Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2020'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Ο Ράντολφ Κάρτερ είναι ιδιωτικός ντετέκτιβ στην Berlin, μια πόλη όπου οι ζωντανοί ζουν δίπλα-δίπλα με τους απέθαντους. Χωρίς καμία φιλοδοξία για τη ζωή και το μέλλον, αναλαμβάνει μικροδουλειές, απλά για να βγάζει τα ποτά του σε ένα καταγώγιο. Η φρίκη και η δυσωδία της ίδιας της πόλης είναι τέτοια, που πολλοί την παρομοιάζουν με την ίδια την Κόλαση και μάλλον έχουν δίκιο. Σε αυτό το σάπιο περιβάλλον, μια φαινομενικά απλή υπόθεση κλοπής, θα μετουσιαστεί σε ένα ανελέητο κυνηγητό, σε μία μίξη τρόμου και αγώνα για την επιβίωση. Κλασικό, πιστό στις παραδόσεις του είδους, noir σενάριο με supernatural twist. O συγγραφέας Κυριάκος Αθανασιάδης, πολυγραφότατος με πολλά και διαφορετικά βιβλία στο παρελθόν του, κάνει το πρώτο του βήμα στο χώρο των κόμικς, και το κάνει με safe τρόπο και σχετική επιτυχία. Έχοντας μια ενδιαφέρουσα ιδέα, δημιουργεί ένα καινούριο κόσμο/πόλη, και μπλέκει, με ικανότητα, ρεαλιστικά και απόκοσμα στοιχεία, θυμίζοντας Lovecraft στη λογική και την έμπνευση. Στο Berlin-Πρώτος Θάνατος, το 85 σελίδων πρώτο άλμπουμ της σειράς, βαριά επηρεασμένος από τα noir αστυνομικά μυθιστορήματα που τοποθετούνται χρονικά την περίδο του μεσοπολέμου στις ΗΠΑ, χρησιμοποιεί όλα εκείνα τα κλισέ που μάθαμε από ακριβώς αυτά τα μυθιστορήματα. Και εδώ έρχεται ακριβώς η ένσταση μου, γιατί χρησιμοποιεί ΟΛΑ τα κλισέ αυτών των βιβλίων. Κατεστραμένος ιδιωτικός ντετέκτιβ, μπαρ-καταγώγιο όπου πνίγει τη ζωή του στο ποτό, χορεύτρια που τον αγαπάει και είναι πληροφοριοδότης του (αν και απέθαντη εδώ), femme fatale την οποία καταδιώκει αλλά καταλήγει να προστατεύει και πάρα πολλά άλλα. Σε συνδυασμό με το λόγο, στον οποίο δεν έχει γίνει καμία προσπάθεια εκμοντερνισμού, παρά παραμένει αυστηρά φυλακισμένος στη μανιέρα του 1920, π.χ. "Η ντροπή δεν είναι μία από τις αρετές μου.... Και δεν ξέρω ποιες είναι οι υπόλοιπες.", οι οποίες φαίνονται/ακούγονται λίγο cringy και λίγο αγγλισμοί, στα μάτια/αυτιά μου τουλάχιστον. Μην παρεξηγηθώ, όλο το σενάριο και όλοι οι διάλογοι ταιριάζουν απόλυτα με το ύφος και το χαρακτήρα του γενικότερου κόσμου που μας παρουσιάζεται, απλά ένιωσα ότι "κρατάνε" πίσω την ιστορία αντί να την απογειώνουν. Σίγουρα σε κάποιον που δεν έχει μεγάλη εμπειρία στο αντίστοιχο είδος βιβλίων/ταινιών, θα του φανεί περισσότερο πρωτότυπο. Για αυτό όμως που δεν έχω κανένα παράπονο, είναι το σχέδιο του Νικόλα Κούρτη. Εκπληκτικό, πανέμορφο, από τα καλύτερα ασπρόμαυρα σχέδια που έχω δει από ελληνικά χέρια. Τρομερά δουλεμένο, οι μακρινές λήψεις της πόλης είναι εντυπωσιακές, με εκπληκτικά δουλεμένη λεπτομέρεια, επιβλητικό και υπέροχο. Σε βάζει πραγματικά στην ατμόσφαιρα της ιστορίας και αναδεικνυει μια τεράστια μεγαλούπολη, σκοτεινή και καταθλιπτική. Αλλά πέρα από τα κτίρια και τα αυτοκίνητα, και οι χαρακτήρες είναι σχεδιασμένοι, σχεδόν κινηματογραφικά θα έλεγα. Με έμφαση στις γκριμάτσες, στις κινήσεις των ματιών και των φρυδιών, καταλαβαίνεις απόλυτα τι αισθάνεται ο καθένας. Και η κίνηση τους είναι ολόσωστη, εντυπωσιακά δοσμένη και εκπληκτικά στημένη. Σταματάω εδώ, μου τελείωσαν τα επίθετα. Απλά να προσθέσω ότι θα ήθελα πολύ να τον δω να σχέδιαζει κάτι σε ένα steampunk κόσμο, και είμαι πολύ περίεργος πως θα φαίνεται το σχέδιο του με χρώμα. Συνολικά πρόκειται για μια άρτια δουλειά, με κάποιες σεναριακές αδυναμίες, αλλά με φόντα να εξελιχθεί σε κάτι πάρα πολύ καλό. Η έκδοση περιέχει ένα 9σέλιδο που είχε δημοσιευτεί πρώτα στον Μπλε Κομήτη και αρκετά προσχέδια χαρακτήρων και τεράτων. Must-read και ανάμεσα στα κορυφαία του 2020.
  2. "You can check-out any time you like, but you can never leave". Αυτά λέει ο κλασικός στίχος από το Hotel California των Eagles. Αν όμως ταξιδεύεις στο θρυλικό Route 66, είναι βράδυ, και ψάχνεις για κατάλυμα, αυτό που θα βρεις είναι το Pierrot Courts Hotel. Και η μεγάλη διαφορά με το Hotel California είναι ότι εδώ κάνουν πολλοί check-in, αλλά πολλοι λιγότεροι κάνουν check-out. Πολλοί, κατά καιρούς, έχουν βρει καταφύγιο στα δωμάτια του, από τον άντρα που δεν μπορούσε να ξεφορτωθεί τη γυναίκα του, όσες φορές και αν διαμέλιζε το σώμα της, μέχρι την γυναίκα της οποίας το αγέννητο ακόμα παιδί την εξωθούσε σε τρομερές πράξεις. Από τον ντροπιασμένο ιερέα που θέλει να κάνει έναν τελευταίο εξορκισμό, μέχρι τον δημοσιογράφο που ακολούθησε μέχρι εκεί έναν serial killer. Και όλοι αυτοί, και πολλοί άλλοι, μάλλον θα εύχονται, όταν είχαν δει την πινακίδα του ξενοδοχείου, στο πλάι του φημισμένου δρόμου, να είχαν συνεχίσει να οδηγούν.... OΚ, horror. Not my cup of tea. Αλλά μια ωραία ιστορία, είναι πάντα μια ωραία ιστορία. Ειδικά όταν σου σερβίρεται όμορφα, με σωστές αναλογίες, με σεβασμό στα tropes του είδους και στην νοημοσύνη των αναγνωστών. Ο συγγραφέας John Lees, τον οποίο αγνοούσα μέχρι πρότινος, έχει γράψει 1-2 άλλα κόμικς τρόμου σε μικρότερες εκδοτικές αλλά και την IDW, και φαίνεται ότι κατέχει τον ψυχολογικό τρόμο. Δεν χρησιμοποιεί υπερβολικά τον λόγο, αφήνει τον σχεδιαστή του να "δείξει" την ιστορία και χρησιμοποιεί την μανιέρα της αφήγησης σε 3ο πρόσωπο, η οποία πότε απευθύνεται στον αναγνώστη και πότε σε κάποιους χαρακτήρες. Σε 4 τεύχη αφηγείται 4 διαφορετικές ιστορίες, φαινομενικά ασύνδετες μεταξύ τους και με μόνο κοινό τόπο το ξενοδοχείο. Στο τέλος όμως τις συνδέει, έντεχνα μας παρουσιάζει και τις τέσσερις από 4 διαφορετικές όπτικες, πότε στο προσκήνιο και πότε στο παρασκήνιο. Το τέλος του έρχεται όμορφα, με τραγικό (αναμενόμενα) τρόπο, και με επιμύθιο, αν όχι πρωτότυπο, αλλά σίγουρα ταιριαστό και συνεκτικό. Στο σχέδιο έχουμε τον Dalibor Talajic, με μεγαλύτερη προυπηρεσία σε σχέση με τον Lees, στη Marvel και αλλού. Ωραία δουλειά, με έμφαση στα πρόσωπα και στα τέρατα, και λιγότερο στα backgrounds. Οι gore σκηνές είναι αρκετά καλές, πείθουν και "τρομάζουν" αρκετά. Δεν απογειώνεται πουθενά, χωρίς ιδιαίτερη φαντασία στη σκηνοθεσία, είναι επαρκές, χωρίς όμως το κάτι παραπάνω που θα μείνει αξιομνημόνευτο. Τόσο-όσο δηλαδή, για να μην τον κατηγορήσει κανείς, αλλά πιστεύω ότι το σενάριο "σήκωνε" κάτι παραπάνω. 4 τεύχη λοιπόν, τα οποία μαζεύτηκαν σε ένα τομάκι, το οποίο έχει το νούμερο 1 στο πλάι, οπότε λογικά περιμένουμε συνέχεια. Δεν θα τρελαθώ από την ανυπομονησία, αλλά θα το τσεκάρω, όταν και εφόσον. Προτιμήστε το για κάτι ενδιαφέρον, για μικρή δόση τρόμου με ενδιαφέρον σενάριο, σαν ένα επεισόδιο του Παρασκευή και 13.
  3. Το 'Όταν σκοτώνουν τα κοτσύφια είναι ένα κλασικό λογοτεχνικό έργο της Harper Lee, που πρωτοεκδόθηκε στις ΗΠΑ το 1960. Από τα πιο γνωστά αντιρατσιστικά βιβλία, μαζί με την Καλύβα του Μπαρμπα Θωμά. Το διαβάζουν και στα σχολεία στις ΗΠΑ, αντί για τα Ψηλά Βουνά που έβαζαν εμάς να διαβάζουμε στο σχολείο. Η υπόθεση έχει να κάνει ως εξής: Βλέπουμε μέσα από τα μάτια της Σκάουτ, ενός οχτάχρονου κοριτσιού, τη ζωή σε μια μικρή πόλη του αμερικάνικου νότου, στην Αλαμπάμα, τη δεκαετία του ΄30. Η μικρή ζει εκεί μαζί με τον αδερφό της Τζεμ, τον χήρο πατέρα της Άτικους Φιτζ και τη μαύρη τους μαγείρισσα - οικιακή βοηθό. Ο πατέρας της, που είναι δικηγόρος, αναλαμβάνει την υπεράσπιση ενός μαύρου, του Τομ, που κατηγορείται για ένα βιασμό λευκής που δεν έκανε. Πέρα από τη δίκη και την έκβασή της, παρατηρούμε τις αντιδράσεις των ανθρώπων της πόλης, όπως και τον αντίκτυπο που έχει αυτό στα παιδιά. Το βιβλίο δεν είναι ένα δικαστικό θρίλερ. Είναι η προσλαμβάνουσα πραγματικότητα μέσα από τα παιδικά μάτια, όλα αυτά που μοιάζουν αυτονόητα, αλλά δε βγάζουν κανένα νόημα για ένα παιδί, που δεν έχει συμβιβαστεί ακόμα με τον παραλογισμό των ενηλίκων. Θα έλεγα ότι η προσέγγιση του βιβλίου είναι περισσότερο λαογραφική και σκιαγραφεί μια εποχή. Η χριστιανική ευσέβεια κι οι καλοί τρόποι, που πάνε πακέτο με το ρατσισμό, το σεξισμό, τα λυντσαρίσματα. Το σενάριο έχει καλή ροή, ο λόγος είναι αρκετά απλός, προκαλώντας μια άμεση ευαισθητοποίηση, καθώς θίγει διάφορα κοινωνικά θέματα, χωρίς όμως να προκαλεί ιδιαίτερα την ηθική των αναγνωστών. Είναι λίγο απλοϊκό σε σχέση με το σήμερα, ο πατέρας λευκός, καλός χριστιανός, με ευαισθησίες, πιστός στο γραμμα του νόμου και στους άγραφους κανονες της κοινότητας - Ένας καλός χριστιανός δεν μπορεί να είναι ρατσιστής. Να αναφέρω και ότι η ομώνυμη κινηματογραφική ταινία του 1962 κέρδισε 3 όσκαρ. Το κόμικ, που πρωτοκυκλοφόρησε το 2018 στο εξωτερικό, είναι πολύ πιστό στο βιβλίο, καθώς κρατάει αυτούσιο το κείμενο στο μεγαλύτερο μέρος του. Αυτό είναι καλό και κακό. Έχει πάρα πολλή αφήγηση, κάτι το οποίο έχω ξαναπαρατηρήσει πολλές φορές σε διασκευές λογοτεχνικών έργων σε κόμικς, έχει και πολλά περιστατικά που θα μπορούσαν να λείπουν, χάριν της ροής του κόμικ, γιατί πλατειάζει σε σημεία. Από την άλλη, καθώς το κόμικ κυλάει αργά, ταυτόχρονα βαθαίνει την ανάπτυξη των χαρακτήρων, δίνει μια πιο σφαιρική άποψη για τη ζωή στην Αλαμπάμα και το κλίμα της εποχής. Το σχέδιο κι ο χρωματισμός είναι εξαιρετικά, πολύ καλές οι εκφράσεις των προσώπων που ξεχωρίζουν άνετα μεταξύ τους, ο φωτισμός και οι σκιάσεις πολύ προσεγμένες, αρμονικό αποτέλεσμα και κάποια πανέμορφα καρέ. Ενδιαφέρον ανάγνωσμα, ιδανικό δώρο για εφήβους πιστεύω (για μια ομαλή μεταβαση από τη λογοτεχνία σε λίγο πιο ώριμα κόμικς) που κυκλοφόρησε και σε καλό timing από την οξύ. Προσεγμένη έκδοση, στα πρότυπα του Nick Cave. οι φώτος από το εσωτερικό είναι από το goodreads
  4. Ακόμη ένα πολύ ενδιαφέρον κόμικ από την Image, μίγμα νεογουέστερν και νεονεουάρ με αρκετό αίμα, οικογενειακές διαμάχες και πολύ, πάρα πολύ Τέξας. Το πρώτο ΤΡΒ συλλέγει τα τεύχη 1-6 της σειράς με το #1 να είναι μια κατά κάποιον τρόπο εισαγωγή, η οποία μας συστήνει τον ηλικιωμένο σερίφη Τζο Μπομπ, που προσπαθεί να βρει ένα συμπολίτη του, για να του επιστρέψει την κατσαρόλα, την οποία χρειάζεται η γυναίκα του, για να του φτιάξει το φαγητό για τα εβδομηκοστά γενέθλιά του, αλλά στη διάρκεια της ημέρας, θα έρθει αντιμέτωπος με κάποιες παλιές αναμνήσεις, αλλά και μια μακάβρια ανακάλυψη. Από το τεύχος 2 και μετά, ξεκινά μια καινούρια ιστορία με θέμα έναν δολοφονημένο, τον αδερφό του, που επιστρέφει στο Τέξας, για να ανακαλύψει τι του συμβαίνει, αλλά και για να αναμετρηθεί με τα φαντάσματα του παρελθόντος και φυσικά, πάλι με το σερίφη Τζο Μπομπ, που θέλει να λύσει την υπόθεση. Δύσκολα πράγματα, γιατί η αλήθεια είναι ότι οι ήρωές μας βρίσκονται στο Τέξας, ένα μέρος τελείως διαφορετικό από τις υπόλοιπες ΗΠΑ, σχεδόν μια άλλη χώρα, όπου τα αχανή και αφιλόξενα τοπία έχουν επίδραση στο μυαλό και στη συμπεριφορά των ανθρώπων, οι οποίοι κινούνται σχεδόν σαν υπνωτισμένοι, με τους δικούς τους ρυθμούς, ακατανόητους σε εμάς. Αυτήν την πνιγηρή ατμόσφαιρα καταφέρνει να αποδώσει πολύ επιτυχημένα, κατά τη γνώμη μου, ο σεναριογράφος Κρις Κόντον, γράφοντας ένα στιβαρό σενάριο, παρά τις κάποιες σεναριακές ευκολίες, που αν και χρησιμοποιεί αρκετά την αφήγηση (σαφής η επιρροή του Brubaker, παρόλο που εδώ δεν έχουμε το χαρακτηριστικό εσωτερικό μονόλογο του), δεν υπεισέρχεται σε λεπτομέρειες και αφήνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει τα κενά. Ποτέ δεν μαθαίνουμε με απόλυτη ακρίβεια το παρελθόν των δύο αδερφών, ούτε τους λόγους για τους οποίους ο ένας από τους δύο έριξε μαύρη πέτρα πίσω του, αλλά και μετά την αποκάλυψη του δολοφόνου, ο Κόντον δεν μας πλημμυρίζει με φλας μπακ, παρά μας αναγκάζει να αποδεχτούμε όσα διαβάζουμε. Και στο ενδιάμεσο, υπάρχουν αυτές οι περίεργες συμπεριφορές ορισμένων κατοίκων, τόσο φυσιολογικές υπό άλλες συνθήκες, αλλά τόσο ανοίκειες και ανεξήγητες μέσα στο συγκεκριμένο πλαίσιο. Και τέλος, υπάρχει ένα φινάλε, που φαντάζει τόσο χαοτικό και τόσο άσκοπο, με την έννοια ότι δεν υπάρχει καμία δικαίωση και καμία κάθαρση, ώστε θυμίζει ταινία των Κοέν. Πολύ καλή σχεδιαστική δουλειά από τον Jacob Phillips, γιο του Sean Phillips, ο οποίος οπωσδήποτε εμπνέεται από ή αντιγράφει, ό,τι σας αρέσει από τα δύο, το διάσημο πατέρα του, έχοντας κατά βάση την ίδια σχεδιαστική τεχνική, αν και με σαφώς λεπτομερέστερο σχέδιο, που δίνει μεγαλύτερη έμφαση στο ρεαλισμό και όχι στην υπερβατικότητα, που πολλές φορές χαρακτηρίζει τον πρεσβύτερο Φίλιπς. Δυστυχώς, το επώνυμο του σχεδιαστή είναι και το μεγαλύτερο πρόβλημά του, γιατί η σύγκριση είναι αναπόφευκτη και πολλές φορές ακούσια. Αν το ξεχάσουμε, μιλάμε για ένα πολύ καλό σχέδιο, με πολύ καλή σκηνοθεσία και εξαιρετικά χρώματα (δεν αναφέρεται κολορίστας στο κόμικ, άρα, μέχρι αποδείξεως του εναντίου, θεωρώ, ότι το έχει κάνει ο ίδιος ο σχεδιαστής). Νομίζω, ότι είναι σαφές, πως μου άρεσε και μάλιστα αρκετά. Θα ήθελα όμως να διαβάσω και άλλες απόψεις με την πρώτη ευκαιρία Η σειρά συνεχίζεται, υποθέτω με ένα νέο story arc και αυτή τη στιγμή έχει φτάσει στο τεύχος 10. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Μια από τις πολλές κριτικές Συνέντευξη του σεναριογράφου
  5. Τίτλος Πρωτότυπου: La Bombe (Glénat, 2020) Η Βόμβα. Χωρίς κανέναν προσδιορισμό. Δεν χρειάζεται. Όλες και όλοι καταλαβαίνουμε σε ποια Βόμβα αναφέρεται ο τίτλος του κόμικ. Το κόμικ, λοιπόν, είναι μια αρκετά λεπτομερής καταγραφή των πολλών και διαφορετικών καταστάσεων, που συνέβαλαν στη δημιουργία της πυρηνικής βόμβας, από τη σύλληψη της ιδέας της πυρηνικής σχάσης, τότε, που η ιδέα ενός τέτοιου όπλου ανήκε στη σφαίρα της φαντασίας, έως τη ρίψη της πάνω στη Χιροσίμα. Μέσα στις σχεδόν 500 σελίδες του έργου παρελαύνουν όλοι οι γνωστοί πρωταγωνιστές του δράματος, καθώς και αρκετοί άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Θα βρείτε τον Φέρμι, τον Οπενχάιμερ, τον Αϊνστάιν, τον Χάιζεμπεργκ, τον Τρούμαν και κυρίως το Λίο Σίλαρντ, φυσικό από την Ουγγαρία, οι ιδέες του οποίου έθεσαν τα θεμέλια για την κατασκευή της Βόμβας, αλλά και τον πεισματάρη στρατιωτικό Λέσλι Γκρόουβς, φανατικό υπέρμαχο της χρήσης της. Η ιστορία ξεκινά 15 δισεκατομμύρια χρόνια πριν με τη μεγάλη έκρηξη και προχωρά με τη δημιουργία της Γης. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι το ίδιο το ουράνιο, το στοιχείο, που σε αυτό βασίζεται η Βόμβα. Το ουράνιο διψάει για ενέργεια, ανυπομονεί να απελευθερωθεί, θέλει να δείξει την τεράστια δύναμή του. Οι επιστήμονες θα γίνουν, άθελά τους ή εσκεμμένα, οι φορείς της απελευθέρωσής του. Η κυρίως αφήγηση ξεκινά στις 30 Μαρτίου 1933, δύο μήνες μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, όταν ο φυσικός Λέο Σίλαρντ αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Γερμανία εξαιτίας της εβραϊκής καταγωγής του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο διάσημος Ιταλός φυσικός Ενρίκο Φέρμι λαμβάνει το βραβείο Νόμπελ, έχοντας ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τη φασιστική Ιταλία. Παράλληλα, το βιβλίο μας συστήνει την οικογένεια των Μοριμότο, πατέρα και δύο γιούς, που κατοικούν στη Χιροσίμα. Αυτοί και οι γείτονές τους είναι και τα μοναδικά μυθοπλαστικά πρόσωπα της πλοκής, αφού όλα τα υπόλοιπα είναι υπαρκτά πρόσωπα. Από εκεί και μετά, το ρόλο τον αναλαμβάνει η ίδια η ιστορία. Από εκεί και μετά, όλα παίρνουν το δρόμο τους: οι προσπάθειες των φυσικών σε όλα τα στρατόπεδα να κατασκευάσουν τη Βόμβα, το εργαστήριο των Ναζί στη Νορβηγία, το οποίο κατέστρεψαν με κόπο και βάσανα και με θυσίες αμάχων, αλλά και ηρωισμό οι Σύμμαχοι, το Σχέδιο Μανχάταν, το Λος Άλαμος, η κατασκοπία των Σοβιετικών, ο μιλιταρισμός των Ιαπώνων, οι οποίοι, ως επί το πλείστον τυφλωμένοι από την πίστη τους στον αυτοκράτορα, δεν δέχονταν την παράδοση, ο δισταγμός πολλών ανθρώπων σχετικά με τη ρίψη της Βόμβας, η τυφλή υπακοή των στρατιωτικών, η επαμφοτερίζουσα στάση ορισμένων επιστημόνων, κυρίως του Σίλαρντ, ο οποίος από υπέρμαχος της Βόμβας έγινε αρνητής της, ο σκοτεινός ρόλος του Χάιζενμπεργκ, ασαφής όσο και η θεωρία του και πάρα πολλά άλλα. Έπρεπε να ριχτεί η Βόμβα; Αν δεν είχε συμβεί αυτό, πόσο θα συνέχιζε να μάχεται η Ιαπωνία και αν συνέχιζε, ποιες θα ήταν οι απώλειες; Ήταν έτοιμη να συνθηκολογήσει; Και ποια ήταν τα στρατιωτικά και πολιτικά παρασκήνια; Κρίσιμα ερωτήματα, που δεν ξέρω αν έχουν απάντηση. Το σενάριο των Αλκάντ και Μπολέ δεν δίνει απαντήσεις, θίγει όμως πολλά θέματα. Είναι πυκνογραμμένο και ίσως υπερβολικά επεξηγηματικό και σίγουρα παλαιομοδίτικο. Είναι, όμως, πολύ καλογραμμένοι. Με αρκετή προσοχή, πλέκει αργά την ιστορία και χειρίζεται επιτυχώς τους πάρα πολλούς χαρακτήρες, που παρελαύνουν μέσα στο κόμικ, δίνοντάς τους πολλές ευκαιρίες, έτσι ώστε να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν σεναριακά. Παρόλο που θεωρώ, ότι αρκετές εξηγήσεις θα μπορούσαν να λείπουν, προσωπικά δεν κουράστηκα καθόλου διαβάζοντάς το. Το σχέδιο του Ροντιέ, αν και παλαιομοδίτικο κι αυτό, έχει αρκετή δυναμική και ωραίες συνθέσεις, η σημασία κάποιων εκ των οποίων δεν γίνονται αντιληπτές με την πρώτη ματιά. Ο σκιτσογράφος έχει συναίσθηση, ότι πρωτίστως υπηρετεί το σενάριο και οι περισσότερες σελίδες είναι σχεδιασμένες με κλασικό τρόπο, αν και προσπαθεί να ποικίλλει τις συνθέσεις του. Πολύ σωστή επιλογή το ασπρόμαυρο, αφήνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις να μιλήσουν, χωρίς τον εντυπωσιασμό, που συνήθως δίνει το χρώμα. Το κόμικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε μια πολύ ωραία έκδοση με αρκετά καλή μετάφραση της Τατιάνας Ραπακούλια. Στο τέλος παρατίθενται και κείμενα των τριών δημιουργών του κόμικ, που εξιστορούν τη δημιουργία του, καθώς και βιβλιογραφία. Μαλακό εξώφυλλο, ωραία ποιότητα χαρτιού, καλό δέσιμο, αξίζει σίγουρα τα λεφτά της. Ελπίζω να πάει καλά εμπορικά, επειδή χρειαζόμαστε τέτοια κόμικς, που σίγουρα παρέχουν και πληροφορίες και προβληματίζουν τους αναγνώστες. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο σκαναρίστηκαν από εμένα, όλες οι υπόλοιπες εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (στα γαλλικά με εκτεταμένο κατάλογο των υπαρκτών προσώπων του κόμικ) Και ένα βίντεο (στα γαλλικά), όπου ο Ροντιέ λέει ορισμένα πράγματα σχετικά με το πώς σχεδίασε το έργο. Και για να μην ξεχνιόμαστε: η Βόμβα, γνωστή και ως Littlle Boy (αδιανόητος ευφημισμός!) εξερράγη πάνω από τον ουρανό της Χιροσίμα σαν σήμερα, 6 Αυγούστου 1945, 76 χρόνια πριν, στις 08:16:02 τοπική ώρα. Ο αριθμός των θυμάτων, είτα εκείνων, που σκοτώθηκαν ακαριαία, είτε εκείνων, που πέθαναν από τις συνέπειες της ραδιενέργειας παραμένει άγνωστος, αλλά υπολογίζεται γύρω στους 90000-140000. Η δεύτερη Βόμβα (με πλουτώνιο αυτή) και με το παρατσούκλι Fat Man (τραγικό μέσα στο γκροτέσκο στοιχείο) βομβάρδισε το Ναγκασάκι, τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1945, στις 10:58 τοπική ώρα, σκοτώνοντας άμεσα ή έμμεσα 60000-80000 ψυχές. Η τραγωδία υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Ούτε και τα σκίτσα, άλλωστε. Μπορούν όμως να μας προβληματίσουν....
  6. Ο Ethan Reckless, είναι ένας "σημαδεμένος" ψυχικά άνθρωπός, ο οποίος έχει συνειδητά βγει έξω από το σύστημα. Λειτουργώντας σαν παράνομος ιδιωτικός ντετέκτιβ, σαν μισθοφόρος και σαν κυνηγός κεφαλών, δουλεύει τόσο-όσο, ώστε να βγάζει τα προς το ζειν και πολλές φορές αρνιέται επικερδείς δουλειές γιατί απλά δεν του ταιριάζουν. Με την βοήθεια της γραμματέας/έμπιστης του Anne, και με έδρα ένα παλιό εγκαταλελειμένο σινεμά στο Λος Αντζελες το 1981, βρίσκει δουλειές. Ή μάλλον τον βρίσκουν αυτές. Κανείς όμως δεν ξέρει ότι παλιότερα ήταν ένας πράκτορας στο FBI, μέχρι που μια δουλειά του ως μυστικός μέσα σε μια επαναστατική οργάνωση, τον έκανε να τα παρατήσει όλα, αηδιασμένος και στιγματισμένος. Και όλα αυτά, μέχρι που μια μοιραία γυναίκα, μια γυναίκα από αυτό ακριβώς το βρώμικο παρελθόν του, θα κάνει την επανεμφάνιση της...... ΟΚ, αποφάσισα ότι δεν είμαι ο σωστός άνθρωπος για να παρουσιάζω κόμικς των Ed Brubaker και Sean Phillips. Εν μέρει φταίω εγώ για αυτό, εν μέρει φταίνε και αυτοί. Εγώ φταίω γιατί έχω διαβάσει σχεδόν τα πάντα από όσα έχει γράψει ο Brubaker. Και αυτοί φταίνε γιατί μένουν τόσο κοντά, τόσο προσηλωμένοι στο είδος και τη μανιέρα που τους έκανε τόσο επιτυχημένους. Το noir, το pulp-noir, αυτό το χιλιο-χρησιμοποιημένο είδος με τους κατεστραμένους πρωταγωνιστές, τα τσιγάρα, τα ουίσκια και τις επίσης κατεστραμένες, αλλά πάντα επικίνδυνες femme fatale. Και παρόλο που δεν κουνιούνται ούτε εκατοστό από τα τετριμμένα tropes του είδους, καταφέρνουν και το κάνουν τόσο καλά, ώστε να περνάει και ο αναγνώστης καλά και να μην γκρινιάζουν και οι περίεργοι (π.χ. εγώ) ότι επαναλαμβάνονται. Γιατί έχουν καταφέρει το πλέον δύσκολο, να γράφουν και να σχεδιάζουν τόσο καλά και να συνεργάζονται τόσο αρμονικά μεταξύ τους, να προσθέτουν πολύ μικρές λεπτομέρειες και να αλλάζουν τόσο λίγο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά, ώστε να σε κάνουν να αισθάνεσαι ότι ξαναβλέπεις την αγαπημένη σου ταινία. Ή ότι βλέπεις ένα homage στην αγαπημένη σου ταινία, το οποίο είναι τόσο καλοφτιαγμένο, τόσο περιποιημένο και τυλιγμένο με στοργή και αγάπη, ώστε με το τέλος να αισθάνεσαι ότι συνάντησες έναν παλιό αγαπημένο φίλο. Κατά τα άλλα, ουδέν. Ή μάλλον, πολύ λίγα μπορείς να πεις για κάτι τόσο καλοφτιαγμένο και προσεκτικά δομημένο. Ο Brubaker πατάει πάνω στην εμπειρία του και το κάνει να εμφανίζεται εύκολο. Με σωστές αναλογίες περιγραφής και διαλόγου, με σωστό ψυχογράφημα των χαρακτήρων του, με λιτή και συνοπτική γραφή, μας δίνει μια ιστορία δεμένη, με σωστή ανάπτυξη και σχετικά αναμενόμενο φινάλε, πετώντας όμως και μια έκπληξη στη πορεία. Χωρίζει την αφήγηση του σε κεφάλαια, υπενθυμίζοντας μας έτσι ότι γράφει graphic novel και όχι μηνιαίο floppy, και αναδεικνύοντας έτσι την noir αισθητική για άλλη μια φορά. Ο Phillips έχει τρομερή ικανότητα στο στήσιμο των φιγούρων του, οι οποίες αποπνέουν κίνηση και ρυθμό, παίζει με τα καρέ τόσο όσο για να μην βαριέσαι και χωρίς πάντως να ξεφεύγει ιδιαίτερα, και δίνει, κάποια απολύτως ταιριαστά με την ατμόσφαιρα, splash pages, δείχνοντας ότι μπορεί να μην είναι ο πιο "χεράς" σχεδιαστής, αλλά σίγουρα είναι από τους πιο επαγγελματίες του είδους. Δεν έχω να γράψω κάτι άλλο. Ασφαλής αγορά, δεν μπορώ να διανοηθώ κάποιος να μην περάσει καλά διαβάζοντας το. Κυκλοφόρησε μόνο σε σκληρόδετη, κανονικού μεγέθους, έκδοση 144 σελίδων. Η σειρά θα συνεχιστεί με τον ίδιο τρόπο, με ανεξάρτητες δηλαδή και αυτοτελείς εκδόσεις, οι οποίες θα έχουν τον ίδιο χαρακτήρα αλλά θα μπορούν να διαβαστούν αυτούσιες και χωρίς υποχρεωτικά να έχεις γνώσεις των προηγουμένων. Το 2ο βιβλίο, με τίτλο Friend of the Devil, κυκλοφορεί ήδη, ενώ το τρίτο, με τίτλο Destroy All Monsters, θα κυκλοφορήσει τον Οκτώβριο. Πάρτε όλα άφοβα!
  7. Ένα σχετικά φρέσκο, πολύ διασκεδαστικό και αθεράπευτα κομιξόφιλο κόμικ, που ξεκίνησε την πορεία του το Νοέμβριοι του 2020 από τη συνήθη ύποπτο, Image Comics με σεναριογράφο τον επίσης συνήθη ύποπτο Donny Cates και σχεδιαστή τον Geoff Shaw, το δημιουργικό δίδυμο πίσω από το God Country (το οποίο διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην πλοκή). Η αρχική ιδέα είναι εξαιρετικά απλή: στις 11 Ιανουαρίου του 2017 στο Ντένβερ του Κολοράντο η πραγματικότητα, όπως την ξέρουμε, θρυμματίστηκε, αφού ένας εναλλακτικός κόσμος εισέβαλε μέσα στο δικό μας, ένας κόσμος, όπου όλοι οι υπερήρωες των κόμικς, που διαβάζουμε είναι υπαρκτοί και με σάρκα και οστά. Και φυσικά, σαν γνήσιοι υπερήρωες αρχίζουν να πολεμούν μεταξύ τους. Σε κάποια στιγμή, υψώνεται ένα δυναμικό πεδίο πάνω από την πόλη και από τότε κανείς δεν μπορεί ή να βγει. Λίγα χρόνια μετά, συναντάμε την ηρωίδα μας, την Ellipses (= αποσιωπητικά), η οποία ζει σε έναν κόσμο που είναι εχθρικός προς τα κόμικς. Η ίδια εργάζεται σε ένα από τα τελευταία εναπομείναντα κομιξάδικα, το οποίο γίνεται στόχος τρομοκρατικής επίθεσης από μια σέκτα φανατικών, λίγη ώρα αφού έχει συναντήσει την Ava, η οποία προέρχεται από τον κόσμο των υπερηρώων και ανήκει σε εκείνους, που όταν υψώθηκε το πεδίο έμειναν εκτός του Ντένβερ και σε εκείνους, που ενώ ανήκουν στον κόσμο των κόμικς δεν έχουν υπερδυνάμεις. Ή μήπως δεν είναι έτσι; Αυτή είναι, πολύ συνοπτικά, η αρχή του κόμικ, το οποίο έχει και άλλους ενδιαφέροντες χαρακτήρες, αρκετές ανατροπές και αρκετό μυστήριο. Και επίσης, έχει και πολλούς γνωστούς χαρακτήρες των κόμικς, που εμφανίζονται μέσα στην ιστορία, κάποιοι μέσα σε ένα καρέ, άλλοι με πολύ σημαντικούς ρόλους, κάνοντας την ανάγνωση του κόμικ ιδιαίτερα απολαυστική, ενώ υπάρχουν και αρκετά inside jokes για δημιουργούς κόμικς. Εντάξει, ίσως αν το δούμε αντικειμενικά, δεν είναι κάτι σπουδαίο, είναι όμως διασκεδαστικό και με αρκετή δράση και αγωνία. Δεν ξέρω πώς θα το χειριστεί στη συνέχεια ο Cates, αλλά για την ώρα είναι μια πολύ στρωτή και καλογραμμένη ιστορία, χωρίς φλυαρίες, Βασίζεται, προφανώς, πάρα πολύ στην πολύ έξυπνη κεντρική ιδέα του, αλλά υπάρχουν αρκετά δείγματα, ότι ο σεναριογράφος θέλει να προσθέσει και άλλες πτυχές σε αυτή την ιδέα. Ο Geoff Shaw κάνει και πάλι εξαιρετική δουλειά στο σχέδιο και πετυχαίνει να αποδώσει με μεγάλη επιτυχία και τις σκηνές δράσης και τις εκφράσεις των προσώπων και να στήσει πάρα πολύ ενδιαφέροντα καρέ. Πολύ ωραία χρώματα από τον Dee Cunniffe, σημαντική συμβολή στο κόμικ. Διαβάστε το, πιστεύω ότι θα αρέσει. Στη χειρότερη περίπτωση, θα περάσετε κάποια ώρα απλά ευχάριστα. Το πρώτο story arc με έξι τεύχη συγκεντρώθηκε σε ένα ΤΡΒ, το οποίο και διάβασα, με ένα μικρό πρόλογο του Cates, variant covers και τίποτα παραπάνω. Ο τόμος τελειώνει με μια σημαντική ανατροπή και ανυπομονώ για τη συνέχεια. Η σειρά συνεχίζεται, ήδη έχει βγει το 7ο τεύχος και έχει προγραμματιστεί έως και δέκατο.
  8. Σενάριο: James Tynion IV, Ram V, Lonnie Naddler, Alex Paknadel κ.α Σχέδιο Dani, Μιχάλης Διαλυνάς, John J Pearson, Ricardo Lopez Ortis κ.α Τον περασμένο Οκτώβρη ξεκίνησε μια νέα ανθολογία τρόμου υπό την επίβλεψη του James Tynion IV, η οποία αυτή τη στιγμή βρίσκεται στο τρίτο τεύχος, αλλά εγώ πριν κανα δυο εβδομάδες παρέλαβα τα δύο πρώτα. Σε πολύ γενικές γραμμές, η ύλη του περιοδικού αποτελείται από σύντομες ιστορίες, συνεντεύξεις (στο πρώτο τεύχος του Scott Snyder στον Tynion και στο δεύτερο του Gou Tanabe στον Zack Davisson) και διηγήματα. Όπως συμβαίνει σε κάθε ανθολογία, το επίπεδο διαφέρει αισθητά από ιστορία σε ιστορία, ωστόσο, έχοντας διαβάσει και το δεύτερο τεύχος, ομολογώ πως το βρήκα πολύ κατώτερο από το πρώτο, με ελάχιστες ενδιαφέρουσες εξαιρέσεις. Ας τα δούμε όμως λίγο πιο αναλυτικά. Από το πρώτο τεύχος, στο οποίο μάλιστα έχουμε διπλό ελληνικό χτύπημα με τη συμμετοχή του Μιχάλη Διαλυνά και της Dani, ξεχώρισα το Dead Means Dead (Foxe, Διαλυνάς) σχετικά με ένα πτώμα που ίσως να μην είναι όσο νεκρό φαίνεται, το She’s Got It (Zac Thompson, Cha) για ένα ανέμελο κυριακάτικο πρωινό που παίρνει μια εφιαλτική τροπή και είναι σχεδιασμένο εξαιρετικά άβολα από την υπέροχη Cha, αλλά και το A Dream of Time (Ram V, John J Pearson), την μάλλον πιο ποιητική ιστορία του τεύχους που δίνει μια διαφορετική διάσταση στις θεωρίες για το τέλος του κόσμου το 2012 με το σχέδιο να θυμίζει κάτι από τον πολυαγαπημένο μου Dave McKean. Επιπλέον, λάτρεψα, όπως ήταν αναμενόμενο, και το σχέδιο της Dani στο Anatomy of the Rut, αν και σεναριακά δεν μου έκανε ιδιαίτερη εντύπωση. Οι υπόλοιπες ιστορίες ήταν είτε απλά οκ, είτε κακές με τη ζυγαριά να γέρνει στις πρώτες. Δυστυχώς, όμως, η ισορροπία αντιστράφηκε στο δεύτερο τεύχος, όπου με δυσκολία ξεχώρισα κάποια ιστορία. Αγαπημένη μου ήταν το πρώτο κεφάλαιο του The Adventures of Killboy (James Tynion IV, Ricardo Lopez Ortis), το οποίο αποτελεί την πρώτη εμφάνιση του Killboy, χαρακτήρα που φαίνεται πως θέλει να μετατραπεί στο σήμα κατατεθέν του περιοδικού. Ο Killboy πρόκειται για τον φιλικό serial killer της γειτονιάς που σκοτώνει με σαδιστικότατο τρόπο όσους κάνουν το παραμικρό παράπτωμα και δείχνει τα βιντεάκια των δολοφονιών στα άτομα τα οποία υποτίθεται πως θέλει να προστατέψει. Υποσχόμενο φαίνεται και το Cinderside ( Alex Paknadel, Jason Loo),το οποίο θα συνεχιστεί και αυτό σε επόμενα τεύχη, οπότε δεν έχω πλήρη εικόνα, ενώ οι υπόλοιπες ιστορίες ήταν σοκαριστικά αδιάφορες, σε σχεδιαστικό και σεναριακό επίπεδο. Πάντως, απ’ ότι ξέρω στο τρίτο τεύχος έχουν επιστρέψει κάποιοι αγαπημένοι μου δημιουργοί (Ram V και Lonnie Nadler), ενώ έχουν προστεθεί και άλλοι που μου έχουν τραβήξει το ενδιαφέρον, οπότε ελπίζω σε ένα καλύτερο αποτέλεσμα. Σε κάθε περίπτωση, νομίζω πως αξίζει τον κόπο, αφού καλύπτει το κενό για ιστορίες τρόμου δια χειρός σπουδαίων ονομάτων της σύγχρονης κόμικ σκηνής. Το περιοδικό το βρίσκετε ΕΔΩ, τα δύο πρώτα τεύχη μόνο ψηφιακά πλέον, το τρίτο και σε έντυπο.
  9. Υπάρχει καλύτερος τρόπος να εγκαινιάσω το νεοαποκτηθέν τάμπλετ με ένα κόμικ του Jeff Lemire από τον κόσμο του Black Hammer; Εντάξει, σίγουρα υπάρχει, αλλά ήθελα να ποζεριάσω Barbalien: Red Planet λοιπόν. Πρόκειται για ένα mini series πέντε τευχών, που κυκλοφόρησε μεταξύ Νοεμβρίου του 2020 και Μαρτίου του 2021. Η δημιουργική ομάδα αποτελείται από τους Jeff Lemire, Tate Brombal (σενάριο), Gabriel Hernández Walta (σχέδιο), Jordie Bellaire (χρώμα) και Aditya Bidikar (lettering). Προειδοποίηση: ανάμεσα στα αποτρεπτικά κοάλα, περιέχονται σπόιλερ για όσους δεν έχουν διαβάσει την βασική σειρά. Η ιστορία εκτυλίσσεται το έτος 1986, όταν ο πανικός λόγω της επιδημίας του AIDS βρίσκεται στο αποκορύφωμά του. Η επιστημονική κοινότητα μοιάζει μπερδεμένη και η (αμερικανική) κοινωνία δείχνει το χειρότερό της πρόσωπο απέναντι στους νοσούντες αλλά και στους «συνήθεις υπόπτους», τα μέλη της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Ο Mark Markz είναι ακόμη αστυνομικός στην Spiral City, αλλά έχει ψυχρανθεί με τον συνεργάτη του λόγω της ομοφυλοφιλίας του. Σε ανύποπτο χρόνο, θα γνωρίσει τον Miguel, ηγετική μορφή στο κίνημα της πόλης για την υπεράσπιση των δικαιωμάτων της ΛΟΑΤΚΙ κοινότητας. Κι ενώ επιτέλους φαίνεται ότι ο Markz θα μπορέσει, έστω και αλλάζοντας διαρκώς μορφές, να γίνει πραγματικά αποδεκτός στην Γη, ένας βίαιος κυνηγός κεφαλών προσγειώνεται με στόχο να τον φέρει πίσω στον Άρη... Όταν ανακοινώθηκε ο εν λόγω τίτλος χάρηκα πολύ, γιατί ο Barbalien αποτελεί τον αγαπημένο μου χαρακτήρα από το Black Hammer. Δεν θα έλεγα ότι δημιούργησε ιδιαίτερο hype, αλλά είχα φτιάξει ένα δικό μου στο μυαλό μου Δεν μπορώ να πω ότι εκπλήρωσε τις προσδοκίες μου. Είναι φανερό ότι η συμμετοχή του Lemire είναι μικρή και ο Brombal σηκώνει το μεγαλύτερο βάρος. Δεν υπάρχουν οι σήμα κατατεθέν αφηγηματικοί πειραματισμοί του Lemire, ούτε η πλοκή προσφέρει κάτι τρομερό. Παρόλα αυτά, έχει πολύ καλό ρυθμό και μια γενικότερη οικονομία. Θεωρώ δε ότι για mainstream τίτλο, τσιγκλάει ζητήματα που Marvel και DC δεν τσιγκλάνε ή τέλος πάντων τσιγκλάνε πολύ πολύ απαλά. Ιδιαίτερα η αστυνομική βία, θέμα που έχει απασχολήσει τρομερά την δυτική κοινή γνώμη τον τελευταίο καιρό. Μην περιμένετε κάποια εις βάθος ματιά στα κακώς κείμενα της αμερικανικής κοινωνίας, αλλά υπάρχουν σαφείς νύξεις κι αυτό είναι καλό. Στο κομμάτι του artwork, τα πράγματα είναι πιο ξεκάθαρα. Μου αρέσει το σχέδιο του Gabriel Hernández Walta. Νομίζω ότι είναι κάπως κατώτερο από το εξαιρετικότατο The Vision, όμως κάνει μια χαρά τη δουλειά του και αναδεικνύεται από το coloring της υπέροχης Jordie Bellaire. All in all: σαφώς ένα κόμικ για όσους έχουν διαβάσει την κεντρική σειρά, ή για την ακρίβεια για όσους έχουν λατρέψει την κεντρική σειρά. Δεν είναι κάτι σούπερ, αλλά γτφ πέντε τεύχη είναι και διαβάζονται νεράκι.
  10. O Stu Manning είχε το όνειρο να γίνει αστυνομικός, να προστατεύσει την πόλη του. Αλλά ένα φριχτό γεγονός που του συνέβη σε μία από τις πρώτες περιπολίες του, οδήγησε στο να εκδιωχθεί από το σώμα, ντροπιασμένος και ηθικά εξοντωμένος. Αλλά ακριβώς αυτό το γεγονός του κληρονόμησε μια μεγάλη δύναμη, και μια μεγάλη κατάρα ταυτόχρονα. Πλέον, ως ιδιωτικός αστυνομικός αλλά και κρυφά λυκάνθρωπος, θα προσπαθήσει να εκδικηθεί τον χαμό ενός κοντινού του προσώπου, χρησιμοποιώντας το alter-ego του και πλημμυρίζοντας τους δρόμους με αίμα...... Ας το ξεκαθαρίσω από την αρχή. Μην περιμένετε να διαβάσετε οτιδήποτε πρωτότυπο ερχόμενοι στο Lonesome Days, Savage Nights. Ακόμα και ο ίδιος ο τίτλος είναι cringy as hell. Επομένως γιατί πέρασα καλά, παρόλο που έχω δει και έχω διαβάσει πάμπολλες ταινίες και βιβλία με πανομοιότυπη ιστορία. Λόγω καλογραμμένου σεναρίου/διαλόγων και λόγω του σχεδίου. Ξεκινώντας από το γράψιμο, ο Salvatore Simeone (Eve of Extinction) που είχε την ιδέα και ο Steve Niles (Simon Dark, 30 Days of Night) που έκανε, μαζί του, την ιδέα σενάριο κινήθηκαν στο όριο και για εμένα δεν το ξεπέρασαν. Και το κατάφεραν αυτό πατώντας πάνω στις μανιέρες του είδους, με λεζάντες μονολόγων, πολύ αλκοόλ και πολλά τσιγάρα, με την φτωχή-πλην-τίμια sex worker και το παιδί της, αλλά δίνοντας όλα αυτά χωρίς πολύ drama, χωρίς ατελείωτο κείμενο για τα κακά της κοινωνίας και την μοίρα που τους χτύπησε κατακέφαλα. Λίγο κείμενο και εκεί που χρειάζεται, διάλογοι τόσο-όσο, χωρίς περιττές φανφάρες, σε ένα σενάριο που τρέχει και δεν διακόπτει το storytelling που κάνει το πανέμορφο σχέδιο. Το οποίο σχέδιο είναι πραγματικά πανέμορφο και από τα λίγα φωτορεαλιστικά τα οποία, εκτός από το να εντυπωσιάζουν σαν στατικοί πίνακες, πραγματικά καταφέρνουν να προωθούν την δράση και να δένουν όμορφα με την ατμόσφαιρα που βγαίνει από το σενάριο. Εχει βέβαια και τις, ευτυχώς λίγες, ποζερο-στιγμές του, και πως θα γινόταν άλλωστε διαφορετικά, αφού, το επαναλαμβάνω, μιλάμε για φωτορεαλιστικό σχέδιο. Ο πολωνός Szymon Kudranski, τον οποίο αγνοούσα μέχρι πρότινως, και ο οποίος έχει αναλάβει και τρέχει τώρα το Spawn, αλλά έχει κάνει και Punisher και το κρυμμένο διαμάντι Black Eyed Kids στην Aftershock, έχει πολύ ταλέντο και πραγματικά με εντυπωσίασε με το αποτέλεσμα του. Καταφέρνει και αναδεικνύει μια κατά τα άλλα τετριμμένη ιστορία, και επιτυγχάνει να κάνει, κάτι το οποίο με ένα πιο generic σχέδιο θα πέρναγε απαρατήρητο, το LDSN να γίνει αξιοπρόσεκτο και συνολικά αρκετά καλό. 6 oversized τευχάκια σε μια όμορφη κασετινούλα, ή ένα (επίσης) oversized trade paperback τα φορμά στα οποία μπορείτε να βρείτε το συγκεκριμένο, όπως όλες τις υπόλοιπες εκδόσεις της TKO. Ιδιαίτερα απολαυστικό, στα όρια της κρυφής απόλαυσης. Προτιμήστε το.
  11. Πολύ ευχάριστη αστυνομική ιστορία που μου γυάλισε τυχαία σε κάποια παρουσίαση στο youtube και έσπευσα να αγοράσω. Στην αρχική της μορφή αποτελούμενη από 3 άλμπουμ, κυκλοφόρησε αργότερα στα αγγλικά από την Humanoids σε ένα τόμο 150 σελίδων περίπου. Αν και δεν είναι από τα πολύ γνωστά κόμικς της εταιρίας, αποτέλεσε μια ευχάριστη έκπληξη. Η υπόθεση εκτυλίσσεται στο Los Angeles του 2050 και ξεκινά με τον πρωταγωνιστή μας (έναν αστυνομικό) να γίνεται μάρτυρας μιας δολοφονίας. Η εξέταση αμφιβληστροειδούς στο πτώμα δείχνει ότι ανήκει σε 2 διαφορετικές γυναίκες!!! οι οποίες είναι μάλιστα παντρεμένες με διαφορετικούς άνδρες. Το πράγμα από εκεί περιπλέκεται, με μυστικές υπηρεσίες, συνωμοσίες και ναρκωτικά. Στο σενάριο ο (άγνωστος σε εμένα) Benoît Rivière γράφει μια ενδιαφέρουσα ιστορία, στο δε σχέδιο ο Philippe Scoffoni κάνει πραγματικά καταπληκτική δουλειά, με ρεαλιστικά πρόσωπα, άψογη γλώσσα του σώματος και στήσιμο σελίδων / καρέ, ενώ τα φουτουριστικά του σχέδια στα κτήρια, τα περιβάλλοντα και τα οχήματα είναι ιδανικά για ένα κοντινό σε εμάς μέλλον. Γενικά η ιστορία δεν έχει υπερβολικά στοιχεία επιστημονικής φαντασίας (ούτε καν τα τόσο συνηθισμένα ιπτάμενα αυτοκίνητα) και θα μπορούσε να διαδραματίζεται και στη σημερινή εποχή.
  12. Ο Junji Ito θεωρείται ένας από τους πιο σημαντικούς mangaka στο κόσμο. Τα έργα τείνουν στη μεριά του μεταφυσικού τρόμου, με το "Hellstar Remina" να αποτελεί μια εξαίρεση. Το "Hellstar Remina" (ή απλώς "Remina") είναι ένα manga του Junji Ito το οποίο διαφέρει λίγο από τα υπόλοιπα έργα του, καθώς παρουσιάζει μια ανάμιξη της κλασσικής του φόρμουλας του μεταφυσικού τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας σε μια ιστορία 6 κεφαλαίων. Εκδόθηκε το 2020 από τη Viz Media. Ένας επιστήμονας ανακαλύπτει έναν πλανήτη και του δίνει το όνομα της κόρης του, Remina. Η ίδια η Remina γίνεται διάσημη, ενώ την ίδια ώρα ο "πλανήτης" αρχίζει να κινείται προς τη γη, καταστρέφοντας ότι βρει μπροστά του. Με την ανθρωπότητα να πλησιάζει στο πιθανό αφανισμό, ο κόσμος αναζητά ένα τρόπο επιβίωσης και σωτηρίας. Σχεδιαστικά η ιστορία προσφέρει μια ανατριχίλα, καθώς σιγά σίγα αποκαλύπτεται όλο και περισσότερο ο σκοταδισμός της ιστορίας, όπως είναι συνηθισμένο φυσικά με τις ιστορίες του Junji Ito. Η ιστορία είναι αρκετά μεγάλη ώστε να καλύψει όλο το βιβλίο χωρίς πρόσθετα. Παρουσιάζει την αρνητική πλευρά του φανατισμού και την απόγνωση του ανθρώπου σε μια απειλητική κατάσταση. Όταν ο κόσμος έχει θεοποιήσει τη Remina, αλλά τελικά πείθεται ότι με τη θυσία της και του πατέρα της θα σωθεί ο κόσμος, είναι κατανοητό ότι εκείνη δεν ήταν ποτέ ένα πρόσωπο για το κόσμο, αλλά ένα αντικείμενο. Γύρω από τη Remina φαίνεται πως δημιουργείται κάτι που περισσότερο θυμίζει αίρεση παρά λέσχη οπαδών. Σε γενικές γραμμές πρόκειται για μια καλή ιστορία. Ίσως όχι τόσο καλή όσο το Uzumaki (που προσωπικά αγάπησα) αλλά έχει ένα ενδιαφέρον, καθώς όπως αναφέρθηκε συνδυάζει τα στοιχεία τρόμου που χρησιμοποιούνται στις ιστορίες του Ito με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας, καταλήγοντας σ' ένα τρομακτικό αποτέλεσμα που οπτικά είναι τελικά οικείο. Αυτό στηρίζεται και από το σχέδιο, το οποίο έχει τη κλασσική αισθητική που παρουσιάζουν όλα τα προηγούμενα έργα. Είναι επίσης ενδιαφέρον το τέλος, καθώς ενώ μοιάζει να τελειώνει λιγότερο ομαλά από άλλες φορές, δίνει μια διαφορετική ατμόσφαιρα.
  13. H Doctor Chelli Lona Aphra, είναι μια αρχαιολόγος, μισθοφόρος και γενικά ότι πιο κοντινό υπάρχει στον Han Solo, αλλά σε θηλυκή έκδοση. Φοιτήτρια-θαύμα στο πανεπιστήμιο, αλλά και ταυτόχρονα ανεπιθυμήτη από τους ακαδημαϊκούς κύκλους γιατί ήταν πολύ ανεξάρτητη και εγωίστρια για να ασχοληθεί μαζί τους, έδειξε από την αρχή την τάση της να μην υπακούει σε κανόνες αλλά να εκμεταλλεύεται τους πάντες και τα πάντα για να επιτύχει τους σκοπούς της. Δεν διστάζει να προδίδει ακόμα και τους κοντινότερους της ανθρώπους, ακόμα και την ίδια της την ερωμένη, ακόμα και τον Darth Vader, μπροστά στην απληστία της για χρήματα, αρχαία αντικείμενα και γνώση. Συνήθως με την συντροφιά 2 droids, τον Triple-Zero και τον Bee-Tee, τα evil alter-egos των γνωστών droids της Rebellion, τα έχει βάλει με όλην Αυτοκρατορία, αλλά και τους καλούς ενίοτε, σταματώντας σε τίποτα μπροστά στη διαγραφή της δικής της πορείας, ως μοναχική, ανεξάρτητη και, πολλές φορές, αδίστακτη τυχοδιώκτρια μέσα στο Γαλαξία. Χαρακτήρας του Kieron Gillen, μέσα από τις σελίδες του Darth Vader, ήταν τόσο μοναδικός και πρωτότυπος, ώστε γρήγορα απέκτησε δική του σειρά, και μάλιστα έφτασε τα 40 τεύχη, με συνεχιστή τον Simon Spurrier, ως volume 1. Και αυτό γιατί πραγματικά είχε ενδιαφέρον, ήταν αρκετά διαφορετικός και τρισδιάστατος, και ξεχώρισε από οτιδήποτε άλλο έφτιαξε η Marvel από τότε που ξαναπήρε το franchise. Ουσιαστικά αποτελεί έναν θηλυκό Indiana Jones, από την αντίθετη πλευρά του ηθικού φάσματος βεβαίως. (Περισσότερα στην παρουσίαση του πρώτου volume όταν αξιωθώ). Βρισκόμενοι, χρονικά, αμέσως μετά τα γεγονότα του Empire Strikes Back, η Aphra ψάχνει για δουλειές, τόσο γιατί της τελείωσαν τα λεφτά όσο και για να ικανοποιήσει την εσωτερική της ανάγκη να αναγνωριστεί ως η καλύτερη αρχαιολόγος του γαλαξία. Και όταν της δίνεται η ευκαιρία να αναζητήσει τα 2 rings of Vaale, τα μυθικά δαχτυλίδια τα οποία χαρίζουν τεράστια δύναμη σε όποιον τα έχει, συγκροτεί μια ομάδα από μισθόφορους, δολοφόνους και άλλα αποβράσματα, για να τα βρει. Ένας μισότρελος όμως αλλά πανίσχυρος και παντοδύναμος αρχηγός μιας εγκληματικής οργάνωσης τα ψάχνει και αυτός, το εγχείρημα απέκτησε περισσότερες δυσκολίες και ένα τελείως διαφορετικό διακύβευμα. Το κακό με το πως χειρίζεται η Marvel την Doctor Aphra, είναι ότι δεν έχει αποφασίσει πόσο "σοβαρή" ή μη θα είναι η προσέγγιση του χαρακτήρα. Σαν αποτέλεσμα, έχουν υπάρχξει αρκετά καλές, έως και σκοτεινές, ιστορίες, και μερικές φορές έχουμε αρκετά dumbed down και "χιουμοριστικά" σενάρια. Κουτσά-στραβά, ο Gillen και ο Spurrier, κράτησαν μια κάποια ισορροπία, και το αποτέλεσμα έβγαινε συνολικά ΟΚ. Σε αυτό το volume έχει αναλάβει η Alyssa Wong το σενάριο, και προσπαθεί να κρατήσει την "πεπατημένη", και τα καταφέρνει αλλά χωρίς να εντυπωσιάζει, δείχνοντας την σχετική απειρία της . Αντίστοιχα, το σχέδιο της Marika Cresta, εξίσουν αν όχι περισσότερο άπειρη, δεν εντυπωσιάζει, δείχνει κάποιες manga επιρροές, αλλά παραμένει συνολικά αρκετά αδιάφορο. Συνολικά, πιστεύω ότι πρόκειται για έναν χαρακτήρα με προοπτικές, φτάνει να του δώσουν το περιθώριο να "ενηλικιωθεί", τόσο σεναριακά όσο και σχεδιαστικά. Έχω διαβάσει τα 5 πρώτα τεύχη του volume ( από τα 10 που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι τώρα ), τα οποία κυκλοφορούν και σε ένα trade paperback. Δύσκολο να το προτείνω σε άτομα πέρα από φανς του σύμπαντος, αλλά μια ηλεκτρονική ανάγνωση δεν θα κουράσει κανέναν.
  14. 3 Μαφιόζοι, πλησιάζουν στο τέλος της βιολογικής τους ζωής. Γερασμένοι, κουρασμένοι σωματικά και ψυχολογικά, λίγο πριν το τέλος της ζωής και της καριέρας τους, έρχονται αντιμέτωποι με τα φαντάσματα του παρελθόντος τους. Χωρίς όμως εισαγωγικά, κυριολεκτικά τους καταδιώκουν τα φαντάσματα όσως έχουν σκοτώσει κατά τη διάρκεια της αιματοβαμένης τους πορείας στους κόλπους της Κόζα Νόστρα. Για να αντιμετωπίσουν αυτά τα φαντάσματα, θα πρέπει να "ξεθάψουν" παλιές έχθρες και έριδες, προδοσίες και ανεξάντλητες απληστίες, με μοναδική ελπίδα να ανακαλύψουν έναν τάφο, έναν τάφο ο οποίος θα επιβεβαιώσει ή θα διαψεύσει την ειλικρίνεια σχέσεων ετών. Ενδιαφέρον concept από τους συγγραφείς Rob Williams και Ollie Masters, όχι κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αλλά ωραία δοσμένο συνολικά. Μία κλασσική ιστορία εκδίκησης (όπως αποδεικνύεται) με παλιομοδίτικη noir ατμόσφαιρα, στην οποία συντελεί η μεγάλη ηλικία των πρωταγωνιστών και το παρελθόν τους ως μαφιόζοι. Ο μεν Williams έχει αρκετά μεγάλη εμπειρία, τόσο στην πατρίδα του την Αγγλία ως ο βασικός συγγραφέας του Judge Dredd, όσο και στις ΗΠΑ με μεγάλα run σε Suicide Squad και Daken: Dark Wolverine. O Masters έχει γράψει λιγότερα "χιλιόμετρα", αλλά πήρε αρκετά καλά σχόλια για το The Kitchen στη Vertigo. Συνδυαστικά, έγραψαν μια αρκετά σφιχτοδεμένη ιστορία, ίσως λίγο ελλιπή στο characterization, αλλά με ιδιαίτερη έμφαση στην βαριά ατμόσφαιρα, ποτισμένη από χρόνια κατάχρησης πούρων και ουίσκι. Σε τράβαγε η ιστορία συνέχεια μπροστά, πάντα σου δημιουργούσε την θέληση να πας παρακάτω, να μάθεις την κατάληξη. Λιτή και περιεκτική χρήση flashbacks, χρήσιμη και τόσο-όσο. Συνολικά, δεν ανακάλυψε τον τροχό, αλλά το αποτέλεσμα είναι στιβαρό, αρκούντως μυστηριώδες και ιδιαίτερα ικανοποιητικό. Βοήθησε στα παραπάνω ο σχεδιαστής Laurence Campbell, με ένα αρκετά "βρώμικο" και "απεριποίητο" σκίτσάρισμα των σελιδών. Χωρίς ιδιαίτερη έμφαση στη λεπτομέρεια, παρά στις σκιές και στη σκηνοθεσία, με κλασικά tropes άλλων noir κόμικς και εμφανείς τις επιρροές από τη δουλειά του Sean Phillips, καταφέρνει να σε βάλει μέσα στην ιστορία και να λειτουργήσει συμπληρωματικά και όχι ανταγωνιστικά αυτής. Παρόλο που δεν έχει πολύ μεγάλη εμπειρία, δουλεύοντας με τον Mike Mignola στο B.P.R.D. σίγουρα του πέρασε την αισθητική του "βουβού" τρόμου, την οποία και ενσωματώνει στην δουλειά του στο Old Haunts. Σίγουρα δεν είναι από εκείνα τα σχέδια που θα με κάνουν να ψάξω άλλες δουλειές του δημιουργού, αλλά είναι αυτό δεν σημαίνει ότι παραμένει ένα τίμιο, επαγγελματικό και καλά δοσμένο σχέδιο. 5 διασκεδαστικά τεύχη, ένα noir μυστήριο στα βήματα του Ed Brubaker, και ένα trade που τα συλλέγει σε πολύ χαμηλή τιμή. Προτιμήστε το
  15. 12 χρόνια μετά τα τραγικά γεγονότα που έκλεισαν την αρχική σειρά, o Hughie και η Annie ζουν ευτυχισμένοι μαζί στην Σκωτία και προετοιμάζουν τον γάμο τους. Ο hughie ομως κρύβει μέσα του πολύ πόνο, και το γεγονός ότι λαμβάνει στο ταχυδρομείο το ημερολόγιο του Butcher, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα. Μέσα από την ανάγνωση αυτού του ημερολογίου, ο Hughie θα γνωρίσει καλύτερα ποια ακριβώς ήταν η γυναίκα του Butcher, και πως, μετά το χαμό της, καταστράφηκε και ξαναδημιουργήθηκε η προσωπικότητα και ψυχοσύνθεση του. Και ίσως, μέσα από αυτό το καταθλιπτικό ταξίδι στο οποίο τον παρασέρνουν οι σελίδες του ημερολογίου, μπορεί να βρει ο Hughie την ψυχική ηρεμία που θα του επιτρέψει να κάνει το τελικό βήμα προς την πραγματική ευτυχία. Ας ξεκαθαρίσω κάτι από την αρχή. Ο Garth Ennis, δυστυχώς, φαίνεται ότι έχει ήδη γράψει τις καλύτερες του ιστορίες. Τα τελευταία (αρκετά) χρόνια αναλώνεται σε μέτριες δουλειές, ή λίγες καλύτερες, οι οποίες όμως δεν έχουν αυτό το "κάτι" για να μπορείς να πεις ότι είναι πραγματικά πολύ καλές. Η εξήγηση που δίνω εγώ είναι το shock-value που συνηθίζει να χρησιμοποιεί, όσο "φρέσκο" και πρωτοποριακό ήταν τη δεκαετία του 90, πλέον δεν εντυπωσιάζει ούτε καινοτομεί. Λέγοντας αυτό, και χρησιμοποιώντας τα λόγια του @kwtsos, ο Ennis γράφει πολύ καλά love-stories. Όχι δακρύβρεχτα και soapy, αλλά εσωτερικά, όχι απαραίτητα μεταξύ ανθρώπων αλλά και μεταξύ καταστάσεων, προβλημάτων και συναισθημάτων. Και αν προσεγγίσεις με αυτό το τρόπο το Dear Becky, και αν (υποχρεωτικά) είσαι φαν της αρχικής σειράς, τότε θα βρεις πράγματα να πάρεις από αυτά τα 8 τεύχη που βγήκαν πέρισυ και κλείνουν (οριστικά;) το saga. Και όλα αυτά, για να είμαι ειλικρινής, επειδή αυτό το mini-series δεν είναι κάτι άλλο από ένα money-grab, γραμμένο για να κεφαλοποιήσει την μεγάλη επιτυχία της τηλεοπτικής σειράς. Με μοναδικό σκοπό να "καθαρίσει" τον Butcher από τελικά του εγκλήματα, δίνοντας του ένα "δίκαιο" λόγο και μια αιτία πίσω από την ηθική του κατάπτωση. Και παρόλο που αυτό είναι πλήρως αχρείαστο, και ακριβώς επειδή ο Ennis είναι καλός συγγραφέας, καταφέρνει να δημιουργήσει μια ανθρώπινη ιστορία η οποία σε αγγίζει, αν την αφήσεις βέβαια. Διότι πέρα από το κεντρικό δράμα, οι υπόλοιπες (πολλές) σελίδες αναλώνονται σε κάποια b-plots αδιάφορα και ανούσια και στην παράθεση των απόψεων του συγγραφέα για κάποια δεινά των σημερινών κοινωνιών, τα οποία όσο καλά και "άγια" αν είναι, δεν κολλάνε στη γενικότερη ιστορία και δίνονται με (κακώς εννοούμενο) διδακτικό και κατηχητικό τρόπο. Για τον σχεδιαστή Russ Braun, δεν έχω να γράψω πολλά. Έχοντας αντικαταστήσει τον Darick Robertson (σχεδιαστή της αρχικής σειράς) για κάποια τεύχη, φάνηκε σαν λογική επιλογή αφού εκείνος δεν μπορούσε. Και πράγματι είναι πιστός στην "οπτική" λογική του πρωτοτύπου, αν και μη διαθέτοντας την δυνατότητα στα μελάνια του προκατόχου του, το αποτέλεσμα είναι σχετικά απλοϊκό, περισσότερο φωτεινό και glossy από ότι θα έπρεπε. Τουλάχιστον ο Robertson έκανε τα εξώφυλλα. Όπως προείπα, 8 τευχάκια συνολικά, τα οποία μαζεύτηκαν σε ένα trade από την Dynamite. Για τους φανς και μόνο της αρχικής σειράς. Αυτοί και οι φανς του Ennis γενικότερα θα βρουν κάτι πολύ γνωστό και οικείο και θα περάσουν καλά. Οι υπόλοιποι; Αμφιβάλλω.
  16. Μιας και συζητήθηκε το Blue in Green, ευκαιρία να ανεβάσω και το κείμενο που έγραψα γι' αυτό πριν λίγο καιρό. Αφιερωμένο στον @geo_trou Σύμφωνα με έναν αρκετά διαδεδομένο θρύλο, αν κάποιος πουλήσει τη ψυχή του στο Διάβολο θα μπορέσει να πετύχει τους πιο φιλόδοξους στόχους του. Αυτό το μοτίβο κάνει την εμφάνιση του σε παραδοσιακές ιστορίες, όπως ο Φάουστ, ενώ διάφορες παρόμοιες φήμες περιτριγυρίζουν και καλλιτέχνες με ίσως πιο γνωστή την περίπτωση του μπλουζίστα μουσικού Robert Johnson, ο οποίος ξαφνικά απέκτησε ζηλευτές κιθαριστικές ικανότητες. Πάνω σε αυτή την ιδέα βασίζεται και μια από τις -προσωπικά- πιο πολυαναμενόμενες κυκλοφορίες κόμικ της χρονιάς, το Blue In Green, σε σενάριο του Ram V, σχέδιο του Anand RK και χρώμα του John J. Pearson, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο Erik, ένας σαξοφωνίστας, ο οποίος παρ’ ότι ως παιδί είχε δημιουργήσει προσδοκίες για μια ξεχωριστή μουσική καριέρα, αυτές δεν επαληθεύτηκαν, αφού προτίμησε την καριέρα του καθηγητή. Ο θάνατος της μητέρας του, η προσωρινή επιστροφή στο πατρικό του σπίτι και η φωτογραφία ενός άγνωστου μουσικού που θα ανακαλύψει στις στοίβες πραγμάτων που η μητέρα του αρνούνταν να πετάξει σύντομα θα αποδειχθούν καθοριστικοί για το μουσικό του μέλλον, αφού θα τον υποχρεώσουν να πάρει μια σημαντική απόφαση, πληρώνοντας βέβαια το αντίστοιχο βαρύ τίμημα. Η ιστορία που αφηγείται ο Ram V πιθανότατα δεν είναι και η πιο πρωτότυπη και σίγουρα σε αυτόν τον τομέα υπολείπεται της συγκλονιστικής προηγούμενης δουλειάς του, These Savage Shores. Ωστόσο, πολλές φορές δεν έχει σημασία τόσο το τι λες, αλλά το πώς. Ο, τι υπολείπεται σε σεναριακή πρωτοτυπία, λοιπόν, ο Ram V το αναπληρώνει με την εμβάθυνση των χαρακτήρων και την αφήγηση μέσω της οποίας ξεδιπλώνεται η πλοκή. Όσον αφορά τους χαρακτήρες, ο Ram V καταφέρνει να σκιαγραφήσει σύντομα και περιεκτικά τις σχέσεις του Erik με τα κοντινά του πρόσωπα – την απόμακρη σχέση με την αδερφή του, η οποία οδηγείται σε κάποια ξεσπάσματα που βρήκαν ευκαιρία να εκφραστούν μετά την κηδεία, αλλά και τον φόβο που ένιωθε για τη μητέρα του, η οποία του απαγόρευε να ασχολείται με το σαξόφωνο. Κυρίως, όμως, καταφέρνει να βουτήξει στην ψυχοσύνθεση του ίδιου του πρωταγωνιστή του, του Erik, και να αναδείξει τους προσωπικούς του φόβους και τις ανασφάλειες για την ίδια του τη ζωή, την οποία θεωρεί άνευ σημασίας. Η κατάβαση στη ψυχή του Erik επιτυγχάνεται μέσω του εσωτερικού μονολόγου, τον οποίον ο Ram V χρησιμοποιεί ως βασικό όχημα για το ξεδίπλωμα της ιστορίας. Τούτη η αφηγηματική επιλογή κρίνεται επιτυχημένη για δύο λόγους – αφενός συνεισφέρει στη δημιουργία μιας πλούσιας αναγνωστικής εμπειρίας (η οποία απουσιάζει από την πλειονότητα των σύγχρονων κόμικς που τις περισσότερες φορές αφήνουν μια αίσθηση βιασύνης) με έντονη λογοτεχνική αύρα και αφετέρου δημιουργεί μια ατμόσφαιρα ταιριαστή με το ύφος της ιστορίας, όπως αυτό διαμορφώνεται από το σχέδιο και το χρώμα. Σ’ αυτό το σημείο, αξίζει να αναφερθεί πως η πλοκή προέκυψε ύστερα από αυτοσχεδιασμούς του Ram V και του Anand RK, προκειμένου να αποτυπωθεί η αυτοσχεδιαστική φύση της τζαζ μουσικής. Έχοντας, όμως, αυτή την πληροφορία κατά νου οφείλουμε να παρατηρήσουμε πως το τελικό αποτέλεσμα, αν και αρκετά αφαιρετικό, μοιάζει πιο δομημένο απ’ ότι θα περίμενε κανείς, λες και το σενάριο ποτέ δεν παρασύρθηκε από αποφάσεις της στιγμής. Βέβαια, για να είμαι ειλικρινής, δεν έχω αποφασίσει ακόμα αν αυτό το θεωρώ προτέρημα ή μειονέκτημα της ιστορίας. Αντιθέτως, αυτό που με βεβαιότητα μπορώ να ισχυριστώ πως έλειψε από την ιστορία ήταν ο πρωταγωνιστικός ρόλος της jazz ή για να μην το συγκεκριμενοποιώ τόσο, της μουσικής γενικότερα. Σίγουρα, η ενσωμάτωση μουσικών χαρακτηριστικών στο άνευ ήχων μέσο των κόμικς φαντάζει από δύσκολη ως ακατόρθωτη, αλλά θα είχε ενδιαφέρον μια έστω και αποτυχημένη προσπάθεια. Βέβαια, το Blue in Green είναι από εκείνες τις ιστορίες που το σχέδιο έχει την πρωτοκαθεδρία. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να συμβεί διαφορετικά, όταν το επίπεδο είναι τόσο υψηλό, καταφέρνοντας να ξεχωρίζει σε μια χρονιά γεμάτη με πανέμορφες κυκλοφορίες. Ο Anand RK, γνώριμος συνεργάτης και φίλος του Ram V, φιλτράρει τις διδαχές των Bill Sienkiewicz, Dave McKean και Andrea Sorrentino (Joker: Killer Smile), παραδίδοντας εικόνες που μοιάζουν φευγαλέες (ακριβώς, όπως συνέβη και στην προηγούμενη συνεργασία τους, το Grafity’s Wall), μα σε υποχρεώνουν να χαζεύεις για ώρες. Το σχέδιο του, ένα συνονθύλευμα ποικίλων μα οργανικά δεμένων εικαστικών τεχνικών, ισορροπεί ανάμεσα στη γοητευτική ασάφεια των γρήγορων σκίτσων και στην αισθητική αρτιότητα που συναντάται σε λεπτοδουλεμένους πίνακες ζωγραφικής, αποτυπώνοντας τον υπαρξιακό τρόμο που βιώνει ο Erik ως έναν εφιάλτη, όπου οι λεπτομέρειες χάνουν το νόημα τους, γίνονται δυσδιάκριτες και τον πρώτο λόγο παίρνει μια απροσδιόριστη αίσθηση απειλής που υποβόσκει σε κάθε καρέ. Από κοντά, βρίσκεται και ο υπέροχος χρωματισμός του John J. Pearson, ο οποίος παρ΄ότι υιοθετεί χρώματα ασυνήθιστα (πχ μωβ) μοιάζοντας ανα στιγμές να αψηφά τη λογική, εν τέλει αποδεικνύεται απόλυτα ταιριαστός με το σχέδιο. Το Blue in Green είχε δημιουργήσει αρκετές προσδοκίες πριν την κυκλοφορία του λόγω του υλικού που είχε δημοσιευτεί. Έχοντας ολοκληρώσει την ανάγνωσή του, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δικαίωσε την αναμονή, αποτελώντας μια ιστορία που όλες οι πτυχές της συνεργάζονται ιδανικά μεταξύ τους. Σίγουρα, η αισθητική του σχεδίου κλέβει τις εντυπώσεις, ωστόσο και το σενάριο κρύβει ιδέες που μολύνουν τις σκέψεις των αναγνωστών ώρες μετά το φινάλε, εξερευνώντας τα όρια της καλλιτεχνικής φιλοδοξίας. Εν ολίγοις, μια απ’ τις καλύτερες κυκλοφορίες της χρονιάς. Y.γ. Προσπάθησα να μην ανεβάσω τα πιο ωραία παραδείγματα του σχεδίου, αλλά νομίζω πως και αυτά κάνουν τη δουλειά τους, τουλάχιστον εμένα με είχαν πείσει! Υ.γ 2 Λίγο καιρό μετά, κυκλοφόρησε και το Soul της Pixar, το οποίο έχει πολύύύύύ παρόμοια θεματική (μάλιστα και εκεί ο πρωταγωνιστής ειναι καθηγητής που θα ήθελε να γίνει σπουδαίος μουσικός), οπότε τα προτείνω ως double feature κι ας ειναι σε διαφορετικά μέσα.
  17. Μια πανδημία χτυπάει τον πλανήτη. Κανείς δεν ξέρει από που προέρχεται και πως να την περιορίσουν. Η μεταδοτικότητα της είναι καταστροφική, το 95% όσων επηρρεάζονται, πεθαίνουν σε λίγες ημέρες. Και όσο ξαφνικά εμφανίστηκε, μία ημέρα σταμάτησε. Χωρίς να ξέρει κανείς το γιατί. Εν μέσω και λόγω αυτής της κατάστασης, στις ΗΠΑ εκλέγεται πρόεδρος μία αμφιλεγόμενη φιγούρα επιχειρηματία, ο οποίος στα πρότυπα του Trump, προωθεί ακραίες, δεσποτικές και alt-right λογικές. Ταυτόχρονα, το 5% των επιζησάντων, εκείνοι δηλαδή που δεν πέθαναν παρόλο που νόσησαν, άρχισαν να αποκτούν υπερηρωικές δυνάμεις. Και ξεκινάει η μάχη ανάμεσα στην κυβέρνηση η οποία επιθυμεί να τους ελέγξει και σε μια ομάδα αυτών που προσπαθεί να δημιουργήσει την ΑΝΤΙΣΤΑΣΗ. Θα ξεκινήσω λίγο ανάποδα, με κάτι που διάβασα στο κείμενο που έγραψε ο J.Michael Straczynski και συμπεριλήφθηκε στο τέλος του trade που συγκεντρώνει τα πρώτα 6 τεύχη. Όπου και μας λέει ότι έγραψε το Resistance με σκοπό να στήσει ένα καινούριο υπερηρωικό σύμπαν στο οποίο επόμενοι συγγραφείς θα μπορούν να πατήσουν και να γράψουν δικές τους ιστορίες. Πράγμα που ανέβασε αρκετά την συνολική μου άποψη για τη συγκεκριμένη δουλειά. Ξεκινώντας από το ότι πρόκειται για αρκετά καλογραμμένο σενάριο, σαν μια ωραία κινηματογραφική ταινία με δράση και πολιτικές συνομωσίες. Όπως πολύ επιτυχημένα κάποιος το παρομοίασε κάποιος στο goodreads, είναι σαν να διαβάζεις ένα έργο του Tom Clancy, με υπερηρωικά στοιχεία θα προσθέσω εγώ. Όλα δίνονται σε σωστές αναλογίες, με ίσως λίγες παραπάνω πληροφορίες από ότι χρειάζεται, οι οποίες όμως δικαιολογούνται καθώς είναι τα πρώτα τεύχη, αλλά και γιατί στήνει το σύμπαν που αναφέρω παραπάνω. Σωστά, στα 2 τελευταία τεύχη, η δράση ανεβαίνει, αποκτούμε σαφείς ήρωες και villains, και τελειώνει σε ένα ωραίο cliffhanger. Ένα καλοφτιαγμένο sci-fi political thriller, από κάποιον που εμφανώς ξέρει καλά την τέχνη του. Mike Deodato Jr. Εκπληκτικός και εδώ. Τον έχουμε δει σε διάφορα υπερηρωικά, στα οποία τα καταφέρνει μια χαρά, αλλά εδώ, νομίζω, ότι κάνει ένα ακόμα βήμα. Περιορίζει κάποιες κακές συνήθειες, όπως αυτές με τα "παραφουσκωμένα" σώματα και εδώ παραδίδει μαθήματα στησίματος ενός κόμιξ. Παρόλο που έχει να δουλέψει με αρκετό κείμενο, καταφέρνει καi μας παρουσιάζει κάποια πανέμορφα splash, γεμάτα δυναμισμό και συναισθηματική φόρτιση. Εδώ πρέπει να αναφέρω και κάτι που δεν μου αρέσει και αυτό είναι η χρήση των φυσιογνωμιών γνωστών ηθοποίων στη θέση κάποιων χαρακτήρων, όπως π.χ. του Ed Harris στο ρόλο του προέδρου των ΗΠΑ. Και αν συνήθως δεν έχω πρόβλημα όταν αυτό χρησιμοποιείται λιτά και ως easter egg, εδώ γίνεται μαζικά (τουλάχιστον 3-4 ηθοποιούς ξεχώρισα εγώ) και κάποιους σε βασικούς ρόλους. Δεν ξέρω βέβαια αν αυτό είναι επιλογή του σχεδιαστή, του συγγραφέα ή και των δύο, αλλά στον βαθμό που γίνεται, σε βγάζει από τον κόσμο που σε έχει βάλει και δεν βρίσκω το λόγο. Ελπίζω στη συνέχεια να περιοριστεί. Κατά τα άλλα, δεν βρήκα κάτι άλλο αρνητικό, 6 τεύχη eye-candy! 6 τεύχη, ένα trade το οποίο ευχαριστήθηκα. Ξέρω ότι δεν ανακαλύπτει την πιτυρίδα πυρίτιδα, κάτι αντίστοιχό είχε γράψει άλλωστε ο ίδιος ο Straczynski στο Rising Stars. Αλλά είναι ευχάριστο να διαβάζεις 2 επαγγελματίες που ξέρουν καλά την δουλειά τους, να σου προσφέρουν κάτι καλοφτιαγμένο και στιβαρό. Η AWA ως καινούρια εταιρεία κάνει καλή αρχή και εγώ είμαι πάντα υποστηρικτής του καινούριου παιδιού, οπότε θα πάρω μερικά από τα πρώτα trades της και για να δω την κατεύθυνση της αλλά και για να την υποστηρίξω. Σας προτείνω να κάνετε το ίδιο!
  18. Τίτλος Πρωτότυπου: Orwell (Dargaud, 2019) Συγγραφέας και δοκιμιογράφος, αλλά πάνω από όλα οξυδερκέστατος παρατηρητής των κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων, ο Τζορτζ Όργουελ, κατά κόσμον Έρικ Άρθουρ Μπλερ, πρόλαβε στα 47 χρόνια, που έζησε στο μάταιο αυτόν κόσμο να γράψει πολλά έργα, δύο εκ των οποίων έχουν γίνει τόσο κλασικά, που πρακτικά έχουν γίνει τμήμα της συλλογικής μνήμης του δυτικού, τουλάχιστον, κόσμου: τη "Φάρμα των Ζώων" και κυρίως το "1984", που ανατέμνουν με μεγάλη επιτυχία τις σχέσεις εξουσίας και υποταγής και το ρόλο του ατόμου μέσα σε αυτές. Ιδιαίτερα το "1984" μας έδωσε τη φράση "Μεγάλος Αδελφός", που, δυστυχώς, την έχουμε φορτωθεί μέσω ενός τηλεοπτικού προγράμματος, αλλά και μια ολόκληρη μυθολογία γύρω από αυτό και έδωσε βήμα σε πλήθος ερμηνειών. Προσωπικά, δεν νομίζω, ότι υπήρξε άλλο έργο, που να συνέλαβε σε τέτοιο βαθμό την πολιτική πραγματικότητα, έστω και σε μια ακραία μορφή της. Είναι δε, ένα από τους ελάχιστους σύγχρονους συγγραφείς, των οποίων το επώνυμο πέρασε ως επίθετο στη γλώσσα ("οργουελικός"), διατηρώντας ένα πολύ συγκεκριμένο περιεχόμενο. Ο Όργουελ όμως, δεν έγραψε μόνο αυτά τα έργα, έγραψε και άλλα και λογοτεχνικά και δημιοσιογραφικά και δοκίμια, που πραγματικά περιμένουν να τα ανακαλύψετε. Το "Φόρος Τιμής στην Καταλωνία", για παράδειγμα, είναι ένα χρονικό του ισπανικού εμφυλίου και της τραγικής κατάληξής του από έναν άνθρωπο, που τον έζησε πηγαίνοντας εθελοντής στην Ισπανία, για να πολεμήσει στο πλευρό των Δημοκρατικών. Το "Στις Φάμπρικες του Γουίγκαν Πάιαρ" είναι μια συγκλονιστική περιγραφή των άθλιων συνθηκών ζωής της βρετανικής εργατικής τάξης στη δεκαετία του 1930. Το "Οι Αλήτες του Παρισιού και του Λονδίνου" είναι μια εξίσου συγκλονιστική περιγραφή της κόλασης που βίωναν οι άστεγοι και οι απόκληροι της κοινωνίας στις δύο ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις. (Σημείωση: Χρησιμοποιώ τους τίτλους των βιβλίων, έτσι όπως ήταν στις εκδόσεις, όπου έχω διαβάσει το βιβλίο. Έχουν κυκλοφορήσει πλέον και άλλες εκδόσεις με άλλους - και ακριβέστερους - τίτλους) Ο Όργουελ ήταν, λοιπόν, σπουδαίος συγγραφέας, αλλά και σπουδαίος άνθρωπος, ο οποίος εκτός του ότι πολέμησε στην Ισπανία, παρέμεινε έως τέλος πιστός στις αρχές του. Ήταν, βέβαια, και κάπως αντιφατική προσωπικότητα και παρότι διεθνιστής, παρέμεινε Βρετανός έως το κόκαλο. Αυτήν την προσωπικότητα προσπαθεί να ανατάμει ο διάσημος σεναριογράφος Πιερ Κριστέν με τη βοήθεια του Σεμπαστιάν Βερντιέ στο σενάριο. Αν και ακολουθεί μια γραμμική αφήγηση, τη διανθίζει με πολλές παραθέσεις από έργα του Όργουελ, έτσι ώστε να δώσει το λόγο στον ίδιο. Υπάρχει μεν, αρκετή αφήγηση, αλλά δεν γίνεται καθόλου κουραστική, ενώ οι διάλογοι είναι γενικά σύντομοι και μεστοί. Στο τέλος του κόμικ, στο κεφάλαιο, που αποτελείται κυρίως από κείμενο, ο Κριστέν μας εξηγεί την κληρονομιά του Όργουελ στο σύγχρονο κόσμο και αποτολμά να συνδέσει τον Βρετανό συγγραφέα με το δικό του προγενέστερο έργο. Θεωρώ, ότι αφηγηματικά, το συγκεκριμένο κόμικ αποτελεί πρότυπο βιογραφίας ή τουλάχιστον, βρίσκεται πολύ κοντά σε αυτό. Ο Βερντιέ στο σχέδιο βρίσκεται στο μεταίχμιο μεταξύ της "καθαρής γραμμής" και ενός πιο ρεαλιστικού σχεδίου. Το υπόβαθρο είναι σχεδιασμένο με μεγάλη λεπτομέρεια και προσοχή, αλλά τα πρόσωπα είναι πολύ ανθρώπινα, κουβαλάνε σε κάθε σχέδιο τις σκέψεις και τα πάθη των πρωταγωνιστών. Το μελάνωμα είναι εξαιρετικό και δίνει τις απαραίτητες σκιές στα σημεία, που πρέπει. Αν και δεν προτείνει κάποια ρηξικέλευθη σύνθεση στα καρέ, δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει διαφορετικά καρέ, όπου χρειάζεται και η σκηνοθεσία του είναι άκρως αποτελεσματική, εναλλάσσοντας πολύ συχνά κοντινά και μακρινά πλάνα, για να μας δείξει τις λεπτομέρειες ή τη γενική εικόνα. Κάποιες εικόνες ή τμήματα εικόνων είναι έγχρωμα, κυρίως για να προκαλέσουν κάποια συναισθηματική αντίδραση από τους αναγνώστες, ένα τέχνασμα, που γενικά χρησιμοποιείται με φειδώ και με επιτυχία, κατά τη γνώμη μου. Στο κόμικ υπάρχουν και ολόκληρα αποσπάσματα από έργα του Όργουελ, τα οποία φιλοτεχνούνται από άλλους σχεδιαστές, μεταξύ των οποίων, δεν θα μπορούσε να λείπει και ο Μπιλάλ. Πιο κάτω βλέπετε τη συμβολή του Juanjo Guarnido. Οι εκδόσεις Μίνωας εξέδωσαν το κόμικ και με σκληρό και με μαλακό εξώφυλλο με μια ανάλογη επιβάρυνση στην τιμή. Εγώ διάβασα εκείνη με το μαλακό εξώφυλλο και έμεινα πάρα πολύ ικανοποιημένος: μεγάλο σχήμα, εξαιρετική μετάφραση από την Κλαιρ Νεβέ και πολύ καλή επιμέλεια, πολύ ωραίο χαρτί και μέσα, αλλά και στο εξώφυλλο. Γενικά, θεωρώ, ότι είναι ένα από τα πιο σημαντικά κόμικς, που έχω διαβάσει τον τελευταίο καιρό. Είναι απαραίτητο, τόσο σε εκείνους που ήδη έχουν επαφή με το έργο του Όργουελ, αλλά και με όσους θέλουν να τον ανακαλύψουν. Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εσωτερικές σελίδες είναι από το Ίντερνετ.
  19. Μια από τις επικρίσεις εναντίον των υπερηρωικών κόμικς ήταν και είναι, ότι οι ήρωες αυτοί σπανιότατα χρησιμοποιούν τις δυνάμεις τους, για να βελτιώσουν η να λύσουν κάποια κοινωνικά προβλήματα. Οι επικρίσεις αυτές δεν είναι καθόλου αβάσιμες και οι λίγες εξαιρέσεις δεν αρκούν για να τις αναιρέσουν. Αυτό το κόμικ δεν ανήκει στην κατηγορία των συνηθισμένων υπερηρωικών, αφού ασχολείται ακριβώς με τα διάφορα κοινωνικά θέματα, τα οποία τα περισσότερα υπερηρωικά κόμικς αποφεύγουν και πιο συγκεκριμένα με το θέμα της μετανάστευσης, του ρατσισμού, της ένταξης, των κοινωνικών ανισοτήτων, αλλά ακόμη και με τη διακίνηση ανηλίκων για σεξουαλικούς σκοπούς. Το ίδιο το κόμικ αυτοχαρακτηρίζεται ως έργο για Young Adults, όπως και το "αδελφάκι" του, το "Superman Smashes the Klan", με το οποίο μοιράζονται πολλά κοινά, και αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη από τους δυνητικούς αναγνώστες. Πολύ απλά, η υπόθεση θέλει την έφηβη Νταϊάνα, που δεν έχει γίνει ακόμη η Wonder Woman, να παρασύρεται μακριά από το νησί των Αμαζόνων κατά τη διάρκεια μιας καταιγίδας και να φτάνει στην Ελλάδα μαζί με πρόσφυγες. Από εκεί, θα πάει στις ΗΠΑ, όπου θα εκτυλιχθεί το κύριο μέρος της ιστορίας. Η συγγραφέας Laurie Halse Anderson, που από ό,τι καταλαβαίνω, είναι πολύ γνωστή στις ΗΠΑ, δεν βιάζεται καθόλου να μπει στη δράση: η εισαγωγή στη Θεμίσκυρα (το νησί των Αμαζόνων) είναι αρκετά εκτεταμένη και μας προσφέρει σημαντικές πληροφορίες για την ηρωίδα, που θα φανούν πολύ χρήσιμες στη συνέχεια. Αλλά και η συνέχεια της ιστορίας εκτυλίσσεται αργά, αλλά σε καμία περίπτωση βαρετά: οι χαρακτήρες αποκαλύπτονται σταδιακά και οι πράξεις τους δικαιολογούνται επαρκώς, Οι διάλογοι είναι πολύ καλογραμμένοι και γενικά γίνεται πιστευτή η μεταμόρφωση της Πριγκίπισσας Νταϊάνα από ανίδεη για όσα συμβαίνουν γύρω της σε κοινωνικά συνειδητοποιημένη γυναίκα. Η Νταϊάνα θα γίνει η Wonder Woman, όταν καταλάβει πόσο πολύ τη χρειάζεται ο κόσμος γύρω της. Δεν είναι η μόνη ηρωίδα: ήρωες και ηρωίδες είναι όλοι αυτοί και όλες αυτές που μοχθούν καθημερινά να κάνουν τον κόσμο έστω και λίγο καλύτερο. Η σχεδιάστρια Leila del Duca (από το Sleepless) έχει μια απλή γραμμή στο σχέδιο της. Λογικό, γιατί, όπως έγραψα πιο πάνω, το ίδιο το κόμικ απευθύνεται σε εφήβους. Μην περιμένετε, λοιπόν εκπλήξεις, ούτε κάποιο ρηξικέλευθο σχέδιο. Αυτό δεν είναι καθόλου κακό: η δουλειά του είναι να αναδεικνύει και να συμπληρώνει το σενάριο και αυτήν τη δουλειά τη διεκπεραιώνει πλήρως. Η θλίψη και η απελπισία και – όπου υπάρχει – η ελπίδα είναι απόλυτα ορατές στις εκφράσεις των ηρωίδων (αυτό το κόμικ είναι πρωτίστως γυναικεία υπόθεση). Για κάποιους δεν θα είναι της αρεσκείας τους, επειδή θα το βρουν κάπως παιδικό. Κατανοητό, γούστα είναι αυτά. Κάποιοι άλλοι θα πούνε, ότι η κριτική που ασκείται είναι επιδερμική ή επικεντρωμένη σε κάποια πράγματα, αγνοώντας κάποια άλλα. Μπορεί να είναι κι έτσι, αλλά κατά τη γνώμη μου, είναι άδικο αυτό για ένα κόμικ, που είναι τόσο διαφορετικό από τα υπόλοιπα του είδους του. Κάποιοι άλλοι μπορεί να παρεξηγηθούν, επειδή οι Έλληνες φρουροί των “κέντρων φιλοξενίας” δεν εμφανίζονται καθόλου φιλικοί και οι συνθήκες μέσα εκεί κάθε άλλο παρά ιδανικές. Ακόμη και οι στολές τους δεν φαίνονται να είναι σαν των Ελλήνων φρουρών. Κατανοητή και δικαιολογημένη και αυτή η αντίδραση, αλλά δεν θα ήθελα να υπεισέλθω σε λεπτομέρειες. Εμένα μου άρεσε πολύ, αρκετά περισσότερο, από ό,τι περίμενα και το συνιστώ σε όσους και όσες θέλουν να διαβάσουν κάτι πραγματικά διαφορετικό μέσα στο πλέγμα των εμπορικών, αμερικανικών κόμικς. Μια αρχική μορφή αυτής της ανάρτησης δημοσιεύτηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  20. Στα τέλη του 19ου αιώνα και στην πολιτεία της Washington, σε μια μικρή, επαρχιακή πόλη που ονομάζεται Woodsburgh, φτάνει μια πανέμορφη, αισθησιακή και μυστηριώδης γυναίκα, η Lady Hellaine. Συνοδευόμενη από τον πιστό της μπάτλερ, κατοικεί σε μια από τις πιο πολυτελείς επαύλεις της πόλης, η οποία μόλις λίγα χρόνια πριν, είχε συγκλονιστεί από την καταστροφή του κοντινού ορυχείου και των θάνατο πολλών κατοίκων/εργαζομένων αλλά και του ιδιοκτήτη του. Η σύζυγος του οποίου, η Lady Swanson, είναι η μόνη η οποία αντιπαθεί την νεόφερτη, όχι μόνο για το γεγονός επειδή τη ζηλεύει όπως την κατηγορούν, αλλά ίσως, αλλά σίγουρα για σημαντικότερους και περισσότερο σοβαρούς λόγους. Ίσως έχει να κάνει με τον φριχτό φόνο ενός μικρού αγοριού λίγο πριν την άφιξη της Lady Hellaine. Σίγουρα επειδή κάποιο πλάσμα δολοφονεί, με φρικιαστικό τρόπο πολλούς πολίτες, κατά τη διάρκεια της νύχτας. Ίσως έχει να κάνει με τα μυστικά που κρύβει η Lady Swanson, σχετικά με την βραδιά της καταστροφής του ορυχείου, ακόμα και από τα ίδια τα παιδιά της. Και πάνω από όλα, έχει σίγουρα να κάνει με το ΚΑΚΟ, το οποίο σπάνια κοιμάται τα βράδια..... Ιστορία με πολλές προσδοκίες και προεκτάσεις, με προοπτικές για κάτι υπέροχο, με αποτέλεσμα... τελικά όχι τόσο υπέροχο. Υπεύθυνη για αυτή η Mirka Andolfo, Ιταλίδα στη καταγωγή και με αρκετές δουλειές στη χώρα της. Με επιρροές από πάπιες και ποντίκια της Disney, από το W.I.T.C.H και από τα manga, επιρροές πλήρως εμφανείς στα γραπτά της και τα σχέδια της, αλλά για το δεύτερο περισσότερα σε λίγο. Επιστρέφοντας στο σενάριο της, φαίνεται ξεκάθαρα ότι υπάρχει μια συγκεκριμένη κατεύθυνση για το που θα φτάσει και που θα καταλήξει, αλλά στον τρόπο και στην "οδήγηση" μου τα χάλασε λίγο. Εισάγονται σταδιακά πάρα πολλοί χαρακτήρες, τόσο γήινοι όσο και... λιγότερο γήινοι, τόσο ανθρώπινοι όσο και μάλλον όχι γήινοι, σε σημείο που κάποιο σημείο δεν ήμουν σίγουρος αν αυτός που μίλαγε ήταν πράγματι αυτός που απεικονιζόταν. Ισως τα λέω λίγο τραγικά, και πραγματικά, σε κανένα σημείο δεν έχασα τη μπάλα σχετικά με την κατανόηση της γενικής ιστορίας, αλλά σίγουρα θα μπορούσε να απλουστευτεί και να "σφίξει" κάπως η διήγηση, γιατί, στη τελική, το άπλωμα δεν ήταν απαραίτητο για την ροή και την κορύφωση. Σαν σύνολο, και μιλώντας πάντα σε ότι αφορά το σενάριο, σίγουρα κρατιέται αρκετά πάνω από τη βάση, αλλά σε εμένα τουλάχιστον, μου έδειξε, ότι το γράψιμο δεν είναι το κορυφαίο της ατού. Και αυτό γιατί το ατού είναι σίγουρα το σχέδιο της. Καιρό είχα να εντυπωσιαστώ τόσο πολύ από σχέδιο, και μιλώντας ειδικά για σχέδιο που "καρτουνίζει", το οποίο δεν είναι και το αγαπημένο μου. Αλλά δεν μπορείς να μην θαυμάσεις το γέμισμα των καρέ, την λεπτομέρεια των ρούχων και των gore σκηνών, την αισθησιακότητα των γυναικείων χαρακτήρων αλλά και το στυλιζαρισμένο ποζάρισμα των χαρακτήρων. Καθ' όλη τη διάρκεια της ανάγνωσης της 6τευχης σειράς, το μυαλό μου πήγαινε συνέχεια σε 2 σχεδιαστές και αυτοί ήταν ο Joe Benitez και η Αγγελική Σαλαμαλίκη. Για όσους γνωρίζουν τις δουλειές και των δύο, θα καταλάβουν τον συνδυασμό, αν αντιστοιχίσουν την Βικτωριανή εποχή και την απεικόνιση των φορεσιών και των εξωτερικών χώρων (άσχετα αν βρισκόμαστε σε άλλη ήπειρο) αλλά και την "καρτουνέ" απόδοση των χαρακτήρων. Και αν σε αντίθεση με τους παραπάνω δημιουργούς, η Andolfo δεν δίνει τόση έμφαση στις εκφράσεις των προσώπων και στην φορτωμένη λεπτομέρεια των backgrounds, τα υπερκαλύπτει με την "ονειρική" ατμόσφαιρα που προσφέρει σε κάθε καρέ, όσο και στην μεγαλή ποικιλία της σκηνοθεσίας και του στησίματος των καρέ της. Συνολικά, η σχεδιαστική της δουλειά είναι αξιέπαινη και πολύ μα πολύ φρέσκια, και τη θεωρώ ικανή να τραβήξει αναγνώστες με διαφορετικές προτιμήσεις, πράγμα δύσκολο να βρεις τα τελευταία χρόνια. Μιλάμε για ένα κόμικ το οποίο πρώτα προτάθηκε στην (και εκδόθηκε από την) Panini Ιταλίας, εκδόθηκε και από την Glenat στη Γαλλία, πέρασε στις ΗΠΑ με την Image, και έχει μεταφραστεί σε 10 χώρες μέχρι τώρα. Παρά τις όποιες σεναριακές αδυναμίες, το συνολικό αποτέλεσμα είναι πολύ καλό και εντυπωσιακό. Είχε ανακοινωθεί η συνέχεια του το 2021 με τον τίτλό Merciless, αλλά ελέω Covid δεν έχει ξεκινήσει ακόμα να κυκλοφορεί. Σίγουρα από τις σειρές του 2020 που εντυπωσιάζουν και για εμένα τουλάχιστον, κάτι που πρέπει να διαβαστεί από όλους. Ορμήστε
  21. O Owen Johnson ταξιδεύει στη Κίνα για να μάθει το μυστικό πίσω από την ιστορία των πραγματικών γονιών του. Στην πορεία του αυτή, θα καταλήξει σε ναό Σαολίν, όπου οι μαθητές προσπαθούν να ανακαλύψουν τη χαμένη Fire Power, την χαμένη τεχνική της εκτόξευσης μπάλας φωτιάς από τα ακροδάκτυλα. Αυτή η τεχνική έχει χαθεί για πάνω από 1000 χρόνια, και όποιος αποκτήσει τη δύναμη αυτή θρυλείται ότι θα σώσει τον κόσμο. Πολύ σύντομα, και παρά τις φαινομενικές αδυναμίες του, ο Owen θα κληθεί να αντιμετωπίσει μια μεγάλη απειλή και να φανεί αντάξιος των θρύλων. Στην πορεία, θα μεταφερθούμε αρκετά χρόνια μετά, με τον Owen να έχει αφήσει το παρελθόν του πίσω, να είναι παντρεμένος με δύο παιδιά, και να μην θέλει να ασχοληθεί, ούτε με τις δυνάμεις του, ούτε με ότι αυτές σημαίνουν. Αλλά όπως όλοι ξέρουμε, κάποιοι σχεδιάζουν κάτι διαφορετικό..... κλισέ το [klisé] Ο (άκλ.) : (μτφ.) στερεότυπος τρόπος έκφρασης, συμπεριφοράς κτλ., που έχει καταντήσει κενός περιεχομένου από την υπερβολική χρήση. Ε ναι ρε Kirkman, μας πέθανες! ΟΚ, αντιλαμβάνομαι ότι σχεδόν τα πάντα έχουν ειπωθεί/γραφτεί πλέον, αλλά έγκειται και ικανότητα του καλού συγγραφέα. Να προσεγγίσει δηλαδή τα κλισέ, να τα κάνει δικά του, και να μην τα αντιγράψει απλά, αλλά να τα αλλάξει τόσο, ώστε να μας τα προσφέρει με ένα μανδύα πρωτοτυπίας. Εδώ έχουμε τα πάντα προβλέψιμα, τα πάντα γνωστά, είτε από το Iron Fist, είτα από διάφορες ταινίες πολεμικών τεχνών, είτε και λίγο από διάφορα άλλα υπερηρωικά. Ο κακός, δεν είναι και πολύ κακός, σίγουρα πάντως δεν είναι απειλητικός, και αυτός που τον αντικαθιστά στο δεύτερο trade, είναι εξίσου νερόβραστος. Ακόμα και στις ήσυχες στιγμές του κόμικ, ακόμα και στους απλούς διαλόγους μεταξύ του Owen και της οικογένειας του, η ιστορία δεν προχωράει καθόλου, είναι από προβλέψιμη έως βαρετή και δεν καταφέρνει ποτέ να κάνει τους δευτερεύοντες χαρακτήρες κάτι περισσότερο από "ξύλινες" παρουσίες, χωρίς βάθος και ουσία. Και ενώ το σύνολο δεν έγινε ποτέ τόσο βαρετό ώστε να το παρατήσω, φοβάμαι ότι αυτό έγινε γιατί περίμενα να διαβάσω κάτι που θα τα ανέτρεπε όλα και θα έπαιρναν επιτέλους τα πάντα μπροστά. Φευ! Ο Chris Samnee στο σχέδιο, δεν κατάφερε ούτε εδώ, να με κερδίσει. Προσωπική άποψη βέβαια, και ξέρω ότι έχει πολλούς οπαδούς εκεί έξω, αλλά εμένα δεν κατάφερε ποτέ να με πείσει αυτό το semi-cartoony σχέδιο του. Και ενώ είναι καλός στην σκηνοθεσία, δυναμικός στις φιγούρες του και στις κινήσεις τους, τα απλοϊκά χαρακτηριστικά των προσώπων των χαρακτήρων και τα σχετικά συχνά "άδεια" πάνελ δεν με βοήθησαν, σε κανένα σημείο, να μπω μέσα στο κόμικ. Το κύριο πρόβλημα του κόμικ βέβαια είναι το σενάριο και όχι το σχέδιο, και με μια πιο στιβαρή γραφή δεν θα έπαιζε τόσο ρόλο. Αλλά σίγουρα, και σε κανένα σημείο, δεν μπόρεσε να ξεχωρίσει και να κάνει εντύπωση Ίσως η πιο αδύναμη δουλειά των τελευταίων ετών από τον Kirkman. Σαν να μην ήξερε που ακριβώς ήθελε να πάει την ιστορία, σαν να μην υπάρχει πραγματική στόχευση, παρά ένα απλό homage σε ένα σκασμό κόμικς/ταινίες που έχουν προηγηθεί. Συνήθως τα κόμικς του Kirkman τα περιμένω να βγουν σε σκληρόδετη έκδοση, αλλά το ότι έδωσε δωρεάν ως τεύχος 0, ένα ολόκληρο trade, με έκανε να πάρω αυτό και το επόμενο trade που ακολούθησε και περιέχει τα πρώτα 6 τεύχη. Και ευτυχώς γιατί δεν πρόκειται να συνεχίσω τη σειρά. Ουσιαστικά κακό δεν είναι, πιο πολύ αδιάφορο και αδύναμο. Αν είχε κάποιο τρομερό σχέδιο, πιθανό και να με τράβαγε για άλλο ένα trade, αλλά δεν συμπαθώ αυτό του Samnee. Κρίμα ρε Kirkman, αλλά ΟΚ έχεις δώσει πολλά και θα σε ξαναπροτιμήσω στην επόμενη δουλειά σου.
  22. Διάβασα μόλις το Scary Tales του Ζάχαρη και τρελάθηκα, οπότε είπα να κάνω αφιέρωμα στα καπάκια. Όπως θα γνωρίζετε οι περισσότεροι (αν όχι όλοι), πρόκειται για μια συλλογή από strips που δημοσιεύονται στο "Καρέ-Καρέ" της Εφημερίδας των Συντακτών. Ο Πάνος Ζάχαρης, λοιπόν, γνωστός περισσότερο για τη σειρά κόμικς "The Working Dead", καθώς και τις πολιτικές του γελοιογραφίες, κάνει εδώ ένα διαφορετικό "take" στα γνωστά μας παραμύθια, συνδυάζοντάς τα με την (πολιτική κυρίως) επικαιρότητα, δίνοντας έτσι μια διαφορετική, εκμοντερνισμένη οπτική των κλασικών παραμυθιών που δε μοιάζει και τόσο ειδυλλιακή τελικά. Σε αυτά τα «τρομακτικά παραμύθια» λοιπόν, καυτηριάζονται οι πολιτικές της φτώχειας, της ανεργίας, των μνημονίων, ο ρατσισμός, ο σεξισμός. Επίσης, η ανασφάλεια, το προσφυγικό, αλλά και η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος είναι ακόμα μερικά από τα θέματα με τα οποία καταπιάνεται ο Ζάχαρης. Είναι δηλαδή εμφανές το ιδεολογικό πρόσημο του δημιουργού, αφού η θέση που παίρνει απέναντι στα συγκεκριμένα προβλήματα είναι ξεκάθαρη. Το γουρουνάκι που έχτισε το σπίτι του με δάνειο, η Κοκκινοσκουφίτσα που χρειάζεται επειγόντως τη σύνταξη της γιαγιάς της μπας και μπορέσει να πάει σουπερμάρκετ, η κακιά μάγισσα που έκανε το ζαχαρένιο σπίτι της Air BnB είναι μόνο μερικοί από τους ήρωες των «παραμυθιών» του Ζάχαρη. Προσωπική μου αδυναμία είναι μάλλον τα strips που έχουν να κάνουν με πρόβατα, λύκους και κατσικάκια. Μπορώ να πω ότι ο Πάνος Ζάχαρης είναι από τους αγαπημένους μου Έλληνες δημιουργούς και το Scary Tales το λάτρεψα. Γέλασα πάρα πολύ με τα χιουμοριστικά strips (υπάρχει και αρκετή μαυρίλα σε άλλα βέβαια) και πάντα με κάνει να αναφωνώ «πού τα σκέφτεται ρε ο κερατάς»! Πραγματικά θα ήθελα πολύ να έχω αντίστοιχα γαμάτες ιδέες για τα imaginary κόμικς που φτιάχνω στο μυαλό μου. Επίσης, είχα την τύχη να κάνω μια ωραία συζήτηση μαζί του κάποια στιγμή που είχε ένα signing στο ComicStrip όταν κυκλοφόρησε το "Working Dead...And..." (λογικά 2019 είχαμε τότε) και είναι πολύ ενδιαφέρων τύπος γενικά.
  23. Τον ξέρατε τον Mr. Freeze και την γυναίκα του; Προφανώς αν ασχολείστε συστηματικά με DC θα τον ξέρατε, εγώ πάλι όχι. Και το γεγονός ότι είμαι τελείως άσχετος με ένα ας πούμε 80% των ηρώων του DCU, καμιά φορά με αφήνει να διαβάσω ιστορίες τους και να τις φχαριστηθώ ανεπηρέαστα. Έτσι έγινε και με το γλυκανάλατο αλλά συμπαθές Victor and Nora. Προφανώς και είναι ένα ακόμα origin story. Αυτό βέβαια αν και το βάζει σε μειονεκτική θέση ως ένα ακόμα αναμάσημα από χιλιάδες, δεν με κράτησε από το να το διαβάσω (και το ότι το κατέβασα τσαμπέ ίσως έπαιξε έναν μικρό, μικρούλη ρόλο). Ο Victor είναι ένας δεκαεφτάχρονος με κατεστραμμένη οικογένεια και λαμπρό μυαλό, ο οποίος κάνει άλματα στην κρυογενετική με κινητήριο άξονα τις ενοχές για τον θάνατο του μεγαλύτερου αδερφού του, για τον οποίο κατηγορεί εαυτόν. Η Nora είναι μια δεκαεξάχρονη χίπισσα που λόγω μιας θανατηφόρας νευρικής ασθένειας που έχει, ζει το carpe diem στο έπακρο. Γνωρίζονται αρχές ενός καλοκαιριού, αυτός μονόχνωτος και εσωστρεφής, αυτή σε μια ψυχική ηρεμία έχοντας πάρει την απόφαση να αυτοκτονήσει. Ερωτεύονται. Το tragic story γράφεται μόνο του πρακτικά, με αυτόν να βάζει σε εφαρμογή ό,τι γνώση έχει για να επιβραδύνει την ασθένεια της αγαπημένης του, και έτσι ξεκινά την κατρακύλα προς την σκοτεινή πλευρά και την αρχή της περσόνας του Mr. Freeze. Δεν ξέρω τι παίζει με το συγκεκριμένο imprint της DC (τι πάει να πει for young adults; Είναι πιο family friendly και politically correct, ή απλά άλλαξε ο μανωλιός και έβαλε τα ρούχα του αλλιώς;). Σε κάθε περίπτωση, το συγκεκριμένο κόμικ το βρήκα πιο συμπαθές από το μέσο τυχαίο υπερηρωικό που θα διαβάσω σε στιγμές βαρεμάρας και ας είναι ένα παραφουσκωμένο μελόδραμα εφηβικού έρωτος και απώλειας. Τα κίνητρα ξεκάθαρα αν και αρκετά πεζά και φλατ, η Nora όμως με κέρδισε - ωραίο τυπάκι. Τσεκάρετε, στην ιστορία η Lauren Myracle και στο σχέδιο ο Isaac Goodhart ενώ τα παλ χρώματα σε μπλε και ροζ αποχρώσεις του Cris Peter κλέβουν την παράσταση. Στα συν το ότι η αφήγηση είναι χωρισμένη σε κεφάλαια με τίτλους, όχι τόσο σύνηθες (νομίζω) για superhero. Πρώτη κυκλοφορία στις 3.11.20.
  24. Από όλα τα θρησκευτικά κείμενα, γνωρίζουμε ότι υπάρχουν 7 αρχάγγελοι οι οποίοι αντιμάχονται τις δυνάμεις της κολάσεως, με τελικό διακύβευμα τις ψυχές των ανθρώπων. Σε κάποια απόκρυφα κείμενα όμως, αναφέρεται ένας ογδοος αρχάγγελος. Αυτός είναι ο Raziel, o Archangel 8, και κάνει τη δουλειά του στη Γη, ακολουθώντας τις οδηγίες του Γαβριήλ. Είναι δηλαδή ένα εργαλείο, μια θανατηφόρα μηχανή, που στρέφεται όπου και με όποιον τρόπο τον κατευθύνουν. Στην πορεία όμως εμφανίζεται και άλλος αρχάγγελος στη Γη, με φαινομενικά αγαθές προθέσεις, οι οποίες ίσως δεν αποδειχθούν και τόσο αγαθές. Ή μήπως είναι και τα βλέπαμε τα πράγματα, για χιλιάδες χρόνια, τελείως λάθος; Ο Raziel, θα συνεχίσει να επιτελεί το έργο του Θεού, ως ένα απλό και χρήσιμο εργαλείο ή θα πάρει επιτέλους την πρωτοβουλία να δράσει μόνος, βάσει των προσωπικών του κριτηρίων και αντιπαθειών. Ο προαιώνιος πόλεμος μεταξύ Παράδεισου και Κόλασης δεν έχει έρθει ποτέ τόσο κοντά στην Γη. Αχ, πόσο πολύ θα ήθελα να ήμουν ο Garth Ennis και να έγραφα το Punisher και το Hellblazer! Κάτι τέτοιο πρέπει να σκεφτόταν ο Michael Moreci, όταν έγραφε το Archangel 8. Και έτσι μας έδωσε μια δουλειά η οποία θα μπορούσε να είναι homage στον Ennis, παρά κάτι ιδιαίτερα πρωτότυπο. Κάτι που δεν είναι απαραίτητα κακό, φτάνει να έχεις ως συγγραφέας την προσωπική σου φωνή αλλά και να βάζεις εδώ και εκεί τις σωστές πινελιές. Κάτι που κάνει o Moreci, γράφωντας καλούς και πειστικούς διαλόγους αλλά και χρησιμοποιώντας με σωστό τρόπο την αφήγηση, χωρίς να υπερβάλλει με πολυλογίες και βάζοντας τον αναγνώστη σωστά στο κλίμα και τη ψυχοσύνθεση του Raziel. Εκεί που το χάνει λίγο, είναι στην ανάπτυξη των υπολοίπων χαρακτήρων, οι οποίοι εμφανίζονται αρκετά μονοδιάστατοι και "ξύλινοι", σαν κακοί-καρικατούρες από ταινίες δράσης. Συνολικά πάντως, το ταλέντο του συγγραφέα φαίνεται, και παρόλο που έχει τα ελαττώματα του, δεν μπορείς να έχεις παράπονα από το σενάριο. Μπορείς όμως να έχεις από το σχέδιο. Ξέρετε το photo-referencing; Την τεχνική κατά την οποία ο σχεδιαστής εμπνέεται/παίρνει στοιχεία από πραγματικά πρόσωπα/αντικείμενα και τοποθεσίες για να σχεδιάσει κάτι αντίστοιχο; Εδώ, ο C.P. Smith δεν εμπνέεται απλά, αλλά πλήρως αντιγράφει τα πάντα, από πρόσωπα και όπλα μέχρι αυτοκίνητα και σπίτια. Το κάνουν και πολλοί άλλοι, πολλοί καλοί σχεδιαστές, αλλά αυτοί πάντα βάζουν το δικό τους κομμάτι μέσα στο σχέδιο, την δική τους οπτική. Εδώ κατέληξε να έχουμε ένα κολάζ εικόνων, σε πρώτη ματιά πολλές φορές εντυπωσιακές, αλλά μετά από ένα σημείο, ένιωθα ότι έβλεπα stills από ταινίες. Και για να το αποτελειώσει, ο χρωματισμός είναι φριχτός. Παντού σκιές, σε σημείο που να μπερδεύεις ενίοτε τους χαρακτήρες, να σε βγάζουν από την ιστορία και εν τέλει να μπερδεύουν περισσότερο από ότι χρειάζεται. Και ενώ σε πρώτη ματιά/ξεφύλλισμα να εντυπωσιάζουν, να μην βοηθούν αλλά να εμποδίζουν την ιστορία να φτάσει στον αναγνώστη. Πέρα του ότι υπάρχει μεγάλη ασυνέπεια στον χρωματισμό των διαφόρων προσώπων, με αποτέλεσμα να μπερδεύεσαι για το ποιος είναι ποιος. Αρκετά κακή δουλειά συνολικά, και κρίμα γιατί η ιστορία είναι αρκετά passable. 5 τεύχη, τα οποία μαζεύτηκαν σε ένα trade από την AWA, η οποία συνεχίζει και βγάζει άνω του μετρίου σειρές, αρκετά σημαντικό για καινούριες εταιρίες. Το συγκεκριμένο θα μπορούσε να είναι ένα αρκετά ενδιαφέρον θριλεράκι, αν δεν το κρατούσε τόσο κάτω το σχέδιο. Εχει το volume 1 στο trade, οπότε μπορεί να συνεχιστεί. Ελπίζω με διαφορετικό σχεδιαστή.
  25. Μια ιδεώδης σύμπραξη Πέτρος Μαρτινίδης Ο Ζακ Φεραντέζ, βασισμένος στο αρχικό ημιτελές μυθιστόρημα του Καμύ δημιουργεί στη μεταφορά του σε graphic novel ένα πλήρες έργο. «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το graphic novel μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του Αλμπέρ Καμύ. Jacques Ferrandez, Ο πρώτος άνθρωπος. Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Αλμπέρ Καμύ, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin, Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 184 Είναι πολύ άτυχο να γίνεις ένας εξαιρετικά μετριοπαθής άνθρωπος, μα να ζήσεις σε «εποχή των άκρων», όπως χαρακτήρισε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ την περίοδο 1914-1991. Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913. Το φοβερό «άκρο» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όμως, με τις πρωτόγνωρες ανθρωποθυσίες, του στέρησε τον πατέρα του, Λυσιέν Καμύ. Ως Γάλλος της Αλγερίας, ο πατέρας του βρέθηκε με τη γραφική στολή του Ζουάβου στο μέτωπο του Μάρνη, όπου μόλις πρόλαβε να δει τη χώρα καταγωγής του σκοτώθηκε. Ο Αλμπέρ μεγάλωσε σε συνθήκες μιας φτωχής αλλά ήσυχης ζωής στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Ενήλικος πια, το φοβερότερο «άκρο» του Β΄ Παγκοσμίου το βίωσε στο Παρίσι, όπου είχε βρεθεί λίγο πριν τη γερμανική κατοχή, αρθρογραφώντας σε εφημερίδες της αντίστασης. Κι αμέσως μόλις ο Πόλεμος τελείωσε, ακριβώς το 1945, άρχισε το μακελειό για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, με τις δικές του «ακρότητες». Εκεί, η μετριοπάθεια του Καμύ γνώρισε τις μεγαλύτερες ίσως δοκιμασίες της. Ιδίως στην περίοδο 1954-1957, ενόσω γενικεύονταν οι βαρβαρότητες από όλες τις πλευρές. Ο θάνατός του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, το 1960, τον απάλλαξε από διλημματικές επιλογές όταν η βία κορυφωνόταν, μέχρι την οριστική αποχώρηση των Γάλλων από την Αλγερία το 1962[1]. Στην εξέλιξη του Καμύ έπαιξαν κρίσιμο ρόλο εκείνες οι πρώτες δεκαετίες της ζωής του στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Μια αυστηρή γιαγιά, διαχειρίστρια των οικονομικών του σπιτιού∙ μια τρυφερή και όμορφη μητέρα, που του «ζωγράφισε» το πορτρέτο του φιλόπονου πατέρα τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει∙ ένας περίγυρος πολύχρωμος, με τον εξωτισμό της αραβικής κουλτούρας και τον ορθολογισμό της δυτικής να αναμιγνύονται∙ ανάμικτες επίσης παιδοπαρέες, που μοιράζονταν όσα τους επέτρεπε το πενιχρό χαρτζιλίκι τους∙ και, κυρίως, ένας σπουδαίος δάσκαλος δημοτικού, ικανός να εξάψει τη φιλομάθεια των μαθητών, να διακρίνει τους πιο προικισμένους και να καταβάλει κάθε προσπάθεια να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους άνοδο. Βεβαίως οι Γάλλοι, ως αποικιοκράτες, παρέμεναν πολίτες Α΄ κατηγορίας σε σχέση με τους ντόπιους. Αλλά ως προς τους Γάλλους της μητροπολιτικής Γαλλίας έμεναν κι αυτοί υποτιμημένοι. Ήταν οι «pieds noirs», οι «μαυροπόδηδες»[2]. Αυτές οι ιεραρχήσεις δεν σημαίνει ότι ανταποκρίνονταν και σε οικονομικές. Μεταξύ των Β΄ κατηγορίας πολιτών που αποτελούσαν οι αυτόχθονες Αλγερινοί, κάποιοι ήταν πιο εύποροι από πάρα πολλούς Α΄ κατηγορίας «pieds noirs», όπως και μεταξύ των τελευταίων υπήρχαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης, ικανοί να ανταγωνίζονται σε πλούτο αρκετούς γάλλους κτηματίες, με τίτλους ευγενείας. Με τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς του, ο νεαρός Καμύ παρέμεινε ένας «pied noir», πολύ κοντά στους φτωχούς νεαρούς Γάλλους ή Άραβες φίλους του. Και ίσως κατέληγε λογιστής ή δημόσιος υπάλληλος όταν τέλειωσε το δημοτικό, όπως θα τον ήθελε η σφιχτοχέρα γιαγιά του, αν δεν μεσολαβούσε ο εμπνευσμένος δάσκαλος. Πρόθεση του παρόντος άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει τη βιογραφία του Καμύ. Πρόθεση του ίδιου του Καμύ, όμως, ήταν να περάσει αυτές τις καθοριστικές για την εξέλιξη της ζωής του εμπειρίες σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Όπου, με το όνομα Ζακ Κορμερύ, ενός πολυβραβευμένου γαλλο-αλγερινού συγγραφέα που επιστρέφει στο Αλγέρι μετά από μακρά απουσία, μιλά για τα χρόνια μετάβασης από την παιδική στην εφηβική του ηλικία, σε διαρκή αντιπαραβολή με τις συνθήκες της ώριμης ζωής του, στα τέλη του 1950, τους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς και τις λοιπές δικές της δυσκολίες. Ένα είδος Αναζήτησης του χαμένου χρόνου για «pieds noirs», θα μπορούσε να το πει κανείς, χωρίς ειρωνεία. Πάνω στην ορμή της σύνθεσής του, το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε το έσχατο έργο του Καμύ. Εκατόν πενήντα δυσανάγνωστες χειρόγραφες σελίδες, που βρέθηκαν στην τσάντα του μετά το δυστύχημα. Τελευταίο έργο ενός από τους νεότερους συγγραφείς με Νόμπελ λογοτεχνίας και, σαν μακάβρια αντίστιξη, τιτλοδοτημένο: Ο πρώτος άνθρωπος. Αυτό το ημιτελές έργο εκδόθηκε εν τέλει, μα μόλις το 1994, μετά από πολλή δουλειά της συζύγου και της κόρης του Καμύ. Για να γίνει, το 2017, σενάριο ενός graphic novel από τον Ζακ Φεραντέζ. Η σύμπραξη στάθηκε ιδεώδης. Ένα έργο μεγάλου συγγραφέα, με άλλοτε εμπνευσμένες κι άλλοτε μακροπερίοδες ή ανεπεξέργαστες φράσεις, κάποιες ασυνέχειες στην πλοκή και μια μετέωρη κατάληξη (κατάλληλο για τους αφοσιωμένους αναγνώστες του Καμύ ή για τους μελετητές του), προσφερόταν να βρει την ολοκληρωμένη αφηγηματική εκδοχή του στα εκφραστικά μέσα μιας άλλης φόρμας – του «γραφιστικού μυθιστορήματος». Ο όρος «graphic novel» δεν είναι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, παρά το εξευγενισμένο κόμικς. Ίδιοι αφηγηματικοί κώδικες, ίδια ευρήματα (όπως λ.χ. στα flash backs), ίδια ποικιλία γραφιστικών ταλέντων. Απλώς, αν η πλοκή έχει να κάνει με τις περιπέτειες του Ντόναλντ Ντακ ή του Σούπερμαν, ανεξαρτήτως σχεδιαστικής ποιότητας τα έργα εντάσσονται στα «παιδικά» ή στα «περιπετειώδη κόμικς»∙ αν έχει να κάνει με ζεύγη σε ερωτική έξαψη, ανεξαρτήτως, πάλι, αν πρόκειται για το πενάκι του Σερπιέρι ή κάποιου απειρότεχνου, όλα εντάσσονται στα «ερωτικά κόμικς». Αν όμως η πλοκή έχει να κάνει με ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, όπου οι Εβραίοι είναι ποντίκια, οι Ες-Ες γάτες και οι Αμερικανοί σκυλιά που έρχονται να τις φάνε, ακόμη κι αν απουσιάζει μια εντυπωσιακή σχεδιαστική ποιότητα, τότε θαυμάζουμε το βραβευμένο με Πούλιτζερ graphic novel: Maus του Αρτ Σπίγκελμαν∙ ή αν έχει να κάνει με την ταραγμένη ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού, τότε το περιοδικό Time εγκωμιάζει το graphic novel Περσέπολις της Μαργιάν Σατραπί, κ.ο.κ.. Τα πράγματα γίνονται λιγότερο απλά σε περιπτώσεις όπου ένας εξαιρετικά προικισμένος σχεδιαστής, όπως ο Μανάρα λ.χ., έχει μεν διαπρέψει στα «ερωτικά κόμικς» (με Το κουμπί της και άλλες σχετικές σειρές), αλλά προσθέτει στα τελευταία του έργα τους δυο τόμους για τα ώριμα χρόνια της ζωής του Καραβάτζιο. Ο Μανάρα δεν διαφοροποιείται εκεί, ως προς τον ερωτισμό των πιο παλιών του κόμικς. Αλλά θα ήταν μάλλον άδικο να ενταχθεί και ο Καραβάτζιο σε αυτά. Ίσως ο χαρακτηρισμός graphic novel το αναβαθμίζει, αν και ακριβέστερο θα ήταν: «αριστούργημα». Κάτι ανάλογο ίσχυσε πολύ νωρίτερα για τον Γουίλ Άιζνερ, δημιουργό ενός μασκοφόρου ήρωα –του Spirit– ο οποίος ανταγωνίστηκε αρκετούς ομοίους του στα φτηνά κόμικς του 1940 και 1950. Ωστόσο, το 1978, ο Άιζνερ εκδίδει το Ένα συμβόλαιο με τον θεό, με πλοκή βασισμένη σε περιστατικά από φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης και με εξαιρετικά επιδέξιο ασπρόμαυρο σχέδιο. Χάρη σ’ ένα είδος μελοδραματικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τον οποίο αποπνέει το έργο, άρχισε έκτοτε να διακινείται ο όρος «graphic novel». Αυτή η «εξευγενιστική» ονομασία έδωσε την ευκαιρία σε ικανούς ή λιγότερο ικανούς σεναριογράφους και γραφίστες να μετατρέψουν σε κόμικς οτιδήποτε: μεγάλα μυθιστορήματα όσο και επιστημονικά δοκίμια. Από το 1941, βέβαια, τα περίφημα Classics Illustrated άρχιζαν να φροντίζουν την κουλτούρα του μέσου αμερικανού νέου, που ποτέ του δεν θα διάβαζε Ντίκενς, Μέλβιλ ή Όμηρο, δίνοντάς του μια ιδέα για το τι συμβαίνει στο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, στο Μόμπυ-Ντικ ή στην Ιλιάδα. Με εξαιρετική επιτυχία σε όλο τον κόσμο, τα Κλασικά Εικονογραφημένα έφεραν σε επαφή τα παιδιά της μεταπολεμικά αναπτυσσόμενης μεσαίας τάξης με σπουδαία λογοτεχνήματα, χωρίς πολύωρες αναγνώσεις. Μέτρια «εικονογραφημένα», κάποιες φορές, παρέμεναν οπωσδήποτε «κλασικά». Αλλά μετά το 1970 η μόδα τους παρήλθε. Με τα κόμικς να κυριαρχούν στην ψυχαγωγία νεαρών ηλικιών και τα καλά σχολεία να στρέφουν τους μαθητές τους στα ίδια τα πρωτότυπα έργα, το πεδίο για μια πιο λόγια εκδοχή των Classics Illustrated –δηλαδή τα Graphic Novels– άνοιγε λαμπρό. Πρόσφατα λ.χ. ολοκληρώθηκε στη Γαλλία η σχετική μεταφορά και των επτά τόμων της Αναζήτησης του χαμένου χρόνου, του Προυστ, ενώ είχε προηγηθεί σε αγγλόφωνες χώρες η μεταφορά του Πορτρέτου ενός καλλιτέχνη, του Τζόυς. Εκεί όμως έγκειται το πρόβλημα. Οσοδήποτε επινοητικός κι αν αποδειχθεί ο σεναριογράφος ή προικισμένος ο γραφίστας, αν δεν υπάρχει κάποιο πρωτότυπο σενάριο, όπως λ.χ. με το Συμβόλαιο του Άιζνερ, το αρχικό λογοτέχνημα χάνεται μέσα στους κώδικες του graphic novel. Αλλά στην περίπτωση που η γραφιστική μεταφορά αφορά γνωστό λογοτέχνημα κι αυτό έχει μείνει ημιτελές, για κάποιους λόγους, τότε πράγματι επιτρέπει στον προικισμένο γραφίστα να δημιουργήσει ένα νέο, πλήρες έργο. Τέτοια είναι η ιδιαιτερότητα του Ο πρώτος άνθρωπος ως γραφιστικού μυθιστορήματος. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για «ποιητική του φωτός» στις ακουαρέλες του Ζακ Φεραντέζ. Αναπτύσσονται σε μια παλέτα που συνάδει απολύτως με την αίσθηση για τον κόσμο των αφρικανικών παραλίων της Μεσογείου: πόλεις, λιμάνια, προάστια, μεταφορικά μέσα κι ατέλειωτη ποικιλία ενδυμασιών. Το «γραφιστικό» αποδίδει στο αρχικό μυθιστόρημα επιπλέον ποιότητες. Η δε εικαστική δεξιότητα του Φεραντέζ ενισχύεται από το ότι γεννήθηκε στην ίδια γειτονιά με τον Καμύ, πλουτίζοντας τον Πρώτο άνθρωπο με αυθεντικότητα κι ευαισθησία. Στον κοινό αφηγηματικό πυρήνα έχουμε: Τον διαπρέποντα συγγραφέα Ζακ Κορμερύ να επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο του. Συναντά τη γηραιά μητέρα του στο παλιό τους διαμέρισμα, καθώς και τον δάσκαλο που τόσο εύστοχα τον κατηύθυνε στα γράμματα, ενώ συλλέγει, από πρώτο χέρι, εικόνες της σύγκρουσης που βράζει μεταξύ αποικιοκρατών και αυτοχθόνων. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, οι αναδρομές στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας και οι απόπειρες προσέγγισης του πρόωρα χαμένου πατέρα είναι συνεχείς. Συναντώντας επιζώντες γνωστούς του πατέρα του, χτίζει την εικόνα τού πώς εκείνος έβλεπε τον κόσμο, μια που έφυγε απ’ αυτόν νεότερος από τον γιο που επιστρέφει να αναπλάσει το πορτρέτο του. Κρίσιμο, εκεί, ένα επεισόδιο από την εφηβική ηλικία του πατέρα: η επιμονή του να παραστεί σε μια θανατική εκτέλεση, με το θέαμα της καρατόμησης να τον αφήνει άρρωστο για μέρες. Και πιο κρίσιμη η αναφορά, από έναν συμπολεμιστή του πατέρα, στην πρωτοφανώς βίαιη αντίδρασή του απέναντι σε φρικτούς ακρωτηριασμούς πτωμάτων των ηττημένων μιας μάχης. Στο σχόλιο του συμπολεμιστή: «σε ορισμένες περιστάσεις ένας άντρας μπορεί να κάνει τα πάντα», ο πατέρας ξεσπά: «Όχι! Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας». Μερικά ακόμη σημαντικά σημεία: η παρουσία μιας ωραιότατης, νεαρής θαυμάστριας, η οποία συνοδεύει τον Κορμερύ σε αυτό το ταξίδι στο παρελθόν του, και οι συναντήσεις του με διάφορους ντόπιους. Γάλλους που πάλεψαν να στήσουν μια σχετικά εύπορη ζωή, επί δυο-τρεις γενιές, και τώρα πρέπει να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ή Αλγερινούς που πρόκοψαν σε συνεργασία με Γάλλους και υποχρεώνονται πλέον να στραφούν εναντίον τους, πριν τιμωρηθούν ως προδότες από τους δικούς τους. Σε αυτό το κάπως μελαγχολικό κλίμα, παιδικών αναμνήσεων αμεριμνησίας και διλημμάτων της πολεμικής σύγκρουσης που ξεσπά, στον παρόντα χρόνο, το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται. Με τα χρώματα μιας θάλασσας του δειλινού να περιβάλλουν το πλοίο που ξαναφέρνει τον διάσημο συγγραφέα και τη θαυμάστρια πίσω στη Γαλλία. Πιο προβληματισμένο για το μέλλον, μα και πιο έτοιμο να το αποδεχτεί. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι στα δυο πολύ τελευταία σχεδιαστικά καρέ ηχεί κάτι από το τέλος του πρώτου φιλοσοφικού έργου του Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου): «πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται μεν, ενώ το πρωτότυπο έμεινε ημιτελές, αλλά πλήρες νόημα αποκτά για όποιον γνωρίζει, αδρομερώς έστω, τη ζωή του Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή που ούτε στιγμή, μέσα στον δημιουργικό πυρετό της, δεν έχασε τη βαθιά ανθρωπιστική της πυξίδα. Ο Καμύ δοξάστηκε χωρίς να ενδώσει στην έπαρση, κακολογήθηκε χωρίς να ενδώσει στη μικροψυχία, τόλμησε να υπερασπιστεί τα κομμουνιστικά ιδεώδη όπως τόλμησε, μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία, να καταφερθεί εναντίον της ΕΣΣΔ. Γκρεμίζοντας, όχι ανέξοδα, παλιές φιλίες με διαπρεπείς κύκλους αριστερών διανοουμένων. Και ήρθε σε σύγκρουση τόσο με τη γαλλική αποικιοκρατία, δικαιώνοντας ηθικά τον αγώνα των αλγερινών εθνικιστών, όσο και με αυτούς τους τελευταίους, αφού οι τρομοκρατικές βόμβες τους σκότωναν, αδιακρίτως, κόσμο μέσα στον οποίο κυκλοφορούσε ακόμα η μητέρα του. Η δήλωσή του: «Αν έχω να διαλέξω ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στη μητέρα μου, διαλέγω τη μητέρα μου», δεν τον έκανε συμπαθή στους Γάλλους της Αλγερίας ούτε στους εθνικιστές τρομοκράτες, ενώ τον άφησε έκθετο, ως φυγόμαχο, μεταξύ ταυτισμένων με τους αντιαποικιακούς αγώνες Αριστερών. Αυτός, όμως, ήταν ο πείσμων ουμανισμός του Καμύ. Ανυποχώρητος ανθρωπισμός, τη θεμελίωση του οποίου παρακολουθούμε στο Ο πρώτος άνθρωπος. Τρυφερότητα προς τη μητέρα, που του πέρασε ευαισθησίες της∙ ευγνωμοσύνη στον δάσκαλο, που άνοιξε τους πνευματικούς ορίζοντές του∙ ανίχνευση του χαρακτήρα του άγνωστου πατέρα, με την απέχθειά του στις ακρότητες (όπως μιας καρατόμησης ή ενός ακρωτηριασμού πτωμάτων του εχθρού) και την αποδοχή ρήξεων ή εξεγέρσεων, χωρίς απώλεια της μετριοπάθειας: «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το γραφιστικό μυθιστόρημα μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του συγγραφέα. Αλλά αυτή είναι η μοίρα κάθε βιβλίου: όσο πιο πολλά γνωρίζεις για το «έξω», τόσο πληρέστερα κατανοείς το «μέσα» [1] Ακούγεται κάπως υπερβολικό, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως αν δεν μεσολαβούσε το δυστύχημα, ίσως η φωνή του Καμύ, με το κύρος του ανάμεσα στους Γάλλους και τις φιλίες του ανάμεσα σε Αλγερινούς, να ασκούσε κρίσιμη επίδραση στην έκβαση του «πολέμου της Αλγερίας». Ο οποίος, εξάλλου, μεταβλήθηκε σε συνεχή εμφύλια μακελειά και νέες αγριότητες, μεταξύ εκείνων που είχαν διώξει τους αποικιοκράτες. [2] Συνήθως φτωχοί αγρότες από διάφορες περιοχές της Γαλλίας, οι οποίοι από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά έφταναν με την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος στην Αλγερία. Κάτι οι «μαύρες» μπότες των στρατιωτών που μετά την κατάκτηση της χώρας αποτέλεσαν τους πρώτους αποίκους, κάτι οι αγροτικές διαδρομές στα σκούρα εδάφη των χωραφιών, κάτι ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών που έβαφε τις πατούσες των αμπελοκαλλιεργητών, μονιμοποίησαν τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό του «μαυροπόδαρου» για τους γεννημένους στην Αλγερία Γάλλους. Πηγή
×
×
  • Create New...