Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2019'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 13-09-2019 Υλικό Συλλογής: The Amazing Spider-Man v2 30-35 (June/November 2001) Κλικάρετε πάνω στα tags για τις παρουσιάσεις των υπόλοιπων άλμπουμς. Στην χώρα μας, το run του Στρανζίσκι στο Amazing Spider-Man, παρουσιάστηκε αποσπασματικά, με εκδόσεις που επικεντρώθηκαν στα τελευταία κεφάλαια της πορείας του σεναριογράφου στον τίτλο. Δυστυχώς, μέχρι πρόσφατα, δεν είχαμε την τύχη να δούμε πως ξεκίνησε η πορεία του. Να που ήρθε η ώρα λοιπόν με την σειρά Η Επίσημη Συλλογή Graphic Novels της Marvel της Hachette, η οποία διάλεξε να κυκλοφορήσει ως πρώτο τόμο το The Amazing Spider-Man – Η Επιστροφή, το πρώτο storyline του Στρανζίσκι δηλαδή. Είναι 2001, και η Marvel, συνεχίζοντας την προσπάθεια στο να επαναφέρει τη εταιρία στην κερδοφορία, αναθέτει στον Στρανζίσκι το τίτλο The Amazing Spider-Man ξεκινώντας από το τεύχος 30 του volume 2. Αυτό έκανε μεγάλη εντύπωση την εποχή εκείνη, γιατί δεν ήταν ακόμα σύνηθες, σημαντικά ονόματα του Χόλιγουντ να κάνουν την μετάβαση στο μέσο των κόμικς. Ναι, είχαν φέρει τον Κέβιν Σμιθ στον τίτλο του Daredevil δύο χρόνια πριν, αλλά ο Σμιθ δεν θεωρούνταν ποτέ «μεγάλο κεφάλι» και η δημοφιλία που απολαμβάνει σήμερα δεν ήταν καν κοντά στο επίπεδο που έχουμε συνηθίσει. Αν μη τι άλλο, του έδωσε περισσότερο geek cred. Ο Στρανζίσκι όμως δεν το χρειαζόταν και οι ιδέες που έφερε στον τίτλο, έκαναν την διαφορά σε σύγκριση με οτιδήποτε είχε να προτείνει ένας απλός comic writer. Η σύνοψη είναι από την Ελληνική έκδοση. Οι υπόλοιπες εικόνες περιεχόμενου, είναι από την Αμερικάνικη. Ο σεναριογράφος επίσης δεν ήταν άσχετος με τα κόμικς, μιας και είχε δουλέψει σε τίτλους που βασίζονταν σε τηλεοπτικές σειρές την δεκαετία του ’80, ενώ είχε δημιουργήσει την δική του καταξιωμένη σειρά για λογαριασμό της Top Cow, το Rising Stars. Και ευθύς εξαρχής κάνει την διαφορά στον τίτλο, βάζοντας τον Πίτερ Πάρκερ σε πορεία ωρίμανσης ως χαρακτήρα, με το να γίνεται καθηγητής στο λύκειο που φοίτησε και ο ίδιος. Παράλληλα, γνωρίζει τον Ιεζεκιήλ, ένα άτομο που φαίνεται να έχει τις ίδιες δυνάμεις με αυτόν, ο οποίος του κάνει κάποιες ερωτήσεις που αλλάζουν την οπτική που είχε για την μετατροπή του σε Σπάιντερ-Μαν. Ερωτήσεις που τον ταρακουνούν αλλά εν τέλει τον βάζουν στην κατάλληλη πνευματικά κατάσταση για να αντιμετωπίσει έναν κακό που τρέφεται με την ζωτική δύναμη ηρώων σαν και αυτόν, τον Μόρλουν, για τον οποίο χρειάζεται να σκεφτεί εκτός πλαισίου για να τον νικήσει, με την εναλλακτική να είναι ο θάνατος. Και εκεί έγκειται η διαφορά του Στρανζίσκι, σε σύγκριση π.χ. με τον Σλοτ που τον διαδέχτηκε: Ο Στρανζίσκι όχι μόνο προσθέτει νέα πράγματα στον μύθο του Σπάιντερ-Μαν, αλλά προσπαθεί να το κάνει με σοβαρότητα, παίρνοντας στοιχεία από την παγκόσμια λαογραφία και δοξασίες, αντί να το βγάζει από τον κ**ο του, προσθέτοντας κύρος και αληθοφάνεια. Ναι, μπορεί να μην είναι πάντα επιτυχημένη η εκτέλεση, αλλά η προσπάθεια είναι αξιέπαινη και εν τέλει αναγκαία για την ανάπτυξη ενός χαρακτήρα. Αλλιώς βαλτώνει, μαζί με τις πωλήσεις. Στον τίτλο επίσης συναντάμε και τον John Romita Jr, ο οποίος παραμένει μάστορας την κινηματογραφικής και κινητικής απόδοσης του σεναρίου, διατηρώντας παράλληλα την αισθητική των κόμικς, σε μια εποχή που όλοι περιμένουν ρεαλιστικές - αλλά και πολύ συχνά, στατικές - αποδόσεις. Ως τίτλος λοιπόν για αρχή της σειράς της Hachette, κρίνεται επιτυχημένος από εμένα. Στη Αγγλική έκδοση της σειράς, έχει δημοσιευτεί και το αμέσως επόμενο storyline, το οποίο ελπίζω να δούμε και εδώ. Το αμέσως-αμέσως επόμενο τεύχος πάντως ήταν το 36, που ήταν εκτός σειράς, καλύπτοντας την αντίδραση του Σπάιντερ-Μαν στην πτώση των δίδυμων πύργων, τεύχος που δημοσιεύτηκε και στον τόμο της Espresso το 2007.
  2. Ημερομηνία Κυκλοφορίας στα Ελληνικά: 05-04-2019 Υλικό της Συλλογής: Shazam v1: The New 52 (Justice League v2 00, 07-11, 14-16, 18-21) Με αφορμή το The New 52, η DC Comics είχε εκδώσει μεταξύ 2011-2013, και ένα νέο origin για το άλλοτε αντίπαλο... στις πωλήσεις του Σούπερμαν, του Κάπτεν Μάρβελ (Shazam ως τίτλος για νομικούς λόγους). Μόνο που προφανώς μιας και ο χαρακτήρας είχε προ πολλού πάψει να είναι δημοφιλής λόγω σποραδικής χρήσης και κακομεταχείρισης του, δεν του είχαν εμπιστευτεί έναν δικό του τίτλο. Αντί αυτού, είχαν παρουσιάσει την ιστορία του μέσα στις σελίδες του Justice League που έγραφε ο τοπ συγγραφές της εταιρίας (και μεγάλο-παράγοντας έκτοτε) Τζεφ Τζονς και ένα καταπληκτικό σχέδιο από του superstar σχεδιαστή Γκάρι Φρανκ (Incredible Hulk, Superman). Αυτή την έκδοση βγάζει και στην χώρα μας φέτος η Οξύ, με μια άλλη αφορμή, αυτής της ταινίας που βγήκε τον Απρίλιο του 2019 με πρωταγωνιστή τον Zachary Levi (Chuck, Thor's Fandral), ταινία που διασκευάζει κατά μεγάλο μέρος την ιστορία αυτή. Ο Μπίλι Μπάτσον ένα... αλάνι ορφανός έφηβος που ήδη έχει προ πολλού χάσει την αθωότητα του, επιλέγεται από τον Μάγο Σαζάμ για να γίνει o φορέας της μαγείας και ο υπερασπιστής της γης εναντίον του υπερφυσικού, σε μια μεστή αναπροσαρμογή της προέλευσης του χαρακτήρα. Όχι το πιο αβανταδόρικο, αλλά σίγουρα ένα που λαμβάνει υπόψη τις εποχές που ζούμε. Η επιλογή του Μάγου π.χ. δεν μπορεί να είναι βασισμένη στις ίδιες αξίες με αυτές του κόμικ της δεκαετίας του '40, ούτε η Marvel family να έχει την ίδια σύνθεση με αυτή εκείνης της εποχής. Ακολούθως, οι κακοί έχουν κάπως διαφορετικές συμπεριφορές, αλλά σε βαθμό που δεν ενοχλεί ή αφαιρεί κάτι. Συνολικά, είναι ένας τίτλος που διαβάζεται ευχάριστα και αξίζει για αυτό που προσπαθεί. Σαφώς και δεν είναι η απόλυτη ιστορία του Captain Marvel (που τεχνηέντως δεν αναφέρεται πουθενά ως όνομα μέσα), αλλά μια καλή εισαγωγή στον κόσμο του.
  3. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 08-11-2019 Υλικό Συλλογής: Deadpool: Wade Wilson's War 01-04 (June/November 2010) X-Men Origins: Deadpool (July 2010) Κλικάρετε πάνω στα tags για τις παρουσιάσεις των υπόλοιπων άλμπουμς. Ο πέμπτος τόμος της Επίσημης Συλλογής Graphic Novels της Marvel μας φέρνει τον πρώτο τόμο αφιερωμένο στον Deadpool, και απ' όλες τις απόψεις είναι μέτριος. Η πρώτη από τις δύο ιστορίες, που είχε βγει ως μίνι σειρά υπό την ταμπέλα Marvel Knights, χρησιμοποιεί το μοτίβο του αναξιόπιστου αφηγητή για να μας δείξει έναν Ντέντπουλ να δίνει μαρτυριά μπροστά από μια επιτροπή της Αμερικάνικης γερουσίας, για τα γεγονότα που συνέβηκαν σε μια αποστολή για την οποία κανείς δεν ήξερε πως λάμβανε χώρα, από μια ομάδα που κανείς δεν ήξερε πως υπάρχει, και οδήγησε σε αιματοκύλισμα. Μέλη της ομάδας ήταν ο Ντέντπουλ, η Ντόμινο, ο Στόχος και η Σίλβερ Σέιμπλ. Όμως το αν συνέβηκαν όσα μας αφηγείται, είναι από την αρχή υπό αμφισβήτηση. Το όλο στήσιμο είναι προσχηματικό για να δικαιολογήσει την υπέρμετρη βία και το τρολάρισμα του αναγνώστη. Στο τέλος τίποτα από αυτά δεν θα έχει νόημα να συγκρατήσει ο αναγνώστης μιας και δεν έχει καμιά επίδραση για τις μετέπειτα ιστορίες του χαρακτήρα. Το σχέδιο επίσης είναι αλλοπρόσαλλο, με κάποια στοιχεία να δουλεύουν και κάποια να είναι αποτυχία - στα μάτια μου τουλάχιστον - ιδίως στις φάτσες που εναλλάσσονται μεταξύ καρτούν και Φρανκεστάιν. ΟΙ εικόνες από τα περιεχόμενα προέρχονται από την Αμερικάνικη έκδοση. Στην δεύτερη ιστορία, ο Ντέντπουλ αποφασίζει να βρει μόνος του τον κατάλληλο σεναριογράφο για να μεταφέρει την ιστορία του στον κινηματογράφο, αντί να κάτσει να περιμένει να το κάνουν μόνοι τους, βγάζοντας κάποια πατάτα. Το αποτέλεσμα όμως δεν τον δικαιώνει, παρά την αρχική θετική εμπειρία. Υπόψη, αυτή η ιστορία βγήκε ένα χρόνο μετά το X-Men Origins - Wolverine που είχε βγει στον κινηματογράφο το 2009 και είχε μια απαράδεχτη εκδοχή του χαρακτήρα μέσα. Αυτή την ιστορία την βρήκα καλύτερη απ' όλες τις απόψεις, αλλά και πάλι δεν είναι κάποια ιστορία που θα μου μείνει στην μνήμη.
  4. 2 γυναίκες, από δύο τελείως διαφορετικές αφετηρίες θα συναντηθούν, θα αγαπηθούν και θα ταράξουν τα "ήσυχα" νερά της κανονικότητας κάποιου γαλαξία. Η Vess θα παρατήσει τα πάντα, στην πορεία της να γίνει καλόγρια και να αφιερώσει τον εαυτό της στο Renunciation, την επικρατούσα θρησκεία του γαλαξία. Η Grix δουλεύει ως πιλότος ενός μεταφορικού διαστημόπλοιου για τη Lux, έναν διαπλανητικό κολοσσό, ο οποίος ρυθμίζει και ελέγχει το σύνολο του εμπορίου όλων των ειδών των προιόντων. Και οι δύο, κάθε μια από τη σκοπιά της, την οπτική της και την συγκυρία που της παρουσιάζεται, συνειδητοποιούν ότι Renunciation και Lux κρυφά συνεργάζονται και εκμεταλεύονται τους πολίτες όλων των πλανητών. Και εκεί ξεκινά η κοινή τους πορεία, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τους δύο κολοσσούς που τους καταδιώκουν, με τη βοήθεια του πληρώματος του διαστημοπλοίου της Grix, ενάντια στην ισχύ, όπως φάινεται, όλου του γαλαξία. Νικητής του πρόσφατου βραβείου Eisner, με καλά λόγια να γράφονται και να ακούγονται, έπρεπε, ως λάτρης του sci-fi, να δω, ή ακριβέστερα, να διαβάσω, αν είναι δικαιολογημένος ο θόρυβος. Και με λύπη μου, θα πω ότι όχι, δεν είναι δικαιολογημένος. Η συγγραφέας G. Willow Wilson ( Ms.Marvel, Air, Wonder Woman ), ξεκινάει με μια ωραία ιδέα, αν και αρκετά τετριμμένη. Αυτό προσωπικά δεν με απωθεί απαραίτητα, φτάνει η εκτέλεση να είναι καλή. Εδώ όμως έχουμε σοβαρά προβλήματα ροής, όντας αυτή ανελέητα γρήγορη. Σε κανένα σημείο δεν μπόρεσα πραγματικά να ενδιαφερθώ για τις δύο πρωταγωνίστριες, δεν κατάφερα να τις "γνωρίσω", γιατί όλη την ώρα τρέχουν από κάτι. Μετά την ανάγνωση των πρώτων 10 τευχών, ο μόνος λόγος για τον οποίο κατάλαβα ότι αγαπήθηκαν, είναι διότι είναι οι πρωταγωνίστριες και έτσι έπρεπε να γίνει. Και ενώ στο πρώτο arc ( και πρώτο trade paperback αντίστοιχα ), υπάρχει μια γενικότερη ιστορία και ένας, ή για την ακρίβεια δύο, κακοί, στις μορφές των Renunciation=Επίσημη Θρησκεία=Καθολικισμός και Lux=Εταιρεία που ελέγχει τα πάντα=Amazon, αντί να εξερευνήσει περισσότερο αυτό το μυστήριο, το παρατά σχεδόν τελείως. Στο δεύτερο arc, εμφανίζεται ένας καλός/κακός πειρατής, τύπου Han Solo, ο οποίος στρέφει αλλού το ενδιαφέρον, και έχουμε μια τελείως generic διαστημική περιπέτεια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και αιτία, εγκαταλείποντας έτσι τον κοινωνικό σχολιασμό και την σεναριακή ιδέα που είχε προηγηθεί. Φαντάζομαι θα επιστρέψει σε αυτή στο τρίτο και τελευταίο arc που θα ακολουθήσει, αλλά σε τόσα λίγα τεύχη, το 1/3 αυτών να είναι ουσιαστικά filler, πραγματικά το βρίσκω ασυγχώρητο. Στο σχέδιο, ο Christian Ward, κάνει αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, όχι όλα βέβαια απόλυτα επιτυχημένα. Αυτά που ξεχώρισα ήταν κυρίως το στήσιμο των καρέ του, που ήταν πολυποίκιλο, ευρηματικό και αρκετά σύγχρονο και δυναμικό. Προσπαθεί και παρουσιάζει μια αρκετά 70s psychedelic αισθητική, η οποία βέβαια αναδεικνύεται από τις αντίστοιχης αισθητικής παλέτες του χρωματιστή. Παίζει με καρέ τα οποία πηγαίνουν από full γεμάτα έως αρκετά άδεια. Εκεί που το χάνει είναι στην κίνηση στο διάστημα, η οποία πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη, ακριβώς λόγω των πολλών γραμμών και χρωμάτων, αλλά και στα πρόσωπα, τα οποία χωρίς να είναι άσχημα, εμφανίζονται αδούλευτα. Γενικά φιλόδοξη σχεδιαστική προσπάθεια, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, αλλά μάλλον τείνω ότι τα πρώτα είναι περισσότερα από τα δεύτερα. Αυτό που έμεινα περισσότερη από αυτό το κόμικ, είναι το πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν το Saga. O Vaughan όμως είναι μάστορας στο να χτίζει τις σχέσεις των πρωταγωνιστών του με τον ρυθμό και την ταχύτητα που πρέπει, κάνοντας τον αναγνώστη να νοιάζεται για αυτούς, πράγμα που η Wilson δεν το καταφέρνει. Δεν ειναι κακό κόμικ, και δεν θα έλεγα ποτέ σε κανέναν να μη το διαβάσει, αλλά δεν νομίζω ότι προσφέρει τίποτα ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ίσως το σχέδιο έχει κάτι παραπάνω να πει, αλλά πιο πολύ από πλευράς αισθητικής και "επαγγελματικού ενδιαφέροντος", παρά πραγματικής αξίας και story-telling quality. 10 τεύχη σε 2 trade paperbacks μέχρι τώρα, και άλλο ένα arc το οποίο θα ακολουθήσει και μάλλον θα βγει κατευθείαν σε trade και όχι σε τεύχη. Να γράψω εδώ ότι η σειρά βγαίνει από το Berger Books imprint της κας-πρώην-Vertigo και από άποψη παραγωγής έχουν πέσει λέφτα. Χρυσοτυπίες στα εξώφυλλα, flaps και άλλα που δείχνουν πόσο θέλει η εταιρεία να υποστηρίξει το imprint ή/και το imprint θέλει να προωθήσει τη συγκεκριμένη δουλειά. Το αποτέλεσμα όμως δεν τους δικαιώνει. Πολύ εύκολα δίνουν πλέον τα Eisner μου φαίνεται
  5. Η ΤΚΟ Studios είναι μια νέα εκδοτική εταιρεία για κόμικς, η οποία λειτουργεί με ένα εντελώς πρωτόγνωρο σύστημα: καταρχάς διανείμει τα κόμικς της μόνη της και μέσω του Amazon, που σημαίνει ότι δεν θα είναι εύκολο να βρεθούν σε μη εξειδικευμένα κομιξάδικα. Δεύτερον, εστιάζεται (για την ώρα, τουλάχιστον) σε μίνι σειρές και δεν κυκλοφορεί ένα τεύχος το μήνα, αλλά τα δίνει στην αγορά όλα μαζί, ταυτόχρονα με την κυκλοφορία του τόμου (TPB), αλλά και σε ψηφιακή μορφή (συνήθως, το πρώτο τεύχος κάθε σειράς δίδεται για δωρεάν κατέβασμα). Οι εκδόσεις των τόμων είναι εξαιρετικές (για τα τεύχη δεν έχω άποψη): είναι σαφώς μεγαλύτεροι σε μέγεθος από το συνηθισμένο, κάτι που αναδεικνύει το σχέδιο και τυπωμένοι σε πολύ ωραίο, σκληρό χαρτί. Τρίτον και σημαντικότερο όλων, έχει "αγκαζάρει" κάποια γερά ονόματα, αλλά και κάποια νέα ταλέντα, που όλοι θα φτιάξουν πρωτότυπες ιστορίες. Η ναυαρχίδα λοιπόν της πρώτης φουρνιάς των κόμικς της ΤΚΟ, είναι το παρόν κόμικ. Και είναι η ναυαρχίδα, λόγω των ονομάτων των συντελεστών, αφού έχουμε τρία πολύ μεγάλα ονόματα του χώρου. Ο συγγραφέας Garth Ennis είναι από τους πλέον γνωστούς του χώρου, ακόμη και όσοι δεν πολυασχολούνται με τα κόμικς, το Preacher σίγουρα θα το έχουν ακουστά. Ο σχεδιαστής Steve Epting είναι επίσης ένας από τους καλύτερους σχεδιαστές των αμερικανικών κόμικς, υπερηρωικών και μη, γνωστός κυρίως από το "The Death of Captain America" σε σενάριο του επίσης κορυφαίου Ed Brubaker. Το τρίτο μεγάλο όνομα, λιγότερο γνωστό στο ευρύ κοινό λόγω ειδικότητας, είναι η κολορίστρια Elizabeth Breitweiser, μια από τις καλύτερες στο χώρο των κόμικς, κατά τη γνώμη μου, που έχει κάνει τους χρωματισμούς σε πολλά, εξαιρετικά κόμικς των τελευταίων ετών. Οι Epting και Breitweiser συνεργάστηκαν πριν από τρία περίπου χρόνια με τον Ed Brubaker στο αρκετά καλό κατασκοπευτικό κόμικ Velvet. Η ιστορία αφορά τις μάχες στο Ανατολικό Μέτωπο κατά τη διάρκεια του Β' ΠΠ και πιο συγκεκριμένα τις προσπάθειες των Σοβιετικών να αναχαιτίσουν με κάθε τρόπο την γερμανική επέλαση επιστρατεύοντας ακόμα και γυναίκες σε ρόλο ελεύθερου σκοπευτή εναντίον του εχθρού (σημειώνω εδώ ότι ο Ένις ασχολείται πολύ με το συγκεκριμένο πόλεμο και μάλιστα έχει υπογράψει και κάποιες, νέες περιπέτειες του θρυλικού στην Ελλάδα Johnny Red, οι οποίες εκδίδονται στη χώρα μας στο περιοδικό Μπλεκ). Μια από αυτές, και μάλιστα η καλύτερη, είναι η Σάρα και το κόμικ αφηγείται κάποιες από τις εμπειρίες της στον πόλεμο. Τεχνικά, ο Ένις, αξιοποιώντας συνεργάτες του Μπρουμπέικερ, φαίνεται με μια πρόχειρη ανάγνωση, να προσπαθεί να μιμηθεί λίγο και το συγγραφικό του στιλ με συνεχείς εσωτερικούς μονολόγους, που επεξηγούν την ψυχική διάθεση και κάποιες από τις πράξεις των ηρώων. Αυτή η επιλογή είναι φυσικά αναπόφευκτη σε μεγάλο βαθμό, επειδή υπαγορεύεται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες πολεμούν οι ηρωίδες. Σε αντίθεση με τον Μπρουμπέικερ όμως, αποφεύγει τις πολλές επεξηγήσεις και το λογοτεχνικό στιλ. Κρατά την αφήγηση λιτή και στρωτή και την μετακινεί μέσα στο χρόνο, για να διαφωτίσει τις πράξεις των ηρωίδων. Οι διάλογοι είναι καλογραμμένοι και με μια πιο προσεκτική ανάγνωση, ορισμένοι από αυτούς αποκαλύπτουν πολλά περισσότερα από όσα φαίνονται στην αρχή. Δεν θα υπεισέλθω σε λεπτομέρειες της πλοκής, επειδή δεν θα ήταν σωστό να αποκαλυφθούν κάποια πράγματα, που ο Ένις φροντίζει να μείνουν κρυφά έως το τέλος, εξάλλου η δράση είναι αποσπασματική, κάνει συνεχώς χρονικά άλματα και είναι κυρίως ψυχολογική. Το κύριο θέμα του κόμικ είναι τελικά τι εννοούμε ως πατρίδα και ως συμπατριώτες και γιατί πολεμάμε. Είναι πράγματι εντυπωσιακό, ότι οι αποδεκατισμένοι από τη σταλινική τρομοκρατία Σοβιετικοί συσπειρώθηκαν γύρω από το πρόσωπο του Στάλιν, προφανώς επειδή η άλλη επιλογή ήταν απείρως χειρότερη. Τουλάχιστον ο Στάλιν, ήθελε να τους καθυποτάξει, ενώ ο Χίτλερ δεν θα είχε απολύτως κανένα πρόβλημα να εξολοθρεύσει τους Ρώσους σχεδόν έναν προς ένα, κάτι που τα στρατεύματά του έκαναν με μεγάλη επιτυχία, όποτε τους δόθηκε η ευκαιρία, επιδιδόμενα σε ένα όργιο φρικιαστικής βίας. Μέσα σε όλον αυτόν τον κυκεώνα, λοιπόν, και ευρισκόμενοι ανάμεσα στη χιτλερική σφύρα και το σταλινικό άκμονα, οι Ρώσοι επέλεξαν τον δεύτερο που στο κάτω-κάτω της γραφής, ήταν ένας από αυτούς. Και μάλιστα, τον επέλεξαν, πολεμώντας λυσσαλέα, ακόμα κι αν πολλοί από αυτούς είχαν θύματα από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, ότι όταν είσαι μεταξύ σφύρας και άκμονος, είναι το σφυρί που σε χτυπάει και μάλιστα, στη συγκεκριμένη περίπτωση, οι Ναζί χτυπούσαν ανελέητα. Η πίστη στη μητέρα - πατρίδα, αλλά και οι ασύλληπτες ναζιστικές θηριωδίες κινητοποίησαν τους Ρώσους και τους έδωσαν τελικά τη νίκη, παρά τις τεράστιες απώλειες και παρά το φόβο που είχαν πολλοί για το σταλινικό καθεστώς. Σε αυτό το σημείο, να αναφέρω ότι υπάρχει μια πτυχή του σεναρίου, που ίσως εξοργίσει ορισμένους, αλλά, όπως έγραψα πιο πριν, δεν θα ήθελα να αποκαλύψω λεπτομέρειες της πλοκής. Ο πόλεμος όμως είναι σφαγείο και το αναπόδραστο του θανάτου στοιχειώνει τις πράξεις των στρατιωτών. Σε έναν πόλεμο όλοι, ανεξαρτήτως των ιδανικών τους και το λόγων για τους οποίους πολεμούν, ζουν με δανεικό χρόνο και όταν αυτός εκπνεύσει, εκπνέουν οριστικά και εκείνοι. Για αυτό, ο σωστός στρατιώτης είναι πάντα ψυχολογικά προετοιμασμένος, ότι μπορεί να σκοτωθεί από ώρα σε ώρα: εξάλλου, η έννοια του καθήκοντος, του ηρωισμού, της πατρίδας και της δικαιοσύνης, δεν αρκούν για να προστατεύσουν κανένα γενναίο και κανέναν αθώο. Δεν υπάρχει καμία δικαιοσύνη και καμία λύτρωση στον πόλεμο, μόνο η τύχη κυβερνά τις πράξεις των μαχητών. Και το χειρότερο όλων: ο πόλεμος δεν είναι κόλαση, μόνο επειδή είναι σφαγή, είναι κόλαση, επειδή στερεί από τους ανθρώπους όλες τις επιλογές τους. Από όλους τους στρατιώτες, ο ρόλος του ελεύθερου σκοπευτή είναι ίσως ο πιο ιδιόρρυθμος. Μόνη, χωρίς να περιμένει καμία βοήθεια από κανέναν, η Σάρα πρέπει να υπολογίσει με απόλυτη ακρίβεια τη μία και μοναδική βολή που θα έχει στη διάθεσή της. Κατά κάποιο τρόπο, είναι μόνη απέναντι σε όλο τον εχθρικό στρατό, όπως και όλες οι συντρόφισσές της. Μόνη, απέναντι στον πιθανό θάνατο. Μόνη, χωρίς καν τις σκέψεις της και τις φοβίες της, γιατί το μυαλό πρέπει να είναι καθαρό για τη βολή. Μόνη, χωρίς καν την πολυτέλεια του να έχει τον ίδιο της τον εαυτό στήριγμα. Όταν διαβάσετε το κόμικ μέχρι και την τελευταία σελίδα, θα καταλάβετε ότι οι τέσσερις προηγούμενες παράγραφοι έχουν πολύ συγκεκριμένο νόημα και δεν είναι παραλήρημα δικό μου. ?? Ο Έπτινγκ κάνει εξαιρετική δουλειά στο σχέδιο. Το βάθος πεδίου στις πολλές σκηνές που διαδραματίζονται σε ανοιχτό χώρο είναι εντυπωσιακό και δίνει το απαραίτητο αίσθημα απόστασης (σωματικής και ψυχολογικής), οι σκηνές σε κλειστό χώρο δίνουν την απαραίτητη αίσθηση στριμώγματος, ερχόμενες έτσι σε αντίθεση με τις υπόλοιπες, οι ηρωίδες και οι ήρωες είναι πολύ καλά σχεδιασμένοι, αφού ο σχεδιαστής έχει συλλάβει όλες τις ψυχικές διαθέσεις τους, που είναι απαραίτητες, για να καταλάβουμε αυτά που χρειάζεται και κυρίως αυτά που το σενάριο αφήνει ηθελημένα ασαφή. Επιπλέον, σε συνεννόηση προφανώς με τον Ένις, αποφεύγει κάθε φρικιαστική λεπτομέρεια του πολέμου. Δεν χρειάζεται πάντα να δείξεις το θάνατο, ούτε κουβάδες αίματος, για να κάνεις εντύπωση, παρά αρκεί η επίδραση του θανάτου σε όσους επέζησαν και λίγες πιτσιλιές αίμα, για να δοθεί ένα μεγάλο δραματουργικό αποτέλεσμα. Αλλά και η Μπρέιτγουέιζερ μεγαλουργεί με τους χρωματισμούς της, σίγουρα το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς αυτούς. Οι εσωτερικές σκηνές έχουν - και σωστά - μια κλειστοφοβική αίσθηση, ενώ οι σκηνές στην ύπαιθρο κυριαρχούνται από αποχρώσεις του λευκού σε σημείο, όπου αισθάνεσαι το χιόνι. Κάθε χρωματική αντίστιξη, κάθε σκιά, έχει τη σημασία της και διαδραματίζει κάποιο ρόλο στην πλοκή. Ελπίζω να έψησα κόσμο να διαβάσει αυτό το αξιόλογο κόμικ και προσωπικά περιμένω να διαβάσω κι άλλα πράγματα από την ΤΚΟ. Μια ελαφρώς τροποποιημένη εκδοχή αυτής της παρουσίασης αναρτήθηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  6. Το βασικό συστατικό κάθε αφήγησης είναι η απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Κάθε έργο τέχνης δείχνει την πραγματικότητα, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης και όχι έτσι όπως είναι, αν φυσικά δεχτούμε, ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα, που τη βλέπουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και τα ντοκιμαντέρ, δεν μπορούν παρά να συλλάβουν ένα κομμάτι του κόσμου μας, όσο πιστές κι αν παραμένουν κατά τα άλλα σε αυτόν. Η λογοτεχνία πάσχει από αυτό το πρόβλημα: ο λογοτέχνης, οφείλει να βρει τις κατάλληλες λέξεις, για να αναπλάσει την πραγματικότητα, όπως εκείνος νομίζει, αλλά κάθε λέξη που επιλέγεται, είναι ενδεχομένως μια απομάκρυνση από τα γεγονότα. Και αν σκοπός του είναι η όσο το δυνατόν ακριβέστερη εξιστόρηση των γεγονότων, οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία. Ο Χένρυ Χένρυ (σαφής αναφορά στον αναξιόπιστο αφηγητή της "Λολίτας" του Ναμπόκοφ) θέλει πολύ να γίνει συγγραφέας, αλλά του λείπει το πιο βασικό: το ταλέντο. Και έχει και τη μάλλον ενοχλητική συνήθεια να μεταφράζει έργα, τα οποία τα πειράζει λίγο, θεωρώντας, ότι έτσι τα βελτιώνει. Είναι εντελώς αποτυχημένος, αλλά αρνείται να το παραδεχτεί, παρόλο που του το λένε όλοι. Επίσης, ο Χένρυ είναι προστατευόμενος ενός πολύ επιτυχημένου συγγραφέα φαντασίας, του Άρθουρ, ο οποίος βρίσκεται στο νοσοκομείο με Αλτσχάιμερ. Ο Χένρυ θα προσπαθήσει να οικειοποιηθεί το τελευταίο του χειρόγραφο και να το “βελτιώσει”, αλλά μόλις γυρίσει σπίτι του, θα δεχτεί μια επίσκεψη από ένα υπερφυσικό ον, τη Μούσα, η οποία θα τον οδηγήσει σε ένα περίεργο μέρος, το Fearscape, όπου οι ανθρώπινοι φόβοι έχουν σάρκα και οστά. Ο Χένρυ θα υπερνικήσει τους φόβους, θα εκδώσει το βιβλίο του Άρθουρ χρησιμοποιώντας το δικό του όνομα και θα γίνει διάσημος και όλα θα πάνε καλά. Ή μάλλον όχι: τίποτα δεν θα πάει καλά. Βλέπετε, ξέρουμε από την αρχή, ότι ο Χένρυ λέει ψέμματα ή για να είμαι ακριβέστερος, “εξωραΐζει” την αλήθεια. Θα μου πείτε, ότι αυτό κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες, όπως έγραψα στην αρχή. Ναι, αλλά η διαφορά είναι ότι ο Χένρυ όντως πιστεύει ή θέλει να πιστέψει αυτά που γράφει. Ξέρουμε ότι ο Χένρυ έχει μπερδέψει τη φαντασία με την πραγματικότητα, τη μυθοπλασία με την αλήθεια, ξέρουμε ότι ο Χένρυ είναι ο ορισμός του αναξιόπιστου αφηγητή, όχι όμως για να ξεγελάσει εμάς, αλλά εκείνον. Αυτό που δεν ξέρουμε, αν και ο σεναριογράφος, Ryan O’Sullivan, μας δίνει κάποια στοιχεία κατά τη διάρκεια της υπόθεσης, είναι το τι έχει συμβεί, ποιος είναι ο φόβος του Χένρυ. Εμείς όμως δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα στοιχεία, γιατί ξέρουμε από την αρχή του κόμικ, ότι ο Χένρυ είναι ψεύτης. Κι έτσι, παγιδευόμαστε με τη σειρά μας μέσα στο λαβύρινθο, που έχει στήσει ο Χένρυ στον ίδιο του τον εαυτό. Αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, την εικονογραφεί με εξαιρετικό τρόπο ο Andrea Mutti και τη χρωματίζει επίσης πολύ ωραία ο Vladimir Popov. Τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας συγχέονται αξεδιάλυτα, έως την τελική και αναπόφευκτη έκβαση. Οι οπτικές ιδέες του κόμικ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες (για παράδειγμα, η ιστορία ξεκινά με μια λευκή σελίδα, όπου υπάρχουν τα συννεφάκια της αφήγησης) και κάποιες συμβάσεις των κόμικς χρησιμοποιούνται με ενδιαφέροντα τρόπο. Αρκετά καλό κόμικ, που πιστεύω, ότι κερδίζει περισσότερο στη δεύτερη ανάγνωση, όταν πια το διαβάζουμε έχοντας την εμπειρία της πρώτης. Σίγουρα δεν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες, που παρέχει το σενάριο, αλλά είναι κάτι που αξίζει να διαβάσετε. Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  7. H Shudder-To-Think είναι μια μικρή, σκοτεινή και καταθλιπτική μικρή πόλη στην Pennsylvania των ΗΠΑ. To παλιό ορυχείο, που παλιά έδινε δουλειές και ζωή στην πόλη, είναι πλέον κλειστό. Στα βάθη του, σιγοκαίει η φωτιά η οποία απειλεί να καταστρέψει την περιοχή. Ταυτόχρονα, στο δάσος που περιβάλλει τη πόλη, κυκλοφορούν περίεργα ζώα που μοιάζουν με ελάφια, αλλά έχουν γυναικεία μορφή. Περιέργες φιγούρες, σαν καμμένοι άντρες, εμφανίζονται σε κρίσιμες στιγμές και πολλές γυναίκες της πόλης εξαφανίζονται, πολλές φορές για αρκετές ημέρες, και όταν εμφανίζονται δεν θυμούνται τίποτα. Σε αυτό το υπόβαθρο, ένα ζευγάρι δύο συμμαθητριών, οι οποίες έχουν ερωτικές σχέσεις σε κόντρα με την συντηρητική κοινωνία της μικρής πόλης, ξυπνάνε σε έναν κινηματογράφο, έχοντας ξεχάσει τι συνέβη τις 2 προηγούμενες ώρες. Από εκεί και μετά, ξεκινάνε την προσπάθεια τους να εξηγήσουν το δίωρο κενό τους αλλά και να λύσουν τα προβλήματα που βασανίζουν την πόλη. Δεν είμαι ιδιαίτερος φαν των horror comics, αλλά το σημαντικότερο και το καλύτερο προσόν που έχει το συγκεκριμένο, και ο κύριος λόγος για τον οποίο με κέρδισε, είναι ότι δίνει έμφαση στον ψυχολογικό τρόμο και την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, παρά στις σπλατεριές και το κομμένα κεφάλια. Η συγγραφέας Carmen Maria Machado, με αρκετά βραβεία για τα διηγήματα και τις μικρές της ιστορίες, γράφει εδώ το πρώτο της σενάριο για κόμικ, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, αν και με τα αναμενόμενα θεματάκια που προκύπτουν από την έλλειψη εμπειρίας της στο μέσο. Πρώτα από όλα, θεωρώ βασικό ότι πρέπει να διαβαστούν και τα 6 τεύχη μαζί, γιατί ειδικά τα 2 πρώτα, έχουν πολύ worldbuilding, πολύ μυστήριο αλλά σχεδόν καθόλου δράση και ελάχιστες ενδείξεις για το που πάει η ιστορία. Και ενώ πραγματικά υπάρχει ένα έξυπνα δομημένο μυστήριο, και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται σε βάζει "μέσα" στις 2 πρωταγωνίστριες και στο βαρύ περιβάλλον μιας εγκαταλειλειμένης επαρχιακής πόλης, τα υπόλοιπα, τα γύρω-γύρω, μένουν ελαφρώς αδούλευτα και σε πρώτο επίπεδο. Έχουμε δευτερεύοντες χαρακτήρες, στους οποίους δίνεται μια "προσωπικότητα", χωρίς όμως αυτή να καλλιεργηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, καθώς επίσης και παρατηρούμε ενέργειες των πρωταγωνιστριών οι οποίες δεν δικαιολογούνται, ή μάλλον καλύτερα, δεν αιτιολογούνται επαρκώς. Συνολικά δηλαδή, έχουμε μια αρκετά καλή γενική ιδέα και μια καλή επεξεργασία και παρουσίαση αυτής, με τα υπόλοιπα να μπαίνουν σε δεύτερο ρόλο. Παρ' ολα αυτά, και με τις παραπάνω αδυναμίες, συνολικά το σενάριο είναι σφιχτό και σε κρατάει και αν ξεπεράσεις το μουδιασμένο ξεκίνημα των 2 πρώτων τευχών, μετά συνεχώς ανεβαίνει. Έχουμε βέβαια και εδώ το φαινόμενο του να γίνονται πολλά πράγματα στο προτελευταίο επεισόδιο, αλλά η δόμηση του τελευταίου ήταν τέτοια, που με άφησε με μια αίσθηση ικανοποίησησης. Στο σχέδιο, η ελληνιδα Dani, η οποία μπαίνει απόλυτα στο ζουμί της ιστορίας και κυριότερα, στο ζουμί της ατμόσφαιρας που δημιουργεί η ιστορία. Παρόλο που είμαι fan των πιο "γεμάτων" και παραδοσιακά όμορφων σχεδίων, δεν μπορώ να μη παραδεχθώ ότι το ελαφρώς artistic/scratchy/underground στυλ το οποίο έχει η Dani ταιριάζει εδώ απόλυτα, καθώς και η πανέξυπνη χρήση του αρνητικού χώρου, στοιχείο που την ξεχωρίζει στον ελληνικό χώρο. Η χρήση των καρέ είναι πολύ έξυπνη, όπως και η χρήση των κοντινών είναι ακριβώς όποτε χρειάζεται, χωρίς να γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού. Ξεχωρίζουν άλλωστε 1-2 splash που έβαλε, στα οποία φαίνεται η ματιά του δημιουργού, και τα οποία είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Παρατήρησα βέβαια 1-2 ανισότητες στο σχεδιασμό των σωμάτων των πρωταγωνιστριών, αλλά αυτά δεν ήταν ικανά να μου χαλάσουν την πολύ καλή γενική εντύπωση. 6 τεύχη τα οποία μαζεύτηκαν σε ένα όμορφο σκληρόδετο regular-sized τομάκι, format το οποίο είναι μέχρι τώρα η επιλογή όλων των σειρών που βγαίνουν από το imprint του Joe Hill. Αρκετά καλή δουλειά, διαβάστηκε πολύ ευχάριστα και άφησε καλή αίσθηση. Ένα 7/10 άξιο και τίμιο. Διαβάστε το!
  8. O Perdita είναι ένας πλανήτης ο οποίος θεωρείται ότι είναι η Γη της επαγγελίας για δύο διαφορετικούς λαούς. Από τη μία έχουμε τους Rans, φιλειρηνικούς και εργατικούς, οι οποίοι ήρθαν στον Perdita για να τον αποικίσουν και να δημιουργήσουν την μελλοντική τους πατρίδα. Από την άλλη έχουμε τους Tayans, μια φυλή από πολεμοχαρείς πολεμιστές οι οποίοι δεν σκοπεύουν να σταματήσουν πουθενά για να πραγματοποιήσουν το όνειρο τους για μια καινούρια πατρίδα. Ο μισός πλανήτης είναι ακατοίκητος, γιατί εκεί περιφέρονται γιγάντια όντα, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως θεοί. και επιτίθενται σε όποιους κάνουν το λάθος να εισέρχονται στην περιοχή τους. Οι Lumani, γηγενείς κάτοικοι του πλανητή, φαινομενικά πρωτόγονοι και υποανάπτυκτοι τεχνολογικά, βρίσκονται στον πλανήτη για τον προστατεύουν από τις αχόρταγες ορέξεις των αποίκων. Η Sonata, κόρη του αρχηγού των Rans, μια νεαρή κοπέλα που δεν υπακούει στους κανόνες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην γη των γιγάντων, των κοιμώμενων θεών όπως τους αποκαλούν, για να λύσει το μυστήριο της καταγωγής των δύο λαών, και σε αυτή της τη προσπάθεια, θα συνεργαστεί, και στη συνέχεια θα ερωτευτεί, με τον Pau, τον γιο του αρχηγού των Tayans. Τι ακριβώς είναι οι κοιμώμενοι θεοί και ποια είναι ακριβώς η σύνδεση τους με τους 2 αντιμαχόμενους λαούς; Ποιο ακριβώς είναι το παρελθόν των Lumani και ποιος ο ρόλος που θέλουν να επιτελέσουν στον Perdita; Είναι όλα όπως φαίνονται, ή κρύβεται κάποιο μυστικό πίσω την ίδια την ύπαρξη του Perdita; Ανάμεικτα συναισθήματα μου άφησε η ανάγνωση της συγκεκριμένης σειράς. Μιλάμε προφανώς για μια space opera, η οποία δεν κρύβει τις επιρροές της από το όλες τις μεγάλες επιτυχίες του είδους, και μου προκάλεσε έντονη την αίσθηση ότι θέλει να γίνει το καινούριο Saga. Ο συγγραφέας David Hine ( Spawn, Spider-Man:Noir, Strange Embrace κ.α. ), τον οποίο είχαμε γνωρίσει σε ένα AthensCon πριν μερικά χρόνια, έχει στήσει έναν μεγάλο κόσμο, και αφηγείται μια ιστορία με αρκετές έξυπνες ιδέες. Πολλές από αυτές βέβαια είναι συνδυασμός όλων των κλισέ που έχουμε συναντήσει στο είδος, αλλά τις εμπλουτίζει με αρκετά πρωτότυπα στοιχεία, ώστε να καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι το οποίο μπορεί να σταθεί στα δικά του πόδια με αξιώσεις. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι οι διάλογοι είναι ελαφρά ( έως αρκετά ) ανέμπνευστοι και ξύλινοι. Ενώ υπάρχει ζουμί πίσω από τους χαρακτήρες, όσο αρχετυπικοί και αν είναι αυτοί, η στάση τους και η αντιμετώπιση του κόσμου γύρω τους είναι τόσο "βασική" και αναμενόμενη, που δεν αφήνει να δημιουργήθει ( στον αναγνώστη ) η αίσθηση μιας ρεαλιστικής ιστορίας. Και ενώ χτίζεται κάτι τόσο ωραία γύρω τους, η σχεδόν απαθής και ταυτόχρονα απόλυτα προβλεπόμενη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών, σε βγάζει από το "παραμύθι" μιας κινηματογραφικής εμπειρίας και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια "γρήγορη" και low-budget τηλεοπτική παραγωγή. Στο σχέδιο βρίσκεται ο Brian Haberlin ( Spawn, Cyberforce, Faster Than Light ), o οποίος μου έβγαλε πολύ έντονα 90s vibes από την προσπάθεια του. Εχει ωραίες ιδέες, οι θεοί/γίγαντες είναι διαφορετικοί, αποδίδονται σωστά στο μέγεθος και στην δύναμη τους, και ο πλανήτης αποδίδεται όμορφα τόσο στην αισθητική όσο και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Δεν μπορώ να πω όμως το ίδιο για τους ανθρωπόμορφους χαρακτήρες, οι οποίο είναι αρκετά ξύλινοι, εκφραστικοί μεν, αλλά λίγο αδιάφορα σχεδιασμένοι και προβληματικοί στις κινήσεις τους. Πράγμα που κάνει χειρότερο η προτίμηση για πάρα πολλά κοντινά καρέ, πολλές φορές χωρίς κάποιο background, και με την ταυτόχρονη αίσθηση ότι δημιουργηθήκαν ξεχωριστά και "τοποθετηθήκαν" μετά πάνω στο υπόλοιπο καρέ. Συνολικά δεν είναι κακό, και σίγουρα περνάει με άνεση το μέσο όρο, κυρίως λόγω του γίνεται στο βάθος και όχι μπροστά στην κάμερα. H συνολική μίξη fantasy, sci-fi και steampunk στοιχείων είναι συνολικά επιτυχημένη πάντως. Μέχρι στιγμής έχουν βγει 12 τεύχη, τα οποία μαζεύτηκαν σε 2 ( αρκετά προσεγμένα ποιοτικά και πάνω από τα συνηθισμένα της Image) trade paperbacks, τα οποία και διάβασα για να γράψω αυτή τη παρουσίαση. Δεν ξέρω αν θα συνεχιστεί η σειρά, μια και το #12 βγήκε τον περασμένο Αυγουστο, αλλά την εποχή της πανδημίας δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα. Δεν είναι κορυφαίο, αλλά ένα 7/10 το παίρνει για εμένα που μου αρέσουν τα sci-fi. Να αναφέρω εδώ ότι η ίδια δημιουργική ομάδα γράφει τώρα το The Marked, πάλι από την Image.
  9. Εν όψει της επαιτείου των 200 ετών από την εθνική παλιγγενεσία, ένας Αμερικανός σεναριογράφος (ο οποίος ήταν και καλεσμένος στο τελευταίο AthensCon της περασμένης δεκαετίας) και ένας Αργεντίνος σχεδιαστής, έκατσαν και έφτιαξαν ένα graphic novel που προσπαθεί υπερβολικά πολύ να φτάσει το 300. Οι Γιοι του Χάους διαδραματίζονται στη βόρεια Ήπειρο των αρχών του 19ου αιώνα, όπου ο τοπικός άρχοντας Αλή Πασάς καταστρέφει το Σούλι και ο μικρός Μάρκος Μπότσαρης ορκίζεται εκδίκηση. Κάπου εκεί χάνεται εξαρχής η σεναριακή μπάλα. Σύμφωνοι, πρόκειται για ιστορική μυθοπλασία, όμως προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι. Στο ίδιο το site του comic θεωρείται το Ελληνικό "Οι Άθλιοι", αλλά και "Game Of Thrones". Καταντάει όμως φθηνό fanfiction, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των τριών chapters, καθώς μιλάμε για ένα comic καθαρής έκτασης 170 (!) σελίδων. Ακόμα και τα ελάχιστα ιστορικά γεγονότα που υπάρχουν, πάσχουν από έντονη μυθοπλασία σε βαθμό ύψιστου κριντζισμού. Σχεδιαστικά, ο Aragon είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να το ξεφυλίσσετε αφού κρατάει σταθερό τον πήχη αυτού του κακογραμμένου wannabe 300 fanfiction και θα ήθελα να τον δω σε περισσότερα projects. Τον Jaymes δεν θέλω να τον ξαναδιαβάσω. Στην τελική, είναι μια ακόμα τυπική Αμερικανιά επιπέδου Αλέξανδρος, που δανείζεται στοιχεία από τους 300 και θα το τοποθετούσα ελάχιστα πιο πάνω από το τρισάθλιο Xerxes. Έχει εκδοθεί σε σκληρόδετο από την IDW, ενώ υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή. Άρθρα που το δοξάζουν: ~Έθνος ~Athens Voice ~ThePressProject ~Εφημερίδα Των Συντακτών
  10. Για 50 χρόνια, οι γυναίκες της οικογένειας Banks, είναι οι καλύτεροι διαρρήκτες της πόλης του Σικάγο. Είναι όμως διαρήκτες με ένα κώδικα τιμής. Ποτέ δεν κλέβουν περισσότερα από όσα χρειάζονται και ποτέ δεν επιδεικνύουν τα πλούτη τους. Παίρνουν όσα χρειάζονται για να αναθρέψουν τα παιδιά τους και να ζουν μια ήσυχη, μικροαστική ζωή. Όλα αυτά όμως τελειώνουν με την τρίτη κατά σειρά, και νέωτερη, Banks, η Celia. Εκείνη δεν θέλει να ακολουθήσει το επάγγελμα της οικογένειας, σπουδάζει και πιάνει δουλειά σε μια τράπεζα. Όταν όμως την παραγκωνίζουν στη δουλειά, βιώνοντας για πρώτη φορά ταυτόχρονα και τον φυλετικό ρατσισμό, αλλά και τον σωβινισμό, αποφασίζει να συνεργαστεί με την μητέρα της και τη γιαγιά της, σε μια προσπάθεια να εκδικηθεί τα πρώην της αφεντικά και τον υπεύθυνο για τον θάνατο του παππού της. Στην ιστορία εμπλέκεται και μιά αστυνομικός η οποία , εδώ και πολλά χρόνια, υποπτεύεται την οικογένεια της αλλά και ένας μαφιόζος, ο οποίος έχει ένα περίεργο δεσμό με το παρόν και το παρελθόν της οικογένειας Banks. Άλλη μια αξιόλογη πρόταση από την καινούρια εκδοτική ΤΚΟ, ένα heist κόμικ, με το επιπλέον στοιχείο ότι οι πρωταγωνιστές είναι γυναίκες και μαύρες. Στα πλαίσια του diversification των τελευταίων λίγων ετών, κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει, αλλά το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η ιστορία, αν και αρκετά "ειπωμένη" και κλισέ, εδώ δίνεται με φρέσκια ματιά και αρκετά καλογραμμένο σενάριο. Το οποίο γράφει η Roxane Gay, με μικρό παρελθόν στα κόμικς αλλά ενδιαφέρον βιογραφικό σε ταινίες και σειρές. Και γράφει ακριβώς έτσι, σύγχρονα και γρήγορα, κοφτά, χωρίς πολλές περιγραφές αλλά με ζωντάνια και φυσικότητα. Παρουσιάζει όμορφα τις 3 πρωταγωνίστριες, με τα αντίστοιχα flashbacks που μας δίνουν τις ζωές τους και τα κίνητρα τους, και παρόλο που πιστεύω ότι θα μπορούσε να δωθεί περισσότερη έμφαση στο charecterization, για την πολυπλοκότητα της ιστορίας και για τα 6 τεύχη "χώρο" που είχε να δουλέψει (αυτό είναι το format όλων των σειρών της ΤΚΟ), η ισορροπία μεταξύ αυτού και της προώθησης της πλοκής ήταν παραπάνω από ικανοποιητική. Χωρίς να μένεις έκπληκτος από την πρωτοτυπία, χωρίς να υπάρχει κάποια σημαντική WTF στιγμή, το δέσιμο όλων νημάτων της ιστορίας και κυρίως οι έξυπνοι διάλογοι της, δημιουργούν μια τελική εντύπωδη η οποία είναι πολύ πάνω από το μέσο όρο. Σχέδιο κάνει η Ming Doyle, η οποία και Hellblazer έχει κάνει, και το Kitchen στη Vertigo έχει σχεδιάσει, και με τον Brian Wood στην Boom! έχει συνεργαστεί. Εμπειρία έχει δηλαδή, και φαίνεται στη συγκεκριμένη σειρά καθώς δεν σχεδιάζει μεν τίποτα εντυπωσιακά (δεν έχει και τέτοιες απαιτήσεις το σενάριο καθώς είναι τελείως urban και street level), αλλάμε ποικιλία στα καρέ της και ατού τις εκφράσεις των προσώπων, παρουσιάζει επιτυχημένα το υπόβαθρο της ιστορίας. Και αν δεν, όπως προείπα, εντυπωσιάζει, αυτό που σίγουρα καταφέρνει είναι να δημιουργήσει συναισθήματα και να αποτυπώσει τέλεια αυτά των πρωταγωνιστών που σχεδιάζει. 6 τεύχη όπως προείπα, σε μεγαλύτερο μέγεθος από το τυπικό αμερικάνικο, αλλά και ένα trade paperback , και αυτό σε μεγαλύτερο μέγεθος, το οποίο περιέχει αυτά ακριβώς τα 6 τεύχη. Δεν θα σας αλλάξει τη ζωή, αλλά σίγουρα θα περάσετε καλά διαβάζοντας το.
  11. Το Collapser ανήκει στη σειρά "Young Animal" της DC, σε σενάριο των Mikey Way και Shaun Simon, σχέδιο από τον Ηλία Κυριαζή και χρώμα από την Cris Peter και μόλις ολοκληρώθηκε σε 6 τεύχη. Η υπόθεση ακολουθεί τη ζωή του υπεραγχώδη Liam James, που δουλεύει ως νοσοκόμος σε γηροκομείο, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να πετύχει ως DJ. Η καθημερινότητά του θα αλλάξει απότομα, όταν θα παραλάβει ένα δέμα, σταλμένο από την πρόσφατα αποθανούσα μητέρα του, που περιεχέι μια ... μαύρη τρύπα. Η μαύρη τρύπα θα ενωθεί μαζί του ως παρασιτικός οργανισμός και θα του δώσει νέες δυνάμεις αλλά και νέα προβλήματα, προσωπικού και συμπαντικού τύπου. Οι δημιουργοί Mikey Way και Shaun Simon δίνουν μια ιστορία με αρκετούς πειραματισμούς κι ανατροπές για το υπερηρωικό είδος, με αρκετά στοιχεία sci-fi, comedy, slice of life, που θυμίζει αρκετά Vertigo σε φάσεις. 'Έτσι κι αλλιώς μετά το κλείσιμό της η Vertigo έχει ουσιαστικά "διασπαστεί" ανάμεσα σε Black Label, Young Animal και The Sandman Universe. Σχεδιαστικά τώρα: είναι η καλύτερη δουλειά του Κυριαζή που έχω δει ως τώρα και με χαροποιεί ιδιαίτερα ότι δε μένει στατικός, αλλά εξελίσσεται συνεχώς. Η σχεδιαστική του παλέτα διευρύνεται πολύ κι έχουμε υπέροχες εναλλαγές ανάμεσα στην αποτύπωση της καθημερινότητας και στις ευφάνταστες sci-fi σκηνές. Τα χρώματα της Cris Peter τέλος, φωτίζουν και αναδεικνύουν το σχέδιο του Κυριαζή και συνολικά έχουμε ένα πολύ αρμονικό αποτέλεσμα. Μπορώ να πω ότι το εικαστικό κομμάτι είναι από τα πιο δυνατά στοιχεία του Collapser. Η υπόθεση κρατάει το ενδιαφέρον, αν και δεν ξεφεύγει από το κλασικό μανιχαϊστικό δίπολο, κακό εναντίον καλού. Ο χαρακτήρας του Liam εξελίσσεται ικανοποιητικά, αλλά οι β ρόλοι και οι villains της ιστορίας είναι αρκετά μονοδιάστατοι. Κατανοητό, δεδομένου το πόσα τεύχη είχε η σειρά. Αν είχε κάποια τεύχη ακόμα, οι χαρακτήρες θα μπορούσαν να αναπνεύσουν περισσότερο και να αλληλεπιδράσουν πιο ουσιαστικά μεταξύ τους. Ακόμα κι έτσι όμως, το κόμικ λειτουργεί μια χαρά, απλά του λείπει αυτό το κάτι παραπάνω. Εκτίμησα ότι το κόμικ εισάγει ένα καινούριο υπερήρωα, αντί να ξεθάψει κάποιον απ' αυτούς που έχουν στο σκονισμένο μπαουλο της DC. Η ροή είναι πολύ καλή και μπορώ να πω ότι overall είναι ένα διασκεδαστικό κι ενδιαφέρον κόμικ.
  12. Μιας που το Watchmen του HBO κέρδισε πρόσφατα 11 Emmy, είπα να ανεβάσω τα recaps των επεισοδίων, να υπάρχουν και εδώ και να τα συζητήσουμε με όσους την έχουν δει ή πρόκειται να την δουν σύντομα. Τα κείμενα είχαν δημοσιευτεί αρχικά ΕΔΩ. Επεισόδιο 1ο - It’s Summer and We’re Running Out of Ice Ένα απ’ τα ιδιαίτερα αφηγηματικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο Alan Moore για να χτίσει των κόσμο στον οποίον διαδραματίζεται το Watchmen, ήταν η χρήση “ντοκουμέντων” (αποσπασμάτων από βιβλία, έγγραφα κλπ), καταφέρνοντας να προσφέρει με πρωτότυπο τρόπο διάφορες λεπτομέρειες για το παρελθόν, το παρόν -και γιατί όχι- και για το μέλλον των χαρακτήρων του. Στην ταινία, αυτή η πτυχή της ιστορίας δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τον Zack Snyder, φαντάζομαι για λόγους αφηγηματικής οικονομίας, ωστόσο η τηλεοπτική δομή της σειράς ευνοεί τέτοιους πειραματισμούς. Ευτυχώς, ο Lindelof εκμεταλλεύεται την ευκαιρία ξεκινώντας τη σειρά με μια ασπρόμαυρη, βωβή ταινία, στην οποία πρωταγωνιστεί ο πρώτος μαύρος αστυνομικός. Άραγε, πόσες υπερηρωικές σειρές (ή και ταινίες) ξεκινάνε με μια βωβή ταινία του ’20;! Η δράση του ενάντια στην KKK και η πίστη του στο νόμο θα εμπνεύσει και θα προσφέρει ελπίδα στον μαύρο πιτσιρικά που παρακολουθεί την ταινία σ’ ένα άδειο σινεμά υπό τους ήχους της μουσικής που παίζει η μητέρα του στο πιάνο, στην αγωνιώδη προσπάθεια της να σκεπάσει τους ήχους των πυροβολισμών που λαμβάνουν χώρα έξω απ’ το σινεμά. Αμέσως μετά, θα εμφανιστεί ο άντρας της, θα διακόψει απότομα την προβολή, θα αρπάξει τον μικρό στην αγκαλιά του και οι τρεις τους θα βγουν έξω στο δρόμο, όπου μαύροι σκοτώνονται ο ένας μετά τον άλλον. Σε άλλη μια πιστή στο πνεύμα του κόμικ αφηγηματική επιλογή, ο Lindelof αποφασίζει να μας εισάγει στον κόσμο της σειράς του μεταφέροντας μας στην Tulsa του 1921, όπου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη ρατσιστική σφαγή στην αμερικάνικη ιστορία, η οποία ακόμα και σήμερα παραμένει αρκετά άγνωστοι στους Αμερικάνους (αλλά και γενικότερα). Παράλληλα, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι μια απ’ τις πιο βασικές, ίσως η βασικότερη θεματική της σειράς, θα περιστρέφεται γύρω απ’ το φυλετικό ζήτημα, που άλλωστε τόσο πολύ απασχολεί και τη σύγχρονη Αμερική. Η τόσο κατατοπιστική για το κλίμα και την κατεύθυνση της σειράς σκηνή θα ολοκληρωθεί με να ξυπνάει στη μέση του πουθενά, περικυκλωμένο από πτώματα και ένα βρέφος που ακούγεται να κλαίει λίγο παραδίπλα. Το τυλίγει με κάτι που θυμίζει αμερικάνικη σημαία, το παίρνει στην αγκαλιά του και ακολουθεί έναν δρόμο προς το άγνωστο. Χρόνια αργότερα, το 2019, βρισκόμαστε πάλι στον ίδιο δρόμο (μάλλον), στο οποίο διέρχεται ένα όχημα. Ο οδηγός του, ο οποίος σύντομα θα αποδειχτεί μέλος ακροδεξιάς οργάνωσης, οδηγεί χαλαρός ακούγοντας χιπ χοπ (ρατσιστής με ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες, πρώτη επίδειξη του πειραγμένου χιούμορ της σειράς), όταν θα τον σταματήσει ξαφνικά ένα περιπολικό. Σε μια τυπική σκηνή, ο αστυνομικός θα ήταν λευκός, ο οδηγός μαύρος και τα πράγματα δεν θα εξελίσσονταν καθόλου καλά για τον δεύτερο. Εδώ, η κατάληξη μένει ίδια, οι ρόλοι όμως αλλάζουν. Όση ώρα ο αστυνομικός ρωτάει πληροφορίες τον ταραγμένο οδηγό η κάμερα δεν δείχνει ποτέ τον αστυνομικό. Χρειάστηκε μια ειρωνική απάντηση του οδηγού -“Εγώ μπορώ να δω το πρόσωπο σου;”- για να μάθουμε τελικά ότι οι αστυνομικοί κρύβουν τα πρόσωπα τους φορώντας μια έντονη κίτρινη μάσκα. Ο μαύρος αστυνομικός ζητάει την άδεια οδήγησης, ο οδηγός ανοίγει το ντουλαπάκι και κάπου ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα αχνοφαίνεται κάτι που θυμίζει μάσκα του Rorsarch. Ο αστυνομικός κατευθύνεται προς το περιπολικό και ζητάει άδεια για να χρησιμοποιήσει το όπλο του. Ωστόσο, μέχρι να την πάρει, ο οδηγός έχει κατέβει απ’ το όχημα, έχει αρπάξει την του και αρχίζει να τον πυροβολεί (αν και όπως θα δούμε αργότερα, ο αστυνομικός δεν πέθανε, αλλά έπεσε σε κώμα, απ’ το οποίο ξυπνάει στο φινάλε του επεισοδίου). Όπως και στο κόμικ, έτσι κι εδώ, η ύπαρξη του Dr. Manhattan επέτρεψε τη δημιουργία ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το φως του περιπολικού αντί για μπλε είναι κίτρινο για να ταιριάζει με τις μάσκες των αστυνομικών. Ωραία λεπτομέρεια, μπράβο σειρά! Μετά το δυστύχημα, οι αστυνομικοί της Tulsa συγκεντρώνονται για να παρακολουθήσουν ένα βίντεο-μανιφέστο που έστειλαν οι ακόλουθοι του Rorsarch, ονόματι Seventh Kavalry (ή όπως τους φωνάζουν οι αστυνομικοί, 7Κ). Χρησιμοποιώντας ατάκες που θα φέρουν στο μυαλό τα λεγόμενα του πασίγνωστου χαρακτήρα, τα μέλη της οργάνωσης δηλώνουν ξεκάθαρα πως όποιος αστυνομικός σταθεί εμπόδιο στον στόχο τους -ποιόν στόχο εννοούν δεν ξέρουμε- θα σκοτωθεί. Σε αυτό το σημείο, οφείλω να παραδεχθώ πως λατρεύω άπειρα την πιθανότητα το ημερολόγιο του Rorsarch να δημοσιεύτηκε -όπως δηλαδή υπονοεί το φινάλε του κόμικ- και έτσι να δημιουργήθηκε μια ακροδεξιά οργάνωση, η οποία εμπνέεται απ’ τα ιδανικά του χαρακτήρα. Άλλωστε, παρ’ ότι πρόκειται για τον πιο δημοφιλή χαρακτήρα του Watchmen στην πραγματικότητα αποτελεί μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και προβληματική φιγούρα, οπότε ο τρόπος που χειρίζεται η σειρά την κληρονομιά του είναι σπουδαίος. Βέβαια, και εδώ θα γίνουμε λίγο μέτα, έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι και το Joker χειρίστηκε με παρόμοιο τρόπο τον πρωταγωνιστή του. Να’ ναι τυχαίο άραγε; Οι εξελίξεις έχουν αναστατώσει τους αστυνομικούς, οι οποίοι πίστευαν πως είχαν ξεμπερδέψει με δαύτους, αφού όπως αναφέρεται, είχαν τρία χρόνια να κάνουν επίθεση, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι είχαν εξαφανιστεί. Έτσι, αποφασίζουν να επιτεθούν στο κρησφύγετο τους, το οποίο ευτυχώς γνωρίζουν πού είναι. Της επίθεσης θα ηγηθεί ο αρχηγός της αστυνομίας, Judd Crawford (περισσότερα για αυτόν σε λίγο) και η Angela Abar που φαίνεται να είναι η πρωταγωνίστρια της σειράς. Εκτιμάω τόσο πολύ το γεγονός ότι η σειρά μας έχει χαρίσει. ήδη απ’ τον πιλότο, παλαβές εικόνες σαν και αυτές. Ωστόσο, την Angela την γνωρίζουμε υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Την πρώτη φορά που εμφανίζεται στην οθόνη μας, τη βλέπουμε σε μια τάξη να κάνει μαθήματα ζαχαροπλαστικής, εξηγώντας τη σημασία του διαχωρισμού των ασπραδιών των αυγών απ’ το υπόλοιπο αυγό και πληροφορώντας μας πως κάποτε ήταν αστυνομικός, αλλά βγήκε στη σύνταξη. Βέβαια, όπως θα διαπιστώσουμε λίγο αργότερα, η ζαχαροπλαστική είναι απλά η βιτρίνα, στην πραγματικότητα ποτέ δεν συνταξιοδοτήθηκε απ’ το επάγγελμα της αστυνομικού. Έτσι, λίγο αργότερα δέχεται μήνυμα για τη συνέλευση που αναφέραμε νωρίτερα. Μπαίνει γρήγορα στο αυτοκίνητο της, κατευθύνεται προς ένα τροχόσπιτο, σπάει την πόρτα, πιάνει τον άντρα που έμενε εκεί μέσα και τον βάζει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της. Όταν φτάνει στο αστυνομικό τμήμα, περιμένει στο γραφείο του Judd, τον ενημερώνει για τον άντρα, πεπεισμένη πως πρόκειται για μέλος της 7Κ, οπότε αρχίζουν την ανάκριση. Αρχικά, τον τοποθετούν σε ένα κυκλικό δωμάτιο, περιτριγυρισμένο με οθόνες. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εμφανίζονται διάφορες εικόνες ικανές να κάνουν την ψυχούλα ενός ρατσιστή να αντιδράσει και μια από αυτές είναι η μάσκα του Rorsarch, η οποία όντως προκαλεί λεπτές αλλαγές στο βλέμμα του άντρα. Ο αστυνόμος που τον ανέκρινε και απ’ ότι φαίνεται είναι ικανός να αντιληφθεί κάθε κίνηση των βλεφάρων, βγαίνει έξω και λέει στην Angela πως είχε δίκιο που υποψιαζόταν τον τύπο ως μέλος της 7K και εκείνη πάει να συνεχίσει την ανάκριση με τον δικό της τρόπο. Αρχικά, προσεγγίζει τον άντρα, του ζητάει συγγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά της νωρίτερα στο τροχόσπιτο, εκείνος δείχνει κατανόηση και εκείνη αφού τον ευχαριστήσει, τον αρπάζει και τον πετάει σε ένα δωμάτιο, αρχίζοντας να τον πλακώνει στο ξύλο. Η μέθοδος της δεν αργεί να λειτουργήσει, αφού λίγο αργότερα, βγαίνει έξω και αναφέρει το μέρος στο οποίο πρέπει να επιτεθούν. Το ενδιαφέρον με αυτή τη σκηνή είναι η εικονογραφία που χρησιμοποιείται - φέρνει στο μυαλό πάλι τον Rorsarch. Από τη μια έχουμε την εξαιρετικά κουλ, εντυπωσιακή και ευφάνταστα σχεδιασμένη μάσκα του αστυνόμου-ανακριτή, που είναι σαφώς εμπνευσμένη απ’ την αντίστοιχη του Rorsarch. Από την άλλη, όσο η Angela βασάνιζε τον κρατούμενο της, το καδράρισμα είναι ευθεία αναφορά σε εκείνη τη σκηνή του κόμικ, όπου ο Rorsarch, λίγο πριν δραπετεύσει απ’ τη φυλακή, σκοτώνει -μάλλον με εξαιρετικά βίαιο τρόπο- έναν συγκρατούμενο του που του απειλούσε τη ζωή και αίματα άρχισαν να βγαίνουν από το κενό, κάτω από την πόρτα. Μέχρι στιγμής λοιπόν, η σειρά ναι μεν έχει ως πρωταγωνιστές τους αστυνομικούς, ωστόσο δεν φαίνεται να παίρνει ξεκάθαρα το μέρος τους, αφού τους εξισώνει με έναν ψυχοπαθή. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, σαφώς πιστή στην περιπλοκότητα του κόμικ, μένει όμως να δούμε πως θα εξελιχθεί. Όντως, αμέσως μετά βλέπουμε τους αστυνομικούς να έχουν περικυκλώσει το ράντσο των K7, μέσα στο οποίο κάποια μέλη της οργάνωσης συλλέγουν… μπαταρίες. Οι αστυνομικοί κρύβονται πίσω από ένα κοπάδι αγελάδων που είναι εκεί γύρω, έτοιμοι να εισβάλλουν στο χώρο, αλλά γίνονται γρήγορα αντιληπτοί, οπότε δέχονται πυρά, τα οποία μπορεί να μην πετυχαίνουν ούτε έναν αστυνομικό, αλλά αποδεκατίζουν το κοπάδι των αγελάδων. Κάποια στιγμή, όταν τελείωσαν οι σφαίρες, οι Angela βρίσκει την ευκαιρία να επιτεθεί, κυνηγάει έναν τύπο, ο οποίος κατευθύνεται προς το κρησφύγετο, αλλά προτού προλάβει να τον πιάσει εκείνος έχει καταπιεί ένα χάπι, αυτοκτονώντας. Ωστόσο, το κυνηγητό δεν σταματά εδώ, αφού όσο γινόταν ο πανικός, δύο μέλη της οργάνωσης μπήκαν κρυφά σε ένα αεροπλανάκι για να ξεφύγουν. Αμ δε. Που να’ ξεραν πως ο Judd θα πέταγε με κάτι που μοιάζει με το όχημα του δεύτερου Nite Owl και θα τους έψηνε με το φλογοβόλο του; Βέβαια, το ιπτάμενο όχημα του Judd δεν άντεξε την ισχυρή επίθεση και κουρασμένο σωριάστηκε στο έδαφος. Η Angela τρομαγμένη το πλησίασε, προσπαθώντας να απεγκλωβίσει τον Judd και την άλλη αστυνομικό που ήταν μαζί του στο όχημα. Τελικά, εκείνος βγαίνει από την οροφή και ρωτάει την Angela αν είναι καλά, με την καλά να κάνει ελαφριά επίδειξη του πειραγμένου χιούμορ της. “K7 καλοί, μόνο ψητοί”. Την αρκετά επιτυχημένη αποστολή ενάντια των K7 θα ακολουθήσει ένα οικογενειακό τραπέζι με τις οικογένειας της Angela και του Judd, στο οποίο ο δεύτερος θα αποκαλύψει -ύστερα από πίεση της παρέας- το φωνητικό του ταλέντο. Μέσα από αυτή τη σύντομη, αλλά στρατηγικά τοποθετημένη σκηνή ανακαλύπτουμε έναν γλυκύτατο και εξαιρετικά συμπαθή άνθρωπο. Ωστόσο, αν κρίνουμε και από τον αγχωτικό χτύπο του ρολογιού που ακούγεται σ’ όλη τη διάρκεια της, η σειρά έχει ύπουλους σκοπούς, αφού το μέλλον του Judd προδιαγράφεται δυσοίωνο. Οι υποψίες μας για την κατάληξη του χαρακτήρα, επιβεβαιώνονται λίγο αργότερα όταν δέχεται μια επείγουσα κλήση και αναγκάζεται να αφήσει τη γυναίκα του. Φοράει τη στολή του, με την οποία φαίνεται να έχει κάποια εμμονή (κρατήστε το αυτό), της λέει ότι θα προσέχει και ότι δεν χρειάζεται να τον περιμένει και φεύγει. Ε, μετά από λίγο, η Angela, διακόπτει εκνευρισμένη τις ερωτικές περιπτύξεις με τον άντρα της για να απαντήσει σε ένα τηλεφώνημα που δέχεται από έναν άντρα, ο οποίος όχι μόνο φαίνεται να γνωρίζει πολλά για εκείνη, αλλά της λέει να τον συναντήσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Όταν φτάνει εκεί, βλέπει τον ηλικιωμένο μαύρο άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι –μήπως είναι το παιδί που είδαμε στην αρχή;- που της είχε μιλήσει και νωρίτερα στο επεισόδιο. Η κάμερα ανεβαίνει, ο ήχος μιας κουκουβάγιας ακούγεται (κρατήστε το και αυτό) και αμέσως μετά αποκαλύπτεται το κρεμασμένο πτώμα του Judd. Κάπως έτσι, το πρώτο επεισόδιο της σειράς ολοκληρώνεται με μια δολοφονία, ακριβώς δηλαδή, όπως ξεκίνησε και το πρώτο τεύχος του Watchmen. Το ματωμένο σήμα κλείνει το μάτι στην ματωμένη κονκάρδα του Comedian. Αποκομμένος από το υπόλοιπο επεισόδιο παραμένει ο Ozymandias(;) του Jeremy Irons, ο οποίος κατοικεί σε μια απομακρυσμένη έπαυλη κάπου στην Ουαλία (τουλάχιστον εκεί έγιναν τα γυρίσματα), με τον υπόλοιπο κόσμο να τον θεωρεί νεκρό. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ιστορία του γυρίστηκε αυτόνομη, πριν από κάθε τι άλλο, οπότε υποψιαζόμαστε ότι θα διατηρήσει μια αυτόνομη πορεία σε σχέση με τις εξελίξεις. Τί και πώς, θα τα μάθουμε σύντομα. Αυτό που προξενεί έντονο ενδιαφέρον στην περίπτωση του Ozymandias είναι οι υπηρέτες απ’ τους οποίους περιτριγυρίζεται, που μεταξύ μας, δεν φαίνονται και διάνοιες. Δηλαδή, είναι δυνατόν να δίνεις σε έναν άνθρωπο ένα πέταλο αλόγου για να κόψει μια τούρτα; Τι φάση; Κάποια στιγμή, ο Ozymandias αναφέρει ότι γράφει ένα θεατρικό, “Ο γιος του ωρολογοποιού”, στο οποίο θέλει τους δύο υπηρέτες του να πρωταγωνιστήσουν. Δεδομένου ότι ο Jon Osterman aka Dr Manhattan ήταν γιός ωρολογοποιού, κάτι μας λέει πως το θεατρικό έχει να κάνει με τον μπλε υπεράνθρωπο (τον οποίον είδαμε νωρίτερα να γκρεμίζει κάτι κάστρα στον Άρη) και ίσως, λέμε ίσως, οι δύο υπηρέτες να είναι κάποιου είδους πειραματαζώα. Ξανά, δεν έχουμε ιδέα, ελπίζουμε να μάθουμε σύντομα. Πάντως, όπως και να έχει ο Jeremy Irons είναι ιδανικός στον ρόλο. Διαθέτει το κύρος και τη γοητεία του χαρακτήρα και μπορούμε να πούμε πως φαίνεται αρκετά ευδιάθετος, οπότε το σχέδιο του για τη σωτηρία μάλλον πήγε καλά. Ωστόσο, κάθε φορά που μιλάνε οι υπηρέτες του μια διακριτική πικρία και απογοήτευση σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε την πορεία μιας σειράς από το πρώτο επεισόδιο. Ωστόσο, σαν πρώτο δείγμα, το κατά Lindelof Watchmen δεν απογοητεύει, μεταφέρει σε τηλεοπτική δομή κάποια πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κόμικ, διατηρεί την περιπλοκότητα της ιστορίας και βάζει πλώρη για μια απ’ τις καλύτερες σειρές της χρονιάς, ανεξαρτήτως είδους. Το αν θα τα καταφέρει, εδώ θα είμαστε αν το διαπιστώνουμε επεισόδιο το επεισόδιο. Παρατηρήσεις – Χτίσιμο Κόσμου – Θεωρίες Τα καλαμάρια Στο φινάλε του κόμικ, η Νέα Υόρκη έπεσε θύμα επίθεσης ενός γιγαντιαίου χταποδιού/καλαμαριού. Η ταινία αποφάσισε να αλλάξει το φινάλε, αλλά η σειρά -πολύ σοφά- φαίνεται να μένει πιστή στο αρχικό υλικό. Τώρα, αυτό το συμβάν φαίνεται πως δεν ήταν μεμονωμένο, αφού κάποια στιγμή εμφανίζονται πολλά μικρά καλαμαράκια να πέφτουν απ’ τον ουρανό. Επειδή όμως όλοι αντιδράνε αρκετά ψύχραιμα, μάλλον το φαινόμενο είναι αρκετά συχνό. Για άλλη μια φορά, ανυπομονούμε να μάθουμε περισσότερα. Robert Redford for President Στο κόμικ ο Redford υποτίθεται ότι θα κατέβαινε για υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ και απ’ ότι φαίνεται τα κατάφερε και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη τα συντηρητικά στοιχεία της χώρας, αφού όπως μαθαίνουμε από μια ακροδεξιά ραδιοφωνική εκπομπή που άκουγε ο Judd λίγο πριν πεθάνει (κρατήστε και αυτό), κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Redford η γη προς κατοίκηση μειώθηκε, ο αριθμός των ζώων προς κατανάλωση επίσης μειώθηκε, ενώ πλέον κάποιος χρειάζεται να περιμένει έξι ολόκληρους μήνες για να πάρει όπλο! Με άλλα λόγια, ο Redford φαίνεται πως ξέφυγε από τη συντηρητική πολιτική, ενοχλώντας αρκετούς. Αυτή την Αμερική θέλουμε άραγε; Αισιοδοξία για το μέλλον Βέβαια, υπάρχουν και άτομα που βλέπουν με θετικό μάτι τις πολιτικές του Redford είχε με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν με πινακίδες όπως αυτή, που γράφει The Future Is Bright (Το Μέλλον Είναι Λαμπρό), αντικαθιστώντας το αισθητά πιο καταθλιπτικό και απαισιόδοξο End Is Nigh (Το Τέλος Πλησιάζει) που συναντούσαμε στο κόμικ. Κάτι μας λέει βέβαια, πως η δεύτερη πινακίδα σύντομα θα αποδειχτεί πιο επίκαιρη. Ντοκυμαντέρ για Minutemen Στο κόμικ μαθαίναμε διάφορες πληροφορίες για τη δράση των Minutemen μέσα απ’ την αυτοβιογραφία του πρώτου Nite Owl. Εδώ, φαίνεται πως αυτό θα συμβεί μέσα από μια τηλεοπτική εκπομπή. Εγκρίνουμε. Είναι ο Judd ο Night Owl ο Δεύτερος; Μπορεί να μην μάθαμε πολλά για το παρελθόν του Judd, ωστόσο κάποια στρατηγικά τοποθετημένα στοιχεία, αφήνουν να εννοηθεί ότι ο Judd είναι ο Night Owl που γνωρίσαμε στο κόμικ. Ποιά είναι αυτά τα στοιχεία; Αρχικά, το σκάφος που χρησιμοποιεί είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο που χρησιμοποιούσε ο Night Owl. Δεύτερον, όταν η Angela πήγε στο γραφείο του, την είδαμε να πίνει καφέ από μια κούπα σε σχήμα κουκουβάγιας, ενώ και λίγο πριν αποκαλυφθεί το πτώμα του, ακούστηκε μια κουκουβάγια. Last but not least, που λένε και στο χωριό μου, ο τρόπος που ερμηνεύει τον χαρακτήρα ο Don Johnson είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση, αναφέροντας μάλιστα λίγο πριν αποχαιρετήσει τη γυναίκα του πως “ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση”. Στο κόμικ, ο χαρακτήρας του Nite Owl ήταν ακριβώς το αντίθετο, μάλιστα μόνο όταν φόραγε τη στολή του ένιωθε ισχυρός και γεμάτος δύναμη, αλλά μέσα στα χρόνια αυτό μπορεί να έχει αλλάξει. Αν και ακόμα, όπως είδαμε νωρίτερα, έχει ένα κολληματάκι με τη στολή του. Τώρα, αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, τι μπορεί να σημαίνει; Σε εντελώς μέτα επίπεδο, η ιστορία της σειράς ξεκινάει με τη δολοφονία ενός πρώην υπερήρωα, ακριβώς όπως και στο κόμικ. Σεναριακά μεταφράζεται σε αφορμή για να εμφανιστεί η Silk Spectre της Jean Smart με την οποία ήταν σε σχέση ο Nite Owl στο φινάλε του κόμικ, έχοντας μάλιστα αλλάξει τα ονόματα τους. Είναι λοιπόν και μια καλή ευκαιρία να μάθουμε τι συνέβη μεταξύ τους. Όχι κι άσχημα. Τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά περισσότερο όμως, αν λάβουμε υπόψη μας μερικά ακόμα στοιχεία. Γιατί ο Judd άκουγε ακροδεξιά εκπομπή; Μήπως είναι μέλος της 7K; Επίσης, το επεισόδιο κλείνει με έναν μαύρο να πιάνει τον διεφθαρμένο σερίφη, θυμίζοντας… την εισαγωγή του επεισοδίου. ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ; ΕΙΝΑΙ Ο NITE OWL ΦΑΣΙΣΤΑΣ;
  13. Ημερομηνία Ελληνικής Κυκλοφορίας: 28-01-2019 Υλικό της Συλλογής: Batman - The Dark Prince Charming (DC Comics / Dragaud, 2017-2018) Έχω την εντύπωση, ότι εάν δεν υπήρχαν τα υπερηρωϊκά κόμικς, ο κόσμος θα αντιμετώπιζε την 9η τέχνη με περισσότερη σοβαρότητα. Και για να μην είμαι άδικος, για αυτό ευθύνονται και τα ίδια τα κόμικς της συγκεκριμένης κατηγορίας, επειδή έχουν συνδεθεί με πολλά στραβά κατά τη διάρκεια των δεκαετιών: έλλειψη ψυχολογικού βάθους, εναρμόνιση με την καθεστηκυία ιδεολογία, σενάρια και story lines τα οποία επαναλαμβάνονται και ανακυκλώνονται ατέρμονα, εμπορευματοποίηση που δεν επιτρέπει στους καλλιτέχνες να τολμήσουν κάτι πιο διαφορετικό, συντηρητισμός (μην ξεχνάμε ότι η ομάδα στόχος είναι πρωτίστως οι έφηβοι και συνεπώς υπάρχουν – ειδικά στις ΗΠΑ – παντοδύναμοι μηχανισμού αυτολογοκρισίας) κτλ. κτλ. κτλ. Αλίμονο, καμία από τις παραπάνω μομφές δεν είναι αβάσιμη….Οπότε, ο οποιοσδήποτε “λογικός” άνθρωπος θα ρωτήσει “Μα γιατί συνεχίζεις να διαβάζεις τέτοιου είδους κόμικς, προϊόντα υποκουλτούρας και δε συμμαζεύεται;” Η προφανής απάντηση θα ήταν “Επειδή, παρόλα αυτά, μου αρέσουν” και ενώ θα έπρεπε να ήταν επαρκής, δυστυχώς σπανίως γίνεται δεκτή. Ή και ευτυχώς, από την άλλη επειδή μας αναγκάζει να ψαχτούμε λίγο και να δούμε γιατί μας αρέσουν αυτού του είδους τα κόμικς. Μια λοιπόν πιο “ψαγμένη” απάντηση, είναι ότι ακόμα και με αυτούς τους περιορισμούς, το συγκεκριμένο είδος κόμικς έχει παραγάγει αριστουργήματα. Εξάλλου, πολλοί καλλιτέχνες έχουν δουλέψει υπό ασφυκτικές συνθήκες παραγωγής κι όμως έχουν γράψει το όνομά τους με ανεξίτηλα γράμματα στο χώρο του κινηματογράφου (Φορντ, Χίτσκοκ, Χιούστον, Χωκς και δεν έχει τελειωμό η λίστα). Το συγκεκριμένο κόμικς δεν είναι αριστούργημα (τζάμπα η παραπάνω εισαγωγή, λοιπόν :D) , αλλά είναι αξιοπρεπέστατο. Εντάσσεται σε μια γενικότερη προσπάθεια που κάνει η DC να προσεγγίσει μη Αμερικανούς καλλιτέχνες για να φτιάξουν κόμικς για αυτήν. Σωστή κίνηση, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, επειδή η φρέσκια ματιά χρειάζεται πάντα, ειδικά σε κάτι τόσο τετριμμένο, όπως οι σούπερ ήρωες. Για το συγκεκριμένο κόμικ προσκλήθηκε ο Ιταλός Enrico Marini, του οποίου έχουμε ξαναδεί δουλειές στα ελληνικά, τόσο στο Τζίπσυ (εκδόσεις Μαμούθ), όσο και στα Αρπακτικά (εκδόσεις Ελευθεροτυπία), αλλά και σε πολλά άλλα καλά κόμικς, που δεν έχουμε δει μεταφρασμένα στη γλώσσα μας. Προκειμένου πιθανόν να δοθούν κάποια περιθώρια ελιγμών στο δημιουργό, η συγκεκριμένη ιστορία δεν εντάσσεται στο “κανονικό” σύμπαν του Μπάτμαν (είναι αυτό που από αρχαιοτάτων χρόνων ονομάζουμε off-continuity :D). Με πολύ λίγα λόγια η υπόθεση: μια γυναίκα εμφανίζεται και λέει στον Μπρους Γουέιν ότι έχουν αποκτήσει μια κόρη, 9 ετών τη στιγμή της αφήγησης, μετά από μια νύχτα πάθους. Η πληροφορία φτάνει στα αυτιά του Τζόκερ, ο οποίος απάγει το κορίτσι, προκειμένου να λάβει λύτρα από τον Μπρους. Οι ικανότητές του Marini ως σχεδιαστή είναι πέραν πάσης αμφισβητήσεως και όσοι έχετε αμφιβολίες, μπορείτε να ρίξετε μια ματιά στο παρακάτω σχέδιο (και σε ακόμη περισσότερα εδώ) και θα σας φύγει η μαγκιά. Γενικότερα το σχέδιο είναι αρκούντως εξπρεσιονιστικό, η παλέτα των χρωμάτων μουντή, σε ένα “βιομηχανικό” κιτρινωπό υπόβαθρο, αλλά και η σκηνοθεσία των πάνελ εξαιρετική. Ο δε Μπάτμαν είναι σχεδιασμένος με μια δόση, ας πω αποστασιοποίησης, που τον καθιστά όσο χρειάζεται σκοτεινό και απόμακρο. Γενικά, όλα σωστά και απολύτως ταιριαστά για το Σκοτεινό Ιππότη. Πολλοί πόντοι στο καλαθάκι του Marini, λοιπόν. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι ο Marini αναλαμβάνει και το σενάριο, σε αντίθεση με τις περισσότερες ευρωπαϊκές δουλειές του, όπου υπέγραφε μόνο το σχέδιο. Δεν προσφέρει μεγάλες ιδέες, δεν καινοτομεί ιδιαίτερα, δεν μπαίνει σε μεγάλο ψυχολογικό βάθος, και, ναι, κάλλιστα μπορεί να ισχυριστεί κάποιος (όπως ο Μάνος Βασιλείου Αρώνης, στο πολύ καλό του άρθρο) ότι οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι στα όρια της καρικατούρας (ως μη όφειλαν, τουλάχιστον για την περίπτωση της μητέρας), το φινάλε είναι κάπως στημένο. Από την άλλη όμως, έχει αρκετές καλές ιδέες: ο Τζόκερ παρουσιάζεται εξανθρωπισμένος και σχεδόν συμπαθής, ο Άλφρεντ τολμά και βάζει γλώσσα υπάρχει και η κωμική φιγούρα του Άρτσι, όλα καλά και διασκεδαστικά, λοιπόν. λογικά θα περάσετε πολύ ευχάριστα, όπως πέρασα κι εγώ. Το κόμικ κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Anubis σε ωραία έκδοση και σε μετάφραση και επιμέλεια του Χρήστου Τσέλιου. Μια πρώτη εκδοχή της παρουσίασης αυτής αναρτήθηκε στο ιστολόγιο https://astoixeiotos.wordpress.com
  14. Το 1843, Παρίσι. Ο Κόμης Skarbek, ένας μυστηριώδης Πολωνός επιχειρηματίας, καταφθάνει από τον Νέο Κόσμο και γρήγορα συγχρωτίζεται με την αφρόκρεμα της πόλης του φωτός. Δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τον Louis Paulus, τον ταλαντούχο ζωγράφο που συγκλόνισε με τους ερωτικούς του πίνακες και που χάθηκε μυστηριωδώς πριν από έντεκα χρόνια. Το καστ συμπληρώνεται από την Magdalene, την πανέμορφη μούσα του Paulus, τον Daniel Northbrook, φημισμένο Βρετανό έμπορο τέχνης, τον Delfrance, έναν διαβόητο πειρατή της Καραϊβικής, και ένα υπαρκτό πρόσωπο που καλύτερα να μην αποκαλύψω. Οι Yves Sente και Grzegorz Rosiński είναι δύο πολύ γνωστά ονόματα της γαλλοβελγικής σκηνής. Ο Sente έχει γράψει για τις σειρές Μπλέικ και Μόρτιμερ, Θόργκαλ και XIII, ενώ ο Rosiński είναι, μεταξύ άλλων, συνδημιουργός του Θόργκαλ και Le Grand Pouvoir du Chninkel. Το δίτομο La Vengeance du Comte Skarbek ήταν η πρώτη τους συνεργασία. Κυκλοφόρησε μεταξύ 2004 και 2005 από την Dargaud. Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί δις. Μία φορά από την ίδια την Dargaud, τις ίδιες χρονιές που βγήκαν και οι πρωτότυπες εκδόσεις (!), και μια δεύτερη φορά, το 2019, από την Europe Comics. Παρότι βλέπω διθυραμβικές κριτικές στο bedetheque, δεν είχα ξανακούσει το κόμικ αυτό. Το έμαθα μόνο και μόνο επειδή το μετέφρασε η Europe Comics, αν και τελικά διάβασα την έκδοση της Dargaud. Sente και Rosiński (είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μετείχε σε μεγάλο βαθμό στο σενάριο) στήνουν την ιστορία τους γύρω από δύο πυλώνες: την εκδίκηση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης. Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από τον Κόμη του Μοντεκρίστο, το μνημειώδες έργο του Αλέξανδρου Δουμά. Εμφανίζονται υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις αληθινές, γεγονός που πάντα εμπεριέχει ενδιαφέρον. Αν και βασίζεται πολύ στην αφήγηση και τα captions, δεν το κάνει με τρόπο βαρετό, κυρίως γιατί αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τον βερμπαλισμό άλλων γαλλικών τίτλων. Σχεδιαστικά, είναι εξαιρετικό. Ο Rosiński είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο των ευρωπαϊκών κόμικς και εδώ αποδεικνύει ότι δεν τα καταφέρνει μονάχα στην απεικόνιση φανταστικών πλασμάτων. Το θέμα απαιτεί ακουαρέλα και ο Rosiński την χρησιμοποιεί με αδρές, δυναμικές πινελιές και πιο λεπτομερείς, όπου χρειάζεται. Τα πρόσωπά του έχουν μια ρευστότητα που μπορεί να ξενίσει κάποιους, αλλά εμένα προσωπικά δεν με ενόχλησε στο ελάχιστο. Εν κατακλείδι, πρόκειται πράγματι για ένα πολύ καλό κόμικ. Δεν θα σας σημαδέψει, αλλά είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια με σωστές δόσεις δράματος, ερωτισμού και δράσης και με σωστά τοποθετημένες τις ανατροπές και τις αναφορές του. Μπορούν, θεωρώ, να το ευχαριστηθούν άπαντες.
  15. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 04-08-2019 Υλικό Τευχών: Deadpool v3 13-19 (July/November 2013) Μια πράκτωρ της ΑΣΠΙΔΑ, η Έμιλι Πρέστον, «συγκατοικεί» στο κεφάλι του Ντέντπουλ μετά από μια περιπέτεια στην οποία μεταφέρθηκε η συνείδηση της από έναν Νεκρομάντη. Επίσης, επί χρόνια, κάποιος αρπάζει τον Ντέντπουλ, τον βάζει σε καταστολή και κάνει συγκομιδή των οργάνων του. Αυτό μάλλον εξηγεί και την παρανοϊκή φύση του χαρακτήρα. Αλλά αυτά έχουν συμβεί σε προηγούμενα τεύχη που δεν έχουν μεταφραστεί στην Ελλάδα. Εδώ βλέπουμε την κατάληξη της μιας περίπτωσης. Ξεκινώντας με μια ιστορία που μπορεί να έχει συμβεί στην δεκαετία του '70, πριν την δημιουργία του χαρακτήρα δηλαδή, ο Ντέντπουλ συνεργάζεται με τους Πάουερ Μαν και Άιρον Φιστ - παρά την θέληση τους - για να καταπολεμήσουν έναν υπέρ εγκληματία που τρομοκρατεί μια μανάβισσα και την κόρη της. Η ομάδα καταφέρνει να νικήσει τον εγκληματία πετρώνοντας τον με το ίδιο το ραβδί του. Όταν ο εγκληματίας καταφέρνει να ξεπετρώσει στο παρόν, η ομάδα επανενώνεται και καταφέρνει να τον νικήσει πετρώνοντας τον πάλι, με το σώμα του να καταλήγει στην θάλασσα. Το πρώτο μέρος αυτής της ιστορίας είναι σχεδιασμένο με τρόπο που αντιγράφει τα κόμικς της δεκαετίας του '70 και ο διάλογος κινείται σε ανάλογα επίπεδα. Η μετάφραση επίσης πασχίζει να ακολουθήσει στην εξομοίωση του ύφους, αλλά δεν τα καταφέρνει, βγάζοντας ένα ξύλινο αποτέλεσμα, κάνοντας αυτό το κομμάτι της ιστορίας, τον αδύναμο κρίκο. Το μόνο καλό από εδώ που βρήκα, είναι το σχέδιο του Σκοτ Κόμπλις, που είναι αρκετά καρτουνίστικο, άρα κατάλληλο για αυτό που ήθελαν να προσδώσουν. Κατά τα άλλα, πρόκειται για μια αδιάφορη τρολιά που περνάει για ιστορία, με εξαίρεση ενός κομματιού που αποκτά νόημα στην συνέχεια. Και ερχόμαστε στο ζουμί αυτής της έκδοσης, το πενταμερές Ο Καλός, ο Κακός και ο Άσχημος. Χρησιμοποιώντας τον τίτλο της κλασικής ταινίας του Σέρτζιο Λεόνε, οι σεναριογράφοι βάζουν τον Γούλβεριν και τον Κάπτεν Αμέρικα να συνεργάζονται - μετά την αρχική τους άρνηση και την αναγκαστική συμμετοχή τους από τα ακόλουθα γεγονότα - με τον Ντέντπουλ για να πολεμήσουν έναν στρατηγό της Βόρειας Κορέας και τον υπεύθυνο για την συγκομιδή των οργάνων του, τα οποία τα χρησιμοποιούσε σε πειράματα για την δημιουργία υπερανθρώπων, σε συνδυασμό με το DNA της ομάδας των X-Men του 1975! Ο Ντέντπουλ εδώ διαπιστώνει σε τι εύρος χειραγωγούνταν όλα αυτά τα χρόνια, πόσο μέρος του χαρακτήρα του είναι δικό του και πόσο αποτέλεσμα της συνεχής εκμετάλλευσης του, ενώ ανακαλύπτει επίσης πως έχει άτομα από το παρελθόν του που θα μπορούσε να είναι μαζί τους αν τους θυμόταν. Και εδώ είναι που οι ιστορίες των 2 τευχών ενώνονται, με τρόπο που δεν θα αποκαλύψω. Το αποτέλεσμα πάντως είναι μια καλογραμμένη ιστορία που παντρεύει με επιτυχία την καθαρή περιπέτεια και το δράμα, δίνοντας μας μια πτυχή του χαρακτήρα και μια εξήγηση για τον λόγο που είναι έτσι όπως είναι, που μάλλον δεν περιμέναμε πραγματικά να δούμε ποτέ, και που να είμαι ειλικρινής, δεν ξέρω αν η Μάρβελ αποφάσισε να διατηρήσει σε μετέπειτα ιστορίες. Το σχέδιο του Ιρλανδού Ντέκλαν Σάλβεϊ είναι αρκούντως ταιριαστό και ατμοσφαιρικό, βάζοντας μας μέσα στο κλίμα. Από τις 4 εκδόσεις που έχουν βγει τα τελευταία 2 χρόνια με περιπέτειες του Ντέντπουλ στην Ελλάδα, αυτή πιστεύω είναι η καλύτερη και η πιο στρωτή. Είναι επίσης η καλύτερη σειρά από τις 6 σειρές της Μάρβελ που είχε βγάλει η Οξύ σε συνεργασία με την εφημερίδα Έθνος μέσα στο 2019 και μας την φύλαγαν για το τέλος, μιας και μετά ασχολήθηκαν με σειρές της DC.
  16. Το δίδυμο Lemire και Sorrentino έχει δημιουργήσει εξαιρετικά κόμικς, όπως το Gideon Falls και το Old Man Logan. Καθόλου παράξενο λοιπόν, που το Joker: Killing smile, κινείται στα ίδια υπέροχα κομικσικά μονοπάτια, σε τρία χορταστικά oversized τεύχη, από DC Black Label. Η υπόθεση έχει ως εξής: Ο ψυχίατρος Ben Arnell πιστεύει ότι μπορεί να θεραπεύσει τον Joker κι ότι αυτό θα είναι ένας θρίαμβος για την ψυχιατρική, αλλά και την καριέρα του. Η υπεροψία του τον κάνει να πιστεύει ότι είναι σε θέση ισχύος κι ότι μπορεί να διαχωρίζει τη δουλειά του από την υπόλοιπη ζωή του, οι ψυχολογικές ισορροπίες όμως είναι εντελώς διαφορετικές. Η σχέση του ψυχιάτρου με τον Joker θυμίζει έντονα τη δυναμική της σχέσης του Χανιμπαλ Λέκτερ με την Κλαρις Σταρλινγκ στη Σιωπή των Αμνών. Ο έγκλειστος Joker υφαίνει τα δίχτυα του αργά και σταθερά, ώστε να εισχωρήσει στο μυαλό του "μελετητή" του κι αποδεικνύεται πολύ ικανότερος ψυχαναλυτής , έχοντας αναγάγει τη χειριστικότητα σε τέχνη. Αναφέρει άλλωστε κι ο ίδιος ότι ίσως θεωρεί τον εαυτό του καλλιτέχνη, κι η εξέλιξη της ιστορίας τον δικαιώνει. Ο ψυχίατρος παίζει με τους κανόνες, ο Joker τους ανατρέπει και τους στρέφει εναντίον του. Το κόμικ εξερευνά τα όρια της επιρροής μιας παρανοϊκής διάνοιας στους υπόλοιπους. Πόσο μπορεί κανείς να μείνει αποστασιοποιημένος, καθώς έρχεται σε επαφή και μελετά διαταραγμένα άτομα, που έχουν πολύ διαφορετική αντίληψη της πραγματικότητας και όρια από τον ίδιο. Αν μπορεί κανείς να προστατέψει την οικογένεια του από το σκοτάδι που τον γεμίζει η δουλειά του. Ο Lemire ξέρει ότι αυτά που μας τρομάζουν στ' αλήθεια, είναι τα κοντινά. Αυτά που μπορεί να χάσουμε στην πραγματικότητα. Τους ανθρώπους που αγαπάμε ή ακόμα και το μυαλό μας. Έχουμε έναν Joker, έναν ψυχοπαθή δολοφόνο, που στο μυαλό του θέλει να φτιάξει κάτι όμορφο, όσο διεστραμμένο και να ναι. Η απεικόνιση των εγκλημάτων του, μας δίνεται μέσα από τα δικά του μάτια, ως μια διεστραμμένη καλλιτεχνική έκφραση. Ένα επικίνδυνο παραδείσιο πουλί, παγιδευμένο στο κλουβί του Arkham (Ο Lemire αναφέρει σε συνέντευξή του ότι εμπνεύστηκε τον Joker του από τους Steve Englehart/ Marshall Rogersστην ιστορία τους The Laughing Fish, αλλά δανείστηκε στοιχεία κι από τον Joker των Azzarell/Bemejo και το Killing joke του Alan Moore) . Στον αντίποδά του, έχουμε έναν επιστήμονα (εμπνευσμένο σε μεγάλο βαθμό απ΄το origin της Harley Quinn), που θέλει επίσης να δημιουργήσει κάτι όμορφο. Να έχει μια ευτυχισμένη οικογένεια και μια πετυχημένη καριέρα. Που γυρνά πίσω τα βράδια, στη ζεστή προστατευμένη οικογενειακή φωλιά. Πόσο διαφορετικοί είναι αυτοί οι δύο; Ποιες είναι αυτές οι συνθήκες που κάνουν κάποιον να περάσει ή όχι τα κοινωνικά όρια; Πάνω σε αυτούς τους προβληματισμούς, στη σύγκρουση χαρακτήρων και απρόβλεπτων συνθηκών, ο Lemire στήνει ένα δυνατό ψυχολογικό θρίλερ που παίζει παιχνίδια με το μυαλό μας, όπως κι ο Joker με τον Ben Arnell. Όντας κι ο ίδιος "φρέσκος" πατέρας, διοχετεύει τις φοβίες του και τις ανησυχίες του στο κόμικ, με πολύ αληθοφανή και διεισδυτικό τρόπο. Η ιστορία εκτυλίσσεται μέσα από τρεις οπτικές γωνίες: του Joker, του ψυχιάτρου Ben Arnell και του Mr Smiles, ήρωα ενός παραμυθιού που ζει στη Happyville, που πρακτικά είναι ένα "παιδικό" alter ego του Joker. Οι αντιθέσεις ανάμεσα στα ρεαλιστικά και παραμυθικά στοιχεία της ιστορίας λειτουργούν υποδειγματικά. Καθόλου τυχαία, η Gotham City δεν είναι σκοτεινή, όπως την έχουμε συνηθίσει σε τόσα κόμικς. Κι ίσως γι αυτό να είναι τρομακτικότερη από ποτέ. Σε αυτό συμβάλλει αποφασιστικά και το εικαστικό κομμάτι. Ο Sorrentino συνεχίζει να πειραματίζεται ανελέητα πάνω στα όρια της κομικσικής τέχνης, με πάνελς να διαλύονται στα συστατικά τους, με αυτήν την χαρακτηριστική νοσηρότητα και δημιουργικότητα που διακατέχει όλα του τα έργα. Το σχέδιό του δίνει δυνατά καρέ έντονου ρεαλισμού σε ένα (όχι και τόσο) υπερηρωικό κόμικ, δίνει περισσότερη έμφαση στα πρόσωπα απ' ότι συνήθως και τα βλέμματα των ηρώων του είναι πιο διαπεραστικά από ποτέ. Η ζεστασιά στις οικογενειακές σκηνές κι η αθωότητα/βαρβαρότητα του παραμυθιού ενισχύουν ακόμα περισσότερο την ατμόσφαιρα του κόμικ και την αγωνία μας για το τι μέλλει γενέσθαι. Αν κάτι όμως απογειώνει το αισθητικό αποτέλεσμα και την ατμόσφαιρα του κόμικ, που αποτυπώνει τις συναισθηματικές διακυμάνσεις και τονίζει τις αντιθέσεις, αυτό είναι ο χρωματισμός της Jordie Bellaire, που πραγματικά δίνει ρέστα. Η παλ χρωματική της παλέτα στα εγκλήματα του Joker, τα έντονα κόκκινα στις εκρήξεις βίας, η σωστή χρήση των μουντών και ψυχρών αποχρώσεων, αναδεικνύουν εκπληκτικά το σχέδιο του Sorrentino. Να σημειώσω εδώ ότι έχει κάνει παπάδες στο χρωματισμό και στο Vision. Συνολικά το Joker: Killer Smile είναι από τα καλύτερα κόμικς του Joker που έχω διαβάσει. Το τελευταίο τεύχος μπορεί να μην ήταν τόσο απρόβλεπτο όσο θα ήθελα, δεν αποδυνάμωσε όμως το "ταξίδι" του κόμικ και έδωσε μια αρκετά διαφορετική ματιά σε έναν από τους πιο διάσημους villains. Πραγματικά, ό,τι άλλο κόμικ και να δημιουργήσει το συγκεκριμένο dream team θα το πάρω με κλειστά μάτια Εννοείται ότι προτείνεται σε φανς των υπερηρωικών και μη. Οι σκληροπυρηνικοί batmanικοί ίσως απογοητευτούν, καθώς ο Batman παίζει ρόλο κομπάρσου εδώ, αλλά πιθανότατα θα ανταμειφθούν με το επόμενο one shot - επίλογο 32 σελίδων, των ίδιων δημιουργών, που θα κυκλοφορήσει το Μάιο, με τίτλο Batman: The Smile Killer: εκεί, ο νεαρός Bruce Wayne μεγαλώνει παρακολουθώντας το Mr. Smiles Show... και το σόου μπορεί να τον παρακολουθεί επίσης. Και ακούει τα λόγια του Mr. Smiles, καθώς απευθύνεται μόνο σ' αυτόν! Απλά ανυπομονώ!
  17. Δυσκολεύτηκα να ξεκινήσω αυτή τη παρουσίαση. Θέλεις το σοβαρό θέμα που καταπιάνεται αυτή η έκδοση, θέλεις η εκπληκτική δουλειά που έκαναν όσοι συμμετείχαν σε αυτή την ανθολογία, τα λόγια γράφονται δύσκολα. Το θέμα της ναζιστικής κατοχής στην Αθήνα είναι πάντα επίκαιρο και η προσέγγιση του από 14 κομίστες ενδιαφέρουσα. Ενδιαφέρουσα γιατί μιλάμε για κάποιους από τους κορυφαίους Έλληνες δημιουργούς οι οποίοι βρίσκονται στην επικαιρότητα της σκηνής τα τελευταία, και όχι μόνο, χρόνια. Η Jemma Press ξεχωρίζει, για άλλη μια φορά, για την επιλογή της να καταπιαστεί με ένα θέμα το οποίο δεν είναι απαραίτητα εμπορικό, αλλά δείχνει ότι πίσω από μια εμπορική επιχείρηση, υπάρχουν άτομα που ενδιαφέρονται για την ιστορική μνήμη και τις προεκτάσεις της στην σημερινή πραγματικότητα. Την επιμέλεια της προσεγμένης έκδοσης ( 84 σελίδες, 21Χ29 εκ. ), έχουν ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, οικονομολόγος και συγγραφέας βιβλίων για την Κατοχή, και ο Γιάννης Κουκουλάς, ιστορικός τέχνης και δικός μας κομιξάνθρωπος, συνεπιμελητής του ενθέτου Καρέ-Καρέ στην Εφημερίδα των Συντακτών από το 2014. Μας έδωσαν μια πολύ φροντισμένη έκδοση, συνυπογράφοντας τον πρόλογο και αφιερώνοντας μια σελίδα για την παρουσίαση του βιογραφικού του κάθε συντελεστή, πράγμα που δείχνει πόσο σέβονται και τιμούν τη δουλειά τους. Για τους οποίους δημιουργούς δεν γνωρίζω τι ακριβώς να αναφέρω για να μην αδικήσω κάποιον. Τα ονόματα όλων μπορείτε να τα βρείτε στα tags αυτού του post, αλλά αξίζει να τα επαναλάβω και εδώ. Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Σπύρος Δερβενιώτης, Πέτρος Ζερβός, Δημήτρης Καμμένος, Λέανδρος, Τάσος Μαραγκός, Θοδωρής Μπαργιώτας, Αλεξία Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Soloup, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας. Ο Λέανδρος σχεδίασε το εξώφυλλο και ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης είναι υπεύθυνος για την γραφιστική επιμέλεια. Όλοι παραπάνω μας δίνουν 14 διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές προσεγγίσεις και διαφορετικά στυλ, τόσο σχεδιαστικά αλλά και θεματικά. Προφανώς κάποια μου άρεσαν περισσότερο από κάποια άλλα, αλλά το σημαντικό είναι ότι όλα έδεσαν όμορφα και παρουσίασαν αδρά τις πολλές οπτικές και πραγματικότητες που επικρατούσαν στην Αθήνα της κατοχής. Κάποια κόμικ σοκάρουν, άλλα προβληματίζουν, άλλα μεταφέρουν γλυκόπικρα συναισθήματα. Όλα όμως μας δείχνουν ότι την τραγική εκείνη περίοδο, δεν υπήρχε μόνο μαύρο και άσπρο. Δίπλα στο μαύρο της καταπίεσης και το κόκκινο του αίματος, υπήρχε η ελπίδα, το χιούμορ, ο αγώνας για την επιβίωση και η προσπάθεια για το μετά. Δεν είχα σκοπό να αναφέρω κάποιον δημιουργό ξεχωριστά, γιατί πιστεύω ότι, στο συγκεκριμένο έργο, το συνολικό αποτέλεσμα, ξεπερνάει οποιαδήποτε προσωπική προσπάθεια. Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω την εκπληκτική δουλειά που μας δίνει ο Γιώργος Φαραζής στο στριπ του με το όνομα Μέλπω. Με επιρροές (ρισκάρω να πω) από την ΓαλλοΒελγική σχολή, είναι ένας δημιουργός που δεν τον ήξερα, αλλά σίγουρα θέλω να δω και άλλες δουλειές του. Πολύ χαρούμενος που βλέπω τέτοιες παραγωγές στην μικρή μας ελληνική σκηνή. Ελπίζω σε συνέχεια τέτοιων project και πάλι πολλά συγχαρητήρια στους συντελεστές και στην εκδοτική εταιρεία.
  18. 21 και 28 Δεκεμβρίου του 2019 κυκλοφόρησε σε δύο μέρη η Κρυφή Αυλή του Μυστηρίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Η έκδοση είναι με χρώμα της Patrizia Zanotti. Σε αυτή την ιστορία ο Pratt τοποθετεί τον Κόρτο Μαλτέζε στη Βορειοανατολική Ασία, όπου με την "παρέα" του Ρασπούτιν έχει προσληφθεί από τα "Κόκκινα Φανάρια", μια κινέζικη μυστική οργάνωση αποτελούμενη αποκλειστικά από γυναίκες, για να κλέψει τον Τσαρικό χρυσό που βρίσκεται πάνω στο θωρακισμένο τρένο του ναυάρχου Κολτσάκ. Προφανώς ο Κόρτο Μαλτέζε δεν είναι ο μόνος που θέλει να αποκτήσει τον θησαυρό, και αυτό μας δίνει την ευκαιρία να συναντήσουμε ένα σωρό χαρακτήρες και πρόσωπα. Ξεκινώντας Νότια, από το Χονγκ Κονγκ θα ανέβουμε μέχρι τη Μαντζουρία και στην πορεία θα συναντήσουμε στρατιώτες του Λευκού κινήματος, Μογγόλους εθνικιστές, αδίστακτους Αταμανούς, πολεμοχαρείς βαρόνους και φυσικά κατασκόπους. Δεν νομίζω να χωρά αμφιβολία ότι πρόκειται για μια κλασική περιπέτεια στο γνωστό στυλ Pratt. Μέσα στο πραγματικό ιστορικό πλαίσιο και σε 100 σελίδες, καταφέρνει να εισάγει πάρα πολλούς χαρακτήρες - οι περισσότεροι πραγματικοί - και να αναπτύξει ανάλογα με το πως και πόσο θα εξυπηρετήσουν την πλοκή. Και όλα αυτά όσο ο Κόρτο στωικά ξεφεύγει από τις πιο περίπλοκες καταστάσεις. Έχει πολύ καλές σκηνές δράσεις και κάποια από τα ομορφότερα πάνελ που έχω δει από τον Pratt. Σχεδιαστικά δίνει ρέστα. Πέρα από αυτό, προσωπικά με προβλημάτισε αρκετά η αδυναμία μου να καταλάβω με ακρίβεια τα "στρατόπεδα" που ειδικά στο πρώτο μέρος εισάγονται πολύ γρήγορα. Συνήθως - και επειδή είμαι επιεικώς κακός με τις ιστορικές μου γνώσεις - λίγο googlάρισμα βοηθάει αρκετά, αλλά σε αντίθεση π.χ. με την Μπαλάντα, εδώ ήταν πιο δύσκολο να βρω τυποποιημένα πράγματα. Κατά τη γνώμη μου η έκδοση θα χρειαζόταν μια περιποιημένη εισαγωγή που να δίνει σύντομα το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής. Δεν μπορώ ούτε να φανταστώ την έρευνα που έπεσε για να βγει έστω και σχεδιαστικά ακριβές αυτό το κόμικ. Για τα χρώματα δεν μπορώ να μιλήσω συγκριτικά, αφού δεν έχω διαβάσει την ασπρόμαυρη έκδοση. Μπορώ όμως να πω ότι μου άρεσαν και δεν βρήκα πουθενά κάτι που να μου μοιάζει "εκτός". Βέβαια για τους περισσότερους είναι περισσότερο θέμα αισθητικής παρά ακρίβειας. Για να μη μακρηγορώ, πιστεύω πως δεν μπόρεσα να την εκτιμήσω πλήρως ως προς το πλαίσιο που λαμβάνει χώρα. Ίσως στην προσπάθεια μου να καταλάβω τα πάντα από άποψη ιστορικών γεγονότων να "ξέχασα" να το διαβάσω σαν μια "απλή" περιπέτεια. Σίγουρα θα ήθελα να το ξαναδιαβάσω σε κάποια φάση έτσι ώστε να κάνω δώσω βάση σε διαφορετικά πράγματα. Όλα αυτά για να καταλήξω ότι τελικά δεν το θεωρώ καλύτερο από τη Μπαλάντα . Πάντως είτε παλιοί είτε καινούριοι αναγνώστες σας παροτρύνω να γράψετε μια άποψη από κάτω, γιατί πραγματικά με ενδιαφέρει για την συγκεκριμένη ιστορία. Και αν υπάρχει κανένας θαρραλέος "history buff" (όπως τους λέμε στα ιντερνετικά) ας γράψει την περιποιημένη εισαγωγή που λείπει από την έκδοση.
  19. Τα υπερηρωικά κόμικς έχουν ένα μεγάλο αφηγηματικό μειονέκτημα: δεν τελειώνουν ποτέ. Οι ήρωες ζουν και ξαναζούν περιπέτειες εδώ και δεκαετίες, χωρίς οι ίδιοι να γερνούν, σε αντίθεση με τον πραγματικό κόσμο. Ο Ουμπέρτο Έκο στο κλασικό βιβλίο του “Κήνσορες και Θεράποντες” είχε μελετήσει το μηχανισμό με τον οποίον αυτό το μειονέκτημα γίνεται πιστευτό, αλλά ακόμη κι έτσι, τα κόμικς, ως καθαρά εικονογραφική τέχνη έχουν ένα ακόμη μειονέκτημα: η εικόνα πολλές φορές προδίδει τη χρονολογία δημιουργίας του έργου, έστω και στο περίπου: τα ρούχα, οι κομμώσεις, ο περίγυρος των ιστοριών συνήθως παραπέμπουν στην εποχή στο οποίο αυτές δημιουργήθηκαν, για να μην αναφερθώ και σε συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις της εκάστοτε πραγματικότητας. Με αυτά και με εκείνα, παρά την αγάπη που έχουμε ορισμένοι για αυτά, η αλήθεια είναι, ότι αυτό παραμένει ένα μάλλον δυσεπίλυτο πρόβλημα. Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η απλή, αλλά ευφυής σύλληψη του συγκεκριμένου κόμικ των Chip Zdarksy (σενάριο), Mark Bagley (σχέδιο), John Dell και Andrew Hennessy (μελάνια) και Frank D’Armata (χρώματα), που ολοκληρώθηκε σε έξι τεύχη: παρακολουθεί την ιστορία του γνωστότερου ήρωα της Marvel Comics σε πραγματικό χρόνο θέτοντας ως δεδομένο ότι ο αγαπημένος μας Σπάιντερ-Μαν γερνάει πραγματικά, όπως και ο πραγματικός κόσμος και όπως και οι αναγνώστες. Το κόμικ ξεκινάει το 1966, όταν ο Πίτερ Πάρκερ / Σπάιντερ Μαν είναι περίπου 19 ετών και κάθε κεφάλαιο / τεύχος είναι αφιερωμένο σε μια δεκαετία, φτάνοντας έως το 2019, όταν ο ήρωας είναι 70 ετών και βάλε και γερασμένος, όπως κάθε πραγματικός άνθρωπος. Μια έξοχη, λοιπόν, ιδέα η οποία δεν παραμένει απλά ιδέα, αλλά αξιοποιείται πολύ πετυχημένα, δείχνοντάς μας τον Πίτερ Πάρκερ να μεγαλώνει, να παντρεύεται, να φτιάχνει οικογένεια, να ετοιμάζει τη διάδοχη κατάσταση, να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του και τελικά να βρίσκει την “κοινή ανθρώπινη μοίρα”, έστω και με υπερηρωικό τρόπο. Για πρώτη ίσως φορά, βλέπουμε έναν υπερήρωα να γερνάει και να αντιμετωπίζει και αυτός την αμετάκλητη και αμείλικτη φθορά του χρόνου. Ακόμη σημαντικότερο: για πρώτη φορά, τα συμβάντα είναι οριστικά και αμετάκλητα (οι αναγνώστες υπερηρωικών κόμικς γνωρίζουν ότι σε αυτά οι θάνατοι σπανίως είναι οριστικοί, αφού πάντα εφευρίσκεται ένας τρόπος να διορθωθούν τα πράγματα). Για πρώτη φορά, ο υπερήρωας είναι πρωτίστως ήρωας (δηλαδή, άνθρωπος) και δευτερευόντως υπέρ- (δηλαδή, ημίθεος), κάποιος που πρέπει να αντιμετωπίσει την άμμο του χρόνου, όπως και οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί. Ο συγγραφέας, Τσιπ Ζντάρσκι, όμως έχει κι άλλους άσσους στο μανίκι του: παρουσιάζει και τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα (Βιετνάμ, 11/9) με τους ήρωες να τοποθετούνται και να εξαναγκάζονται να πάρουν θέση και μέσα σε όλα αυτά καταφέρνει να ενσωματώσει πολλές αναφορές σε διάσημες ιστορίες του Σπάιντερ-Μαν (ενδεικτικά: Clone Saga, Sevret Wars, Alien Costume Saga, Craven’s Last Hunt, Civil War), αλλά και να παρουσιάσει τους κυριότερους εχθρούς του ήρωά μας, ορισμένους έστω και φευγαλέα. Συνεπώς, η σειρά απευθύνεται σε όλους και στους φανατικούς, αλλά και σε εκείνους, που θα ήθελαν να διαβάσουν κάτι διαφορετικό. Φυσικά, χρειάζεται γνώση του σύμπαντος της Marvel, για να συλλάβει κάποιος όλες τις αναφορές, η ιστορία όμως καθαυτή διαβάζεται και από ανθρώπους, που μπορεί να έχουν διαβάσει ελάχιστα κόμικς του Σπάιντερ-Μαν στη ζωή τους. Όσο για το σχεδιαστή, Μαρκ Μπάγκλεϊ, δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι παλιά καραβάνα και έχει σχεδιάσει τον ήρωα από τη δεκαετία του 1990 κιόλας. Είναι εξαιρετικά ικανός και μας προσφέρει εξαιρετικές σκηνές μαχών, όπου χρειάζεται, αλλά (κυριότερο, κατά τη γνώμη μου) καταφέρνει να αποδώσει με εξαιρετική επιτυχία τις εκφράσεις των προσώπων, αλλά και των σωμάτων, τα οποία πλέον είναι φθαρτά. Εξαιρετική και η συμβολή των υπόλοιπων συντελεστών στο οπτικά υπέροχο αποτέλεσμα, το οποίο απολαμβάνουμε. Εγώ φυσικά, διάβασα το ΤΡΒ, το οποίο συλλέγει τα 6 τεύχη και περιέχει τα εξώφυλλα της σειράς, κάποια εκ των οποίων ιδιαιτέρως εμπνευσμένα, όπως μπορείτε να δείτε πιο κάτω, αλλά και εναλλακτικά εξώφυλλα, που επίσης είναι ορισμένα εξαιρετικά. Εκφράζω την ευχή να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά κάποια στιγμή. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Μπορείτε να διαβάσετε κριτική του κάθε τεύχους ξεχωριστά από τον @Spyros Andrianos εδώ. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Μια ελάιστα τροποποιημένη εκδοχή αυτής της παρουσίασης αναρτήθηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  20. Η Ρουμανία σαν χώρα, και η Τρανσυλβανία ειδικότερα, έχουν γίνει γνωστές από το πασίγνωστο μυθιστόρημα του Μπραμ Στόκερ, το Δράκουλα. Ο οποίος Βλαντ Τσέπες, όπως ήταν το πραγματικό όνομα του ιστορικού πρόσωπου, από το οποίο εμπνεύστηκε ο Στοκερ, έμεινε γνωστός για την σκληρότητα με την οποία αντιμετώπιζε τους εχθρούς του. Με την πάροδο των ετών, ιστορική πραγματικότητα, θρύλοι και δεισιδαιμονίες, έμπλεξαν τα κουβάρια τους και ουσιαστικά κανείς δεν ξέρει που τελειώνει το γεγονός και που ξεκινάει η μυθοπλασία. "Όταν όμως μεγάλοι δημοσιογραφικοί οργανισμοί, όπως το National Geographic, καταπιάνονται με μια έρευνα γύρω από την πραγματική ζωή του Δράκουλα και την όποια σύνδεση του με το θρύλο,τότε ακόμα και οι πιο δύσπιστοι, στρέφουν το βλέμμα και παρατηρούν..." (από το πρώτο καρέ του κόμικ) Όπως καταλάβατε, πρόκειται για μια ακόμα απόπειρα προσέγγισης της ιστορίας του γνωστού Κόμη/βρυκόλακα, από 2 Έλληνες δημιουργούς. H συγκεκριμένη προσπάθεια γίνεται σε μορφή graphic novel, σε περίπου 100 σελίδες. Το σενάριο δεν είναι κάτι το ιδιαίτερα πρωτότυπο, παρά μόνο στο ότι φέρνει την δράση στην σύγχρονη εποχή, με πρωταγωνιστές τα μέλη του ενός συνεργείου του National Geographic και η σύγκρουσή τους με το προαιώνιο κακό και... τα κορίτσια του! Η συντριπτική πλειοψήφία της πλοκής εκτυλίσσεται μέσα στο πύργο του Δράκουλα, σε βαθμό που μου θύμισε θεατρικό έργο, και κάνοντας, οπτικά τουλάχιστον, το κόμικ σχετικά μονότονο. Παρόλο που ο Malk κάνει φιλότιμες προσπάθειες, γεμίζοντας τα καρέ του και δίνοντας μεγάλη λεπτομέρεια σε πρόσωπα, εκφράσεις και κινήσεις, όταν στα 2/3 του έργου, το φόντο σου είναι πέτρινοι τοίχοι, δεν μπορείς να κάνεις και παπάδες. Είναι κρίμα, γιατί το σενάριο προσφέρει στιγμές ενδιαφέρουσες και τρομακτικές, και ο σχεδιαστής είναι τρομερά έμπειρος στο είδος, πράγμα που με κάνει να πιστεύω ότι με πιθανή χρήση 1-2 διαφορετικών υποβάθρων, θα ανέβαινε πολύ σε επίπεδο. Συνολικά, πρόκειται για μια αξιόλογη προσπάθεια, για τα ελληνικά δεδομένα, και ίσως το γεγονός ότι έχω μια αγάπη στον Τρανσυλβανό ρουφήχτρα με κάνουν πιο δύσκολο. Αξίζει σίγουρα πάντως να δοκιμαστεί από όλους.
  21. Μια που σήμερα είναι 1 Νοεμβρίου, ξέρεις, η Μέρα των Νεκρών, των Αγίων Πάντων, το Χάλογουιν, το Σάουεν, η Ταροβεάν, θα σου διηγηθώ μια ιστορία που έχει σχέση μ' αυτή τη σημαδιακή ημερομηνία. Με αυτά τα λόγια ξεκινάει η δέκατη πέμπτη περιπέτεια του Κόρτο Μαλτέζε, η τρίτη δια χειρός Juan Díaz Canales και Rubén Pellejero. Το ενδιαφέρον αυτού του άλμπουμ είναι ότι τα γεγονότα του οδηγούν απευθείας στην Μπαλάντα της Αλμυρής Θάλασσας, το κόμικ-αφετηρία του Κόρτο Μαλτέζε και κατά πολλούς κορυφαίο έργο του Hugo Pratt. Ριψοκίνδυνη απόφαση, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι τα προηγούμενα εγχειρήματα των Canales και Pellejero (Κάτω από την Ήλιο του Μεσονυκτίου και Εκουατόρια) δεν έγιναν δεκτά με ενθουσιασμό. Είναι νύχτα και ο Κόρτο Μαλτέζε συναντιέται με τον άσπονδο φίλο του, τον Ρασπούτιν, σε ένα νεκροταφείο της Τασμανίας. Έχουν αναλάβει να ελευθερώσουν τον Καλαμπούς, έναν νεαρό ιθαγενή με μυστηριώδες παρελθόν, ο οποίος κρατείται αιχμάλωτος σε μια φυλακή διοικούμενη από τους πρώην κατάδικους. Έτσι ξεκινάει μια ακόμη περιπέτεια του ρομαντικού ναυτικού, που θα τον ταξιδέψει στο Βόρνεο και τα μικρονήσια του Ειρηνικού και θα τον θέσει απέναντι σε άγριους ντόπιους και κυνικούς αποίκους. Για πρώτη φορά, οι δύο δημιουργοί καταφέρνουν να πετύχουν τη συνταγή των κόμικς του Pratt. Η ποιητικότητα και η ενδοσκόπηση είναι στη σωστή αναλογία σε σχέση με την περιπέτεια. Οι αλληλεπιδράσεις των χαρακτήρων με ιστορικά πρόσωπα (μεταξύ των οποίων οι Λευκοί Ράτζα του Σαραουάκ και ο φωτογράφος J.W. Beattie) είναι οργανικά τοποθετημένες μέσα στην πλοκή, η οποία διαθέτει μια καλή δόση «πραττικού» δράματος. Το σχέδιο θυμίζει ευχάριστα Pratt και ταυτόχρονα διαθέτει κάποια καρέ που δεν εμπεριέχονταν στο ρεπερτόριό του. Ο δε χρωματισμός είναι μάλλον ανώτερος από αυτόν των προηγούμενων άλμπουμ. Θεωρώ ότι οι φίλοι του αυθεντικού έργου θα το απολαύσουν. Η ελληνική έκδοση, από τις Εκδόσεις Μικρός Ήρως, κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2019, με ένα μήνα διαφορά από την ιταλική και μόλις μερικές μέρες μετά τη γαλλική. Αξιοθαύμαστο, αν μη τι άλλο.
  22. αριστερά το dust jacket της έκδοσης της Ars Longa, δεξιά το εξώφυλλο Το κόμικ που τα ξεκίνησε όλα. Το κόμικ που εισήγαγε τον πλέον διάσημο τυχοδιώκτη ευγενή ναυτικό, Κόρτο Μαλτέζε, και γι'αυτό υπάρχουν κάποιοι πως υποστηρίζουν πως δεν είναι κόμικ "Κόρτο Μαλτέζε" αλλά περιέχει και αυτόν. Πολύ πιθανό, μιας και η ιστορία δεν έχει αυτόν πρωταγωνιστή, αλλά εκ των υστέρων ξέρουμε πως έμελλε να είναι ο χαρακτήρας που θα κολλήσει στο μυαλό του Pratt και με τον οποίο θα συνεχίσει να ασχολείται. Η Μπαλάντα αποτελεί την γνωστότερη ιστορία του Hugo Pratt στους τροπικούς, μια ιστορία που τοποθετεί τον Κόρτο στην υπηρεσία του μυστηριώδη "Καλόγερου" που προμηθεύει τους Γερμανούς στην θάλασσα μεταξύ νήσων του Σολομώντα και Ν. Γουινέας (στην Πολυνησία πάνω από την Αυστραλία) με κάρβουνο στις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου. Μεταξύ άλλων έχουμε πρώτη εμφάνιση του Ρασπούτιν, του τρελού μοναχού που αποτελεί την άλλη όψη του νομίσματος του Κόρτο. Η ιστορία προσωπικά δεν με τρελαίνει, σίγουρα άλλες μεγάλες όπως το βενετσιάνικο παραμύθι και η κρυφή αυλή του μυστηρίου μου κάνουν μεγαλύτερο κλικ. Πάντως, δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από αντίστοιχα βιβλία του είδους - Το νησί των θησαυρών του Στίβενσον και ο Ροβινσώνας Κρούσος του Ντεφόε έρχονται έτσι πρόχειρα στο μυαλό - με τον λυρισμό, την ποιητικότητα και το μυστήριο που στήνει ο Pratt. Ένα μελωδικό τροπάρι που θα ακούσουμε ξανά και ξανά στα έργα του, με μεγάλη ευχαρίστηση. τα εξώφυλλα των τεσσάρων τευχών από τον Μικρό Ήρωα Στα της έκδοσης, προφανώς και εν Ελλάδι θα γινόταν πάλι χαμός. Περιληπτικά, το κόμικ βγήκε από την Ars Longa για πρώτη φορά το 1987 με dust jacket παρακαλώ, υπήρξε μια επανέκδοση το 1995 ενώ το 2008 ξαναβγήκε σκληρόδετο και πολύ πιθανά είναι παράνομη κυκλοφορία. Το 2019 οι εκδόσεις Μικρός Ήρως που έχουν μπει για τα καλά στο παιχνίδι του Κόρτο Μαλτέζε από τότε που τσίμπησαν τα δικαιώματα, έβγαλαν την Μπαλάντα σε 4 τεύχη τα οποία βέβαια δεν έχω δει από κοντά για να εκφέρω άποψη. Ειδοποιός διαφορά πως η τελευταία έκδοση είναι έγχρωμη (Patricia Zanotti) ενώ όλες οι προηγούμενες ασπρόμαυρες.Προφανώς, αλλάζει και η μετάφραση (Άρης Μαλανδράκης για Μαμούθ, Γαβριήλ Τομπαλίδης για Μικρό Ήρωα).
  23. Ο Γιάννης Ρουμπούλιας, μετά την καθιερωμένη άφιξη του Πόναν, το 2019 είχε κι άλλη μία δουλειά στα σκαριά, που κυκλοφόρησε στις 30/11, του ίδιου έτους, στα πλαίσια του AthensCon. Αυτή την φορά έχουμε τον Leonidas, με τους λίγους στρατιώτες του, να ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τον πολυπληθή στρατό του Ξέρξη. Ξέρω! Κάτι το σχολείο, κάτι η ταινία, λίγο-πολύ ξέρουμε την ιστορία αυτή. Αυτό που κρατούνταν καλά κρυμμένο μέσα στους αιώνες, όμως, είναι το γεγονός ότι ο Βασιλιάς των Περσών έριξε στην μάχη το βαρύ πυροβολικό του, που δεν ήταν άλλο από τον θρυλικό Μέγα Παλαιό Κύπριο Κθούλο Κθούλου! Η συνέχεια, προμηνύεται εκρηκτική. Ο αγαπητός μας καλλιτέχνης, στηριζόμενος σε μία ιδέα του Γαβριήλ Τομπαλίδη, δημιουργεί μία σατιρική παραλλαγή της μάχης των Θερμοπυλών, δανειζόμενος στοιχεία ιστορικά, αλλά και στοιχεία από την ταινία, διανθίζοντάς τα με μεγάλες δόσεις χιούμορ, που μόνο εκείνος (ή τουλάχιστον είναι από τους λίγους) μπορεί να παράξει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός της κωμικής χρήσης αρχαΐζουσας (ή όπως λέγεται τέλος πάντων ) σε αρκετά σημεία του κόμικ. Η ιστορία κλείνει με μία εξαιρετική μάχη, ενώ το τελευταίο καρέ είναι ο ορισμός της καφρίλας! Προτείνεται σε όλους! Το σχέδιο είναι πολύ ρεαλιστικό κι αν και κωμικό, είναι πολύ προσεγμένο. Το έγχρωμο στυλ είναι πολύ ταιριαστό και πολλά είναι τα καρέ (πχ το δισέλιδο "ξύπνημα" του τέρατος ή η τελική μάχη) που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό. Έχουμε δει πολλά "επίσημα" κόμικς, προερχόμενα από γνωστές εκδοτικές, που έχουν πολύ πιο πρόχειρο σχέδιο, από αυτό εδώ. Η έκδοση δεν έχει διαφορές από τα υπόλοιπα φανζίν που μας έχει χαρίσει ο Ρουμπούλιας τα τελευταία χρόνια. Αρκετά προσεγμένη για το είδος και τα χρήματά της. Η μοναδική σημαντική διαφορά είναι το έγχρωμο σχέδιο και, η εκτός Πόναν, θεματολογία.
  24. Τα Αλλόκοσμα: Ελληνικά Παραμύθια, Αλλιώς είναι ένα κόμικ των Βασιλείας Βαξεβάνη (σενάριο) και Ευγενίας Κουμάκη (σενάριο, σχέδιο), που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 από την Comicdom Press. Όπως δηλώνει ο υπότιτλος, απαρτίζεται από τρία πειραγμένα ελληνικά παραμύθια, παρότι η «εθνικότητα» των παραμυθιών είναι κάτι σχετικό, καθώς παραλλαγές γνωστών παραμυθιών βρίσκονται εδώ κι εκεί. Πριν από κάθε ιστορία, προηγείται ένας διπλός πρόλογος από τις δύο δημιουργούς, με λίγα λόγια για την «αντιμετώπισή» προς την ιστορία αυτή. Ιδιαίτερα τα κειμενάκια της Κουμάκη, όπου αναφέρεται στις εμπνεύσεις της ή στη εικαστική διαδικασία που ακολούθησε σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον. Τρίματος: το ελληνικό αντίστοιχο του ανατριχιαστικού παραμυθιού του Κυανοπώγωνα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο παρόν, αλλά με μια splatter προσέγγιση. Μια νεαρή κοπέλα γνωρίζει κατά τύχη τον, κατά τα φαινόμενα, τέλειο άντρα. «Που παραείναι τέλειος για να είναι αληθινός», όπως γράφει η Βαξεβάνη στην εισαγωγή. Προφανώς, όμως τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν. Εδώ η Κουμάκη ξεκινάει με το βασικό της στιλ, αλλά στην πορεία το κάνει ελαφρώς πιο βρώμικο και σαφώς πιο σκοτεινό, για να ταιριάζει στην horror πλοκή. Κόκκινη σαν το αίμα, Άσπρη σαν το χιόνι: εδώ, το σκηνικό μεταφέρεται στο μακρινό μέλλον. Το πριγκιπόπουλο των Νέων Αθηνών πέφτει θύμα της κατάρας μιας γριάς (στην πραγματικότητα του χακάρει το βιοτσίπ ) και αναγκάζεται να αναζητήσει την Κόκκινη. Σαν άλλη Ραπουνζέλ, η Κόκκινη τον δέχεται στον πύργο της και αποφασίζουν να ταξιδέψουν μαζί στο διάστημα. Τούτη δω η ιστορία ήταν που ξεχώρισα περισσότερο. Πρώτον λόγω του έξυπνου και χιουμοριστικού τρόπου με τον οποίο το παραμύθι μεταγράφηκε σε μια διαπλανητική περιπέτεια. Δεύτερον, για το σχέδιο της Κουμάκη, η οποία εμπνέεται από την sci-fi παράδοση των γαλλοβελγικών κόμικς, διατηρώντας ωστόσο το προσωπικό της στιλ. Ο Γυμνός με τη Μαχαίρα: η ιστορία βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι πεθαμένοι πρέπει να ταφούν καταλλήλως ώστε να περάσουν στον Άλλο Κόσμο. Ανήκει στον κύκλο ιστοριών με τον Ευγνώμονα Νεκρό, που συναντάται σε πολλά μέρη της Ευρώπης και θα πιθανώς έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Αίγυπτο. Σε μια Ελλάδα, που λυμαίνεται από ζόμπι και μεταλλαγμένα ζώα, ένας νεαρός φεύγει από το νησί του για να έρθει στην Αθήνα και να αναζητήσει φάρμακα. Ενδιαφέρουσα σεναριακά, κυρίως γιατί μέχρι το τέλος, δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πού πηγαίνει η ιστορία, αλλά και λόγω της τοποθέτησής του σε post-apocalyptic πλαίσιο. Σχεδιαστικά, η Κουμάκη πειραματίζεται με τη γραμμή και τα υλικά, θέλοντας να δώσει ένα πιο τραχύ αποτέλεσμα και τα καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό. Στο τέλος υπάρχει ένα επιμύθιο γραμμένο από τον Ben Haggarty, σεναριογράφο του Mezolith. Συνολικά, είναι ένα πολύ αξιόλογο κόμικ. Περιέχει σε μεγάλο βαθμό αυτά που ψάχνω σε μια συλλογή/ανθολογία σύντομων ιστοριών, τουτέστιν ποικιλία σε αφήγηση και σχέδιο, αλλά με παράλληλη ομοιογένεια των ιστοριών. Είναι, θεωρώ, μια από τις περιπτώσεις όπου η «αλλοίωση» των κλασικών παραμυθιών έχει κάτι να πει και δεν έγινε απλά γιατί το κλασικό πουλάει.
  25. leonidio

    DCeased

    Ένα αρκετά διασκεδαστικό και πολύ καλοφτιαγμένο κόμικ από τη DC, που θέτει το ερώτημα, τι θα γινόταν εάν ένας ιός, από τον οποίο οι υπερήρωες δεν θα ήταν απρόσβλητοι, κατέστρεφε τον κόσμο; Η ιδέα έχει χρησιμοποιηθεί πρώτα στο διασκεδαστικότατο Marvel Zombies, αλλά εδώ έχουμε την παραλλαγή του ιού, ο οποίος μεταδίδεται μέσω των ηλεκτρονικών συσκευών με τη λέξη “viral” να αποκτά εντελώς καινούριο νόημα. Για να μη μακρηγορούμε, οι υπερήρωες της DC πέφτουν ένας ένας και στο τέλος μένουν ελάχιστοι, που προσπαθούν να σώσουν ό,τι έχει απομείνει από τον κόσμο. Η αλήθεια είναι ότι το κόμικ προσφέρει πρωτίστως ψυχαγωγία και δεν αντέχει σε κάποια πιο σοβαρή κριτική, κάτι που δεν είναι καθόλου κακό από μόνο του. Στην πραγματικότητα και υπό αυτό το πρίσμα είναι καλογραμμένο και καλοσχεδιασμένο. Φυσικά, προϋποθέτει και γνώση των βασικών ηρώων και καταστάσεων του σύμπαντος της DC και είναι γεμάτο με αστεία, ατάκες και μπηχτές, που μόνο ένας καλός γνώστης των υπερηρωικών μπορεί να συλλάβει, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι και όσοι δεν έχουν εντρυφήσει στα κόμικς της εταιρείας δεν μπορούν να το απολαύσουν. Το σενάριο δίνει χώρο σε πάρα πολλούς ήρωες της DC, αποδομεί και κανιβαλίζει (κυριολεκτικά και μεταφορικά) ήρωες και σχέσεις μεταξύ των ηρώων και προσφέρει άφθονο αίμα χωρίς ταυτόχρονα να λείπει το χιούμορ. Η δράση είναι ασταμάτητη και πιστεύω ότι όσοι το διαβάσουν θα το ευχαριστηθούν, ενώ και το τέλος είναι μάλλον αναπάντεχο. Ο σεναριογράφος Tom Taylor έχει κάνει πολύ καλή δουλειά και έχει γράψει διαλόγους, που μέσα στο εξωφρενικό του θέματος, είναι απόλυτα φυσικοί. Ο βασικός σχεδιαστής Trevor Hairsine δίνει το σωστό συνδυασμό μεταξύ ασταμάτητης, σωματικής δράσης και συναισθήματος με βοήθεια από το μελανωτή Stefano Gaudiano (εκ των βασικών συντελεστών του The Walking Dead) και την κολορίστρια Rain Beredo. Η σειρά ολοκληρώθηκε σε 6 τεύχη, τα οποία συλλέχθησαν σε έναν πολύ ωραίο, σκληρόδετο τόμο, που έχει και εναλλακτικά εξώφυλλα, και τον οποίον διάβασα εγώ. Μέσα στο Φεβρουάριο ξεκίνησε και η συνέχεια, το Unkillables, το οποίο ολοκληρώθηκε σε τρία τεύχη. Δυστυχώς, βέβαια, η πραγματικότητα αποδεικνύεται εξίσου εξωφρενική και ζήσαμε πρωτόγνωρες καταστάσεις λόγω κορωνοϊού, οι οποίες καθιστούν το κόμικ επίκαιρο, έστω και μέσα στην υπερβολή του. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Μια ελάχιστα διαφορετική μορφή αυτής της παρουσίασης αναρτήθηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
×
×
  • Create New...