Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2019'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Όταν ο Braveheart συνάντησε τον Μάρκο Μπότσαρη Συνέντευξη με τον Chris Jaymes, δημιουργό της graphic novel “Γιοί του Χάους”, με θέμα την Ελληνική Επανάσταση του 1821, για το μοναδικό του αυτό έργο και τον τρόπο που η Ιστορία μπορεί να γίνει Τέχνη. Από την στιγμή που άρχισα να ξεφυλλίζω το Sons Of Chaos, σε κείμενα του Αμερικάνου δημιουργού Chris Jaymes και σκίτσα του Αργεντίνου Ale Aragon, ήξερα πως ήθελα οπωσδήποτε να μιλήσω με τον Chris. Η Ιστορία που επανέρχεται ως μνήμη και μάθημα μέσα από την Τέχνη, κι όχι την παιδαγωγική, είναι η Ιστορία που δεν ξεχνιέται. Πως, όμως, ένας άνθρωπος, που δεν τον ενώνει κανένας δεσμός με την Ελλάδα, μπορεί να σταθεί με τέτοιο δέος, τέτοια ευγένεια και τέτοιο σεβασμό απέναντι στην Επανάστασή μας; Πως ένας καλλιτέχνης με πορεία στο σινεμά και το σενάριο, αποφασίζει να μπει στα κόμικς εξαιτίας μιας παλιάς ιστορίας; Πως ένα τόσο μικρό κομμάτι της Παγκόσμιας Ιστορίας μπορεί να βρει τη θέση του μεταξύ των σημαντικών έργων τέχνης σήμερα, δύο αιώνες μετά την εποχή των Φιλελλήνων, χάρη σε κάποιους “ξένους”; Οι απαντήσεις ήρθαν σύντομα, όταν ο Chris με χαρά απάντησε στις ερωτήσεις του The Press Project. – Μοιάζει σαν την αρχή ενός κλασσικού ανεκδότου: ενας Αμερικάνος κι ένας Αργεντίνος, πέφτουν πάνω στην Ελληνική Επανάσταση του ’21. Πως βρέθηκε μπροστά σου; “Το ίδιο ρωτάω κι εγώ τον εαυτό μου σήμερα, δηλαδή 10 χρόνια μετά. Από όταν γεννήθηκα νομίζω ότι βρίσκω τον εαυτό μου μπλεγμένο με τέτοιες μονομανίες, βρίσκω έναν στόχο κι ύστερα κολλάω σε αυτόν, με αντίκτυπο στην πνευματική μου σταθερότητα. Μήνες περνάνε χωρίς να τους καταλάβω και η δομή του χρόνου καταρρέει. Ώσπου, κάποια στιγμή, αναδύομαι με κάποιου είδους αποτέλεσμα και ύστερα, συνήθως, κάτι καινούριο ξεκινάει και ο κύκλος ξαναρχίζει. Παρ’ όλα αυτά, τίποτε άλλο [που έκανα] δεν κράτησε τόσο πολύ. Για άγνωστο λόγο, εδώ “κόλλησα” για μια δεκαετία. Αρχικά ήταν μια συζήτηση με ένα φίλο μου Έλληνα που με οδήγησε να διαβάσω κάθε βιβλίο που κυκλοφορεί στα αγγλικά για την Επανάσταση [του ’21] και, αναπόφευκτα, στη συγγραφή των “Γιών του Χάους”.”. Έχεις κάποια προσωπική σχέση με την Ελλάδα; “Πολύ μεγαλύτερη από ότι ποτέ μου θέλησα, όπως βλέπεις από αυτό που ανέλαβα. Ξέρω για την Επανάσταση [του ’21] περισσότερα από όσα ξέρω για οποιονδήποτε πόλεμο στον οποίο έχει εμπλακεί η χώρα μου, που λέει, βέβαια, και πολλά για το πόσο ενεργητικός, δυστυχώς, τείνει να είναι ο στρατός μας. Η αρχική μου σχέση ήταν με τον καλύτερο μου φίλο, το Νικ, που με σύστησε στο θέμα. Γνωρίζοντας ότι έχω σκηνοθετήσει ταινίες κι έχω γράψει σενάρια, μου ανέφερε συνεχώς το 1821, προσπαθώντας να με πείσει ότι θα γινόταν μια καλή ταινία. Από τότε, έχω αποκτήσει πάρα πολλούς Έλληνες φίλους και οικογένειες έχουν γίνει μέρος της ζωής μου, σε όλη αυτή την πορεία”.”. Η έρευνα σε έφερε στην Ελλάδα; Τι εντύπωση σου άφησε η σημερινή χώρα; Βρήκες ζωντανές μνήμες, την προφορική ιστορία παρούσα; “Κατά τα αρχικά στάδια της έρευνας, πέρασα πέντε εβδομάδες οδηγώντας από την μια άκρη της Ελλάδας στην άλλη. Η μόνη φάση που μπορούσα να φύγω, για τόσο καιρό, από το Λος Άντζελες, ήταν με τις διακοπές Δεκέμβρη και Γενάρη, κι έτσι πέρασα Χριστούγεννα και Πρωτοχρονιά σε τυχαία μέρη, ενώ αποκτούσα εικόνα για την αίσθηση και τη γεωγραφία της Ελλάδας. Πέρασα μια μέρα κολυμπώντας γύρω από τη Μονεμβασιά, για να αποκτήσω οπτική εικόνα του χώρου. Τα χειμωνιάτικα νερά εκείνου του χαρούμενου Δεκέμβρη δεν ήταν ακριβώς φιλόξενα, αλλά μετά από πάρα πολύ γκρίνια κατάφερα να κολυμπήσω, ευγνωμονώντας. Κι από κει, οδήγησα από την Πελοπόννησο στα Ιωάννινα, ενώ τεράστιες ποσότητες χιονιού γέμιζαν τους ορεινούς δρόμους. Είναι πολλές οι ομοιότητες της Ελλάδας με τη βόρεια Καλοφόρνια, απ’ όπου κατάγομαι. Το έδαφος είναι πολύ όμοιο. Όταν σκαρφάλωνα τις πλαγιές, για να φτάσω στη σπηλιά του Οδυσσέα Ανδρούτσου, ένοιωσα ακριβώς όπως όταν σκαρφαλώνω τα βουνά έξω από το Λος Άντζελες. Η Αίσθησή μου για την Ελλάδα ήταν πολύ διαφορετική από όσα συνδέουμε με την Ελλάδα, γιατί ήμουν εκεί τον κρύο καιρό και πολύ συχνά μόνος μου. Εγκλωβίστηκα στη Σύρο μέρες ολόκληρες, κι ήταν σαν πόλη φάντασμα. Ήμουν ολομόναχος στην παραλία Καμάρι της Σαντορίνης, κι είχα σχεδόν όλο το νησί για τον εαυτό μου. Η Ύδρα ήταν άδεια, εκτός από ένα σκύλο, με τον οποίο γίναμε φίλοι και με συνόδευσε σε όλους τους λόφους, τις ατελείωτες ώρες που τριγυρνούσα εκεί. Δεν είχε πάρτυ ή κλαμπς ή χάος. Ήταν ακριβώς το αντίθετο, και είχε μιαν ομορφιά που μάλλον δεν βρίσκεις τους πιο ζεστούς μήνες. Η απομόνωση έφερε μια σιωπή που μου επέτρεψε να γεμίσω το χώρο με τις εικόνες από τα γεγονότα για τα οποία διάβαζα. Ήταν συνεχώς στο μυαλό μου, αποκτώντας νόημα πολύ διαφορετικό από τα συνήθη μου ταξίδια. Να βλέπεις τα μέρη που συνήθως βουλιάζουν από τουρίστες, γεμάτα φανταστικές αιματοχυσίες και ανθρώπους που δεν είχαν προβλήματα πολυτελείας [σαν τα σημερινά], που ζούσαν στην αβεβαιότητα, λεπτό το λεπτό. Είναι ένας πολύ διαφορετικός τρόπος να δεις ένα χώρο ή μια περιοχή. Ειλικρινά, οι εντυπώσεις μου [από την Ελλάδα] δεν έχουν ακόμη διαμορφωθεί γιατί δεν έχω μπορέσει ακόμη να έχω όντως την εμπειρία και να δω πως είναι τώρα. Είναι κάτι που το περιμένω πως κι πως.”. Πόσα χρόνια σου πήρε αυτή η επική δουλειά; υπήρχαν φάσεις που ήθελες να τα παρατήσεις; “Οι αρχικές συζητήσεις, όπως σου είπα, άρχισαν πριν δέκα χρόνια και η διαδικασία είναι πολλές φάσεις, ήρθαν και άλλες δουλειές που έπρεπε να κάνω ενδιαμέσως, οπότε, ναι, υπήρξαν πολλές φορές που φλέρταρα με την ιδέα να τα παρατήσω, αλλά κάπως γινόταν και είχα υποστήριξη και υπήρχαν άνθρωποι που δεν ήθελα να απογοητεύσω, κι έτσι κρατήθηκα και συνέχισα. Παρ’ όλα αυτά, υπήρχαν ολόκληροι μήνες που έπρεπε να σταματήσω και να αφήσω το μυαλό μου να ανασάνει και να βρει ισορροπίες. Και άυπνα βράδυα για βδομάδες, καθώς προσπαθούσα να μοιράσω το χρόνο σε όλα αυτά που έκανα, και πονοκέφαλοι, και κάποιες επισκέψεις σε νοσοκομεία, αλλά, όταν ήμουν πια σε σημείο χωρίς επιστροφή. Ευτυχώς, συνέχισα και τώρα μπορώ και σου μιλώ χάρη σε αυτό”. https://youtu.be/fR5XTVk11Ug Γιατί το Σούλι; γιατί ο Μπότσαρης; γιατί τον διάλεξες ως κεντρικό σου ήρωα; “Οταν άρχισα να διαβάζω για τους Σουλιώτες, το μυαλό μου γέμισε έντονες και κινηματογραφικές εικόνες. Ο νους μου εμπορευματοποιούσε την πραγματικότητα [των Σουλιωτών] και φανταζόταν μια πολύ ψευδή εκδοχή ενός καρτούν σαν της Ντίσνεϊ, ας πούμε την ύπαρξη μιας φυλής Ρομπέν των Δασών, με υπεράνθρωπους ήρωες που μάχονταν τον εχθρό. Αυτή η φανταστική εικόνα μεγάλωνε, ώσπου κάποια στιγμή έπεσαν οι ρυθμοί και συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν καρτούν ούτε υπερήρωες, και φαντάστηκα πως θα ήταν να γεννιόμουν παιδί σε εκείνη την πραγματικότητα. Εναν κόσμο ακραίου χάους, που δεν έχει σε τίποτε να κάνει με σένα, έξω από τους γονείς που σε συνέλαβαν. Ενα απολύτως τυχαίο αποτέλεσμα σε τοποθετεί σε μια πραγματικότητα αστάθειας και ακραίας βίας – μια ζωή απόλυτης αβεβαιότητας. Για κάποιο λόγο, το μυαλό μου μπήκε στην οπτική γωνία ενός παιδιού, που στέκεται στη μέση του Σουλίου την εποχή των επιθέσεων που διέταξε ο Αλή Πασάς. Κι άρχισε να ζωντανεύει τόσο όλο αυτό, που έγινε το σημείο εκτόξευσης της ιστορίας. Ο Μάρκος Μπότσαρης και η οικογένειά του συνδέονταν με αυτά τα γεγονότα και είχαν διαρκείς εντάσεις με τον Αλή Πασά, που συνεχίστηκαν μέχρι το θάνατο του πατέρα του, του Κίτσου, και μέχρι το θάνατο και του Αλή. Τα γεγονότα αυτά μου φάνηκαν ένας ωραίος τρόπος να συστήσω το θέμα σε ένα μη Ελληνικό κοινό και κατά τη διάρκεια της έρευνάς μου, με πολλούς τρόπους, τα συμπεράσματά μου με οδήγησαν να πιστέψω ότι η εξέγερση κέρδισε momentum λόγω της αδιαφορίας του Αλή προν το σουλτάνο και την Οθωμανική Αυτοκρατορία ως σύνολο. Αν υπήρχε άλλη ηγεσία στα Γιάννενα, υπάκουη στην ατζέντα του Σουλτάνου, τα αποτελέσματα μπορεί να ήταν πολύ διαφορετικά. Γι’ αυτό αποφάσισα να ακολουθήσω την ιστορία του Αλή και να δείξω τι τον έκανε να λάβει τις αποφάσεις που έλαβε, που, κατά την άποψή μου, ενδυνάμωσαν την Ελλάδα με έμμεσο τρόπο, και οδήγησαν στο momentum που δεν θα δημιουργούνταν διαφορετικά. Βεβαίως, όλα αυτά είναι θεωρίες, και είμαι σίγουρος ότι θα υπάρχουν πολλά επιχειρήματα που θα αντιτίθενται σε αυτή την οπτική, όμως αυτό πιστεύω και αυτό έγινε μέρος της ιστορίας που διηγούμαι. Τα περισσότερα στοιχεία αποδίδονται μεταφορικά, μέσα από τη σχέση του Αλή με το Μάρκο, ο οποίος είναι περισσότερο ένα σύμβολο της Ελλάδας παρά ο άνθρωπος αυτός καθ’ αυτός. Ο χαρακτήρας που αποδίδεται στο Μάρκο θα μπορούσε να αποδοθεί στον καθένα, για να είμαι ειλικρινής, κι ίσως αυτή να ήταν καλύτερη απόφαση, γιατί μετά την εμφάνιση του χαρακτήρα του Μάρκου, η υπόλοιπη ιστορία τον χρησιμοποιεί σαν ξεναγό, ώστε να εισάγει τον αναγνώστη στα κυριότερα σημεία κλειδιά κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, ενώ παράλληλα τον εμπλέκει στην λογοτεχνική και ψυχολογικά ορμώμενη διήγησή [μου] με τον Αλή Πασά να αντιπροσωπεύει την εσωτερική φυλακή στην οποία και αυτός [ ο Μάρκος] και πολλοί ακόμη Έλληνες είχαν βρεθεί λόγω της δράσης του Αλή και της αβεβαιότητας των συνθηκών που τους είχαν επιβληθεί. Η ιδέα να χρησιμοποιήσω το Μάρκο Μπότσαρη αντί για έναν άοπλο λογοτεχνικό Έλληνα ήρωα ήταν αμφισβητούμενη, αλλά όλη μου τη ζωή έβλεπα ταινίες που με έκαναν να θέλω να μάθω περισσότερα. Όταν είδα το Braveheart ήθελα να μάθω περισσότερα για τον Γουίλιαμ Γουαλας. Ακόμη κι αν η αλήθεια της ζωής του Γουίλιαμ Γουάλας ήταν πολύ διαφορετική από όσα έδειξε το Braveheart, δεν είχε σημασία. Εξαιτίας της ταινίας θέλησα να μάθω περισσότερα. Φοβήθηκα ότι αν ο κεντρικός ήρωας ήταν απολύτως φανταστικός, το μη Ελληνικό κοινό θα δυσκολευόταν περισσότερο να δει [όσα διηγούμαι] σαν έναν αληθινό πόλεμο και μέρος της Ιστορίας. Παρόλα αυτά, υπάρχουν πολλές αλήθειες και ποιότητες από τη ζωή του Μάρκου Μπότσαρη που πλέκονται με την ιστορία του και το χαρακτήρα του, αν και μερικές φορές αυτό γίνεται συμβολικά και όχι άμεσα. Αποφεύγοντας τα σπόιλερς για το τέλος του βιβλίου, να πω ότι, προφανώς, ο θάνατος του πατέρα του Μάρκου, του Κίτσου, δεν συνέβη όπως απεικονίζεται. Όμως, ο θάνατος [του Κίτσου] διετάχθη από τον Αλή Πασά και ο Μάρκος δεν είχε ανάμειξη. Αυτό που έκανα ήταν να προσθέσω περισσότερες στρώσεις [ανάδειξης] του χειριστικού τρόπου του Αλή και της ψυχολογικης παγίδας που υπέφερε ο Μάρκος, που δεν κατάφερε να τον σώσει και κατηγορούσε τον εαυτό του. Εν τέλει, η ερμηνεία αφήνεται στον αναγνώστη, που μπορεί να το δει όσο λεπτομερώς ή όσο επιπόλαια αποφασίσει και η στρατηγική μου ήταν να χρησιμοποιήσω αυτά τα στοιχεία ώστε να φέρω τα γεγονότα πιο κοντά στον υπόλοιπο κόσμο”.” Η Αργεντινή έχει μια τεράστια παράδοση στις graphic novels και τις τέχνες, και πολλούς αντίστοιχους αγώνες με την Ελλάδα. Ήταν κι αυτό λόγος για τη συνεργασία; “Το κάνεις να ακούγεται σα να είχε μεγαλύτερη σημασία από ότι όντως είχε, οπότε καλύτερα να συμφωνήσω μαζί σου! Αυτές οι δυναμικές ίσως να έπαιξαν κάποιο ρόλο με τον τραχύ, ενστικτώδη τρόπο που ταιριάζει σε σενάριο και σκίτσο, γιατί η σφοδρή και ακραία συναισθηματικότητα του Ale εμφανίζεται σε κάθε καρέ. Δουλεύει με μελάνι, και το μελάνι δε συγχωρεί. Δεν υπάρχει ούτε γραμμή ψηφιακή – είναι ωμό από πρόθεση και το αισθάνεσαι στη δουλειά του”. Ενας φίλος, που είδε τη δουλειά σας, παρατήρησε ότι, με κάποιο τρόπο, ενώ είναι πρωτότυπη αποτελεί και φόρο τιμής στους “300”. “Δεν υπήρχε ποτέ η πρόθεση να αποτελέσει φόρο τιμής, αλλά είναι αδύνατον να αποφύγεις τη σύγκριση. Το εξώφυλλο έχει ένα κράνος της περιόδου το ’21 που συνήθως το θεωρούν δάνειο από τους 300. Είναι, επίσης, σπάνιο να δουλεύεις με ευρεία πανοραμική φόρμα και να λες ιστορίες από την Ιστορία με μέσο τις graphic novels ή τα κομικς. Παρ’ όλα αυτά, με χαροποιεί και με τιμά να συνδέεται ένα βιβλίο μου με τους 300, με οποιοδήποτε τρόπο. Αλλά το κοινό πρέπει να καταλάβει ότι το κράνος στο εξώφυλλο δεν είναι λάθος. Θα ήταν απίστευτο μετά από τόσα χρόνια δουλειάς να μην δούμε ότι χρησιμοποιούσαμε πανοπλίες από μια τελείως διαφορετική εποχή. Αλλά, είμαι και Αμερικάνος, οπότε ποτέ δεν ξέρεις! [Γελάει].”. Που συναντώνται η Τέχνη και η Ιστορία; Πόσο ακριβής ιστορικά μπορεί να είναι ένας καλλιτέχνης, όταν το θέμα του είναι τόσο σημαντικό; πόσο ελεύθερος μπορεί να είναι, σεβόμενος την ιστορία; “Νομίζω πως δεν υπάρχει μια στάνταρ απάντηση σε αυτή την ερώτηση. Όποια κατεύθυνση κι αν πάρεις, ποτέ δε θα είναι όλοι ευχαριστημένοι. Μπορώ να εξηγήσω το κάθε λεπτό και γιατί πείραξα λογοτεχνικά αυτό το σημείο κι εκείνο το σημείο, και κάποιοι θα το λατρέψουν κι άλλοι θα θέλουν να με δείρουν. Μια χαρά. Γιατί σημαίνει πως μιλάμε για κάτι που νοιάζει τους ανθρώπους, κι είναι προτιμότερο από την αδιαφορία. Όπως εγινε με το παραδειγμα του κράνους. Ήταν προφανώς καλλιτεχνική επιλογή να φοράει ο Μουχτάρ, ο γιός του Αλή Πασά, ένα κράνος που μοιάζει περισσότερο με αρχαιοελληνικό. Εκτός Ελλάδας, βλέπουν ένα ενδιαφέρον κράνος, αν και η απλή απόφαση να παρουσιάσουμε ένα τέτοιο κράνος και τον αριθμό 1821 αρκεί για να οδηγήσει σε ψυχολογικό ξεσηκωμό ενα συγκεκριμένο κοινό. Δεν μπορώ να ορίσω τις παραμέτρους για το τι είναι αποδεκτό και τι δεν είναι αποδεκτό, όταν ξαναλές ιστορίες της Ιστορίας. Νομίζω πως, τα περισσότερα βιβλία ιστορίας είναι λογοτεχνία. Οι περισσότερες ιστορίες παίρνουν θέση. Και αυτό ισχύει είτε μιλάμε για ταινίες, είτε για ντοκυμανταίρ, είτε για βιβλία ιστορίας είτε για ειδησεογραφία. Δεν ξέρω πολλά για τον Ελληνικό Τύπο, αλλά δεν μπορώ να πω ότι δεν κατασκευάζουν ιστορίες ορισμένοι στον Αμερικάνικο Τύπο. Οπότε, κάνεις απλώς ότι θεωρείς καλύτερο με βάση το στόχο σου. Ο στόχος μου δεν ήταν να μπω στη μάχη για την Ελληνική Ιστορία. Ήταν να τιμήσω ένα άγνωστο κομμάτι της Ιστορίας που καθόρισε τον Κόσμο στον οποίο ζούμε σήμερα και να το κάνω γνωστό έξω από την Ελλάδα. Δεν ήρθα να σας πω την Ιστορία σας, αλλά να κάνω τον υπόλοιπο κόσμο να τη μάθει και να μιλήσει για αυτήν ώστε να καταλάβει καλύτερα την εποχή μας αλλά κα αυτούς που θυσίασαν όσες πολυτέλειες απολαμβάνουμε σήμερα. Και αυτό δε σημαίνει ότι κι εμείς δεν υποφέρουμε και δεν αγωνιζόμαστε, αλλά, όπως και να το κάνεις, δεν περνάμε τη ζωή μας ανησυχώντας πότε θα μας σφάξουν – τουλάχιστον οι περισσότεροι από μας.”. Σε έχουν πλησιάσει Έλληνες εκδότες; Πόσο κοντά είμαστε σε μιαν Ελληνική Έκδοση; “Δεν είμαι βέβαιος ότι είμαστε κοντά. Το βιβλίο είναι ογκώδες και ακριβό στην παραγωγή του, οπότε αποτελεί πρόκληση για τους εκδότες. Κι από πάνω, οι ελευθερίες που πήρα και η συμβολική χρήση του Μάρκου Μπότσαρη δημιουργεί κάποιες ανησυχίες, πράγμα αστείο αν σκεφτείς ότι έστειλα το βιβλίο σε κάποιους απογόνους των Μποτσαραίων και το αγάπησαν και γίναμε και φίλοι. Ισως η αλλαγή των ονομάτων για την ελληνική έκδοση να εξαφάνιζε αυτό το φόβο, αλλά τίποτε δεν αλλάζει αυτό που όντως είναι το βιβλίο: μια εισαγωγή και απεικόνιση ενός επικού αγώνα που πέρασε απαρατήρητος έξω από την Ελλάδα και η συμβολική ιστορία ενός ανθρώπου που προσπαθεί να βρει το δρόμο του μέσα σε μια ασύλληπτη πραγματικότητα. Μοιάζει λογικό να βρει τελικά το σπίτι του και στην Ελλάδα το βιβλίο, και θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα το βρει.”. Ενδιαφέρθηκαν άλλες χώρες; “Σήμερα κυκλοφορεί σε όλες τις αγγλόφωνες χώρες και έχουμε αρχίσει συζητήσεις στην Ιαπωνία και ..τη Γερμανία [γελάει]”. Υπήρξαν κάποιες συγκινητικές ή αστείες στιγμές στην επαφή σου με τους ελληνοαμερικάνους, κατά τις εκεί παρουσιάσεις του βιβλίου; “Υπήρξαν κάποιες ξεχωριστές στιγμές. Μια γυναίκα ήρθε και με βρήκε στο Comicon του Σαν Ντιέγκο, είχε διαβάσει το βιβλίο μόλις και έτρεμε και δεν μπορούσε να βάλει τις λέξεις σε μια σειρά, τόσο την είχε επηρεάσει. Αυτές είναι και οι πιο σημαντικές στιγμές. Οι αστείες στιγμές είναι όταν οι άνθρωποι νομίζουν ότι έβαλα σπαρτιάτικα κράνη στους ήρωες του ’21, κρίνοντας από το εξώφυλλο. Όμως, αυτό που ακούω πιο συχνά, και με έκπληξη, είναι: “Δεν είχα ακούσει ποτέ μου για αυτόν τον πόλεμο”.”. Ερχεσαι Αθήνα για το AthensCon, στα τέλη του Νοέμβρη. Τι περιμένεις να βρεις; “[Γελάει]. Χμμμ… είχα επικοινωνία με τόσους πολλούς Έλληνες που στηρίζουν την προσπάθεια και οι εργαζόμενοι από το AthensCon ήταν τόσο υπέροχοι, που πιστεύω ότι θα είναι μια επική στιγμή. Πέραν τούτου, είμαι σίγουρος ότι θα έχουμε και κάποιες αναπάντεχες εκπλήξεις, αλλά ελπίζω να είναι από τις καλές. Δεν έχω ξαναβρεθεί ποτέ σε αυτή τη θέση και είναι δύσκολο να φανταστώ τι θα γίνει. Εκείνο που μπορώ να πω είναι πως, είναι προσωπικά πολύ σημαντικό για μένα να έρθω να γιορτάσω αυτή την τεράστια δουλειά με τους ανθρώπους του τόπου ο οποίος έγινε τόσο σημαντικό μέρος της ζωής μου. Το περιμένω πως και πως.”. Πηγή
  2. Έλρικ: Ο Ρουμπινένιος Θρόνος – Η πραγματική εικόνα μιας αυτοκρατορίας σε αποσύνθεση Είναι πολύ δύσκολο να μιλήσει κανείς επαρκώς για το πόσο επηρέασε τη σύγχρονη λογοτεχνία (φανταστικού αλλά και γενικά) το πολύπλευρο έργο του Michael Moorcock. Ειδικότερα η έννοια του Αιώνου Πρόμαχου, με τις άπειρες πλευρές του και οι διακλαδώσεις τους σε ένα πολυσύμπαν (μία από τις πρώτες χρήσεις του όρου με τον τρόπο που την καταλαβαίνουμε σήμερα, την πολύ μακρινή πλέον δεκαετία του 1960). Το μόνο σίγουρο είναι πως εάν δεν υπήρχε ο Moorcock γενικά και η πιο γνωστή δημιουργία του, ο Έλρικ του Μελνιμπονέ το πιθανότερο θα ήταν πως θα έπρεπε να τον εφεύρουμε. Αλμπίνος, σωματικά αδύναμος, μα φιλόσοφος και μάγος, ο Έλρικ αποτέλεσε τον αντίποδα και την απάντηση στη σωματική ρώμη του Κόναν. Όχι όμως στην εικόνα μόνο. Ο Κόναν ξεκίνησε ως κλέφτης και έγινε βασιλιάς. Από την άλλη καταραμένος Μελνιμπόνιος ξεκίνησε ως αυτοκράτορας, γόνος εκφυλισμένων ιμπεριαλιστών, που έβλεπε γύρω από την άρρωστη και ηθικά απονεκρωμένη, ηδονική κοινωνία του έναν κόσμο να αλλάζει. Προσπαθώντας να καταλάβει ο ίδιος την αλλαγή ή ακόμα και να γίνει κομμάτι της, ο Έλρικ εγκατέλειψε έναν θρόνο από ρουμπίνι (και αίμα) και τελικά, έχασε τα πάντα. Το έπος του Έλρικ ήταν η ευρωπαϊκή, βρετανική απάντηση σε έναν αμερικανικό ατομικισμό που γεννήθηκε στην κρίση του 1930, ανδρώθηκε μέσα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και άνθησε στην ψυχροπολεμική δεκαετία του 1950, εύρωστη και εστιασμένη στην ανάπτυξη των λίγων. Και αυτή την πτυχή, την καθαρά πολιτική που ενυπήρχε στο έργο του Moorcock από την αρχή του η αλήθεια είναι πως στις μεταφορές του έργου σε άλλες τέχνες, κυρίως κόμικς, τη βλέπαμε πολύ σπάνια και πάντα ως συμπληρωματική της υπαρξιακής αγωνίας που διακάτεχε τον ήρωα, γνήσιο γνώρισμα ανθρώπων που γεννήθηκαν σε εποχές μεταξύ παρελθόντος και μέλλοντος, όπου οι νεκροί δεν είχαν συμβιβαστεί από με τη θνητότητα τους και οι ζωντανοί δεν είχαν νιώσει ακόμα το αίμα να κυλά στις φλέβες τους. Ωστόσο, στο Έλρικ: Ο Ρουμπινένιος Θρόνος (στα ελληνικά από τις εκδόσεις Αίολος), η πολιτική διάσταση γίνεται κυρίαρχη. Αυτό είναι κάτι που συνεπάγεται όχι μόνο από τον πρόλογο του ίδιου του δημιουργού, ο οποίος ομολογεί πως το ανά χείρας έργο είναι αυτό που θα σχεδίαζε και ο ίδιος αν μπορούσε να σχεδιάσει, το πιστότερο στο αρχικό του όραμα. Όχι, προέρχεται κυρίως από την ίδια την ατμόσφαιρα του έργου, στο οποίο επιτέλους το Μελνιμπονέ και η κοινωνία του δεν είναι απλά το πεδίο της εναρκτήριας περιπέτεια του Λευκού Λύκου. Το Νησί των Δράκων αναπνέει, οι κάτοικοι του σκοτώνουν για απόλαυση, βασανίζουν για ηδονή, συνθέτουν μελωδίες από ουρλιαχτά και είδη επιθανάτιων ρόγχων. Παθιάζονται και σκοτώνουν τόσο φυσικά όσο μιλάνε. Το διασκευασμένο σενάριο από τον Julien Blondel αλλά, πολύ περισσότερο, το (υπερενισχυμένο) σχέδιο από τρεις (!) σχεδιαστές, τους Didier Poli, Robin Recht και Zan Bastit) μας δίνει ένα πολύ βαρύ, υπερπλουραλιστικό, μεταλλικό και πρωτόγονο αποτέλεσμα, στο οποίο ένας πολιτισμός που πνέει τα λοίσθια βαυκαλίζεται συνεχώς με το περασμένο του μεγαλείο και δύναμη. Το Νησί των Δράκων αναπνέει, οι κάτοικοι του σκοτώνουν για απόλαυση, βασανίζουν για ηδονή, συνθέτουν μελωδίες από ουρλιαχτά και είδη επιθανάτιων ρόγχων. Παθιάζονται και σκοτώνουν τόσο φυσικά όσο μιλάνε. Το διασκευασμένο σενάριο από τον Julien Blondel αλλά, πολύ περισσότερο, το (υπερενισχυμένο) σχέδιο από τρεις (!) σχεδιαστές, τους Didier Poli, Robin Recht και Zan Bastit) μας δίνει ένα πολύ βαρύ, υπερπλουραλιστικό, μεταλλικό και πρωτόγονο αποτέλεσμα, στο οποίο ένας πολιτισμός που πνέει τα λοίσθια βαυκαλίζεται συνεχώς με το περασμένο του μεγαλείο και δύναμη. Το οπτικό αποτέλεσμα, όπως μαρτυρούν και οι δημιουργοί του, είναι παρμένο κατευθείαν από κάποιον εφιάλτη (ο οποίος συγγενεύει με το έργο του Clive Barker και πιο συγκεκριμένα με το Hellraizer ). Tην ίδια στιγμή όμως καταφέρνει να αποδώσει και όλο το δέος του νησιού. Η πρωτεύουσα μιας, κάποτε, παγκόσμιας αυτοκρατορίας, που στέκει περιτριγυρισμένη από έναν δικό της λαβύρινθο και πλούτη. Ταυτόχρονα, το σενάριο του Blondel (εξαιρετικά και άμεσα αποδοσμένο από τον πάντα αξιόπιστο Θωμά Μαστακούρη) μπορεί να μην είχε τον χώρο που θα χρειαζόταν, αλλά κατάφερε να διορθώσει ίσως κάποιες αδικίες προς κλασσικούς χαρακτήρες, όπως η Σίμοριλ, που από απροστάτευτος πρώτος έρωτας του Έλρικ και damsel in distress, παίρνει τον δικό της χώρο και λάμπει ως πραγματική Μελνιμπόνια. Ωστόσο λόγω χώρου, το κόμικ αφήνει τους περισσότερους χαρακτήρες σχεδόν μονοδιάστατους, μην προλαβαίνοντας να δαμάσει τον ρυθμό της δράσης του αλλά και των καταιγιστικών του εικόνων. Για κάποιον γνώστη του έργου του Moorcock ίσως κάτι τέτοιο δεν είναι τόσο πρόβλημα, αλλά αυτή η τυφλή πίστη στην εγγύτητα του με το αρχικό υλικό στερεί από το κόμικ την αυθυπαρξία του. Βέβαια αυτή η συντομία μας έδωσε και εντυπωσιακούς β’ χαρακτήρες, όπως τον δαιμονικό δόκτορα Τζεστ, έναν καλλιτέχνη του πόνου. Επιλογικά, το Έλρικ: Ο Ρουμπινένιος θρόνος είναι μια εξαιρετική προσθήκη στις μεταφορές των περιπετειών του αλμπίνου αυτοκράτορα, μια καθαρά σκωπτική και πολιτική ματιά που έργου που το φέρνει, οπτικά και απτικά το έργο στον 21ο αιώνα, αφού, όπως κάθε έργο της κλάσης του, είναι ταυτόχρονα αθάνατο και επίκαιρο. Πηγή
  3. Αυτή η πολύ προσεγμένη αυτοέκδοση (με δύο εξώφυλλα) αποτελείται από δυο ιστορίες με πρωταγωνιστές (τι άλλο; ) πουλιά. Η ιστορία του Στηβ Στιβακτή "Μία Περιστέρα Αγάπησα" είναι μια παρωδία ταινιών του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, τύπου Φινος Φιλμ, Βουγιουκλάκη με περιστέρια στο Σύνταγμα. Η Μαριώ, το καμάρι μιας φτωχής περιστεροοικογένειας αναγκάζεται να αρραβωνιαστεί τον πλούσιο Παναγή, ενώ η καρδιά της ανήκει αλλου. Ο Στιβακτής στήνει μια πανέξυπνη παρωδία του παλιού μελό σινεμά, με πολύ χιούμορ και queer ανατροπές. Στα συν οι νερντολεπτομέρειες και η ιδιόλεκτος των περιστεριών Η ιστορία του Γιώργου Κομιώτη είναι το "Fowl Noir", ένα noir κόμικ με comedy στοιχεία και κεντικό ήρωα έναν κοκκινολαίμη, τον ιδιωτικό ντετέκτιβ Πατρίσια Χάμμετ, που αναλαμβάνει να βρει τον χαμένο αδερφό μιας μοιραίας φλαμινκο. Σεναριακά και σχεδιαστικά απολαυστική pulp αστυνομική ιστορία, με ιδιαίτερη προσοχή στη λεπτομέρεια, που θα ανέπνεε καλύτερα σε μεγαλύτερο χαρτί. Κι έτσι όμως λειτουργεί μια χαρά, πιστό στο ύφος της έκδοσης. Η έκδοση είναι εξαιρετική, με παραλλαγμένες διαφημίσεις της εποχής, pulp χαρτί κι αέρα ελληνικών '60ς. Συνολικά πρόκειται για ένα πολύ προσεγμένο, φρέσκο, αστείο, καυστικό, διασκεδαστικό κόμικ, που έχει κάτι να πει. Από τις καλύτερες αυτοεκδόσεις των τελευταίων χρόνων
  4. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 05-02-2011 (Τεύχη Anubis), 06-12-2019 (Τόμος Hachette) Υλικό Συλλογής: Thor v3 01-06 (July 2007 - February 2008) Κλικάρετε πάνω στα tags για τις παρουσιάσεις των υπόλοιπων άλμπουμς. Ακολουθούν Spoilers. Διαβάζετε με δικιά σας ευθύνη. Ο κύκλος του Ράγκναροκ έσπασε. Η γητειές του Όντιν σταμάτησαν να υφίστανται και ο Ντόναλντ Μπλέικ, που πέρασε σημαντικά περισσότερο χρόνο στο κενό, ζητά στον Θωρ να επιστρέψει για να αποτραπεί μια καταστροφή για τους ανθρώπους, αν δεν είναι εκεί να την αποτρέψει. Ο Θωρ ως παντοτινός προστάτης της ανθρωπότητας δέχεται και ως ο ηγέτης της Άσγκαρντ, θα πρέπει να αφυπνίσει τους υπάκουους του και να βρει ένα νέο έδαφος για την πόλη του, για να μπορέσουν πλέον να ζήσουν ελεύθεροι από τον κύκλο της καταστροφής και της αναγέννησης στην οποία είχαν παγιδευτεί για τόσο καιρό. Ο Λόκι όμως καραδοκεί πάντα για να φέρει τα πράγματα στα μέτρα του... Οι εσωτερικές εικόνες προέρχονται από την Αμερικάνικη έκδοση. Η κλασική πλέον σειρά του Στρανζίσκι, επανεκδίδεται στην χώρα μας σε μια σκληρόδετη έκδοση, μετά την δημοσίευση της το 2011 σε 6 τευχάκια από την Anubis, με αφορμή - τότε - την πρώτη ταινία του Θωρ στους κινηματογράφους. Δυστυχώς όπως φαίνεται ξανά δεν θα το δούμε ολοκληρωμένο μιας και δεν φαίνεται να υπάρχει πλάνο για την δημοσίευση της συνέχειας, μιας και ούτε στην ξένη έκδοση το έχει συνεχίσει η Hachette. Και είναι κρίμα, μιας και ουσιαστικά ο Στρανζίσκι μας παραδίδει εδώ το πρώτο κεφάλαιο της ιστορίας του. Ένα κεφάλαιο που δείχνει τον Θωρ να δρα με την σύνεση και την γνώση που αρμόζει σε έναν ηγεμόνα ενός Πάνθεον, και παρόλο που ξέρει πως υπάρχουν πάλι δυνάμεις που κατευθύνουν τις πράξεις του, είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει τις συνέπειες για χάρη της ευρύτερης εικόνας. Ο Στρανζίσκι επίσης δεν χάνει χρόνο στο να αντιμετωπίσει το γεγονός πως οι πρώην φίλοι του τον είχαν κλωνοποιήσει για να χρησιμοποιήσουν το αντίγραφο του στον εμφύλιο πόλεμο, και παρόλο που θα μπορούσε να μας παραδώσει μια ιστορία γεμάτη στο ξυλίκι, φροντίζει πάλι να δείξει την σχετική εγκράτεια και σύνεση στην αντιμετώπιση του, κάτι που φαίνεται να είναι το σχετικό μοτίβο του πρώτου κεφαλαίου, με την προσεδάφιση της Άσγκαρντ σε μια απόμερη πόλη στο πουθενά της επαρχιακής Αμερικής, να δείχνει επίσης και την τωρινή ταπεινότητα του χαρακτήρα, σκοπός για τον οποίο τον είχε εξορίσει στην Μίντγκαρντ (γη) εξαρχής ο Όντιν, πίσω στην πρώτη εμφάνιση του χαρακτήρα. Ο Ντόναλντ Μπλέικ αυτής της ιστορίας δεν είναι απλά επιβάτης και ξενιστής στις εξορμήσεις του Θωρ, αλλά έχει σημαντικό ρόλο και λόγο στα τεκταινόμενα, βλέποντας τον συχνά να οδηγεί στις εξελίξεις. Αν και σε αυτό το κεφάλαιο ο συγγραφέας ασχολείται κυρίως με το στήσιμο, δεν παραλείπει να μας ρίξει μια μίνι βόμβα, με την μορφή του Θηλυκού Λόκι, μια μορφή που υπόσχεται αναμόρφωση οπτική και ουσιαστική, με τους αναγνώστες να βλέπουν αμέσως αν υπάρχει αλήθεια στα λόγια του. Το σχέδιο το Κοιπέλ, είναι αρκούντως ταιριαστό με το σενάριο, μιας και είναι δυναμικό ή συγκρατημένο εκεί που χρειάζεται, με τον Θωρ να έχει πιο ογκώδη και σχετικά χαλαρή μορφή, που όμως στην τελική δουλεύει υπέρ της υπενθύμισης πως δεν βλέπουμε απλούς ανθρώπους οπότε και η διάπλαση τους δεν θα είναι στα συνηθισμένα πλαίσια. Προτείνεται αδιαμφισβήτητα. Πάρτε την Ελληνική έκδοση και συνεχίστε με την Αγγλική.
  5. Πρόκειται για μια αυτοέκδοση -συλλογή κάποιων στριπς του webcomic Deez Mals. Είναι ένα webcomic χωρίς λόγια, που αποτελείται συνήθως απο τέσσερα καρέ και το τελευταίο καρέ ανατρέπει την προηγούμενη ιστορία. Δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο, το συγκεκριμένο μοτίβο το χω συναντήσει σε διάφορα webcomics και το black humor του άλλοτε λειτουργεί και άλλοτε όχι. Είναι όμως μια ενδιαφέρουσα προσπάθεια και μου αρέσει το στυλιζαρισμένο του σχέδιο. Πιστεύω ότι θα λειτουργούσε ακόμα καλύτερα με λίγο πιο φωτεινά χρώματα, παίζοντας στην αντίθεση εικόνας/περιεχομένου. Το τσίμπησα στο Blast of Underground Comix. webtoons fb σελίδα instagram
  6. Η Aniro είναι μια δημιουργός που είχα ήδη ξεχωρίσει από τις δύο πολύ καλές αυτοεκδόσεις Lost Soul και Blue Moon (η ιστορία έχει δημοσιευτεί και στη συλλογή Ήρωες! ). Ο Malcolm Derikx είναι δημιουργός κόμικς από το Τορόντο του Καναδά, που δεν έτυχε να συναντήσω ως τώρα κάποια δουλειά του. Στο The False Widow of Langmoor συνεργάστηκαν για να δημιουργήσουν μια ενδιαφέρουσα κι ατμοσφαιρική ιστορία oldschool τρόμου. Το σενάριο δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπο, αλλά έχει πολλά καλά στοιχεία. Το σχέδιο από την άλλη είναι εξαιρετικό. Η Aniro σε κάθε δουλειά της εξελίσσεται, δουλεύει τις λεπτομέρειες, τις εκφράσεις, τις σκιές. Πιστεύω ότι έχει ωριμάσει αρκετά, ώστε να τη δούμε σύντομα και σε μεγαλύτερα κόμικς. Θεωρώ ότι είναι από τις δημιουργούς που θα ξεχωρίσουν σύντομα Ποιοτική αυτοέκδοση (στα αγγλικά), με πολύ καλό χαρτί. Συστήνεται
  7. Ιρλανδία, στα μέσα του 19ου αιώνα. Ένα παιδί περιμένει κάθε βράδυ να συναντήσει μια νεράιδα στις όχθες ενός ποταμιού. Μια νεράιδα που την είχε δει πρώτη φορά πριν από λίγο καιρό και μετά εξαφανίστηκε. Μια νεράιδα που του έκανε τέτοια εντύπωση, που δεν κοιμάται, μέχρι να την ξαναδει. Απελπισμένος όπως είναι, συναντάει έναν περαστικό βάρδο. Έναν βάρδο με έναν πράσινο μανδύα. Έναν βάρδο που αποφασίζει να τον βοηθήσει, να τον πάρει μαζί του και να βρουν την νεράιδα. Και η ιστορία μας αρχίζει...... Μια ιστορία με επικές βλέψεις, χωρίς τόσο επικό αποτέλεσμα όμως. Η πρώτη εμπορική δουλειά του Νίκου Παπαμιχαήλ, ο οποίος έχει συμμετάσχει σε πολλές αυτοεκδόσεις. Σεναριακά, φαίνεται ότι έχει ψαχτεί πολύ για το ιστορικό υπόβαθρο της εποχής. Μου άρεσε επίσης ότι χρησιμοποίησε πρωτότυπα παραδοσιακά ιρλανδικά τραγούδια, και μάλιστα στα αγγλικά, καθώς οποιαδήποτε μετάφραση θα οδηγούσε σε αστεία αποτελέσματα. Δεν έχουν δουλευτεί όμως τα κίνητρα και η ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, με αποτέλεσμα να μην κατάλαβα ποτέ γιατί το παιδί έψαχνε να βρει τη νεραίδα, ούτε γιατί ο βάρδος, από καιροσκόπος ταξιδευτής, αποφάσισε να το βοηθήσει. Υπάρχει πλούσια δράση, χωρισμένη σε αρκετές σκηνές, με πολλούς διαφορετικούς δευτεραγωνιστές, αλλά ποτέ, εμένα τουλάχιστον, δεν με έκανε να δεθώ με κανέναν από αυτούς. Το σχέδιο είναι καλοδουλεμένο, και φαίνεται ότι έχουν δουλευτεί όλα τα καρέ με προσοχή, πράγμα που πρέπει να αποδοθεί ως εύσημο στον δημιουργό, καθώς μιλάμε για μια δουλειά 132 σελίδων. Σε σχέση με προηγούμενες του δουλειές (π.χ. Βαγιας), έχει περιορίσει την βαριά χρήση μελανιού, πράγμα που κάνει τα μολύβια του να αναδεικνύονται, όπως και προσπάθεια του για λεπτομέρεια που αναφέρω και προηγουμένως. Υπάρχει ένα θεματάκι με τις ανθρώπινες φιγούρες (σχεδόν όλοι εμφανίζονται κοντοί), αλλά μπορεί να είναι και θέμα άποψης/προοπτικής του δημιουργού. Γενικά μια αξιοπρεπής δουλειά, σε λίγο τσιμπημένη τιμή (€11,90 τιμή εκδότη). Θα περιμένω τις επόμενες δουλειές του Παπαμιχαήλ με ενδιαφέρον.
  8. Όπως λέει και η περιγραφή στο site του εκδότη, αχταρμάς ποπ κουλτούρας. Οι δύο γνωστοί δημιουργοί, αποφάσισαν να συνεργαστούν για πρώτη φορά και να βγάλουν αυτό το μικρό 40σέλιδο, γεμάτο με mash-ups δημοφιλών, αλλά ασχέτων μεταξύ τους, κομιξοχαρακτήρων, pop icons και δημοφιλών χαρακτήρων γενικότερα. Προφανώς το όλο εγχείρημα αποσκοπεί στο να σκάσει το χαμόγελο και το πετυχαίνει εύκολα, κυρίως λόγω του όμορφου (και ταιριαστού) σχεδίου των 2 δημιουργών. Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο AthensCon 2019.
  9. Πρώτη Ελληνική κυκλοφορία: 04-03-2019 Υλικό Συλλογής: Original Sin 00-08 + Point 1 (April/September 2014) Κάποιος σκότωσε τον Παρατηρητή Ουάτου, την γνωστή φιγούρα που εμφανίζεται στο πεδίο κάθε σημαντικής στιγμής της ανθρωπότητας χωρίς να συμμετάσχει στα δρώμενα, και οι Εκδικητές, παρέα με τον Νικ Φιούρι, ψάχνουν να λύσουν το μυστήριο. Ένα μυστήριο που θα οδηγήσει τους ήρωες στο να ανακαλύψουν σημαντικά μυστικά για την ζωή τους και το απόλυτο μυστικό στο τέλος της σειράς, το οποίο θα αλλάξει τα δεδομένα στο σύμπαν της Μάρβελ με τον πλέον εμφατικό τρόπο. Οι εσωτερικές εικόνες προέρχονται από την Αμερικάνικη έκδοση. Το τελευταίο event της Marvel που έχει αρκετή συνοχή ώστε να παραμείνει διασκεδαστικό τόσο στην πρώτη ανάγνωση όσο και τις επαναλήψεις, κατά την γνώμη μου. Επίσης, από τα λίγα crossovers από τότε που ξαναμπήκαν στον "παιχνίδι" από το δεύτερο μισό της πρώτης δεκαετίας του αιώνα, που το τέλος παραδίδει αυτά που υπόσχεται και δεν αναλώνεται στο να χτίσει υλικό για μεταγενέστερες εκδόσεις, εις βάρος της ιστορίας καθαυτής. Να προσθέσω, πως έχοντας διαβάσει και τα περισσότερα tie-ins στα αγγλικά όταν κυκλοφόρησε, δεν θεωρώ πως είναι απαραίτητο να διαβάσει κανείς κάτι άλλο από αυτά που προσφέρονται σε αυτόν τον τόμο για να βγάλει νόημα. Βοηθάει σίγουρα, αλλά στέκεται και μόνο του. Η κατάληξη του τίτλου επίσης δεν έχουν αναιρεθεί ακόμα, σχεδόν 7 χρόνια μετά την αρχική δημοσίευση του. Μου άρεσε επίσης που πριν ξεκινήσουν το event, μπήκαν στον κόπο να εξηγήσουν την προέλευση της φυλής στην οποία ανήκει ο Παρατηρητής και τον λόγο της μη επέμβασης της, δίνοντας έξτρα βάρος στα τεκταινόμενα. Και φυσικά το σχέδιο του Deodato με τις ιδιαίτερες σκιάσεις του, ταιριάζει τέλεια στην ιστορία, εντείνοντας το μυστήριο και την ένταση. Ο τόμος της Οξύ έχει λίγο παραπάνω σφικτή ράχη από το φυσιολογικό αλλά γενικά αντέχει αν τον ανοίξεις λίγο παραπάνω για να δεις το σχέδιο και το κείμενο στα μπαλονάκια.
  10. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 19-05-2019 Υλικό Τευχών: Thor - First Thunder 01-05 (September 2010 - January 2011) Η τρίτη συνεργασία της Οξύ με την εφημερίδα Έθνος για την κυκλοφορία σειράς της Marvel, αποτελεί μια προσπάθεια προσαρμογής των πρώτων χρόνων του Journey Into Mystery & Thor v1, δηλαδή των πρώτων ιστοριών του Θωρ από την δεκαετία του '60 με κάποιες αλλαγές που προσπαθούν να «επικαιροποιήσουν» την ιστορία. Το αποτέλεσμα είναι μια κάκιστη και καθόλου διασκεδαστική σούμα των πρώιμων χρόνων, καθώς έχουν κρατήσει όλα τα τερτίπια του Θωρ από εκείνη την εποχή, οξύνοντας τα και έχουν αφήσει όλα τα ενδιαφέροντα πράγματα που κάνουν τον χαρακτήρα και τις ιστορίες ενδιαφέρουσες. Το δε σχέδιο αποτελεί μαρτύριο για τα μάτια μου και ξεφεύγει από αυτό που θα μπορούσα να δεχτώ σαν ιδιαίτερο στυλ. Καθόλα αχρείαστη σειρά στην τελική που μας έφαγε 2 Κυριακές από έναν πιθανόν πιο σημαντικό τίτλο που θα μπορούσε να δημοσιευτεί στην θέση του.
  11. Εικονογραφική μυθιστορηματική βιογραφία Σταυρούλα Γ. Τσούπρου* Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς «[…] ο καλλιτέχνης αυτός, περί το πλαστικόν ασχολούμενος είδος, στερήται εκτάσεως χρόνου και τόπου, έστι δ’ ηναγκασμένος να συγκεφαλαιώση, ως ειπείν, εν μιά ακαριαία στιγμή διάστημα χρόνου μεμακρυσμένον και πολυμερές […]» (Γιάννης Βλαχογιάννης) Προκειμένου να οριστεί ένα ειδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί σωστά ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, το οποίο συνδυάζει κείμενο (και, μάλιστα, μεγάλης έκτασης) και εικόνα, θα χρειαστεί οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από την ερμηνεία του αντίστοιχου έγκριτου Λεξικού (κόμικς = σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις), αλλά και από το σχετικό λήμμα ενός «Λεξικού λογοτεχνικών όρων», στην περίπτωση, βέβαια, που περιλαμβάνεται εκεί και ο εν λόγω όρος (οπότε, θα πρέπει να απονεμηθούν εύσημα στην Ελισάβετ Αρσενίου, η οποία συνέταξε ένα πληρέστατο λήμμα για το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, 2007). Η συζήτηση για το αν τα κόμικς ή τα graphic novels (σύμφωνα με ένα μέρος της κριτικής, τα δεύτερα είναι υποσύνολο των πρώτων) ανήκουν στον λογοτεχνικό χώρο μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες, κυρίως στο εξωτερικό, ενώ, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν και οι εγχώριοι μελετητές και μελετήτριες του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ωστόσο, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ασάφεια δεν μπορεί να αποφευχθεί, τουλάχιστον όχι εντελώς, εφόσον πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυποίκιλων πηγών και απευθύνσεων (σε ό,τι αφορά τους δέκτες) καλλιτέχνημα, το οποίο εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να αλλάζει (χωρίς, όμως, να εγκαταλείπει αναγκαστικά τις παλαιότερες εκδοχές του), ευπροσάρμοστο καθώς είναι στις παντός είδους εξελίξεις. Το ανά χείρας πόνημα (κάλλιστα μπορεί να προσδιοριστεί ως τέτοιο) καθιστά ακόμη πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη απόπειρα ειδολογικής τοποθέτησής του, διότι το ρέον «σενάριο» (όπως ο ίδιος το ονομάζει) του Δημήτρη Βανέλλη –το οποίο φωτίζει και φωτίζεται άριστα από το ασπρόμαυρο και συχνά υποβλητικό σχέδιο του Θανάση Πέτρου και τις «ενσωματωμένες» σε αυτό ψηφιακές παρουσιάσεις των γλυπτών έργων (το δίδυμο των δημιουργών είναι πολύ γνωστό για τη δουλειά του και αναμφίβολα μη εξαιρετέο)– εμπλουτίζεται και επαυξάνεται από επιλεγμένα κείμενα: καλλιτεχνικά κριτικά άρθρα, ιατρικά, νομικά, κανονισμούς θεραπευτικών ιδρυμάτων, επιστολές. Το γεγονός, δε, ότι εισάγεται εξαρχής το τέχνασμα του αφηγητή, ο οποίος βρήκε/συνέθεσε και διηγείται την ιστορία, επιτρέπει σε αυτόν τον τελευταίο, αφενός, να παρεμβάλλει, διακριτικά, τον εαυτό του και τη γνώμη του (τεχνική που κάνει πιο ζωντανή την αφήγηση, ενώ δίνει καινούργιες διαστάσεις στην εν λόγω θεωρητικής προέλευσης σύμβαση, αφού ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει ταυτόχρονα να αυτοεικονογραφείται) και, αφετέρου, να παρουσιάζει ως ομιλητές και συναφηγητές του κάποιους από τους συγγραφείς των άρθρων που χρησίμευσαν ως βιοεργογραφικές πηγές ή κάποιους από τους φίλους/γνωστούς ή γνώστες του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η σιωπηρή μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος, όμως, μιλά μέσω του άρθρου του στη διπλανή σελίδα, αλλά και η «δηκτική» μορφή του Νίκου Βέλμου, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση του καλλιτέχνη, αυτού του «σπάνιου φαινομένου καλλιτεχνικού Επιμενίδη», όπως χαρακτήρισε τον Γιαννούλη Χαλεπά ο Δημήτριος Ταγκόπουλος. Η σύμπραξη, δε, του κειμένου με την εικόνα βοηθά ώστε η αφήγηση, παρά τους εγκιβωτισμούς, να παραμένει σαφής και γλαφυρή. Εκείνο το οποίο φέρει εις λαμπρότατο πέρας το εξαιρετικό συνδημιούργημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη είναι να στήσει την πολυστέναχτη πνευματική/ψυχική μορφή του Γιαννούλη Χαλεπά εμπρός στα μάτια του αναγνώστη – θεώμενου. Όπως τα αμφιπρόσωπα έργα του, ο ίδιος ο «δεινός καλλιτέχνης ποιητής», σύμφωνα με τη διατύπωση του Θεόδωρου Βελλιανίτη, αποτυπώνεται στο χαρτί και αναδεικνύεται και στις δύο εκφάνσεις του· του φωτεινού και του σκοτεινιασμένου νοός (αξιοπρόσεκτη είναι η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει το δεύτερο από τα τρία κεφάλαια, το τιτλοφορούμενο «Αβυσσος», το οποίο αναφέρεται στα τριάντα σκοτεινά χρόνια του μεγάλου γλύπτη). Έτσι, κρατώντας στο ένα χέρι την παρούσα έκδοση και στο άλλο το «Ο βίος ενός αγίου» του Στρατή Δούκα, δύναται πράγματι να πει κανείς, μαζί με το άγαλμα στο φερώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ότι τον «συντροφεύει του τεχνίτου/ η αθάνατη κι αθώρητη ψυχή». * Καθηγήτρια - σύμβουλος ΕΑΠ Πηγή
  12. Πρώτη Κυκλοφορία: 01-2019 Κάθε 25 χρόνια, λαμβάνουν χώρα αγώνες διεκδίκησης του θρόνου της Λόρεον μεταξύ των οικογενειών που την είχαν υπερασπιστεί στο παρελθόν, και η μοναχοκόρη του Βασιλιά, ορμώμενο από τις ιστορίες ιπποτισμού που τις διηγούνταν ο πατέρας της, αποφασίζει να διεκδικήσει τον θρόνο του. Πρόκειται για την πρώτη επίσημη δουλειά της Αρινέλα Κοτσίκο και το τρίτο κόμικ κατά σειρά που βγάζουν οι εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη, υπό την Καλλιτεχνική επιμέλεια του @Dredd. Συμπαθητική δουλειά, με το κλασικό μήνυμα ισότητας που έχουμε μάθει να περιμένουμε πλέον και ότι πρέπει για νεαρά κορίτσια που τώρα ανακαλύπτουν τα κόμικς ? Το σχέδιο επίσης είναι πιο λιτό από αυτό που μας έχει συνηθίσει στις προσωπικές της δουλειές η Αρινέλα. Καταλαβαίνω πως έγινε σκόπιμα μιας και απευθύνεται σε μικρές ηλικίες, αλλά ίσως έπρεπε να είναι κομματάκι πιο λεπτομερές και "γεμάτο".
  13. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 09-03-2019 Υλικό Τευχών: Captain Marvel (TPB) v1 - Higher, Faster, More (Captain Marvel (Issues) v8 01-06, March/August 2014) Η Κάρολ Ντάνβερς, στην προσπάθεια της να επιστρέψει ένα εξωγήινο κορίτσι πίσω στον πλανήτη του, καταλήγει να βρεθεί στην μέση μιας εξέγερσης μεταξύ των εξωγήινων Σπάρταξ και της Γαλαξιακής Συμμαχίας. Η τωρινή κατάσταση έχει επίσης σχέση με κάποια παρελθοντική επέμβαση της ομάδας των εκδικητών την οποία οι ντόπιοι δεν είχαν δει με καλό μάτι, οπότε και η ίδια διαπιστώνει πως δεν έχει ευχέρεια κινήσεων. Θα έρθει όμως η ώρα που θα πρέπει να δράσει και θα βρει στο πλευρό της τους Φύλακες του Γαλαξία. Οι εικόνες από τα περιεχόμενα προέρχονται από την Αμερικάνικη έκδοση. Συμπαθητική περιπετειούλα που διαβάζεται ανάλαφρα αλλά δεν είναι αξιομνημόνευτη. Πιο πολύ για να κάνει κανείς χάζι το σχέδιο του Λοπέζ. Στα της έκδοσης τώρα: Πρόκειται για την πρώτη ιστορία του volume 8 της Αμερικάνικης έκδοσης με το όνομα Captain Marvel από την Μάρβελ, το δεύτερο volume το οποίο βγαίνει με την Κάρολ Ντάνβερς ως κάτοχος αυτού του ονόματος. Το συγκεκριμένο volume κράτησε για 15 τεύχη και ήταν μέρος του διαβόητου του Marvel Now! Στην χώρα μας, είναι η δεύτερη έκδοση της Captain Marvel (σε διάστημα μόλις ενός μήνα μάλιστα μεταξύ τους) από δύο εκδοτικές, αλλά φυσικά, περιπέτειες της ηρωίδας ως Μις Μάρβελ - το προηγούμενο όνομα της - έχουμε δει στις διάφορες υπερηρωικές εκδόσεις της Μαμούθ, ενώ είχε βγει και ένα αυτόνομο τομάκι με την Κάρολ Ντάνβερς, στα πλαίσια της σειράς Έξτρα Σούπερηρωες, όπου είχαν βγει επίσης και δύο τομάκια με τις κλασικές περιπέτειες του πρώτου κάτοχου του ονόματος Captain Marvel (στα κόμικς της Μάρβελ τουλάχιστον). Αποτελεί επίσης την πρώτη σειρά - από τις 6 - που έβγαλε η Οξύ σε τευχάκια σε συνεργασία με την εφημερίδα Έθνος μέσα στο 2019 με ήρωες της Marvel και με την κάθε σειρά να ολοκληρώνεται σε δύο τεύχη. Θα ήθελα όλα τα τευχάκια περιπτέρου να ήταν σαν και αυτό. Ο εκδότης χρησιμοποίησε παραπλήσια χαρτιά με αυτά που βάζει στις εκδόσεις βιβλιοπωλείου και το αποτέλεσμα είναι χάρμα οφθαλμών. Σαφώς καλύτερο από τα τευχάκια περιπτέρου της Anubis. Μόνο παράπτωμα ήταν τα εξώφυλλα που ήταν εύκολο να τσακιστούν μιας και ήταν στο ίδιο χαρτί με το εσωτερικό, αλλά διορθώθηκε στην πορεία αυτό.
  14. Τα πολιτικά ταξίδια ενός διαφορετικού Περικλή Γιάννης Κουκουλάς Ο «Περικλής, ηγεμόνας της Τύρου» βρίσκεται στη σκιά των πιο δημοφιλών έργων του Σέξπιρ, όπως ο «Αμλετ» και ο «Οθέλος». Πιθανώς, μάλιστα, να μην έχει γραφτεί, τουλάχιστον στο σύνολό του, από τον Αγγλο θεατρικό συγγραφέα. Είναι, ωστόσο, ένα βαθιά πολιτικό έργο που ο Θανάσης Δήμου μεταφέρει σε κόμικς με ευφυείς αναχρονισμούς και υπέροχα σκίτσα Γράφτηκε, κατά πάσα πιθανότητα, γύρω στο 1607 και αποτελεί ένα από τα τελευταία έργα του Ουίλιαμ Σέξπιρ. Οι περισσότεροι ιστορικοί της λογοτεχνίας, μάλιστα, συγκλίνουν ως προς το ότι δεν αποτελεί έργο αποκλειστικά γραμμένο από τον ίδιο αλλά συμπληρώθηκε από κάποιον άλλο συγγραφέα, πιθανότατα τον Τζορτζ Γουίλκινς. Πρόκειται, όμως, για ένα πολυδιάστατο, δραματικό θεατρικό με πολιτικές προεκτάσεις που, πέραν του αυτονόητου ενδιαφέροντος που έχει κάθε σεξπιρικό έργο, με τις κατάλληλες επεμβάσεις και τροποποιήσεις μπορεί να θεωρηθεί διαχρονικό και επίκαιρο ακόμα και σήμερα. Μια τέτοια διασκευή και προσαρμογή σε κόμικς έκανε ο Θανάσης Δήμου στο «Περικλής, ηγεμόνας της Τύρου» (εκδόσεις ΚΨΜ), συνθέτοντας ένα εξαιρετικό και πρωτότυπο βιβλίο με πολλά τολμηρά και νέα στοιχεία σε σχέση με τις έως τώρα εκτελέσεις και διασκευές του. Καταρχάς και μόνο η απόφαση να μεταφερθεί σε κόμικς ένα τέτοιο έργο είναι τολμηρή. Και γίνεται ακόμη πιο τολμηρή με την απόφαση του δημιουργού του να αποδώσει όλους τους χαρακτήρες με τη μορφή ζώων που μιλούν, συμπεριφέρονται και ντύνονται σαν άνθρωποι μιας όχι και τόσο μακρινής εποχής του παρελθόντος. Ο Περικλής, πρίγκιπας της φτωχής Τύρου, όπως και στο πρωτότυπο, αποφασίζει να διεκδικήσει το χέρι της κόρης του Αντίοχου, βασιλιά της πλούσιας Αντιόχειας. Για να το πετύχει, πρέπει να λύσει ένα αίνιγμα που όποιος δεν το καταφέρνει θανατώνεται. Βρίσκει την απάντηση αλλά πίσω της κρύβεται ένα ένοχο μυστικό που αν το αποκαλύψει θα διακινδυνεύσει τη ζωή του, θα καταστρέψει υπολήψεις, θα γίνει η αφορμή για πολέμους και άλλες συνέπειες στις χώρες της ανατολικής Μεσογείου. Κι έτσι αρχίζει να περιπλανιέται για να γλιτώσει από την οργή του Αντίοχου. Στις περιπλανήσεις του θα συναντήσει ενδιαφέροντες τύπους, καλούς αλλά και μοχθηρούς, θα αντιμετωπίσει δολοπλοκίες και ίντριγκες αλλά θα γίνει και πατέρας, καταφέρνοντας να γνωρίσει τον κόσμο πολύ καλύτερα από όσο του επέτρεπε η βασιλική ζωή του. «Μια ιστορία από τις νοτιοανατολικές θάλασσες… Πολλά πρόσωπα λησμονημένα πια, πόλεις ξεχασμένες από τον χάρτη σαν να μην υπήρξαν ποτέ. Ο Περικλής, ο Αντίοχος, ο Ελικανός, η Μαρίνα, πρίγκιπες, προαγωγοί, ψαράδες, διπλωμάτες και ακόλουθοι. Η Τύρος, η Πεντάπολη, η Αντιόχεια, η Μυτιλήνη. Και γύρω γύρω οι θάλασσες, η βροχή και οι εποχές που κυλάνε…» γράφει ο Δήμου στο οπισθόφυλλό του. Και για να κάνει ακόμη πιο «προσωπική» την, ούτως ή άλλως, γοητευτική εκδοχή του, ξεκαθαρίζει προς τους αναγνώστες ότι: «Αυτή την ιστορία μού την ψιθύρισε στο αυτί ένα βράδυ όταν ήμουν παιδί ο ίδιος ο θείος Σέξπιρ, που την είχε γράψει πολύ παλιότερα, το 1607. Μ’ άρεσε και ήθελα να τη διηγηθώ και εγώ. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια∙ έχω μπερδέψει κάπως πρόσωπα και πράγματα. Θα με συγχωρέσετε κι εσείς και ο Σέξπιρ που θα το κάνω με τον δικό μου τρόπο». Και είναι ένας τρόπος ξεχωριστός, με έξυπνες αλληγορίες και πανέμορφα σκίτσα! Πηγή
  15. Joker: Year of the Villain: Ο Joker μέσα από τον φακό της ψυχολογίας Πολλά έχουν ειπωθεί για τον Joker. Ο εφιαλτικός κλόουν της Gotham αποτελεί έναν από τους πιο εμβληματικούς χαρακτήρες της DC αλλά και της μαζικής κουλτούρας γενικότερα. Οι ιστορίες του στο χαρτί είναι άπειρες ενώ έχει αποτυπωθεί ουκ ολίγες φορές στην τηλεόραση, στα βιντεοπαιχνίδια και στον κινηματογράφο (άλλες φορές πετυχημένα και άλλες όχι). Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε με μία δόση υπερβολής, ότι ο Joker αποτελεί ένα είδος κοινωνικού φαινομένου στους τομείς της μαζικής κουλτούρας μιας και είναι ένας χαρακτήρας ευρέως αναγνωρισμένος ακόμη και για άτομα τα οποία ουδεμία σχέση έχουν με τα κόμικ και κρίνοντας από τη μαζική αποδοχή (αλλά και κριτική) που έχει δεχτεί η νέα ταινία της DC, τότε θα λέγαμε πως οι υποψίες μας μάλλον επιβεβαιώνονται. Ο Joker είναι ένας χαρακτήρας που προβλημάτισε ιδιαίτερα τους δημιουργούς κόμικ και τους οδήγησε να πειραματιστούν μαζί του, ωθώντας τον πολλές φορές στα άκρα. Όπως και να έχει όμως ο νούμερο 1 αντίπαλος του Batman είναι υπεύθυνος για κάποιες από τις καλύτερες ιστορίες της DC και γενικότερα της ένατης τέχνης, όπως το Killing Joke του Alan Moore, και το Death of the family των Scott Snyder και Greg Capullo και η αχαλίνωτη τρέλα του συνεχίζει να αποτελεί ένα εξαιρετικό υλικό εξερεύνησης τόσο του ίδιου του χαρακτήρα όσο και της ανθρώπινης κατάστασης. Έτσι λοιπόν το 2019 μαζί με τη νέα ταινία του Joker κυκλοφόρησε από το Black Label της DC, το JokerYear of the Villain, ένα one shot γραμμένο από τον μάστορα του τρόμου John Carpenter (Halloween, Escape from New York) και τον Anthony Burch (Borderlands 2) και εικονογραφημένο από τον Philip Tan (Spawn), το οποίο έρχεται να δώσει μία διαφορετική οπτική σε έναν από τους δημοφιλέστερους χαρακτήρες των κόμικς. Αυτόν της ψυχανάλυσης. Ξεκινώντας την ιστορία παρατηρεί κάποιος ότι παρόλο που ο τίτλος έχει το όνομα του Joker ο πρωταγωνιστής της δεν είναι αυτός. Η ιστορία διαδραματίζεται σε μία εναλλακτική πραγματικότητα, όπου η Gotham βρίσκεται υπό την κατοχή του Bane. O Joker έχει μόλις βγει από το Arkham Asylum και προσπαθεί να καταστρώσει το νέο του έγκλημα. Πρωταγωνιστής της ιστορίας είναι ο Jeremy, ένας άνθρωπος που θεωρείται ψυχικά ασθενής και ο οποίος βρίσκει στο πρόσωπο του Joker την αναγνώριση. Πιστεύει ότι ένας άνθρωπος ο οποίος θεωρείται τρελός από την κοινωνία θα μπορέσει να τον καταλάβει και να τον βοηθήσει. Ο Joker όμως ανακαλύπτοντας τον θαυμασμό του νεαρού άντρα αποφασίζει να τον εκμεταλλευτεί και τον παρασύρει σε σκοτεινά μονοπάτια και το μόνο σίγουρο είναι ότι ο Jeremy δε θα βγει αλώβητος από εκεί. Αυτό που κάνει το Year of the Villain εξαιρετικό, είναι η ανάγνωση του Joker από τους δημιουργούς όσον αφορά τον χαρακτήρα του. Πατώντας στα χνάρια που χάραξε το Arkham Asylum του Morrison, ο Carpenter παρουσιάζει έναν Joker ο οποίος είναι εντελώς καλά. Δεν διακατέχεται από καμία τρέλα και δε θεωρείτε ψυχικά ασθενής. Είναι απλά ένας άνθρωπος τόσο έξυπνος που το μόνο που του δίνει χαρά είναι να δει τον κόσμο να καίγεται. Το σενάριο εδώ βάζει μία διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στο τι ορίζει η κοινωνία ως ψυχική ασθένεια και τι είναι στην πραγματικότητα ένας άνθρωπος που είναι ψυχικά ασθενής. Ο Jeremy στο τέλος της ιστορίας έρχεται στη φρικτή συνειδητοποίηση ότι δεν έχει καμία σχέση με τον Πρίγκιπα του Εγκλήματος. Ο Joker είναι ένα πλάσμα υπέρ-έξυπνο ο οποίος γνωρίζει ακριβώς τι κάνει και του αρέσει να πληγώνει τους ανθρώπους γύρω του γιατί απλά είναι κακός. Η κατάστασή του δεν έχει καμία σχέση με την ψυχική ασθένεια και δε θα έπρεπε να αναγνωρίζεται ως τέτοιος. Οι άνθρωποι με ψυχική ασθένεια είναι άνθρωποι οι οποίοι δε θα έπρεπε να θεωρούνται απόβλητοι από την κοινωνία και από τους ανθρώπους γύρω τους. Οτιδήποτε κάνουν το κάνουν γιατί δεν έχουν επίγνωση των πράξεών τους και με την κατάλληλη βοήθεια θα μπορέσουν να σταθούν στα πόδια τους. Δεν έχουν ουδεμία σχέση με έναν άνθρωπο ο οποίος έχει πλήρη επίγνωση των πράξεών του και καταφεύγει στο κακό επειδή απλά τον γεμίζει σαν πράξη. Από τις διάφορες αναγνώσεις που έχει δεχτεί κατά καιρούς o Joker αυτή είναι μία από τις πιο εύστοχες και ελπίζουμε να τη δούμε να αναπτύσσεται πολύ περισσότερο στο εγγύς μέλλον. Το Year of the Villain είναι ένα άβολο κόμικ. Όχι μόνο λόγω της θεματικής του. Διακατέχεται από πολύ έντονες και βίαιες σκηνές ενώ στις τελευταίες σελίδες της ιστορίας γίνεται μία πιστή αναβίωση μίας από τις πιο σοκαριστικές στιγμές της ιστορίας του Joker. Το σχέδιο του Phillip Tan είναι λεπτομερέστατο με ξεθωριασμένα και σκοτεινά χρώματα που σε συνδυασμό με τα ασύμμετρα και μεγάλα καρέ του προσδίδουν στην ανάγνωση ένα αίσθημα τρόμου και αγωνίας. Δεν είναι ένα εύκολο ανάγνωσμα για αυτούς που θέλουν να διαβάσουν μία απλή και ευχάριστη ιστορία (άλλωστε κανείς δε θα περίμενε και κάτι τέτοιο με μία ιστορία όπου πρωταγωνιστεί ο Joker). Είναι όμως μία ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη μελέτη σε έναν εμβληματικό χαρακτήρα της ένατης τέχνης, ο οποίος, ειδικά μετά την (αρκετά προβληματική για εμένα) αναγνώριση που δέχτηκε από την ομώνυμη ταινία του, θέτει καινούργια ερωτήματα για το τι θα έπρεπε να θεωρείτε ψυχική υγεία και τι όχι. Σίγουρα δε θα τελειώσει κανένας το εν λόγω κόμικ με μία ευχάριστη αίσθηση όμως αν είστε από τους αναγνώστες που αναζητάνε στις ιστορίες τους πέρα από απλή ψυχαγωγία και κάτι περισσότερο να πουν, τότε το Joker: Year of the Villain είναι για εσάς. Πηγή
  16. Πώς μπορείς να μιλήσεις για την υπερχιλιετή ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας μέσα από λίγες πολύχρωμες ψηφίδες ενός παλαιού επιτοίχιου; Η απάντηση βρίσκεται στο «Ψηφιδωτό», ένα κόμικς που κυκλοφόρησε πριν λίγους μήνες από την πάντα δραστήρια Jemma Press. Το υπογράφουν δύο φίλοι και συνεργάτες από παλαιά: ο σεναριογράφος Τάσος Ζαφειριάδης (γνωστός και από τις δημοσιεύσεις του στον «Χάρτη») και ο σχεδιαστής Πέτρος Χριστούλιας. Το αποτέλεσμα είναι μια ενδιαφέρουσα συνάρθρωση αφήγησης και εικόνων που συνθέτει, κομματάκι-κομματάκι, το «Ψηφιδωτό». Ένα κόμικς που πρωτοδημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο ιστολόγιο socomic.gr, αποκαλύπτοντας τώρα, στην έντυπη εκδοχή του, τον ιδιαίτερο τρόπο ανάγνωσης που προβλέπει η κατασκευή του. Πρωτότυπο στη σύλληψη και καινοτόμο στον τρόπο που ζητά από τους αναγνώστες να διαβάσουν την ιστορία, το κόμικς δεν ακολουθεί την… πεπατημένη, από την πρώτη προς την τελευταία σελίδα. Ζητά, αντίθετα, να αναδιατάξουν τις 14 ψηφίδες-κεφάλαια του βιβλίου, βάζοντάς τα στη σωστή σειρά, ώστε να έχουν την γραμμική εξέλιξη της ιστορίας. Οδηγός και βοηθός σε αυτή την ιδιαίτερη διαδικασία ανάγνωσης (που θυμίζει ανασύσταση διαλυμένου ψηφιδωτού) είναι η χρωματική ταυτότητα κάθε μιας από τις 14 ψηφίδες που παρατίθενται στην αρχή του βιβλίου. Με οδηγό το χρώμα, αλλά και τη σειρά με την οποία είναι βαλμένα τα πετραδάκια, ο «επίμονος» (σύμφωνα με τον ορισμό των δύο δημιουργών) αναγνώστης μπορεί να διαβάσει, κινούμενος μπρος-πίσω στις σελίδες, τα αντίστοιχα κεφάλαια που ξεκλειδώνουν το νόημα της ιστορίας. Στις 96 σελίδες αυτής της καλαίσθητης έκδοσης, εικονογραφημένες με μαεστρία από τον Πέτρο Χριστούλια, ο έτερος των συμβαλλομένων, Τάσος Ζαφειριάδης, μπόλιασε την ιστορία του με ενδιαφέροντα ιστορικά, λαογραφικά, αλλά και φαντασιακά στοιχεία: Η μοιραία Δ΄ Σταυροφορία του 1201-1204, ο Μαύρος Θάνατος του 14ου αιώνα, τα έθιμα ταφής, τα μυθικά τζιν και τα ιφρίτ των Αράβων, η Πλατυτέρα, η ρωμαϊκή γέφυρα του Σεπτιμίου Σεβήρου στον Ευφράτη, όπου έχτισε τον τάφο του ο Διγενής Ακρίτας σύμφωνα με το ομώνυμο έπος, ο όσιος Σισώης που σε μεταβυζαντινές απεικονίσεις θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, μέχρι μια βυζαντινή εκδοχή κρεμμυδόσουπας με ψωμί… Η πληθώρα των στοιχείων που εμπλουτίζουν με την παρουσία τους τις λέξεις και τις εικόνες του κόμικς, αποτελούν μία επιπλέον πρόκληση για τους «επίμονους» που θα εντρυφήσουν στις σελίδες του. Αρκεί να έχουν κατά νου ότι δεν πρόκειται για ιστορικό αφήγημα, αλλά για μια παιγνιώδη ιστορία του φανταστικού. Πώς προέκυψε το «Ψηφιδωτό»; Τάσος Ζαφειριάδης: Οι προπαππούδες μου όταν πέρασαν με την ανταλλαγή πληθυσμών από την Μεσσήνη Ανατολικής Θράκης στην Ελλάδα κι εγκαταστάθηκαν στον Άγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης, ανάμεσα στα λιγοστά πράγματα που έφεραν μαζί τους ήταν και εννιά ψηφίδες από ένα παλιό ψηφιδωτό. Αυτά τα γυαλιστερά πετραδάκια τα κατέβαζε η βροχή από τα ερείπια ενός βυζαντινού φρουρίου στο χωριό (σήμερα ονομάζεται Μισινλί). Στα μάτια μου είχε μια μαγική ιδιότητα εκείνο το οικογενειακό κειμήλιο και η μυστηριώδης του προέλευση δυνάμωνε αυτήν την εντύπωση ακόμη περισσότερο. Αργότερα έμαθα ότι στο ίδιο μέρος βρισκόταν η ρωμαϊκή πόλη Δρουσιπάρα, με τη Βασιλική του μάρτυρα Αγίου Αλέξανδρου του Ρωμαίου, η οποία κάηκε ολοσχερώς από τους Αβάρους τον 6ο αιώνα. Οι ψηφίδες προέρχονταν άραγε από αυτή την εκκλησία ή κάποια μεταγενέστερη; Τι εικόνα σχημάτιζαν αυτές οι ψηφίδες; Η ιστορία του “Ψηφιδωτού” άρχισε να παίρνει σχήμα καθώς παρατηρούσα σε παλιές εκκλησίες τα βγαλμένα μάτια στα πρόσωπα των αγίων, τα βανδαλισμένα από πιστούς ή απίστους, που έδιναν μια πιθανή απάντηση. Μεγάλη επιρροή στο ύφος ήταν τα γραπτά του Σέρβου Μίλοραντ Πάβιτς. Το αγαπημένο μου Λεξικό των Χαζάρων, αλλά και άλλα έργα του, διακρίνονται από αυτό το –βαλκανικό και βυζαντινό– μείγμα μυθοπλασίας και ιστορίας, του οποίου η εγγύτητα στην ελληνική πραγματικότητα το έκαναν να μου φαίνεται πιο ανοίκειο και συναρπαστικό. Άλλο στοιχείο του έργου του είναι η μη γραμμική σειρά ανάγνωσης. Σύντομα αποφάσισα ότι κάθε κεφάλαιο θα ήταν μια ψηφίδα με διαφορετική απόχρωση. Όλες μαζί θα σχημάτιζαν μια ιστορία-ψηφιδωτό, προτρέποντας τον αναγνώστη να βάλει μια τάξη στη διαλυμένη πλοκή. Άρα θα μπορούσε να το χαρακτηρίσει κανείς ένα κόμικς περιπλάνησης και φανταστικού με ύφος «βυζαντινό». Εννέα ψηφίδες με διαφορετική απόχρωση… Πότε και με ποιο τρόπο ενώθηκαν σε αυτή την σκόπιμα μπλεγμένη πλοκή; Τ.Ζ.: Η πρώτη εκδοχή του σεναρίου γράφτηκε το 2009. Δύο σχεδιαστές επρόκειτο να το σχεδιάσουν σε διαφορετικές φάσεις, αλλά ο χρόνος τελικά δεν τους το επέτρεψε. Η καθυστέρηση στον σχεδιασμό επέβαλλε κάθε τόσο προσθήκες και αλλαγές, με την τελική εκδοχή να είναι η πέμπτη ή έκτη, καθώς όσο περνάει ο καιρός, αλλάζει κανείς οπτική ή άποψη για το έργο του και θέλει να το βελτιώσει. Το έργο ανέλαβε τελικά τον ένατο χρόνο ο Πέτρος Χριστούλιας, ο οποίος και το ολοκλήρωσε, με τη πολύτιμη οικονομική συμβολή του socomic.gr, όπου και πρωτοδημοσιεύτηκε. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2019, άρα συνολικά πήρε δέκα χρόνια! Με ποιο τρόπο συνεργαστήκατε; Ποιοι ήταν οι τρόποι παρέμβασης, αλληλεπίδρασης και τελικής διαμόρφωσης της ιστορίας και της εικονογράφησης; Πέτρος Χριστούλιας: Το ότι η ιστορία ήταν ένα ψηφιδωτό βοήθησε και στο κομμάτι της οργάνωσης της παραγωγής. Ο Τάσος είχε ήδη το σενάριο σε μικρές ενότητες κεφάλαια και παρότι ο τελικός σκοπός ήταν να μπουν ανακατεμένα, τα ξεκινήσαμε ένα-ένα κατά κανόνα γραμμικά. Όπως δηλαδή δημοσιεύθηκε και στο socomic.gr αφού από ένα σημείο και μετά η εβδομαδιαία δημοσίευση μάς πρόλαβε. Σκηνή-σκηνή λοιπόν έστηνα τις σελίδες σε προσχέδια και τα έστελνα στον Τάσο. Εκτός μερικών εξαιρέσεων δε χρειάστηκε ιδιαίτερη συζήτηση πριν ξεκινήσω τα τελικά μολύβια, το μελάνωμα και το χρώμα. Αυτά είναι τα καλά της μακρόχρονης συνεργασίας. Ξέρει τι περιμένει ο ένας από τον άλλο και αφήνει χώρο. Τ.Ζ.: Ο Πέτρος ανέλαβε να δώσει στο κόμικς την τελική μορφή του, συμπληρώνοντας με μικρές πινελιές το κείμενο και τη δράση, όπου αυτός έκρινε απαραίτητο κατά το στήσιμο των σελίδων. Προχώρησε δηλαδή σε –τρόπον τινά– αποκατάσταση αρχαιοτήτων, σε μία περίοδο που εγώ ολοκλήρωνα το διδακτορικό μου και δεν είχα πολύ χρόνο να «επιβλέπω». Είχα ήδη αρκετό φωτογραφικό υλικό για αναφορά από βιβλία ή το διαδίκτυο, οπότε έδινα κάποιες σχετικές οδηγίες ανά κεφάλαιο που δουλευόταν, ώστε να ελαχιστοποιείται ο όγκος της δουλειάς που έπρεπε να γίνει άμεσα. Έγιναν πολλές αλλαγές στον διάλογο, αλλά ακόμα και στο σχέδιο, ακόμα και προσθήκες τελευταίας στιγμής, όπως π.χ. η αναφορά στον Όσιο Σισώη που θρηνεί μπροστά στο λείψανο του Μεγαλέξανδρου – έμπνευση κυριολεκτικά στο παρά πέντε πριν τη δημοσίευση. Πόση ιστορική αλήθεια και πόση φαντασία υπάρχουν στη σύνθεση του σεναρίου; Τ.Ζ.: Ο κεντρικός μύθος, η βασική πλοκή, παραμένει μία ιστορία φαντασίας. Αφότου υπήρχε αυτή έγινε έρευνα και δανείστηκα πολλά στοιχεία από σύγχρονες έρευνες, αλλά και κείμενα της περιόδου (έθιμα, θρύλοι, στολές, αρχιτεκτονική κ.ά.), ώστε να αποδίδεται όσο το δυνατόν γίνεται ένα βυζαντινό «άρωμα», χωρίς να χρησιμοποιείται το κατεξοχήν βυζαντινό εικονογραφικό ύφος της αγιογραφίας. Τα δάνεια επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές, όπως π.χ. η Βενετία, ή κι εποχές, όπως τα μεταβυζαντινά μαρμαρένια αλώνια όπου μάχεται ο Διγενής Ακρίτας τον Θάνατο. Ελπίζω να πετύχαμε αυτήν την αίσθηση. Αγαπημένη μου λεπτομέρεια, η οποία μάλλον δεν είναι εμφανής με την πρώτη ανάγνωση, τα πουλιά των δημοτικών τραγουδιών πανταχού παρόντα ως θεατές της δράσης (πουλάκια είναι κι ας κιλαηδούν, πουλάκια είναι κι ας λένε). Σε κάθε ψηφίδα εμφανίζεται και άλλο πουλί, ενώ στο κεφάλαιο που εμφανίζεται ο ξένος έχουμε μια νυχτερίδα! Ποιες προκλήσεις αντιμετωπίσατε και τι προβλήματα χρειάστηκε να επιλύσετε; Π.Χ.: Αρχικά έπρεπε να πάρουμε κάποιες αποφάσεις όσον αφορά στο ντιζάιν. Το καθαρό καρτουνίστικο σχέδιο που γενικά προτιμώ, φάνηκε να μας εξυπηρετεί μια χαρά, παρά το δραματικό ύφος της ιστορίας, ενώ το χρώμα του κάθε κεφαλαίου ήταν σημαντικό στοιχείο της αφήγησης, οπότε η παλέτα έπρεπε να είναι αποφασισμένη και καθαρή. Αυτοί οι αυτοπεριορισμοί όμως προσωπικά μόνο με βοηθούν και πιστεύω ότι περισσότερο δίνουν στη δουλειά παρά της στερούν ο,τιδήποτε. Τ.Ζ.: Το Βυζάντιο είναι μία χιλιόχρονη περίοδος για την οποία από τη μια έχουμε αποσπασματικές ή ελλιπείς πληροφορίες, από την άλλη όμως ο όγκος των πληροφοριών που έχουμε (αρχαιολογικά, ιστορικά, κ.λπ.) είναι ήδη τεράστιος για μη ειδικούς σαν κι εμάς. Αυτό σημαίνει πως ό,τι και να επιχειρήσει κανείς πραγματολογικά θα είναι λάθος, οπότε έπρεπε να συμφιλιωθούμε προκαταβολικά με αυτήν την αποτυχία. Η επιλογή της σειράς των κεφαλαίων ήταν ένα άλλο πρόβλημα προς επίλυση. Έπρεπε να βρούμε μία ισορροπία μεταξύ του τυχαίου και του πλήρως γραμμικού, ώστε να μην είναι ο αναγνώστης τελείως ξεκρέμαστος. Κάναμε τρεις εκδοχές και τις δοκιμάσαμε στέλνοντάς τις σε φίλους να μας πουν τι καταλαβαίνουν. Κάποια άλλα στοιχεία «βοηθούν» λίγο την ανάγνωση, είτε στο κείμενο είτε οπτικά, π.χ. η γενειάδα του πρωταγωνιστή. Υπάρχει φυσικά και ένα χρωματικό «λυσάρι» στο βιβλίο, ενώ στο socomic.gr η ιστορία ανέβηκε γραμμικά, γιατί ως webcomic θα ήταν μάλλον υπερβολικά πολύπλοκο αυτό το μπρος-πίσω. Πείτε μας λίγα λόγια για το στιλ με το οποίο αποδόθηκαν οι χαρακτήρες. Π.Χ.: Όσον αφορά στο στιλ του σχεδίου, πάντα με γοήτευαν οι σχεδιαστές που κρατούν μια ισορροπία μεταξύ της απλότητας και της ελευθερίας που τους προσφέρει το καρτουνίστικο στιλιζάρισμα και του απαραίτητου νατουραλισμού ώστε η εικόνα που περιγράφεται να έχει την υφή που χρειάζεται για να υπηρετήσει την ιστορία. Προσπάθησα να βρω αυτήν την ισορροπία για την συγκεκριμένη ιστορία του Τάσου. Ξέρω όμως ότι αυτή η προσέγγιση έχει και έναν υποκειμενισμό και κάποιος άλλος μπορεί να την σχεδίαζε πολύ διαφορετικά. Ελπίζω η προσωπική μου επιλογή να βρει ένα κοινό που θα το ικανοποιήσει. Τι βοηθήματα είχατε για τον σχεδιασμό των ρούχων, των όπλων, της αρχιτεκτονικής και του διακόσμου; Π.Χ.: Από τη στιγμή που σχεδιάζεις μια ιστορία που αναφέρεται σε συγκεκριμένη εποχή ακόμα και αν έχεις την δικαιολογία ότι πρόκειται για ιστορία με φανταστικά στοιχεία, πρέπει να ανατρέξεις σε πηγές. Φυσικά το καρτουνίστικο στιλ επιτρέπει λίγη γενικολογία αλλά πρέπει να δημιουργήσεις στον αναγνώστη μια υφή και μια γεύση της εποχής που αναφέρεσαι. Ο Τάσος όπως συνήθως συνόδευε το σενάριο με πλούσιες αναφορές εικόνας όπου χρειαζόταν αλλά χρειάστηκε και εγώ να κάνω πάντα την προσωπική μου έρευνα. Χαρακτηριστική ήταν η περίπτωση της εικονογράφησης της Κωνσταντινούπολης λίγο πριν την άλωση, που χρειάστηκε να κατεβάσω από την βιβλιοθήκη μου τον σκονισμένο Β΄ τόμο της Ιστορίας της Αρχιτεκτονικής του Χαράλαμπου Μπούρα, που είχα να τον ανοίξω από τα χρόνια της Σχολής Καλών Τεχνών. Τελικά, πόσο δύσκολη ήταν η μεταφορά αυτής της «θρυμματισμένης» ιστορίας σε κόμικς; Τ.Ζ.: Η επιλογή της μη γραμμικής αφήγησης ήταν μέρος της αρχικής έμπνευσης, γράφτηκε έτσι, άρα αυτή η δυσκολία ήταν εξαρχής στο παιχνίδι. Σίγουρα δεν είναι επιλογή φιλική προς όλους τους αναγνώστες. Αυτό που με δυσκόλεψε κυρίως όμως είναι ότι πήρε καιρό να υλοποιηθεί το κόμικς και όλες αυτές οι καθυστερήσεις επιβάλανε συνεχείς αλλαγές στο σενάριο. Όταν δουλεύεις κάτι τόσον καιρό, θέλει υπομονή, σε κυριεύουν οι αμφιβολίες για το αν βγάζει νόημα, αν είναι αποτελεσματικό κ.λπ. Σε αυτό εμπιστεύτηκα την κρίση του Πέτρου» Πηγή
  17. "Ο Κήπος" του Γιώργου Καμπάδαη (Friday's to the rescue, Μικρό) έκανε την εμφάνιση του στο CCA'19, τον περασμένο Απρίλιο από τις εκδόσεις Ένατη Διάσταση με πρόλογο του εκδότη Πάνου Κρητικού. Στις 68 σελίδες, το αυτοαποκαλούμενο epic fantasy "παραμύθι" όπως βλέπουμε στο οπισθόφυλλο (ατυχής χαρακτηρισμός για την αποδοχή του κόμικ) διαδραματίζεται σε ένα φανταστικό σύμπαν όπου ένας εγκλωβισμένος θεός τιμωρεί τον κόσμο με αιώνιο χειμώνα. Μια μικρή κοπέλα, η Κάλλια, με μόνο βοήθεια ένα μαγικό σπαθί και συντροφιά το λευκό κουνέλι της, ταξιδεύει στον Ναό του Θεού Καζού προς αναζήτηση μιας λύσης και ίσως της ίδιας της άνοιξης. Τυπικό fantasy κομικάκι. Συμπαθητικό σχέδιο αλλά η ιστορία αρκετά μανιχαϊστική και προσχηματική. Δυστυχώς, το epic fantasy είναι από τα πλέον κορεσμένα είδη στην τέχνη και αν δεν έχεις την εξαιρετικά πρωτότυπη και συνταρακτική φρέσκια ιδέα να δώσεις, καταλήγεις να γράψεις κάτι που σίγουρα θα έχει ειπωθεί ήδη μπόλικες φορές και δεν πρόκειται να συναρπάσει. Το ίδιο συμβαίνει και εδώ, με αποτέλεσμα στα δικά μου μάτια ο "Κήπος" να είναι ένα κόμικ της σειράς, αδιάφορο, που διάβασα 3 βδομάδες πριν και σχεδόν έχω ξεχάσει.
  18. ...ένα ιατρικό σήριαλ του Δημήτρη Καμένου. Τι συμβαίνει όταν ο Θεός και ο διάολος βάζουν στοίχημα ποιος θα καβατζώσει πρώτος την ψυχή του Φάουστ; Και αντί για την γνωστή ιστορία του Γκαίτε, ο διάβολος υπογράφει συμβόλαιο με τον Φάουστ για την ψυχή του με προϋπόθεση να τον γιατρέψει από ένα κάρο ανίατες ασθένειες που νομίζει ότι έχει και να κάνει την θεοσεβούμενη παρθένα μαργαρίτα να τον ερωτευτεί; Και όλα αυτά ενώ τον παίρνει μαζί του στην κόλαση, μια κόλαση που δουλεύει ακριβώς όπως το εθνικό σύστημα υγείας (δηλαδή δεν δουλεύει); Το Μεφίστο δημοσιεύθηκε στην ΕΦ.ΣΥΝ. εβδομαδιαίως, από τον Νοέμβριο του 2016 μέχρι τον Απρίλιο του 2019 που βγήκε και η παρούσα αυτοέκδοση 128 σελίδων στο ComicDom. Μακρόστενη εκτύπωση σύμφωνα με το φορμάτ του στριπ με σπιράλ που περιέχει 124 στριπς, καλό χαρτί και εκτύπωση, τιμή στο The Con 5 που το πήρα, 12 ευρώ. Θα μπορούσε και λιγότερο. ? Στα ΕΒΚ, το κόμικ ήταν προτεινόμενο για "Καλύτερο Ένθετο" τις χρονιές 2017,2018,2019. Είχε τον χαβαλέ του. Όπως και τα περισσότερα ελληνικά χιουμοριστικά κόμικ, σατιρίζει με την σειρά του την σαπίλα της ελληνικής πραγματικότητας αλλά οκ, δεν γίνεται βαρετό όπως άλλα. Θυμίζει στο στιλ Dracula MGD, απλά εστιάζει την σάτιρά του στο σύστημα υγείας προσαρμοσμένο στον 16ο αιώνα και την αντίστοιχη κόλαση, χωρίς βέβαια να λείπουν οι pop culture αναφορές που χρειάζονται πάντα σε τέτοια για να είναι "in". Αυτό που κρατάω περισσότερο είναι το σχέδιο. Έχει μινιολική γραμμή με πολλούς τετραγωνισμένους χαρακτήρες που είναι πολύ του γούστου μου, το φχαριστήθηκα το σχέδιο φουλ (όπως και στο World War Sapiens και ας έκοψα εκεί φλέβα με την ιστορία). Τσεκάρετε.
  19. Πρώτη Κυκλοφορία: 04-2019 Η τρίτη δουλειά της Δήμητρας Νικολαΐδη μετά το Guess και το Στα βαθιά ρέματα, βρίσκει την δημιουργό να καταπιάνεται με μια κοινωνική ιστορία εσχατολογικής φαντασίας. Η γη έχει γίνει εχθρός του ανθρώπου, καταστρέφοντας ότι ζωντανό και στην μέση όλου του χαμού, βρίσκονται δύο κορίτσια που βιώνουν την δικιά τους περίεργη ενηλικίωση. Η αλήθεια είναι όμως πως δεν βρήκα την ανάπτυξη της ιστορίας στρωτή. Αν και κατάλαβα τελικά τι έγινε, οι χρονικές μετατοπίσεις ήταν απότομες και οι μηχανισμοί της πλοκής έδειχναν να βασίζονται καθαρά στις συναισθηματικές μεταπτώσεις των χαρακτήρων, καθιστώντας δύσκολη την παρακολούθηση της εξέλιξης της ιστορίας. Τουλάχιστον σχεδιαστικά η δημιουργός δείχνει να έχει κάνει άλλο ένα βήμα παραπέρα. Δεν θα μου έκανε εντύπωση αν στο κοντινό μέλλον την δούμε να κάνει καριέρα στο εξωτερικό, μιας και το στυλ της κάλλιστα θα ταίριαζε με κάποια indie κυκλοφορία από Boom & Image.
  20. Με την επανάκτηση των δικαιωμάτων του Conan, στις αρχές του χρόνου, η Marvel, εγκαινίασε την επιστροφή της στις περιπέτειες του Κιμμέριου επαναφέροντας 2 ιστορικές ongoing σειρές, τo Conan the Barbarian και το Savage Sword of Conan. Όπως έκανε και με το Star Wars franchise, συνοδεύει τις ongoing με mini-series, συνήθως 5 τευχών. Η πρώτη ήταν το Age of Conan - Belit. H Belit, σύμφωνα με τις ιστορίες του R.E.Howard, πρόκειται για την πρώτη και μεγάλη αγάπη του Conan. Στο συγκεκριμένο κόμικ, όμως, ξεκινάμε από την αρχή και έχουμε το origin της ηρωίδας. Γνωρίζουμε τον πατέρα, μεγάλο ναύαρχο και καπετάνιο ενός πειρατικού καραβιού. Μετά την σύλληψη και την θανάτωση του, η Belit, προσπαθεί και καταφέρνει να γίνει καπετάνιος του πειρατικού του πατέρα της, παρ' όλη την αμφισβήτηση που δέχτηκε λόγω της ηλικίας και του φύλου της. Στη πορεία, αποκτά μεγάλη φήμη και έρχεται σε σύγκρουση με τρομακτικά θαλάσσια τέρατα, αλλά και πέφτει θύμα προδοσίας από προηγούμενος συμμάχους της. Το σενάριο το έγραψε η Tini Howard ( Hack/Slash:Ressurection, Rick & Morty ), δίνοντας κάτι που δεν περίμενα να δω ποτέ σε κόμικ. Μια λογική young adults. Ένα κόμικ δηλαδή που απευθύνεται σε ηλικίες 13+. Το αποτέλεσμα το θεωρώ ελαφρά αποτυχημένο γιατί σε κανένα σημείο δεν βρήκε καλά τα πατήματα του, παρουσιάζοντας μας την πρωταγωνίστρια, πότε ας ατίθασο κορίτσι και πότε ως ατρόμητη καπετάνιο. Δεν γίνεται καμία εμβάθυνση σε οποιονδήποτε άλλο χαρακτήρα και πολλές φορές η Belit πετυχαίνει θριάμβους και νίκες χωρίς να έχουμε καταλάβει το πως και το γιατί. Στα παραπάνω, συμβάλλει το σχέδιο της Kate Niemczyk ( Mockingbird, Maneaters - είχε περάσει και από ένα Comicdom πριν 1-2 χρόνια ), το οποίο καρτουνίζει αρκετά και δεν δίνει ιδιαίτερη έμφαση ούτε στη λεπτομέρεια ούτε στις εκφράσεις των προσώπων. Ξεχωρίζει λίγο στις σκηνές με τέρατα και τα Λεβίαθαν των θαλασσών, αλλά μέχρι εκεί. 5 τεύχη, τα οποία συγκεντρώθηκαν σε ένα trade paperback, μιας, συνολικά, μέτριας δουλειάς. Δεν νομίζω να ενθουσιάσει κανένα, καθώς πέρα από την χιλιοειπωμένη ιστορία του μικρού κοριτσιού που γίνεται γυναίκα και αναγνωρίζεται από εκείνους που την υποτιμούσαν, δεν υπάρχει κανένα άλλο επίπεδο ανάγνωσης. Για το σχέδιο τα είπα παραπάνω, υπάρχουν πάμπολλες καλύτερες και καλύτεροι δημιουργοί εκεί έξω. Αν ανήκα στο ηλικιακό γκρουπ στο οποίο απευθύνεται το κόμικ, ίσως να το αντιμετώπιζα με μεγαλύτερη συμπάθεια. Δυστυχώς έχουν περάσει λίγα(?) χρόνια από τότε, οπότε απλά θα πρότεινα να το προσπεράσετε και να πάτε στις δύο ongoing σειρές, οι οποίες είναι πραγματικά καλές. Κρίμα για τα πραγματικά υπέροχα εξώφυλλα της Sana Takeda.
  21. Batman: Dark Prince Charming- Όταν ο Batman συνάντησε το ευρωπαϊκό κόμικ Ποιος είδε τον Σκοτεινό Πρίγκηπα και δεν τον φοβήθηκε Πέρυσι το Νοέμβρη κυκλοφόρησε το 1ο τεύχος του Batman: Dark Prince Charming απ’ τον ταλαντούχο Ιταλό σκιτσογράφο Enrico Marini. Ο Batman του Marini είναι μια stand-aloneιστορία, η οποία ολοκληρώθηκε λίγες μέρες πριν -τέλη Ιουνίου- με την κυκλοφορία του 2ου τεύχους. Με λίγα λόγια, στο comic ο Bruce Wayne δέχεται επίσκεψη στην έπαυλή του από μια γυναίκα η οποία ισχυρίζεται ότι η 9χρονη κόρη της είναι η κόρη του Bruce, από μια βραδιά που ο ίδιος έχει προσπαθήσει να ξεχάσει. Όμως ενώ ξεκινάει ένας δικαστικός αγώνας, που εκθέτει τον δισεκατομμυριούχο επιχειρηματία στα φώτα της δημοσιότητας, ο Joker απαγάγει το παιδί για να εκβιάσει τον Bruce Wayne. Έτσι η διάσωση του μικρού κοριτσιού είναι αποστολή και του Bruce Wayne, αλλά και του Batman. Καταρχάς πρέπει να αναφερθεί ότι δεν είναι η πρώτη φορά που o Batman βρίσκεται σε ευρωπαϊκό πλαίσιο. Εξάλλου στο παρελθόν -στο Batman Europa– έχει βρεθεί να ταξιδεύει και στο Βερολίνο, για να θεραπεύσει έναν ιό που τον έχει μολύνει. Όμως αυτή τη φορά η επαφή του Batmanμε την Ευρώπη είναι διαφορετικής ποιότητας, αφού το σχέδιο της ιστορίας είναι βασισμένο στην μορφή του ευρωπαϊκού comic, στο οποίο ξεχωρίζει η πένα του Enrico Marini. Ο Batman μένει αυτή τη φορά στη Gotham, αλλά τα πάντα θυμίζουν ένα ευρωπαϊκό bandes desineé. Σίγουρα η ριζική αλλαγή της τεχνοτροπίας στην αφήγηση της ιστορίας του Batman εδώ, μας θυμίζει την εξίσου φρέσκια οπτική που μας είχε προσφέρει η μεταφορά του Dark Knight στη φόρμα του ιαπωνικού anime στο Batman Ninja. Όπως και εκεί έτσι και εδώ ο Marini περιβάλλει τον Batmanμε τα καλύτερα στοιχεία μιας διαφορετικής μορφής της 9ης τέχνης, τα οποία μας προσφέρουν μια πρωτότυπη ιστορία για τον Dark Knight. Και δεν είναι τυχαίες αυτές οι κινήσεις της DC, αφού όπως έχει αναφέρει και ο Jim Lee (co-publisher της DC) έχουν ξεκινήσει ένα project όπου καλλιτέχνες από διαφορετικές χώρες και κουλτούρες, οι οποίοι γνωρίζουν τους superheroes της εταιρίας, θα σχεδιάσουν με το δικό τους τρόπο και τόνο ιστορίες για την DC. Είναι λοιπόν σαφές ότι αν κάτι κλέβει την παράσταση και στα δύο τεύχη του Dark Prince Charmingαυτό είναι το σχέδιο του Enrico Marini (Les aigles de Rome, Le Scoprion, Rapaces), ο οποίος μεταφέρει τον Batman στον δικό του ευρωπαϊκό κόσμο, χωρίς να τον κουνάει ούτε χιλιοστό απ’ τη Gotham. Αντίθετα τη Gotham την απολαμβάνουμε σε εξαιρετικά σκοτεινά δισέλιδα, που αντιπαραβάλλονται φανταστικά με τα πιο ανοιχτά και πολύχρωμα σχέδια του στρατοπέδου του Joker και της συμμορίας του. Όμως ο Marini έχει αναλάβει εξολοκλήρου το comic και γι’ αυτό πέρα απ’ το σχέδιο έχει αναλάβει και το σενάριο του comic. Κατ’ αρχήν πρέπει να τονιστεί ότι η ολοκληρωμένη δημιουργία από έναν καλλιτέχνη είναι συχνά προτέρημα για ένα καλλιτεχνικό έργο, καθώς ο καλλιτέχνης -εφόσον και ο ίδιος το επιθυμεί- θα πρέπει να μπορεί να δημιουργήσει το έργο του έτσι όπως το έχει ο ίδιος σχεδιάσει στο νου του, χωρίς να αναγκάζεται να συμμετέχει σε μια γραμμή παραγωγής εβδομαδιαίων σειρών comic, όπου άλλος γράφει το σενάριο, άλλος το σχεδιάζει, άλλος βάζει τα χρώματα και άλλος σχεδιάζει τα γράμματα και ούτω καθεξής. Είναι αξιέπαινη η προσπάθεια ενός καλλιτέχνη σε τέτοιο υψηλό επίπεδο να αναλάβει και να φέρει εις πέρας το σύνολο της δημιουργίας ενός comic και είναι σημαντικό το γεγονός ότι και η DC εμπιστεύτηκε τον Marini -γνωρίζοντας το έργο και το ταλέντο του- σε αυτό το project. Δυστυχώς όμως το επίπεδο της ποιότητας και της καινοτομίας -για ιστορία Batman– του σχεδίου του Marini δεν είναι ισάξιο με την συγγραφή του σεναρίου της ιστορίας, το οποίο χωρίς να είναι κακό ή βαρετό, παραμένει σε μέτρια επίπεδα, χωρίς ιδιαίτερες εκπλήξεις, συγκινήσεις ή αξιοσημείωτες προσθήκες στο μύθο του World’s Greatest Detective. Μάλιστα ίσως το πιο αδύνατο σημείο όλου του comic ίσως είναι η αποτύπωση των γυναικείων χαρακτήρων (κυρίως της Catwoman και της Harley Quinn), οι οποίες εμφανίζονται σε λίγα καρέ να έχουν κάποιο χρήσιμο ρόλο στην υπόθεση, ενώ σε αξιοσημείωτα πολλά καρέ εμφανίζονται ως υστερικές -ημίγυμνες πολλές φορές- συντρόφισσες των Batman και Joker, που τους γκρινιάζουν ή τους ζητάνε επίμονα χάρες και δώρα. Σίγουρα δεν αξίζει μια τέτοια αντιμετώπιση σε ηρωίδες που μπορείς να αξιοποιήσεις με εξαιρετικά δημιουργικού τρόπους για να αναπτύξεις τον χαρακτήρα τους, όπως αποδεικνύει όλο αυτό τον καιρό ο Tom King στο run του δικού του Batman. Παρά τα αρνητικά του όμως, ο Batman του Marini έχει και αρκετά δυνατά σημεία κι αυτά προέρχονται κυρίως απ’ την noir αισθητική του comic και απ’ τη σχέση που αναπτύσσει με τον Joker. Ο Marini μας γνωρίζει έναν παρανοϊκό Joker, περιστοιχισμένο από μια σκληροτράχηλη ομάδα με μάσκες κλόουν, οι οποίοι σπέρνουν τον τρόμο στη Gotham City. Σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη του χαρακτήρα του Joker παίζουν τόσο η ιδιότυπη τρυφερότητα με την οποία αντιμετωπίζει την Harley, όσο και η αλλόκοτη φροντίδα που προσφέρει στο 9χρονο κορίτσι που απήγαγε για να εκβιάσει τον Wayne. Σε αυτό το comic βλέπουμε έναν πιο συναισθηματικό Joker, ο οποίος όμως παραμένει το ίδιο παρανοϊκός και έχει υπολογίσει πίσω από κάθε του κίνηση να εξυπηρετείται πάντα το σχέδιό του. Και ο Batman πρέπει να τον αντιμετωπίσει και ως Bruce Wayne, για να διαπραγματευτεί την απελευθέρωση του κοριτσιού, που παρουσιάζεται ως κόρη του, αλλά και με τη στολή του. Έχοντας δει τον Batman και τον Joker, ως το hero/villain alter ego ο ενός του άλλου σε τόσα και τόσα κλασσικά comics τους έχουμε βρει σε στιγμές μίσους, αντιπαλότητας, έχθρας, αλλά και σε στιγμές που γέλαγαν μαζί με έναν κωμικοτραγικό τόνο. Αυτή τη φορά η σχέση του Batman με τον εμβληματικό του εχθρό θα καθοριστεί απ’ τη φροντίδα ενός 9χρονου κοριτσιού, που ελπίζει στον Batman να έρθει σαν Σκοτεινός πρίγκηπας και να την σώσει. Τελικά το Dark Prince Charming είναι η απόδειξη ότι οι Ευρωπαίοι καλλιτέχνες comic μπορούν να προσφέρουν εξαιρετικά αποτελέσματα αν ασχοληθούν με τα superhero comics, αναζωογονώντας και το ίδιο το είδος, που πολλές φορές φαίνεται (κυρίως τα τελευταία χρόνια στη Marvel) να ξεμένει από καύσιμα και ιδέες. Και είναι σίγουρα πολλά υποσχόμενη η προσπάθεια της DC να δημιουργήσει νέες οπτικές για τους χαρακτήρες τους από καλλιτέχνες διαφορετικών χωρών. Ο Marini σε αυτό το πλαίσιο πειραματίστηκε με τη δικιά του Gotham χαρίζοντάς μας ένα comic που θα θυμόμαστε για καιρό. Πηγή
  22. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 07-2019 Υλικό Συλλογής: Amazing Spider-Man 792-793, Venom 159-160 & Amazing Spider-Man: Venom Inc. - Alpha και Omega (η αρχή και το τέλος του crossover). Λίαν πρόσφατο crossover - παραγωγής 2017-2018 - μεταξύ των τίτλων Amazing Spider-Man & Venom, στο οποίο οι τρεις πιο σημαντικοί ξενιστές του συμβιωτικού που έχει γίνει γνωστό ως Βένομ, ο Πίτερ Πάρκερ, ο Έντι Μπροκ και ο Φλας Τόμπσον, τα βάζουν με μια νέα απειλή, σε συνεργασία με την Μαύρη Γάτα, κάνοντας τους άσπονδους... φίλους στο τέλος της ιστορίας. Εν ολίγοις έχουμε μια ιστορία που αντιγράφει όλα τα μοτίβα που έχουν προκύψει από την πρώτη εμφάνιση του Βένομ μέχρι σήμερα. Θέλετε κάτι να σας θυμίζει τις τραβηγμένες από τα μαλλιά δικαιολογίες που έβρισκε ο Μικελίνι (ο συν-δημιουργός του χαρακτήρα) για να θέτει αντιμέτωπο τον Σπάιντυ και τον Βένομ κάθε λίγους μήνες; Ο παρόν τίτλος είναι για εσάς, αν και αδικώ τον Μικελίνι με την σύγκριση. Είστε από τους νέους οπαδούς που ανακάλυψαν τον Σπάιντυ με το Brand New Day πριν μια δεκαετία και σας άρεσε ο Αντί-Βένομ. Έχουν κάτι και για εσάς με τον νέο κάτοχο του τίτλου! Θέλετε νέα συμβιωτικά απλά για να υπάρχουν αλλά χωρίς καμιά ουσία; Και για εσάς έχει κάτι. Θέλετε να συμμετάσχει και η Μαρβελική μαφία, ως γαρνιτούρα στο πιάτο; Κάτι έχει και για εσάς. Θέλετε έναν Σπάιντυ που είναι πάλι ταπί και ψύχραιμος και συμπεριφέρεται σαν 16χρονος; Και για εσάς έχει κάτι, μιας και φαίνεται πως κάθε δεκαετία πατάνε το κουμπί της επαναφοράς. Ο Σπάιντυ είναι πάλι ατιμασμένος και άφραγκος εδώ, σε γεγονότα που συνέβηκαν πριν το συγκεκριμένο crossover. Θέλετε ένα άτσαλο bromance μεταξύ του Φλας Τόμσον και Σπάιντυ, γιατί έτσι; Φυσικά και φρόντισαν και για εσάς οι σεναριογράφοι! Θέλετε σενάριο που προσπαθεί υπερβολικά να φαίνεται κουλ με ατάκες που ακόμα και οι πιτσιρικάδες, που είναι το βασικό κοινό στο οποίο απευθύνεται η ιστορία,, θα βρουν βαρετές, άνευρες και παρωχημένες; Πρέπει να ελέγξετε το επίπεδο του χιούμορ σας μιας και έχει μείνει πίσω μια χιλιετία, αλλά και για εσάς έχει κάτι! Όπως καταλάβατε, η ιστορία δεν μου άρεσε. Την βρήκα βαρετή, τα αστεία κρύα, την υπόθεση σε επίπεδου... χασμουρητού, και σε συνδυασμό με το σχέδιο (συνεχίζω να βρίσκω τον Στέγκμαν μέτριο και τον Σαντόβαλ ανεπαρκή για αμερικάνικης παραγωγής κόμικ), μου άφησε ένα επίπεδο ξαναζεσταμένου φαγητού σε φουρνάκι, που ζεστάθηκε λίγο παραπάνω και έχει καψαλιστεί, με αποτέλεσμα να χάσει τα όποια θρεπτικά συστατικά του. Όποια και αν είναι η κλίμακα μέτρησης που προτιμάτε, θεωρείστε πως - κατά την γνώμη μου - είναι μια ιδέα πάνω από τον μέσο όρο (γιατί υπάρχουν και χειρότερα και ο Slott μας έχει δώσει και από αυτά), αλλά όχι παραπάνω. Ο τόμος βγήκε με αφορμή την κυκλοφορία της ταινίας Spider-Man - Far from Home στους κινηματογράφους.
  23. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 05-06-2019 Υλικό της Συλλογής: Steve Rogers: Super Soldier 01-04 (2010), Captain America Comics 01 (03-1941) Ο εγγονός του δημιουργού του ορού του υπέρ-στρατιώτη, κατάφερε να ανασυνθέσει τον ορό 70 χρόνια μετά και ετοιμάζεται να τον πουλήσει στους πλειοδότες για να φτιάξουν τον δικό τους υπέρ-στρατό. Ο Κάπτεν Αμέρικα, ο μόνος που φέρει τον ορό μέσα του, αναλαμβάνει να το σταματήσει αυτό, σε μια σόλο κατασκοπευτική περιπέτεια που τον φέρνει αντιμέτωπο με στοιχεία του παρελθόντος. Πρόκειται για μια μίνι σειρά που έδωσε στο Ed Brubaker την ευκαιρία να παρουσιάσει μια διαφορετική ιστορία από αυτή που είχε συνηθίσει στο πολυβραβευμένο run του με τον χαρακτήρα. Και ήταν παρηγοριά στον... άρρωστο (τους Έλληνες αναγνώστες) όταν βγήκε η έκδοση, που μας έδωσε ένα ψήγμα από τον συνδυασμό Captain America/Ed Brubaker, μιας και όταν βγήκε, δεν υπήρχε ένδειξη να πιάσει τον κεντρικό τίτλο κάποιος Έλληνας εκδότης, αν και αυτό άλλαξε τελικά. χάρη στην Hachette. Δεν πρόκειται για κάποια συνταρακτική ιστορία, αλλά θα περάσετε ευχάριστα και θα απολαύσετε το σχέδιο του Eaglesham το οποίο ταιριάζει με το ύφος της ιστορίας. Το τέλος της, αφήνει στοιχεία για μεταγενέστερη εκμετάλλευση βέβαια, αλλά δεν πιστεύω να απογοητευτείτε ιδιαίτερα για αυτό. Και πάλι έχει μια δόση πληρότητας. Απλά έχω την αίσθηση πως θα μπορούσαν να είχαν προσθέσει ακόμα δύο τεύχη και να καλύψουν και αυτή την τροπή που πήρε στο τέλος. Η έκδοση σε τόμο της μίνι σειράς περιλαμβάνει μια γκαλερί με τα εναλλακτικά εξώφυλλα των τευχών και το Captain America Comics 01 από τους Joe Simon & Jack Kirby, την πρώτη ιστορία που δημοσιεύτηκε ποτέ με τις περιπέτειες του Κάπτεν Αμέρικα, που στην χώρα μας δεν έχει εκδοθεί ποτέ, οπότε έχει ιστορικό ενδιαφέρον... και μόνο, μιας και ήταν παρωχημένη από την δεκαετία του '60 ήδη που επανέφεραν τον χαρακτήρα στο προσκήνιο. Ξεκάθαρα προϊόν μιας εντελώς διαφορετικής εποχής, με τις δικές της ευαισθησίες. Με αυτό τον τόμο, η Οξύ έχει πλέον καλύψει όλους τους βασικούς χαρακτήρες της δεκαετίας του '60 από τον κατάλογο της Μάρβελ, αυτούς τους οποίος ιστορίες δημοσιεύονται αδιάκοπα από τότε έως σήμερα. Η εκδοτική πάντως στα eshop το πλασάρει ως Captain America - Super Soldier, παρόλο που στην έκδοση καθαυτή, διατηρούν την αρχική ονομασία.
  24. Στην καρδιά της ζούγκλας, υπάρχει ένα εστιατόριο. Τα μισά ζώα είναι οι πελάτες του και τα άλλα μισά τα... εδέσματα. Το αλμπουμάκι αυτό καλύπτει τα τραγελαφικά γεγονότα που προκύπτουν από την λειτουργία του εστιατορίου και το ποιόν των ίδιων των παραγγελιών. Πρόκειται για την νέα αυτοέκδοση του Μελισσαρόπουλου που βγήκε σε 150 αριθμημένα κομμάτια στο Comicdom Con Athens 2019. Πρόκειται για ένα αστείο άλμπουμ, αν και αρκετά ασφαλές θα έλεγα στις επιλογές του και αναμενόμενο στις ατάκες του. ? Δεν θα σας απογοητεύσει αλλά ούτε και θα σας ξετρελάνει.
×
×
  • Create New...