναι πολύ πιο εποικοδομητικό να διαβάζουμε την ιστορία αυτή σε μορφή κόμικ, παρά να την είχαμε σε μορφή βιβλίου. Η αμεσότητα της εικόνας συνάδει τέλεια με την αμεσότητα του προφορικού λόγου. Η έκδοση είναι εξαιρετική, σκληρόδετη, σε ωραίο χαρτί, που αναδεικνύει το σχέδιο του Πέτρου, ενώ υπάρχει πλήθος σημειώσεων, φωτογραφιών, επεξηγήσεων και μια εκτενής βιβλιογραφία. Η εικόνα είναι από το Ίντερνετ. Συνειδητά δεν έχω ανεβάσει άλλες εικόνες, γιατί μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο του Γιάννη Κουκουλά Άρθρο του Δημήτρη Δουλγερίδη
  15. Η πορεία στο Μέτωπο σε ένα graphic novel Δημήτρης Δουλγερίδης Το κόμικ «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» των Τάσου Ζαφειριάδη - Θανάση Πέτρου, με ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό, βασίζεται στην ηχογραφημένη αφήγηση του παππού Ζαφειριάδη για τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όπως καταγράφηκε σε κασέτα 60 λεπτών το 1985 «Κατεβαίνουμε κει στη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχαν τα μέσα ενημερώσεως ακόμη όπως σήμερα, και εκεί ακούμε «γενική επιστράτευσις», μας κήρυξαν τον πόλεμο οι Ιταλοί. Αμέσως επιστρέφουμε πίσω (σ.σ.: στον Αγιο Αθανάσιο), ερχόμαστε στο χωριό κι εκεί όλος ο κόσμος ανάστατος. Διαβάσαμε τις διαταγές, πού θα παρουσιαστεί ο καθένας, κι εγώ ήτανε να παρουσιαστώ στο Κιλκίς». Η αφήγηση του Τάσου Ζαφειριάδη στο graphic novel «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» (εκδ. Πατάκη, σε εικονογράφηση Θανάση Πέτρου) προέρχεται από έναν κόσμο λίγο – πολύ οικείο. Είναι εκεί όπου οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων για τον πόλεμο διακόπτουν την καθημερινότητα και μεταμορφώνονται σε οικογενειακή σάγκα για τους νεότερους της οικογένειας. Εκεί όπου χρονολογίες, ημερομηνίες και τοποθεσίες χάνονται μέσα στις διαστρωματώσεις της αφήγησης, αλλάζουν ονόματα – πολλές φορές ακούγονται μόνο σε ξένη γλώσσα. Και εκεί όπου η μικροϊστορία του παππού πασχίζει να «γράψει ιστορία», έστω και με τους περιορισμούς των αναμνήσεων, έστω και με τη συνεχή επιμέλεια της μνήμης. Ο Τάσος Ζαφειριάδης, αφηγητής στο graphic novel που μόνταρε ο 40χρονος συνονόματος εγγονός του, είναι αυτός ο οικείος παππούς. Το 1985 η ξαδέρφη του συγγραφέα, Καντιφένια, ζήτησε από τον ηλικιωμένο άνδρα να ηχογραφήσουν σε μια κασέτα 60 λεπτών την αφήγησή του για τη συμμετοχή στο αλβανικό Μέτωπο. Αποτέλεσμα ήταν το κόμικ 109 σελίδων, το οποίο λειτουργεί πλέον και ως υπενθύμιση για τις δυνατότητες της σύγχρονης οπτικής γλώσσας όσον αφορά την αναπαράσταση της ιστορίας ή τις αναφορές που αυτή έχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ενα επίσης πρόσφατο παράδειγμα είναι το animation βίντεο που υποδεχόταν τους επισκέπτες στην έκθεση «1821, Πριν και Μετά» του Μουσείου Μπενάκη, όπου οι πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης αποκτούσαν κίνηση και τα αντικείμενα επιχρωματίζονταν καταλλήλως. Οι δυνατότητες, προφανώς, ενός graphic novel θέτουν και τους περιορισμούς του. «Το θετικό είναι ότι έχουμε μία ροή αφήγησης ζωντανή και «αυτόματη», η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις από αυτά» σημειώνει σήμερα ο Τ. Ζαφειριάδης. «Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις». Ο Τάσος Σ. Ζαφειριάδης (1916 – 1990) γεννήθηκε στον Σκόπελο, χωριό της Ανατολικής Θράκης που σήμερα βρίσκεται στην Τουρκία. Ως παιδί προσφύγων ήρθε με την ανταλλαγή πληθυσμών στον Αγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης (που τότε λεγόταν Καβακλί, ονομασία που επιβίωνε στο ιδίωμα των ντόπιων τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 2000, αν μου επιτρέπεται μια προσωπική μαρτυρία). Στην κωμόπολη εκείνη παντρεύτηκε και έζησε με την Κατηφένια Ζαφειριάδου (1922 – 1994), το γένος Καψημάνη, επίσης πρόσφυγα από τη Μεσσήνη της Ανατολικής Θράκης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο αυτές ψηφίδες είναι η ιστορία μιας επανεκκίνησης σε μικρογραφία: μετά το 1930 σε πολλά χωριά και κωμοπόλεις της Βόρειας Ελλάδας οι Πόντιοι, Μικρασιάτες και «Θρακιώτες» – όπως αυτοαποκαλούνταν – διεκδίκησαν μια θέση στον ήλιο. Στην αρχή σαν ξένοι στον τόπο, αργότερα συμμετέχοντας στην οικονομική ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ΠΟΡΕΙΑ. Αλλά και πίσω από κάθε καρέ με την αφήγηση του παππού Ζαφειράδη κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία, την οποία μάλιστα έμελλε να συμπληρώσει ο εγγονός του. «Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, ξαναβραδιάζει πάλι, ξεκινούμε και φτάνουμε… από κει και πέρα πια άρχισα λίγο να τα ξεχνώ τα χωριά, αλλά φτάσαμε στο χωριό που καθόταν οι Προκοπαίοι. Στο Καλονέρι» διαβάζουμε στη σελίδα 25 για την αρχή της πορείας του Ι/67 Τάγματος, στο οποίο ανήκει ο αφηγητής. Ογδόντα χρόνια αργότερα ο εγγονός του αναζητά το ημερολόγιο του Τάγματος και συμπληρώνει στις σημειώσεις: «Η πορεία ξεκίνησε από το Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου και είχε μέχρι και το Πόγραδετς τους εξής σταθμούς: Αγιονέρι, Νέα Χαλκηδόνα, Βρυσάκι, Κάτω Τριπόταμος, Κοιλάδα (η Καστανιά δεν αναφέρεται, αλλά η οδός του Βερμίου περνούσε σίγουρα από εκεί), Ξηρολίμνη, Καλονέρι, Κρυονέρι, Σκαλοχώρι, Πετροπουλάκι, Μελάνθιο, Κρανοχώρι, Ανω Φτεριά (σήμερα Πτεριά), Πολόσκα, πέρασμα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα: 29 Νοεμβρίου 1940, στενωπός Τσαγκόνι, Ζβέζντα, Γκολομπέρδα, Τσεράβα, Βέρντοβα και Ρεμένγι, 5 Δεκεμβρίου 1940)». Στη σελ. 46, από την άλλη, ο στρατιώτης του Μετώπου ανακαλεί στη μνήμη την εικόνα του σκοτωμένου Παναγιώτη Ρουσίδη – «του Αλέκου εδώ απέναντι από εμάς, ο μπαμπάς» -, τον οποίο βλέπει «απάνω στα σύρματα τεντωμένος με το γυλιό του, με το όπλο του». Ο γιος του Αλέξανδρος Ρουσίδης παραχωρεί επιστολικό και φωτογραφικό υλικό για τις ανάγκες της έκδοσης, όπως κάνουν δεκάδες ιδιώτες συμβάλλοντας στο τμήμα 30 σελίδων που συμπληρώνει το graphic novel. Από εκεί και το επίσημο επιστολικό δελτίο με το οποίο ενημερώθηκε η οικογένεια του Ρουσίδη για τον θάνατό του κοντά στο Πόγραδετς. Οπου «Τ.Τ» υπονοείται η Τελική Τοποθεσία, ο «ταχυδρομικός κώδικας» της συγκεκριμένης περιοχής του Μετώπου: «Εν Τ.Τ 251 τη 8-1-41 Κύριε Ρουσίδη, Να είσαι περήφανος διότι ο υιός σας εξεπλήρωσε το προς την πατρίδα καθήκον του, ηγωνίσθη ως παλληκάρι κατά του απαισίου εχθρού πεσών ηρωικώς επί του πεδίου της μάχης. Εγώ ως λοχαγός του, όστις τον παρηκολούθησα διέγνωσα τα αγνά προς την πατρίδα αισθήματά του και δι’ αυτό είμαι υπερήφανος. Σας συγχαίρω διότι είχατε τοιούτον υιόν, αναγνωρίζω ότι η λύπη σας θα είναι μεγάλη πλην όμως ο υιός σας έχει καταταχθεί μεταξύ των Αθανάτων ηρώων της πατρίδας μας. Φιλικώτατα, Ζήκος Κωνσταντίνος» Αλλού πάλι η αναζήτηση πραγματολογικών στοιχείων δεν αποδίδει. Οπως στην περίπτωση του εβραίου συλλοχίτη, τον οποίο οι στρατιώτες βρίσκουν το πρωί παγωμένο. «Και τον αφήσαμε, σαν να μην ήταν άνθρωπος πια. Αλλά ήταν η ζωή του πολέμου της Αλβανίας. Τέτοια ήτανε» ακούγεται η φωνή του παππού Ζαφειριάδη. «Δεν στάθηκε δυνατό να ταυτοποιήσω με βεβαιότητα τον νεκρό» εξηγεί ο συγγραφέας. «Το 67ο Σύνταγμα Πεζικού φαίνεται πως ήταν μαζί με το 50ό, τα λεγόμενα και «Συντάγματα Κοέν», επειδή, καθώς η επιστράτευσή τους έγινε κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, στελεχώθηκαν με μεγάλο αριθμό Ελλήνων Εβραίων… Δεν ήταν λίγοι και οι αξιωματικοί, με επιφανέστερο τον Μαρδοχαίο Φριζή…». Αγώνας για επιβίωση Η αφήγηση για το Μέτωπο είναι μια αφήγηση για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Για νέους ανθρώπους που τη μία ημέρα κοιμούνται στο σπίτι του χωριού και την επομένη γίνονται πολυβολητές ή γεμιστές πολυβόλων ελέω επιστράτευσης. Που κουβαλούν μαζί τους τις μπριζόλες από το γουρούνι της οικογένειας που σφάζεται στην πρώτη άδειά τους. Που τους παίρνει ο ύπνος πάνω σε καστανόφυλλα και το πρωί ξεπαγιάζουν, καθώς δεν επιτρέπεται να ανάψουν φωτιά. Που βαδίζουν ο ένας πίσω από τον άλλο για χιλιόμετρα στο χιόνι – «νύχτα πάνω στη νύχτα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί» θα γράψει ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Πορεία προς το Μέτωπο». Στην αφήγηση αυτή, ωστόσο, χωράνε και οι «άλλες» στιγμές ενός αγώνα για επιβίωση που δεν διακρίνει το δίκαιο από το άδικο. Οταν οι στρατιώτες φτάνουν στη Βόρεια Ηπειρο, ο αφηγητής περιγράφει το πλιάτσικο στα σπίτια των Ελλήνων με την αυστηρότητα ενός νοικοκυραίου. «Ορισμένοι στρατιώτες δεν έδειξαν καλήν διαγωγήν. Διότι επειδής δήθεν εμείς πήγαμε και τους ελευθερώσαμε, σαν Ελληνες που ήταν, θέλαμε να τους φάμε και την περιουσία. Και πήγαμε τους ζητούσαμε αυγά, κότες, ό,τι… Θέλαμε να φάμε. Θέλαμε να φάμε. Και αυτό δεν ήτανε σωστό». Η τελευταία πράξη στο graphic novel έχει όντως τα χαρακτηριστικά του δράματος, όπως θέλει η στερεοτυπική έκφραση, επειδή ακολουθεί τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς. Το τάγμα του Τάσου Ζαφειριάδη καταθέτει τον οπλισμό στα Ιωάννινα και ο ίδιος φτάνει στην Αθήνα μέσω Αγρινίου και Μεγάρων. Ο οδηγός ταξί, που μόλις έχει πάρει δύο μπιτόνια βενζίνη από τα παρατημένα των Αγγλων στην Ελευσίνα, ζητάει από τον Ζαφειριάδη και τον συνεπιβάτη του 300 δραχμές. Και τότε ακούγεται μία φράση που θα στοιχειώνει για χρόνια τη συλλογική μνήμη – και πάλι στις αφηγήσεις από το Μέτωπο: «Εγώ βγάζω για να τον δώσω τις 300 δραχμές γιατί είχα, είχα λεφτά. Ο άλλος λέει: «Τι λες ρε, που θα σε δώσω» λέει «δραχμές; Εγώ» λέει «δεν πολέμησα για να μου πάρεις εσύ λεφτά, δεν σου δίνω τίποτες. Εκλεψες τη βενζίνα και δεν ξόδεψες τίποτες»». Για την ιστορία, ο Τάσος Ζαφειριάδης παρέμεινε στο 8ο Νοσοκομείο στην οδό Πειραιώς ως τραυματίας πολέμου, πέρασε στη Χαλκίδα και από εκεί με βαπόρι έφτασε στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1941. «Ο Ελληνικός Στρατός… αυτά που υπέφερε στην Αλβανία δε θα μπορούσε να τα αντέξει κανένας. Να πολεμούν νηστικοί. Να πολεμούν γυμνοί. Να πολεμούν χωρίς μέσα, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς πυροβόλα, χωρίς άρματα μάχης. Μόνο με ένα όπλο… Αλλά μην υπονοούμε όμως ότι οι Ιταλοί δεν πολέμησαν. Οτι οι Ιταλοί ήταν πεθαμένοι και πήγαν οι Ελληνες και τους έσφαξαν… Ηταν πολεμισταί πιο εκπαιδευμένοι, δεν ήταν έφεδροι σαν εμάς… Και γι’ αυτό να μη σας λεν ότι οι Ιταλοί δεν πολεμούσαν. Πολεμούσαν, αλλά και οι Ελληνες πολέμησαν πιο γενναία. Λοιπόν, αυτά, και άλλα δεν έχω να σας πω. Βέβαια, δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα». Η εικονογράφηση Λέξεις και συναισθήματα Η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου υπηρετεί τη ρεαλιστική αποτύπωση των ημερών στο Μέτωπο αφήνοντας παράλληλα στις «ρωγμές» των προσώπων να αφηγηθούν τα συναισθήματα, που βρίσκονται σε διάλογο με τις λέξεις. Οι στρατιώτες άλλοτε είναι συνοφρυωμένοι και άλλοτε επιτρέπουν ένα χαμόγελο στον συνομιλητή τους. Ο νέος λοχαγός Σακαλής πρέπει και να είναι και να φαίνεται αποφασισμένος. Στο τέλος ένα γκρο πλαν του παππού Ζαφειριάδη γίνεται η τέλεια αντίθεση με την άδεια καρέκλα στο δωμάτιο του σπιτιού. Ο Θ. Πέτρου συνεχίζει έτσι την αισθητική που έχει κατοχυρώσει με τα δικά του «Γκαίρλιτς» και το πρόσφατο «1922» (από τις εκδόσεις Ικαρος και τα δύο), αλλά και με τον «Γιαννούλη Χαλεπά» (Πατάκης, 2019). Με τον Τάσο Ζαφειριάδη συναντιούνται εκ νέου μετά το «Πτώμα» (το σενάριο από κοινού με τον Γιάννη Παλαβό, στις εκδόσεις Jemma, 2011) και το «Γρα γρου» (επίσης σε συνεργασία με τον Γ. Παλαβό, στις εκδόσεις Ικαρος, 2017). Η σημασία της επεξεργασίας από την οποία πέρασε η έκδοση είναι ξεχωριστή: κόπηκαν οι περισσότερες επαναλήψεις (αναπόφευκτες στην προφορικότητα), ορισμένα τμήματα έπρεπε να μεταφερθούν χρονικά σε άλλο σημείο, ελέγχθηκαν τα τοπωνύμια, οι αριθμοί ταγμάτων, οι ημερομηνίες. Στο τελευταίο μάλιστα τμήμα του κόμικ ο αναγνώστης θα βρει τις σημειώσεις για τα πραγματολογικά στοιχεία που αντιστοιχούν στις λεπτομέρειες της εξιστόρησης. «Ξεκίνησα να δουλεύω στο κείμενο αρχές του 2019 και το ολοκλήρωσα με πολλές καθυστερήσεις τέλη του 2020, ώστε να αναλάβει τον σχεδιασμό του ο Θανάσης και να το ολοκληρώσει τέλη Μαΐου του 2021, δηλαδή 80 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου» σημειώνει ο Τ. Ζαφειριάδης. «Σαφώς το υλικό θα μπορούσε να τροποποιηθεί σε λογοτεχνική μυθοπλασία, επέλεξα όμως την οδό του “τεκμηρίου”. Προσπάθησα, στον βαθμό που το επιτρέπει η συγγενική μου σχέση με τον αφηγητή, να προσεγγίσω το εγχείρημα ως μαρτυρία ενός άγνωστου σ’ εμένα στρατιώτη, με ορατό τον κίνδυνο το βιβλίο να θυμίζει άλμπουμ οικογενειακών φωτογραφιών». Πηγή
  16. Το Red Room το αγορασα στο φετινό Comicdom και ηταν ισως η μοναδική αγορά μου που έγινε χωρίς να γνωρίζω τιποτα, ούτε για το κόμικ, ούτε για τον δημιουργό. Απλά έριξα ένα ξεφύλλισμα και με έπεισε. Τι είναι λοιπόν το Red Room; Θυμάστε εκείνη την περίφημη φράση "μην κρίνεις ένα βιβλίο από το εξώφυλλό του"; Εδώ λοιπόν μια χαρά μέσα θα πέσετε αν το κρίνετε από αυτό. Πρόκειται για ένα κόμικ που εντάσσεται στην κατηγορία του gore horror με επιρροές όπως λέει ο ίδιος ο δημιουργός από τα ασπρόμαυρα κόμικς της δεκαετίας του '80 όπως το Κοράκι του James O'Barr αλλά και τα κλασσικά horror κόμικς της E.C. όπως το περίφημο Tales From The Crypt. Θέλωντας να κάνει ένα κόμικ που θα σόκαρε και θα φόβιζε τους αναγνώστες του ο Ed Piskor σκέφτηκε να δημιουργήσει τον κόσμο του γύρω από ένα σχετικά ανεξερεύνητο πεδίο, αυτό του λεγόμενου Dark Web όπου πίσω από την ανωνυμία και τις συναλλαγές με κρυπτονομίσματα ορισμένοι όντας γνώστες και έχοντας τους πόρους, αναλώνονται σε κάθε λογής παράνομες και εγκληματικές ενέργειες. Ετσι λοιπόν, στα κρυπτογραφημένα Red Rooms ένα κομμάτι από το 1% του πληθυσμού της Γης απολαμβάνει να βλέπει βασανισμούς και θανατώσεις με τους πιο ακραίους τρόπους από τους αγαπημένους τους stars-serial killers. Σκεφτείτε τα πολυσυζητημένα snuff films στον 21ο αιώνα. Όπως αντί να πηγαίνεις πλέον στο video-club για να νοικιάζεις ταινίες, τις στριμάρεις από το ίντερνετ, αντίστοιχα έχουν εξελιχθεί και οι διεστραμμένοι πελάτες τέτοιου υλικού, συνδέονται online. Στα τέσσερα τεύχη του Antisocial Network η ιστορία περιστρέφεται γύρω από πέντε διαφορετικά Studios παραγωγής τέτοιου υλικού με την έμφαση να δίνεται περισσότρο στην οικογενεια Thelema και σε έναν συγκεκριμένο serial killer που αποφασίζουν να προσλάβουν. Στόχος του δημιουργού ήταν να γράψει τεύχη τα οποία θα δίνουν μια αίσθηση ολοκλήρωσης στον αναγνώστη αλλά όλα μαζί θα σχηματίζουν ένα ευρύτερο ψηφιδωτό που θα επιτρέπει να γίνουν γνωστά περισσότερα στοιχεία του κόσμου των Red Rooms και το καταφέρνει. Οσον αφορά το σενάριο δεν έχω να προσθέσω τίποτα περισσότερο, άλλωστε ο στόχος του συγγραφέα είναι απλός, να τρομάξει τους θεατές. " No Eisner award bait here" θα γράψει άλλωστε στην εισαγωγή του trade paperback. Ούτε αλληγορίες ούτε κοινωνική κριτική θα βρείτε εδώ. Δεν έχει Get Out για να μιλήσω με όρους σινεμά, εδώ έχει ένα ακόμα πιο ακραίο Saw. Φυσικά ένα τέτοιο κόμικ δεν θα λειτουργούσε χωρίς το κατάλληλο σχέδιο και εδώ είναι που "λάμπει" το κόμικ. Μέσα από ένα πολύ λεπτομερές σχέδιο μπορεί κανείς να παρατηρήσει την φρίκη σε όλο της το μεγαλείο αλλά και να ανακαλύψει κρυμμένες λεπτομέρειες του σύμπαντος του κόμικ. Ακόμα στην εμπειρία της ανάγνωσης συμβάλλει και το στήσιμο των σελίδων με πολλά καρέ να είναι point-of-view ενός θεατή διατεθιμένου να πληρώσει για να δώσει εντολές για την επικείμενη εκτέλεση. Στο τέλος του τόμου υπάρχουν σημειώσεις του Ed Piskor για διάφορα καρέ τα οποία αποκαλύπτουν και τις πηγές έμπνευσης αλλά και το πόση έρευνα έκανε σχετικά με αληθινούς σχετικούς ιστότοπους στο dark web και serial killers, προκειμένου να κάνει όσο πιο αληθοφανή γίνεται την ιστορία του. Συνολικά μπορώ να πω ότι διασκέδασα με το κόμικ αυτό και δεν απογοήτευσε, πρόκειται όμως για κόμικ αυστηρά για ενηλίκους καθώς η βία που απεικονίζεται είναι ακραία, για τον λόγο αυτό δεν παρατίθενται και πολλές εικόνες στην παρουσίαση. Να σημειωθεί ότι η σειρά συνεχίζεται με τα 4 επόμενα τεύχη να αποτελούν μέρος ενός trade που θα εκδοθεί με τίτλο Red Room: Trigger Warnings.
  17. Ο μικρός Μίκα και ο σκύλος του ο Βάλκα είναι δυο αδέσποτα της πόλης, της Ακαταλαβούπολης. Ο μικρός Μίκα είναι πρόσφυγας, χωρίς σπίτι, γονείς, λεφτά, που αγωνίζεται να επιβιώσει μέρα τη μέρα, παρέα με τον σκύλο του και τον Φειδία, έναν καλλιτέχνη του δρόμου. Να "χωρέσει" και να καταλάβει τον κόσμο γύρω του. Σύμφωνα με τους δημιουργούς του: Το όνομα του το απέκτησε επειδή παντού είναι Μη Καταχωρημένος. Για να θυμάται να το λέει όταν τον ρωτάνε, επειδή είναι δύσκολη λέξη, το έκανε Μίκα - και του έμεινε. Το αγάπησα αυτό το κόμικ! Είναι σκληρό, συγκινητικό, καυστικό, to the point. Οι απορίες του μικρού αφελούς (λόγω της ηλικίας του) Μίκα, και η αντίληψη της πραγματικότητας γύρω του, μέσα από τα παιδικά του μάτια, φέρνουν στο μυαλό τη Μαφάλντα. Σε μια επίκαιρη, ελληνική (κι όχι μόνο) εκδοχή. Η συνεργασία των δυο δημιουργών που μας έχουν δώσει αρκετές καλές δουλειές, είτε στο κομμάτι των κόμικς, είτε στη λογοτεχνία, λειτουργεί ιδανικά εδώ. Η απλότητα κι εκφραστικότητα του σχεδίου του Κλήμη - @Klimis, εξυπηρετεί άψογα το σενάριο του Λάζαρου, που μας δίνουν μια από τις καλύτερες φετινές αυτοεκδόσεις. Η ποιότητα την έκδοσης είναι προσεγμένη και το κόμικ είναι 48σέλιδο. Εννοείται ότι προτείνεται fb σελίδα instagram
  18. Με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της επανάστασης, έσκασαν μύτη αρκετές εκδόσεις. Κάποιες ήταν fail (γκουχSonsOfChaosγκουχ), κάποιες αξιοπρεπείς (1800), κάποιες δεν έχω ιδέα (1821: Η Αρχή) και μία ξεχωρίζει ανάμεσα σε οτιδήποτε άλλο έχει εκδοθεί, ξεπερνώντας τα όρια του μέσου. Ο Soloup, δικαιολογεί την διδακτορική του ιδιότητα, με τον πιο μερακλίδικο τρόπο, γράφοντας ΤΗΝ ιστορία, υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Μετά το Αϊβαλί, που έδειχνε όλες τις μεριές του τραγικού τέλους της Μικρασιατικής εκστρατείας και το πολύ ιδιαίτερο και κοινωνικά σημαντικό Συλλέκτη, επιστρέφει Αντώνιος κάνοντας το triple kill με κάτι που θα συζητηθεί πολύ. Με τη βοήθεια τριμελούς ομάδας ιστορικών, μας παρουσιάζει την πιο ρεαλιστική και ωμή πλευρά της επανάστασης, έχοντας ως βασικό χαρακτήρα τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη, τον αρχιστράτηγο και ψυχή της, μέσα από μία πολύ ιδιόμορφη εναλλαγή του παρόντος με το παρελθόν. Μία κοπέλα που κατεβαίνει στο κέντρο για δουλειές με το παπάκι της, πετυχαίνει με επεισοδιακό τρόπο έναν άστεγο στην πλατεία που βρίσκεται το άγαλμα του Κολοκοτρώνη και η Παλιά Βουλή. Ο οποίος, προθυμοποιείται να της αφηγηθεί την πραγματική, γυμνή αλήθεια για την επανάσταση, συνδέοντάς την με τη σαπίλα του παρόντος. Γιατί ότι σπείρεις, θερίζεις. Ανάμεσα από αυτές τις συναντήσεις, μεταφερόμαστε στο παρελθόν, βλέποντας τις πιο σημαντικές στιγμές της Επανάστασης, από τις οποίες ζήτημα είναι τελικά αν ο μέσος πολίτης ξέρει 2-3. Θα σας αφήσει άναυδους αρκετές φορές, από πολλές όψεις, στις 610 σελίδες του. Στο τέλος, προσφέρει και πλούσιο παράρτημα ~100 σελίδων. Μονάχα κάντε λίγο υπομονή στο πρώτο κεφάλαιο, γιατί αργεί λίγο να στρώσει η ροή του. Αλλά άπαξ και στρώσει αφηγηματικά, είναι ένα πραγματικό έπος, που αξίζει και πρέπει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα, Ευρωπαίο και γενικότερα άνθρωπο, που θέλει να μάθει από πρώτο χέρι το πόσο άμπαλοι είμαστε και εδώ και 200 χρόνια γινόμαστε έρμαιο των ξένων συμφερόντων. Και αποδεικνύει ,με τον πιο αιχμηρό τρόπο, το ότι την ιστορία την γράφουν οι νικητές, διόλου αντικειμενικά.. Να λοιπόν το summer reading challenge για φέτος. Ακόμα να το τιμήσετε, @νθΕλλοΙνεΣ? ~ Soloup: To ’21 και η «Η Μάχη της Πλατείας» [Φλωράκης Γιώργος, 09/06/2021] ~«Ποιοι γράφουν την Ιστορία;» [Κουκουλάς Γιάννης, efsyn.gr, 11/06/2021] ~Soloup: Ένα κόμικ για την Επανάσταση του 1821 [Παναγιώτου Μαρία, philenews.com, 28/04/2021] Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα, τον πρόλογο ουσιαστικά, εδώ: https://issuu.com/ikarosbooks/docs/9789605724108
  19. Ένας διαχρονικός «ήρωας» Γιάννης Κουκουλάς Ο Κόρτο Μαλτέζε, ο τυχοδιώκτης κυνηγός της περιπέτειας του Ούγκο Πρατ, «επιστρέφει» στο παρόν και ταξιδεύει στις θάλασσες του Τόκιο και στα βουνά του Περού τις μέρες της πτώσης των Δίδυμων Πύργων. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1967-1989), ο Ούγκο Πρατ φιλοτεχνούσε ιστορίες με πρωταγωνιστή έναν τυχοδιώκτη ναυτικό στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο μοναχικός και λιγομίλητος Κόρτο Μαλτέζε, ταγμένος πάντα στο πλευρό των αδύναμων και φύσει ενάντια σε εξουσιαστές και αποικιοκράτες, ταξίδεψε όπου γραφόταν η Ιστορία. Μετά τον θάνατο του Πρατ το 1995, ο Κόρτο Μαλτέζε έμεινε «ορφανός» για είκοσι χρόνια μέχρι οι Ruben Pellejero και Juan Díaz Canales, διατηρώντας το πνεύμα της δουλειάς του μεγάλου δασκάλου, να αναβιώσουν τον δημοφιλή χαρακτήρα. Μέχρι σήμερα οι δυο Ισπανοί καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει τρεις ιστορίες με τον Κόρτο Μαλτέζε με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη στροφή στη νέα περίοδο του πολυδιάστατου ήρωα ήρθε όμως με το έργο των Γάλλων δημιουργών Martin Quenehen και Bastien Vivès που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Κι αυτό γιατί «Ο Μαύρος Ωκεανός» (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Μικρός Ηρως) ανανεώνει ριζικά και αναπάντεχα τον μύθο του ταξιδευτή και θαλασσοπόρου Κόρτο, μεταφέροντάς τον στη σύγχρονη εποχή. Κάτι παρόμοιο είχαν εφαρμόσει λίγα χρόνια νωρίτερα οι δημιουργοί του Mister No στη σειρά «Revolution» πάνω σε μια ιδέα του σεναριογράφου Michele Masiero: αφηγήθηκαν μια συναρπαστική ιστορία του διάσημου πολεμιστή και πιλότου στη Νότιο Αμερική, τοποθετώντας τον όμως 25 ολόκληρα χρόνια μετά από το κανονικό χρονικό πεδίο δράσης του. Ακόμα πιο τολμηροί οι Quenehen και Vivès, μετέφεραν τον Κόρτο Μαλτέζε έναν αιώνα μετά από την εποχή του. Ο νέος Κόρτο Μαλτέζε μοιάζει πολύ με τον πρωτότυπο, φορά το ίδιο σκουλαρίκι-κρίκο αλλά όχι την κλασική ναυτική στολή. Θυμίζει περισσότερο έναν νέο της σύγχρονης εποχής με τα t-shirts του και τα χακί πουκάμισα, την μπαντάνα του και το τζόκεϊ. Η ζωή του, όμως, είναι τελείως διαφορετική. Η περιπέτειά του στον «Μαύρο Ωκεανό» ξεκινά από μια πειρατεία και συνεχίζεται στην Ιαπωνία μέσα σε παραδοσιακά θέατρα και στα βουνά του Περού στην αναζήτηση ιερών αντικειμένων αμύθητης οικονομικής και πολιτικής αξίας. Και όπως πάντα, ο Κόρτο θα πάρει το μέρος της δικαιοσύνης και της αλήθειας, θα προστατέψει όσους αθώους κινδυνεύουν, θα σεβαστεί την ανθρώπινη ζωή, θα αντιταχθεί σε νοσταλγούς του φασισμού και εμπόρους κοκαΐνης, θα βυθιστεί σε κόσμους γεμάτους παραισθήσεις και μαγικό ρεαλισμό αλλά όχι το 1901 όπως συνήθως. Το 2001! Αυτή την αλλαγή στη μορφή και το πεδίο δράσης του Κόρτο Μαλτέζε υπερασπίζεται η Patrizia Zanotti, επικεφαλής του οργανισμού CONGSA που διαχειρίζεται παγκοσμίως το έργο του Ούγκο Πρατ, σε συνέντευξή της που δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Το να έβλεπε [ο Ούγκο Πρατ] τον Κόρτο στη νέα χιλιετία αντιμέτωπο με θεματικές της εποχής, θα του προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον μα πάνω απ’ όλα θα εκτιμούσε το γεγονός πως δύο νεαροί δημιουργοί εξέφρασαν την επιθυμία να ερμηνεύσουν εκ νέου τον ήρωά του, δίνοντάς του μια νέα ζωή και μια καινούργια νιότη! Για έναν δημιουργό, το να βλέπει τον ήρωά του να καταφέρνει να μεταδώσει τις αξίες που τον έκαναν σύμβολο σε επόμενες γενιές, σημαίνει να συνεχίσει να ζει και σε μια εποχή διαφορετική. Είναι κάτι το φανταστικό, μια μαρτυρία της δύναμης και της οικουμενικότητας του ήρωα που τον καθιστούν ικανό να ανεξαρτητοποιηθεί από τον δημιουργό του». Και συνεχίζει ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία η ναυτική στολή αλλά οι πράξεις: «Το σημαντικό είναι η ουσία, όχι η μορφή, ο χαρακτήρας του Κόρτο είναι τόσο ισχυρός ώστε να του επιτρέπει να μπορεί να βγάλει τη στολή του χωρίς να χάσει τίποτα από το ελεύθερο πνεύμα του και το ενδιαφέρον που δείχνει για τους συνανθρώπους του». Αυτή η ικανότητα προσαρμογής είναι απολύτως ταιριαστή με το ελεύθερο πνεύμα του κοσμοπολίτη Κόρτο που μάχεται διαρκώς για την ελευθερία να απολαμβάνει τη θάλασσα και τα ταξίδια. Όπως επισημαίνει και ο Benoit Mouchart στον επίλογό του: «Γεμάτος περιέργεια για άλλους πολιτισμούς, ο Κόρτο είναι πολίτης του κόσμου, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τα δεσμά καμιάς θρησκείας ή ιδεολογίας. Ενώ προτιμά να σταθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων παρά των ισχυρών, ρίχνεται στη μάχη για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των φίλων του ή… τα δικά του! Απαλλαγμένος από κάθε μορφή αφελούς ιδεαλισμού, αυτός ο σύγχρονος και ελευθερόφρονας Οδυσσέας, αρνείται σθεναρά να χαρακτηριστεί “ήρωας”». Δεν είναι ακόμη γνωστό αν η απόπειρα των Quenehen και Vivès θα έχει συνέχεια. Η τόλμη τους όμως να αναμετρηθούν με έναν θρύλο και να τον επανεπικαιροποιήσουν τόσο έξυπνα είναι σίγουρα αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Πηγή
  20. 10, νεαροί κατά βάση, άνθρωποι και οι περισσότεροι άγνωστοι μεταξύ τους, καταφτάνουν στο μαγευτικό σπίτι του Walter δίπλα σε μία λίμνη στο Wisconsin. Μερικοί ξέρουν τον Walter από παιδιά, μερικοί από τα φοιτητικά τους χρόνια, μερικοί τον γνώρισαν πριν λίγες εβδομάδες. Όλους τους κάλεσε ο Walter, με την υπόσχεση ότι θα περάσουν μια μαγευτική εβδομάδα και οτι θα γνωρίσουν πολλούς ενδιαφέροντες ανθρώπους. Τα οποία ισχύουν όλα, αλλά πολύ γρήγορα, τα πράγματα θα αλλάξουν. Οι καλεσμένοι θα αρχίζουν να μαθαίνουν ότι περίεργα πράγματα συμβαίνουν σε όλον τον κόσμο, με την θερμοκρασία να ανεβαίνει ραγδαία και ο κόσμος να πεθαίνει μαζικά. Ταυτόχρονα, και οι 10, συνειδητοποιούν ότι δεν θυμούνται πως ακριβώς έφτασαν στο σπίτι αλλά και με τρόμο, καταλαβαίνουν ότι δεν μπορούν να φύγουν. Ο Walter τους ενημερώνει ότι αυτός και οι δικοί του (;) είναι υπεύθυνοι και τους διαβεβαιώνει ότι όσο μείνουν στο σπίτι, δεν θα πάθουν τίποτα, αλλά και δεν θα τους λείψει τίποτα. Ποιος είναι, ή μάλλον καλύτερα, τι είναι ο Walter; Γιατί επέλεξε τους συγκεκριμένους 10 και όχι κάποιους άλλους; Υπάρχει κάτι άλλο ή κάποιος άλλος στο κτήμα, στο σπίτι, στη λίμνη; Επιτρέψτε μου, με κάθε σεβασμό, να ξεκινήσω καταχωρώντας τον James Tynion IV στην κατηγορία των "καληνυχτάκηδων". Όπως, δηλαδή, υπάρχουν οι άνθρωποι οι οποίοι θα βγουν έξω με κάποιον, θα φλερτάρουν, θα πιουν, θα διασκεδάσουν, και όταν φτάσουν κάτω από το σπίτι, αντί να συνεχίσουν για τα περαιτέρω, λένε ένα καληνύχτα και φεύγουν, έτσι υπάρχουν και αντίστοιχοι συγγραφείς. Οι οποίοι έχουν κάποιες καλές, μερικές φορές και γαμάτες ακόμα, ιδέες, σε φτιάχνουν αλλά στην πορεία και μετά από κάποια τεύχη, δεν ξέρουν πως να μετουσιώσουν αυτές τις ιδέες σε μια καλή ιστορία. Το premise, η όλη ιδέα είναι αρκετά έξυπνη, ταιριάζει θεματικά και με την εποχή μας και με σημερινές αγωνίες της κοινωνίας μας, αλλά μετά από όλο το στήσιμο, εμφανίζονται όλες oi αδυναμίες του JTIV που έχουν φανεί και σε άλλες δουλειές του που έχω διαβάσει. Πρώτον, δεν ξέρει πως να είναι λιτός, όχι μόνο σε αυτά που γράφει, αλλά και σε αυτά που δεν χρειάζεται καν να γράψει. Πολύ-πολύ-πολύ μπλα-μπλα, μεγάλα και γεμάτα και πολλά μπαλονάκια, αλλά και ολόκληρες σκηνές, όπως αυτές της γνωριμίας του Walter με τον καθένα καλεσμένο του, οι οποίες δεν προσφέρουν τίποτα στην εξέλιξη και στο μυστήριο. Πάρα-πάρα-πάρα πολλοί πρωταγωνιστές, σε σημείο που δεν τους ξεχωρίζεις μεταξύ τους αλλά και δεν νοιάζεσαι για αυτούς, γιατί δεν έχεις μάθει παρά ελάχιστα πράγματα αλλά και συμμετέχουν ελάχιστα ο καθένας γιατί είναι τόσοι πολλοί. Και το μέγιστο φάουλ, το οποίο προήλθε βέβαια από την λανθασμένη απόφαση να υπάρχουν τόσοι πολλοί χαρακτήρες, όπου και έδωσε στον καθένα ένα προσωνύμιο, βάσει του επαγγέλματος του. Και ΟΚ, κατανοητό, άντε να θυμάσαι ποιος είναι ο John, ποιος είναι ο Jim, ποια η Mary και ποια η Veronica (τυχαία ονόματα), καλύτερα να θυμάσαι τον Painter, Doctor κτλ. Έλα όμως που έτσι χάνεται η οποιαδήποτε αίσθηση προσωπικότητας και ιδιαιτερότητας για τον καθένα και βλέπεις να σέρνεται μια ιστορία, την οποία περίμενα πως και πως θα πεθάνει κάποιος για να αρχίσει να "σφίγγει" η αφήγηση και το μυστήριο. Και το γαμώτο της υπόθεσης είναι, και το ξαναγράφω, ότι είναι πολύ καλή και ιντριγκαδόρικη ιδέα. Αλλά σπατάλησε 6 τεύχη, όσα και το πρώτο trade που διάβασα δηλαδή, με ελάχιστη προώθηση της. Και πόσο μάλλον, αν λάβουμε υπόψη, ότι έχει πει ότι θα βγουν συνολικά 12 τεύχη. Δεν το πιστεύω βέβαια, έτσι όπως το πάει, θα πρέπει σε κάθε τεύχος να σκοτώνει 2-3 και να τελειώσει τελείως άγαρμπα, για να του φτάσουν τα 12 τεύχη. Το γράφω και το τονίζω, γιατί δεν έχω ξαναδεί, στα όσα χρόνια διαβάζω κόμικς, τέτοιο hype για έναν δημιουργό (1200 ratings και 200+ reviews για το trade), όπως αντίστοιχα και για το Something is Killing the Children, ο οποίος μας δίνει καλές δουλειές, αλλά πότε κάτι τόσο καλό για να μείνει αξιομνημόνευτο. Και σίγουρα ποτέ κάτι που να δικαιολογεί, στα μάτια μου πάντα, τα τόσο καλά λόγια. Σχέδιο κάνει ο Ισπανός Alvaro Martinez Bueno, και το κάνει πολύ καλά. DCάκιας κατά βάση, με αρκετό Batman στο παρελθόν του, πιάνει απόλυτα την ατμόσφαιρα του σεναρίου, και μεταδίδει τέλεια τον σιωπηλό τρόμο αλλά και την αγωνία για το άγνωστο. Ειδικά τα δισέλιδα του είναι πολύ όμορφα και πολύ κινηματογραφικά, χρησιμοποιώντας συχνά ευρυγώνιες λήψεις οι οποίες είναι πολύ εντυπωσιακές, ακόμα και αν σχεδιάζει το εσωτερικό ενός σπιτιού. Δεν ξέρω βέβαια αν ήταν η καταλληλότερη επιλογή για τη συγκεκριμένη σειρά, γιατί οι χαρακτήρες του δεν έχουν τεράστιες διαφορές μεταξύ τους, και σε ένα κόμικ με τόσους πολλούς χαρακτήρες καταλήγει να είναι πρόβλημα. Συνολικά πάντως τη δουλειά του την κάνει πολύ καλά, το έχει το horror. Συνολικά, μάλλον πρόκειται για καλύτερο κόμικ από ότι αφήνει να εννοηθεί το κλίμα που δημιουργούν όσα έγραψα. Εκνευρίζομαι όμως, γιατί μετά το Something is Killing the Children και το The Department of Truth, βλέπω έξυπνες ιδέες και ιστορίες να βουλιάζουν κάτω από το βάρος του βερμπαλισμού και των μεγάλων ιδεών. Κάποια στιγμή ελπίζω να καταφέρει να αυτοπεριοριστεί και να μας δώσει αυτό που δείχνει ότι έχει να μας δώσει. Δεν το έχω αποφασίσει ακόμα, αλλά μάλλον θα πάρω και το επόμενο trade, με λιγότερες όμως προσδοκίες. 7/10
  21. O LeBlanc (χωρίς πρώτο όνομα) διατηρεί ένα γραφείο το οποίο "κρύβει" εγκληματίες, αλλάζοντας τους την ταυτότητα και το μέρος διαμονής τους, κάτι σαν ένα ιδιωτικό πρόγραμμα προστασίας μαρτύρων. Επιλέγει τους πελάτες του, και προσπαθεί να βοηθάει όσους έχουν πραγματικά έχουν ανάγκη και έχουν αδικηθεί από την δικαιοσύνη. Όταν δέχεται όμως ένα τηλέφωνο από έναν πρώην πελάτη του, ο οποίος βρίσκεται σε έναν τόπο εγκλήματος και σφαγής, το πρόβλημα αρχίζει και περιπλέκεται και θα αναγκαστεί να κάνει πράγματα για πρώτη φορά. Λίγα πράγματα θα γράψω για αυτό το κόμικ, γιατί μου προέκυψε "λίγο" γενικώς. Γραμμένο από πρωτάρη, τον Ricky Mammone, αγνώστων λοιπών credits, o οποίος μάλλον ήθελε να φτιάξει μια ταινία δράσης με oriental στοιχεία, αλλά προφανώς δεν του βγήκε και το έκανε κόμικ. Δεν είναι όμως εύκολο αυτό, ή το παλικάρι δεν το πολυέχει, και έτσι φτιάχνει ένα σενάριο πιο-μπερδεμένο-πεθαίνεις. Ενώ ξεκινάει έχοντας κλασσικές noir προθέσεις, με τις αναμενόμενες περιγραφές και λεζάντες και ποζεριές τύπου ο-πρωταγωνιστής-έχει-μόνο-επίθετο, στην πορεία βλέπουμε κάποιους νίντζα με στολή σαμουραι, μια ανταγωνίστρια-εκτελέστρια η οποία θέλει να τον σκοτώσει αλλά τελικά τον αγαπάει, μια που τον αγαπάει αλλά θα καταλήξει να προσπαθήσει να τον σκοτώσει, ένα χάπι που προκαλεί αμνησία, κάτι ιπτάμενοι δράκοι και κάπου εκεί έκανα sign-off και περίμενα υπομονετικά να τελειώσει το μαρτύριο των 4 τευχών. Α, και ίσως καθόλου τυχαία, το 4ο και τελευταίο τεύχος τελικά η Image το κυκλοφόρησε μόνο ψηφιακά, το οποίο μάλλον λέει κάτι για το πόσο καλά πήγε η σειρά. Ο λόγος για τον οποίο και πήρα το συγκεκριμένο trade, είναι το πραγματικά πολύ ωραίο σχέδιο του Max Bertolini. Σαφώς πιο έμπειρος από τον συγγραφέα, και από την ιταλική σχολή που προφανώς βγάζει διαμάντια τα οποία μόνο τελευταία μαθαίνουμε, έχει κάνει και τα Witcher του, έχει περάσει και από το Heavy Metal, έχει κάνει και την πορεία του στην Ιταλία με κάτι Nathan Never, Dylan Dog και Dampyr. Ψηφιακό, ίσως και "πολύ" ψηφιακό με την αρνητική του έννοια, και αρκετά ποζεράδικο, παραμένει όμως εντυπωσιακό, με καλή κίνηση, ωραία σκηνοθεσία και καλές φιγούρες. ΟΚ, μερικές φορές είναι πολύ κινηματογραφικό, τόσο ώστε να βγαίνει ψεύτικο, αλλά ταιριάζει ιδιαίτερα με όλη την John Wick αισθητική που έχει το σενάριο. Αν δεν περιμένεις πολλά, με σβηστό τον εγκέφαλο και τρως και λίγο ποπκορν, καλό είναι το κόμικ. Για παραπάνω απαιτήσεις, η Image έχει γύρω στις 2345 καλύτερες σειρές. 5/10 και γρήγορα παρακάτω.
  22. Όσο κι αν γκρινιάζουμε για τους επιγόνους, κάθε κυκλοφορία Αστερίξ είναι γεγονός. Ο Αστερίξ και ο Γρύπας είναι η πέμπτη δουλειά των Jean-Yves Ferri και Didier Conrad. Στη Γαλλία κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2021 και στα ελληνικά ήρθε πριν λίγες μέρες. Κι ενώ κάποια από τα τελευταία άλμπουμ δεν τα διάβασα, αυτό μου έκανε κλικ, εν μέρει λόγω και κάποιων σχολίων εδώ μέσα. Οι ρωμαϊκές αρένες είναι γεμάτες πλάσματα απίστευτα: λιοντάρια, ελέφαντες, καμηλοπαρδάλεις. Το μόνο που λείπει, είναι ένας γρύπας. Και ο Ιούλιος Καίσαρας θέλει να φέρει έναν, θα κάνει καλό το ίματζ του. Έτσι, αναθέτει μια αποστολή στα βάθη της Σαρματίας, της γης των Αμαζόνων. Επικεφαλής τίθενται ο Τεραϊνγκογκνίτους ο γεωγράφος, ο εκατόνταρχος Βραζοστοζουμίους και ο Καλοσπουδαγμένους [sic], ένας μονομάχος με μεγάλη εμπειρία [ξανά sic] σε παρόμοιες αποστολές. Για κακή τους τύχη, όμως, στα μέρη τριγυρίζουν -μα τον Τουτάτη- ο Αστερίξ, ο Οβελίξ (εννοείται με τον Ιντεφίξ) και ο Πανοραμίξ. Alors, très bien! Σχεδιαστικά είναι πολύ καλό, αν και δε νομίζω να αμφισβητήθηκε ποτέ ότι ο Conrad το 'χει. Δε θυμάμαι αν το είχα προσέξει σε άλλα άλμπουμ του διδύμου, αλλά εδώ υπήρχαν κάποια καρέ που ήταν πραγματικά σα να είχαν βγει από το χεράκι του Uderzo. Στο σεναριακό κομμάτι, ο Ferri στέλνει τους Γαλάτες σε μια χώρα άγνωστη για τους Αρχαίους Ρωμαίους και Έλληνες, αλλά και σημαντική για τη μυθολογία τους. Τα περισσότερα λογοπαίγνια (όσα τέλος πάντων αποδόθηκαν επιτυχώς) είναι πολύ αστεία. Επιπλέον δουλεύει καλά και το οπτικό χιούμορ, βασικό συστατικό στο ρεπερτόριο του Goscinny αλλά κάπως «στομωμένο» στα άλλα άλμπουμ του Ferri. Τα δύο θέματα που αγγίζει, τα fake news και η γυναικεία χειραφέτηση, ενσωματώνονται καλά στο σενάριο. Κάποιες σημειώσεις: Πριν ολοκληρωθεί το άλμπουμ, ο Ferri είχε δηλώσει πως θα υπήρχαν αρκετές αναφορές στην πανδημία του Covid, όπως ένα μαγικό φίλτρο που θα χορηγούνταν σε μορφή εμβολίου. Εν τέλει αφαίρεσε πολλές απ' αυτές, γιατί απλούστατα δεν του φάνηκαν αστείες. Οι Σαρμάτες μιλάνε με το αντεστραμμένο Ε, νύξη στο κυριλλικό αλφάβητο. Ωστόσο, τέτοιο γράμμα δεν υπάρχει. Στο τελευταίο καρέ, [spoiler alert! οι Γαλάτες επιστρέφουν στο χωριό τους! ] υπάρχουν δύο ωραίες λεπτομέρειες. Η μία είναι η μπαλαλάικα που έφεραν στον Κακοφωνίξ. Η άλλη, είναι μια κουκουβάγια που φεύγει λυπημένη μ' ένα δισάκι στον ώμο. Πρόκειται για φόρο τιμής στον Uderzo, ο οποίος απεβίωσε πριν την ολοκλήρωση του άλμπουμ. Στο Ο Αστερίξ στους Βέλγους, ο Uderzo είχε σχεδιάσει ένα κουνελάκι να αποχωρεί δακρυσμένο, για τον Goscinny που είχε πεθάνει πρόσφατα. Για τη λογοπαιγνιολογική ανάλυση του Νίκου Σαραντάκου, κλικ εδώ. Υ.Γ.: όσο ευχάριστο κι αν είναι το άλμπουμ, δε γίνεται να μην πάει ο νους στον πόλεμο που γίνεται σήμερα σε εκείνα τα μέρη...
  23. Εγώ κάθε φορά που ανακοινώνεται νέο άλμπουμ Κόρτο Μαλτέζε: ε φτάνει πια, πότε θα σταματήσουν αυτή την ιεροσυλία; Πάλι εγώ κάθε φορά που κυκλοφορεί νέο άλμπουμ Κόρτο Μαλτέζε: shut up and take my money. Αυτή είναι, χοντρικά, η σχέση μου με τα Κόρτο Μαλτέζε των επιγόνων. Κι αν τα άλμπουμ των Juan Díaz Canales και Rubén Pellejero τα αγόραζα με μια μικρή ενοχή, το εγχείρημα των Martin Quenehen και Bastien Vivès μου δημιούργησε μπόλικη έξαψη, καθώς ήμουν περίεργος να δω πώς θα μετέφεραν το δημιούργημα του Hugo Pratt στον 21ο αιώνα. 2001, κάπου στα ανοιχτά του Ιαπωνικού Αρχιπελάγους. Ο Κόρτο Μαλτέζε οδηγεί μια βενζινάκατο κοντά σε ένα πολυτελές καταμαράν. Δεν γνωρίζει τον στόχο των πειρατών-συντρόφων του, αρκεί να πληρωθεί τα συμφωνηθέντα. Όταν όμως ακούσει πυροβολισμούς, ανεβαίνει στο καταμαράν και σώζει τον φοβισμένο γερο-Ιάπωνα που κρύβεται στην κουζίνα. Έτσι, άθελά του ως συνήθως, ο Κόρτο μπλέκεται σε μια περιπέτεια με εθνικιστικές σέχτες, οικολόγους-σαμποτέρ, την CIA και τον κρυμμένο θησαυρό των Ίνκας... Μα μπορεί να υπάρξει ο ρομαντικός Κόρτο Μαλτέζε στην κυνικότητα του 21ου αιώνα; Κι όμως, οι δύο δημιουργοί αποδεικνύουν ότι μπορεί κι αυτό από μόνο του κάνει τον Μαύρο Ωκεανό ένα καλό κόμικ. Ξεκινάει κάπως απότομα, αλλά γρήγορα στρώνει και διαβάζεται πολύ ευχάριστα. Ίσως από ένα σημείο και μετά γίνεται υπερβολικό, αλλά λόγω του όγκου του (~160 σελίδες), η ιστορία ποτέ δεν μπουκώνει. Το σχέδιο μπορεί να χτυπάει άσχημα σε πολλούς, αλλά προσωπικά το βρήκα ταιριαστό. Ο Vivès έχει αφομοιώσει με ωραίο τρόπο τις manga επιρροές του, ανανεώνοντας και εκμοντερνίζοντας το «ίματζ» του πρατικού σύμπαντος. Οι πρώτες σελίδες είναι έγχρωμες (χρωματισμένες από την Patrizia Zanotti παρακαλώ) κι αργότερα γίνονται ασπρόμαυρες, όπως συνηθίζεται στα tankobon. Συνολικά. δηλαδή, έμεινα ικανοποιημένος κι από το εικαστικό κομμάτι. Στην ελληνική έκδοση (Μικρός Ήρως, Νοέμβριος 2021) συμπεριλαμβάνονται σκίτσα του Vivès, μια συνέντευξη της Patrizia Zanotti στον Γαβριήλ Τομπαλίδη και κάποια συνοδευτικά κείμενα.
  24. Κυκλοφόρησε φέτος τον Ιούνιο, από την Ένατη Διάσταση, το τέταρτο μεγάλο ερωτικό τομάκι του Κιουτσιούκη, μετά τον Δεξιοτέχνη, τη Νικολέτ και Το Μεγάλο Μπανιστήρι. Και είναι μακράν το πιο ώριμο από όλα τα ερωτικά, σεναριακά και σχεδιαστικά. Ο Νικόλας, ένας νεαρός σχεδιαστής κόμικς από τη Σαλονίκη, ετοιμάζει ερωτικό κόμικ και παίρνει τη μεγάλη απόφαση να πάει μετά από πολλά χρόνια διακοπές σε νησί (όχι λόγω πανδημίας, δεν έχει τέτοια εδώ), το καλοκαίρι. Έτσι, ξεκινάει για Αντίπαρο, συναντώντας πολλές απρόβλεπτες καταστάσεις καθ'οδόν και ειδικά από την στιγμή που πατάει το πόδι του στην μικρή Αντίπαρο, στην "ερημική" ακρογιαλιά που βρίσκεται φιλοξενούμενος... Πρόκειται για μία ιστορία με διάχυτο ερωτισμό και συνάμα μία άλφα πλοκή, το οποίο δεν είναι σύνηθες φαινόμενο στα περισσότερα ερωτικά κόμικς, με αποτέλεσμα να ενδιαφέρεσαι για τους αντι-συντηρητικούς χαρακτήρες page-turningly. Όχι, δεν είναι ένα ακόμα ερωτικό φετιχιστικό κομιξάκι του Σταύρου. Προσωπικά, από τα καλύτερά του (ίσως η καλύτερη αγορά που έκανα στο Con) και συστήνεται ανεπιφύλακτα σε μεταεφήβους. Εσείς, πήγατε φέτος διακοπές;
  25. Μιας και έχουμε συζητήσει αρκετά στο φόρουμ για τον συγκεκριμένο τίτλο, ήταν κρίμα να μην υπάρχει μια γωνία αφιερωμένη στο έπος του Neil Gaiman . Το θέμα το ανοίγω κυρίως για να έχουμε ένα μέρος να κουβεντιάζουμε για τα νέα και τiς ανακοινώσεις της μεταφρασμένης σειράς της Anubis, αλλά και να πούμε δυο σύντομα λογάκια για το περίφημο Sandman και το τι το κάνει τόσο ξεχωριστό. Ήρθα για πρώτη φορά σε επαφή με το ονειρικό σύμπαν του Neil Gaiman πριν από μια δεκαετία περίπου, ίσως και παραπάνω, όταν απαγκιστρώθηκα οριστικά από τα κόμικς που γνώριζα για χρόνια και άρχισα να ανακαλύπτω νέους κομιξοπροορισμούς. Δεν θυμάμαι πως ακριβώς κατέληξα να διαβάζω τις περιπέτειες του Μορφέα, θυμάμαι όμως πως ο συγκεκριμένος τίτλος δεν είχε την καθολική φήμη/αποδοχή που είχαν άλλα μεγαθήρια του είδους όπως το Watchmen, το Dark Knight Returns και το V for Vendetta και τον ανακάλυψα πολύ αργότερα. Είχα διαβάσει διστακτικά το πρώτο τεύχος που μου είχε αφήσει ανάμεικτες εντυπώσεις και δεν ήμουν σίγουρος αν ήθελα να συνεχίσω τη σειρά. Αυτή η αβεβαιότητα κράτησε 5-6 τεύχη και, ενώ πολλές φορές ήθελα να παρατήσω το Sandman, κατά κάποιο μυστικιστικό τρόπο, το έργο του Gaiman με καλούσε και πάλι κοντά του μέχρι που με γράπωσε και δεν με άφησε μέχρι και το τελευταίο μπαλονάκι της σειράς. Ολόκληρη η σειρά είναι μαγική, ονειρική. Ξεφεύγει από οτιδήποτε έχουμε διαβάσει και θα διαβάσουμε και αποκτάει μια δική της ταυτότητα που δεν μπορεί να προσδιοριστεί. Χρησιμοποιώντας διάφορα γεγονότα, πρόσωπα και πλάσματα της παγκόσμιας μυθολογίας ο Gaiman κάνει μια μαεστρική συρραφή και μας προσφέρει απλόχερα ένα αποτέλεσμα που συμπλέει ταυτόχρονα σε διάφορα μονοπάτια της τέχνης. Γινόμαστε μάρτυρες ιστοριών πλαισιωμένων από θλίψη ή ευτυχία, ενώ παράλληλα αισθανόμαστε μικροσκοπικοί μπροστά στον πανίσχυρο Μορφέα και τους Αιώνιους. Αφήνουμε τον Gaiman να μας πάρει από το χέρι και σαν ένας άλλος Πήτερ Πάν μας οδηγεί σε άγνωστα μονοπάτια, που κατακλύζονται από φαντασία και μαγεία. Οι εικόνες που βλέπουμε σε αυτό το ταξίδι, πολλές φορές σουρεαλιστικές και περίεργες, παίρνουν σάρκα και οστά από μια ομάδα ταλαντούχων σχεδιαστών που μοιάζουν να έχουν κατανοήσει πλήρως τον δευτερεύοντα ρόλο τους. Μας δίνουν ένα δείγμα του κόσμου που έχουν πλάσει μαζί με τον Gaiman και τα υπόλοιπα τα αφήνουν σε εμάς. Πραγματικά, βλέποντας το ατελείωτο σύμπαν και το βασίλειο των Αιώνιων έφτανε στα αυτιά μου ένα ακατανόητο βουητό που θα μπορούσε κάλλιστα να έχει συνθέσει ο Vangelis για το Blade Runner του 1982. Όταν ήμουν στην Μεσαιωνική Αγγλία και έβλεπα τον Σαίξπηρ, άκουγα την οχλοβοή του κόσμου στους λασπωμένους δρόμους, τους τροβαδούρους και το κελάηδισμα των πουλιών. Και όλα αυτά τα βίωνα χωρίς να μου τα λέει μέσα από ηχητικά εφέ ο Gaiman και η ομάδα του. Είναι τέτοια η δύναμη αυτού του κόμικ που σε ρουφάει μέσα του και ζεις κι εσύ μέσα από τις σελίδες του. Οξύνει τις αισθήσεις και την αντίληψη σου, σε σημείο που δεν καταλαβαίνεις καν πως διαβάζεις. Ζεις. Αν λοιπόν κάποιος θέλει να διαβάσει το Sandman, καλύτερα να μην ξέρει τίποτα απολύτως για αυτό. Η χαρά της ανακάλυψης αυτού του αριστουργήματος δεν συγκρίνεται με τίποτα και η πρώτη ανάγνωση του χαράζεται βαθιά στην ψυχή σου, μαζί με όλες τις υπόλοιπες πρώτες φορές της ζωής σου, χαρούμενες και άσχημες. Τι είναι λοιπόν το Sandman; Ένα αριστούργημα; Ένα έπος; Κάτι περισσότερο; Κάτι λιγότερο; Καλό είναι να το ανακαλύψετε μόνοι σας. Ο πρώτος τόμος του Sandman είναι διαθέσιμος στα βιβλιοπωλεία από την Anubis ενώ έχει ήδη ανακοινωθεί και ο δεύτερος τόμος που θα εκδοθεί την ερχόμενη άνοιξη.
×
×
  • Create New...