Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2019'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. "It's never how you live that inspires people to want to be heroes...It's how you die.." - Oliver Queen/Green Arrow Έχοντας μεγαλουργήσει χρόνια νωρίτερα στο κλασικό Kingdom Come(σας το παρουσίασα εδώ),ο Alex Ross στις αρχές του 2000,δημιουργεί μια από τις πιο επικές ιστορίες που γράφτηκαν για τους ήρωες της DC.Σε συνεργασία στο σενάριο με τον Jim Krueger(Foot Soldier,Avengers,Star Wars)και στο σχέδιο τον Doug Braithwaite(2000AD,Ghost,Punisher MAX)με τους οποίους είχε συνεργαστεί στη τριλογία Earth X(Universe X/Paradise X) για τη Marvel comics,o Ross παρουσιάζει μέσα σε ένα maxi series των 12 τευχών(Αύγουστος 2005 - Ιούνιος 2007)μία ιστορία/γράμμα αγάπης προς τη Silver Age εποχή των ηρώων της DC,και συγκεκριμένα της Justice League και της αιώνιας μάχης τυς εναντίων της Legion of Doom,δηλαδή των αντίστοιχων villain.Aν και περισσότερο σκοτεινή απο όσο μας είχε συνηθίσει η Silver Age εποχή... Βέβαια αυτή η εκδοχή της Legion δεν βασιζόταν σε κάποια κομικσική της έκδοση,αλλά περισσότερο σε μια εκδοχή της από το τηλεοπτικό cartoon Super Friends,με μία πιο πολύπλοκη και σοβαρή υπόθεση.Έτσι και αλλιώς όμως όλο το Justice ήταν εκτός βασικού continuity της DC αλλά φυσικά αυτό δεν υστερεί σε τίποτα από τον αριστουργηματικό τρόπο που είναι γραμμένο και σχεδιασμένο το κόμικ.Τέλος να αναφέρω ότι το Justice,κατά κάποιο τρόπο θεωρείται και ένα άτυπο sequel της προηγούμενης σειράς του Ross(σε συνεργασία με τον Paul Dini)The World's Greatest Super Heroes. Στο Justice o Alex Ross αντιστρέφει τις ισορροπίες.Oι villains μετατρέπονται σε καλούς,οι ήρωες μοιάζουν να μη μπορούν καν να αντιδράσουν και η εμπιστοσύνη του κόσμου στα πρόσωπα τους κλυδωνίζεται...Οι villains αρχίζουν και έχουν όνειρα σχετικά με έναν επερχόμενο Αρμαγεδδών(τον οποίο οι ήρωες της Justice League είναι ανήμποροι να σταματήσουν)Φυσικά τα όνειρα αυτά τα στέλνει ο Brainiac,ο οποίος έχει τη δική του μυστική ατζέντα....Οι villains αποφασίζουν να βάλουν στην άκρη τις διαφορές τους και να ενωθούν για να εμποδίσουν το επερχόμενο τέλος της Γης,αλλά και για να βγάλουν από τη μέση τους ήρωες της Justice League μια και καλή...O Riddler θα είναι αυτός που θα χακάρει τον υπολογιστή του Bat Man και θα κλέψει όλες τις πληροφορίες αλλά και τα μυστικά που κρύβει...Οι ταυτότητες των ηρώων θα γίνουν σε αυτούς γνωστές,θέτοντας αυτόματα σε κίνδυνο τα αγαπημένα τους πρόσωπα... Και σαν να μην έφτανε αυτό οι villains αρχίζουν και παρουσιάζονται σαν "σωτήρες" της ανθρωπότητας δίνοντας θεραπείες σε ανίατες ασθένειες και σωματικές δυσλειτουργίες,πράγμα που προκαλεί τη δυσπιστία των ηρώων...Και εκεί είναι που Luthor θέτει το ερώτημα σε μία δημόσια του αναγγελία..."Έκαναν τίποτε οι ήρωες για να καλυτερέψουν τις ζωές των ανθρώπων;;"Μπορεί να τους έσωζαν από κάποια απειλή,αλλά άλλαξαν ποτέ τις ζωές τους προς το καλύτερο;;Η αδράνεια τους μπροστά στην αλλαγή,η ατολμία τους να αλλάξουν το κόσμο,δεν ήταν το ίδιο εγκληματική με τα εγκλήματα για τα οποία κατηγορούν τους villains όλα αυτά τα χρόνια;; Ο Luthor υπόσχεται την αλλαγή,με πόλεις όπου ο καθένας μπορεί να ζήσει απαλλαγμένος από τα προβλήματα της καθημερινής ζωής...Καλεί όσους θεράπευσε και βοήθησε μαζί με τους υπόλοιπους συντρόφους του(Scarecrow,Poison Ivy,Riddler κ.α.)να ενωθούν μαζί του στις νέες αυτές πόλεις ,όπου μπορούν να αποκτήσουν όλα αυτά που ονειρεύτηκαν και ποτέ δεν πίστευαν ότι θα αποκτήσουν... Παράλληλα όμως οι επιθέσεις στους ήρωες μας συνεχίζονται με αμείωτο ρυθμό,βγάζοντας τους περισσότερους Leaguers εκτός μάχης...Αυτή η απουσία των ηρώων,βοηθάει κατά κάποιο τρόπο το να πιστέψει ο κόσμος περισσότερο τον Luthor και τους συντρόφους του ως ευεργέτες...Και πάνω που κάποιος μπορεί να πει ότι τα πράγματα δεν γίνονται χειρότερα,ο Superman ανακαλύπτει ότι τόσο ο ίδιος όσο και ο Bat Man ελέγχονται με νανοτεχνολογία που έχει εισχωρήσει μέσα στο νευρικό τους σύστημα,μετά τις επιθέσεις..Και ο κόσμος πλέον δεν χρειάζεται τους υπερήρωες στις νέες πόλεις,γι' αυτό και αδιαφορεί για την ύπαρξη ή εξαφάνιση τους... Αν νομίζατε ότι το πρόσφατο year of the Villain που διαβάζουμε αυτή τη περίοδο στους περισσότερους τίτλους της DC είναι κάτι το καινούργιο,μάλλον πλανάστε οικτρά!!Επίσης το ίδιο ισχύει και για το Forever Evil,το big event μερικά χρόνια πριν του new 52...Ο Ross παρουσίασε για πρώτη ίσως φορά με τέτοια τρομακτική αμεσότητα το τι θα γινόταν αν οι villains της DC είχαν επιτέλους το επάνω χέρι.Αν ενωμένοι μπορούσαν να βγάλουν από τη μέση τους Leaguers αλλά να εμφανιστούν και ως οι καλοί της υπόθεσης...Αν οι ήρωες για πρώτη φορά δέχονταν την αμφισβήτηση της κοινής γνώμης,και βρίσκονταν πάντα ένα βήμα πίσω από τους διώκτες τους... Και το αποτέλεσμα είναι πραγματικά μαγευτικό.. Τόσο σεναριακά(έξυπνοι και ζωντανοί διάλογοι/,έμφαση στους χαρακτήρες και τη ψυχολογία τους,Χιτσκοκική αγωνία που χτυπάει κόκκινο,πολλές ανατροπές)όσο και σχεδιαστικά αφού ο Ross ζωγραφίζει μοναδικά με νεροχρώματα τα σχέδια του Braithwaite,και όπως έχω ξαναγράψει είναι ο καλλιτέχνης εκείνος που σε κάνει να πιστέψεις ότι οι υερήρωες είναι αληθινοί!!O διάλογος του Bat Man με τον Superman στην αρχή του 8ου τεύχους είναι απλά απολαυστικός και κρύβει όλη τη φιλοσοφία των υπερηρωικών κόμικ που τόσο αγαπάμε. Εντυπωσιακές σκηνές μάχης,με όλους τους ήρωες που αγαπάμε σε πλήρη απαρτία,να δίνουν ίσως το μεγαλύτερο αγώνα της ζωής τους,σε μια κλασική πλέον σειρά που απευθύνεται τόσο στους βετεράνους fan των ηρώων της DC,αλλά παράλληλα άκρως φιλική και για τους καινούργιους αναγνώστες που δεν χρειάζεται να γνωρίσουν την ιστορία χρόνων για να καταλάβουν τι διαβάζουν.Επίσης ο Ross δίνει την ευκαιρία και σε μη πρωτοκλασάτους χαρακτήρες(όπως ο Elongated Man)ή σε χαρακτήρες χωρίς υπερδυνάμεις(Green Arrow)να διαπρέψουν και να διεκδικήσουν τη θέση τους μέσα στο πάνθεον των μεγάλων του DC universe. Το Justice έχει εκδοθεί και σε 3 hardcover editions,σε absolute edition και σε trade paperback που συγκεντρώνει και τα 12 τεύχη της σειράς.Αυτή την έκδοση ακολουθεί και η πρόσφατη των εκδόσεων ΟΞΥ. Στα ελληνικά λοιπόν το Justice κυκλοφορεί σε μια υπέροχη πραγματικά έκδοση(τόσο σε ποιότητα χαρτιού και εκτύπωσης,όσο και σε τιμή)από τις πάντα ποιοτικές εκδόσεις ΟΞΥ.Σε πολύ καλή μετάφραση από το Σάββα Αργυρού,που πραγματικά αποδίδει το κείμενο με το καλύτερο δυνατό τρόπο(έχω και την original σειρά σε τεύχη και γνωρίζω το πρωτότυπο κείμενο)και σε τιμή πραγματικά χάρισμα για όσα η έκδοση προσφέρει,θα αποτελέσει ένα κόσμημα για τη βιβλιοθήκη σας.Εύχομαι οι εκδόσεις ΟΞΥ να συνεχίσουν με την ίδια συνέπεια και μεράκι να προσφέρουν ότι καλύτερο στους Έλληνες αναγνώστες από τους υπέροχους κόσμους των υπερηρώων τόσο της Marvel όσο και της DC. Το άρθρο αυτό μπορείτε να το βρείτε και στο site των εκδόσεων ΕΔΩ καθώς και στο προσωπικό μου blog ΕΔΩ
  2. Το In Nomine Patris αποτελεί την δεύτερη εξόρμηση στα κόμικς (με πρώτο το William Woodson - Occult Detective) του Νίκου Σταυριανού, γιου του Λευτέρη Σταυριανού που έχει το Jemma Press. Στις 32 ασπρόμαυρες σελίδες ο νεότατος δημιουργός δίνει μια ιστορία που περπατά στα δρομάκια του τρόμου και της φαντασίας με γαρνιτούρα το greek folklore. Βαμμένος μινιολικός, ο μπαμπάς του Hellboy θα ήταν περήφανος για την επιρροή του πάνω σε ένα από τα πλέον δυνατά βλαστάρια του ελληνικού φυτωρίου κόμικς. Κατ'εμέ, καταφέρνει πολύ καλύτερα από πολλούς δήθεν "συνεχιστές" να ενσωματώσει την μινιολική γραμμή με τους τετραγωνισμούς διατηρώντας όμως και ένα προσωπικό στιλ που δεν δίνει το πάτημα να φωνάξεις "αντιγραφή". Νομίζω πως, αν συνεχίσει να το κάνει δικό του και δεν εφησυχαστεί, θα δούμε πάρα πολύ ωραία πράγματα από αυτόν στο μέλλον. Αναμένουμε.
  3. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 21-05-2019 Υλικό Συλλογής: The Infinity War 01-06 (June/November 1992) Ένα χρόνο μετά το The Infinity Gauntlet, η Marvel έβγαλε την συνέχεια του, μετά την μεγάλη επιτυχία που γνώρισε η μίνι σειρά. Αντίστοιχα, ένα χρόνο πήρε και στην Οξύ για να μας δώσει την συνέχεια. Για να ξορκίσει τον πειρασμό όταν απέκτησε το περικάρπιο της αιωνιότητας, ο Άνταμ Γουόρλοκ διαχώρισε την καλή και κακή εκδοχή της προσωπικότητας του, προσπαθώντας να υπακούει μόνο στην λογική. Αλλά, όπως μας διδάσκει η σύγχρονη ψυχολογία, το καλό και το κακό αποτελεί μέρος της προσωπικότητας του εκάστοτε ατόμου και χωρίς αυτό δεν μπορούμε να ζήσουμε μια ισορροπημένη ζωή. Για τον Γουόρλοκ όμως τα πράγματα είναι ακόμα πιο ακραία, μιας και η κακή εκδοχή του εαυτού του είναι ο Μάγκους, και μια νέα εκδοχή του γεννιέται μέσα από την απόσχιση δημιουργώντας την επόμενη σύρραξη στην προσπάθεια του να εκδικηθεί τον Γουόρλοκ και τον Θάνος. Οι σελίδες είναι από την Αμερικάνικη έκδοση. Με αυτή την σειρά, ο Στάρλιν αποδεικνύει πως τα πράγματα μπορούν - και θα - γίνουν χειρότερα, παρ' όλες τις καλύτερες προθέσεις του Γουόρλοκ, τόσο που ακόμα και ο Θάνος συντάσσεται για ένα μικρό διάστημα με τις δυνάμεις των καλών, καθώς όλοι προσπαθούν να αντιμετωπίσουν παράλληλα την αιφνιδιαστική επίθεση από τα διαβολικά αντίγραφα τους. Ο συγγραφέας συνεχίζει επίσης να χρησιμοποιεί φιλοσοφία για να δέσει την υπόθεση της σειράς. Τα καταφέρνει, αλλά η αλήθεια είναι πως η έκπληξη και η πρωτοτυπία του Gauntlet δεν υπάρχει πλέον. Αυτό δεν εμπόδισε και το Infinity War να γίνει μεγάλη επιτυχία και καθώς πλέον όλοι οι άλλοι δημιουργοί θέλανε να παίξουν και αυτοί στο event, η ιστορία είναι γεμάτη από χαρακτήρες της Marvel, που την προηγούμενη φορά δεν μπορούσαν να τους χρησιμοποιήσουν. ΟΙ περισσότεροι δεν έχουν νόημα ύπαρξης στην ιστορία φυσικά, αλλά δίνουν οπτικά μεγαλύτερη έμφαση για το πόσο σημαντικά είναι τα τεκταινόμενα. Η έκδοση της Οξύ αναπαράγει μια έκδοση που αναφέρει στα Αγγλικά δικαιώματα πως περιλαμβάνει και τα τεύχη Marvel Comics Presents 108-111 & Warlock and the Infinity Watch 07-10 κάτι που δεν ισχύει, μιας αυτά περιλαμβάνονται στην ξένη έκδοση των 400 σελίδων και όχι των 260 με την κεντρική ιστορία μόνο που δημοσιεύτηκε εδώ. Παρ όλα αυτά δεν έχει μεγάλη σημασία κατά την γνώμη μου, καθώς έτσι και αλλιώς δεν είναι τα μόνα tie-ins που θα μπορούσαν να υπάρχουν αν αρχίζαμε να το ψειρίζουμε και δεν αφαιρεί κάτι από την απόλαυση της κεντρικής ιστορίας έτσι όπως είναι, αν και σαφώς θα την ενίσχυε.
  4. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 27-04-2019 Η δεύτερη σειρά που μας έδωσε η συνεργασία της Οξύ με το Έθνος και η δεύτερη σειρά από τον κόσμο της Marvel. Και πρόκειται για ένα 5τευχο crossover μεταξύ του Captain Marvel v7 και του Avengers Assemble τίτλου (συν ένα Enemy Within one-shot) που είχε "τρέξει" το 2013 στην Αμερική, οπότε και αυτή τη σειρά είναι επικεντρωμένη στην Κάρολ Ντάνβερς, ελέω και της συγγραφέως που είχε αναλάβει και τους δύο τίτλους εκείνη την περίοδο. Προφανώς όμως είχαν επιλέξει σχεδιαστές από την b-list, μιας και το σχέδιο του Hepburn δεν ξεφεύγει από την μετριότητα, και το σχέδιο του Buffagni, αν και καλύτερο, απέχει από το ιδανικό για ένα crossover. Καθόλα αδιάφορο και σεναριακά, το crossover παρακολουθεί μια Κάρολ Ντάνβερς που έχει χάσει μεγάλο μέρος των δυνάμεων της, δυνάμεις που κανονικά δεν θα έπρεπε να είχε μιας και δεν είναι πλέον η Binary (και δεν ξέρω, είναι η αλήθεια, αν το έχουν εξηγήσει ή απλά την αναβάθμισαν ξανά έτσι για πλάκα, όταν άλλαξε το όνομα της, παίρνοντας το χρίσμα του Captain Marvel). Όμως διάφορα αφύσικα φαινόμενα που έχουν να κάνουν με το παρελθόν της, εμφανίζονται σε όλο το Μανχάταν και την κάνουν να αμφισβητεί τα λογικά της. Με το σενάριο να επικεντρώνεται στην Ντάνβερς και το υποστηρικτικό καστ της, θεωρώντας κάποια πράγματα δεδομένα και μη δίνοντας στους αναγνώστες που δεν παρακολουθούσαν τον τίτλο πριν το crossover κάποια στοιχεία για να καταλάβουν τι είχε παρέλθει, τους Εκδικητές να είναι κομπάρσοι στο ίδιο τους τον τίτλο και το σχέδιο να μην ελκύει, ο αναγνώστης δεν έχει και πολλά να κερδίσει από την ανάγνωση του τίτλου, εκτός ίσως από μια ιστορική αναδρομή και αναθεώρηση του βίου της Κάρολ Ντάνβερς που φτάνει μέχρι και την πρώτη της εμφάνιση, πίσω στο μακρινό 1968 και μέσα στις σελίδες του Marvel Super-Heroes 13. Ακόμα και αυτά, δεν αναφέρονται με τρόπο που να είναι προσβάσιμα σε νέους αναγνώστες. Η έκδοση της Οξύ έχει βασιστεί στον συγκεντρωτικό τόμο που βγήκε επίσης το 2013, η οποία εκτός από τα 5 τεύχη του crossover, περιλάμβανε και άλλο ένα τεύχος της Captain Marvel. Συγκεκριμένα, τα τεύχη του Enemy Within TPB είναι τα εξής: Avengers: The Enemy Within 1 (May 2013), Captain Marvel v7 13-14 (June/July 2013), 17 (November 2013) Avengers Assemble 16-17 (June/July 2013)
  5. Πρώτη Κυκλοφορία: 01-12-2019 Υλικό τευχών: The Incredible Hulk v2 77-82 (March/August 2005) Ο Χαλκ βρίσκει τον εαυτό του σε ένα νησί και χρειάζεται να παλέψει διάφορα τέρατα, την γκρίζα εκδοχή του εαυτού του, την αρχική εκδοχή του Γούλβεριν και διάφορους ξέμπαρκους (όσο αφορά την συσχέτιση με αυτόν) εχθρούς του σύμπαντος της Μάρβελ. Παράλληλα, ένα ζευγάρι έχει ξεβραστεί στο νησί ύστερα από ένα ναυάγιο και προσπαθεί να βγάλει επίσης άκρη για το πως είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά, σε ένα ολοένα αυξανόμενα σουρεαλιστικό σκηνικό. Γιατί πως είναι δυνατόν να συμβαίνουν αυτά, και τι σημαίνει η κατάληξη της ιστορίας για το ιστορικό του Μπρους Μπάνερ και του Χαλκ; Και είναι δυνατόν να ξεγελάσουν οι καταστάσεις αυτές την συνδυασμένη δύναμη και διάνοια του Χαλκ και του Μπάνερ; Ο Πίτερ Ντέιβιντ είχε σταματήσει να γράφει τον τίτλο του Χαλκ εφτά χρόνια πριν επιστρέψει με την παρούσα ιστορία, η οποία αρχικά είχαν σκοπό να την βγάλουν ως μίνι σειρά, αλλά είναι σαν να μην έλειψε μια μέρα, δίνοντας μας εξαρχής μια περιπέτεια που έχει αρκετή δράση και μυστήριο, εισάγοντας παράλληλα στοιχεία στον μύθο του χαρακτήρα που κάλλιστα θα μπορούσαν να έχουν επίδραση στα όσα ξέραμε για το παρελθόν του Χαλκ μέχρι στιγμής! Το τέλος μας αφήνει με ακριβώς αυτή την πιθανότητα, ενώ παράλληλα μας δείχνει πως ο Χαλκ δεν ήταν ο μόνος στόχος της όλης υπόθεσης. Ο Λι Γουίκς είναι ο κατάλληλος σχεδιαστής για αυτή την ιστορία, κάνοντας "παπάδες" στις μάχες και αντλώντας έμπνευση από τον Τζακ Κίρμπυ και τον Σαλ Μπουσέμα για τον σχεδιασμό της δικής του έκδοση των δύο Χαλκς. Και ως μπόνους, μας δίνει μια κλασική αναπροσαρμογή ενός πίνακα του Φραζέτα για ένα από τα εξώφυλλα, το οποίο με την σειρά του έχει γίνει κλασικό. Η τρίτευχη σειρά της Οξύ όμως δεν τελειώνει εδώ, μιας και περιέχει άλλο ένα αυτόνομο τεύχος, με τον Τζάε Λι αυτή την φορά να παρέχει το σχέδιο. Σε αυτή την ιστορία, συγγραφέας παίζει με την προοπτική του ιδανικού ταιριού που περιμένει τον καθένα από εμάς εκεί έξω και το κατά πόσο θα καταφέρουμε να τον βρούμε σε αυτή την ζωή. Η αφορμή πάντως είναι η δολοφονία μιας μάγισσας με υποδεέστερες ικανότητες από τον Δρ. Στρέιντζ, με τον Χαλκ να προσπαθεί να βρει τον δολοφόνο της μέσα σε 24 ώρες, πριν χαθεί η αστρική της μορφή. Ατμοσφαιρική ιστορία και ατμοσφαιρικό σχέδιο όπως συνήθως από τον Τζαε Λι, από τις περιπτώσεις που το αφαιρετικό του σχέδιο δουλεύει. Όπως είπα αρχικά, η βασική ιστορία, προορίζονταν να βγει ως μίνι σειρά, αλλά η Μάρβελ αποφάσισε να την βάλει στον κανονικό τίτλο, βάζοντας ξανά τον Πίτερ Ντέιβιντ ως επικεφαλή της τύχης του χαρακτήρα. Δυστυχώς αυτή η περίοδος κράτησε μόνο για 11 τεύχη, μιας και κάμποσα από αυτά ήταν tie-ins του House o M και μετά από αυτό η εταιρία ξεκίνησε να προγραμματίζει το Planet Hulk. Ποιος ξέρει τι άλλο θα μας έδινε ο συγγραφέας αν παράμενε στον τίτλο. Η έκδοση της Οξύ βγήκε σε συνεργασία με την εφημερίδα Έθνος σε τρία τεύχη. Ήταν η ενδέκατη συνεργασία τους και η έβδομη σειρά της Marvel που βγάλανε μαζί. Η μετάφραση του Αργυρού εδώ είναι μια από τις καλύτερες που έχει κάνει. Και ακριβώς επειδή είναι από τις καλύτερες, όταν βλέπω την έκφραση "...θα πρέπει να βάλεις το κεφάλι σου στο παιχνίδι" μου κάθεται ιδιαίτερα άσχημα σε σύγκριση με άλλες μεταφράσεις που έχουν περισσότερα λάθη. Απλά δεν μιλάει κανείς έτσι, όχι κάποιος που να ξέρει στοιχειώδη Ελληνικά τουλάχιστον.
  6. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 10-11-2019 Υλικό Τευχών: Green Arrow - Year One 01-06 (September/November 2007) Η πρώτη φορά που δημοσιεύτηκε σειρά με τον Green Arrow στα Ελληνικά, έμελλε να είναι μια αναπροσαρμογή της ιστορίας προέλευσης του χαρακτήρα. Και παρόλο που είναι καλογραμμένη, είναι αρκετά αναμενόμενη στην όλη εξέλιξη της. Ακολουθούν spoilers. Διαβάζετε με δικιά σας ευθύνη. Ο Όλιβερ Κουίν είναι ανεύθυνος πλούσιος νεαρός, του οποίου και οι δύο γονείς έχουν πεθάνει σε αυτή την εκδοχή. Δεν τον νοιάζει τίποτα και κανείς και αναζητεί συνεχώς την ανέμελη περιπέτεια. Που την βρίσκει και με το παραπάνω, όταν τον προδίδουν, αφήνοντας τον για νεκρό στην θάλασσα, και καταφέρνει να ξεβραστεί σε ένα άγνωστο νησί. Το επόμενο διάστημα μαθαίνει πως να επιβιώνει και βρίσκει τον εαυτό του, πάνω στην ώρα για να πολεμήσει τους έμπορους ναρκωτικών που ήρθαν να συλλέξουν την φετινή σοδειά, μιας και το νησί, πρώην πεδίο πυρηνικών δοκιμών, αποτελεί άντρο τους, με τους ιθαγενείς που ζούσαν στην άλλη πλευρά του νησιού (που ο Όλιβερ δεν είχε εξερευνήσει), να είναι σκλάβοι τους, χρησιμοποιώντας τους για εργάτες στις φυτείες που έχουν καλλιεργήσει στον κρατήρα ενός ανενεργού ηφαίστειου. Μέσα στους έμπορους ήταν και το άτομο που τον πρόδωσε, καθώς και η μυστηριώδης γυναίκα που διευθύνει την επιχείριση και φαίνεται να είχε αξιοποιήσει πόρους της εταιρίας του Όλιβερ για να στήσει την όλη επιχείριση. Από εκεί και πέρα, η όλη ιστορία είναι μια διαδοχή στιγμών αντιμετώπισης των ναρκέμπορων, με την βοήθεια μιας εγκύου εργάτριας που τον περιθάλπει όταν σπάει το κόκαλο του χεριού του. Αν έχετε δει την σειρά του CW το γενικό πλαίσιο το γνωρίζετε ήδη, αν και εδώ δεν έχει στοιχεία σαπουνόπερας και δεν σπάει σε χιλιάδες τραβηγμένες από τα μαλλιά συγκυρίες, ευτυχώς. Όπως είπα ήδη, το κόμικ είναι καλογραμμένο, με τον Diggle απλά να παραδίδει όσα αναμένονται, σαν σε αυτόματο πιλότο, ελπίζοντας ο σχεδιαστής να κάνει την διαφορά. Που για εμένα δεν την κάνει. Δεν ήμουν ποτέ οπαδός του Jock. Τον θεωρούσα πάντοτε απλά επαρκή και το ίδιο βλέπω και εδώ. Δεν θα είχα πρόβλημα να δω κάποιον άλλον που να έχει πάλι αφαιρετικό σχέδιο στην θέση του, με καλύτερη αίσθηση σκηνοθεσίας και πιο χαρακτηριστική γραμμή και εκφραστικότητα. Ο Jock, καταφέρνει να δώσει σποραδικά κάποια ενδιαφέροντα καρέ, αλλά κατά βάση το σχέδιο του είναι βαρετό και πολύ "χαλαρό" για τα γούστα μου, βασιζόμενος υπερβολικά στα χρωματικά κολπάκια για να αποκτήσει υπόσταση, όχι και η πιο στέρεη προσέγγιση κατά την γνώμη μου. Δεν με χάλασε παρόλα αυτά που το διάβασα, και χαίρομαι που βγήκε και στην χώρα μας. Απλά δεν είναι από τις εκδόσεις που θα κάνουν κάποιον να θέλει να δει και άλλα πράγματα με τον χαρακτήρα. Στην Ελλάδα η έκδοση βγήκε από την Οξύ, σε συνεργασία με την εφημερίδα Έθνος. Ήταν η δέκατη έκδοση που βγάλανε μαζί και η τέταρτη (και τελευταία) που βασιζόταν σε έκδοση της DC. Το πρώτο τεύχος περιλαμβάνει και τον πρόλογο του Brian K. Vaughan, που δείχνει να είναι πιο ενθουσιώδης για την σειρά απ' ότι εγώ.
  7. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 31-11-2019 Υλικό Συλλογής: Three 01-05 (October 2013 / February 2014) Με αφορμή την επίσκεψη του Κίερον Γκίλεν στην Ελλάδα στα πλαίσια του Athenscon 2019, η Jemma Press δημοσίευσε ένα από τα προσωπικά του/ιδιόκτητα έργα, το Τρεις, που τοποθετείται χρονικά περίπου 100 χρόνια μετά την μάχη των Θερμοπυλών. Οι Είλωτες ήταν το κατώτερο κοινωνικό στρώμα στην αρχαία Σπάρτη, το οποίο είχε επωμιστεί τις καθημερινές εργασίες της. Θεωρούνταν δημόσιοι δούλοι και παρόλο που επιτρεπόταν να έχουν προσωπικά αντικείμενα και οικογένεια και μια σχετικά αυτάρκεια στα πιο απομακρυσμένα χωράφια της επικρατείας, σαφώς δεν είχαν δικαιώματα πολίτη. Ένας από τους φημολογούμενους τρόπους με τους οποίους οι Σπαρτιάτες κράταγαν σε έλεγχο τους Είλωτες, είναι η Κρυπτεία, στην οποία νέοι Σπαρτιάτες αναλάμβαναν να δολοφονήσουν τους πιο επικίνδυνους από τους Είλωτες. Ο θεσμός σήμερα είναι υπό αμφισβήτηση για το πόσο συχνά συνέβαινε ή αν συνέβαινε καθόλου, αλλά ο Γκίλεν για τις ανάγκες της ιστορίας, το υιοθετεί. Ακολουθούν κάποια spoilers. Διαβάζετε με δικιά σας ευθύνη. Ένας έφορος και η συνοδεία του επιλέγει για νυχτερινό κατάλυμα του ένα από τα κτήματα της ανατολικής Λακωνίας. Οι Σπαρτιάτες αποφασίζουν να δουν τι διαφορές μεταξύ των Ειλώτων των κτημάτων και της πόλης, βάζοντας τους να πιουν ανέρωτο κρασί. Ένας από αυτούς, ο Κλάρος που μας παρουσιάζεται ως σακάτης, δεν πίνει, επειδή έχει αδύναμο στομάχι. Ο έφορος αποφασίζει πάραυτα να το δει στην πράξη, και όταν ξερνάει το κρασί που κατάπιε, διατάζει τους είλωτες να το γλύψουν, σαν τα σκυλιά που θεωρούν πως είναι. Ένας από τους Είλωτες, ο Τέρπανδρος, καταλήγει να πει μια ιστορία που προσβάλλει τους Σπαρτιάτες, κάτι που καταλήγει σε σφαγή. Μια σφαγή που αποκαλύπτει πως ο Κλάρος δεν είναι αυτός που λέει πως είναι, σκοτώνοντας όλους τους Σπαρτιάτες πλην ενός. Οι εικόνες προέρχονται από την Αγγλική έκδοση. Τρεις από τους Είλωτες που επιβίωσαν από την σφαγή, ο Κλάρος, ο Τέρπανδρος και η Δαμάτρα, είναι φυγόδικοι, με τους Έφορους της Σπάρτης να διατάσσουν τον δεύτερο βασιλιά της πόλης, τον Κλεομένη Β' (ο έτερος και γηραιότερος βασιλιάς, ο Αγησίλαος ο Β' ήταν σε εκστρατεία στην Αίγυπτο), να αναλάβει να τους κυνηγήσει και να τους σκοτώσει ο ίδιος, για παραδειγματισμό, κάτι που ο ίδιος το θεωρεί ταπεινωτικό, αλλά αναγκάζεται να το πράξει. Και εδώ ξεκινάει ουσιαστικά η ιστορία, που είναι μια αφορμή για να εξετάσει ο Γκίλεν την Σπάρτη του 364 π.Χ. Μια Σπάρτη που έχει παρακμάσει και μειωθεί σημαντικά σε μάχιμο πληθυσμό. Παρουσιάζοντας το όλο σύστημα σταδιακά, εν μέσω καταστάσεων που υπενθυμίζουν στους χαρακτήρες τι ισχύει και αποτελούν αφορμή για να ενημερώνουν τους αναγνώστες για το κοινωνικό ιστό της Σπάρτης εκείνη την περίοδο, η οποία δεν είναι ιδιαίτερα γνωστή. Τα πιστεύω τους και τις αντιδράσεις τους. Το τέλος βέβαια είναι αναπόφευκτο, αλλά δεν αλλάζει τίποτα ούτε για τους Είλωτες, ούτε για την επίσης αναπόφευκτη πορεία της ίδιας της Σπάρτης. Ο Γκίλεν κάνει πολύ καλή δουλειά στο να εισαγάγει όσο πιο πολλά ιστορικά στοιχεία είναι δυνατόν. Και εδώ είναι που διχάζομαι: Για να το επιτύχει αυτό, στήνει μια ιδιαίτερα βασική ιστορία εκδίκησης και ανθρωποκυνηγητού όσο αφορά την δομή και την ανέλιξη, μια που έχουμε δει αρκετές φορές να διεξάγεται στις αφηγηματικές τέχνες. Αν κάποιος αποτραβηχτεί λίγο από την αρχική εντύπωση που προκαλεί η επιλογή των χαρακτήρων που επέλεξε και αφαιρέσει τα ελάχιστα στοιχεία που είναι μοναδικά στην ίδια την ιστορία, θα δει πως έχει κάτι που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί οπουδήποτε, από άλλες ιστορικές περιόδους, μέχρι και σε εντελώς φανταστικούς χαρακτήρες. Διαβάζοντας και τα έξτρα που υπάρχουν στο τέλος του τόμου, καταλαβαίνω πως όλα αυτά τα στοιχεία που βρήκε και όλα αυτά για τα οποία δεν ήταν σίγουρος, κάπου τον υπερφόρτωσαν και για να τα διεκπεραιώσει, κατέφυγε σε παραδοσιακές δομές αφήγησης. Επίσης, στην προσπάθεια του να κάνει πιο βατό το κόμικ για έναν μέσο αναγνώστη, χρησιμοποιεί σχήματα λόγου που είναι εντελώς σύγχρονα και άρα, κάπως παράταιρα με την εποχή που διαδραματίζεται η ιστορία, ώρες-ώρες. Οπότε, από την μία δεν μπορώ παρά να πω πως μου άρεσε αυτό που διάβασα και το προτείνω χωρίς κανένα δισταγμό σε όλους, αλλά από την άλλη δεν μπορώ να το θεωρήσω ριζοσπαστικό και ανεπανάληπτο. Ο Ράιαν Κέλι κάνει επίσης πολύ καλή δουλειά στην απόδοση της εποχής με αρκετά καλή "σκηνοθεσία" στα καρέ, που βοηθάνε στην αφήγηση του Γκίλεν. Δεν θα έλεγα σε καμιά περίπτωση πως το σχέδιο του ξεχωρίζει, αλλά αυτό που πρέπει να κάνει, το επιτυγχάνει. Ίσως μικρό παράπονο που μπορώ να βρω είναι, πως στην προσπάθεια του να αποδώσει τις διαφορές στις διάφορες στολές της εποχής ώστε να είναι σωστός με τα ιστορικά στοιχεία που είναι διαθέσιμα (έναντι την ιδέα που έχει ο κόσμος για τις περιβολές τους), κάποιες φορές καταλήγει σε πολύ γενικευμένες καταστάσεις, που θα μπορούσε να βρει κανείς σε οποιοδήποτε κόμικ με χλαμύδες. Κάποιες φορές όμως, όχι όλες. Το σχέδιο ευτυχώς δεν επηρεάζεται από το κάπως μικρότερες διαστάσεις της έκδοσης της Jemma, μιας και κανένα καρέ δεν είναι στημένο έτσι που να χάνει σε αναλογίες, κάτι που το φοβόμουν όταν το είχα πιάσει στα χέρια μου. Ο χρωματισμός στην Ελληνική έκδοση είναι πιο "μουντός", αλλά του ταιριάζει καλύτερα από αυτό που βλέπετε στα δείγματα, μιας και τον κάνει πιο "γήινο", πιο ταιριαστό με το τοπίο. Το μεγάλο αυτού βέβαια βρίσκεται στα έξτρα του τόμου, όπου εκτός από την καθιερωμένη πινακοθήκη με τα εξώφυλλα και προσχέδια της σειράς, περιέχει εννιά σελίδες με σημειώσεις του συγγραφέα για όλα τα τεύχη που μας βοηθάει να καταλάβουμε το τι σκοπό είχε το κάθε πράγμα που αναφέρθηκε, συν μια 11σέλιδη συζήτηση με τον καθηγητή Στίβεν Χόντκινσον που βοήθησε τον Γκίλεν με την ιστορική έρευνα. Το μόνο που δεν περιλαμβάνεται, είναι ο αρχικός πρόλογος του πρώτου τεύχους που εξηγούσε γιατί αποφάσισε να πει αυτή την ιστορία ο συγγραφέας. Ο Γκίλεν συχνά αφήνει υπόνοιες για άλλες ιστορίες σε αυτή την περίοδο μέσα στα έξτρα κείμενα του τόμου, με αφορμή τα διάφορα στοιχεία που παρουσιάζονται για λίγο. Για να δούμε αν όντως κάνει κάτι στο μέλλον ή είναι μόνο λόγια.
  8. Σκηνικό, η προϊστορική εποχή. Πρωταγωνιστής, ένας κυνηγός που αποκτά τις δυνάμεις των ζώων των οποίων τα δέρματα φοράει. Μόνη του συντροφιά, το μπλε σκυλάκι του. Ο ήρωας του κόμικ των Mathieu Burniat (σενάριο, σχέδιο, χρωματισμός) και Loup Michiels (σχέδιο, χρωματισμός) ζει καθημερινά μια περιπέτεια, αγωνίζεται συνεχώς για την επιβίωση σε έναν κόσμο που κατοικείται από παράξενα πλάσματα και εμπεριέχει μια καλή δόση υπερφυσικού. Όμως, η πιο μεγάλη περιπέτεια θα ξεκινήσει όταν αποφασίζει να κυνηγήσει ένα τέρας που πετάει φλόγες από το ρουθούνι του... Το Trap ανήκει στην κατηγορία των σιωπηλών κόμικς, που πάντα αποτελούν μια πρόκληση για τους δημιουργούς. Ιδιαίτερα όταν δεν είναι ολιγοσέλιδα, αλλά πλησιάζουν τις 180 σελίδες. Σελίδες μέσα στις οποίες υπάρχει χιούμορ, δράση, μαγεία και δράμα, όλα σε εξαιρετικές αναλογίες. Η ροή είναι απρόσκοπτη, δεν υπάρχει ούτε ένα σημείο που να «σκαλώνει» τον αναγνώστη. Σε αυτό φυσικά βοηθάει το δυναμικό και μινιμαλιστικό σχέδιο, στο οποίο οι επιρροές από αμερικανικά indie καρτούν και κόμικς δένουν όμορφα με μια ιδέα από manga. Εν ολίγοις, ένα διασκεδαστικό και καλοφτιαγμένο κόμικ που αξίζει να αναζητήσετε. Το Trap κυκλοφόρησε από την Dargaud το 2019 και το ίδιο έτος το είδαμε στην πλατφόρμα της αγαπημένης Europe Comics.
  9. «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε κόμικς Μέσα από ένα νέο γκράφικ νόβελ, ο Kanellos Cob «ζωντανεύει» αριστοτεχνικά το κλασικό διήγημα του Καρκαβίτσα Μάνος Νομικός Το κλασικό διήγημα «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα από το 1897 διασκευάστηκε σε γκράφικ νόβελ από τον Έλληνα σχεδιαστή κόμικς Kanellos Cob. Το γκράφικ νόβελ «Ερωτόκριτος» (εκδόσεις Polaris) ήρθε, σχεδόν, από το πουθενά το 2016 και ταρακούνησε την εκδοτική κίνηση στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε μόνο για τις εκδόσεις κόμικς, αλλά τον εκδοτικό κόσμο γενικότερα, με περισσότερες από 10 χιλιάδες κόπιες σε πωλήσεις, νούμερα που δεν βλέπουν πολλά άλλα πολυδιαφημισμένα βιβλία λογοτεχνίας. Aν θέλουμε να δώσουμε μία σύντομη περιγραφή τι είναι ένα γκράφικ νόβελ, θα λέγαμε ότι είναι ένα πολυσέλιδο αφηγηματικό έργο σε μορφή κόμικς. Ο «Ερωτόκριτος» διασκευάστηκε σεναριακά από τον Δημοσθένη Παπαμάρκο («Γκιακ»), Γιάννη Ράγκο («Μυρίζει Αίμα», «BalkaNoir») και Γιώργο Γούση, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει και την εξαιρετική εικονογράφηση του ποιητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ερωτόκριτος © Εκδόσεις Polaris Κάτω από τη σειρά «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ» των εκδόσεων Polaris, το 2018 κυκλοφόρησε το εξίσου επιτυχημένο γκράφικ νόβελ «Στα Μυστικά του Βάλτου», διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα, με φόντο τον Μακεδονικό Αγώνα. Αυτή τη φορά το σενάριο-διασκευή κειμένου ανέλαβε ο Γιάννης Ράγκος και την εικονογράφηση ο Παναγιώτης Πανταζής. Κάνοντας μία πλήρη περιστροφή, φτάσαμε στα τέλη του 2019 και την κυκλοφορία του τρίτου γκράφικ νόβελ της σειράς, τον περίφημο «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ένα όχι τόσο εύκολο ανάγνωσμα, που προκύπτουν ερωτήματα στους σύγχρονους δημιουργούς γιατί διάλεξαν να το διασκευάσουν και τι ανακάλυψαν μέσα από το συγκεκριμένο κλασικό κείμενο της εγχώριας ρεαλιστικής λογοτεχνίας (ο «Ζητιάνος» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1897). Στην εικονογράφηση βρίσκουμε τον έλληνα δημιουργό Kanellos Cob, που ζει και εργάζεται στη Λυών της Γαλλίας και έχει να μας επιδείξει ένα σημαντικό εύρος δουλειάς (κόμικς, εικονογραφήσεις για περιοδικά), τοιχογραφίες, εξώφυλλα δίσκων, ενώ ο – επίσης σχεδιαστής κόμικς – Γιώργος Γούσης συμβάλει με τη σειρά του σαν επιμελητής του βιβλίου και της σειράς. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Ποια είναι η ιστορία του «Ζητιάνου»; Μερικά χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι στις εκβολές του Πηνειού ο επαγγελματίας ζητιάνος Τζιριτόκωστας, ένας αδυσώπητος εκμεταλλευτής της ανθρώπινης αδυναμίας. Με αποκλειστικό σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό, ο Τζιριτόκωστας θα χειραγωγήσει επιδέξια τους αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και με πρωτόγονα ένστικτα κατοίκους του χωριού και σε λίγες μόνον ημέρες θα τους οδηγήσει στην καταστροφή και τον αφανισμό. Ο σχεδιαστής κόμικς Kanellos Cob και ο επιμελητής της σειράς Γιώργος Γούσης, μίλησαν στην ATHENS VOICE για τον «Ζητιάνο», τι συμβολίζει σήμερα και για την εκδοτική κίνηση και πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το τρίτο βιβλίο της σειράς «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ». Πώς γεννήθηκε η ιδέα για σειρά; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε από τον εκδοτικό οίκο Polaris. Είχαν την ιδέα για ένα revival της λογικής των «κλασικών εικονογραφημένων», διασκευή σε κόμικς κλασικής λογοτεχνίας, με τη λογική ότι σήμερα υπάρχουν δημιουργοί που μπορούν να το μετατρέψουν σε ένα σύγχρονο κόμικ και όχι σαν τα «κλασικά εικονογραφημένα» που έμοιαζαν περισσότερο με φυλλάδια. Βιβλία χιλίων σελίδων μετατρέποντας σε 20 σελίδες κόμικς, στην ουσία είχες ένα ρεζουμέ της ιστορίας με εικονογράφηση. Έγινε η πρόταση σε εμένα και τον Γιάννη Ράγκο στην αρχή, μπήκε και ο Δημοσθένης Παπαμάρκου μέσα και η λογική ήταν ότι θα διαλέγαμε εμείς τον πρώτο τίτλο. Διαλέξαμε κάτι που μας άρεσε, θέλαμε πραγματικά να το διασκευάσουμε με γνώμονα ότι αξίζει να γίνει διασκευή, υπάρχει λόγος να γίνει κόμικ και αυτό θα έδινε ακόμα μια οπτική στο πρωτότυπο έργο μένοντας πάντα πιστοί στο αφηγηματικό όραμα του συγγραφέα. Γι’ αυτό και επιλέξαμε τον «Ερωτόκριτο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Περιμένατε την τόση θερμή ανταπόκριση από τους αναγνώστες; Γιώργος Γούσης: Η λογική έλεγε ότι αν κρατήσεις κάποια στάνταρ ποιότητας, θα υπάρχει ανταπόκριση και στο τρίτο βιβλίο. Αυτό που δεν περιμέναμε καθόλου ήταν η επιτυχία του πρώτου. Υπήρχε και ένα αδιόρατο άγχος ότι μπορεί να κριθούμε και αρνητικά, τι είναι αυτό που βγάλατε, γιατί ακουμπάτε αυτά τα κείμενα, γιατί κόμικς… Ξέραμε ότι αν πετύχαινε τότε θα πετύχαινε αρκετά γιατί υπήρχε ο τίτλος «Ερωτόκριτος». Αν δεν πετύχαινε όμως, θα πάτωνε ολοκληρωτικά και μαζί με αυτό και εμείς.» Πώς αποφασίσατε το έργο «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα να είναι το νέο σας, τρίτο κατά σειρά, γκάφικ νόβελ; Kanellos Cob: Ο εκδοτικός μου το πρότεινε. Έψαχναν έναν άνθρωπο εδώ και καιρό μάλιστα για το σχέδιο και κείμενο. Είχαμε κάνει μία συνεργασία με τον Γιώργο Γούση με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Γιώργος Γούσης: Εγώ, σαν επιμελητής αυτής της σειράς, πάντα ψάχνω τους επόμενους τίτλους και μετά ψάχνουμε σε ποιον μπορούμε να το προτείνουμε, με κριτήριο να του ταιριάζει και να του αρέσει πάντα, όχι απλά να το σχεδιάσει και έτσι πήγαμε στον Κανέλλο. Η επιλογή του βιβλίου είναι πάντα στη λογική ότι είμαστε στα τρία πρώτα βιβλία, τα πρώτα χρόνια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν δικαιώματα σε αυτούς τους τίτλους. Στα σύγχρονα πρέπει να πάρεις δικαιώματα που σημαίνει ότι αυξάνεται δραματικά το κόστος και η δυσκολία διασκευής τους. Ο κυριότερος, βέβαια, λόγος από όλους ήταν ότι το κείμενο του «Ζητιάνου» είναι τρομερά σύγχρονο. Το έργο «μιλάει» και «αντανακλά» στο σήμερα; Τι διακρίνατε στον «Ζητιάνο»; Kanellos Cob: Απίστευτους παραλληλισμούς με τη σημερινή πραγματικότητα. Και στο κοινωνικό κομμάτι, και στο ψυχογραφικό κομμάτι της κοινωνίας που παρουσιάζει, της κοινωνίας ενός χωριού. Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία «Ο Βασιλιάς»; Στην αρχή μου έκανε κάτι τέτοιο. Έχουμε μία μικρή κοινωνία που άνετα θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει μία μεγαλύτερη κοινωνία, ίσως μία κοινωνία του σήμερα. Μέσα στο βιβλίο μιλάει για την πατριαρχεία, γυναίκες που υποφέρουν, ουσιαστικά δούλες της φτώχιας και των συζύγων τους, είναι παιδο-μηχανές, είναι εκεί για να γεννάνε παιδιά και το χειρότερο είναι πως δεν θέλουν να γεννάνε κορίτσια, θέλουν να γεννάνε αγόρια γιατί ξέρουν πως το αγόρι θα τις προσέξει, θα τις φροντίσει, ενώ στο κορίτσι πρέπει να βρουν κάποιον να την παντρέψουν και να έχουν και προίκα. Μετά από εκεί έχεις κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι χρηματίζονται και παίρνουνε μίζες, έχεις την εξουσία η οποία αυθαιρετεί πάνω στους ανθρώπους, ένας φαύλος κύκλος βασικά, θρησκοληψία και η θέση της θρησκείας, δεισιδαιμονία, προκατάληψη, είναι πράγματα που τα συναντάμε και στην σημερινή κοινωνία. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Τι τύπος ήταν ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Τζιριτόκωστας; Γιώργος Γούσης: Ο Τζιριτόκωστας ήταν ένας λαοπλάνος, πονηρός, ικανός πολύ, χρησιμοποιεί κάθε πιθανό εργαλείο που θα του δοθεί και το έχει καλλιεργήσει για να βγει αλώβητος και να κερδίσει ότι μπορεί. Βλέπεις όμως πως δεν φταίει μόνο αυτός, φταίνε και οι άλλοι. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης αλλά και στο σήμερα ας πούμε, ο λαοπλάνος τηλεβιβλιοπώλης Άδωνις Γεωργιάδης είδαμε που έφτασε στην ιεραρχία της εξουσίας και πως το σύστημα αγκαλιάζει τέτοιους ανθρώπους που μπορούν να χειριστούν το πόπολο. Kanellos Cob: Εκεί πέρα είναι που έρχονται κάποιοι συμβολισμοί, όταν το έγραφα και το σχεδίασα, έλεγα «τι είναι ο ζητιάνος;» και τι θέλει να πει ο Καρκαβίτσας με αυτόν τον χαρακτήρα. Πρώτη μου σκέψη ήταν το κεφάλαιο, όπως το κεφάλαιο θα πάρει οποιαδήποτε μορφή για να ικανοποιήσει την ανάγκη του για εξουσία και χρήμα, ο ζητιάνος κάνει ακριβώς το ίδιο. Παίρνει οποιαδήποτε μορφή για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Μετά από εκεί, μπορείς να τον χαρακτηρίσεις σαν τον λούμπεν τύπου που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό και στα πλαίσια της επιβίωσής του, δεν υπολογίζει τίποτα. Και κατέληξα μετά, κουβεντιάζοντας και με μία φίλη ψυχολόγο, για να το δούμε πιο ψυχογραφικά, ο ζητιάνος στην ουσία είναι ένας καθρέφτης, ένας φακός ο οποίος ρίχνει φως σε κάθε σκηνή στα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού μας. Αυτό βλέπεις να γίνεται με τους χαρακτήρες ουσιαστικά και γι’ αυτό κανέναν χαρακτήρα δεν τον χαρακτηρίζεις καλό ή κακό, είναι πραγματικοί άνθρωποι που θέλουν να επιβιώσουν Γιώργος Γούσης: Υπάρχει και το χωριό του ζητιάνου. Ο ζητιάνος έρχεται από τα Κράβαρα, το χωριό το οποίο «παράγει» ζητιάνους, μία βιομηχανία τέτοιων ανθρώπων, που μπορεί να είναι σήμερα τα media. Μπαίνεις σε ένα σύστημα και μετατρέπεσαι σε «ζητιάνο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Kanellos Cob: Έχει επίσης ενδιαφέρον η ανθρώπινη υπόσταση που του δίνει ο Καρκαβίτσας, διότι ο ζητιάνος στο πρώτου ταξίδι, τον εξαπατούν, γυρνάει πίσω το χωριό του ταπεινωμένος και τον διώχνει ο πατέρας του, «δεν σε θεωρώ πια γιο μου». Οπότε, βιωματικά και μόνο, βλέπεις πως αντιδρούν μπροστά του στην αποτυχία και πως γίνεται όλο και περισσότερο σκληρός για να τους αποδείξει ότι αξίζει. Οπότε, έχεις μία «κοινωνική πίεση» για να κερδίσεις, δημιουργήθηκε έτσι ένας άνθρωπος που τον νοιάζει να επιβιώσει, έτσι έμαθε. Γιώργος Γούσης: Το πιο σπουδαίο από όλα αυτά, όπως τα παρουσιάζει ο Καρκαβίτσας, είναι ότι στο τέλος σου λέει πως όλα αυτά είναι παθογένειες της ανθρώπινης κοινωνίας. Ενώ αν το δεις με το πρίσμα της φύσης όλα αυτά είναι φυσιολογικά. Η φύση δεν κρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Η φύση δέχεται μέσα της και τα ζιζάνια και τα ζώα. Όλα αυτά είναι πολύ ανθρώπινες καταστάσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν ενδιαφέρουν και κανέναν άλλον πέρα από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Kanellos Cob: Το ενδιαφέρον είναι αυτό, τα τελευταία λόγια του Καρκαβίτσα στο βιβλίο λένε «και η φύση δέχτηκε τον ζητιάνο, όπως δέχεται μέσα της τα παράσιτα και ερπετά». Είναι η πεποίθηση του συγγραφέα, την οποία ενστερνίζομαι, πως δεν υπάρχει θεία δίκη, δεν θα έρθει ένα χέρι για να βαρέσει τον κακό. Υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους ουσιαστικά και το ερώτημα είναι πώς να πάψει αυτό το πράγμα. Κόβοντας τις προκαταλήψεις σου, κόβοντας τις δεισιδαιμονίες σου, κόβοντας την πονηριά. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Δύσκολη η μεταφορά από τις λέξεις-κείμενο του Καρκαβίτσα στην εικονογράφηση; Kanellos Cob: Με δυσκόλεψε η γλώσσα στην αρχή. Μου πήρε χρόνο γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, μου πήρε χρόνο να συνηθίσω τη γραφή του. Θέλαμε να μείνουμε πιστοί στο κείμενο, θέλαμε να μην το αλλάξουμε που είναι αυτή η δημοτική «αργκό» της υπαίθρου. Μετά συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο περιγραφικό κομμάτι ήταν και αυτό που θα γινόταν και το εικονογραφικό κομμάτι. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, το είχες όλο μπροστά σου και στο «εξηγούσε». Και μετά από εκεί, το μεγαλύτερο μέρος στο 90% είναι αυτούσιοι οι διάλογοι, αυτούσια η διήγηση, δεν ήθελα να αλλάξω τίποτα και ως σεβασμός στο κείμενο του συγγραφέα. Γιατί τελικά αποφασίσατε να κυκλοφορήσουν αυτά τα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς; Σε ποιους απευθύνονται; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο επιχείρημα που πρέπει να έχεις για αυτό είναι ότι υπάρχει λόγος να μεταφερθεί σε ένα άλλο μέσο. Με την εικονογράφηση μπορείς να αναδείξεις πολλές περισσότερες πτυχές του κειμένου. Στο κείμενο του Καρκαβίτσα, αυτή η αφήγηση μιας άλλης εποχής που περιγράφει τα πάντα εξονυχιστικά και είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, περνάει στην εικόνα. Μπαίνεις με την εικονογράφηση κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Και έχει επίσης πολύ δράση, μια άλλη κατάσταση. Στον «Ερωτόκριτο» από την άλλη, ο κόσμος που περιγράφει ο Κορνάρος είναι τελείως φανταστικός, δεν υπήρξε ποτέ και δεν τον περιγράφει κιόλας. Πχ, λέει για το παλάτι και δεν το περιγράφει καθόλου. Οπότε η εικόνα έρχεται να «αφηγηθεί» την ιστορία από την αρχή. Το δεύτερο είναι ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία θα το μάθουν και άλλοι, κείμενα που νομίζουμε ότι τα έχουν διαβάσει όλοι και ουσιαστικά δεν τα έχει διαβάσει κανείς, ίσως κάποιο απόσπασμα στο σχολείο. Μέσα από τη γοητεία που σου προκαλεί η εικόνα θα το διαβάσεις πιο γρήγορα και εύκολα, θα «μπεις» μέσα σε αυτό εύκολα, κάνει πολλούς ανθρώπους να το διαβάσουν και να μάθουν τι είναι. Από εκεί και πέρα, αν είσαι και μερακλής, μπορείς να γυρίσεις και στο βιβλίο. Kanellos Cob: Ανοίγεις και ένα παράθυρο για ένα πιο νέο κοινό. Αυτή η τριλογία μάλιστα απευθύνεται σε όλους. Από ένας ηλικιωμένος μέχρι ένα παιδί μπορούν να τα διαβάσουν. Είναι πολύ σημαντικό να δείξεις πως το κόμικ είναι ένα μέσο το οποίο είναι ανοιχτό σε όλους και να ξεφύγεις λίγο και από αυτή την ιδέα του «Μίκυ Μάους», γιατί διαβάζεις ακόμα κόμικς; Γιώργος Γούσης: Κάνεις και το ανάποδο. Ανοίγεις και την τέχνη των κόμικς σε ένα κοινό που δεν είναι κοντά τους και αρχίζει να «τρίβεται» με αυτά και επίσης γνωρίζεις στο κοινό και τους δημιουργούς που θα τους μάθεις μέσα από ένα brand name που είναι αναγνωρίσιμο, θα διαβάσεις τον «Ζητιάνο» του Κανέλλου και ίσως αργότερα διαβάσεις και ένα άλλο βιβλίο του Κανέλλου που δεν θα είναι ο «Ζητιάνος» αλλά κάτι καθαρά δικό του. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Πόσο καιρό σας πήρε για να ολοκληρωθεί το γκράφικ νόβελ; Kanellos Cob: Περίπου 1.5 χρόνο, να το κουβεντιάσουμε, να δούμε τη μορφή του. Να προτείνω πράγματα, να μου αντιπροτείνουν πράγματα. Τότε έμενα και στον Καναδά μάλιστα, 7 ώρες διαφορά, μέσω Skype δουλέψαμε μεγάλο μέρος του. Το πιο ενδιαφέρον ήταν πως δουλέψαμε πάρα πολύ σαν ομάδα. Εγώ έφτιαχνα το πακέτο και οι άλλοι ήταν στην επιμέλεια. Ενδιαφέρον και το συνεργατικό κομμάτι, γνωρίζεις καλύτερα τον άλλον σε ανθρώπινο επίπεδο. Γιώργος Γούσης: Και στα πρώτα βιβλία που ήταν συνεργατικά και κάτω από την ίδια δημιουργική διαδικασία, μιας και στον «Ζητιάνο» ήμασταν πιο πολύ επιμελητές, γενικά είδαμε πως οι ομάδες λειτουργούν και πάντα αυτοί που εμπλέκονται σε αυτά, αν και είναι και οι ίδιοι δημιουργοί με δικό τους όραμα και προσωπικά, είναι ταυτόχρονα και οι λιγότερο εγωιστές. Πώς βλέπετε γενικότερα τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα; Και ομολογουμένως με όλα αυτά τα νέα φεστιβάλ, εκδόσεις και νέους δημιουργούς; Γιώργος Γούσης: Αν πάρουμε και το μετρήσουμε, έστω «μπακαλίστικα», βλέπουμε πως υπάρχει μία άνοδος σε όλα τα επίπεδα, από τους αναγνώστες, τους δημιουργούς, στις εκδόσεις και στην ποιότητα και τα φεστιβάλ. Από την άλλη, για να το ονομάσεις όλο αυτό σκηνή είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει βιομηχανία κόμικς όπως σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Εδώ υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, δημιουργοί, που έχουν τη δική τους πορεία ο κάθε ένας και τα καταφέρνουν, πχ. η αμερικάνικη και η γαλλική αγορά στελεχώνονται πια από ανθρώπους από όλο τον κόσμο, που δεν χρειάζεται να βρίσκονται καν σε εκείνες τις χώρες. Αν θέλεις να τα καταφέρεις σαν Έλληνας να φτάσεις σε ένα επίπεδο και να δουλέψεις σε μία αμερικάνικη εταιρία, θα δουλέψεις. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα δουλέψεις για αμερικάνικα πράγματα, με το δικό τους τρόπο. Αν θες να κάνεις τα δικά σου πράγματα, είναι μια άλλη ιστορία. Δηλαδή εδώ λειτουργούμε όπως λειτουργεί η λογοτεχνία στην Ελλάδα, να γράψεις ένα καλό κείμενο, να σε μάθει ο κόσμος, να αποκτήσεις ένα κοινό, να σε ακολουθεί, να ξέρεις να πουλάς το προϊόν σου, είσαι «μοναδική εταιρία», ο ίδιος διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου. Kanellos Cob: Έχει ενδιαφέρον αυτό. Μαθαίνεις καλύτερα την αγορά, σου δίνει μία εμπειρία τι θα φτιάξεις και πώς θα το φτιάξεις, τι κώδικες θα χρησιμοποιήσεις για να μάθεις πως αντιδρά το ελληνικό κοινό. Αυτός ο λόγος που ήθελα να κάνω κάτι με Ελλάδα. Σαφώς ωραίο κείμενο, σαφώς να δούμε πώς θα δείξουν ενδιαφέρον, αυτό το πράγμα ανεβάζει την εικόνα των κόμικς στην Ελλάδα βασικά. Το βρίσκω πολύ σημαντικό γιατί είναι μία τέχνη η οποία είναι εξίσου σημαντική με τον κινηματογράφο. Είναι ξεκάθαρα η λογική «δείχνουμε μία ιστορία με ένα μέσο» το οποίο δεν χαίρει τόσο σεβασμού όσο πχ, στη Γαλλία. Στη Γαλλία αγοράζουν κόμικς, όπως αγοράζουν λογοτεχνία. Γιώργος Γούσης: Ένα σημαντικό σημείο που δεν ξέρω αν παίξει ρόλο στο μέλλον, είναι αυτό που έκανα το καλοκαίρι, ένα κόμικ παραγγελία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το φεστιβάλ έκλεινε τα 60 χρόνια και μας παραγγείλανε να φτιάξουμε, εγώ και μία ομάδα, ένα κόμικ, μία ιστορία, σαν επετειακή έκδοση για το φεστιβάλ. Πριν λίγα χρόνια ίσως να μην πέρναγε αυτό σαν πρόταση στη διοίκηση. Δηλαδή ξόδεψαν δημόσιο χρήμα για τη δημιουργία του κόμικ. Kanellos Cob: Βασικά είναι πολύ σημαντικό που σκεφτήκανε αυτό το μέσο για την προβολή ενός τέτοιου γεγονότος. Δείχνει τελικά ότι έχει αρχίσει να έχει σεβασμό αυτό το μέσο για να βγάλουν ένα κόμικ για το φεστιβάλ. Το γκράφικ νόβελ «Ο Ζητιάνος» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris Πηγή
  10. Ο Ζητιάνος: Το αριστούργημα του Καρκαβίτσα επάξιο κόμιξ Συνέντευξη με τον δημιουργό του, Kanello Cob. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece «Ο Ζητιάνος» Θεσσαλικός κάμπος, 1891, δέκα χρόνια μετά την ενσωμάτωση της περιοχής στο νεοελληνικό κράτος. Σε ένα εξαθλιωμένο από τη φτώχεια καλυβοχώρι, υποστατικό ακόμα του Οθωμανού πασά, εμφανίζεται ένας επαγγελματίας ζητιάνος, πραγματικός φτωχοδιάβολος. Εκμεταλλεύεται την αγραμματοσύνη και τις δεισιδαιμονίες που «δέρνουν» τους «καραγκούνηδες» χωρικούς και διαλύει τον κοινωνικό τους ιστό- μέχρι που κάποιους τους σκοτώνει κιόλας. Στον σκοτεινό, αριστουργηματικό του «Ζητιάνο» ο Καρκαβίτσας επιτίθεται στους πάντες- η κριτική του είναι διεισδυτική μέχρι το μεδούλι, άγρια και διαταξική. Αχρείος, διεφθαρμένος ο χωροφύλακας, όμως ανήθικος επίσης, δόλιος παλιάνθρωπος και ο ζητιάνος. Μισερά ανθρωπάκια και οι καραγκούνηδες, άντρες και γυναίκες: ένα λούμπεν προλεταριάτο κολλίγων που ένεκα της επιβίωσής του δε γνωρίζει φραγμό. Η εξουσία καταγγέλεται με ειλικρίνεια και ένταση πρωτόγνωρη, ειδικά για την εποχή του συγγραφέα- και ο λαός όμως δεν εξιδανικεύεται επ’ ουδενί. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως ένας βρώμικος όχλος, σαν μια ασχημάτιστη λάσπη- το μαύρο ριζικό του, η έκπαγλη ένδεια μαζί με τις προκαταλήψεις και τη θρησκοληψία του ξεμπροστιάζουν σε καθένα ξέχωρο υποκείμενο τα χειρότερα ένστικτά του. Ο εικονογράφος και δημιουργός κόμιξ Kanellos Cob κατάφερε να «καδράρει» το έργο ενός από τους πρώτους πραγματικά σημαντικούς νεοέλληνες γραφιάδες σε ένα κόμιξ μυθιστόρημα, ένα ογκώδες graphic novel που διαβάζεται απνευστί και τραντάζει. Η διαχρονικότητα του κειμένου, σε συνδυασμό με τη ρωμαλέα, σινεματίκ εικονογράφηση σχεδόν τρομάζει- ή αφυπνίζει απότομα, αλαφιάζοντας τον σύγχρονο, μεταμοντέρνο ύπνο μας. Βρεθήκαμε με τον Kanello Cob ένα ήρεμο απόγευμα στα Εξάρχεια. Kanellos Cob. Είναι πολιτικό έργο τελείως ο «Ζητιάνος», ταξικό αλλά και ψυχογραφικό γιατί σου βγάζει τον συναισθηματικό κόσμο των ανθρώπων εκείνης της εποχής. Το φοβερό, όμως, είναι πόσο άμεσα συνδέεται και με το σήμερα. Στο τέταρτο κεφάλαιο οι χωρικοί θεωρούν ότι κάποιος είναι βρυκόλακας- για ασήμαντη αφορμή τον βλέπουν σαν ένα τέρας που πρέπει να σκοτώσουν. Και ενώ ο τύπος φώναζε «δεν είμαι τέρας», όλη η ορμή του όχλου ήταν «φάτε τον». Δούλευα το κόμιξ σε αυτό το κεφάλαιο τον Σεπτέμβρη του ’18, όταν ΄φάγαν τον Κωστόπουλο, μέρα μεσημέρι στο κέντρο της Αθήνας- πολύ απλά γιατί νόμιζαν ότι είναι «βρυκόλακας»... Τρελάθηκα όταν συνέβη εντός μου αυτός ο παραλληλισμός, σκέφτηκα ότι τίποτε δεν έχει αλλάξει από την εποχή που γράφτηκε το έργο και όλη μου η οργή για την δολοφονία του Κωστόπουλου, διοχετεύτηκε στον «Ζητιάνο». Αυτό θέλει να μας δείξει ο Καρκαβίτσας εντέλει- ότι δεν υπάρχει «θεία δίκη», παρά μόνο άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους. Και σου εξηγεί πως το πετυχαίνουν αυτό. Ο «Ζητιάνος» είναι έργο- καθρέφτης και της σημερινής κοινωνίας και μπορεί ο καθένας μας να «προβάλλει» τους χαρακτήρες του βιβλίου σε ανθρώπους σημερινούς. «Ο Ζητιάνος» Στο σχέδιο του «Ζητιάνου» προσπάθησα να μην ακολουθήσω την κόμιξ τεχνοτροπία των έντονων χρωμάτων για να κερδίσω την προσοχή του αναγνώστη, έκανα την παλέτα μου όσο πιο ρεαλιστική μπορούσα. Ήταν πρωί στην ιστορία; Έβρισκα όλα τα ψυχρά χρώματα που βγαίνουνε το ξημέρωμα. Προσπάθησα πολύ να μείνω πιστός στην περιγραφή του Καρκαβίτσα, έχει γράψει υπέροχες εικόνες. Και είδα παλιές φωτογραφίες του θεσσαλικού κάμπου, χωριών της περιοχής, του Πηνειού. Ο εκδοτικός οίκος μου έστειλε και αρκετές γκραβούρες της εποχής, ήθελα το σχέδιό μου να είναι όσο πιο ρεαλιστικό. Οι χαρακτήρες έχουν τραχύτητα. Και τις γυναίκες δεν ήθελα να τις κάνω «γλυκούλες», ξέφυγα από τα χαριτωμένα κλισέ. Οι γυναίκες του κόμιξ είναι βρώμικες, με αξύριστα πόδια, σκληρά χαρακτηριστικά προσώπου. Για τον ίδιο τον ζητιάνο, που είναι και ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, άντλησα στοιχεία από το πορτρέτο του πατέρα μου, που έμοιαζε και με μένα. Οστεώδης, με μυτόγκα και γωνίες στο πρόσωπο. Ήθελα να τον παραστήσω σαν ένα πράγμα μεταξύ ζώου και ανθρώπου, σαν σκαθάρι, σαν παράσιτο- για αυτό του έβαλα και μια τριχωτή κάπα. Είναι μυτερή μορφή, διαβολική. «Ο Ζητιάνος» Και οι χωρικοί τέτοια ζωώδη μορφή έχουν στο κόμιξ- δεν έψαξα για κανένα χαρακτήρα αυτού του βιβλίου ευγενικές φυσιογνωμίες, ήθελα να κατασκευάσω καρικατούρες. Μόνο ο μπάτσος είναι φρεσκοξυρισμένος- ξυρίζεται επιμελώς και προσέχει να είναι καθαρή η στολή του γιατί είναι «μπας κλας» εξουσία, αισθάνεται τους χωρικούς φριχτά κατώτερούς του. Πρέπει- το ζητά ο ίδιος ο χαρακτήρας- να φαίνεται καλύτερος από τους «καραγκούνηδες». Τα σπίτια δεν είναι καθαρά και περιποιημένα σαν των σημερινών χωριών- είναι αχούρια, βρισκόμαστε σε άλλη εποχή. Οι άνθρωποι είχαν διαφορετικές αντιλήψεις περί υγιεινής, τα σπίτια τους ήταν χοιροστάσια- μικρά, με γυμνούς, άδειους χώρους και μόνο τα εντελώς απαραίτητα, λίγα σκεύη κυρίως. Τα φυσικά τοπία χάρηκα να τα ζωγραφίζω- τα Κράβαρα, όπως τα περιέγραψε και ο Καρκαβίτσας ήταν πέτρα πάνω στην πέτρα, ένας στεγνός τόπος όπου τίποτα δεν φυτρώνει. Θυμόμουν τοπία του Νεπάλ και τα δούλεψα στη φαντασία μου μαζί με εικόνες από το Google Maps. Είμαι στα 34, Αθηναίος, εδώ γεννήθηκα, Γαλάτσι μεγάλωσα και Γκράβα πήγα σχολείο. Σχεδίαζα από μικρός, εκεί ήταν η κλίση μου- ζωγράφιζα τους τοίχους (γελάει). Μετά έπαιρνα κόμιξ από το ψιλικατζίδικο, 8-9 χρονών χάλαγα το χαρτζιλίκι μου σε marvel και ξεπατίκωνα ότι έβλεπα. Και μετά το παράτησα. «Ο Ζητιάνος» Δεν σταμάτησα εντελώς να ζωγραφίζω, στο σχολείο ήμουν (ας πούμε) αυτός που ζωγραφίζει καλά. Έπαιξε, όμως, αρκετή μικροαστίλα από την οικογένεια. «Εγώ θα γίνω ζωγράφος»- «Ναι αλλά πώς θα ζήσεις; Εμείς δε μπορούμε να σε τρέφουμε», όλος αυτός ο μικροστικός φόβος, ότι πρέπει να βρεις κάτι πιο safe, πίσω από ένα γραφείο, να ’χεις ένα μισθό και τα συναφή... Ούτε υπήρχε τέχνη στο σπίτι μου- και όταν δεν έχεις ερεθίσματα και παίζει πάντα αυτή η «κασέτα» αποθάρρυνσης στο background, ψιλοσβήνει το μεράκι όσο περνάει ο καιρός. Έρχεται και η εφηβεία με τα δικά της ψυχολογικά, μπορεί και να πνιγεί το όποιο ταλέντο, το όνειρο. Στις Πανελλήνιες πέρασα Συντήρηση Έργων Τέχνης στο ΤΕΙ Αθήνας- φάνταζε κάπως πιο “ασφαλές”, είχε όμως και σχέση με την τέχνη. Στα είκοσί μου άρχισα να ξαναπιάνω το μολύβι και να ψάχνω νέα references, να ανακαλύπτω επιρροές αγαπημένες. Η Σχολή ήταν πολύ ενδιαφέρουσα, έμαθα ιστορία τέχνης εκεί, αλλά το επακριβές αντικείμενό της δεν το είδα ποτέ ως επαγγελματική μου ενασχόληση. Όταν εκείνη την περίοδο έκανα κάποια σεμινάρια κόμιξ, ξύπνησε μέσα μου πάλι αυτή η αγάπη. Και ήμουν τυχερός που η καθηγήτριά μου τότε, μου είπε “κυνήγα το”- με ενέπνευσε και μου έμαθε κώδικες διήγησης, μου έδειξε τεχνικές που σήμερα θέλω να εξελίξω ακόμη περισσοτερο, να τις πάω πιο μακριά. Κατάλαβα επίσης τότε ότι αν είναι να μπω επαγγελματικά σε αυτόν τον χώρο, καλό θα ήταν να κάνω και κάποιες ακαδημαϊκές σπουδές. «Ο Ζητιάνος» Βρήκα στη Γαλλία δυο- τρεις σχολές που με ενδιέφεραν αλλά έπρεπε πρώτα να μάθω στοιχειωδώς της γλώσσα και να μαζέψω κάποια χρήματα. Δούλευα σαιζόν στη Νάξο, μέχρι και Μπουρνάζι είχα δουλέψει, έκανα και μαθήματα γαλλικών και το 2009 άρχισα να στέλνω book της δουλειάς μου σε Σχολές έξω. Δεν έγινα δεκτός στην πρώτη μου επιλογή, την “Gobelins” στο Παρίσι, αλλά μπήκα στην “Ecole Emile Cohl” στη Λυόν. «Ο Ζητιάνος» Υπάρχουν και στην Ελλάδα αντίστοιχες σχολές- αλλά, τότε τουλάχιστον, το 2009, τα δίδακτρα ήταν έξι χιλιάδες και στη Γαλλία επτά. Και εκεί υπάρχουν υποτροφίες και επιδόματα που με βοήθησαν πάρα πολύ να ζω και να σπουδάζω. Έφυγα κιολας από την Ελλάδα μόλις έσκασε η κρίση, τα έντυπα είχαν αρχίσει να πέφτουν- τώρα σαν Έλληνας εικονογράφος δεν είναι δυνατό να δουλέψω για περιοδικά. Εδώ δεν «παίζει» η εικονογράφηση ενός άρθρου, παρά μόνο η πολιτική καρικατούρα, κάτι που εγώ δεν το έχω, η πολιτική μου σκέψη να με οδηγεί σε τόσο to the point σχέδια. Είναι ένα άλλο επάγγελμα. «Ο Ζητιάνος» Τα δύο πρώτα χρόνια κάναμε τα πάντα- γλυπτική, ακαδημαϊκό σχέδιο φουλ, animation, κόμιξ, ψηφιακή εικονογράφηση. Και μετά επέλεγες κατεύθυνση- εγώ εντρύφησα στο κόμιξ και στην εικονογράφηση. Και μετά είχα την τύχη να μου έρθουν πρότζεκτ, αναθέσεις αμέσως μετά την Σχολή- τελείωσα πρώτος κιόλας, οπότε «σκάγανε» προτάσεις από περιοδικά που ήταν σε άμεση σύνδεση με τη Σχολή. Εκεί, όταν τελειώσεις τις σπουδές σου, φτιάχνεις ένα επαγγελματικό «σαλόνι» το οποίο τσεκάρουν «μεγάλα κεφάλια» από εταιρείες video games, από animation studios, από εκδοτικούς οίκους, από περιοδικά. Και είχα έτσι την τύχη να κλείσω 2-3 καλά συμβόλαια, να κάνω μια καλή αρχή και σταδιακά να «κτίζω» τη δουλειά μου. Η Σχολή ήταν “στρατός”, πολύ απαιτητική- από το πρώτος στο δεύτερο έτος περνάνε οι μισοί. Αλλά θεωρείται η καλύτερη σχολή στη Γαλλία, ειδικά για εικονογράφηση και animation, αν θες να μάθεις να σχεδιάζεις σωστά και να βγεις επαγγελματίας. «Ο Ζητιάνος» Δυσκολεύτηκα κάπως με τα γαλλικά, γιατί υπάρχει η αργκό, υπάρχει η παράμετρος της προφοράς- τελικά μου πήρε κάποιους μήνες να βρίσκομαι σε μια παρέα Γάλλων και να καταλαβαίνω άνετα έστω τη θεματική της συζήτησης (γελάει). Δεν ένιωσα πάντως ποτέ κανένα ρατσισμό ή απομόνωση, οι παρέες ήταν ανοιχτές, ειδικά στο περιβάλλον της Σχολής και της δουλειάς μετά. Μόλις είχε γίνει τότε και το «μπαμ» με την Ελλάδα και την κρίση, οι περισσότεροι έδειξαν ενδιαφέρον και συμπάθεια. Έπαιξαν και τσακωμοί, κυρίως μετά το δεύτερο έτος, οπότε μπορούσα κι εγώ να επιχειρηματολογήσω πολιτικά στα γαλλικά. Ειδικά με τους Γάλλους δε βρήκα μεγάλες διαφορές σαν νοοτροπία, μάλλον γιατί η Γαλλία έχει ένα υπέροχο χαρακτηριστικό: όσον αφορά την κουλτούρα «πιάνει» από ευρωπαϊκό βορά έως νότο. Πάντα όμως εξαρτάται από τον κύκλο που θα βρεθείς και τους ανθρώπους που θα γνωρίσεις. Το Παρίσι είναι “νεροχύτης”, έχει μαζί με τα προάστια δώδεκα εκατομμύρια κατοίκους. Ένα τεράστιο αστικό κέντρο όπου δύσκολα να μη νιώσεις αποξένωση, ακόμα και φόβο. Η Μασσαλία, νομίζω, μοιάζει πολύ με την Αθήνα- είναι μεσόγειοι κι αυτοί. Όσο κατεβαίνεις νότια, οι κουλτούρες μας συνδέονται και, τελικά, μοιάζουν. Στους τρόπους τους είναι πιο άμεσοι, μέχρι και στη γλώσσα τους καταλάβαινα καλύτερα γιατί προφέρουν πιο έντονα τα γαλλικά. Αιφνιδιάστηκα με τη Βρετάνη, νόμιζα ότι επειδή εκεί είναι βοράς, θα είναι και οι άνθρωποι πιο κρύοι, πιο σφιχτοί- κι όμως εκεί ένιωσα το πιο καλόκαρδο welcome. Είναι τρελούτσικοι αλλά καλοί άνθρωποι, ποτέ δόλιοι, για κανένα λόγο. «Ο Ζητιάνος» Η Λυόν είναι πιο μπουρζουά- πλούσια πόλη, θεωρείται το διαμαντάκι της Γαλλίας. Αν ένα θέαμα (χορός, θέατρο π.χ.) έρθει στη Λυόν και πάει καλά, θεωρείται ότι θα πάει καλά σε όλη τη Γαλλία. Έχει μια έπαρση η πόλη- αλλά έχουν και φράγκα, οπότε βρίσκεις δουλειές. Έχουν μεγάλη παράδοση στα μεταξωτά υφάσματα, πολλά παλιά εργαστήρια έχουν γίνει μουσειακοί χώροι. Υπήρχε αρκετό προλεταριάτο, στους πρόποδες του λόφου βρισκόταν η ξεκάθαρα αριστερίστικη και αναρχική γειτονιά (καρτιέ/ cartier) της πόλης. Σήμερα , τριάντα χιλιόμετρα έξω από τη Λυόν έχουμε πυρηνικό εργοστάσιο. Αυτά τα ωραία (γελάει). Μετά τη Σχολή είχα την τύχη και βρήκα αμέσως δουλειά σε μια εταιρεία σαν εικονογράφος- γραφίστας. Η φάση, όμως, ήτανε “χτυπάς καρτούλα”, παίρνεις και δυο χιλιάρικα το μήνα βέβαια, αλλά ζωγραφίζεις νεράιδες για τα κοριτσάκια και αεροπλανάκια για τα αγοράκια... Πρότεινα κάποια πράγματα, ήταν εντελώς mainstream όμως, καθόλου δεκτικοί, οπότε στους έξι μήνες που τέλειωσε η πρώτη σύμβαση, δεν θέλησα καν να ανανεώσω. Από τότε δουλεύω σαν freelancer, δεν έχω ούτε παιδιά ούτε σκυλιά να εξαρτώνται από μένα, κυνηγάω τη δουλειά μου προσπαθώντας να μην τρελαίνομαι από τη δεδομένη, διαρκή της επισφάλεια και μέχρι τώρα τα πράγματα πάνε καλά, κάθε χρόνο και καλύτερα. Η δουλειά μου είναι, πλέον, γνωστή στο χώρο των illustrators και έρχονται προτάσεις για πρότζεκτ. «Ο Ζητιάνος» Graphic novel- «τούβλο» 120 σελίδων δεν έχω κάνει στη Γαλλία. Έχω δουλέψει όμως σε κολεκτίβες με άλλους σχεδιαστές, όπου φτιάχνουμε ιστορίες πόλεων, ή την ιστορία των γραμματοσήμων. Στη Λυόν συμμετέχω σε μια κολεκτίβα (Οι δρόμοι της Λυόν_ Les rues de Lyon) όπου κάθε μήνα βγάζουμε μια ιστορία για τη Λυόν. Αναλαμβάνουμε οι ίδιοι την εκτύπωση και διανομή σε βιβλιοπωλεία της Λυόν και τα κέρδη των πωλήσεων (το κάθε βιβλίο κοστίζει 3 ευρώ) διανέμονται σε τρία ίσα μέρη: ένα ευρώ μένει στην κολεκτίβα για την κάλυψη του κόστους παραγωγής, ένα ευρώ παίρνει ο δημιουργός και ένα ευρώ αντιστοιχεί στον βιβλιοπώλη. Τώρα δουλεύω το artwork του 2020 για το μεγαλύτερο trance/ psychedelic φεστιβάλ της Γαλλίας. Περιμένω να υπογράψω για ένα πρότζεκτ σχετικά με τον Β΄Π.Π.- ένα grapcic novel για μια μικρή γαλλική πόλη (Le Chambon-sur- Lignon) όπου καθ’ όλη τη διάρκεια της Κατοχής προστάτευαν παιδιά Εβραίων. Στην Ελλάδα συμμετείχα με μεγάλη μου χαρά στο πρότζεκτ «Βάλτους Χ» (ValtousX.gr)- έφτιαξαν πέρυσι πρώτη φορά ένα gps με σημεία στην Αθήνα όπου είχαν σημειωθεί ρατσιστικές και ομοφοβικές επιθέσεις. Φέτος αποφάσισαν να κάνουν το ίδιο για όλη την Ελλάδα- επικοινώνησαν μαζί μου από το ίδρυμα «Ρόζα Λούξεμπουργκ», μου έδωσαν δυο κειμενάκια και μου ζήτησαν να κάνω illustrations για αυτά. Εμένα αυτό είναι η χαρά μου: δε θα σου περιγράψω με εικόνες αυτά που γράφει το κάθε κείμενο, θα προσπαθήσω να βγάλω το συναίσθημα. «Ο Ζητιάνος» Γι’ αυτό μου αρέσει ο σουρεαλισμός (και η κουλτούρα του pop surealisme) όπου θα παίξεις όχι με μια ρεπορταζιακή, φωτογραφική απεικόνιση, αλλά θα κάνεις κάτι πιο συναισθηματικό, πιο συμβολικό, βάσει πάντα αυτού που διαβάζεις. Αυτή είναι και η δική μου θεωρία όσον αφορά την εικονογράφηση: το κείμενο να παντρεύεται με την εικόνα, τα δύο μέσα να ενώνονται αλλά σε καμία περίπτωση να μην περιγράφει αυστηρά το ένα το άλλο. Πάντως δε θεωρώ “καλλιτεχνικό” αυτό που κάνω: δεν είμαι ζωγράφος, δεν έχω βγει από Καλών Τεχνών για να μπλέξω σε κύκλους φιλοσοφικούς... (γελάει). Για τον «Ζητιάνο» μίλησα με τρεις εκδοτικούς οίκους στη Γαλλία με σκοπό να αγοράσουν τα δικαιώματα- τους άρεσε πολύ και η ιστορία και η δουλειά μου, έκριναν όμως ότι εμπορικά δε θα τραβούσε. Γιατί ο Γάλλος αναγνώστης έχει στο μυαλό του την Ελλάδα είτε σαν αρχαία ιστορία είτε την κατάσταση με την κρίση. Ο «Ζητιάνος» είναι κοινωνικοπολιτική ιστορία στην ουσία της, αλλά έχει ένα βουκολικό background που δεν βοηθά τον ξένο αναγνώστη να κάνει το λινκ με τον πυρήνα του θέματος. Πάντως με το που επιστρέψω Γαλλία θα παρουσιάσω τον «Ζητιάνο» και σε άλλους εκδότες. Ο «Ζητιάνος» μου προτάθηκε από τον εκδοτικό οίκο (POLARIS)- ήθελαν πολύ να μεταφέρουν σε κόμιξ την ιστορία αυτή του Καρκαβίτσα, το έψαχναν δυο- τρία χρόνια. Δεν είχα συνεργαστεί ξανά με ελληνικό εκδοτικό οίκο και ενθουσιάστηκα από το ξεκίνημα της συνεργασίας μας, από τα πρώτα κιόλας emails. Διάβασα στα γρήγορα το βιβλίο, δεν το θυμόμουν ακριβώς και ήθελα επίσης να καταλάβω αν μπορώ να το μεταφέρω σε κόμιξ- αν οι εικόνες που δίνει η διήγηση με εμπνέουν, αν μπορώ να φανταστώ τα κάδρα με την πρώτη ματιά. Και, ενστικτωδώς, είπα αμέσως “wow”. Αριστούργημα. Ζούσα στον Καναδά τότε και ήμουνα στις μαύρες μου- έψαχνα δουλειά εκεί και οικονομικά τα έβγαζα πέρα δύσκολα, μόνο με κάποιες συνεργασίες που κρατούσα στη Γαλλία. Με βοήθησε πολύ ψυχολογικά το πρότζεκτ του «Ζητιάνου», με ανέβασε. Άνοιξη του 2018 είχα πλέον ξεκινήσει να το δουλεύω- άρχισα τον «Ζητιάνο» στο Μόντρεαλ και τον ολοκλήρωσα στη Γαλλία. Το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου στον «Ζητιάνο» είναι αυτούσια τα λόγια του Καρκαβίτσα- μετέφερα ο ίδιος το κείμενο και ο Γιάννης Ράγκος έκανε τις διορθώσεις. Τους πρώτους δύο μήνες είχα φτιάξει έναν πίνακα με post it- αστυνομικού τύπου «να βρούμε τον ένοχο»...- και «έσπαγα» τις σκηνές ώστε να μπει σε τάξη. Το κείμενο στην αρχή είχα προτείνει να το κάνω σε σύγχρονα, σημερινά ελληνικά- κουβέντιασα όμως με τον Γιώργο Ζαρρή (εκδότης του Polaris) και καταλήξαμε αυτό το υπέροχο και ευνόητο και στον τωρινό αναγνώστη κείμενο να το αφήσουμε ως έχει. Ο Καρκαβίτσας είναι πολύ περιγραφικός και με πολλά πισωγυρίσματα στο λόγο του, οπότε είχα κάποιες ενστάσεις καθώς διάβαζα το πρωτότυπο- φοβόμουν μήπως σαν κόμιξ κουράσει. Συνειδητοποίησα, όμως, ότι αυτές οι περιγραφές θα αποδοθούν στο κόμιξ ως εικόνες. Η διήγηση της ιστορίας είναι περίτεχνη, ρέει ελεύθερα και οι διάλογοι είναι εκπληκτικοί- κρατήσαμε λοιπόν το κυρίως κείμενο του πρωτοτύπου, με κάποιες παρεμβάσεις μόνο για να διευκολύνουμε το ρυθμό της διήγησης στο κόμιξ. Οι όποιες αλλαγές δεν αλλάζουν επ’ ουδενί το νόημα, ούτε το όραμα ή την αισθητική του Καρκαβίτσα. Τελικά το 95% του κειμένου είναι δικό του. Στον «Ζητιάνο» στο τέλος νικάει το κακό- και κατανοείς (σαν αναγνώστης) τους λόγους αυτής της κατάληξης. Αυτό το χαρακτηριστικό του έργου μου κίνησε το ενδιαφέρον, δεν το βλέπεις συχνά. Απομακρυνόμαστε από τον ρομαντισμό- ο «Ζητιάνος» είναι ωμός νατουραλισμός και αυτό δεν είναι τυχαίο αφού ο ίδιος ο Καρκαβίτσας είναι επηρεασμένος από τον Εμίλ Ζολά (J’ accuse) και το κίνημα των νατουραλιστών καλλιτεχνών. Ο Καρκαβίτσας ήταν κάπως «μισάνθρωπος», έκραζε για τους Ολυμπιακούς του 1896, έκραζε τους πάντες. Ήταν και μπουρζουάς όμως, στρατιωτικός γιατρός στο επάγγελμα. Δεισιδαιμονία, προκατάληψη, φριχτή ένδεια και φτώχεια τρομερή, αμάθεια, μισογυνισμός, συντηρητισμός. Αυτά είναι μερικά από τα κύρια χαρακτηριστικά της κοινωνίας που περιγράφει ο Καρκαβίτσας. Στον «Ζητιάνο» η θέση της γυναίκας π.χ. στην κοινωνία εκτίθεται ξεκάθαρα: τρώει ξύλο και, μάλιστα, περιμένει αυτήν τη βία ως κάτι φυσιολογικό. Η γυναίκα μισεί το ίδιο της το φύλο- θέλει να γεννάει αγόρια, τα κορίτσια δεν είναι επιθυμητά. Οι γυναίκες δεν ήθελαν να γεννάνε γυναίκες- γιατί θα έπρεπε να τις «προικώσουν» και στο βάθος της ψυχής τους ήξεραν ότι θα περάσει τα δικά τους βάσανα, τον δικό τους εγκλωβισμό. Υπάρχουν και σήμερα χωριά στην Ελλάδα, ή και στη Γαλλία, που αυτές οι αντιλήψεις δεν έχουν αλλάξει και πολύ. «Ο Ζητιάνος» Στον «Ζητιάνο» αναδεικνύεται το «Σύνδρομο της Στοκχόλμης»- όταν έχεις μεγαλώσει σαν δούλος, δεν ξέρεις τι να κάνεις με την ελευθερία σου. Και ας ξέρεις ότι αυτός είναι ο τύραννός σου, ας τον βρίζεις, ας τον καταριέσαι- όταν θα εμφανιστεί μπροστά σου, αντανακλαστικά σκύβεις το κεφάλι. «Πασά μου» τον προσφωνείς, γιατί αυτός έχει τη δύναμη. Είναι ο τυραννός σου, αλλά θα ήθελες να είσαι σαν αυτόν. Αν σου δινόταν η εξουσία, τέτοιος θα ήσουνα. Στον αδύναμο την «πέφτεις» εύκολα- και όταν γραφόταν ο «Ζητιάνος» και σήμερα. Δε μπορείς να αγγίξεις τους δυνατούς- το ξέρει αυτό ο ανθρωπάκος κάθε εποχής. Και εκτονώνει την οργή του, το κόμπλεξ, την απογοήτευση για την κατάστασή του σε όσους είναι πιο αδύναμοι απ’ τον ίδιο. Θα πατήσεις τον ίσο ή κατώτερό σου, γιατί αυτός είναι που μισείς- γιατί ουσιαστικά μισείς τον εαυτό σου. Αυτά τα ανθρώπινα αντανακλαστικά εκμεταλλεύεται ο φασισμός- και ο Καρκαβίτσας τα διέγνωσε σαν κοινωνικές τάσεις πριν ακόμα δημιουργηθεί η έννοια του φασισμού. Για μένα ο ζητιάνος του Καρκαβίτσα, σαν χαρακτήρας λογοτεχνικός θα μπορούσε να ενσαρκώνει πολλούς ανθρώπους, ρόλους και έννοιες της πραγματικής ζωής- ακόμα και τον καπιταλισμό που για να κερδίσει είναι διατεθειμένος να πάρει οποιαδήποτε μορφή. «Ζητιάνος» του Καρκαβίτσα είναι και ο τραπεζίτης που δε θα διστάσει να σε πετάξει έξω από το σπίτι σου για να πάρει αυτά που του αναλογούν (;). Στο όλον του αυτό το έργο είναι ένας φακός που ρίχνει σκληρό φως σε ότι σκοτεινό έχουμε και εμείς οι ίδιοι μέσα μας. Ο κακός της ιστορίας, ο ίδιος ο ζητιάνος, είναι προϊόν της κοινωνίας στην οποία μεγάλωσε- όπως και οι υπόλοιποι χαρακτήρες του βιβλίου, όπως και όλοι μας. Ο Καρκαβίτσας δεν χαιδεύει κανέναν, εξηγεί όμως τις αδυναμίες μας, των ανθρώπων που μεγαλώνουμε σε μια κοινωνία όπου ισχύει ο νόμος της ζούγκλας, όπου η de facto κατάσταση «η ζωή σου ή η ζωή μου» μας γυρνάει άσχημα το μυαλό. Η ανάγκη της επιβίωσης ξεπερνάει κάθε ηθικό φραγμό. Το συναίσθημα χάνεται έναντι του καθημερινού φόβου. Ο τελωνοφύλακας, ο κρατικός υπάλληλος δηλαδή παίρνει μίζες. Βάλ’το στη μέρα μας... δεν το βλέπεις; Από το «όλοι μαζί τα φάγαμε» μέχρι τα πιο χαμηλά κλιμάκια. Γυναίκες που είναι φυλακισμένες, δούλες ουσιαστικά, λόγω της φτώχειας και της πατριαρχίας. Θρησκοληψία. Τι είχε γίνει με τους φασίστες στο Corpus Christi; Τα ξεματιάσματα, όσοι γονυπετείς προσκυνάνε παντόφλες... Μηδενική ταξική συνείδηση επίσης: φτωχοί, αδύναμοι άνθρωποι που σιχαίνονται πρωτίστως τους εαυτούς τους, χωρίς να έχουν καταλάβει τον λόγο για τον οποίο βρίσκονται σε αυτή τη θέση. Και υποφέρουν από μικροαστική ματαιοδοξία. Το μυαλό και το όνειρό τους φτάνουν μέχρι ένα ρετιρέ στο Παγκράτι. Νομίζω στην κρίση, μαζί με την όποια ανθρωποφαγία, αναδύθηκαν και κάποια ωραία λουλούδια, όπως η αλληλεγγύη. Οι άνθρωποι στράφηκαν περισσότερο από πριν στην πολιτική, σε μια προσπάθεια να καταλάβουν καλύτερα τι συνέβη και να αντιδράσουν σε αυτό. Έφτιαξαν συνεργατικούς χώρους και δουλειές, κοπερατίβες, προσπάθησαν να αποδράσουν από τη σχέση «αφεντικό- εργαζόμενος». Για μένα αυτό είναι το διαμαντάκι που πρέπει να κρατήσεις και να το εξελίξεις όσο μπορείς. Όλο και περισσότεροι παίρνουν την κατάστασή (τους) στα χέρια τους, γιατί βλέπουν ότι δεν τους βοηθάει κανείς. Υπάρχει στην κοινωνία μας η πλευρά του «θα φάω όποιον βρω μπροστά μου για να ζήσω», υπάρχουν όμως και οι άλλοι- που σκέφτονται «είμαστε μαζί σε αυτό, ας κάνουμε ότι μπορούμε». Πηγή
  11. Το Me Ιn My Dreams είναι μια αυτοέκδοση του Josef Fadel Semon, που κυκλοφόρησε με την υποστήριξη του Comic Cultura και αποτελείται από τρεις ιστορίες κόμικς. Η πρώτη ιστορία είναι το "Psychostasis" ( που δημοσιεύτηκε με τον τίτλο "Το ζύγισμα της καρδιάς" και στο πέμπτο τεύχος του Comic Cultura) και έχει να κάνει με τη μετά θάνατο ζωή. Η δεύτερη ιστορία είναι το "Κάποτε στην Αμερική" σε σενάριο της Βέρας Καρτάλου και έχει να κάνει με την έλευση του πετρελαίου στη ζωή μας. Η τελευταία ιστορία "Me in my Dreams" δίνει και το όνομά της στην έκδοση. Πραγματεύεται το θέμα του τυφλού έρωτα και το που μπορεί να οδηγήσει. Αξιόλογη αυτοέκδοση, που κυκλοφόρησε στο Ahenscon. Καλή σκηνοθεσία και δυναμικό σχέδιο από τον Josef, συνθέτουν ένα όμορφο αποτέλεσμα, με έντονες tattoo επιρροές, καθώς είναι κι ο ίδιος tattoo artist. Θα ξεχωρίσω τη δεύτερη ιστορία, ως την καλύτερη σεναριακά, το "Κάποτε στην Αμερική", που θεωρώ ότι της ταιριάζει πολύ και το χρώμα. Το Me Ιn My Dreams κυκλοφορεί και με μαύρο, εναλλακτικό εξώφυλλο. fb του Josef Fadel Semon instagram
  12. Έχουν περάσει πέντε ολόκληρες δεκαετίες από την χρονιά που ο Ξανθός Γίγας και η θρυλική παρέα του πέρασαν τα ελληνικά σύνορα και ήρθαν στα περίπτερα της χώρας μας. Δεν θα μπορούσε, λοιπόν, ένα τέτοιο γεγονός να μην τιμηθεί όπως του αρμόζει. Έτσι, οι εκδόσεις “Μικρός Ήρως”, κυκλοφόρησαν στα τέλη του Νοέμβρη ένα επετειακό τεύχος, που περιέχει μία αυτοτελή ιστορία του χαρακτήρα. Η πρώτη επαφή του τεύχους με το κοινό έγινε στις 30/11/19, στα πλαίσια του 5ου AthensCon. Η κεντρική ιστορία φέρει τον τίτλο “Ο Μπλεκ στο Λονδίνο” και είναι “γέννημα” του Marcel Navarro (το σενάριο) και του Jean-Yves Mitton (το σχέδιο). Κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στο Γαλλικό περιοδικό “Kiwi”, στα τεύχη #253-254, το μακρινό 1976. Η υπόθεση παρουσιάζει μεγάλη πρωτοτυπία, καθώς βλέπουμε τον πρωταγωνιστή και τους συντρόφους του να αφήνουν (μετά από σατανικές συμπτώσεις) την κατακτημένη Αμερική και να φτάνουν μέχρι και το παλάτι του Μπάκιγχαμ. Το σενάριο μπλέκει αριστοτεχνικά αρκετά ιστορικά μέρη, μάχες, αλλά και σημαντικά πρόσωπα της εποχής, με τον μύθο του Μπλεκ και το αποτέλεσμα είναι άκρως εντυπωσιακό. Ο αναγνώστης θα βρει όμορφες σκηνές δράσης κι ανατροπών, αλλά κι έναν Μπλεκ να σηκώνει βαγόνια, να γκρεμίζει ορυχεία και γενικά να προβαίνει σε ενέργειες που θα έκαναν ακόμα και τον Superman να αισθανθεί μειονεκτικά. Με χάλασε λίγο αυτό. Η πλοκή εκτός από το βασικό της μέρος, μας δίνει διάφορες μικρές περιπέτειες των φίλων μας σε διάφορα σημεία της Αγγλίας. Το φινάλε νομίζω ότι είναι τραβηγμένο, σαν να μην ήθελαν οι δημιουργοί να ολοκληρώσουν την ιστορία. Προσωπικά θα ήθελα η πλοκή να σταματήσει μέχρι και πριν την επίσκεψη στην λίμνη Λοχ Νες. Εν κατακλείδι, δηλώνω γοητευμένος από την εν λόγω ιστορία. Ο Λεωκράτης διατείνεται ότι είναι η καλύτερη ιστορία του Μπλεκ, που έχουμε διαβάσει. Δεν είμαι τέλειος γνώστης του σύμπαντος του Ξανθού Γίγαντα κι έτσι δεν δικαιούμαι να συμφωνήσω ή να διαφωνήσω. Σίγουρα, όμως, είναι από τις πιο ωραίες ιστορίες που έχω διαβάσει. Εικαστικά δεν νομίζω ότι μπορούμε να πούμε πολλά. Το σχέδιο είναι λεπτομερές, καθαρό κι αρκετά ειρωνικό, όσον αφορά την απόδοση των “κακών” χαρακτήρων. Στον χρωματισμό, υπάρχει μεγάλη ποικιλία, με το αποτέλεσμα να βγαίνει εξαιρετικό. Η έκδοση είναι πολύ προσεγμένη. Η ράχη της έχει γερή κόλληση και παχύ εξώφυλλο, ενώ και το πολυτελές χαρτί στο εσωτερικό είναι ανθεκτικό και με καλή εκτύπωση των χρωμάτων. Ο έφιππος Μπλεκ που εμφανίζεται στο εξώφυλλο, καθώς και το λογότυπο του περιοδικού, είναι ανάγλυφα. Αυτό, βέβαια, που είναι εντυπωσιακό στην έκδοση είναι το έξτρα υλικό που περιέχεται. Στην αρχή φιγουράρουν τα βιογραφικά των δύο δημιουργών της ιστορίας, για να ακολουθήσει το editorial, επιμελημένο από τον Λεωκράτη Ανεμοδουρά και τον κ. Νίκο Νικολαΐδη. Στην συνέχεια ο αναγνώστης θα βρει μία δισέλιδη ιστορία, που αναφέρει την εκκίνηση και την πορεία των περιοδικών του Μπλεκ στην Ελλάδα. Το σχέδιο είναι του Γαβριήλ Τομπαλίδη, ενώ τον χρωματισμό τον έχει επιμεληθεί η Τίνα Χελιώτη. Αυτό που με εξέπληξε είναι ότι το σενάριο το έχει γράψει ο ίδιος ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς, γεγονός που δηλώνει ότι δεν είναι μόνο ένας απλός επαγγελματίας εκδότης, αλλά κι ένας γνήσιος φίλος των κόμικς. Τα εξτραδάκια, όμως, δεν τελειώνουν εδώ. Μετά την ιστορία αυτή και πριν την κεντρική, υπάρχει ένα δισέλιδο αφιέρωμα του Γαβριήλ Τομπαλίδη, που αναφέρεται στις υπαρκτές ιστορικές προσωπικότητες που συμμετέχουν στην ιστορία. Δεν μένει, λοιπόν, να πούμε κάτι άλλο εκτός από το να ευχηθούμε στον αγαπημένο μας ήρωα να τα εκατοστίσει και στην εκδοτική “Μικρός Ήρως” να συνεχίσει για πολλά χρόνια να μας ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο του Μπλεκ. Ας παραθέσουμε και μία σελίδα του εσωτερικού, αλιευμένη από το Facebook, για να πάρετε μία γνώμη.
  13. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 06-07-2019 Υλικό Τευχών: Spider-Man: With Great Power... 01-05 (January/September 2008) Η πέμπτη σειρά της Marvel που βγήκε σε συνεργασία με την Οξύ και την εφημερίδα Έθνος, ήταν μια μίνι σειρά του Spider-Man που βγήκε με το σήμα της Marvel Knights το 2008 και αποτελεί ακόμα μια αναπροσαρμογή της προέλευσης του χαρακτήρα δια χειρός David Lapham (Stray Bullets) και Tony Harris (Ex Machina). Σε αντίθεση με άλλες αναπροσαρμογές, αυτή επικεντρώνεται σε εκείνο το μικρό διάστημα στο οποίο ο Πίτερ Πάρκερ απέκτησε τις δυνάμεις του και σκέφτηκε να ακολουθήσει καριέρα ως επαγγελματίας παλαιστής, αφήνοντας μας λίγο πριν τον θάνατο του θείου Μπεν. Όσοι σκεφτήκατε πως αυτό μοιάζει τραβηγμένο μιας και δεν υπάρχει πολύ «ζουμί» εκεί, έχετε δίκιο. Δεν υπάρχει και αυτά που κάνουν οι κατά τα άλλα καλοί δημιουργοί στις προσωπικές τους δουλειές, δεν δουλεύουν. Οι δημιουργοί θεώρησαν καλό να προσθέσουν μαφιόζους, μοιραίες τεκνατζούδες που επηρεάζουν τα μυαλά του νεαρού Πάρκερ και μερικές πρώιμες προσπάθειες ηρωισμού, ανακατεύοντας με αυτά που πίστευαν πως είναι τα γνωρίσματα ενός 16χρονου το 2008. Το αποτέλεσμα είναι ένα προϊόν που δείχνει πιο ξεπερασμένο από την πρώτη παρουσίαση του Σπάιντερ-Μαν στο Amazing Fantasy 15 το μακρινό 1962 και μας παραδίδουν έναν Πίτερ που σε καμιά φάση της ιστορίας δεν μου φάνηκε συμπαθής, ενώ καμιά από την συναισθηματική ένταση δεν μου φάνηκε γνήσια ώστε να με παρασύρει ως αναγνώστη. Το σχέδιο του Tony Harris (αλλά και του Lapham για το πέμπτο τεύχος) φαντάζει αταίριαστο στο όλο σκηνικό, προσπαθώντας να δώσει δυναμικές πόζες σε ένα σχεδιαστικό ύφος που είναι ξεκάθαρα ριζωμένο στις ρεαλιστικές φόρμες, δημιουργώντας μια πάλη μεταξύ αυτού που θέλουν να δώσουν και αυτό που έχουν μάθει να σχεδιάζουν, και δίνοντας ένα αποτέλεσμα που συμβάλλει στην περαιτέρω αποστασιοποίηση του αναγνώστη από τα τεκταινόμενα, μιας και δεν καταφέρνει ούτε αυτός ο τομέας να τον τραβήξει μέσα στο κόμικ. Άξιζε όμως καθόλου η προσπάθεια την ανανέωσης της προέλευσης του Σπάιντι; Κατά την γνώμη μου όχι.Δεν μπορώ να φανταστώ να γινόταν επιτυχία ο χαρακτήρας, αν αυτό ήταν το πρώτο κόμικ που θα έβγαινε με τις περιπέτειες του ενώ και εξαρχής δεν υπήρχε σκοπός να αντικαταστήσουν τα δρώμενα του Amazing Fantasy και των ιστοριών του κεντρικού σύμπαντος με αυτό, οπότε δεν μπορώ παρά να αναρωτηθώ ποιο το νόημα ύπαρξης ακόμα ενός origin, αν εξαρχής δεν θα οδηγήσει πουθενά και έχει ημερομηνία λήξης το ένα έτος στο οποίο θα είναι η ιστορία στην επικαιρότητα. Εδώ ολόκληρο το Ultimate Spider-Man, που κατάφερε να πιάσει την αίσθηση της εποχής του και ήταν πετυχημένο και είχε βγει στην ίδια δεκαετία με το παρόν κόμικ, δεν κατάφερε να υποσκελίσει τις κλασικές ιστορίες, και δεν υπήρχε κάτι στα σκαριά που να συνδυάζεται με αυτή την ιστορία στο Marvel Knights παράρτημα, οπότε πιο το νόημα; Στην Ελλάδα βγήκε με αφορμή την δεύτερη ταινία του Σπάιντι από το δεύτερο κινηματογραφικό reboot του. Τα πέντε Αμερικάνικα τεύχη καλύφθηκαν σε αντίστοιχα 2 δικά μας. Περιττό να πω πως θα προτιμούσα να δω κάτι άλλο στην θέση του, κάτι που να θύμιζε τουλάχιστον την ανάλαφρη διάθεση που δίνει ο Τομ Χόλαντ στον ρόλο, μιας και ο Spider-Man του Lapham, είναι ξενέρωτος.
  14. Πρώτη Κυκλοφορία: 22-12-2019 Υλικό Τευχών: Wolverine v3 50-55 (March/July 2007) 12η κυκλοφορία σειράς κόμικς των εκδόσεων Οξύ σε συνεργασία με το Έθνος και 8η από το σύμπαν της Marvel. Το μενού αυτή την φορά περιλαμβάνει μια ιστορία του Γούλβεριν από το v3 του ομότιτλου Αμερικάνικου τίτλου, το οποίο έβγαλε πολλές ιστορίες που μπορούσαν να πλασαριστούν αυτόνομα μιας και δεν είχαν σχέση με το άμεσο continuity των υπόλοιπων τευχών του τίτλου. Και βλέπω πως έχει αρχίσει να απασχολεί τις Ελληνικές εκδοτικές αυτή η περίοδος, οπότε περιμένω και ευελπιστώ και για άλλες ιστορίες (π.χ. Old Man Logan). Ακολουθούν spoilers. Διαβάζετε με δικιά σας ευθύνη. Ο Γούλβεριν βλέπει παράξενα όνειρα με μια αγέλη ανθρωπόμορφων Σέιμπερτουθς που μάχονται με μια αντίπαλη αγέλη, ενώ ένας σκιώδης αρχηγός καραδοκεί, τα οποία του αφήνουν την αίσθηση πως τα έχει βιώσει από πρώτο χέρι με κάποιον τρόπο. Αποφασίζει λοιπόν πως ήρθε η ώρα να ξεκαθαρίσει τους παλιούς λογαριασμούς του με τον Βίκτορ Κριντ, που χρησιμοποιεί το παρατσούκλι Σέιμπερτουθ και εκείνο το διάστημα είχε συνταχτεί με την ομάδα του τίτλου Uncanny X-Men. Αυτό σημαίνει πως θεωρητικά ο Κριντ δεν είναι πλέον εχθρός, αλλά αυτό δεν σταματάει τον Λόγκαν από το να πάει και να διαλύσει την πόρτα της έπαυλης των X-Men για να τα βάλει μαζί του. Εδώ να αναφέρουμε πως όλες οι ομάδες των X-Men στεγάζονταν στην ίδια έπαυλη, πως δεν υπήρχε περίπτωση να μην έχουν δει ο ένας τον άλλον, και πως σαφώς και ο Γούλβεριν έχει κλειδιά. Αλλά ο Τζεφ Λεμπ αποφάσισε να το δραματοποιήσει, καταλαβαίνοντας πόσο γελοίο είναι πάραυτα. Βάζει μάλιστα την Ρογκ να το σχολιάσει, ρωτώντας τον Λόγκαν που είναι τα κλειδιά του. Τέλος πάντων, συνεχίζουμε. Από εδώ και πέρα έχουμε ένα... τσίρκο μαχών με ολίγη από υπόθεση, που μόνο σκοπό έχουν να αφήσουν τον Σιμόνε Μπιάνκι να ξεσαλώσει στο σχέδιο, παραδίδοντας μας ένα οφθαλμόλουτρο ικανό να μας κάνει να νιώσουμε πως δεν χάσαμε τελείως την ώρα μας και καλύπτοντας τις ατέλειες του σεναρίου. Η μάχη λοιπόν ξεκινά στην Έπαυλη των X-Men και συνεχίζεται στην Γουακάντα, με γκεστς τον Μαύρο Πάνθηρα και την Θύελλα (η οποία εκείνο το διάστημα ήταν παντρεμένη μαζί του), οι οποίοι φυλακίζουν τον Σέιμπερτουθ αλλά αφήνουν τον Γούλβεριν να σεργιανίζει, άσχετα που αυτός ξεκίνησε τον καυγά! Στην βασική ανατροπή της ιστορίας που ακολουθεί, μαθαίνουμε πως οι επιστήμονες της Γουακάντα ανακάλυψαν νεκροταφείο ελεφάντων που περιείχε και οστά ανθρωποειδών Σέιμπερτουθς, σαν και αυτά που βλέπει στα όνειρα του ο Λόγκαν. Χάρη στα ευρήματα, ανέπτυξαν μια θεωρία που υποστηρίζει πως υπάρχει μια πιθανότητα να υπάρχει και ένα παράλληλο εξελικτικό σκέλος εκτός από αυτό που μας έδωσε τους Χόμο Σάπιενς, ένα σκέλος με το όνομα Λούπους Σάπιενς, το οποίο σύμφωνα με τον Πάνθηρα, μπορεί να αποτελεί και την εξήγηση για τον μεγάλο αριθμό μεταλλαγμένων με λυκίσια εμφάνιση και δυνάμεις! Το θέμα δεν εξερευνάται παραπάνω, μιας και ο Κριντ αποδρά και η μάχη συνεχίζει στις πρώην εγκαταστάσεις του Όπλου X, όπου με την βοήθεια μελών της Πτήσης Άλφα, προσπαθεί να τα βάλει με τον Γούαιλντ Τσάιλντ, ο οποίος ήταν αυτός που βοήθησε τον Κριντ να αποδράσει. Όλο αυτό το διάστημα εν τω μεταξύ, ο Γούλβεριν βρίσκει τον εαυτό να χάνει τις αισθήσεις του στην μέση των μαχών και να συνέρχεται με διάσπαρτες πληροφορίες, αλιευμένες από τα όνειρα του. Μια από αυτές του έδωσε εικόνες από το Κολοσσαίο, στο οποίο ένας μασκοφόρος μαχητής με το όνομα Ρωμύλος, σκοτώνει ανθρωπόμορφα Σέιμπερτουθς στην θρυλική αρένα. Ο Γούλβεριν καταφέρνει να σκοτώσει τον - αποκτηνωμένο πλέον - Σέιμπερτουθ, αλλά όχι τον Γουάιλντ Τσάιλντ, που έχοντας διαταγές από τον Ρωμύλο, απλά έπαιζε με τον Γούλβεριν. Και κάπου εκεί σταματάει η ιστορία μιας και δεν ανακαλύπτουμε ποιος είναι ο Ρωμύλος εμφανισιακά και φυσικά δεν υπάρχει άμεση αντιπαράθεση. Το σενάριο όπως ίσως καταλάβατε, είναι όσο πιο τραβηγμένο μπορούσε να το κάνει ο συγγραφέας. Σκοπός του ήταν να κάνει την ανατροπή στην προέλευση της προέλευσης (ώ προέλευση) του Γούλβεριν και όχι να μας δώσει τον υπεύθυνο για ότι βιώνει ο Λόγκαν στα όνειρα του και στον ξύπνιο του. Δεν του βγήκε και ιδιαίτερα πετυχημένο θα έλεγα, μιας και δεν πηγάζει από πραγματική ανάγκη να πει μια αξιόλογη ιστορία κατά την γνώμη μου, αλλά απλά να γεμίσει μερικές σελίδες με τεχνάσματα. Ο Ρωμύλος τελικά εμφανίστηκε πλήρως σε άλλους τίτλους του Wolverine, αλλά δεν ξέρω κατά πόσο εξηγείται επαρκώς το όλο θέμα με την παράλληλη εξελικτική πορεία. Με μια πρώτη σκέψη πάντως, με κάνει να αναρωτιέμαι κατά πόσο έχει νόημα να είναι ο Γούλβεριν και οι άλλοι λυκίσιοι μεταλλαγμένοι μέρος αυτής της κάστας, αν οι μεταλλαγμένοι θεωρείται πως αποτελούν εξέλιξη του Χόμο Σάπιενς. Αν είναι, δεν σημαίνει πως παύουν να είναι μεταλλαγμένοι; Θα το επέτρεπε ποτέ αυτό η Μάρβελ για έναν τόσο δημοφιλή χαρακτήρα; Περίεργα μας τα λες Λεμπ και δεν πιστεύω πως πραγματικά είχες λύση για το πρόβλημα που δημιούργησες... Η ιστορία κυκλοφόρησε σπασμένη σε τρία τεύχη στην χώρα μας.
  15. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 05-04-2019 Υλικό Συλλογή: The Unworthy Thor v1 01-05 (November 2016 / March 2019) Ένα άλλο Μιόλνιρ, αυτό του Ultimate σύμπαντος, έχει καταλήξει στην δικιά μας γη, χωρίς πλέον κανέναν να το διαφεντεύει. Ο γιος του Όντιν, στην προσπάθεια του να αποκτήσει ξανά αξία, την οποία έχασε στα γεγονότα του Original Sin, θα ψάξει να το βρει. Στο δρόμο του όμως θα βρει αντίσταση από άτομα όπως ο Συλλέκτης, ο Θάνος και η Χέλα, που έχουν τα δικά τους σχέδια για αυτό το σφυρί. Για καλή του τύχη, ο Μπέτα Ρέι Μπιλ θα σπεύσει να βοηθήσει. Ο Θωρ μπορεί να θεωρεί τον εαυτό του ανάξιο, αλλά εγώ δεν θεωρώ τον Jason Aaron το ίδιο μιας και έχει αποδείξει πως ξέρει να γράφει καλές ιστορίες με τον θεό του κεραυνού. Οπότε περίμενα πως θα τον απολαύσω αυτό τον τόμο, κάτι που και έγινε. Θα προτιμούσα πάντως η αποκάλυψη για το τι είπε ο Νικ Φιούρι στον Θωρ που τον έκανε ανάξιο εξαρχής, να ήταν κάτι πιο σημαντικό και βαθυστόχαστο από μια απλή σύνδεση με την αρχή του συνολικού run του Aaron. Κάτι που να σε έκανε σαν αναγνώστη να πιστέψεις πως αυτό ήταν όντως κάτι που θα μπορούσε να ταρακουνήσει τόσο βαθιά έναν θεό, που θα είναι πιο ταιριαστό στην σαφώς κοινή αλλά συνάμα και τόσο διαφορετική ιδιοσυγκρασία που έχουν σε σχέση με τους κοινούς θνητούς, αλλά ας είναι. Είχα επίσης την εντύπωση πως σε αυτή την ιστορία θα είχαμε την αποκατάσταση του Θεού του Κεραυνού, αλλά ο Άαρον αποφάσισε να μας τυραννήσει λίγο ακόμα. Παρόλα αυτά και όπως είπα ήδη, η ιστορία μου άρεσε, αλλά σαφώς και θα μπορούσε να τα πάει καλύτερα. Η έκδοση της Οξύ είναι στα γνωστά της στάνταρ. Βγήκε το διάστημα που περιμέναμε την κυκλοφορία του Avengers Endgame στους κινηματογράφους, στο οποίο φυσικά ο Thor είναι από τους βασικούς χαρακτήρες της ταινίας και κατά κάποιον τρόπο, θα μπορούσε κανείς να πει πως έχει την δικιά του περίοδο «αναξιότητας» στα πλαίσια του MCU. Οι εικόνες από τα περιεχόμενα του τόμου είναι από την Αμερικάνικη έκδοση.
  16. Τρεις εναντίον τριακοσίων Γιάννης Κουκουλάς Το πρώτο πράγμα που έρχεται στον νου όταν μιλάς για την αρχαία Σπάρτη είναι οι 300 του Λεωνίδα, το θάρρος των Σπαρτιατών, η σκληρή ζωή τους. Στο «Τρεις», οι Kieron Gillen και Ryan Kelly, χωρίς ωραιοποιήσεις, δίνουν τους πρωταγωνιστικούς ρόλους σε τρεις είλωτες και αποκαλύπτουν πολλά εντέχνως αποσιωπημένα «μυστικά» για τη λακωνική κοινωνία της αρχαιότητας Ο τρόπος που συνήθως παρουσιάζεται η αρχαία Σπάρτη σε ιστορικά μυθιστορήματα, στον κινηματογράφο, στα κόμικς, χαρακτηρίζεται από μια υπεραπλούστευση ως προς την κοινωνική δομή, τις τάξεις, την ιεραρχία. Από τα σχολικά βιβλία μέχρι τις ανιστόρητες περιγραφές τηλεβιβλιοπωλών, που ενίοτε γίνονται υπουργοί, οι περιγραφές επικεντρώνονται στην ανδρεία, στη ρώμη, στους αυστηρούς αλλά δίκαιους νόμους, στην πολεμική κουλτούρα, στη λιτή ζωή. Λίγα λέγονται και γράφονται για τον αυταρχισμό, το αντιδημοκρατικό καθεστώς, τις κοινωνικές ανισότητες, τη θεσμοθετημένη δουλεία. Ευτυχώς, η ακαδημαϊκή έρευνα τις τελευταίες δεκαετίες έχει απομακρυνθεί από τον εξωραϊσμό της ελληνικής αρχαιότητας και έχουν υπάρξει πολλές μελέτες που ρίχνουν φως στην αρχαία Σπάρτη, την ακμή της αλλά και την παρακμή της. Το «Τρεις» των Kieron Gillen και Ryan Kelly (εκδόσεις Jemma Press, μετάφραση: Μπέλλα Σπυροπούλου) -αν και δεν πρόκειται για μια ακαδημαϊκή έρευνα αλλά για μια συναρπαστική ιστορία κόμικς- εντάσσεται ακριβώς σε αυτήν την προσπάθεια αναψηλάφησης του ιστορικού παρελθόντος και αναστοχασμού πάνω στις βολικές εθνικές και ιστορικές αφηγήσεις. Και επιπλέον, βασίζεται σε πολυετή και διεξοδική έρευνα των δημιουργών του που σε συνεργασία με πανεπιστημιακούς συνέλεξαν στοιχεία, απόψεις και τεκμήρια και συνέθεσαν μια ενδιαφέρουσα αν και τραγική ιστορία. Και δεν θα μπορούσε να μην είναι τραγική, καθώς στο επίκεντρό της βρίσκεται η ζωή των ειλώτων, των πολιτών δεύτερης κατηγορίας στους οποίους στηρίχτηκε μεγάλο μέρος της ιστορίας της Σπάρτης χωρίς όμως να τους καταγράψει η Ιστορία, χωρίς να έχουν γίνει γνωστά τα ονόματά τους, χωρίς να μνημονεύεται η ζωή τους και το έργο τους. Η πιο δημοφιλής και πολυδιαφημισμένη μέχρι σήμερα απόπειρα μεταφοράς του κόσμου της αρχαίας Σπάρτης σε κόμικς ανήκει στον σούπερ σταρ Frank Miller και τη Lynn Varley από το 1998 (κυκλοφορεί στα ελληνικά από τη Μαμούθ Κόμιξ). Το «300» των Miller και Varley, ωστόσο, όσο και η κινηματογραφική προσαρμογή του από τον Ζακ Σνάιντερ που σημείωσε τεράστια εισπρακτική επιτυχία είχαν τόση σχέση με την ιστορική ακρίβεια όση και οι τηλεβιβλιοπώλες υπουργοί με την αλήθεια και την τεκμηρίωση. Στους «300» το βάρος δίνεται στις εντυπωσιακές σκηνές μάχης, σε ακόντια, δόρατα, περικεφαλαίες και αίμα, στην εξύμνηση της απαράμιλλης γενναιότητας των Σπαρτιατών ενάντια στους Πέρσες. Σε δεύτερη ανάγνωση, με τους αδίστακτους εισβολείς Πέρσες ως καρικατούρες που διαθέτουν όμως υπεροπλία, ο Miller (λαμβάνοντας υπόψη και τις μεταγενέστερες αντιισλαμικές δηλώσεις του) δημιουργεί μια ιστορία για την (κατά τα πιστεύω του) ανάγκη της Δύσης να υπερασπιστεί την κουλτούρα της απέναντι στους διαφορετικούς «ξένους». Φυσικά, σε ένα τέτοιο θεματικό και σεναριακό περιβάλλον, οι είλωτες δεν έχουν καμιά θέση. Έχουν όμως θέση και μάλιστα πρωταγωνιστική στο «Τρεις». Η ιστορία των Gillen και Kelly διαδραματίζεται το 364 π.Χ. και ξεκινά από την ύπαιθρο της Λακωνίας, κατά τη διάρκεια μιας, πιθανότατα, γιορτής ενηλικίωσης των νέων Σπαρτιατών. Κατά τη γιορτή αυτή, οι νεαροί Σπαρτιάτες είχαν το δικαίωμα να σκοτώσουν με βιαιότητα όποιον είλωτα επιθυμούσαν χωρίς καμιά συνέπεια. Έτσι έμπαιναν στον κόσμο των μεγάλων και από τότε, κατά μια άποψη, μπορούσαν να γίνουν στρατιώτες. Η βάρβαρη αυτή επίθεση με θύματα τυχαίως επιλεγμένα, μόνο και μόνο για να τηρηθεί το απάνθρωπο έθιμο, εισάγει τον αναγνώστη στα ήθη της Σπάρτης. Και η ιστορία συνεχίζεται με την αναίτια επίθεση μιας ομάδας Σπαρτιατών σε μια καλύβα ειλώτων, έτσι για διασκέδαση και ψυχαγωγία. Οι είλωτες, όμως, θα αμυνθούν και θα κατατροπώσουν τα «αφεντικά» τους. Η εκδίκηση των Σπαρτιατών θα είναι αμείλικτη. Πρώτα όμως θα πρέπει να καταδιώξουν και να συλλάβουν τον Κλάρο, τον Τέρπανδρο και τη Δαμάρτα που προσπαθούν να διαφύγουν για να σώσουν τη ζωή τους και την αξιοπρέπειά τους. Αυτό είναι λίγο – πολύ το βασικό σενάριο που γύρω του, όμως, χτίζεται μεθοδικά και πολύ προσεκτικά ολόκληρη η πολιτική, οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα της αρχαίας Σπάρτης έναν σχεδόν αιώνα μετά τη Μάχη των Θερμοπυλών. Αυτό που ενδιαφέρει κυρίως τους Gillen και Kelly δεν είναι να γεμίσουν τις σελίδες με μάχες σώμα με σώμα, με κοφτερά μαχαίρια, απαστράπτουσες ασπίδες, εντυπωσιακές χλαμύδες, λαδωμένα κορμιά και λακωνικές ατάκες, αλλά να παρουσιάσουν την πραγματικότητα από την πλευρά των θυμάτων, των κυνηγημένων. Οχι από την πλευρά που εξύμνησε η Ιστορία, παίζοντας συγκεκριμένο ιδεολογικό και πολιτικό ρόλο, αλλά από την πλευρά που αγνοήθηκε γιατί δεν είχε να παρουσιάσει συμμετοχή σε πολέμους, αιματηρές μάχες, ένδοξες ναυμαχίες, πομπώδεις εκστρατείες. Πόσα όμως είναι γνωστά σήμερα για τους είλωτες; Λίγα στους πολλούς αλλά πολλά στους ιστορικούς και τους επιστήμονες που ασχολούνται διεθνώς με την αρχαία ελληνική ιστορία. Ενας από αυτούς είναι ο Stephen Hodkinson, καθηγητής αρχαίας Ιστορίας στο πανεπιστήμιο του Νότινχαμ που υπήρξε επιστημονικός σύμβουλος στο «Τρεις». Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου φιλοξενείται, μάλιστα, μια πολυσέλιδη συζήτηση ανάμεσα στον σεναριογράφο Kieron Gillen και τον Hodkinson που βοηθά τον αναγνώστη να γνωρίσει περισσότερο τη συγκεκριμένη περίοδο της ελληνικής Ιστορίας, να κατανοήσει τις σεναριακές και σχεδιαστικές επιλογές των δημιουργών του και, επιπλέον, να αντιληφθεί τις αιτίες για τις οποίες η Σπάρτη χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο σε ρατσιστικές ιδεολογίες και ολοκληρωτικά καθεστώτα. Πολλοί πολιτικοί αλλά και φιλόσοφοι και επιστήμονες, ιδιαίτερα του εικοστού αιώνα, γοητεύτηκαν από το στρατοκρατικό καθεστώς της Σπάρτης, «...όχι μόνο ο Χίτλερ, αλλά και άλλοι ναζί πολιτικοί και ιδεολόγοι, και δυστυχώς επίσης, επιφανείς Γερμανοί ακαδημαϊκοί» σύμφωνα με τον Stephen Hodkinson. Που συνεχίζει γράφοντας: «Κυκλοφορεί ένα θαυμάσιο βιβλίο της Helen Roche, το Sparta’s German Children, τα τελευταία δύο κεφάλαια του οποίου αναλύουν πώς τα ελίτ ναζιστικά σχολεία κατηχούσαν τους μαθητές με τα υποτιθέμενα ιδανικά της αρχαίας Σπάρτης. Η Roche έκανε ένα καταπληκτικό πράγμα: ήρθε σ’ επαφή με πολλούς από τους πρώην μαθητές που σήμερα είναι ηλικιωμένοι άνθρωποι, και έμαθε από πρώτο χέρι πώς διδάχθηκαν την αρχαία Σπάρτη. Αν η Γερμανία είχε νικήσει στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, η μεταπολεμική Ευρώπη θα διοικούνταν από ανθρώπους που είχαν εμποτιστεί με τα “ιδανικά της αρχαίας Σπάρτης” [...] Η ναζιστική προπαγάνδα ισχυριζόταν ότι οι αρχαίοι Σπαρτιάτες ήταν βιολογικοί πρόγονοι της σύγχρονης γερμανικής νορδικής φυλής, της άριας φυλής. Και οι Ναζί χρησιμοποιούσαν τον κτηνώδη τρόπο που φέρονταν οι Σπαρτιάτες στους είλωτες ως παράδειγμα για το πώς έπρεπε να φέρονται σε μη άριες φυλές. Έχει βρεθεί ένα ανατριχιαστικό ναζιστικό έγγραφο το “Generalplan Ost”, στο οποίο αναφέρεται ότι η ΕΣΣΔ, μετά την κατάκτηση της, έπρεπε να μετατραπεί σε μια γερμανική ρατσιστική ουτοπία όπου οι Ρώσοι θα ήταν πολίτες δεύτερης κατηγορίας όπως οι είλωτες». Μια διαφορετική, πιο ηρωική και λιγότερο ρεαλιστική εκδοχή της αρχαίας Σπάρτης έδωσαν οι Frank Miller και Lynn Varley στο «300». Οι Gillen και Kelly επέλεξαν την τεκμηρίωση και την ακρίβεια. Με ένα τέτοιο σκεπτικό κατάδειξης πολλών κρυμμένων αληθειών για τη Σπάρτη, που θα ήταν χρήσιμο να γνωρίζουν όσοι ενδιαφέρονται για την Ιστορία, φαίνεται ότι πορεύτηκαν οι Kieron Gillen και Ryan Kelly που φιλοτέχνησαν μια ενδιαφέρουσα από πλευράς πλοκής αφήγηση. Ακόμα περισσότερο, με την ενδελεχή τους έρευνα όχι μόνο ως προς τις κοινωνικές, πολιτικές και οικονομικές συνθήκες αλλά και ως προς τα πραγματολογικά στοιχεία, την αρχιτεκτονική, τις ενδυμασίες, τον οπλισμό, τα τρόφιμα κ.λπ. και την τεκμηρίωση κάθε λεπτομέρειας, συνθέτουν μια σπουδαία μυθοπλασία με ιστορική ακρίβεια. Οι, επίσης πολυσέλιδες, «Σημειώσεις» του ίδιου του Gillen στο τέλος του βιβλίου επεξηγούν λεπτομερώς την προσέγγισή του απέναντι στη Σπάρτη και, κυρίως, τη μεθοδολογία εργασίας του σε ένα βιβλίο που καταπιάνεται με ιστορικά θέματα με επιστημονικό τρόπο. Η περίπτωση του «Τρεις» είναι ένα ιδανικό παράδειγμα μιας απόλυτα επαγγελματικής δουλειάς που ισορροπεί αρμονικά ανάμεσα στη φαντασία και τη μυθοπλασία από τη μια και στην ακρίβεια από την άλλη. Γι’ αυτό και το «Τρεις» μπορεί να είναι ελκυστικό σε διαφορετικές αναγνωστικές κοινότητες, τόσο σε αναγνώστες που ενδιαφέρονται για ιστορικά θέματα όσο και σε αυτούς που αναζητούν μια στιβαρή πλοκή, μια καθηλωτική ιστορία. Αλλά και γενικότερα σε όσους επιθυμούν να διαβάσουν και να δουν κάτι όμορφα φτιαγμένο, τεκμηριωμένο και ακριβές. Πηγή
  17. Άκρως ενδιαφέρουσα χρονιά το 2019 για τα κόμικς, τόσο για την εξέλιξη της ίδιας της βιομηχανίας, αλλά και σχετικά με τις θεματικές που απασχόλησαν τις φετινές κυκλοφορίες. Στο κομμάτι των εκδοτικών, είχαμε την παρθενική εμφάνιση τουλάχιστον δύο εκδοτικών που μοιάζουν να φέρνουν έναν αέρα ανανέωσης στη βιομηχανία. Η πρώτη είναι η Ahoy Comics που κάθε τεύχος συνοδεύεται από μπόλικο έξτρα υλικό (κόμικς, ποιήματα, essays κλπ), δίχως να αυξάνεται η τιμή του(!) και η δεύτερη είναι η TKO Studios που κυκλοφορεί τις ιστορίες της σε τρεις μορφές: ψηφιακά, σε τεύχη, τα οποία κυκλοφορούν την ίδια μέρα και έρχονται μέσα σε μια όμορφη θηκούλα ή στο τυπικό τεύχος που περιέχει όλη την ιστορία μαζεμένη. Για μένα, οι προτάσεις τους ήταν αρκετός λόγος για να αγοράσω τεύχη, κάτι που σπάνια κάνω καθώς συνήθως προτιμώ να διαβάζω τις ιστορίες ολοκληρωμένες και μαζεμένες σε έναν τόμο, αλλά το ερώτημα είναι κατά πόσω αυτός ο πειραματισμός των δύο εταιριών ανοίξει το δρόμο και για άλλες παρόμοιες προσπάθειες που θα τονώσουν τις πωλήσεις. Θεματικά τώρα, αν και είναι αδύνατο να εντοπίσει κανείς μονάχα μία κυρίαρχη αφήγηση, δεδομένων των άπειρων κυκλοφοριών, προσωπικά παρατήρησα δύο θεματικές "εμμονές". Η πρώτη έχει να κάνει με το αστικό φαινόμενο του εξευγενισμού για το οποίο είδαμε τουλάχιστον τέσσερις κυκλοφορίες. Αυτός ο αριθμός σαφώς και είναι ελάχιστος συγκριτικά με το σύνολο των κυκλοφοριών, ωστόσο δείχνει πως η εκμετάλλευση του αστικού χώρου και οι επιπτώσεις της στις τοπικές κοινότητες αρχίζει να προβληματίζει τους καλλιτέχνες. Η δεύτερη τάση, που προς το παρόν περιορίζεται στους κόλπους της DC (και σε ελάχιστες ανεξάρτητες περιπτώσεις, βλ. The Wrong Earth), έχει να κάνει με μια στροφή πως τη σεναριακή και αισθητική αφέλεια της προ-Watchmen & Dark Knight Returns εποχής των υπερηρωικών κόμικς. Αυτή η τάση γίνεται εμφανής σε κυκλοφορίες όπως τα Green Lantern, Jimmy Olsen και Martian Manhunter, αλλά κορυφώνεται στο Doomsday Clock, το κομιξικό σίκουελ του Watchmen, στο οποίο η ελπίδα που συμβολίζει ο Superman, έρχεται σε σύγκρουση με τον κυνισμό του Dr. Manhattan, αποτελώντας παράλληλα τον ακρογωνιαίο λίθο του σύμπαντος της DC. Η επιστροφή σε παλιότερα υπερηρωικά μοτίβα φαίνεται ότι θα συνεχίσει και το 2020 με ιστορίες, όπως το πολυαναμενόμενο Adam Stranger του Tom King που θα κυκλοφορήσει σε λίγους μήνες. Ίσως αυτό να είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο της DC, ωστόσο έχει αρκετό ενδιαφέρον να παρακολουθήσουμε την πορεία του και αν τελικά θα καταφέρει να πείσει το κοινό πως μια υπερηρωική ιστορία μπορεί να είναι καλή, ακόμα και αν δεν είναι ωμά ρεαλιστική. Βέβαια, αυτή η τάση που μόλις αναφέρθηκε δεν θα είναι τόσο αισθητή στη φετινή λίστα και ο λόγος έχει να κάνει με τα κριτήρια επιλογής. Όπως πέρυσι, έτσι κι φέτος, για να μπει μια ιστορία κόμικ στη λίστα μας θα πρέπει (α) να έχει κυκλοφορήσει σε paperback μέσα στη χρονιά ή (β) να έχουν κυκλοφορήσει όλα τα τεύχη της μέσα στο 2019. 10. The White Trees (Image Comics) Στο The White Trees του Chip Zdarsky ακολουθούμε το ταξίδι τριών πατεράδων, πρώην πολεμιστών, να εντοπίσουν και να απελευθερώσουν τα δύο παιδιά τους από τους εχθρούς που του Zdarsky που απογειώνει το τελικό αποτέλεσμα, αφού καταφέρνει με απόλυτα οργανικό τρόπο να μας παρουσιάσει τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν του κόσμου, αλλά και να εμβαθύνει στην περίπλοκη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, ασκώντας παράλληλα μια έντονη κριτική στη χρήση της βίας, κυρίως μέσα απ' τον στωικό πρωταγωνιστή που κουβαλάει τις δικές του αμαρτίες και προσπαθεί να προχωρήσει πέρα απ' το βίαιο παρελθόν του. Αυτόν το γεμάτο βία κόσμο, οπτικοποιεί ιδανικά το δυναμικό και σεξουαλικά ωμό σχέδιο του Kris Anka, αλλά και ο υπέροχος πολύχρωμος χρωματισμός που προσφέρει μια ονειρική διάσταση στην ιστορία. Συνολικά, το The White Trees μπορεί να θεωρηθεί ως άλλη μια εξαιρετική στιγμή για την Image, αποτελώντας μια τολμηρή, οπτικά ελκυστική και σεναριακά ενδιαφέρουσα πρόταση της εκδοτικής. 9. Little Bird (Image Comics) Με μια πρώτη ματιά, το Little Bird δεν φαίνεται να είναι κάτι το ενδιαφέρον, άλλωστε έχουμε διαβάσει (και δει) άπειρες ιστορίες όπου μια ομάδα επαναστατών επιχειρεί να αντιμετωπίσει την καταπιεστική δικτατορία. Το ενδιαφέρον όμως με τη συγκεκριμένη ιστορία δεν είναι ακριβώς το τι θέλει να αφηγηθεί, αλλά ο τρόπος, αφού μέσα σε μόλις έξι τεύχη των 40 σελίδων, καταφέρνει να χτίσει έναν κόσμο που μοιάζει γνώριμος, αλλά και αρκετά διαφορετικός από αντίστοιχες απόπειρες, ενώ διαθέτει και το αισθητικά πανέμορφο σχέδιο του Ian Bertram που απογειώνει την λιτή, αλλά αποτελεσματική αφήγηση του πρωτοεμφανιζόμενου Darcy Van Poelgeest. 8. Ice Cream Man (Image Comics) Η αλήθεια είναι πως τα πρώτα τεύχη της ανθολογικής σειράς τρόμου Ice Cream Man του W. Maxwell Prince δεν εντυπωσιάζουν ιδιαίτερα. Όχι πως δεν είναι καλά, απλώς πρόκειται για ικανοποιητικές ιστορίες τρόμου που δύσκολα θα χαραχθούν στη μνήμη των αναγνωστών. Ωστόσο, οι φετινές ιστορίες (που έχουν μια ελαφριά σύνδεση η μια με την άλλη) φαντάζουν αισθητά πιο φρέσκες, έτοιμες να παίξουν με τα αφηγηματικά όρια του μέσου, κερδίζοντας έτσι επάξια μια θέση στη λίστα με τα καλύτερα της χρονιάς. 7. Green Lantern (DC Comics) Είναι γνωστή η αγάπη του Grant Morrison για τις αγνές, υπερηρωικές εποχές, οπότε αρκετά συχνά οι ιστορίες του τιμάνε με κάθε δυνατό τρόπο την προ-Watchmen εποχή. Το ίδιο μοτίβο, λοιπόν, ακολουθεί και η νέα του σειρά για τον Green Lantern, η οποία είναι γεμάτη με παλαβές ιδέες, όπως το trafficking πλανητών(!), και μια μαγευτική σχεδιαστική προσέγγιση από τον Liam Sharp που φέρνει έναν ανεξάρτητο αέρα. Εν ολίγοις, πρόκειται για μια τυπική Morrison-ική δημιουργία που πατάει τέρμα το γκάζι της παλαβομάρας με το αποτέλεσμα να είναι άκρως απολαυστικό. 6. Bezimena (Fantagraphics) Με επιρροή από την αρχαιοελληνική μυθολογία και συγκεκριμένα τον μύθο της Άρτεμις και του Ακταίωνα, τον οποίον η Άρτεμις μετέτρεψε σε ελάφι, όταν διαπίστωσε πως την παρακολουθούσε να κάνει μπάνιο, η Nina Bunjevac αφηγείται μια εξαιρετικά άβολη ιστορία. Πρωταγωνιστής είναι ο Benny, ένας ταλαιπωρημένος, σεξουαλικά καταπιεσμένος, νεαρός άντρας, ο οποίος μετά από πολλά χρόνια θα αντικρίσει τυχαία έναν παιδικό του έρωτα και θα αρχίσει να τον παρακολουθεί, οδηγώντας την πλοκή σε ένα κρεσέντο γεγονότων με έντονα ερωτικά και σουρεαλιστικά στοιχεία που βουτάνε τους αναγνώστες όλο και πιο βαθειά στην ταραγμένη ψυχοσύνθεση του. H επιλογή της Bunjevac να αφηγηθεί την ιστορία ακολουθώντας τον Benny και να επιχειρήσει μια ψύχραιμη και διεισδυτική ματιά στη ψυχολογία του, δίχως να επιδιώκει τον εκβιασμό συναισθήματος, είναι πραγματικά αξιοθαύμαστη και μετατρέπει το Bezimena σε ένα τολμηρό έργο τέχνης, μια συγκινητική κατάθεση ψυχής με σκοπό να εξορκιστούν προσωπικοί δαίμονες. 5. Bttm Fdrs (Fantagraphics) Το φαινόμενο του εξευγενισμού είναι ένα ζήτημα που ταλαιπωρεί πολλά αστικά κέντρα ανα τον κόσμο και το Bttm Fdrs του Ezra Claytan Daniels το προσεγγίζει με εντυπωσιακό τρόπο μέσα από το είδος του τρόμου. Η εμβάθυνση του σεναρίου είναι υποδειγματική, δίχως να καταλήγει ποτέ διδακτική, ενώ ο τρόμος συνυπάρχει αρμονικά με την κωμωδία χάρη στο καρικατουρίστικο και πολύχρωμο σχέδιο του Ben Passmore. Διαβάστε εδώ τη συνέντευξη μας τον Ezra Claytan Daniels. 4. Mister Miracle (DC Comics) Το Mister Miracle είναι, κατά πάσα πιθανότητα, η σπουδαιότερη δουλειά του Tom King. Ακολουθεί τις περιπέτειες του θεού Scott Free, στις οποίες έγγαμη ζωή και οικογένεια αναμειγνύονται με τον πόλεμο και τον αφανισμό. Ακολουθεί την πορεία του πρωταγωνιστή, από την δυστυχία και την κατάθλιψη στην ολοκλήρωση. Είναι ένα έργο σύνθετο, με έντονο σκεπτικισμό προς την εξουσία, την θρησκεία και την έννοια της ευτυχίας. Είναι ένα έργο σκληρό, τραγικό, αλλά ταυτόχρονα ελπιδοφόρο και κωμικό. Είναι πανέμορφο, με το σχέδιο του Mitch Gerads να είναι πραγματικό κομψοτέχνημα, με όλη τη σημασία της λέξης. Είναι ένα έργο αριστουργηματικό! -Σόλωνας Παπαγεωργίου 3. The Structure Is Rotten, Comrade (Fantagraphics) Ένας νεαρός αρχιτέκτονας θέλει να βοηθήσει τον -επίσης αρχιτέκτονα- πατέρα του να υλοποιήσει το όραμα του για την αστική ανάπλαση μιας ολόκληρης πόλης. Ωστόσο, τα υπερφιλόδοξα σχέδια τους να γεμίσουν την πόλη με τσιμέντο βρίσκουν εμπόδιο τις αντιδράσεις των κατοίκων, οι οποίοι όχι μόνο θα χάσουν τα σπίτια τους, αλλά και τα σύμβολα-φορείς της συλλογικής τους μνήμης. Μια καυστική, γεμάτη (οπτικό) χιούμορ, κριτική στις μοντερνίστικες ουτοπίες, με έξυπνο σενάριο και ένα εξαιρετικά εκκεντρικό σχέδιο, το οποίο ωθεί το μέσο στα αφηγηματικά του όρια και μάλλον είναι το αγαπημένο μου της χρονιάς. Οι αρχιτέκτονες θα το λατρέψουν, αρκεί να μην έχουν θεοποιήσει προσωπικοτήτες μεγαθήρια, όπως ο Le Corbusier, ενώ όλοι οι υπόλοιποι θα βρεθούν απέναντι σε μια απ' τις πιο ιδιαίτερες προτάσεις της χρονιάς, η οποία ίσως τους ξενίσει με τις αρχιτεκτονικές αναφορές, αλλά διάολε, αξίζει μια και δύο και τρεις αναγνώσεις! 2. These Savage Shores (Vault Comics) Το όνομα του Ινδού Ram V ίσως να μην σας λέει και πολλά, αλλά καλού κακού σημειώστε το κάπου, γιατί το μέλλον του στο χώρο των κόμικς φαίνεται λαμπρό, αν κρίνουμε απ' το σπουδαίο These Savage Shores. Μέσα σε πέντε, αριστοτεχνικά αφηγημένα τεύχη, ξεδιπλώνει μια ιστορία όπου οι μύθοι της Ανατολής (Raakshasa) συναντούν εκείνους της Δύσης (Βρυκόλακες) με φόντο της βρετανικές αποικίες στην Ινδία. Όλα λειτουργούν στην εντέλεια σε μια σειρά που ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στην ενδιαφέρουσα ιστορία με τις πολιτικές προεκτάσεις για να μας υπενθυμίσει πως τα σημάδια της αποικιοκρατίας ακόμα δεν έχουν φύγει από περιοχές όπως η Ινδία. 1. Glenn Ganges in: River at Night Τι ακριβώς είναι το River at Night; Είναι μια ιστορία για τις αυπνίες του πρωταγωνιστή της, αλλά παράλληλα και μια σειρά διάσπαρτων σκέψεων σχετικά με τη φύση του χρόνου. Είναι μια ιστορία που ενώ θα έπρεπε να είναι τρομερά βαρετή, καταφέρνει να διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον, ωθώντας τις αφηγηματικές ικανότητες του είδους στα άκρα. Είναι μια δουλειά χρόνων που φέτος κυκλοφόρησε μαζεμένη σε έναν όμορφο τόμο για να τον διαβάζουμε ξανά και ξανά, θαυμάζοντας την διακριτική ιδιοφυία του Kevin Huizenga. Με άλλα λόγια, είναι η καλύτερη κυκλοφορία της χρονιάς. Το άρθρο το βρίσκετε και εδώ.
  18. Tα 10 κόμικς που αγαπήσαμε περισσότερο το 2019 Μετά από την ανασκόπηση των ελληνικών κόμικ για το 2019, περνάμε στην αμερικάνικη αγορά. Η χρονιά που πέρασε μας έφερε πολλούς νέους τίτλους αλλά και κάποιες σημαντικές σειρές που ολοκληρώθηκαν. Προσπαθήσαμε να ξεχωρίσουμε τις 10 καλύτερες νέες σειρές και να κάνουμε μία τιμητική αναφορά σε κάποιες από αυτές που ολοκληρώθηκαν. Σε γενικές γραμμές, μετά από χρόνια η Marvel έκανε μία χρονιά με πολύ καλά event, τόσο το κεντρικό της (War of the Realms) όσο και τα επιμέρους (Absolute Carnage) ξανά ζέσταναν τις -απογοητευμένες από τη μετριότητα- καρδιές μας ενώ με το House of X/ Powers of X, ήρθε η επανεκκίνηση των X-Men που όλοι και όλες περιμέναμε. Από την άλλη, η DC άπλωσε το Year of the Villain σε όλους τους τίτλους και μας άφησε και κάποια διαμαντάκια ενώ το Black Label -η σειρά «ενήλικων» τίτλων- παίρνει σιγά σιγά τα πάνω της. Όσον αφορά τη σειρά κόμικ τρόμου που «τρέχει» κάτω από το γενικό τίτλο Hill House, ξεχωρίσαμε κάποια ενδιαφέροντα πράγματα που όμως είναι στα πρώτα τους βήματα και για αυτό δεν πήραν κάποια θέση σε αυτή τη λίστα — ελπίζουμε για του χρόνου. Τέλος, σε σχέση με την Image, έβγαλε κάπως λιγότερους τίτλους συγκριτικά με άλλες χρονιές ενώ είδε σπουδαίες σειρές της να φτάνουν στο τέλος τους (Black Science, East of West, Wicked + Divine). Όμως αυτό δεν την εμπόδισε να δώσει εξαιρετικές νέες σειρές και, όπως θα δείτε, να καταλάβει τη 2η θέση στη λίστα της χρονιάς. Αυτά από εμάς εισαγωγικά, απολαύστε τώρα τις επιλογές μας… 10 – War of the Realms (Marvel) Η πολυετής ιστορία του Jason Aaron για τον Thor δεν είναι μονάχα μια απ’ τις καλύτερες ιστορίες του χαρακτήρα, αλλά και μια απ’ τις ελάχιστες, σταθερά καλές ιστορίες της Marvel για τη δεκαετία που μας αφήνει. Έτσι, γίνεται εύκολα κατανοητός ο λόγος που οι προσδοκίες μας για το φινάλε της ιστορίας ήταν εξαιρετικά μεγάλες. Ευτυχώς, ο Jason Aaron κατάφερε να ολοκληρώσει με τον καλύτερο τρόπο το σπουδαίο του run στον χαρακτήρα με το comic book event War of the Realms. Αποτελούμενο από 6 βασικά τεύχη και 57 tie-ins και με την σημαντική παρουσία πολλών αγαπημένων χαρακτήρων, το War of the Realms μας προσφέρει πλουσιοπάροχες δόσεις δράσης, σπουδαίο σχέδιο δια χειρός Russell Dauterman και Matt Wilson (χρώμα) κερδίζοντας επάξια μια θέση ανάμεσα στα καλύτερα events στην ιστορία του μέσου, παρέα με το Secret Wars της Marvel και τα δύο Crisis της DC. 9 – Absolute Carnage (Marvel) Το φετινό μεγάλο event της Marvel ήταν από τις μεγαλύτερες εκπλήξεις της χρονιάς. O Donnie Cates (Guardians of the Galaxy) και ο Ryan Stegman (Superior Spider-man) ετοιμάζοντας το έδαφος ήδη από το πολύ καλό run τους στο Venom φτιάχνουν μία από τις πιο απολαυστικές ιστορίες των υπερηρωικών κόμικ τα τελευταία χρόνια. ΣτοAbsolute Carnage ο Venom στην προσπάθειά του να προστατέψει τον γιό του Dylan θα βρεθεί να αντιμετωπίζει έναν από τους πιο επικίνδυνους κακούς της Marvel: τον Kletus Cassaday (κατά κόσμο Carnage). Και όπως είναι φυσικό αυτή η συνάντηση δεν μπορεί παρά να δημιουργήσει το απόλυτο… μακελειό. Οι Cates και Stegman καταφέρνουν να δημιουργήσουν μία χορταστική ιστορία με πολύ γρήγορους ρυθμούς και ατελείωτη δράση, η οποία, αν και με κάποιες προβληματικές (όπως το απότομο τέλος της ή η άμεση σύνδεσή της με το κόμικ του Venom), καταφέρνει παρόλα αυτά να εντυπωσιάσει και να προσφέρει στον αναγνώστη μία απλοποιημένη πλοκή μεν, απόλυτα διασκεδαστική ιστορία δε. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι το Absolute Carnage για αυτό που είναι, είναι εξαιρετικό. Και αυτό είναι που έχει την περισσότερη σημασία. 8 – Harleen (DC Black Label) Το Harleen ήταν ένα κόμικ που οι περισσότεροι από εμάς δεν περιμέναμε με τίποτα ότι θα ήταν τόσο καλό. Το κόμικ του Stjepan Sejic (Sunstone, Ravine) εκδόθηκε από το Black Label imprint της DC και επιχειρεί να διηγηθεί μια πιο ενήλικη και διαφορετική εκδοχή της Harley Quinn. Στο κόμικ παρακολουθούμε τα πρώτα βήματα της νεαρής ψυχιάτρου Harleen Quinzel και πώς η μοιραία κατάληξή της στο Arkham Asylum θα την οδηγήσει στο να γίνει η γνωστή σε όλους μας supervillain αλλά και το αντικείμενο πόθου/κακοποίησης του Joker. Το Harleen είναι μία ιστορία 3 τευχών με 65 περίπου σελίδες το κάθε τεύχος, με σφιχτοδεμένη πλοκή και εξαιρετικό ρυθμό. Αυτό όμως που κάνει το κόμικ να ξεχωρίζει είναι ο σκοτεινός τόνος του και τα ευαίσθητα σημεία που επιχειρεί να αγγίξει. Το κόμικ επιστρέφει τη Harley Quinn στις ρίζες της και επιλέγει να εξερευνήσει τη χειριστική σχέση της με τον Joker, αλλά και να δώσει μία εξήγηση για το πώς μπορεί ένας απλός άνθρωπος να μεταπηδήσει από τη μία στιγμή στην άλλη στην τρέλα. Το Harleen είναι μία πιο σκοτεινή εκδοχή ενός από τα γνωστότερα κόμικ ζευγάρια και σίγουρα ένα από τα πιο ενδιαφέροντα και αξιόλογα κόμικ της φετινής χρονιάς. 7 – Miles Morales (Marvel) Η σειρά Spider-Man, που ξεχώρισε το 2019 δεν είχε τον ιστορικό τίτλο Amazing Spider-Man, ούτε καν είχε πρωταγωνιστή τον Peter Parker. Αντιθέτως ήταν η σειρά Miles Morales: Spider-Man του Saladin Ahmed με πρωταγωνιστή έναν διαφορετικό Spider-Man, τον Miles, έναν μαύρο έφηβο Αραχνάκια, ο οποίος πρέπει να συνδυάσει τα καθήκοντα του friendly neighborhood Spider-Man με την καθημερινή ρουτίνα του σχολείου. Είναι αυτός ο Spider-Man που πρωταγωνίστησε στην animation έκπληξη του Spider-Man: Into The Spider-verse. Αυτό που κάνει τον τίτλο να ξεχωρίζει είναι η φρεσκάδα που δίνει η νεότητα του Miles. Είναι ένας έφηβος της εποχής μας και αυτό τον κάνει πολύ διαφορετικό από οποιονδήποτε άλλον Spider-Man και ο Ahmed προσπαθεί να το τονίσει αυτό, αφού και ο ίδιος είναι ένας νέος και ταλαντούχος συγγραφέας και ως εκ τούτου δεν χρειάζεται να δεσμεύεται από το παρελθόν, αλλά κυρίως θέλει να στρέψει την προσοχή μας στο μέλλον παρουσιάζοντάς μας το δικό του όραμα για τον χαρακτήρα του. Αυτή την αντίθεση νέου – παλιού μάλιστα τη διακωμωδεί παρουσιάζοντας ήδη απ’ τα πρώτα τεύχη στην ιστορία τον Rhino, έναν απ’ τους κλασσικούς villains του Spider-Man, ο οποίος όμως εδώ εμφανίζεται γερασμένος και κουρασμένος και ως εκ τούτου η επαφή του με τον Miles καταδεικνύει το χάσμα γενεών που υπάρχει μεταξύ τους. Θα μπορούσαμε να τον κατανοήσουμε και ως έναν συμβιβασμένο villain, όπου ο Ahmed θέλει να μας πει ότι έδωσε ό,τι είχε να δώσει στην εποχή του που ντυνόταν σαν ρινόκερος και τρόμαζε τα πλήθη. Πλέον, στην εποχή της έκρηξης της τεχνολογίας, τέτοιοι ήρωες δεν μπορούν να κάνουν τίποτα άλλο παρά να παραιτηθούν και να αφήσουν τη θέση τους σε μία νέα γενιά villains που συμβαδίζει με την εποχή της. Διαφορετικά το ξαναζέσταμα villains σαν τον Rhino θα οδηγήσει στη γελοιοποίηση τους. Έτσι λοιπόν ο Ahmed παρουσιάζει τον Rhino αρκετά συνειδητοποιημένο ως προς τις δυνατότητές του, αποτίοντας έτσι φόρο τιμής στο παρελθόν του Spider-Man αλλά στέλνοντας ταυτόχρονα το μήνυμα ότι σε αυτή τη σειρά δεν θα δούμε ξαναζεσταμένα σενάρια του παρελθόντος. 6 – The White Trees (Image comics) Στο The White Trees του Chip Zdarsky ακολουθούμε το ταξίδι τριών πατεράδων, πρώην πολεμιστών, να εντοπίσουν και να απελευθερώσουν τα δύο παιδιά τους από τους εχθρούς που τα έχουν απαγάγει. Το σενάριο του Zdarsky καταφέρνει με απόλυτα οργανικό τρόπο να μας παρουσιάσει τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν του κόσμου, αλλά και να εμβαθύνει στην περίπλοκη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, ασκώντας παράλληλα μια έντονη κριτική στη χρήση της βίας, κυρίως μέσα απ’ τον στωικό πρωταγωνιστή που κουβαλάει τις δικές του αμαρτίες και προσπαθεί να προχωρήσει πέρα απ’ το βίαιο παρελθόν του. Αυτόν το γεμάτο βία κόσμο, οπτικοποιεί ιδανικά το δυναμικό και σεξουαλικά ωμό σχέδιο του Kris Anka, αλλά και ο υπέροχος πολύχρωμος χρωματισμός του Matt Wilson που προσφέρει μια ονειρική διάσταση στην ιστορία. Συνολικά, το The White Trees μπορεί να θεωρηθεί ως άλλη μια εξαιρετική στιγμή για την Image, αποτελώντας μια τολμηρή, οπτικά ελκυστική και σεναριακά ενδιαφέρουσα πρόταση της εκδοτικής. Στο The White Trees του Chip Zdarsky ακολουθούμε το ταξίδι τριών πατεράδων, πρώην πολεμιστών, να εντοπίσουν και να απελευθερώσουν τα δύο παιδιά τους από τους εχθρούς πο του Zdarsky που απογειώνει το τελικό αποτελέσμα, αφού καταφέρνει με απόλυτα οργανικό τρόπο να μας παρουσιάσει τις απαραίτητες πληροφορίες για το παρελθόν του κόσμου, αλλά και να εμβαθύνει στην περίπλοκη ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, ασκώντας παράλληλα μια έντονη κριτική στη χρήση της βίας, κυρίως μέσα απ’ τον στωικό πρωταγωνιστή που κουβαλάει τις δικές του αμαρτίες και προσπαθεί να προχωρήσει πέρα απ’ το βίαιο παρελθόν του. Αυτόν το γεμάτο βία κόσμο, οπτικοποιεί ιδανικά το δυναμικό και σεξουαλικά ωμό σχέδιο του Kris Anka, αλλά και ο υπέροχος πολύχρωμος χρωματισμός του Matt Wilson που προσφέρει μια ονειρική διάσταση στην ιστορία. Συνολικά, το The White Trees μπορεί να θεωρηθεί ως άλλη μια εξαιρετική στιγμή για την Image, αποτελώντας μια τολμηρή, οπτικά ελκυστική και σεναριακά ενδιαφέρουσα πρόταση της εκδοτικής. 5 – DIE (Image Comics) Ο Kieron Gillen (σενάριο), μετά από το Wicked + The Divine, συνεργάζεται με τη σχεδιάστρια Stephanie Hans για να μας χαρίσουν μία σκοτεινή αποδόμηση του DnD που θα μας φέρει αντιμέτωπους με τέρατα, μάγους αλλά και με τη διάψευση των νεανικών προσδοκιών. Μία παρέα εφήβων ξεκινούν ένα νέο rpg και με την πρώτη ζαριά εξαφανίζονται για να εμφανιστούν μετά από δύο χρόνια · ένας από αυτούς λείπει, ένας έχασε το χέρι του και κανένας δεν μιλάει για αυτό που τους συνέβη. Μετά από χρόνια, όντας μεσήλικες πλέον, θα επιστρέψουν στον κόσμο του παιχνιδιού, θα αντικρίσουν ξανά τον φίλο τους και θα εμπλακούν για ακόμα μία φορά στην περιπέτεια ενός κόσμου που δεν γνωρίζουν καν αν είναι πραγματικός. Το Jumanji συναντιέται με το It για να κάνει κομμάτια όλα τα κλισέ των παιχνιδιών rpg αλλά και να μας υποχρεώσει να σκεφτούμε τη διαδρομή της ζωής μας υπό νέο πρίσμα: με τι ελπίδες και όνειρα ξεκινήσαμε, πού πραγματικά βρεθήκαμε αλλά και τι είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε για να αποκτήσουμε μία νέα ευκαιρία. 4 – Silver Surfer Black (Marvel) Τον τελευταίο καιρό, ο Donny Cates μας προσφέρει μερικές απ’ τις πιο ενδιαφέρουσες ιστορίες της Marvel με το Silver Surfer: Black να μην αποτελεί εξαίρεση. Μέσα σε μόλις πέντε τεύχη, ο Cates στέλνει τον πρωταγωνιστή του σε ένα κοσμικό ταξίδι προς την κόλαση με απώτερο στόχο να επιστρέψει αναγεννημένος. Η ιστορία είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και σέβεται σε μεγάλο βαθμό την ιστορία του χαρακτήρα, οπότε οι αναγνώστες δύσκολα θα μείνουν ανικανοποιήτοι σε αυτόν τον τομέα. Ακόμα, όμως, κι αν συμβεί κάτι τέτοιο, το αδιανόητα όμορφο σχέδιο του Tradd Moore είναι ο απαραίτητος λόγος για να διαβάσει κανείς την ιστορία στη μεγαλύτερη δυνατή έκδοση. Βγαλμένο λες απ’ τη δεκαετία του ’60, το σχέδιο φαντάζει διαρκώς ρευστό, αποτυπώνοντας με τον πιο εντυπωσιακό τρόπο τις κοσμικές και αρκούντως τριπαριστές περιπέτειες του Silver Surfer. 3 – Little Bird (Image) Τι βγαίνει όταν ανακατέψεις το western και την αισθητική του Akira με τους αρχαίους μύθους των Ινδιάνων; Ένα παράξενο υβρίδιο το οποίο ακούει στο όνομα Little Bird και ήρθε από το πουθενά για να εκπλήξει. Το Little Bird είναι γεμάτο από βία, δράση και αδρεναλίνη. Ο Darcy Van Poelgeest στο ντεμπούτο του στα κόμικς καταφέρνει να πλέξει μία ιστορία η οποία δανείζεται στοιχεία από τις post apocalyptic δυστοπίες, από τα western αλλά και από ινδιάνικους μύθους. Το δυνατό όμως σημείο του Little Bird είναι το σχέδιό του. O Ian Betram και η δουλεία του είναι απλά καταπληκτική. Το σχέδιό του αγγίζει τα όρια του σουρεαλιστικού, ενώ τα εξαιρετικά τοπία του και οι άρτια χορογραφημένες μάχες κάνουν τις σελίδες του κόμικ να ζωντανεύουν μπροστά στα μάτια του αναγνώστη. Το Little Bird είναι χωρίς αμφιβολία, μία ιστορία που ήρθε από το πουθενά και αποδεικνύει ότι για άλλη μία φορά μικρότερες εταιρίες όπως η Image είναι ικανές να δημιουργήσουν ιστορίες οι οποίες μπορούν να ανταγωνιστούν ισάξια τα “μεγαθήρια” της DC και της Marvel. 2 – Joker Year of the Villain (DC) Αυτό που κάνει το Year of the Villain εξαιρετικό, είναι η ανάγνωση πάνω στον χαρακτήρα του Joker. Η ιστορία διαδραματίζεται σε ένα διαφορετικό Gotham ενώ ο “αφηγητής” της ιστορίας είναι ο Jeremy, ένας άνθρωπος ψυχικά ασθενής, ο οποίος βρίσκει ελπίδα μέσα από το πρόσωπο του Joker και αποφασίζει να τον βοηθήσει να καταστρώσει το επόμενό του σχέδιο. O Carpenter πατώντας στα χνάρια παλιότερων ιστοριών με επίκεντρο τον Joker όπως το “Arkham Asylum” του Morrison και το “Joker” του Brian Azzarello επιλέγει να μιλήσει για τον διάσημο αυτό χαρακτήρα μέσα από τη σκοπιά της ψυχανάλυσης. Έχουμε λοιπόν μία εξαιρετική μικρή ιστορία με όμως πολύ δύσκολο και ευαίσθητο περιεχόμενο. Μέσα από τις περίπου 40 σελίδες του ο Carpenter μιλάει για την ψυχική ασθένεια και το πώς αυτή αντιμετωπίζεται από την ίδια την κοινωνία, η οποία πολλές φορές επιλέγει είτε να την αγνοεί είτε να την ηρωοποιεί, θυματοποιώντας όμως είτε με τον έναν είτε με τον άλλον τρόπο τους ανθρώπους που βασανίζονται από τις ψυχικές ασθένειες. Το Year of the Villain λοιπόν είναι μία σκοτεινή αλλά συνάμα εξαιρετική ιστορία, η οποία βάζει τον αναγνώστη σε σκέψεις και προσφέρει κάτι πολύ διαφορετικό από αυτό που έχουμε συνηθίσει από την ίδια την DC ειδικά τα τελευταία χρόνια. Τιμητική αναφορά (κόμικ που ολοκληρώθηκαν μεσα στο 2019) Giant Days (Boom Box) Η σειρά ολοκληρώθηκε φέτος με τον καλύτερο τρόπο, κερδίζοντας δύο βραβεία Eisner (best continuing series, best humor publication) και θυμίζοντας μας ότι τα κόμικ, πέρα από φανταστικούς κόσμους, εντυπωσιακούς ήρωες και ηρωίδες, είναι απολύτως ικανά να μας μιλήσουν για την καθημερινότητα που ζούμε. Το έργο των John Allison (σενάριο) Lissa Treiman, Max Sarin (σχέδιο) ακολούθησε τη διαδρομή τριών φοιτητριών, των Susan, Esther καιDaisy, από την πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο μέχρι την αποφοίτηση. Με χιούμορ, ευαισθησία και διαισθητική ματιά, το Giant Days, μέσα σε 54 τεύχη, μας μίλησε για τη φιλιά, τις σχέσεις, τις δυσκολίες που αντιμετωπίζει σήμερα μία νέα γυναίκα στις σπουδές, την εργασία και τη ζωή της. Η σειρά μας έδωσε ρεαλιστικούς, πολυδιάστατους χαρακτήρες που ωρίμασαν και άλλαξαν μαζί, διατηρώντας η κάθε μια και ο καθένας την ιδιαιτερότητα της/του. Σε αυτές τις μέρες που -όπως εξήγησε ο σεναριογράφος- φαντάζουν γιγάντιες γιατί σε διαμορφώνουν σαν άτομο και καθορίζουν με χίλιους τρόπους τη ζωή σου, είναι αφιερωμένο το Giant Days και θα μας λείψει. East of West (Image) Σε μία εποχή όπου μεσουρανούν οι απλουστευμένες και εύπεπτες ιστορίες, το East of West έχει χαρακτηριστεί ως ένα από τα πιο πολύπλοκα κόμικς της δεκαετίας. Γραμμένο από τον Jonathan Hickman (House of X/Powers of X) έναν από τους καλύτερους σεναριογράφους κόμικς των καιρών μας και εικονογραφημένο από τον Nick Dragotta, το εν λόγω κόμικ ολοκλήρωσε φέτος την ιστορία του στα 45 κεφάλαια. Το εν λόγω κόμικ είχε χαρακτηριστεί (και όχι άδικα) ως το Game of Thrones των αμερικανικών κόμικς καθώς η δύσκολη και πολυπρόσωπη αφήγησή του δημιούργησαν μια ιστορία δολοπλοκιών και παιχνιδιών συνωμοσίας με φόντο μία post apocalyptic δυστοπία. Και μπορεί τα σχέδια για μία τηλεοπτική μεταφορά εν τέλει να ναυάγησαν, το σίγουρο όμως είναι ότι το East of West με την ολοκλήρωσή του κατέληξε να είναι ένα από καλύτερα κόμικς της χρονιάς και ίσως το πιο έξυπνο και σύνθετο κόμικς της δεκαετίας. Batman του Tom King (DC) Το run του Tom King στον Batman μόνο απαρατήρητο δεν πέρασε από το comic κοινό. Λατρεύτηκε από κάποιους, μισήθηκε από άλλους, πάντως σίγουρα απασχόλησε έντονα τους comic αναγνώστες τα τελευταία χρόνια και ήταν μία απ’ αυτές τις σειρές που ξεχώρισαν απ’ την Rebirth περίοδο της DC. Και τι δεν έκανε με τον Batman ο Tom King (ο δημιουργός που έλαμψε μέσα απ’ το Mr. Miracle και τον Vision). Προσπαθώντας να αναδιαμορφώσει εκ βαθέων τον χαρακτήρα του Batman, μας επέστρεψε στις καταβολές του. Καλύτερη στιγμή του run -η οποία πρέπει ήδη να θεωρείται κλασσική- ήταν το War of Jokes and Riddles που ξεκινά βάζοντας το Εγώ του Batman στο περιθώριο και εστιάζοντας περισσότερο στις δυνάμεις που το περικυκλώνουν και βρίσκονται σε αντιδιαμετρική αντίθεση μαζί του. Από την μία ο προαιώνιος εχθρός του πνεύματος του αστικού νόμου, το βάρβαρο και χαοτικό Αυτό του Joker και από την άλλη το υπολογιστικό Υπερεγώ του Riddler. Δεν είναι άλλωστε και τυχαίο που για αυτό τον ρόλο επιλέχθηκε ο Riddler, ο οποίος προήλθε σαν μια εξέλιξη του ίδιου του Joker, όπως ακριβώς και ο πολιτισμός βασίζεται, εν μέρει, στις λειτουργίες διαρρύθμισης και ελέγχου των ενστίκτων. Η πολλές φορές άλογη βία η οποία εναλλάσσεται με τα αστεία και την ωμή κυνικότητα του Clonwed Prince of Crime αντιπαραβάλλεται με την μεθοδικότητα και την οξύνοια του Riddler, ο οποίος στην παρούσα ιστορία δεν φαίνεται απλά αναβαθμισμένος, αλλά σε θέση να αντιμετωπίσει, λεκτικά, σωματικά και πολιτικά, την σημασία ενός αρχετυπικού villain όπως ο Joker. Φυσικά ο Tom King μας χάρισε και άλλες μεγάλες στιγμές σε αυτά τα 85 τεύχη του run του, το οποίο έγινε και αντικείμενο ευρύτερης συζήτησης σε στιγμές όπως ο γάμος του Batman με την Catwoman, με τον οποίο ασχολήθηκαν οι New York Times (με τον πιο λανθασμένο τρόπο). Δεν κρυβόμαστε. Θα μας λείψει ο Tom King και η Gotham που δημιούργησε. Ο Batman μπορεί πέρσι να έγινε 80 χρονών όμως στα χέρια του King φαινόταν σαν να είχε ακόμα κάτι νέο να μας πει. Κι αυτό δεν είναι εύκολο αν το πετύχει ένας δημιουργός. Καθόλου εύκολο. 1 – House of X / Powers of X (Marvel) Οι X-Men ήταν η πληγή της Marvel εδώ και χρόνια. Σε ένα βαθμό ως επιλογή της εταιρίας για να πιέσει τη FOX που είχε τα κινηματογραφικά δικαιώματα, σε ένα βαθμό όμως και ως αδυναμία της να ανανεώσει τη δυναμική των μεταλλαγμένων και να τους φέρει στη νέα εποχή. Με την επαναφορά των δικαιωμάτων στη Marvel να διευκολύνει την κατάσταση, ο Jonathan Hickman ήρθε για να σώσει την κατάσταση μέσα από δύο σειρές έξι τευχών (House of X/ Powers of X) που διαπλέκονται με απρόσμενους τρόπους και ξαναζωντανεύουν, με κάθε τρόπο, τόσο τους X-Men όσο και όλους τους μεταλλαγμένους, σε όποιο στρατόπεδο και αν βρέθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Δίπλα στο Hickman στάθηκαν οι Pepe Laraz και Rubens Silva · μέσα από την εξαιρετική δουλειά τους, απέκτησε υπόσταση το νησί της Krakoa όπου δημιουργήθηκε το νέο έθνος-κράτος που περιλαμβάνει όλους τους μεταλλαγμένους. Στην ηγεσία τους ενώθηκαν όλες οι παλιές ομάδες σε μία απρόσμενη συμμαχία που περιλαμβάνει από τη Jean Grey και την Emma Frost μέχρι τον Xavier και το Magneto αλλά και τον Apocalypse. Μέσα από τη γέννηση του κράτους, συντίθενται οι αντιτιθέμενες τάσεις μέσα στους μεταλλαγμένους, η σύγκρουση με την ανθρωπότητα και η προσπάθεια συνύπαρξης με αυτή. Οι προκλήσεις και οι κίνδυνοι τίθενται σε μία πραγματικά νέα βάση, όπως, αντίστοιχα και τα διλήμματα, που θα διχάσουν πρωταγωνιστές και πρωταγωνίστριες, πέρα από απλές διαιρέσεις «καλού»-«κακού». Οι X-men επανασυνδέονται με σύγχρονα κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα σε ένα πανέξυπνο σενάριο που ανοίγει μία νέα εποχή με τον καλύτερο τρόπο. Πηγή
  19. Ένας επίκαιρος «Ζητιάνος» Γιάννης Κουκουλάς Καυστικός ηθογράφος της ελληνικής επαρχίας του τέλους του 19ου αιώνα και των αρχών του 20ού, ο Ανδρέας Καρκαβίτσας απέδωσε με ρεαλισμό και χωρίς ωραιοποιήσεις τη σκληρή πραγματικότητα μιας υπανάπτυκτης Ελλάδας. Η εξαιρετική μεταφορά σε κόμικς του «Ζητιάνου» από τον Kanellos Cob καθιστά το έργο και πάλι επίκαιρο και καταδεικνύει τις διαχρονικές παθογένειες της ελληνικής ιδιαιτερότητας Η μεταφορά σε κόμικς πολλών έργων της ελληνικής λογοτεχνίας, πρόσφατης αλλά και παλαιότερης, δεν είναι κάτι νέο. Αρκετοί δημιουργοί τα τελευταία χρόνια επιλέγουν να προσαρμόσουν σε κόμικς, ιστορίες που διαβάζαμε στα σχολικά αναγνωστικά και ανθολόγια, διηγήματα και μυθιστορήματα που συγκίνησαν τους αναγνώστες προηγούμενων εποχών αλλά είχαν αρχίσει πια να ξεχνιούνται. Στην πλειονότητα των περιπτώσεων, οι προσαρμογές αυτές είναι επιτυχημένες στον βαθμό που δεν επιδιώκουν να ακολουθήσουν πιστά το αρχικό κείμενο αλλά να αποδώσουν το κλίμα και την πλοκή του με πρωτότυπα εικαστικά εργαλεία. Άλλωστε, οι έννοιες της προσαρμογής, της διασκευής και της διασημειωτικής μετάφρασης, της μεταφοράς δηλαδή ενός έργου από μια τέχνη σε μια άλλη, προϋποθέτουν και εμπεριέχουν την προσωπική ματιά του νέου δημιουργού πάνω σε ένα προϋπάρχον έργο και αποκτούν ενδιαφέρον, όταν ο τρόπος που το παλαιό έργο επαναπροσεγγίζεται σε μια νέα εποχή βασίζεται στη διαφοροποίηση και δεν επιδιώκει την, αναπόφευκτα αδύνατη και εκ των πραγμάτων περιττή, ταύτιση. Από τους Δημήτρη Βανέλλη και Θανάση Πέτρου έχουν έως τώρα κυκλοφορήσει «Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες» με προσαρμογές διηγημάτων των Καβάφη, Καρκαβίτσα, Καρυωτάκη, Ροδοκανάκη, Νικολαΐδη, Παπαδιαμάντη, το «Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά» και η «Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη» ως προσαρμογή του ομότιτλου διηγήματος του Μ. Καραγάτση. Οι Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μετέφεραν σε κόμικς τον «Ερωτόκριτο» του Κορνάρου, ο Ράγκος με τον Παναγιώτη Πανταζή φιλοτέχνησαν τα «Μυστικά του Βάλτου» της Πηνελόπης Δέλτα, οι Ηλίας Κατιρτζιγιανόγλου και Γιώργος Τσιαμάντας προτίμησαν ένα λιγότερο γνωστό έργο, την «Κερένια Κούκλα» του Κωνσταντίνου Χρηστομάνου, ο Δημήτρης Χαντζόπουλος απέδωσε με έναν ιδιαιτέρως πρωτότυπο τρόπο, μέσω τροποποιημένων πινάκων και εικόνων της ιστορίας της τέχνης, την «Πάπισσα Ιωάννα» του Ροΐδη, ενώ με χιούμορ και ευφυείς αναχρονισμούς προσέγγισε το ροϊδικό έργο και ο Λευτέρης Παπαθανάσης. Στο πλαίσιο αυτό της ευρείας προσαρμογής σε κόμικς έργων της ελληνικής γραμματείας, δεν ξενίζει η επιλογή του Kanellos Cob να στρέψει το βλέμμα του στο πιο γνωστό μυθιστόρημα ενός από τους πιο πολυδιαβασμένους συγγραφείς. Ο «Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα κυκλοφόρησε πρώτη φορά το 1897 και από τότε έχει γνωρίσει δεκάδες επανεκδόσεις, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες ενώ το 1983 μεταφέρθηκε σε τηλεοπτική σειρά στην αλήστου μνήμης ΥΕΝΕΔ με πρωταγωνιστή τον Ανέστη Βλάχο. Κεντρικό πρόσωπο του βιβλίου είναι ο Τζιριτόκωστας, ένας επαγγελματίας ζητιάνος από τα Κράβαρα που καταφθάνει τη δεκαετία του 1880 στο χωριό Νυχτερέμι της Θεσσαλίας για να αναστατώσει τη ζωή των κατοίκων του. Πρώτα πέφτει θύμα άγριου ξυλοδαρμού από τον τελωνοφύλακα Βαλαχά και στη συνέχεια καταφέρνει να συγκινήσει τους αμόρφωτους και δεισιδαίμονες Νυχτερεμιώτες υποδυόμενος τον ταλαίπωρο και τον κακομοίρη. Παράλληλα πουλάει υποτιθέμενα μαγικά βοτάνια για να γεννούν οι γυναίκες αρσενικά παιδιά και προετοιμάζει την εκδίκησή του βρίσκοντας πρόσφορο έδαφος στις προκαταλήψεις και τις προλήψεις, την αμάθεια, τη δουλικότητα και τη φτώχεια των αγράμματων επαρχιωτών που είναι έτοιμοι να πιστέψουν κάθε φράση του Ζητιάνου, αρκεί να τους δίνει ελπίδα και να χαϊδεύει τα αυτιά τους. Με τον «Ζητιάνο», ο Καρκαβίτσας καταφέρνει να περιγράψει μέσα από σκληρά περιστατικά και άγριες καταστάσεις την εύθραυστη ειρήνη στην ελληνική επικράτεια λίγα χρόνια μετά την προσάρτηση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, σε μια περιοχή που λυμαίνονται οι τσιφλικάδες και το ιδιοκτησιακό καθεστώς δεν έχει ακόμη ξεκαθαρίσει ανάμεσα σε πρώην Τούρκους μπέηδες και νέους Έλληνες φιλόδοξους ιδιοκτήτες. Σε μια τέτοια συνθήκη που όλα είναι ρευστά, ευνοείται η δράση κομπογιαννιτών και απατεώνων, όπως ο Τζιριτόκωστας, που με έξυπνες κινήσεις και χωρίς κανέναν ηθικό φραγμό, επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την άγνοια και να χειραγωγήσει τα αισθήματα και τις πράξεις για να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Στην προσαρμογή του Kanellos Cob (εκδόσεις Polaris, επιμέλεια σεναρίου: Γιάννης Ράγκος, επιμέλεια εικονογράφησης: Γιώργος Γούσης), ενός νέου δημιουργού κόμικς που μέχρι τώρα έχει υπογράψει το βραβευμένο «Αντίο Μπάτμαν» σε σενάριο του Τάσου Θεοφίλου, το «Όχι σημαίνει όχι» για τις γυναίκες-θύματα βιασμού και την κουλτούρα του σεβασμού της άρνησης οποιασδήποτε σεξουαλικής κίνησης χωρίς την απόλυτη συναίνεση των προσώπων που εμπλέκονται σε αυτήν, αλλά και πολλά έργα στη Γαλλία, τον Καναδά και αλλού, όλη αυτή η χαοτική κατάσταση της ελληνικής επαρχίας αποδίδεται με έναν ιδιαίτερα επιτυχή τρόπο. Τα μικρά κείμενά του που εισάγουν τον αναγνώστη στη «δράση» ή συνδέουν τις σκηνές μεταξύ τους είναι ευσύνοπτα και πολύ ορθά επιλεγμένα, σε γλώσσα ταιριαστή με την υπόθεση και με ελαφρές παραλλαγές σε σχέση με το πρωτότυπο, τέτοια που να υπηρετούν και να εκφράζουν την αποστροφή του Καρκαβίτσα για τους οπισθοδρομικούς χωρικούς: «Δεκαετία 1880, Νυχτερέμι Θεσσαλίας. Ριγμένο κατά τις εκβολές του Πηνειού, στο γούπατο του πολύκαρπου κάμπου, έχει την φτωχικήν και φοβισμένην έκφραση που έχουν όλα του κάμπου τα χωριά, τα δουλωμένα και τ’ ανάξια υπάρξεως. Στα χαμόσπιτά του συζούν αρμονικά ζώα και άνθρωποι. Το κονάκι του μπέη, ψηλό κι αγέρωχο, βρίσκεται στη μέση. Αλλοτε οι Νυχτερεμιώτες είχαν υπογράψει να παραχωρήσουν το χωριό στον Πασά, αλλά με όρους: τα σπίτια, τ’ αμπέλια και τα ζωντανά δικά τους, κι από ό,τι σπέρνουν να δίνουν το τρίτο στον αφέντη». Και λίγο παρακάτω: «Αλλά μόλις ο Ντεμίς Αγάς επρόβαλλε από το κονάκι, πάλιν η κρυμμένη μέσα τους από αιώνας δουλοσύνη έκανε να λησμονούν τους όρκους και την ανεξαρτησία τους». Ακόμα πιο επιτυχημένος, ωστόσο, είναι ο τρόπος που ο Kanellos Cob εικονογραφεί τον Καρκαβίτσα και αποδίδει την ελληνική επαρχία, τους φοβισμένους ανθρώπους, τον Ζητιάνο, τον τελωνοφύλακα, τη μιζέρια και την απομόνωση των ανθρώπων σε ένα αφιλόξενο περιβάλλον χωρίς καμιά πιθανότητα –και χωρίς, το χειρότερο, καμιά πρόθεση– διαφυγής. Τα κτίρια, οι ενδυμασίες, τα τοπία, οι στολές, η ελληνική φύση αποδίδονται με ακρίβεια και βασίζονται σε πραγματικά στοιχεία. Οι εκφράσεις των προσώπων, όμως, είναι μια καλλιτεχνική επιλογή του δημιουργού που απογειώνει το έργο του: η οργή και η αυθαιρεσία του συμφεροντολόγου εκπροσώπου της εξουσίας ενός πρωτόγονου αλλά πάντα πελατειακού κράτους, η δουλικότητα των βρόμικων και ξεδοντιασμένων, κακοζωισμένων κατοίκων, η περιφρόνηση του επιστάτη του μπέη, η κουτοπονηριά των γυναικών που πιστεύουν πως αγοράζουν το σερνικοβότανο, το μίσος και η εκδικητικότητα στο πρόσωπο του παπά και, πάνω απ’ όλα, η μοχθηρία του αδίστακτου Τζιριτόκωστα. Έτσι, η νατουραλιστική γραφή του Καρκαβίτσα που συνοδεύει το ηθογραφικό περιεχόμενο βρίσκει στον Kanellos Cob έναν ιδανικό εικονογράφο. Όπως τονίζει και το επιλογικό σημείωμα της έκδοσης: «Εν τέλει, ο συγγραφέας συνθέτει τη σκοτεινή τοιχογραφία μιας κοινωνίας που βρίσκεται στα σύνορα του “παλιού” και του “νέου”, ενώ με τον τελικό θρίαμβο του Κακού υπενθυμίζει ενοχλητικά τη διαρκή οδύνη της ανθρώπινης φύσης». Την οδύνη αυτή για τη διαχρονική επικράτηση του Κακού σε μια Ελλάδα χρονικά μακρινή αλλά όχι και τόσο διαφορετική από τη σύγχρονη μεταφέρει αριστοτεχνικά ο δημιουργός του κόμικς σε ένα έργο που αξίζει να διαβαστεί είτε σε συνδυασμό με το πρωτότυπο είτε και εντελώς ανεξάρτητα από αυτό, ακριβώς λόγω της διαχρονικότητας των θεμάτων του και όσων έχει να μας πει τόσο ο Καρκαβίτσας όσο και ο Cob γύρω από την Ελλάδα του τότε και, ακόμη περισσότερο, του τώρα. Πηγή
  20. Το 2019 μέσα από τα καρέ που μας πρόσφερε η ελληνική κόμικ σκηνή… Ένα ακόμα έτος φτάνει στο τέλος του… Και λίγο πριν την αυγή του νέου έτους (και φέτος μιας νέας δεκαετίας) κοιτάς πίσω και κάνεις μια ανασκόπηση των γεγονότων που σημάδεψαν τόσο εσένα σε προσωπικό επίπεδο, όσο και τον κόσμο, σε κοινωνικό, πολιτικό ή ακόμα και σε πολιτισμικό επίπεδο. Ο χώρος της τέχνης ευδοκίμησε ιδιαίτερα φέτος, αλλά συνέχισε να μετατρέπεται όλο και περισσότερο σε ένα αγοραστικό προϊόν. Το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για τα κόμικς, την 9η τέχνη, τα οποία έως και σήμερα παραμένουν μια από τις αγνότερες τέχνες. Παρακάτω πρόκειται να επιχειρήσουμε μία ανασκόπηση της χρονιάς για την ελληνική κόμικ σκηνή. Το 2019 αποτέλεσε μια από τις παραγωγικότερες χρονιές της ελληνικής κόμικς σκηνής, αφού τυπώθηκαν παραπάνω από 300 νέες δουλειές που διανεμήθηκαν στα διάφορα φεστιβάλ, βιβλιοπωλεία, περίπτερα κλπ. Μαζί με αυτή την άνοδο ήρθε και μια άλλη άνοδος, πρωτοποριακή για την Ελλάδα, εκείνη των ψηφιακών κόμικς. Μέσα στη χρονιά όμως, άνοιξαν και πολλές νέες συζητήσεις. Αναδύθηκαν ερωτήματα σχετικά με το μέλλον του χώρου στην ελληνική πραγματικότητα. Μερικά από τα κυριότερα ερωτήματα που έφεραν και φέρουν οι εποχές της ψηφιοποίησης των κόμικς είναι εάν το έντυπο πεθαίνει, εάν η κοινωνία επιλέγει να διαθέσει χρήματα αποκλειστικά σε mainstream πράγματα παραλείποντας την ανεξάρτητη σκηνή και τα «underground» ρεύματα, αλλά και εάν πλέον τα κόμικς, υπάρχουν αποκλειστικά για τον ρομαντισμό, και το νοσταλγικό κοινό. Η Ψηφιακή Ένατη Τέχνη Φέτος, η ελληνική κοινότητα προσπάθησε να κάνει κάποια σημαντικά βήματα προσπαθώντας τόσο να εκμοντερνιστεί όσο και να συστηθεί σε ένα ευρύτερο κοινό. Οι πρωταγωνιστές αυτής της προσπάθειας ήταν οι ίδιοι οι δημιουργοί κόμικς. Μια περιήγηση στα social media μερικών δημιουργών και θα βρεθεί κάποιος αντιμέτωπος με τακτικά δημοσιεύματα χιουμοριστικών, σατυρικών, πολιτικών στριπς –ή ακόμα και ολοσέλιδων-, teasers για επερχόμενες δουλειές, fan arts ή και με σκηνές από τα ατελιέ ή τα artists alleys στα φεστιβάλ… Πλέον οι καλλιτέχνες επιδεικνύουν την δουλειά τους, σε μια διαρκή προσπάθεια να κερδίσουν κοινό, προσπαθώντας να διευρύνουν τους ορίζοντες τους, με μια πιο εξωστρεφή πολιτική σε σχέση με τα παλαιότερα χρόνια που η 9η τέχνη περιοριζόταν μονάχα στο χαρτί, το οποίο έπρεπε να πας μέχρι το περίπτερο ή το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς για να το πάρεις. Πέρα από τους δημιουργούς όμως, και διάφορα ψηφιακά περιοδικά και sites ενισχύουν αυτή την αντίληψη. Sites όπως το socomic.gr, που επί σειρά ετών διαδίδει την ιδέα πως καθημερινά μπορείς να διαβάσεις κόμικς από οποιαδήποτε ηλεκτρονική συσκευή έχεις στην κατοχή σου, και περιοδικά όπως το φετινό «Comic Cultura», που κάθε δύο μήνες παρέχει ένα 68-σελίδων ψηφιακό περιοδικό κόμικς με στήσιμο εντύπου, τόσο με έργα Ελλήνων δημιουργών όσο και με αρθρογραφία γύρω από την 9η τέχνη, που διανέμεται εντελώς δωρεάν μέσα από την διαδικτυακή πλατφόρμα του issuu.com. Τα κύρια ρεύματα της ελληνικής κόμικ σκηνής Ένα από τα αξιοπερίεργα του έτους όμως, είναι ότι η ραγδαία ανάπτυξη του ψηφιακού τομέα φέρνει και την εξάπλωση στον έντυπο χώρο… Φέτος είχαμε πολλές νέες εκδόσεις κόμικ, προσεγμένες και πολυτελείς τόσο από εκδοτικούς που εκδίδουν κυρίως κόμικς όσο και από εκδοτικούς οίκους γενικής θεματολογίας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία φάνηκαν να συνυπάρχουν στο χώρο διαφορετικά ρεύματα κάποια απ’ τα οποία έγιναν περισσότερο εμφανή στη φετινή χρονιά. Προηγουμένως περιγράψαμε το ρεύμα εκείνο που επιχειρεί να συνδυάσει τον ψηφιακό με τον χάρτινο κόσμο, χωρίς να μηδενίζει το παρελθόν αλλά αναγνωρίζοντας τις τεχνολογικές δυνατότητες του μέλλοντος. Στον αντίποδα αυτού στέκεται ένα ρεύμα «επιστροφής στο περίπτερο», μία ομάδα καλλιτεχνών και αναγνωστών κόμικς που κινούνται κυρίως με γνώμονα τη νοσταλγία. Η κουλτούρα του περιπτέρου βρισκόταν στα ύψη της μέχρι τις αρχές των 00ς. Έκτοτε, με την οικονομική κρίση και την επιρροή της «Βαβέλ», του «9», και περιοδικών που έφεραν τα κόμικς ως μια εκλεπτυσμένη μορφή τέχνης, οπότε καλλιεργήθηκε η άποψη πως τα κόμικς θα έπρεπε να ανήκουν δίπλα σε ένα βιβλίο, δίπλα σε μια έκθεση ζωγραφικής, κλπ. Ένθερμοι υποστηρικτές της «επιστροφής στο περίπτερο» είναι το πρόσφατο πολυθεματικό περιοδικό κόμικς «Epifany», που μέσα από την κυκλοφορία του στο περίπτερο ελπίζει στην επανασύσταση ενός νέου κοινού για τα κόμικς το οποίο θα επιστρέψει στα περίπτερα όπως στο παρελθόν και θα αναζητά αποπολιτικοποιημένες ιστορίες, ενώ η ίδια εκδοτική -Phase Productions- εκδίδει και 2 ακόμη τίτλους κόμικς περιπτέρου, τα «Αιώνιος» και «Λήσταρχοι». Μία ακόμη προσπάθεια για επιστροφή των κόμικς στα περίπτερα είναι η «Μεγάλη Συλλογή Της Μάρβελ» της Hachette και μας θυμίζει επίσης παλιότερες εποχές με διαφόρων ειδών σειρές (κατασκευές, DVD και ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς) που κυκλοφορούσαν τακτικά στα περίπτερα. Παράλληλα όμως αναπτύχθηκε και η ιδέα για κοινή παρουσία και στα περίπτερα και στα βιβλιοπωλεία. Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως με το «Μπλεκ» και τα graphic novels της ή ο «Μπλε Κομήτης» των εκδόσεων Polaris είναι σαφή παραδείγματα. Ένα άλλο καλλιτεχνικό ρεύμα -με σημαντικά καλλιτεχνικά αποτελέσματα- είναι εκείνο της «mainstream-οποίησης» του μέσου. Απαρτίζεται από καλλιτέχνες που επιχειρούν να ανοίξουν τους ορίζοντες του ελληνικού κόμικ απευθυνόμενοι σε αναγνώστες πέραν από το σταθερό αναγνωστικό κοινό των κόμικς (το οποίο είναι έτσι κι αλλιώς αρκετά περιορισμένο στην Ελλάδα). Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα είναι το «ΦΕΣΤΙΒΑΛ» από τους Γιώργο Γούση, Παναγιώτη Πανταζή και την Γεωργία Ζάχαρη, που κυκλοφόρησε στα πλαίσια της 60ης επετείου του Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης, και φτιάχτηκε ειδικά για την εκδήλωση. Ως ανάλογη μπορεί να θεωρηθεί η προσπάθεια του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ με το «Ήταν Μια Φορά Ένας Κομίστας Στην TV», που επιχείρησε να τραβήξει ένα εξίσου διαφορετικό κοινό δημιουργώντας ένα poster book που συγκεντρώνει τα «έργα» Τάκη Περιστέρη στην σειρά «Η Πολυκατοικία». Μία άλλη καλλιτεχνική τάση που έχει ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια είναι η έμπνευση απ’ την ελληνική ιστορία και τη συλλογική μνήμη. Σε αυτή την κατηγορία έργων βρίσκουμε από βιογραφίες σπουδαίων καλλιτεχνών, όπως του Έλληνα γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη και σχέδιο του Θανάση Πέτρου μέχρι και ιστορίες απ’ την περίοδο της ελληνικής επανάστασης, με χαρακτηριστικότερο έργο το «1800» του Θανάση Καραμπάλιου, ένα ιδιαίτερα επίκαιρο κόμικ που ενόψει του εορτασμού των 200 χρόνων του ελληνικού κράτους επιχειρεί να διαβάσει το παρελθόν εντελώς διαφορετικά απ’ την εθνοκεντρική -έως και εθνικιστική- οπτική που θα μονοπωλήσει στις φιέστες που ετοιμάζουν στα πλαίσια του επίσημου εορτασμού. Στο ίδιο ιστορικό πλαίσιο κινήθηκε και η σειρά «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου & Γιώργου Γούση που δημοσιεύθηκε στις σελίδες του «Μπλε Κομήτη», και οι «Λήσταρχοι» των Βασίλη Χειλά & Παναγιώτη Τσαούση. Επίσης το ενδιαφέρον στράφηκε και στην περίοδο του ’40, της Αντίστασης, του αντιφασιστικού αγώνα και της Απελευθέρωσης με την ανθολογία κόμικς «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα» σε επιμέλεια των Μενέλαου Χαραλαμπίδη & Γιάννη Κουκουλά. Βέβαια η ιστορία -διαβασμένη με ταξικά γυαλιά- είναι πάντα παρούσα και στα καρέ του Πάνου Ζάχαρη, ο οποίος φέτος μας πρόσφερε το “Working Dead.. and…“ Τέλος, και φέτος είχαμε μεταφορά ενός κλασσικού έργου ελληνικής πεζογραφίας, με τον «Ζητιάνο» του Kanellos Kob. Σημαντικά ενισχυμένος φέτος ο πολιτικός λόγος στα ελληνικά κόμικς. Το «Καρέ Καρέ» είναι ένα σαφές παράδειγμα με τις πολιτικές γελοιογραφίες του, όπως είναι αντίστοιχα και πολλές ψηφιακές σειρές του socomic.gr καλλιτεχνών όπως ο Πάνος Ζάχαρης, ο John Antono ή η Αλέξια Οθωναίου. Έπειτα, ο αντιφασιστικός λόγος «κατέλαβε» πολλές εκδόσεις όπως τις ανθολογίες «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα» και «Βάλτους Χ», ενώ και σε άλλα περιοδικά όπως το «Comic Cultura» ή σε εκθέσεις όπως η “Έκθεση ενάντια στον Κοινωνικό Αποκλεισμό” του Smass Fest οι Έλληνες δημιουργοί ύψωσαν τη φωνή τους ενάντια στην αδικία και την καταπίεση. Δεν ξεχνάμε και τις φετινές προσπάθειες για προσέγγιση και ενός παιδικού κοινού, με τις εκδόσεις Μιχάλη Σιδέρη με 3 νέους τίτλους από την Αρινέλα Κοτσίκο, τον Γιώργο Μελισσαρόπουλο και τον Νικόλα Στεφαδούρο, ενώ η AddArt με τους «Μπάμπουρες» δείχνει τον δρόμο και για άλλα περιοδικά στο περίπτερο, με τους Δημήτρης Σαββίδης, Γιάννης Τέξης, Σταύρος Κιουτσιούκης, κα, να συμμετέχουν στο εγχείρημα. Τα κόμικ, ένα “άθλημα” ομαδικό Από τις σημαντικότερες κινήσεις στην φετινή χρονιά πρέπει να καταταχθούν οι διάφορες έντυπες ανθολογίες κόμικς, όλες τους με πολιτική σημασία. Πρώτη για φέτος το «Τσοντοκόμικ» από 10 Ελληνίδες καλλιτέχνιδες (Γεωργία Ζάχαρη, Lussaki, Στέλλα Στεργίου, Σμαρ, Έλενα Γώγου κα), όπου η καθεμία με το προσωπικό και ιδιαίτερο στυλ της γράφει μία ερωτική ιστορία μακριά απ’ το man’s gaze που έχουμε συνηθίσει στα ερωτικά κόμικς. Ακολούθησε φυσικά το συλλογικό «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα» με 14 κόμικς Ελλήνων δημιουργών (Γιώργος Γούσης, Τομέκ, Tasmar, Λέανδρος, Αλέξια Οθωναίου, Soloup, Γιώργος Φαραζής κα), στο οποίο αναφερθήκαμε προηγουμένως και το οποίο είχε πρωτοπαρουσιαστεί στην ομώνυμη έκθεση τον Οκτώβριο του 2016, με θέμα την Απελευθέρωση τον Οκτώβριο του 1944. Και λίγο πριν κλείσει το έτος, το «Βάλτους Χ – Ο Μαύρος Χάρτης Της Ρατσιστικής Βίας» ήρθε για να αποτυπώσει τις ρατσιστικές επιθέσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις μέσα από τη ματιά 55 καλλιτεχνών (Σάββας Αμπατζίδης, Chrispy Shift, Λευτέρης Γιακουμάκης, Ξανθός Βενιζέλος, Θωμάς Κεφαλάς, Γιώργος Μικάλεφ, John Antono κα). Η έκδοση ξεκίνησε ως μια προσπάθεια ενίσχυσης της καμπάνιας για την δικαστική καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματική οργάνωης και αυτό είναι και ένα απ’ τα βασικά στοιχεία που την κάνει απαραίτητη προς αγορά αφού τα έσοδα της πάνε για την κάλυψη των εξόδων της Πολιτικής Αγωγής στην δίκη της Χρυσής Αυγής. Το δυσάρεστο γεγονός της χρονιάς ήταν η αναστολή του «Μπλε Κομήτη» που μετά από μόνο 9 τεύχη, και ενάμιση χρόνο κυκλοφορίας σταμάτησε την κυκλοφορία του, αφήνοντας έτσι ένα κενό για άλλη μια φορά στον χώρο για ένα πολυθεματικό περιοδικό με –αμιγώς- Έλληνες δημιουργούς. Το «Comic Cultura» συγκεντρώνει επίσης Έλληνες δημιουργούς, αλλά ψηφιακά, ενώ το «Epifany» που ξεκίνησε τον Δεκέμβριο έχει νέες μεγάλες σειρές, που όμως δεν εναλλάσσονται ανά τεύχος όπως στα άλλα 2. Νέα κόμικ και σίκουελς παλιών αγαπημένων Η μυθοπλασία και οι πρωτότυπες ιστορίες έκαναν εντύπωση για μια ακόμη χρονιά, με το «Ψηφιδωτό» των Τάσου Ζαφειριάδη & Πέτρου Χριστούλια να σπάει τον γραμμικό τρόπο αφήγησης, την «Αθήνα» του Βασίλη Λώλου να προτείνει έναν σουρεαλιστικό τρόπο απεικόνισης της αθηναϊκής κοινωνίας των 90ς σε μια ιδιαίτερη αυτοβιογραφία, το «Αλλόκοσμα» των Αναστασία Βαξεβάνη & Ευγενία Κουμάκη παρουσιάζει 3 ελληνικά παραμύθια αλλιώς, ο «Βάρδος» του Νίκου Παπαμιχαήλ με μια ιστορία αφιερωμένη στους σκωτσέζικους θρύλους κα. Πολλά σίκουελς είχαμε επίσης σε ήδη εδραιωμένες σειρές, όπως συνέβη με τα «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη, το «Working Dead» του Πάνου Ζάχαρη, το «Hasta La Vista Baby» του Σπύρου Δερβενιώτη –τρίτη συνέχεια στο σύμπαν του «Yesternow» και «Shark Nation» Ο χώρος των αυτοεκδόσεων είχε την μεγαλύτερη παραγωγικότητα φέτος, με τον Κλημή Κεραμιτσόπουλο να φέρνει 3 νέες, ανάμεσά τους το «Κυνήγι» -σε σενάριο του Γιώργου Βακάκη– και το «Αποδομημένα Αστεία», ο Δημήτρης Καμένος με το «Μεφίστο» -συλλέγει το πρώτο κεφάλαιο της σειράς στριπ από το «Καρέ Καρέ»-, ο Κωνσταντίνος Κάτσος με τα «Το Διάστημα Ανάμεσά Μας» και «Μαγειρεύοντας Με Τον Τάκη», ο Μάνος Λαγουβάρδος με τον «Πολικό Παλαιστή», κα. Κατά τα άλλα ο έντυπος τύπος γενικώς είναι επιφυλακτικός με τα κόμικς κάτι που αποτυπώθηκε και φέτος. Εξαίρεση αποτελεί η Εφημερίδα Των Συντακτών που επιμένει με τη τετρασέλιδη στήλη «Καρέ Καρέ» -επιμέλεια: Γιάννης Κουκουλάς, Λουίζα Καραγεωργίου– η οποία έκλεισε φέτος 5 χρόνια έκδοσης αλλά και με προσεκτικά διαλεγμένες έκτακτες εκδόσεις «Popeye», «Κόρτο Μαλτέζε» και «Μικρός Ήρως». Κατά τα άλλα οι υπόλοιπες εφημερίδες κινήθηκαν σε ρηχά νερά όσον αφορά τις προσφορές τους σε κόμικς, αφού όταν έδιναν κόμικς είτε ήταν μόνο παιδικά είτε ήταν τυπωμένα σε φτηνιάρικες εκδόσεις. Νέες εκδόσεις μεταφρασμένων κόμικς Πολλά εξαιρετικά μεταφρασμένα κυκλοφόρησαν βέβαια και φέτος στην κόμικς αγορά. Το Οξύ και η Anubis έφεραν για άλλη μια χρονιά μια γερή δόση Marvel και DC, σαφή παραδείγματα τα «Batman: White Knight», «Spider-Verse», «Batman: The Man Who Laughs», «Justice», «Original Sin» και πολλά ακόμα. Το Οξύ μετέφρασε και τον πρώτο τόμο του «Saga» των Vaughan & Staples (ένα απ’ τα σημαντικότερα κόμικ των τελευταίων χρόνων που πρέπει να συνεχίζει να μεταφράζεται στα ελληνικά), ενώ ο πρώτος τόμος του «Έλρικ» των Blondel & Recht, Doli ήρθε από τον Αίολο, η Jemma Press πρότεινε το «Τρεις» των Gillen & Kelly, η Angelus Novus το «Κόκκινη Παρθένα» των Mary & Bryan Talbot, η Χαραμάδα με το «Οι ζωές των Σάκο και Βινσέτι» του Rick Geary. Η εκδοτική Μικρός Ήρως σύστησε αλλά και επανασύστησε το αναγνωστικό κοινό των κόμικς με διάφορα Λατινικά, Ιταλικά, Γαλλοβελγικά και Βρετανικά κόμικς μέσω του διμηνιαίου πολυθεματικού «Μπλεκ», ανάμεσα στα οποία ξεχωρίζουμε τον «Στορμ» των Martin Lodwejik & Don Lawrence, «Μάντυ Ρίλεϋ» των Ray Collins & Ernesto Garcia Seijas, «Μισέλ Βαγιάν» των Graton, Lapiere & Bourgne, Benetau, «Λάργκο Γουίντς» των Jean Van Hamme & Philippe Francq, κα. Ενώ εξέδωσε και πολλά κόμικς του οίκου Bonelli, με τίτλους όπως «Ντύλαν Ντογκ», «Mister No Revolution». Ο «Μπλε Κομήτης» εξέδωσε για πρώτη φορά στην Ελλάδα κόμικς των Zerocalcare –συγκεκριμένα το «Kobanne Calling»- και των Vehlmann & Kerascoet –με το «Satania»-, που είδαμε στα τελευταία 4 τεύχη του. Φεστιβάλ και δρώμενα της χρονιάς Πολλές ήταν οι εκθέσεις που έλαβαν χώρα σε διάφορους χώρους και πόλεις τόσο στην Αθήνα όσο και σε άλλες πόλεις. Στο Μουσείο Μπενάκη, τον Φεβρουάριο ο Soloup έφερε μια πολύ σημαντική έκθεση σχετικά με τον περσινό «Συλλέκτη». Η έκθεση Democrisis της Λέσχης Ελλήνων Γελοιογράφων μένει στη μνήμη μας τόσο για το υπέροχο αποτέλεσμα όσο και για την φιλοξενία του αγαπημένου Altan. Το «Βάλτους Χ» έπειτα έγινε και αυτό έντυπη συλλογή ξεχώρισε για τους λόγους που αναφέραμε, σε επιμέλεια της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου. Η «Εν Αιθρία» -υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γαβριήλ Τομπαλίδη- έκανε φέτος την 10η έκθεσή της, και φιλοξένησε πάνω από 70 έργα Ελλήνων καλλιτεχνών. Το «Oresteia Reversed», μια συνεργασία 23 Ελλήνων δημιουργών και του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης, ενώ χρησιμοποιήθηκε και υλικό από το ερευνητικό πρόγραμμα και καλλιτεχνικού προγράμματος «Μεγάλες Αφηγήσεις_ Η Επιστροφή» το οποίο διερευνά τη συνάντηση της Αρχαίας Ελληνικής Τραγωδίας με τις Πολιτικές Επιστήμες. Το «Comic ‘n’ Play» στη Θεσσαλονίκη με τη θεματολογία «Ένας Καινούριος Κόσμος» τράβηξε για 17η χρονιά τις εντυπώσεις. Η ανθολογία «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα» έφερε μαζί της ξανά μετά από 2 χρόνια την ομώνυμη έκθεση, και ξεκινώντας τον Ιούλιο στην Αθήνα, μεταφέρθηκε τον Σεπτέμβριο σε Δράμα και Κρήτη, τον Οκτώβριο στη Λαμία και τον Νοέμβριο στη Θεσσαλονίκη. Και πολλές ακόμα πιο μικρές σε σκέλος, και εντός φεστιβάλ κόμικς. Περί των φεστιβάλ κόμικς, φέτος ξεκίνησαν 3 νέα την σταδιοδρομία τους, σε 3 διαφορετικές πόλεις. Το πολύ θετικό είναι πως η γένεσή τους δείχνει μια αναζωπύρωση της κοινότητας και μια κοινή προσπάθεια επέκτασης των κόμικς και γνωριμίας σε ένα ευρύτερο ελληνικό κοινό. Τον Μάρτιο του 2019 είχαμε στη Λάρισα το πρώτο LAComicsFestival, με την καθοριστική συμβολή του Μέλανδρου Γκανά και κατ’ επέκταση του Συλλόγου ΕΤουΚου, για ένα ολόκληρο επταήμερο. Φαίνεται πως το συγκεκριμένο έδειξε τον δρόμο και για 2 ακόμα μετά από 6 μήνες, ένα στη Δράμα, το Drama Comics Festival, και ένα στην Κρήτη, το 3C (Cretan Comic Con). Με την ίδια φλόγα συνεχίστηκαν και για φέτος τα Αθηναϊκά Comicdom Con Athens (Απρίλιος), Smass Fest (Ιούλιος), Φεστιβάλ Εφαρμοσμένων Τεχνών (Σεπτέμβριος) και Athenscon (Δεκέμβριος), τα Θεσσαλονικιώτικα The Comic Con (Μάιος) και Comic ‘n’ Play (Νοέμβριος) και το κρητικό Chaniartoon (Σεπτέμβριος). Επιλογικά, το 2019 ήταν μια καθοριστική χρονιά για τα εγχώρια κόμικς. Από θέμα ποιότητας μένει να κριθεί. Αλλά από άποψη παραγωγικότητας, ξεπέρασε κάθε προηγούμενο. Παρατηρήθηκε μια αυξημένη εκδοτική κινητικότητα, αλλά και καλλιτεχνική, καθώς όπως φαίνεται, τα κόμικς είναι μάλλον ένα απ’ τους καλύτερους τρόπους έκφρασης συναισθημάτων και πεποιθήσεων… Μένει να δούμε τι θα γίνει του χρόνου… Καλή χρονιά, και πάντα εις ανώτερα! Πηγή
  21. Κάθε φέτος και καλύτερα* Γιάννης Κουκουλάς Οι πολλές και σημαντικές νέες εκδόσεις και οι χιλιάδες επισκέπτες που προσέλκυσαν τα μεγάλα φεστιβάλ των κόμικς επιβεβαιώνουν τους αισιόδοξους για το μέλλον της ένατης τέχνης στη χώρα μας Μπορεί να απέχουμε πολύ από την εκδοτική παραγωγή των μεγάλων και παραδοσιακών χωρών της Ευρώπης στον χώρο των κόμικς, όπως η Γαλλία, η Ιταλία, η Ισπανία, η Μεγάλη Βρετανία κ.λπ., αλλά ως μια μικρή περιφερειακή χώρα, με δεδομένες την ιδιαιτερότητα της γλώσσας και τη δεκαετή οικονομική κρίση, δεν τα πάμε κι άσχημα. Οι νέες εκδόσεις Ελλήνων δημιουργών δεν ήταν λίγες, ενώ κυκλοφόρησαν και ορισμένα πολύ σημαντικά μεταφρασμένα έργα. Το Καρέ Καρέ υπενθυμίζει αυτά που ξεχώρισαν. Μεφίστο Δημήτρης Καμένος, αυτοέκδοση Δημοσιευμένο στο Καρέ Καρέ, το πρώτο μέρος της σειράς «Μεφίστο» του Δημήτρη Καμένου αποτελεί μια εντελώς προσωπική και ελεύθερη απόδοση του «Φάουστ» του Γκέτε ως μια παρωδία που με ευφυείς αναχρονισμούς και αιχμηρό χιούμορ δεν σατιρίζει το πρωτότυπο έργο αλλά την εποχή μας. Ενας υποχόνδριος παππούς που επιθυμεί τη νεότητα, μια συντηρητική και θρήσκα μεγαλοκοπέλα και ένας ταλαίπωρος αν και ραδιούργος Διάβολος κινούνται υπό το «βλέμμα» ενός αόρατου και πανεπόπτη άβουλου και στοιχηματζή Θεού. Το ψηφιδωτό Τάσος Ζαφειριάδης - Πέτρος Χριστούλιας, εκδ. Jemma Press Ένα ταξίδι στο Βυζάντιο ανά τους αιώνες μέσα από το οδοιπορικό ενός πολεμιστή που περιπλανιέται στον χώρο και τον χρόνο συνθέτουν οι Ζαφειριάδης (σενάριο) και Χριστούλιας (σχέδια). Ο αναγνώστης παρακολουθεί την παρακμή μιας κάποτε κραταιάς αυτοκρατορίας και ταυτόχρονα προσπαθεί να συναρμολογήσει τις ψηφίδες μιας ιστορίας που διαβάζεται με πολλούς τρόπους, όπως και η Ιστορία. Η αρχή και το τέλος μπορούν να αλλάξουν ή, ακόμα, και η αρχή να αποτελεί εκ των πραγμάτων το τέλος και αντίστροφα. Γιαννούλης Χαλεπάς Δημήτρης Βανέλλης - Θανάσης Πέτρου, εκδ. Πατάκη Μια σπάνια και άκρως τεκμηριωμένη βιογραφία του «ένδοξου παράφρονα» Γιαννούλη Χαλεπά φιλοτεχνούν οι Δημήτρης Βανέλλης (σενάριο) και Θανάσης Πέτρου (σχέδια). Μέσα από δημοσιεύματα εφημερίδων, κριτικές και απόψεις ανθρώπων της τέχνης της εποχής, παρακολουθούν τη ζωή και την πορεία του Τηνιακού γλύπτη από το νησί του μέχρι τις απαρχές της δόξας, την τρέλα και την απομόνωση και εντέλει την καθυστερημένη και καθολική αναγνώριση στα ύστερα της ζωής του. Ο ζητιάνος Kanellos Cob, εκδ. Polaris Στο γνωστό έργο του Ανδρέα Καρκαβίτσα επιστρέφει ο Kanellos Cob και διασκευάζει τη διαχρονικά δημοφιλή ηθογραφία του Ελληνα λογοτέχνη για την ελληνική επαρχία στα τέλη του 19ου αιώνα. Διατηρώντας πολλά από τα γλωσσικά στοιχεία του Καρκαβίτσα και προσαρμόζοντας τις αφηγήσεις του σε υπέροχα σχέδια, φιλοτεχνεί μια συναρπαστική ιστορία, τοποθετώντας στο επίκεντρο την ελληνική παθογένεια των δεισιδαιμονιών, του διχασμού, της συμφεροντολογίας, της αγραμματοσύνης, της εκδίκησης. Μυστήρια πράγματα Θανάσης Πετρόπουλος, εκδ. Jemma Press Δύο ερευνητές παραφυσικών φαινομένων περιδιαβαίνουν τη σκοτεινή Ελλάδα του δέκατου ένατου αιώνα αναζητώντας «μυστήρια πράγματα» και προσπαθώντας να εντοπίσουν αλλόκοτα πλάσματα σαν αυτά που στοίχειωναν τη φαντασία στα παραμύθια των γιαγιάδων μιας άλλης εποχής. Τρομακτικά νεκροταφεία, παράξενες εκκλησίες, ετοιμόρροπα αγροτόσπιτα και ομιχλώδη δάση κρύβουν τον τρόμο και οι δύο φίλοι πρέπει να εξιχνιάσουν το ανεξήγητο. Οταν αυτό δεν είναι δυνατό, αρκεί να το σκοτώσουν. Αθήνα Βασίλης Λώλος, εκδ. Jemma Press Μετά από πολυετή απουσία από τα ελληνικά κόμικς και μια μεγάλη καριέρα στις ΗΠΑ και τις μεγαλύτερες εταιρείες, ο Βασίλης Λώλος επιστρέφει με ένα άλμπουμ με προσωπικές ιστορίες από την Αθήνα της παιδικής και νεανικής του ηλικίας. Παραβατικές συμπεριφορές, πολιτικές συνειδητοποιήσεις, ανθρωποκυνηγητά στους δρόμους, άγουροι έρωτες και άγριες μουσικές γίνονται εργαλεία επιβίωσης σε μια πόλη αφιλόξενη και απωθητική. Working Dead… And Πάνος Ζάχαρης, εκδ. Τόπος Ο συνεργάτης μας στο Καρέ Καρέ, εκτός από τις πολιτικές παρωδίες παραμυθιών της σειράς «Scary Tales», φιλοτεχνεί ανελλιπώς και τη βαθύτατα πολιτική σειρά «The Working Dead», με τους εργαζόμενους και «της Γης τους κολασμένους» στο επίκεντρο. Στον δεύτερο τόμο της σειράς όπως και στον πρώτο, πρωταγωνιστούν οι διαχρονικά καταπιεσμένοι εργαζόμενοι στα βάθη του χρόνου και στα πέρατα του κόσμου, χωρίς όμως και οι ίδιοι να μένουν στο απυρόβλητο, με το αίτημα της ταξικής εξέγερσης να είναι πάντα επίκαιρο. Ένα γλυκό ξημέρωμα Συλλογικό, εκδ. Jemma Press Δεκατέσσερις δημιουργοί αφηγούνται ιστορίες για την Αθήνα της Κατοχής και τη ζωή των ανθρώπων κάτω από τον γερμανικό ζυγό. Ποιοι και πώς αντιστάθηκαν στους κατακτητές, ποιοι συνεργάστηκαν μαζί τους, ποιοι αγωνίστηκαν και ποιοι πρόδωσαν, ποια ανθρώπινα δράματα συνέθεσαν την τραγωδία του ναζισμού; Αλλοι ακολουθώντας ιστορικές πηγές, άλλοι βασισμένοι σε οικογενειακές μαρτυρίες και άλλοι με μυθοπλασίες, οι δεκατέσσερις καλλιτέχνες συμπληρώνουν την άγραφη «δημόσια Ιστορία» της περιόδου 1941-1944. Βάλ’ τους Χ - Ο Μαύρος Χάρτης της Ρατσιστικής Βίας Συλλογικό, εκδ. Τόπος Περισσότεροι από πενήντα καλλιτέχνες «χαρτογραφούν» την Αθήνα και «μαρκάρουν» τα σημεία στα οποία η Χρυσή Αυγή και οι συνοδοιπόροι του ναζισμού και του ρατσισμού άσκησαν κατά τα τελευταία χρόνια την εγκληματική τους δράση εναντίον μεταναστών, προσφύγων, μειονοτήτων, «διαφορετικών» ανθρώπων, με βάση τα δικά τους πρότυπα μιας αρρωστημένης καθαρότητας και ομοιομορφίας. Με την πολύτιμη συνεργασία του Golden Dawn Watch, του Ιδρύματος Ρόζα Λούξεμπουργκ και του Human Rights 360 και σε επιμέλεια της Ηλέκτρας Αλεξανδροπούλου, το «Βάλ’ τους Χ» διατηρεί στη μνήμη αυτά που δεν πρέπει να ξεχαστούν από τη δράση των ταγμάτων εφόδου. Εκτός από τις ελληνικές εκδόσεις, τη χρονιά που πέρασε μεταφράστηκαν ορισμένα σημαντικά ξένα κόμικς μεταξύ των οποίων «Οι ζωές των Σάκο και Βαντσέτι» του Rick Geary (εκδ. Χαραμάδα) για τη στημένη δίκη και την άδικη εκτέλεση των δύο Ιταλών αναρχικών στις ΗΠΑ το 1927, η «Κόκκινη Παρθένα και το Όραμα της Ουτοπίας» των Mary Talbot και Bryan Talbot (εκδ. Angelus Novus) με θέμα τη ζωή και τους αγώνες της επαναστάτριας Λουίζ Μισέλ στην Παρισινή Κομμούνα, η «Ψυχολογία σε κόμικς» των Γκρέιντι Κλάιντ και Ντάνι Οπενχάιμερ (εκδ. Ψυχογιός), ένα πολύ πρακτικό και χιουμοριστικό εκλαϊκευμένο εγχειρίδιο για την ψυχολογία ως επιστήμη, το «Τρεις» των Kieron Gillen και Ryan Kelly (εκδ. Jemma Press), μια ρηξικέλευθη ιστορική ματιά στην Αρχαία Σπάρτη κ.ά. Οι εκδοτικές εταιρείες που ειδικεύονται στις μεταφράσεις ξένων κόμικς συνέχισαν με πολλούς νέους τίτλους, όπως το Οξύ, που κυκλοφόρησε τα «Superman – Brainiac», «Batman – Endgame», «Deadpool – Ο Καλός, ο Κακός και ο Ασχημος», κ.ά., οι εκδόσεις Μικρός Ηρως με νέα τεύχη του «Μπλεκ» και τόμους των «Τεξ», «Ζαγκόρ», Μίστερ Νο» και «Ντύλαν Ντογκ», αλλά και νέες ιστορίες του Κόρτο Μαλτέζε, οι εκδόσεις Μαμούθ με νέο Λούκυ Λουκ κ.ά. Στα δυσάρεστα της χρονιάς καταγράφεται η διακοπή της κυκλοφορίας του «Μπλε Κομήτη», μιας πολύ ποιοτικής περιοδικής κυκλοφορίας με σημαντικά κόμικς Ελλήνων και ξένων δημιουργών, αλλά στα σαφώς ευχάριστα η σταθεροποίηση της ηλεκτρονικής έκδοσης του «Comic Cultura» με κόμικς και κείμενα γύρω από την ένατη τέχνη και η κυκλοφορία του «Epifany», ενός νέου περιοδικού με κόμικς Ελλήνων δημιουργών. Η νέα σειρά παιδικών κόμικς των εκδόσεων Σιδέρη με τρία βιβλία που υπογράφουν οι Νικόλας Στεφαδούρος, Γιώργος Μελισσαρόπουλος και Αρινέλα Κοτσίκο δίνει ελπίδες για ακόμη περισσότερες τέτοιες εκδόσεις που απευθύνονται σε παιδιά και είχαν εκλείψει από τα ράφια τα τελευταία χρόνια, ενώ η ιδιαίτερα φιλόξενη για τα κόμικς ηλεκτρονική πλατφόρμα socomic.gr με τη σταθερότητα των κόμικς που δημοσιεύει εξακολουθεί να επιτρέπει τη διάχυσή τους και τη δημοσιοποίησή τους σε ένα ευρύ κοινό. Αλλοι δημιουργοί που συνέχισαν τις σειρές τους με μεγάλη επιτυχία ήταν ο Αντώνης Βαβαγιάννης με τα πάντοτε best sellers «Κουραφέλκυθρα», ο Θανάσης Καραμπάλιος με το «1800», o Σπύρος Δερβενιώτης με το «Hasta La Vista Baby», ενταγμένο στο σύμπαν των «Yesternow» και «Shark Nation», ο Γιάννης Αντωνόπουλος με το «Homo Skepticus», o Τάσος Μαραγκός με το «Hard Rock», ο Βαγγέλης Χατζηδάκης με το «Phat Comicsz», η Δήμητρα Αδαμοπούλου με το «True Story» κ.ά. Για ακόμη μια χρονιά τα τρία μεγάλα φεστιβάλ κόμικς στην Ελλάδα (Comicdom, Athens Con και The Comic Con) προσέλκυσαν δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες και παρουσίασαν στο κοινό σπουδαίους καλεσμένους από την Ελλάδα και το εξωτερικό, συνεχίστηκαν ποιοτικά φεστιβάλ όπως το «Comic n’ Play» στη Θεσσαλονίκη, το «Chaniartoon» στα Χανιά και το «Smass Fest» στην Αθήνα, αλλά σε αυτά προστέθηκαν και τρία νέα περιφερειακά φεστιβάλ που υπόσχονται να μεγαλώσουν ακόμη περισσότερο στο μέλλον («Drama Comics» στη Δράμα, «LA Comics» στη Λάρισα, «Cretan Comic Con» στο Ηράκλειο). Η χρονιά που φεύγει, ωστόσο, χαρακτηρίστηκε και από δύο μεγάλες απώλειες, καθώς μέσα στο 2019 πέθανε ο Γιάννης Ιωάννου, ένας από τους κορυφαίους δημιουργούς της μεταπολιτευτικής ελληνικής γελοιογραφίας και των πολιτικών κόμικς, που ιδιαίτερα με τη σειρά του «Τρίτος Δρόμος» περιέγραψε με μοναδικά σαρκαστικό τρόπο την σύγχρονη πολιτική κατάσταση, και ο Διογένης Καμένος, που με τις γελοιογραφίες του παλαιότερα και τα κόμικς του, ιδιαίτερα αυτά της σειράς «Μήτσος και Κατινάκι», συνέβαλε καθοριστικά στη διάδοση του είδους μέσω των εφημερίδων των περασμένων δεκαετιών.Με την ευχή του χρόνου τέτοιες μέρες να παρουσιάζουμε ακόμη καλύτερα και ακόμη περισσότερα πράγματα για τα ελληνικά κόμικς, από όλους τους συνεργάτες του Καρέ Καρέ, Καλή Χρονιά! * Δεν πρωτοτυπούμε… Τον ίδιο ακριβώς τίτλο χρησιμοποιήσαμε και πέρυσι. Η χρονιά που πέρασε απέδειξε ότι είχαμε δίκιο. Οι επιτυχημένες συνταγές επαναλαμβάνονται. Πηγή
  22. Ο Μπάργκαλ έχει ραντεβού με τον Κύριο Στρόγκλ σ' ένα μπαρ, για να του δείξει τρία διηγήματά του. Με αυτό το - όχι τόσο πρωτότυπο, αλλά καλοστημένο - τέχνασμα, βλέπουμε τρεις μικρές παράξενες ιστορίες, στο χαρακτηριστικό του στυλ, που συνδέονται μέσω της αρχικής ιστορίας. Η βασική ιστορία είναι έγχρωμη, ενώ οι άλλες τρεις είναι ασπρόμαυρες. Όλες μου άρεσαν, αλλά ξεχωρίζω τον Κυρ Ανέστη. Συνολικά, ο Βασίλης Δημόπουλος μας δίνει για άλλη μια φορά ένα πολύ αξιόλογο κόμικ, σεναριακά, σχεδιαστικά, χρωματικά, που ξεχωρίζει εύκολα από τις υπόλοιπες αυτοεκδόσεις. Στο εξώφυλλο γράφει "Μέρος Πρώτο", άρα μπορεί πολύ σύντομα να δούμε και συνέχεια. Δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του προς το παρόν που να μη μου άρεσε. Γουστάρω πολύ το σχέδιο του και τη ροή των ιστοριών του. Θα ήθελα πολύ να δω τη δουλειά του και σε κάποιο μεγαλύτερο κόμικ. Προτείνεται ανεπιφύλακτα, μαζί με τις προηγούμενες δουλειές του, "Μια μέρα σαν όλες τις άλλες", "Life" και το πολύ καλό επίσης "... (τρεις τελείες)"
  23. Στο μακρινό 1906, ο δεκάχρονος Wiliam με τον Άγγλο μπαμπά του και την Ιταλίδα αλλά αγγλοθρεμένη μαμά του αφήνουν το βαβουριάρικο και βροχερό Λονδίνο και μετακομίζουν στο Barellito, ένα μικρό ψαράδικο χωρίο στις ακτές της ηλιόλουστης Ιταλίας. Πέρα από την αλλαγή κλίματος και τις νέες επιχειρηματικές ιδέες του πατέρα που θέλει να ανοίξει επιχείρηση αλιείας με ατμόπλοια, σημαντικό ρόλο έπαιξε η κληρονομιά ενός υποστατικού από κάποιον μακρινό συγγενή της μαμάς. Εκεί θα συναντήσουν φίλους αλλά και πολλούς εχθρούς, μιας και οι ντόπιοι βλέπουν εχθρικά οτιδήποτε ξένο, ενώ ο William θα γνωρίσει τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα με ενα ντόπιο κοριτσάκι γεμάτο μυστικά. Συμπαθητικό κόμικ. Η ιστορία δεν σοκάρει φυσικά όντας κοινωνικό δράμα, ενώ χωλαίνει στο ότι χώνει κάτι περίεργα flashback τα οποία, τουλάχιστον σε αυτό το πρώτο τεύχος, φαίνονται εκτός τόπου και χρόνου, ενώ αφηγείται με PoV διαφορετικών ατόμων και κάπου μπερδεύει και μπερδεύεται. Βέβαια ο σχολιασμός πάνω στον τοπικισμό και τις επικίνδυνες διαστάσεις που μπορεί να πάρει πανεύκολα είναι ωραία τοποθετημένος, καθώς και το σχόλιο για την απειλή που φέρνει η τεχνολογία και η πρόοδος στην παράδοση (εδώ η απειλή του ατμόπλοιου και της μαζικής αλιείας που θα αφήσει τους ντόπιους καλαμοψαράδες χωρίς δουλειά). Το σχέδιο από την άλλη είναι απολαυστικό. Καθαρές δυνατές γραμμές με καρτουνίστικο στιλ που θυμίζει cut-scene από βιντεοπαιχνίδι με ζωντανή παλέτα χρωμάτων που το αναδεικνύει ακόμα παραπάνω. Το σχέδιο ήταν και ο λόγος που έπεσε πάνω του το μάτι μου πριν με κερδίσει κάμποσο και το σενάριο, μιας και μου έφερε στο μυαλό αμέσως το στιλ του Loisel. Βγήκε από την europe comics μόνο σε ψηφιακή μορφή πριν λίγο καιρό στις 96 σελίδες, ενώ θα ακολουθήσει και δεύτερο τεύχος. Συντελεστές οι Γάλλοι Georges Abolin (story) και Olivier Pont (art).
  24. Sons Of Chaos: Ένα επικό κόμικ από τον Αμερικανό Κρις Τζέιμς για την επανάσταση του 1821 Ο Αμερικανός καλλιτέχνης περιγράφει γιατί επέλεξε να κάνει ένα graphic novel για την Ελληνική Ιστορία, γιατί κεντρικός του ήρωας είναι ο Μάρκος Μπότσαρης και αποκαλύπτει ότι ήδη έχουν γίνει οι πρώτες επαφές ώστε το βιβλίο του να μεταφερθεί στον κινηματογράφο «Ως παιδί μεγάλωσα έχοντας μια μυθική εικόνα της Ελλάδας στο μυαλό μου: αυτή του τόπου όπου δημιουργήθηκαν οι μύθοι της μυθολογίας, γεννήθηκε η δημοκρατία. Μια κλισέ, σχεδόν καρτουνίστικη εκδοχή της ιστορίας της…Αυτή η απροσδιόριστη εικόνα της Ελλάδας μαζί με κάποιες δικές μου εμμονές από την μυθολογία όπως ήταν η «Τιτανομαχία», σε συνδυασμό αργότερα με τα ταξίδια μου που με έφεραν σε επαφή με άλλες κουλτούρες και ανθρώπους, με έκαναν να αποφασίσω ότι ήθελα να μάθω πιο πολλά για την Ελλάδα…». Σε μια γωνιά του πολύβουου και πολύχρωμου AthensCon (το συνέδριο των κόμικς και της ποπ κουλτούρας που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στις αρχές Δεκεμβρίου στο Tae Kwon Do), o Κρις Τζέιμς (Chris Jaymes) μας διηγείται γιατί δημιούργησε ένα graphic novel για την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Ένα βιβλίο τόσο εντυπωσιακό στην όψη και τόσο ζωντανό στην εικονογραφία του - δια χειρός του Αργεντικού κομίστα Ale Aragon - που μένεις με το στόμα ανοιχτό στη θέα της κομιξικής φιγούρας του Μάρκου Μπότσαρη. Ο Τζέιμς είναι ένας πολυσχιδής Αμερικανός καλλιτέχνης (σεναριογράφος, σκηνοθέτης, ηθοποιός, συγγραφέας και μουσικός), ο οποίος αφιέρωσε μία ολόκληρη δεκαετία της ζωής του για να δημιουργήσει το «Sons Of Chaos» («Γιοι Του Χάους») και τώρα γυρίζει όλο τον κόσμο προωθώντας το. Στις σελίδες του επικού κόμικ, η καρδιά της Ελληνικής Επανάστασης χτυπάει δυνατά μέσα από μια φανταστική, δραματική περιπέτεια που ξεδιπλώνεται σε 192 σελίδες. Πεπειραμένος επαγγελματίας της αμερικανικής βιομηχανίας του θεάματος με συμμετοχές σε σειρές όπως τα «Lost», «Chicago Hope», «Party Of Five» και «The Profiles» και σκηνοθετικές δουλειές από το δικό του «In Memory Of My Father» μέχρι τις υψηλού προφίλ σειρές δικτύων όπως του Fox και του Netflix, ο ίδιος αποφάσισε να έρθει στο AthensCon για να παρουσιάσει το φιλόδοξο βιβλίο που συνέθεσε με συστηματική μελέτη. Η ανταπόκριση του κοινού ήταν αμέσως θετική - τα αντίτυπα που έφερε μαζί του ξεπούλησαν από την πρώτη μέρα -, ενώ στο Public η αμερικανική έκδοση του «Sons Of Chaos» βρίσκεται στη λίστα των μπεστ σέλερ (το μεγαλόσχημο βιβλίο με το σκληρό εξώφυλλο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις IDW & Penguin Random House). Με κεντρικό ήρωα τον Μάρκο Μπότσαρη και την πολυκύμαντη σχέση του με τον Αλή Πασά, το (φανταστικό) στόρι εξελίσσεται αγγίζοντας μεγάλες στιγμές και τόπους ιερούς, όπως το μαρτυρικό Σούλι, το Μεσολόγγι, το Χάνι της Γραβιάς. Οι σελίδες ακολουθούν το νεαρό Μάρκο, γιο του Σουλιώτη αρχηγού Κίτσου Μπότσαρη, στην πορεία από την αιχμαλωσία στην απελευθέρωση και σε αληθινά ή πλασματικά γεγονότα που καθόρισαν την ηρωική προσωπικότητά του. Καταγράφουν την τόλμη και την παλληκαριά που τον έχρισαν ηγέτη της επανάστασης η οποία διέρρηξε τα θεμέλια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας και συνέβαλε καθοριστικά στη δημιουργία του Δυτικού κόσμου όπως τον ξέρουμε σήμερα. Στην ουσία, στο πρόσωπο του Μπότσαρη συνοψίζονται όλες οι θρυλικές μορφές της επανάστασης του 1821. Όμως γιατί ο Μάρκος Μπότσαρης ως ήρωας κόμικ και γιατί όχι ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης; Και τι συνδέει στ’ αλήθεια τον Κρις Τζέιμς με το 1821 όπως και την εποχή μας με ένα τόσο μικρό κομμάτι ιστορίας – άγνωστο στο σημερινό παγκόσμιο πλαίσιο; «Η προσωπικότητα του Μάρκου Μπότσαρη, που ήταν λιγότερο διακεκριμένος από ότι ήταν ο Κολοκοτρώνης, μου έδινε περισσότερη ελευθερία στην ανάπτυξη της ιστορίας που ήθελα να πω» εξηγεί ο Κρις Τζέιμς. «Όταν ο Μάρκος ξεκίνησε τη διαδρομή του ήταν η εποχή που άρχισε η αντιπαράθεση του Αλή Πασά με τους Σουλιώτες. Στην προσπάθειά μου να βρω έναν ελκυστικό τρόπο να παρουσιάσω το θέμα της Ελληνικής Επανάστασης σε ένα κοινό που δεν τη γνωρίζει, κόλλησα με τον τρόπο άσκησης εξουσίας του Αλή Πασά: δεν τον ένοιαζε η επιτυχία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, επιβλήθηκε ως Πασάς παρά τις επιθυμίες του Σουλτάνου και είχε στόχευση στην πραγματικότητα να εκδικηθεί τον θάνατο της μητέρας του. Αν ο Αλή Πασάς υπάκουγε στις διαταγές του Σουλτάνου, η Ελλάδα μπορεί να είχε μια διαφορετική εμπειρία κατά την προσπάθειά της να εξεγερθεί. Στον Αλή Πασά βρήκα έναν πολύ ενδιαφέρον χαρακτήρα για να αναδείξω, στα μάτια κάποιου που δεν γνώριζε τίποτα, την ελληνική επανάσταση, ενώ ο Μάρκος Μπότσαρης, η οικογένεια του και το Σούλι είχαν τη δυναμική για τη σύγκρουση που χρειαζόμουν», καταλήγει. Η βάση, λοιπόν, ήταν η ιστορία του Μάρκου και θα έπρεπε να ειπωθεί μέσω συμβολισμών. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, πολύ πριν τη δημιουργία του graphic novel, ο Κρις Τζέιμς είχε έτοιμο ένα σενάριο για την επανάσταση του ’21, που λόγω όγκου έπρεπε να περάσει στο χαρτί με τρόπο ελκυστικό. Παρακινημένος, μάλιστα, από έναν Ελληνοαμερικανό φίλο του. «Η Ελληνική Επανάσταση μπορεί να συνιστά ένα μικρό και σχετικά άγνωστο κομμάτι της ευρωπαϊκής ιστορίας, όμως αυτό ακριβώς ήταν που με έκανε να ασχοληθώ μαζί της. Όλοι γνωρίζουμε τον Ναπολέοντα – πιθανόν γιατί εμπορευματοποιήθηκε η ιστορία του μέσω μεγάλων θεαμάτων όπως οι Άθλιοι ή γιατί ο κόσμος έχει εμμονή με όλους τους ισχυρούς δικτατορικούς ηγέτες που ανάγονται σε ήρωες -, ωστόσο υπάρχουν μικρά αλλά σημαντικά κομμάτια της ιστορίας που ξεφεύγουν της γνώσης μας» σχολιάζει ο Τζέιμς. Όταν έμαθε για την Ελληνική Επανάσταση, συνειδητοποίησε ότι οι επιπτώσεις της ήταν καθοριστικές. «Η Ελληνική επανάσταση επέφερε μια χρονική αλληλουχία γεγονότων που οδήγησαν στην πτώση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και στην ανεξαρτησία της Ελλάδας αλλά και καθόρισε τις παγκόσμιες δυνάμεις που ορίζουν τον σημερινό κόσμο. Προσδιόρισε, επίσης, τη σχέση της Ελλάδας με τον δυτικό κόσμο, ο οποίος ενώθηκε σε έναν κοινό πολιτισμό μέχρι σήμερα και σε μια κοινή αντίληψη των πολέμων ανάμεσα στη Δύση και την Ανατολή». Η έρευνα που έκανε ο Κρις Τζέιμς απαίτησε βάθος χρόνου. Έψαξε να βρει όσο το δυνατόν περισσότερα βιβλία για την Ελληνική Επανάσταση, γραμμένα στην αγγλική γλώσσα. Διαβάζοντας αντικρουόμενες απόψεις ως προς τα γεγονότα, έφτιαξε ένα βιβλίο με αναλυτικό timeline της επανάστασης καθώς και ξεχωριστά βιβλία των 600 σελίδων για κάθε ιστορική μορφή της. Γύρισε, επίσης, την Ελλάδα από τα Ιωάννινα και το Σούλι ως τη Μάνη και τα νησιά προκειμένου να αποκομίσει την αίσθηση των τόπων. Όταν το graphic novel άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά, ο στόχος ήταν η ψυχαγωγία του κοινού και όχι το μάθημα ιστορίας. «Δεν προσπάθησα να γράψω ένα ιστορικό βιβλίο ούτε να διδάξω Ιστορία, αλλά να ευαισθητοποιήσω την κοινή γνώμη σε κάτι εκπληκτικά ενδιαφέρον που πολλοί δεν γνωρίζουν ότι άλλαξε την τροχιά της ιστορίας μας. Πόσοι γνώριζαν ποιος ήταν ο Γουίλιαμ Γουάλας πριν γίνει το «Braveheart» (που κι εκείνο δεν διηγήθηκε την ιστορία του πιστά στα ιστορικά γεγονότα) ή ο Λεωνίδας στις Θερμοπύλες πριν από το «300»; Το εξώφυλλο του «Sons Of Chaos» κλείνει το μάτι ακριβώς σε αυτή την ψυχαγωγική παράμετρο του χολιγουντιανού entertainment όπως την προσδιόρισε η επιτυχία της επικο-ιστορικής περιπέτειας «300» στην οποία ο μύθος μπλέκεται με την Ιστορία: σε μια επιτυχημένη σύζευξη του μάρκετινγκ με την αλήθεια της εποχής, ο απειλητικός έφιππος πολεμιστής δεν είναι άλλος από τον γιο του Αλή Πασά που σαρκάζει τους Έλληνες. «Δεν μπορείς να μην συγκρίνεις το «Sons Of Chaos» με το «300» γιατί και τα δύο graphic novel έχουν παρόμοια μεγάλα βιβλία και μιλούν για μια κρίσιμη περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Η Επανάσταση του ‘21 αφορά αυτούς που γεννήθηκαν σε μια κατάσταση σκλαβιάς και πρέπει να την αποτινάξουν ενώ το «300» εξυμνεί την επική φύση της δράσης και αυτοθυσίας», σχολιάζει ο Κρις Τζέιμς. Όπως το «300» έγινε ταινία έτσι και το κόμικ του Αμερικανού δημιουργού μπορεί μια μέρα να γίνει ταινία (οι πρώτες κρούσεις έχουν γίνει). Επίσης, το τάιμινγκ της κυκλοφορίας του graphic novel συμπίπτει εκπληκτικά με τον εορτασμό των 200 χρόνων από την κήρυξη της Ελληνικής Επανάστασης. Και σίγουρα δεν είναι μόνο αυτή η παράμετρος που το καθιστά επίκαιρο. «Έχουμε γεννηθεί από το Χάος, όπως ξέρουμε από την ελληνική μυθολογία. Οι Έλληνες πήραν αυτό το Χάος και το μορφοποίησαν δημιουργώντας τις ιδεολογίες με τις οποίες ζούμε κατά έναν λειτουργικό τρόπο. Οι κίνδυνοι σήμερα ελλοχεύουν στις επίπλαστες ιδεολογίες και στην τροφοδότηση των πολωτικών ιδεών με αποδιοργανωτικές φωνές, όπως αυτή του προέδρου Τραμπ. Αν αυτές οι ιδέες γίνουν πιο σημαντικές από την ύπαρξη μας, κινδυνεύουμε να βρεθούμε μπροστά σε ένα μη ευχάριστο μέλλον», λέει με πάθος ο Τζέιμς. Και συνεχίζει: «Η ελληνική ιστορία δείχνει ότι οι Έλληνες μπορεί να ενώνονται όταν οι συνθήκες το επιτάσσουν, και αυτή την ώρα υπάρχει η ανάγκη για ένα φωτεινό παράδειγμα. Αν δεν βρούμε μια θαυματοποιό εξισορρόπηση στο τωρινό επίπεδο χάους, κινδυνεύουμε να πάμε πίσω στο παρελθόν. Χρειαζόμαστε άλλο ένα θαύμα να αναζωπυρώσει τη σπίθα της επίγνωσης ότι πρέπει να μείνουμε ενωμένοι και όχι ο ένας κόντρα στον άλλον». Πηγή
  25. Το Searching for Alpha 31 ήταν από τις αυτοεκδόσεις που αιχμαλώτισαν το βλέμμα μου κατευθείαν. Το υπέροχο εξώφυλλο με εμφανείς επιρροές Moebius, τα ψυχεδελικά χρώματα. Το περιεχόμενο σε καμία περίπτωση δε με απογοήτευσε. Πρόκειται για μια συμπαθητική ως προς το σενάριο, ονειρική σχεδιαστικά ολιγοσέλιδη sci-fi ιστορία, εισαγωγή στον κόσμο του Star Rider, που καθώς όπως γράφει στο τέλος η δημιουργός θα υπάρξει συνέχεια στις περιπέτειες του. Σχεδιαστικά η δημιουργός έχει πολλές δυνατότητες και το υπέροχο χρώμα κι η σύνθεση καλύπτουν κάποιες μικροατέλειες στην ανατομία των ανθρώπων. Το κόμικ είναι στα αγγλικά. Απ' ό,τι είδα η δημιουργός Decomposition ονομάζεται Νάσια Στυλίδου και έχει κυκλοφορήσει άλλες τρεις αυτοεκδόσεις , που δεν είχα υπόψιν μου The Eternal Return (2016) This is Just a Research (2017) The Devil Made me Do It (2018) fb instagram
×
×
  • Create New...