Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2019'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Όσες και όσοι διαβάζουμε DC Comics ξέρουμε ποιος είναι ο Τζίμι Όλσεν: ο νεαρός κοκκινομάλλης φωτορεπόρτερ με τις φακίδες και φιλαράκι του Σούπερμαν, αν και η λέξη "φιλαράκι" εδώ σημαίνει, ότι μπλέκει συνέχεια σε μπελάδες, από τους οποίους τον σώζει ο Κρυπτόνιος φίλος του. Υπήρξε και κεντρικός ήρωας μιας σειράς κόμικς, που κράτησε 163 τεύχη μέσα σε 20 χρόνια και στη συνέχεια έκανε την εμφάνισή του σε αρκετά κόμικς της εταιρείας, αρκετές φορές σε πρωταγωνιστικό ρόλο. Το 2019 η DC Comics αποφάσισε να ξεκινήσει μια καινούρια μίνι σειρά 12 τευχών, που θα επανέφερε το συμπαθή δημοσιογράφο στις ρίζες του. Και κάπου εδώ, ανέλαβε ο Matt Fraction να γράψει το σενάριο. Η ιστορία χωρίζεται σε πάρα πολλά μικρά κεφάλαια, τα περισσότερα ε των οποίων είναι έως 3 ή 4 σελίδες, κάποια απλά μονοσέλιδα και ορισμένα εκτείνονται έως και τις 8 σελίδες. Σε κάθε κεφάλαιο υπάρχει μια μικρή, χιουμοριστική εισαγωγή, που μιμείται τα αντίστοιχα κείμενα των κόμικς των δεκαετιών του ''50, του 60 και του '70. Η ιστορία είναι ακριβώς αυτό, που δηλώνει ο τίτλος, μια έρευνα για το ποιος σκότωσε τον Τζίμι Όλσεν, την οποία, φυσικά, διεξάγει .... ο ίδιος ο Τζίμι Όλσεν (μη ρωτάτε, θα τα διαβάσετε στο κόμικ ) Χιουμοριστικό κόμικ, απολαυστικό σε διάφορα σημεία, με ενδιαφέρουσα αφήγηση, που κινείται μπρος και πίσω στο χρόνο, έχει πραγματικά καλή φάση και αρκετά αστεία, και κυρίως μια ενδιαφέρουσα ιστορία, η οποία, όμως, έχει πολλά στοιχεία, που απευθύνονται σε ανθρώπους, που έχουν επαφή με το σύμπαν της DC Comics, καθιστώντας το μάλλον ακατάλληλο ή αδιάφορο στους υπόλοιπους. Αυτό είναι και το μοναδικό μειονέκτημα του κόμικ, το οποίο εγώ (και όχι μόνο) το απήλαυσα. Κατά τα άλλα, το κόμικ είναι ηθελημένα αφελές, αλλά μόνο φαινομενικά. Δεν αποδομεί το χαρακτήρα, ούτε του δίνει μια καινούρια τροπή, όπως έκανε ο Fraction με το Hawkeye, αλλά είναι ένα χορταστικό κόμικ, που διαβάζεται με ευχαρίστηση. Ο Steve Lieber δεν καινοτομεί σχεδιαστικά και σέβεται το φαινομενικά παλαιομοδίτικο χαρακτήρα του κόμικ με το καρτουνίστικο σχέδιό του, αλλά γνωρίζει πολύ καλά, πώς να δώσει σημασία σε διάφορα καρέ ή να δημιουργήσει πολύ όμορφες συνθέσεις. Τα φωτεινά χρώματα του κολορίστα Nathan Fairbairn βάζουν κι αυτά πολλά σημαντικά λιθαράκια στην ατμόσφαιρα του κόμικ. Αξίζει να το διαβάσετε, ακόμη κι αν δεν ξέρετε πολλά για το χαρακτήρα και στην τελική κι όσοι δεν τον ξέρετε καλά, καιρός να τον ανακαλύψετε. Η σειρά κέρδισε δύο βραβεία Eisner πριν από λίγες ημέρες, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο σχετικό θέμα. Όλα οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  2. Σίγουρα όσοι είμαστε γεννημένοι την δεκαετία του 1980, έχουμε ακούσει κι απολαύσει τα απίθανα “Χελωνονιντζάκια". Πρόκειται για μία σειρά, εμπνευσμένη από τους Kevin Eastman και Peter Laird, η οποία ξεκίνησε από καθαρή πλάκα, σατιρίζοντας θετικά τους χάρτινους ήρωες του Οίκου των Ιδεών και ιδιαίτερα του έτερους μεταλλαγμένους, X-Men. Έτσι, από το μακρινό 1983, τα διάσημα μεταλλαγμένα χελωνάκια, έχουν αντέξει στον χρόνο (με τα ups και τα down τους), έχοντας δημιουργήσει ένα αξιόλογο σύμπαν, που γοητεύει ακόμα και σήμερα τους μικρούς και τους μεγάλους. Στο ενεργητικό τους, τα Χελωνονιτζάκια έχουν να επιδείξουν κόμικς, σειρές, κινηματογραφικές ταινίες, παιχνίδια και βιντεοπαιχνίδια, τα οποία άλλοτε είχαν περισσότερη “ενήλικη” υφή κι άλλοτε μία πιο ανάλαφρη δομή, περισσότερο εύπεπτη για τις μικρότερες ηλικίες. Θέλοντας να εστιάσουμε στον τομέα της Ένατης Τέχνης, η σειρά πρωτοξεκίνησε, υπό την μορφή φανζίν, για να γνωρίσει μία ανέλπιστη επιτυχία και να βρει στην συνέχεια καταφύγιο στην Mirage Studios, αλλά και σε άλλες εκδοτικές, μέσα στο πέρασμα των ετών, για να φτάσει στα χέρια της IDW, στις ημέρες μας. Για κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα (το 2003), το κόμικ κυκλοφόρησε από την Dreamwave, σε επιμέλεια του σπουδαίου σεναριογράφου Peter David (γνωστού από την δουλειά του στις ιστορίες του Hulk) και του σχεδιαστή Thomas LeSean. Δυστυχώς, κυκλοφόρησαν μόλις επτά τεύχη, πριν ακυρωθεί. Αυτά τα εφτά τεύχη, αποφάσισαν να φέρουν στο κοινό οι εκδόσεις “Μικρός Ήρως”, το 2019, όχι σαν αυτόνομη έκδοση, αλλά σαν ένθετο με την εφημερίδα “Sport Time”. Η συνεργασία με την συγκεκριμένη εφημερίδα σταμάτησε στα πέντε τεύχη, ενώ στην συνέχεια η σειρά φαίνεται να μπαίνει στον πάγο. Μετά από δύο χρόνια, όμως, αποφασίστηκε να κυκλοφορήσουν τα εναπομείναντα δύο τεύχη, αυτή την φορά κατευθείαν στα περίπτερα. Η συγκεκριμένη σειρά, λοιπόν, χωρίζεται σε δύο άτυπες ενότητες, με την πρώτη να καλύπτει τα τέσσερα πρώτα τεύχη, στα οποία θα μάθουμε κάποια πράγματα για το origin αρκετών από τους support χαρακτήρες του σύμπαντος των TMNT, όπως η April O’Neil, o Casey Jones κι ο Baxter Stockman. Παράλληλα με αυτά τα άτυπα origins, βλέπουμε και μία ιστορία στο background, η οποία είναι εμπνευσμένη από την δημοφιλή (κι αγαπημένη μου) σειρά του 1987. Στα υπόλοιπα τεύχη θα διαβάσουμε μία μεμονωμένη ιστορία (στο #05), με πρωταγωνιστή τον Rafael, που προσπαθεί να έρθει πιο κοντά στους ανθρώπους και να γίνει προσιτός σε αυτούς, με τις όποιες δυσκολίες μπορεί να έχει η αποδοχή του “διαφορετικού”. Τα τελευταία τεύχη (#06 και #07) θα έχουν για πρωταγωνιστή τον Leonardo, ο οποίος θα μας παραδώσει ένα καλό μάθημα για την αντιμετώπιση του bullying, την ίδια ώρα που εξυμνεί τον αλτρουισμό. Οι ιδέες του σεναρίου έχουν πολλές ομοιότητες με την σειρά των παιδικών μας χρόνων, αλλά η δομή τους είναι πιο σκοτεινή, αρκετά συνυφασμένη με τα πρώτα κόμικς. Κι ενώ από το σενάριο δεν έχω μεγάλα παράπονα, ομολογώ ότι η σκηνοθεσία με κούρασε αρκετά. Η εναλλαγή των σκηνών γίνεται βιαστικά και με μεγάλη συχνότητα, με αποτέλεσμα να χάνεται εύκολα το mood, που προσπαθεί να δημιουργήσει το σενάριο. Όπως και να έχει, πάντως, κάθε τεύχος μού άφησε μία καλή επίγευση στο φινάλε του, αλλά και την αίσθηση ότι ήθελε περισσότερη φροντίδα. Όσον αφορά τον εικαστικό τομέα, δυστυχώς κι εδώ δεν μπορώ να νιώσω ικανοποιημένος αρκετά. Το σχέδιο είναι η επιτομή του “κομπιουτερίστικου” στυλ, ενώ οι χαρακτήρες αποδίδονται παραμορφωμένοι. Οι σκηνές μάχης βγάζουν μία θολούρα, προκειμένου να τονίσουν την κίνηση, αλλά με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν μερικά καρέ, τα οποία δυσκολεύτηκα ακόμα και να καταλάβω τι ήταν σχεδιασμένο μέσα σε αυτά. Ο χρωματισμός δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν πέραν του δέοντος μουντός. Χρησιμοποιήθηκε μία σκούρα κι άτονη παλέτα χρωμάτων, η οποία, σε συνδυασμό με το σχέδιο, νομίζω ότι έδωσε ένα όχι και τόσο καλό αποτέλεσμα. Κι ερχόμαστε στα χαρακτηριστικά της έκδοσης, τα οποία πιστεύω ότι είναι το πιο δυνατό σημείο του συγκεκριμένου τίτλου. Τα τεύχη είναι δεμένα με καρφίτσα και τόσο η υφή, όσο και το φορμάτ και το στυλ τους, μου έφεραν στο μυαλό την (αγαπημένη μου) έκδοση του “Μπάτμαν” της Πέργαμος. Το εξώφυλλο είναι αρκετά παχύ για ένα κόμικ 28 σελίδων, ενώ και το χαρτί στο εσωτερικό είναι τίμιο και με καλή υφή στην εκτύπωση. Όλα τα λεφτά, πάντως, είναι τα δισέλιδα άρθρα του αγαπητού Γαβριήλ Τομπαλίδη, που υπάρχουν σε κάθε τεύχος. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο τεύχος παίρνουμε πληροφορίες για το ξεκίνημα του τίτλου στα κόμικς, στο δεύτερο θα παρελάσουν οι βασικοί χαρακτήρες, στο τρίτο θα μάθουμε διάφορα παράξενα από την πορεία των TMNT (όπως πχ η λογοκρισία που υπέστησαν στην Αγγλία), για να έρθει το τέταρτο τεύχος, το οποίο θα μας παραθέσει το πρώτο μέρος από την πορεία τους στην μεγάλη οθόνη. Στο πέμπτο τεύχος θα έχουμε την συνέχεια, ενώ στα δύο τελευταία τεύχη, ο Γαβριήλ θα μας μιλήσει για το τηλεοπτικό ταξίδι των μεταλλαγμένων χελωνών. Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία σειρά που απευθύνεται περισσότερο στους νοσταλγούς των TMNT, παρά στους υπόλοιπους. Αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι η σειρά δεν μακροημέρευσε, μας δίνει το ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν ανήκει στις ένδοξες στιγμές του τίτλου. Αν, όντως, νοσταλγείτε τα Χελωνονιντζάκια, καλύτερα να ξεκινήστε να βλέπετε πάλι την άπαιχτη σειρά του 1987.
  3. Ο Eldo Yoshimizu γεννήθηκε το 1965 και σπούδαζε στο πανεπιστήμιο τεχνών του Τόκυο, ασχολούμενος με τη γλυπτική και τη ζωγραφική. Στα έργα τέχνης του απεικονίζει μια γυναίκα που ονομάζεται Ryuko. Μια αισθησιακή γυναίκα η οποία τελικά και πρωταγωνιστεί στο δικό της manga. Το "Ryuko" είναι το πρώτο manga του Yoshimizu στο οποίο παρουσιάζονται μέλη της Yakuza και της Κινέζικης μαφίας, Ρώσσοι εκτελεστές και βετεράνοι του Αφγανικού πολέμου. Συγκεκριμένα ερευνώνται τα κίνητρα και οι προσωπικότητες τους με το σκεπτικό του ότι το "καλό" και το "κακό" είναι απλά δύο πλευρές του ίδιου κέρματος, ότι ο κάθε άνθρωπος είναι ηθικά "γκρίζος": έχει μια καλή και μια κακή πλευρά αλλά μόνο η μία από αυτές τις πλευρές βγαίνει στην επιφάνεια. Έχοντας κληρονομήσει τη θέση του αρχηγού της Yakuza όταν δολοφόνησε τον πατέρα της θεωρώντας τον υπεύθυνο για το θάνατο της μητέρας της, η Ryuko μαθαίνει μέσα από μια σειρά γεγονότων ότι η μάνα της είναι ακόμη ζωντανή. Πλέον καταζητούμενη ως αρχηγός της Yakuza, η Ryuko ξεκινά μια αναζήτηση για τη μητέρα της και για αυτούς που ευθύνονται για την απαγωγή της, ενώ η ίδια καταζητείται για τον τίτλο της. Η ιστορία από μόνη είναι λίγο μπλεγμένη, καθώς παρουσιάζονται τα κίνητρα του κάθε χαρακτήρα της ιστορίας. Αυτό όμως που τραβάει το μάτι και κρατάει τη προσοχή είναι το σχέδιο και οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο σχεδιαστής. O Yoshimizu σχεδιάζει τους χαρακτήρες του με μία κομψότητα που τους δίνει ζωή και χαρακτήρα. Κάθε πάνελ του βγάζει ζωντάνια και ένταση. Αυτό οφείλεται κατά ένα μεγάλο μέρος στις αυστηρές γραμμές που χρησιμοποιεί και στο πόσο έντονα τις αποδίδει. Οι χαρακτήρες από την άλλη είναι σχεδιασμένοι κομψά και λιτά σε αντίθεση με ότι γίνεται τριγύρω, δίνοντας εκπληκτική αντίθεση μεταξύ τους. Το "Ryuko" είναι ένα αρκετά μικρό manga που η δράση του και ο τρόπος αφήγησής του θυμίζουν ταινία δράσης, αλλά κάποιες φορές ίσως να φανεί πολύ μπερδεμένος. Είναι μια αρκετά καλή δουλειά σε γενικές γραμμές που θα κρατήσει τον αναγνώστη είτε με τη κινηματογραφική ιστορία της, είτε με το έντονο και δυναμικό σχέδιο της.
  4. Μυστήρια Πράματα του Θανάση Πετρόπουλου λοιπόν. Ένα φολκλόρ κόμικ βουκολικού τρόμου που δημοσιεύεται στο socomic.gr και αυτή είναι μια παρουσίαση του πρώτου αλμπουμ, που κυκλοφόρησε το 2019 από την Jemma Press. κι αν τα παραμύθια της γιαγιάς δεν ήταν τελικά παραμύθια; Πριν από τα Μυστήρια Πράματα, ο Θανάσης Πετρόπουλος ήταν γνωστός για τα διάφορα comic strips του, όπως τα Πλασματικά Νούμερα, τα Καμμένα Βούρλα, τα συνεργατικά κόμικς Προτελευταίοι και Προτελευταίοι Ξανά με τον Αντώνη Βαβαγιάννη, αλλά και για τη συμμετοχή του σε διάφορες ανθολογίες. Μετά την κυκλοφορία τους, όμως, τα Μυστήρια Πράματα έγιναν σίγουρα η πιο δημοφιλής δουλειά του. Παρόλο που το άλμπουμ αυτό ξεκινάει με δύο μικρές ιστορίες (μία τετρασέλιδη και μία μονοσέλιδη), στη συνέχεια έχουμε μία πολυσέλιδη ιστορία, κάτι το οποίο επιχείρησε για πρώτη φορά. Διαβάζουμε στο οπισθόφυλλο του κόμικ: Κάποτε, όταν ο κόσμος και τα πράματα ήσαν απλά, η Ελλάδα ήταν ένας στοιχειωμένος τόπος. Ήταν γεμάτη ξωτικά, νεράιδες, καλικαντζάρους, τέρατα, δράκους των θησαυρών, στοιχειά των νερών, του βουνού και του κάμπου, γριές μάγισσες, εκδικητικούς αγίους και βρικόλακες που τριγυρνούσαν στο φως του ήλιου... Αυτό είναι ένα κόμικ για τα μυστήρια πράματα, γι’αυτούς που τα είδαν με τα μάτια τους και γι’ αυτούς που τα ‘βαλαν μαζί τους... Όπως καταλαβαίνετε, οι πρωταγωνιστές μας είναι αυτοί που τα είδαν με τα μάτια τους και τα 'βαλαν μαζί τους. Ο Ιρλανδός φιλέλλην περιηγητής (και comic relief guy της υπόθεσης) Σερ Ζάκαρυ Νίκολσον και ο Φιλήμων Καρτέρης, ερευνητής καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών, τριγυρνούν στην ελληνική ύπαιθρο των τελών του 19ου αιώνα αναζητώντας διάφορα αλλόκοτα σκηνικά και βοηθώντας στην «επίλυσή» τους. Κάτι σαν τους τύπους από το Supernatural μάλλον (μόνο ένα επεισόδιο έχω δει), αλλά στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Κάτι επίσης πολύ ενδιαφέρον, είναι το γεγονός ότι η φιγούρα του Φιλήμονος Καρτέρη φαίνεται να έχει σχεδιαστεί με βάση τα χαρακτηριστικά του Νικολάου Πολίτη, λαογράφου και καθηγητή του Πανεπιστημίου Αθηνών, ο οποίος θεωρείται ως ο πρόδρομος της επιστήμης της λαογραφίας στην Ελλάδα. Υπάρχει άλλωστε και αφιέρωση στο εσώφυλλο του κόμικ: «Αφιερωμένο στη μνήμη του Νικολάου Γ. Πολίτη το έργο του οποίου ενέπνευσε αυτό το βιβλίο, στην ελληνική ύπαιθρο και στις ιστορίες της γιαγιάς δίπλα στο τζάκι». Άλλο ένα αγαπημένο ελληνικό κόμικ με μια πολύ καλή αρχική σκέψη και μια πολύ δυνατή εκτέλεση στη συνέχεια. Το πιο εντυπωσιακό, κατά τη γνώμη μου, είναι το γεγονός ότι ο Πετρόπουλος κατάφερε να ταιριάξει το στυλ σχεδίου του (που δε φημίζεται για το βιρτουοζιλίκι) με ένα είδος, το οποίο το έχουμε ίσως συνδυάσει με πιο λεπτομερές σχέδιο.
  5. Η παρουσίαση ίσως περιλαμβάνει ελαφρά spoilers. The Final Gauntlet, #1-6 Τα τελευταία χρόνια μού έχει δημιουργηθεί μια μεγάλη συμπάθεια για τους Guardians. Δε ξέρω εάν για αυτό οφείλεται το πολύ επιτυχημένο κινηματογραφικό franchise του James Gunn ή το γεγονός ότι λάτρεψα το Annihilation και τη συνακόλουθη σειρά GoG των Abnett/Laning, αλλά όπως και να έχει, αυτοί οι διαστημικοί ήρωες έχουν πλέον ξεχωριστή θέση στη καρδιά μου. Ένα άλλο στοιχείο που πρέπει να ληφθεί υπόψη είναι ότι έχω πολύ καιρό να διαβάσω κάποιο συναφή τίτλο των Guardians. Εδώ και πολύ καιρό η Marvel μου έδινε την εντύπωση πώς δεν είχε να παραδώσει κάτι «φρέσκο» με αυτούς τους χαρακτήρες ή έστω κάτι που να είναι στα επίπεδα αυτού που δημιούργησαν οι Abnett/ Lanning/ Giffen. Όλα αυτά διαφοροποιήθηκαν τη στιγμή που αποφάσισα να ρίξω μία ματιά στο τίτλο Guardians of the Galaxy του 2019 από τους σούπερ σταρ Donny Cates και Geoff Shaw. Η ιστορία έχει μία απλή δομή. Εν συντομία, σε κάποιο προηγούμενο τεύχος/σειρά/graphic novel που είχε γράψει ο Cates (ή κάποιος άλλος, ακόμα δε το έχω διασταυρώσει), ο Thanos φαίνεται να έχει αποχαιρετήσει για άλλη μία φορά τη ζωή και να έχει οδηγηθεί στις αγκάλες της αγαπημένης του, Death. Ο αδερφός του Thanos, Eros, καλεί σε συμβούλιο όλους τους διαστημικούς/κοσμικούς ήρωες προκειμένου να ακούσουν τη διαθήκη που τους άφησε ο Τρελός Τιτάνας. Εκεί μαθαίνουν ότι ο Thanos, σε μία κίνηση καλής θέλησης (), φρόντισε με κάποιο τρόπο να «ανεβάσει» ένα αντίγραφο της συνείδησης του στο μυαλό κάποιου άλλου πλάσματος του Marvel Universe, εξασφαλίζοντας έτσι ότι στην ουσία δεν θα παραμείνει «νεκρός» … Ποιο είναι αυτό το πλάσμα, στο οποίο κρύβεται μέσα ο Thanos; Που κολλάνε οι Guardians σε όλο αυτό; Αν μη τι άλλο, αυτές είναι δύο πολύ ωραίες ερωτήσεις που βρίσκουν απάντηση σε αυτήν την αρκετά συμπαθητική ιστορία που δημιούργησε ο Cates. Έχει ειπωθεί ουκ ολίγες φορές σε αυτό εδώ το forum ότι ο Donny Cates είναι το ανερχόμενο αστέρι της Marvel, ο οποίος μετά την «αναγέννηση» του Venom και τον εμπλουτισμό του ευρύτερου συμβιωτικού σύμπαντος, έχει αναλάβει και το δύσκολο εγχείρημα του επαναπροσδιορισμού της κοσμικής πλευράς του Marvel Universe. Έτσι, μετά από ένα πέρασμα από τον Silver Surfer (Black), Thanos, Cosmic Ghost Rider & Inhumans, σειρά τώρα έχουν και οι Guardians. Όλα τα γνωστά ατού του Cates είναι ορατά και εδώ. Ο Cates γράφει σαν ένα τρελό fanboy και γνωρίζει τι αναμένουν και θέλουν να δουν οι αναγνώστες του στην ιστορία που θα διαβάσουν. Το αποτέλεσμα είναι μία περιπέτεια με ατελείωτο fan service, αρκετά twists και ενίοτε καλό χιούμορ. Παράλληλα, ο Cates δε δαπανά καθόλου χρόνο σε περιττές εισαγωγές, αλλά περνά απευθείας στο «ψητό». Επιπλέον, πάντα καταφέρνει να βρει ένα τρόπο να σου κρατήσει το ενδιαφέρον αμείωτο και μόλις τελειώσεις το ένα τευχάκι, «διψάς» να διαβάσεις απευθείας το επόμενο! Το σχέδιο του Geoff Shaw κινείται σε ικανοποιητικά επίπεδα και ταιριάζει με την διαστημική ιστορία που αφηγείται ο Cates. Επίσης, διαβάζω ότι ο Shaw είναι και μόνιμος συνεργάτης του, αφού έχουν κάνει μαζί πολλές σειρές τόσο για τη Marvel όσο και για άλλες εταιρίες (π.χ. το Crossover και το God Country για την Image), κάτι που σίγουρα βοηθά τη «χημεία» των δύο δημιουργών. Ένα άλλο ατού του κόμικ είναι ότι αυτό κυλάει πολύ γρήγορα, έχει ξέφρενη δράση, ενώ εμπεριέχει διάφορες και πωρωτικές ατάκες! Νομίζω ότι είναι ένα μεγάλο πλεονέκτημα το ότι μπορεί και συνδέει επιτυχημένα το νήμα όλων των κοσμικών (και λοιπών) ιστοριών που έχει γράψει, χωρίς ο αναγνώστης να χάνεται. (π.χ. γίνεται αναφορά στον Knull, ο οποίος απ’ ό, τι διαβάζω συνδέεται με το run του στον Venom.) Πέρα από τα θετικά, διέκρινα κάποια στοιχεία που με παραξένεψαν. Αρχικά να πω ότι πλέον τα κόμικ της Marvel (φαντάζομαι όλα;) είναι εμφανέστατα επηρεασμένα από το κινηματογραφικό MCU, τόσο στις εμφανίσεις των χαρακτήρων όσο και στο τρόπο που αυτοί συμπεριφέρονται. (π.χ. ο Quill) Αυτό είναι αναμενόμενο για κάποιον που παρακολουθεί ανελλιπώς όλες τις εξελίξεις των κόμικ της Marvel, αλλά για κάποιον (όπως εγώ) που έχει μείνει «μακριά», σίγουρα τού δημιουργεί μία εντύπωση. Αυτή η εντύπωση δεν είναι θετική ή αρνητική απαραίτητα, αλλά ανέκαθεν ήμουν από αυτούς που προτιμούσα ένα «διαχωρισμό» ανάμεσα στα κόμικ και τις ταινίες. Άλλο το ένα, άλλο το άλλο. Επίσης, θα ήθελα ο Cates να είχε βάλει μέσα στο κόμικ περισσότερα character moments. Όχι ότι δεν υπήρχαν, απλά θα ήθελα λίιιγα παραπάνω, ώστε να φανεί περισσότερο η χημεία των χαρακτήρων. Μεταξύ των άλλων, μια και αναφέρθηκα στο χιούμορ, μερικά αστειάκια δεν είναι τόσο καλά ή είναι λίγο βεβιασμένα. Εν πάση περιπτώσει, το κόμικ αυτό ήταν για μένα σαν ένα δροσερό, καλοκαιρινό κοκτέιλ. Θέλω και άλλο, δηλαδή. Γενικά, πέρασα πολύ καλά και με έκανε να νοσταλγήσω το έπος του Annihilation & και των πολλαπλών συνεχειών του. Ευτυχώς το run του Cates έχει 6 τεύχη ακόμα. Το επόμενο story-arc ονομάζεται «Faithless», το οποίο ανυπομονώ πολύ να το ξεκινήσω. Το κόμικ αυτό έχει μαζευτεί σε ένα απλό, χαρτόδετο τόμο. Επίσης, κυκλοφορεί ένα hardcover που περιέχει και τις δύο ιστορίες, δηλαδή όλο το run του 2019 από τους Donny Cates και Geoff Shaw. ----- Απαντάω σε κάποιες σύντομες ερωτήσεις: 1. Είμαι αρχάριος, αλλά μου αρέσουν οι Guardians από τις ταινίες. Μπορώ να ξεκινήσω από αυτό το κόμικ; Δε θα σε απέτρεπα από το να το διαβάσεις, αλλά είναι μία αλήθεια ότι χρειάζεται γνώση των πρόσφατων εξελίξεων του Marvel Universe. Βέβαια, ο συγγραφέας κάνει ό, τι μπορεί για να μη «χαθεί» ο αναγνώστης και έως εκ τούτου, ό, τι χρειάζεται να ξέρεις, αναφέρεται μέσα επιγραμματικά. Κάτι που παρέλειψα να πω στη παρουσίαση είναι ότι η σύνθεση της ομάδας είναι διαφορετική από τη ταινία, ενώ έχουν «αποχωρίσει», για τον έναν ή για τον άλλο λόγο, πολλά από τα ιδρυματικά μέλη της. Γενικά, το status quo είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο, οπότε θα βοηθούσε μία μικρή αναζήτηση στη Βικιπαίδεια πριν ξεκινήσεις το κόμικ. 2. Μου αρέσει το MCU και οι Guardians. Υπάρχουν πολλές ομοιότητες; Είσαι τυχερός! Οι ομοιότητες είναι αρκετές όπως ανέφερα παραπάνω, βέβαια υπάρχουν αρκετά αποκλίνοντα στοιχεία που δε θα ήθελα να σποιλάρω. 3. Είναι το καλύτερο κόμικ με τους Guardians που έχει γραφτεί τελευταία; Προσωπικά, για μένα είναι μία αξιόλογη και διασκεδαστική ιστορία η οποία θα σε αφήσει ανυπόμονο για τη συνέχεια! Αναμφισβήτητα έχουν γραφτεί και καλύτερες κοσμικές ιστορίες, όμως η προσέγγιση του Cates είναι το λιγότερο «φρέσκια» και ενδιαφέρουσα. Κλείνω με το επίσημο soundtrack του Tyler Bates από την ομώνυμη ταινία… Η παρουσίαση δημιουργήθηκε αποκλειστικά για το comicstreet.gr.
  6. Ο Gabriel Lesaffre είναι ένας χαρισματικός αλλά ιδιόρρυθμος άντρας. Το μόνο του όνειρο είναι να επιστρέψει στις «ρίζες» του. Όχι στο οικογενειακό αρχοντικό στα δάση της Νορμανδίας, ούτε στο παριζιάνικο διαμέρισμα πλησίον της Μονμάρτρης, αλλά στην έπαυλη που έχτισαν οι πρόγονοί του στα βάθη της αφρικανικής ζούγκλας. Για να επιτύχει τον σκοπό του δεν θα υπολογίσει κόπο, χρήματα και, πολύ περισσότερο, τους ανθρώπους γύρω του. Η εμμονή του με το σπίτι και την επιχείρηση υλοτομίας θα τον σπρώξει σε έναν γκρεμό άστατης ζωής, συμπαρασύροντας μαζί την γυναίκα και τα παιδιά του... Το Malaterre του Pierre-Henry Gomont είναι η βιογραφία ενός φανταστικού ανθρώπου, που όμως θα μπορούσε κάλλιστα να είναι μια αληθινή ιστορία, παράξενη έστω αλλά αληθινή. Χωρίς να μπορώ να το εξηγήσω πλήρως (ίσως λόγω της εξωτικής τοποθεσίας;), μου θύμισε το Daytripper, με μια γενναία δόση από τον Σεληνιασμό του Georges Simenon και το Fitzcarraldo του Werner Herzog. Υπάρχει ρεαλισμός σε κάθε πτυχή της ζωής των προσώπων, στο δράμα, στο χιούμορ, στη φιλία, στον έρωτα. Στην «εισαγωγή», μέσα σε μερικές αράδες και λίγα καρέ, ο Gomont καταφέρνει να πλάσει έναν τρισδιάστατο χαρακτήρα, να αιτιολογήσει πλήρως τις επακόλουθες πράξεις του και κατ' επέκταση να προσδώσει αυθεντικότητα στην ψυχοσύνθεση των παιδιών του Gabriel. Τα οποία μπορεί να δει κανείς ως τους έμμεσους πρωταγωνιστές του κόμικ ή, τουλάχιστον, το πρίσμα μέσα από το οποίο κοιτάμε τον Gabriel. Το σχέδιο ίσως φανεί άτεχνο και τσαπατσούλικο, αλλά πραγματικά δεν θα μπορούσε να υπάρξει πιο ταιριαστό. Οι πρώτες επιρροές που μου ήρθαν στο μυαλό ήταν και πάλι οι Fábio Moon and Gabriel Bá (δύσκολο από ηλικιακής άποψης), καθώς και ο Reiser, όσο παράξενο κι αν ακούγεται. Ψάχνοντας, ανακάλυψα ότι οι Γάλλοι τον συγκρίνουν μεταξύ άλλων με τους Blutch και Christophe Blain. Όπως κι αν έχει, ο δυναμισμός των γραμμών, η απλότητα του στησίματος των καρέ και ο εναλλασσόμενος χρωματισμός, δημιουργούν ένα εξαιρετικό σύνολο, που υπογραμμίζει και σιγοντάρει το σενάριο. Δεν ξέρω τι ακριβώς με τράβηξε στο να ξεκινήσω το Malaterre, αλλά υπήρξαν πολλοί λόγοι με έκαναν να το διαβάσω σε ένα διήμερο. Ο Gomont με έβαλε στον κόσμο του, με τρόπο που ελάχιστοι δημιουργοί έχουν καταφέρει. Το προτείνω ανεπιφύλακτα σε πολύ κόσμο εδώ μέσα. Κάντε μια βόλτα στα γνωστά διαδικτυακά στέκια και ξεφυλλίστε την ψηφιακή διμερή έκδοση της Europe Comics.
  7. H Valeria, είναι μια μικρή κοπέλα από την Aquilonia, η οποία έχασε από μικρή τους γονείς της, και μεγάλωσε με τον μεγαλύτερο αδελφό της. Και ενώ εκείνος την εξάσκησε στην ξιφομαχία, αλλά και σε ότι άλλο χρειάζεται να ξέρει ένας πολεμιστής, σύντομα δολοφονήθηκε από κάποιον άγνωστο. Και η Valeria, πολύ πριν γνωρίσει τον Conan, και πολύ πριν γίνει πειρατής και μισθοφόρος, θα ταξιδέψει πολύ και μακριά, αναζητώντας τον δολοφόνο του αδελφού της, τον εξαφανισμένο της μέντορα αλλά και ένα αιματοβαμμένο βασιλιά που καταδυναστεύει τους υπηκόους του. Ο υπεύθυνος για το έγκλημα θα βρεθεί, αλλά δεν θα είναι ο πρώτος που υποπτεύεται η Valeria. Και ίσως δεν θα είναι ούτε ο δεύτερος.... Ακολουθώντας την ίδια πολιτική που έκανε και με το Star Wars, όταν πήρε ( ξανά ) τα δικαιώματα του σύμπαντος του Κόναν η Marvel, εκτός από τις 2 ιστορικές σειρές Conan the Barbarian και Savage Sword of Conan, κυκλοφόρησε μερικά mini-series αφιερωμένα σε δεύτερους χαρακτήρες. Αυτό είναι και το παρόν, και είναι αφιερώμένο στη Valeria, μία από τις αγαπημένες του Κόναν. Αν και ούτε Κόναν υπάρχει στη σειρά, ούτε και η ατμόσφαιρα που έχουν συνήθως τα βιβλία/κόμικς του υπάρχει. Πραγματικά, αν ο τίτλος δεν ήταν Valeria, αλλά ήταν Μαριγώ, δεν θα είχε καμία διαφορά. Η συγγραφέας Meredith Finch επιχείρησε να φτιάξει ένα origin του χαρακτήρα, και ενώ έκανε καλούτσικη δουλειά, το σενάριο είναι τελείως generic, και οι διάλογοι είναι γραμμένοι λες και ομιλούνται την σημερινή εποχή. Και εγώ πιστεύω ότι ο λόγος του Howard καλό είναι να εκσυγχρονίζεται, αλλά θέλει τρόπο και σεβασμό. Εδώ έχουμε ένα κόμικ γραμμένο στην Χ φανταστική εποχή με διαλόγους teenagers του 2000. Η γενικότερη αίσθηση είναι ότι η σειρά απευθύνεται σε νεαρότερους αναγνώστες, χωρίς να αναγνωρίζει την "ιστορικότητα" του τίτλου και του setting. Αλλά και η ίδια η πλοκή βασίζεται σε μια ανατροπή, την οποία ακολουθεί μια άλλη ανατροπή για να κλείσει με μια τρίτη ανατροπή. Και οι τρεις πλήρως αναμενόμενες. Μετριότητα δηλαδή. Στο σχεδιο o/η Aneke, αγνώστων λοιπών στοιχείων, κάνει μια συνολικά καλή δουλειά, με καλές εκφράσεις προσώπων, καλή κίνηση στήσιμο χαρακτήρων, αλλά χωρίς πολύ φαντασία και με flat και ανέμπνευστη σκηνοθεσία. Ακολουθεί δηλαδή το σενάριο, και αν έπρεπε να επιλέξω ένα από τα δύο, σίγουρα το σχέδιο δίνει παραπάνω αλλά χωρίς αυτό να σημαίνει πολλά. Από background λίγα πράγματα και φουλ στα κοντινά. Anyway, δεν είναι κάτι προξενεί αρνητικά συναισθήμα, αλλά μάλλον είναι κάτι που δεν προκαλεί συναισθήματα γενικώς. 5 τεύχη, τα οποία περιέχουν και μικρή νουβέλα, και ένα συγκεντρωτικό trade που δεν περιέχει τη νουβέλα. Μια μέτρια συνολικά δουλειά, την οποία διαβάζεις, δεν χαλιέσαι και ξεχνάς άμεσα. Για φανς του Κόναν και μόνο. Οι υπόλοιποι προσπερνούν εύκολα και γρήγορα.
  8. Βρισκόμαστε στον κόσμο των Μικτών Πολεμικών Τεχνών (ΜΜΑ), όπου αναφέρεται και ο τίτλος του κόμικ. Η Ντάνι είναι παράνομη πυγμάχος και προσπαθεί να βγάλει κάποια χρήματα, για να συντηρήσει τον εαυτό της και τη μικρή αδερφή της. Η αλήθεια είναι, ότι η Ντάνι βασανίζεται από διάφορα όνειρα, που έχουν σχέση με το θάνατο του πατέρα της, καθώς η οικογένεια προσπαθούσε να εισέλθει παράνομα στις ΗΠΑ. Όταν όμως κερδίζει έναν αγώνα, που έπρεπε να χάσει, το αφεντικό της απάγει την αδερφή της και η Ντάνι ξεκινάει έναν αγώνα να τη βρει. Με τη βοήθεια δύο ανθρώπων, η Ντάνι θα προσπαθήσει να ξετυλίξει το κουβάρι και να ξαναβρεί την αδερφούλα της, θα αντιμετωπίσει μια ομάδα ρατσιστών, αλλά, στο τέλος, θα ανακαλύψει κάτι πολύ πιο ανατριχιαστικό από ένα κύκλωμα στημένων αγώνων. Η συγγραφέας Natalie Chaidez είναι βασικά, από ό,τι διαβάζω, τηλεοπτική παραγωγός και ασχολείται πρώτη φορά με τα κόμικς. Δεν παραδίδει κάτι εξαιρετικά αξιομνημόνευτο, αλλά σίγουρα επαρκές. Το πρόβλημα είναι ότι πολλά από αυτά που αφηγείται, τα έχουμε ξαναδιαβάσει και οι εκπλήξεις και οι ανατροπές είναι ίσως αναμενόμενες. Υπάρχει μια σαφής θέληση για πολιτικό και κοινωνικό σχόλιο, αλλά, κατά τη γνώμη μου, πνίγεται μέσα στις υπερβολές. Παρόλα αυτά, η ιστορία είναι ενδιαφέρουσα και οι χαρακτήρες δεν είναι μονοδιάστατοι. Ο σχεδιαστής Andy Belanger μου ήταν άγνωστος, αν και έχει δουλέψει σε αρκετά κόμικς. Το σχέδιό του είναι αρκετά βρόμικο και έχει επιρροές από ανεξάρτητα αμερικανικά κόμικς σε αρκετά σημεία. Δεν είναι αξέχαστο και το θεωρώ σαφώς παλαιομοδίτικο, αλλά θεωρώ, ότι τη δουλειά του την κάνει. Αξίζει να σημειωθεί, ότι, σύμφωνα με το βιογραφικό του, ο Καναδός καλλιτέχνης συμμετέχει και ο ίδιος σε αγώνες wrestling. Δεν πρόκειται για κάποιο σπουδαίο κόμικ, νομίζω, ότι θα ξεχαστεί γρήγορα από τους περισσότερους, δεν είναι, όμως και εντελώς αδιάφορο και ίσως αξίζει μια ανάγνωση. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Μια μάλλον εκθειαστική κριτική Μια ακόμη θετική και αυτή Και μια ακόμη
  9. Πρωτότυποι τίτλοι: Cromwell Stone (1986), Le retour de Cromwell Stone (1994) Le testament de Cromwell Stone (2004) (Delcourt) Ο Andreas Marten, που υπογράφει απλά ως Andreas, είναι μεν Γερμανός, αλλά έχει σπουδάσει κόμικς στο Βέλγιο και εκδίδει τα κόμικς του στα Γαλλικά. Το Cromwell Stone, που εκδόθηκε σε τρία μέρη με διαφορά σχεδόν δέκα ετών το ένα από το άλλο, είναι ένα από τα πιο γνωστά του κόμικς. Πρόκειται για μια ιστορία τρόμου με σαφείς επιρροές από τον Λάβκραφτ, που όμως δεν σταματούν εκεί. Παρά τον παραπλανητικό τίτλο, δεν αναφέρεται σε έναν λίθο, αλλά σε ένα πρόσωπο. Αφηγείται πρακτικά την ιστορία ενός αντικειμένου, που ανήκει στον Κρόμγουελ Στόουν και το οποίο έχει κάποιες υπερφυσικές ιδιότητες, τις οποίες και ο ίδιος αγνοεί, αφού έγινε κάτοχος του αντικειμένου εντελώς τυχαία. Καθώς εκτυλίσσεται η ιστορία, μαθαίνουμε την προέλευση και τις δυνάμεις του αντικειμένου, αλλά η ιστορία περιπλέκεται περισσότερο, καθώς ο Andreas μάλλον αδιαφορεί για την οποιαδήποτε αληθοφάνεια ή και συνοχή στην αφήγηση, αφήνοντας πολλά κενά, τα οποία καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης. Εδώ βρίσκεται και η αντίρρησή μου στο κόμικ: παρά το γεγονός, ότι υπάρχει ένας σεναριακός σκελετός, η αλήθεια είναι ότι οι λεπτομέρειες είναι πάρα πολύ μπλεγμένες, σε σημείο, που να μην μπορούν να εξηγηθούν (εγώ, τουλάχιστον, δεν τα κατάφερα). Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του κόμικ, το οποίο χαρακτηριστικό δεν βρίσκω σε καμία περίπτωση κακό από μόνο του, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, ο δημιουργός αφήνει την εικόνα να μιλήσει, χωρίς να την υποστηρίζει με διαλόγους ή κάποια άλλη λεκτική αφήγηση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε χαοτικές καταστάσεις. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος, ότι την επομένη θα θυμάστε τις λεπτομέρειες της ιστορίας ή ότι θα έχετε καταλάβει τι ακριβώς συνέβη. Επαναλαμβάνω, ότι αυτά συνέβησαν σε εμένα - ίσως να έπεσα κι εγώ θύμα των μυστηριωδών δυνάμεων του αντικειμένου του Κρόμγουελ Στόουν! Αυτό που δεν θα ξεχάσετε και δεν ξεπεράσετε εύκολα, όμως, είναι το σχέδιο, που πραγματικά είναι ανυπέρβλητο από κάθε άποψη. Δεν μιλάμε μόνο για την τεχνοτροπία ή τις σχεδιαστικές ικανότητες του Andreas, ούτε για την εκλπκηκτική σκηνοθεσία και για τον τρόπο, με τον οποίον τεμαχίζει τα καρέ. Μιλάμε για την αδύνατη γεωμετρία και την αίσθηση του απόκοσμου, που σου δίνει και για την ικανότητα του Andreas ως σχεδιαστή να ενσωματώνει μέσα σε κάποια καρέ διαφορετικούς τόπους και πιθανόν διαφορετικούς χρόνους. Να πω, ότι το ασπρόμαυρο είναι κατά τη γνώμη μου το μόνο κατάλληλο, για να αναδείξει το έργο του σχεδιαστή και ότι υπάρχει έντονη επιρροή από ξυλογραφίες του 19ου αιώνα - αυτό νομίζω, τουλάχιστον, ίσως κάποιος/α που γνωρίζει, να μπορεί να μας διαφωτίσει. Είναι κάτι, που οπωσδήποτε πρέπει να δείτε και να χαζέψετε και θα ξεχάσετε πιθανόν τα πάντα σχετικά με το σενάριο. Με λίγα λόγια, όπως γράφει και το κείμενο, στο οποίο παραπέμπω στις πηγές, είναι, πιθανόν, η αποθέωση του στιλ πάνω στην ουσία. Με τέτοιο σχέδιο, όμως, δεν ξέρω πόσοι θα νοιαστούν. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2019 από την Titan σε έναν χορταστικό σκληρόδετο τόμο, που συγκεντρώνει και τα τρία μέρη του κόμικ, αλλά δεν περιέχει τίποτα παραπάνω. Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχουν προηγούμενες εκδόσεις του κόμικ στα αγγλικά. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη (στα αγγλικα): wikipedia για τον Andreas Μια κριτική για το κόμικ
  10. 2 γυναίκες, από δύο τελείως διαφορετικές αφετηρίες θα συναντηθούν, θα αγαπηθούν και θα ταράξουν τα "ήσυχα" νερά της κανονικότητας κάποιου γαλαξία. Η Vess θα παρατήσει τα πάντα, στην πορεία της να γίνει καλόγρια και να αφιερώσει τον εαυτό της στο Renunciation, την επικρατούσα θρησκεία του γαλαξία. Η Grix δουλεύει ως πιλότος ενός μεταφορικού διαστημόπλοιου για τη Lux, έναν διαπλανητικό κολοσσό, ο οποίος ρυθμίζει και ελέγχει το σύνολο του εμπορίου όλων των ειδών των προιόντων. Και οι δύο, κάθε μια από τη σκοπιά της, την οπτική της και την συγκυρία που της παρουσιάζεται, συνειδητοποιούν ότι Renunciation και Lux κρυφά συνεργάζονται και εκμεταλεύονται τους πολίτες όλων των πλανητών. Και εκεί ξεκινά η κοινή τους πορεία, στην προσπάθεια τους να ξεφύγουν από τους δύο κολοσσούς που τους καταδιώκουν, με τη βοήθεια του πληρώματος του διαστημοπλοίου της Grix, ενάντια στην ισχύ, όπως φάινεται, όλου του γαλαξία. Νικητής του πρόσφατου βραβείου Eisner, με καλά λόγια να γράφονται και να ακούγονται, έπρεπε, ως λάτρης του sci-fi, να δω, ή ακριβέστερα, να διαβάσω, αν είναι δικαιολογημένος ο θόρυβος. Και με λύπη μου, θα πω ότι όχι, δεν είναι δικαιολογημένος. Η συγγραφέας G. Willow Wilson ( Ms.Marvel, Air, Wonder Woman ), ξεκινάει με μια ωραία ιδέα, αν και αρκετά τετριμμένη. Αυτό προσωπικά δεν με απωθεί απαραίτητα, φτάνει η εκτέλεση να είναι καλή. Εδώ όμως έχουμε σοβαρά προβλήματα ροής, όντας αυτή ανελέητα γρήγορη. Σε κανένα σημείο δεν μπόρεσα πραγματικά να ενδιαφερθώ για τις δύο πρωταγωνίστριες, δεν κατάφερα να τις "γνωρίσω", γιατί όλη την ώρα τρέχουν από κάτι. Μετά την ανάγνωση των πρώτων 10 τευχών, ο μόνος λόγος για τον οποίο κατάλαβα ότι αγαπήθηκαν, είναι διότι είναι οι πρωταγωνίστριες και έτσι έπρεπε να γίνει. Και ενώ στο πρώτο arc ( και πρώτο trade paperback αντίστοιχα ), υπάρχει μια γενικότερη ιστορία και ένας, ή για την ακρίβεια δύο, κακοί, στις μορφές των Renunciation=Επίσημη Θρησκεία=Καθολικισμός και Lux=Εταιρεία που ελέγχει τα πάντα=Amazon, αντί να εξερευνήσει περισσότερο αυτό το μυστήριο, το παρατά σχεδόν τελείως. Στο δεύτερο arc, εμφανίζεται ένας καλός/κακός πειρατής, τύπου Han Solo, ο οποίος στρέφει αλλού το ενδιαφέρον, και έχουμε μια τελείως generic διαστημική περιπέτεια, χωρίς ιδιαίτερο λόγο και αιτία, εγκαταλείποντας έτσι τον κοινωνικό σχολιασμό και την σεναριακή ιδέα που είχε προηγηθεί. Φαντάζομαι θα επιστρέψει σε αυτή στο τρίτο και τελευταίο arc που θα ακολουθήσει, αλλά σε τόσα λίγα τεύχη, το 1/3 αυτών να είναι ουσιαστικά filler, πραγματικά το βρίσκω ασυγχώρητο. Στο σχέδιο, ο Christian Ward, κάνει αρκετά ενδιαφέροντα πράγματα, όχι όλα βέβαια απόλυτα επιτυχημένα. Αυτά που ξεχώρισα ήταν κυρίως το στήσιμο των καρέ του, που ήταν πολυποίκιλο, ευρηματικό και αρκετά σύγχρονο και δυναμικό. Προσπαθεί και παρουσιάζει μια αρκετά 70s psychedelic αισθητική, η οποία βέβαια αναδεικνύεται από τις αντίστοιχης αισθητικής παλέτες του χρωματιστή. Παίζει με καρέ τα οποία πηγαίνουν από full γεμάτα έως αρκετά άδεια. Εκεί που το χάνει είναι στην κίνηση στο διάστημα, η οποία πολλές φορές είναι δυσδιάκριτη, ακριβώς λόγω των πολλών γραμμών και χρωμάτων, αλλά και στα πρόσωπα, τα οποία χωρίς να είναι άσχημα, εμφανίζονται αδούλευτα. Γενικά φιλόδοξη σχεδιαστική προσπάθεια, με τα θετικά και τα αρνητικά της σημεία, αλλά μάλλον τείνω ότι τα πρώτα είναι περισσότερα από τα δεύτερα. Αυτό που έμεινα περισσότερη από αυτό το κόμικ, είναι το πόσο πολύ θα ήθελε να ήταν το Saga. O Vaughan όμως είναι μάστορας στο να χτίζει τις σχέσεις των πρωταγωνιστών του με τον ρυθμό και την ταχύτητα που πρέπει, κάνοντας τον αναγνώστη να νοιάζεται για αυτούς, πράγμα που η Wilson δεν το καταφέρνει. Δεν ειναι κακό κόμικ, και δεν θα έλεγα ποτέ σε κανέναν να μη το διαβάσει, αλλά δεν νομίζω ότι προσφέρει τίποτα ιδιαίτερα πρωτότυπο. Ίσως το σχέδιο έχει κάτι παραπάνω να πει, αλλά πιο πολύ από πλευράς αισθητικής και "επαγγελματικού ενδιαφέροντος", παρά πραγματικής αξίας και story-telling quality. 10 τεύχη σε 2 trade paperbacks μέχρι τώρα, και άλλο ένα arc το οποίο θα ακολουθήσει και μάλλον θα βγει κατευθείαν σε trade και όχι σε τεύχη. Να γράψω εδώ ότι η σειρά βγαίνει από το Berger Books imprint της κας-πρώην-Vertigo και από άποψη παραγωγής έχουν πέσει λέφτα. Χρυσοτυπίες στα εξώφυλλα, flaps και άλλα που δείχνουν πόσο θέλει η εταιρεία να υποστηρίξει το imprint ή/και το imprint θέλει να προωθήσει τη συγκεκριμένη δουλειά. Το αποτέλεσμα όμως δεν τους δικαιώνει. Πολύ εύκολα δίνουν πλέον τα Eisner μου φαίνεται
  11. Το βασικό συστατικό κάθε αφήγησης είναι η απομάκρυνση από την πραγματικότητα. Κάθε έργο τέχνης δείχνει την πραγματικότητα, έτσι όπως την αντιλαμβάνεται ο καλλιτέχνης και όχι έτσι όπως είναι, αν φυσικά δεχτούμε, ότι υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα, που τη βλέπουμε όλοι με τον ίδιο τρόπο. Ακόμη και τα ντοκιμαντέρ, δεν μπορούν παρά να συλλάβουν ένα κομμάτι του κόσμου μας, όσο πιστές κι αν παραμένουν κατά τα άλλα σε αυτόν. Η λογοτεχνία πάσχει από αυτό το πρόβλημα: ο λογοτέχνης, οφείλει να βρει τις κατάλληλες λέξεις, για να αναπλάσει την πραγματικότητα, όπως εκείνος νομίζει, αλλά κάθε λέξη που επιλέγεται, είναι ενδεχομένως μια απομάκρυνση από τα γεγονότα. Και αν σκοπός του είναι η όσο το δυνατόν ακριβέστερη εξιστόρηση των γεγονότων, οι λέξεις έχουν μεγάλη σημασία. Ο Χένρυ Χένρυ (σαφής αναφορά στον αναξιόπιστο αφηγητή της "Λολίτας" του Ναμπόκοφ) θέλει πολύ να γίνει συγγραφέας, αλλά του λείπει το πιο βασικό: το ταλέντο. Και έχει και τη μάλλον ενοχλητική συνήθεια να μεταφράζει έργα, τα οποία τα πειράζει λίγο, θεωρώντας, ότι έτσι τα βελτιώνει. Είναι εντελώς αποτυχημένος, αλλά αρνείται να το παραδεχτεί, παρόλο που του το λένε όλοι. Επίσης, ο Χένρυ είναι προστατευόμενος ενός πολύ επιτυχημένου συγγραφέα φαντασίας, του Άρθουρ, ο οποίος βρίσκεται στο νοσοκομείο με Αλτσχάιμερ. Ο Χένρυ θα προσπαθήσει να οικειοποιηθεί το τελευταίο του χειρόγραφο και να το “βελτιώσει”, αλλά μόλις γυρίσει σπίτι του, θα δεχτεί μια επίσκεψη από ένα υπερφυσικό ον, τη Μούσα, η οποία θα τον οδηγήσει σε ένα περίεργο μέρος, το Fearscape, όπου οι ανθρώπινοι φόβοι έχουν σάρκα και οστά. Ο Χένρυ θα υπερνικήσει τους φόβους, θα εκδώσει το βιβλίο του Άρθουρ χρησιμοποιώντας το δικό του όνομα και θα γίνει διάσημος και όλα θα πάνε καλά. Ή μάλλον όχι: τίποτα δεν θα πάει καλά. Βλέπετε, ξέρουμε από την αρχή, ότι ο Χένρυ λέει ψέμματα ή για να είμαι ακριβέστερος, “εξωραΐζει” την αλήθεια. Θα μου πείτε, ότι αυτό κάνουν όλοι οι καλλιτέχνες, όπως έγραψα στην αρχή. Ναι, αλλά η διαφορά είναι ότι ο Χένρυ όντως πιστεύει ή θέλει να πιστέψει αυτά που γράφει. Ξέρουμε ότι ο Χένρυ έχει μπερδέψει τη φαντασία με την πραγματικότητα, τη μυθοπλασία με την αλήθεια, ξέρουμε ότι ο Χένρυ είναι ο ορισμός του αναξιόπιστου αφηγητή, όχι όμως για να ξεγελάσει εμάς, αλλά εκείνον. Αυτό που δεν ξέρουμε, αν και ο σεναριογράφος, Ryan O’Sullivan, μας δίνει κάποια στοιχεία κατά τη διάρκεια της υπόθεσης, είναι το τι έχει συμβεί, ποιος είναι ο φόβος του Χένρυ. Εμείς όμως δεν μπορούμε να καταλάβουμε τα στοιχεία, γιατί ξέρουμε από την αρχή του κόμικ, ότι ο Χένρυ είναι ψεύτης. Κι έτσι, παγιδευόμαστε με τη σειρά μας μέσα στο λαβύρινθο, που έχει στήσει ο Χένρυ στον ίδιο του τον εαυτό. Αυτήν την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία, την εικονογραφεί με εξαιρετικό τρόπο ο Andrea Mutti και τη χρωματίζει επίσης πολύ ωραία ο Vladimir Popov. Τα όρια μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας συγχέονται αξεδιάλυτα, έως την τελική και αναπόφευκτη έκβαση. Οι οπτικές ιδέες του κόμικ είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες (για παράδειγμα, η ιστορία ξεκινά με μια λευκή σελίδα, όπου υπάρχουν τα συννεφάκια της αφήγησης) και κάποιες συμβάσεις των κόμικς χρησιμοποιούνται με ενδιαφέροντα τρόπο. Αρκετά καλό κόμικ, που πιστεύω, ότι κερδίζει περισσότερο στη δεύτερη ανάγνωση, όταν πια το διαβάζουμε έχοντας την εμπειρία της πρώτης. Σίγουρα δεν αξιοποιεί όλες τις δυνατότητες, που παρέχει το σενάριο, αλλά είναι κάτι που αξίζει να διαβάσετε. Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  12. H Shudder-To-Think είναι μια μικρή, σκοτεινή και καταθλιπτική μικρή πόλη στην Pennsylvania των ΗΠΑ. To παλιό ορυχείο, που παλιά έδινε δουλειές και ζωή στην πόλη, είναι πλέον κλειστό. Στα βάθη του, σιγοκαίει η φωτιά η οποία απειλεί να καταστρέψει την περιοχή. Ταυτόχρονα, στο δάσος που περιβάλλει τη πόλη, κυκλοφορούν περίεργα ζώα που μοιάζουν με ελάφια, αλλά έχουν γυναικεία μορφή. Περιέργες φιγούρες, σαν καμμένοι άντρες, εμφανίζονται σε κρίσιμες στιγμές και πολλές γυναίκες της πόλης εξαφανίζονται, πολλές φορές για αρκετές ημέρες, και όταν εμφανίζονται δεν θυμούνται τίποτα. Σε αυτό το υπόβαθρο, ένα ζευγάρι δύο συμμαθητριών, οι οποίες έχουν ερωτικές σχέσεις σε κόντρα με την συντηρητική κοινωνία της μικρής πόλης, ξυπνάνε σε έναν κινηματογράφο, έχοντας ξεχάσει τι συνέβη τις 2 προηγούμενες ώρες. Από εκεί και μετά, ξεκινάνε την προσπάθεια τους να εξηγήσουν το δίωρο κενό τους αλλά και να λύσουν τα προβλήματα που βασανίζουν την πόλη. Δεν είμαι ιδιαίτερος φαν των horror comics, αλλά το σημαντικότερο και το καλύτερο προσόν που έχει το συγκεκριμένο, και ο κύριος λόγος για τον οποίο με κέρδισε, είναι ότι δίνει έμφαση στον ψυχολογικό τρόμο και την κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, παρά στις σπλατεριές και το κομμένα κεφάλια. Η συγγραφέας Carmen Maria Machado, με αρκετά βραβεία για τα διηγήματα και τις μικρές της ιστορίες, γράφει εδώ το πρώτο της σενάριο για κόμικ, και τα καταφέρνει αρκετά καλά, αν και με τα αναμενόμενα θεματάκια που προκύπτουν από την έλλειψη εμπειρίας της στο μέσο. Πρώτα από όλα, θεωρώ βασικό ότι πρέπει να διαβαστούν και τα 6 τεύχη μαζί, γιατί ειδικά τα 2 πρώτα, έχουν πολύ worldbuilding, πολύ μυστήριο αλλά σχεδόν καθόλου δράση και ελάχιστες ενδείξεις για το που πάει η ιστορία. Και ενώ πραγματικά υπάρχει ένα έξυπνα δομημένο μυστήριο, και η ατμόσφαιρα που δημιουργείται σε βάζει "μέσα" στις 2 πρωταγωνίστριες και στο βαρύ περιβάλλον μιας εγκαταλειλειμένης επαρχιακής πόλης, τα υπόλοιπα, τα γύρω-γύρω, μένουν ελαφρώς αδούλευτα και σε πρώτο επίπεδο. Έχουμε δευτερεύοντες χαρακτήρες, στους οποίους δίνεται μια "προσωπικότητα", χωρίς όμως αυτή να καλλιεργηθεί σε μεγαλύτερο βαθμό, καθώς επίσης και παρατηρούμε ενέργειες των πρωταγωνιστριών οι οποίες δεν δικαιολογούνται, ή μάλλον καλύτερα, δεν αιτιολογούνται επαρκώς. Συνολικά δηλαδή, έχουμε μια αρκετά καλή γενική ιδέα και μια καλή επεξεργασία και παρουσίαση αυτής, με τα υπόλοιπα να μπαίνουν σε δεύτερο ρόλο. Παρ' ολα αυτά, και με τις παραπάνω αδυναμίες, συνολικά το σενάριο είναι σφιχτό και σε κρατάει και αν ξεπεράσεις το μουδιασμένο ξεκίνημα των 2 πρώτων τευχών, μετά συνεχώς ανεβαίνει. Έχουμε βέβαια και εδώ το φαινόμενο του να γίνονται πολλά πράγματα στο προτελευταίο επεισόδιο, αλλά η δόμηση του τελευταίου ήταν τέτοια, που με άφησε με μια αίσθηση ικανοποίησησης. Στο σχέδιο, η ελληνιδα Dani, η οποία μπαίνει απόλυτα στο ζουμί της ιστορίας και κυριότερα, στο ζουμί της ατμόσφαιρας που δημιουργεί η ιστορία. Παρόλο που είμαι fan των πιο "γεμάτων" και παραδοσιακά όμορφων σχεδίων, δεν μπορώ να μη παραδεχθώ ότι το ελαφρώς artistic/scratchy/underground στυλ το οποίο έχει η Dani ταιριάζει εδώ απόλυτα, καθώς και η πανέξυπνη χρήση του αρνητικού χώρου, στοιχείο που την ξεχωρίζει στον ελληνικό χώρο. Η χρήση των καρέ είναι πολύ έξυπνη, όπως και η χρήση των κοντινών είναι ακριβώς όποτε χρειάζεται, χωρίς να γίνεται για λόγους εντυπωσιασμού. Ξεχωρίζουν άλλωστε 1-2 splash που έβαλε, στα οποία φαίνεται η ματιά του δημιουργού, και τα οποία είναι ιδιαίτερα εντυπωσιακά. Παρατήρησα βέβαια 1-2 ανισότητες στο σχεδιασμό των σωμάτων των πρωταγωνιστριών, αλλά αυτά δεν ήταν ικανά να μου χαλάσουν την πολύ καλή γενική εντύπωση. 6 τεύχη τα οποία μαζεύτηκαν σε ένα όμορφο σκληρόδετο regular-sized τομάκι, format το οποίο είναι μέχρι τώρα η επιλογή όλων των σειρών που βγαίνουν από το imprint του Joe Hill. Αρκετά καλή δουλειά, διαβάστηκε πολύ ευχάριστα και άφησε καλή αίσθηση. Ένα 7/10 άξιο και τίμιο. Διαβάστε το!
  13. O Perdita είναι ένας πλανήτης ο οποίος θεωρείται ότι είναι η Γη της επαγγελίας για δύο διαφορετικούς λαούς. Από τη μία έχουμε τους Rans, φιλειρηνικούς και εργατικούς, οι οποίοι ήρθαν στον Perdita για να τον αποικίσουν και να δημιουργήσουν την μελλοντική τους πατρίδα. Από την άλλη έχουμε τους Tayans, μια φυλή από πολεμοχαρείς πολεμιστές οι οποίοι δεν σκοπεύουν να σταματήσουν πουθενά για να πραγματοποιήσουν το όνειρο τους για μια καινούρια πατρίδα. Ο μισός πλανήτης είναι ακατοίκητος, γιατί εκεί περιφέρονται γιγάντια όντα, οι οποίοι αντιμετωπίζονται ως θεοί. και επιτίθενται σε όποιους κάνουν το λάθος να εισέρχονται στην περιοχή τους. Οι Lumani, γηγενείς κάτοικοι του πλανητή, φαινομενικά πρωτόγονοι και υποανάπτυκτοι τεχνολογικά, βρίσκονται στον πλανήτη για τον προστατεύουν από τις αχόρταγες ορέξεις των αποίκων. Η Sonata, κόρη του αρχηγού των Rans, μια νεαρή κοπέλα που δεν υπακούει στους κανόνες, αποφασίζει να ταξιδέψει στην γη των γιγάντων, των κοιμώμενων θεών όπως τους αποκαλούν, για να λύσει το μυστήριο της καταγωγής των δύο λαών, και σε αυτή της τη προσπάθεια, θα συνεργαστεί, και στη συνέχεια θα ερωτευτεί, με τον Pau, τον γιο του αρχηγού των Tayans. Τι ακριβώς είναι οι κοιμώμενοι θεοί και ποια είναι ακριβώς η σύνδεση τους με τους 2 αντιμαχόμενους λαούς; Ποιο ακριβώς είναι το παρελθόν των Lumani και ποιος ο ρόλος που θέλουν να επιτελέσουν στον Perdita; Είναι όλα όπως φαίνονται, ή κρύβεται κάποιο μυστικό πίσω την ίδια την ύπαρξη του Perdita; Ανάμεικτα συναισθήματα μου άφησε η ανάγνωση της συγκεκριμένης σειράς. Μιλάμε προφανώς για μια space opera, η οποία δεν κρύβει τις επιρροές της από το όλες τις μεγάλες επιτυχίες του είδους, και μου προκάλεσε έντονη την αίσθηση ότι θέλει να γίνει το καινούριο Saga. Ο συγγραφέας David Hine ( Spawn, Spider-Man:Noir, Strange Embrace κ.α. ), τον οποίο είχαμε γνωρίσει σε ένα AthensCon πριν μερικά χρόνια, έχει στήσει έναν μεγάλο κόσμο, και αφηγείται μια ιστορία με αρκετές έξυπνες ιδέες. Πολλές από αυτές βέβαια είναι συνδυασμός όλων των κλισέ που έχουμε συναντήσει στο είδος, αλλά τις εμπλουτίζει με αρκετά πρωτότυπα στοιχεία, ώστε να καταφέρνει να δημιουργήσει κάτι το οποίο μπορεί να σταθεί στα δικά του πόδια με αξιώσεις. Το σημαντικότερο όμως πρόβλημα είναι ότι οι διάλογοι είναι ελαφρά ( έως αρκετά ) ανέμπνευστοι και ξύλινοι. Ενώ υπάρχει ζουμί πίσω από τους χαρακτήρες, όσο αρχετυπικοί και αν είναι αυτοί, η στάση τους και η αντιμετώπιση του κόσμου γύρω τους είναι τόσο "βασική" και αναμενόμενη, που δεν αφήνει να δημιουργήθει ( στον αναγνώστη ) η αίσθηση μιας ρεαλιστικής ιστορίας. Και ενώ χτίζεται κάτι τόσο ωραία γύρω τους, η σχεδόν απαθής και ταυτόχρονα απόλυτα προβλεπόμενη συμπεριφορά των πρωταγωνιστών, σε βγάζει από το "παραμύθι" μιας κινηματογραφικής εμπειρίας και σε κάνει να αισθάνεσαι ότι βρίσκεσαι μπροστά σε μια "γρήγορη" και low-budget τηλεοπτική παραγωγή. Στο σχέδιο βρίσκεται ο Brian Haberlin ( Spawn, Cyberforce, Faster Than Light ), o οποίος μου έβγαλε πολύ έντονα 90s vibes από την προσπάθεια του. Εχει ωραίες ιδέες, οι θεοί/γίγαντες είναι διαφορετικοί, αποδίδονται σωστά στο μέγεθος και στην δύναμη τους, και ο πλανήτης αποδίδεται όμορφα τόσο στην αισθητική όσο και στην ατμόσφαιρα που δημιουργεί. Δεν μπορώ να πω όμως το ίδιο για τους ανθρωπόμορφους χαρακτήρες, οι οποίο είναι αρκετά ξύλινοι, εκφραστικοί μεν, αλλά λίγο αδιάφορα σχεδιασμένοι και προβληματικοί στις κινήσεις τους. Πράγμα που κάνει χειρότερο η προτίμηση για πάρα πολλά κοντινά καρέ, πολλές φορές χωρίς κάποιο background, και με την ταυτόχρονη αίσθηση ότι δημιουργηθήκαν ξεχωριστά και "τοποθετηθήκαν" μετά πάνω στο υπόλοιπο καρέ. Συνολικά δεν είναι κακό, και σίγουρα περνάει με άνεση το μέσο όρο, κυρίως λόγω του γίνεται στο βάθος και όχι μπροστά στην κάμερα. H συνολική μίξη fantasy, sci-fi και steampunk στοιχείων είναι συνολικά επιτυχημένη πάντως. Μέχρι στιγμής έχουν βγει 12 τεύχη, τα οποία μαζεύτηκαν σε 2 ( αρκετά προσεγμένα ποιοτικά και πάνω από τα συνηθισμένα της Image) trade paperbacks, τα οποία και διάβασα για να γράψω αυτή τη παρουσίαση. Δεν ξέρω αν θα συνεχιστεί η σειρά, μια και το #12 βγήκε τον περασμένο Αυγουστο, αλλά την εποχή της πανδημίας δεν μπορείς να είσαι σίγουρος για τίποτα. Δεν είναι κορυφαίο, αλλά ένα 7/10 το παίρνει για εμένα που μου αρέσουν τα sci-fi. Να αναφέρω εδώ ότι η ίδια δημιουργική ομάδα γράφει τώρα το The Marked, πάλι από την Image.
  14. Εν όψει της επαιτείου των 200 ετών από την εθνική παλιγγενεσία, ένας Αμερικανός σεναριογράφος (ο οποίος ήταν και καλεσμένος στο τελευταίο AthensCon της περασμένης δεκαετίας) και ένας Αργεντίνος σχεδιαστής, έκατσαν και έφτιαξαν ένα graphic novel που προσπαθεί υπερβολικά πολύ να φτάσει το 300. Οι Γιοι του Χάους διαδραματίζονται στη βόρεια Ήπειρο των αρχών του 19ου αιώνα, όπου ο τοπικός άρχοντας Αλή Πασάς καταστρέφει το Σούλι και ο μικρός Μάρκος Μπότσαρης ορκίζεται εκδίκηση. Κάπου εκεί χάνεται εξαρχής η σεναριακή μπάλα. Σύμφωνοι, πρόκειται για ιστορική μυθοπλασία, όμως προσπαθεί να γίνει κάτι που δεν είναι. Στο ίδιο το site του comic θεωρείται το Ελληνικό "Οι Άθλιοι", αλλά και "Game Of Thrones". Καταντάει όμως φθηνό fanfiction, το οποίο καταλαμβάνει το μεγαλύτερο μέρος των τριών chapters, καθώς μιλάμε για ένα comic καθαρής έκτασης 170 (!) σελίδων. Ακόμα και τα ελάχιστα ιστορικά γεγονότα που υπάρχουν, πάσχουν από έντονη μυθοπλασία σε βαθμό ύψιστου κριντζισμού. Σχεδιαστικά, ο Aragon είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να το ξεφυλίσσετε αφού κρατάει σταθερό τον πήχη αυτού του κακογραμμένου wannabe 300 fanfiction και θα ήθελα να τον δω σε περισσότερα projects. Τον Jaymes δεν θέλω να τον ξαναδιαβάσω. Στην τελική, είναι μια ακόμα τυπική Αμερικανιά επιπέδου Αλέξανδρος, που δανείζεται στοιχεία από τους 300 και θα το τοποθετούσα ελάχιστα πιο πάνω από το τρισάθλιο Xerxes. Έχει εκδοθεί σε σκληρόδετο από την IDW, ενώ υπάρχει και σε ηλεκτρονική μορφή. Άρθρα που το δοξάζουν: ~Έθνος ~Athens Voice ~ThePressProject ~Εφημερίδα Των Συντακτών
  15. Για 50 χρόνια, οι γυναίκες της οικογένειας Banks, είναι οι καλύτεροι διαρρήκτες της πόλης του Σικάγο. Είναι όμως διαρήκτες με ένα κώδικα τιμής. Ποτέ δεν κλέβουν περισσότερα από όσα χρειάζονται και ποτέ δεν επιδεικνύουν τα πλούτη τους. Παίρνουν όσα χρειάζονται για να αναθρέψουν τα παιδιά τους και να ζουν μια ήσυχη, μικροαστική ζωή. Όλα αυτά όμως τελειώνουν με την τρίτη κατά σειρά, και νέωτερη, Banks, η Celia. Εκείνη δεν θέλει να ακολουθήσει το επάγγελμα της οικογένειας, σπουδάζει και πιάνει δουλειά σε μια τράπεζα. Όταν όμως την παραγκωνίζουν στη δουλειά, βιώνοντας για πρώτη φορά ταυτόχρονα και τον φυλετικό ρατσισμό, αλλά και τον σωβινισμό, αποφασίζει να συνεργαστεί με την μητέρα της και τη γιαγιά της, σε μια προσπάθεια να εκδικηθεί τα πρώην της αφεντικά και τον υπεύθυνο για τον θάνατο του παππού της. Στην ιστορία εμπλέκεται και μιά αστυνομικός η οποία , εδώ και πολλά χρόνια, υποπτεύεται την οικογένεια της αλλά και ένας μαφιόζος, ο οποίος έχει ένα περίεργο δεσμό με το παρόν και το παρελθόν της οικογένειας Banks. Άλλη μια αξιόλογη πρόταση από την καινούρια εκδοτική ΤΚΟ, ένα heist κόμικ, με το επιπλέον στοιχείο ότι οι πρωταγωνιστές είναι γυναίκες και μαύρες. Στα πλαίσια του diversification των τελευταίων λίγων ετών, κάτι τέτοιο δεν θα έπρεπε να μας ξενίζει, αλλά το ενδιαφέρον βρίσκεται στο ότι η ιστορία, αν και αρκετά "ειπωμένη" και κλισέ, εδώ δίνεται με φρέσκια ματιά και αρκετά καλογραμμένο σενάριο. Το οποίο γράφει η Roxane Gay, με μικρό παρελθόν στα κόμικς αλλά ενδιαφέρον βιογραφικό σε ταινίες και σειρές. Και γράφει ακριβώς έτσι, σύγχρονα και γρήγορα, κοφτά, χωρίς πολλές περιγραφές αλλά με ζωντάνια και φυσικότητα. Παρουσιάζει όμορφα τις 3 πρωταγωνίστριες, με τα αντίστοιχα flashbacks που μας δίνουν τις ζωές τους και τα κίνητρα τους, και παρόλο που πιστεύω ότι θα μπορούσε να δωθεί περισσότερη έμφαση στο charecterization, για την πολυπλοκότητα της ιστορίας και για τα 6 τεύχη "χώρο" που είχε να δουλέψει (αυτό είναι το format όλων των σειρών της ΤΚΟ), η ισορροπία μεταξύ αυτού και της προώθησης της πλοκής ήταν παραπάνω από ικανοποιητική. Χωρίς να μένεις έκπληκτος από την πρωτοτυπία, χωρίς να υπάρχει κάποια σημαντική WTF στιγμή, το δέσιμο όλων νημάτων της ιστορίας και κυρίως οι έξυπνοι διάλογοι της, δημιουργούν μια τελική εντύπωδη η οποία είναι πολύ πάνω από το μέσο όρο. Σχέδιο κάνει η Ming Doyle, η οποία και Hellblazer έχει κάνει, και το Kitchen στη Vertigo έχει σχεδιάσει, και με τον Brian Wood στην Boom! έχει συνεργαστεί. Εμπειρία έχει δηλαδή, και φαίνεται στη συγκεκριμένη σειρά καθώς δεν σχεδιάζει μεν τίποτα εντυπωσιακά (δεν έχει και τέτοιες απαιτήσεις το σενάριο καθώς είναι τελείως urban και street level), αλλάμε ποικιλία στα καρέ της και ατού τις εκφράσεις των προσώπων, παρουσιάζει επιτυχημένα το υπόβαθρο της ιστορίας. Και αν δεν, όπως προείπα, εντυπωσιάζει, αυτό που σίγουρα καταφέρνει είναι να δημιουργήσει συναισθήματα και να αποτυπώσει τέλεια αυτά των πρωταγωνιστών που σχεδιάζει. 6 τεύχη όπως προείπα, σε μεγαλύτερο μέγεθος από το τυπικό αμερικάνικο, αλλά και ένα trade paperback , και αυτό σε μεγαλύτερο μέγεθος, το οποίο περιέχει αυτά ακριβώς τα 6 τεύχη. Δεν θα σας αλλάξει τη ζωή, αλλά σίγουρα θα περάσετε καλά διαβάζοντας το.
  16. Μιας που το Watchmen του HBO κέρδισε πρόσφατα 11 Emmy, είπα να ανεβάσω τα recaps των επεισοδίων, να υπάρχουν και εδώ και να τα συζητήσουμε με όσους την έχουν δει ή πρόκειται να την δουν σύντομα. Τα κείμενα είχαν δημοσιευτεί αρχικά ΕΔΩ. Επεισόδιο 1ο - It’s Summer and We’re Running Out of Ice Ένα απ’ τα ιδιαίτερα αφηγηματικά εργαλεία που χρησιμοποίησε ο Alan Moore για να χτίσει των κόσμο στον οποίον διαδραματίζεται το Watchmen, ήταν η χρήση “ντοκουμέντων” (αποσπασμάτων από βιβλία, έγγραφα κλπ), καταφέρνοντας να προσφέρει με πρωτότυπο τρόπο διάφορες λεπτομέρειες για το παρελθόν, το παρόν -και γιατί όχι- και για το μέλλον των χαρακτήρων του. Στην ταινία, αυτή η πτυχή της ιστορίας δεν απασχόλησε ιδιαίτερα τον Zack Snyder, φαντάζομαι για λόγους αφηγηματικής οικονομίας, ωστόσο η τηλεοπτική δομή της σειράς ευνοεί τέτοιους πειραματισμούς. Ευτυχώς, ο Lindelof εκμεταλλεύεται την ευκαιρία ξεκινώντας τη σειρά με μια ασπρόμαυρη, βωβή ταινία, στην οποία πρωταγωνιστεί ο πρώτος μαύρος αστυνομικός. Άραγε, πόσες υπερηρωικές σειρές (ή και ταινίες) ξεκινάνε με μια βωβή ταινία του ’20;! Η δράση του ενάντια στην KKK και η πίστη του στο νόμο θα εμπνεύσει και θα προσφέρει ελπίδα στον μαύρο πιτσιρικά που παρακολουθεί την ταινία σ’ ένα άδειο σινεμά υπό τους ήχους της μουσικής που παίζει η μητέρα του στο πιάνο, στην αγωνιώδη προσπάθεια της να σκεπάσει τους ήχους των πυροβολισμών που λαμβάνουν χώρα έξω απ’ το σινεμά. Αμέσως μετά, θα εμφανιστεί ο άντρας της, θα διακόψει απότομα την προβολή, θα αρπάξει τον μικρό στην αγκαλιά του και οι τρεις τους θα βγουν έξω στο δρόμο, όπου μαύροι σκοτώνονται ο ένας μετά τον άλλον. Σε άλλη μια πιστή στο πνεύμα του κόμικ αφηγηματική επιλογή, ο Lindelof αποφασίζει να μας εισάγει στον κόσμο της σειράς του μεταφέροντας μας στην Tulsa του 1921, όπου έλαβε χώρα η μεγαλύτερη ρατσιστική σφαγή στην αμερικάνικη ιστορία, η οποία ακόμα και σήμερα παραμένει αρκετά άγνωστοι στους Αμερικάνους (αλλά και γενικότερα). Παράλληλα, γίνεται εύκολα αντιληπτό, ότι μια απ’ τις πιο βασικές, ίσως η βασικότερη θεματική της σειράς, θα περιστρέφεται γύρω απ’ το φυλετικό ζήτημα, που άλλωστε τόσο πολύ απασχολεί και τη σύγχρονη Αμερική. Η τόσο κατατοπιστική για το κλίμα και την κατεύθυνση της σειράς σκηνή θα ολοκληρωθεί με να ξυπνάει στη μέση του πουθενά, περικυκλωμένο από πτώματα και ένα βρέφος που ακούγεται να κλαίει λίγο παραδίπλα. Το τυλίγει με κάτι που θυμίζει αμερικάνικη σημαία, το παίρνει στην αγκαλιά του και ακολουθεί έναν δρόμο προς το άγνωστο. Χρόνια αργότερα, το 2019, βρισκόμαστε πάλι στον ίδιο δρόμο (μάλλον), στο οποίο διέρχεται ένα όχημα. Ο οδηγός του, ο οποίος σύντομα θα αποδειχτεί μέλος ακροδεξιάς οργάνωσης, οδηγεί χαλαρός ακούγοντας χιπ χοπ (ρατσιστής με ανοιχτούς μουσικούς ορίζοντες, πρώτη επίδειξη του πειραγμένου χιούμορ της σειράς), όταν θα τον σταματήσει ξαφνικά ένα περιπολικό. Σε μια τυπική σκηνή, ο αστυνομικός θα ήταν λευκός, ο οδηγός μαύρος και τα πράγματα δεν θα εξελίσσονταν καθόλου καλά για τον δεύτερο. Εδώ, η κατάληξη μένει ίδια, οι ρόλοι όμως αλλάζουν. Όση ώρα ο αστυνομικός ρωτάει πληροφορίες τον ταραγμένο οδηγό η κάμερα δεν δείχνει ποτέ τον αστυνομικό. Χρειάστηκε μια ειρωνική απάντηση του οδηγού -“Εγώ μπορώ να δω το πρόσωπο σου;”- για να μάθουμε τελικά ότι οι αστυνομικοί κρύβουν τα πρόσωπα τους φορώντας μια έντονη κίτρινη μάσκα. Ο μαύρος αστυνομικός ζητάει την άδεια οδήγησης, ο οδηγός ανοίγει το ντουλαπάκι και κάπου ανάμεσα σε άλλα αντικείμενα αχνοφαίνεται κάτι που θυμίζει μάσκα του Rorsarch. Ο αστυνομικός κατευθύνεται προς το περιπολικό και ζητάει άδεια για να χρησιμοποιήσει το όπλο του. Ωστόσο, μέχρι να την πάρει, ο οδηγός έχει κατέβει απ’ το όχημα, έχει αρπάξει την του και αρχίζει να τον πυροβολεί (αν και όπως θα δούμε αργότερα, ο αστυνομικός δεν πέθανε, αλλά έπεσε σε κώμα, απ’ το οποίο ξυπνάει στο φινάλε του επεισοδίου). Όπως και στο κόμικ, έτσι κι εδώ, η ύπαρξη του Dr. Manhattan επέτρεψε τη δημιουργία ηλεκτρικών αυτοκινήτων. Το φως του περιπολικού αντί για μπλε είναι κίτρινο για να ταιριάζει με τις μάσκες των αστυνομικών. Ωραία λεπτομέρεια, μπράβο σειρά! Μετά το δυστύχημα, οι αστυνομικοί της Tulsa συγκεντρώνονται για να παρακολουθήσουν ένα βίντεο-μανιφέστο που έστειλαν οι ακόλουθοι του Rorsarch, ονόματι Seventh Kavalry (ή όπως τους φωνάζουν οι αστυνομικοί, 7Κ). Χρησιμοποιώντας ατάκες που θα φέρουν στο μυαλό τα λεγόμενα του πασίγνωστου χαρακτήρα, τα μέλη της οργάνωσης δηλώνουν ξεκάθαρα πως όποιος αστυνομικός σταθεί εμπόδιο στον στόχο τους -ποιόν στόχο εννοούν δεν ξέρουμε- θα σκοτωθεί. Σε αυτό το σημείο, οφείλω να παραδεχθώ πως λατρεύω άπειρα την πιθανότητα το ημερολόγιο του Rorsarch να δημοσιεύτηκε -όπως δηλαδή υπονοεί το φινάλε του κόμικ- και έτσι να δημιουργήθηκε μια ακροδεξιά οργάνωση, η οποία εμπνέεται απ’ τα ιδανικά του χαρακτήρα. Άλλωστε, παρ’ ότι πρόκειται για τον πιο δημοφιλή χαρακτήρα του Watchmen στην πραγματικότητα αποτελεί μια εξαιρετικά αμφιλεγόμενη και προβληματική φιγούρα, οπότε ο τρόπος που χειρίζεται η σειρά την κληρονομιά του είναι σπουδαίος. Βέβαια, και εδώ θα γίνουμε λίγο μέτα, έχει ενδιαφέρον το γεγονός ότι και το Joker χειρίστηκε με παρόμοιο τρόπο τον πρωταγωνιστή του. Να’ ναι τυχαίο άραγε; Οι εξελίξεις έχουν αναστατώσει τους αστυνομικούς, οι οποίοι πίστευαν πως είχαν ξεμπερδέψει με δαύτους, αφού όπως αναφέρεται, είχαν τρία χρόνια να κάνουν επίθεση, δημιουργώντας την ψευδαίσθηση ότι είχαν εξαφανιστεί. Έτσι, αποφασίζουν να επιτεθούν στο κρησφύγετο τους, το οποίο ευτυχώς γνωρίζουν πού είναι. Της επίθεσης θα ηγηθεί ο αρχηγός της αστυνομίας, Judd Crawford (περισσότερα για αυτόν σε λίγο) και η Angela Abar που φαίνεται να είναι η πρωταγωνίστρια της σειράς. Εκτιμάω τόσο πολύ το γεγονός ότι η σειρά μας έχει χαρίσει. ήδη απ’ τον πιλότο, παλαβές εικόνες σαν και αυτές. Ωστόσο, την Angela την γνωρίζουμε υπό εντελώς διαφορετικές συνθήκες. Την πρώτη φορά που εμφανίζεται στην οθόνη μας, τη βλέπουμε σε μια τάξη να κάνει μαθήματα ζαχαροπλαστικής, εξηγώντας τη σημασία του διαχωρισμού των ασπραδιών των αυγών απ’ το υπόλοιπο αυγό και πληροφορώντας μας πως κάποτε ήταν αστυνομικός, αλλά βγήκε στη σύνταξη. Βέβαια, όπως θα διαπιστώσουμε λίγο αργότερα, η ζαχαροπλαστική είναι απλά η βιτρίνα, στην πραγματικότητα ποτέ δεν συνταξιοδοτήθηκε απ’ το επάγγελμα της αστυνομικού. Έτσι, λίγο αργότερα δέχεται μήνυμα για τη συνέλευση που αναφέραμε νωρίτερα. Μπαίνει γρήγορα στο αυτοκίνητο της, κατευθύνεται προς ένα τροχόσπιτο, σπάει την πόρτα, πιάνει τον άντρα που έμενε εκεί μέσα και τον βάζει στο πορτ-μπαγκάζ του αυτοκινήτου της. Όταν φτάνει στο αστυνομικό τμήμα, περιμένει στο γραφείο του Judd, τον ενημερώνει για τον άντρα, πεπεισμένη πως πρόκειται για μέλος της 7Κ, οπότε αρχίζουν την ανάκριση. Αρχικά, τον τοποθετούν σε ένα κυκλικό δωμάτιο, περιτριγυρισμένο με οθόνες. Κατά τη διάρκεια της ανάκρισης εμφανίζονται διάφορες εικόνες ικανές να κάνουν την ψυχούλα ενός ρατσιστή να αντιδράσει και μια από αυτές είναι η μάσκα του Rorsarch, η οποία όντως προκαλεί λεπτές αλλαγές στο βλέμμα του άντρα. Ο αστυνόμος που τον ανέκρινε και απ’ ότι φαίνεται είναι ικανός να αντιληφθεί κάθε κίνηση των βλεφάρων, βγαίνει έξω και λέει στην Angela πως είχε δίκιο που υποψιαζόταν τον τύπο ως μέλος της 7K και εκείνη πάει να συνεχίσει την ανάκριση με τον δικό της τρόπο. Αρχικά, προσεγγίζει τον άντρα, του ζητάει συγγνώμη για την απαράδεκτη συμπεριφορά της νωρίτερα στο τροχόσπιτο, εκείνος δείχνει κατανόηση και εκείνη αφού τον ευχαριστήσει, τον αρπάζει και τον πετάει σε ένα δωμάτιο, αρχίζοντας να τον πλακώνει στο ξύλο. Η μέθοδος της δεν αργεί να λειτουργήσει, αφού λίγο αργότερα, βγαίνει έξω και αναφέρει το μέρος στο οποίο πρέπει να επιτεθούν. Το ενδιαφέρον με αυτή τη σκηνή είναι η εικονογραφία που χρησιμοποιείται - φέρνει στο μυαλό πάλι τον Rorsarch. Από τη μια έχουμε την εξαιρετικά κουλ, εντυπωσιακή και ευφάνταστα σχεδιασμένη μάσκα του αστυνόμου-ανακριτή, που είναι σαφώς εμπνευσμένη απ’ την αντίστοιχη του Rorsarch. Από την άλλη, όσο η Angela βασάνιζε τον κρατούμενο της, το καδράρισμα είναι ευθεία αναφορά σε εκείνη τη σκηνή του κόμικ, όπου ο Rorsarch, λίγο πριν δραπετεύσει απ’ τη φυλακή, σκοτώνει -μάλλον με εξαιρετικά βίαιο τρόπο- έναν συγκρατούμενο του που του απειλούσε τη ζωή και αίματα άρχισαν να βγαίνουν από το κενό, κάτω από την πόρτα. Μέχρι στιγμής λοιπόν, η σειρά ναι μεν έχει ως πρωταγωνιστές τους αστυνομικούς, ωστόσο δεν φαίνεται να παίρνει ξεκάθαρα το μέρος τους, αφού τους εξισώνει με έναν ψυχοπαθή. Ενδιαφέρουσα προσέγγιση, σαφώς πιστή στην περιπλοκότητα του κόμικ, μένει όμως να δούμε πως θα εξελιχθεί. Όντως, αμέσως μετά βλέπουμε τους αστυνομικούς να έχουν περικυκλώσει το ράντσο των K7, μέσα στο οποίο κάποια μέλη της οργάνωσης συλλέγουν… μπαταρίες. Οι αστυνομικοί κρύβονται πίσω από ένα κοπάδι αγελάδων που είναι εκεί γύρω, έτοιμοι να εισβάλλουν στο χώρο, αλλά γίνονται γρήγορα αντιληπτοί, οπότε δέχονται πυρά, τα οποία μπορεί να μην πετυχαίνουν ούτε έναν αστυνομικό, αλλά αποδεκατίζουν το κοπάδι των αγελάδων. Κάποια στιγμή, όταν τελείωσαν οι σφαίρες, οι Angela βρίσκει την ευκαιρία να επιτεθεί, κυνηγάει έναν τύπο, ο οποίος κατευθύνεται προς το κρησφύγετο, αλλά προτού προλάβει να τον πιάσει εκείνος έχει καταπιεί ένα χάπι, αυτοκτονώντας. Ωστόσο, το κυνηγητό δεν σταματά εδώ, αφού όσο γινόταν ο πανικός, δύο μέλη της οργάνωσης μπήκαν κρυφά σε ένα αεροπλανάκι για να ξεφύγουν. Αμ δε. Που να’ ξεραν πως ο Judd θα πέταγε με κάτι που μοιάζει με το όχημα του δεύτερου Nite Owl και θα τους έψηνε με το φλογοβόλο του; Βέβαια, το ιπτάμενο όχημα του Judd δεν άντεξε την ισχυρή επίθεση και κουρασμένο σωριάστηκε στο έδαφος. Η Angela τρομαγμένη το πλησίασε, προσπαθώντας να απεγκλωβίσει τον Judd και την άλλη αστυνομικό που ήταν μαζί του στο όχημα. Τελικά, εκείνος βγαίνει από την οροφή και ρωτάει την Angela αν είναι καλά, με την καλά να κάνει ελαφριά επίδειξη του πειραγμένου χιούμορ της. “K7 καλοί, μόνο ψητοί”. Την αρκετά επιτυχημένη αποστολή ενάντια των K7 θα ακολουθήσει ένα οικογενειακό τραπέζι με τις οικογένειας της Angela και του Judd, στο οποίο ο δεύτερος θα αποκαλύψει -ύστερα από πίεση της παρέας- το φωνητικό του ταλέντο. Μέσα από αυτή τη σύντομη, αλλά στρατηγικά τοποθετημένη σκηνή ανακαλύπτουμε έναν γλυκύτατο και εξαιρετικά συμπαθή άνθρωπο. Ωστόσο, αν κρίνουμε και από τον αγχωτικό χτύπο του ρολογιού που ακούγεται σ’ όλη τη διάρκεια της, η σειρά έχει ύπουλους σκοπούς, αφού το μέλλον του Judd προδιαγράφεται δυσοίωνο. Οι υποψίες μας για την κατάληξη του χαρακτήρα, επιβεβαιώνονται λίγο αργότερα όταν δέχεται μια επείγουσα κλήση και αναγκάζεται να αφήσει τη γυναίκα του. Φοράει τη στολή του, με την οποία φαίνεται να έχει κάποια εμμονή (κρατήστε το αυτό), της λέει ότι θα προσέχει και ότι δεν χρειάζεται να τον περιμένει και φεύγει. Ε, μετά από λίγο, η Angela, διακόπτει εκνευρισμένη τις ερωτικές περιπτύξεις με τον άντρα της για να απαντήσει σε ένα τηλεφώνημα που δέχεται από έναν άντρα, ο οποίος όχι μόνο φαίνεται να γνωρίζει πολλά για εκείνη, αλλά της λέει να τον συναντήσει σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Όταν φτάνει εκεί, βλέπει τον ηλικιωμένο μαύρο άντρα σε αναπηρικό καροτσάκι –μήπως είναι το παιδί που είδαμε στην αρχή;- που της είχε μιλήσει και νωρίτερα στο επεισόδιο. Η κάμερα ανεβαίνει, ο ήχος μιας κουκουβάγιας ακούγεται (κρατήστε το και αυτό) και αμέσως μετά αποκαλύπτεται το κρεμασμένο πτώμα του Judd. Κάπως έτσι, το πρώτο επεισόδιο της σειράς ολοκληρώνεται με μια δολοφονία, ακριβώς δηλαδή, όπως ξεκίνησε και το πρώτο τεύχος του Watchmen. Το ματωμένο σήμα κλείνει το μάτι στην ματωμένη κονκάρδα του Comedian. Αποκομμένος από το υπόλοιπο επεισόδιο παραμένει ο Ozymandias(;) του Jeremy Irons, ο οποίος κατοικεί σε μια απομακρυσμένη έπαυλη κάπου στην Ουαλία (τουλάχιστον εκεί έγιναν τα γυρίσματα), με τον υπόλοιπο κόσμο να τον θεωρεί νεκρό. Σύμφωνα με πληροφορίες, η ιστορία του γυρίστηκε αυτόνομη, πριν από κάθε τι άλλο, οπότε υποψιαζόμαστε ότι θα διατηρήσει μια αυτόνομη πορεία σε σχέση με τις εξελίξεις. Τί και πώς, θα τα μάθουμε σύντομα. Αυτό που προξενεί έντονο ενδιαφέρον στην περίπτωση του Ozymandias είναι οι υπηρέτες απ’ τους οποίους περιτριγυρίζεται, που μεταξύ μας, δεν φαίνονται και διάνοιες. Δηλαδή, είναι δυνατόν να δίνεις σε έναν άνθρωπο ένα πέταλο αλόγου για να κόψει μια τούρτα; Τι φάση; Κάποια στιγμή, ο Ozymandias αναφέρει ότι γράφει ένα θεατρικό, “Ο γιος του ωρολογοποιού”, στο οποίο θέλει τους δύο υπηρέτες του να πρωταγωνιστήσουν. Δεδομένου ότι ο Jon Osterman aka Dr Manhattan ήταν γιός ωρολογοποιού, κάτι μας λέει πως το θεατρικό έχει να κάνει με τον μπλε υπεράνθρωπο (τον οποίον είδαμε νωρίτερα να γκρεμίζει κάτι κάστρα στον Άρη) και ίσως, λέμε ίσως, οι δύο υπηρέτες να είναι κάποιου είδους πειραματαζώα. Ξανά, δεν έχουμε ιδέα, ελπίζουμε να μάθουμε σύντομα. Πάντως, όπως και να έχει ο Jeremy Irons είναι ιδανικός στον ρόλο. Διαθέτει το κύρος και τη γοητεία του χαρακτήρα και μπορούμε να πούμε πως φαίνεται αρκετά ευδιάθετος, οπότε το σχέδιο του για τη σωτηρία μάλλον πήγε καλά. Ωστόσο, κάθε φορά που μιλάνε οι υπηρέτες του μια διακριτική πικρία και απογοήτευση σχηματίζεται στο πρόσωπο του. Σε καμία περίπτωση δεν είμαστε σε θέση να προβλέψουμε την πορεία μιας σειράς από το πρώτο επεισόδιο. Ωστόσο, σαν πρώτο δείγμα, το κατά Lindelof Watchmen δεν απογοητεύει, μεταφέρει σε τηλεοπτική δομή κάποια πολύ ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του κόμικ, διατηρεί την περιπλοκότητα της ιστορίας και βάζει πλώρη για μια απ’ τις καλύτερες σειρές της χρονιάς, ανεξαρτήτως είδους. Το αν θα τα καταφέρει, εδώ θα είμαστε αν το διαπιστώνουμε επεισόδιο το επεισόδιο. Παρατηρήσεις – Χτίσιμο Κόσμου – Θεωρίες Τα καλαμάρια Στο φινάλε του κόμικ, η Νέα Υόρκη έπεσε θύμα επίθεσης ενός γιγαντιαίου χταποδιού/καλαμαριού. Η ταινία αποφάσισε να αλλάξει το φινάλε, αλλά η σειρά -πολύ σοφά- φαίνεται να μένει πιστή στο αρχικό υλικό. Τώρα, αυτό το συμβάν φαίνεται πως δεν ήταν μεμονωμένο, αφού κάποια στιγμή εμφανίζονται πολλά μικρά καλαμαράκια να πέφτουν απ’ τον ουρανό. Επειδή όμως όλοι αντιδράνε αρκετά ψύχραιμα, μάλλον το φαινόμενο είναι αρκετά συχνό. Για άλλη μια φορά, ανυπομονούμε να μάθουμε περισσότερα. Robert Redford for President Στο κόμικ ο Redford υποτίθεται ότι θα κατέβαινε για υποψήφιος για την προεδρία των ΗΠΑ και απ’ ότι φαίνεται τα κατάφερε και μάλιστα με μεγάλη επιτυχία. Ωστόσο, δεν έχουν την ίδια άποψη τα συντηρητικά στοιχεία της χώρας, αφού όπως μαθαίνουμε από μια ακροδεξιά ραδιοφωνική εκπομπή που άκουγε ο Judd λίγο πριν πεθάνει (κρατήστε και αυτό), κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης Redford η γη προς κατοίκηση μειώθηκε, ο αριθμός των ζώων προς κατανάλωση επίσης μειώθηκε, ενώ πλέον κάποιος χρειάζεται να περιμένει έξι ολόκληρους μήνες για να πάρει όπλο! Με άλλα λόγια, ο Redford φαίνεται πως ξέφυγε από τη συντηρητική πολιτική, ενοχλώντας αρκετούς. Αυτή την Αμερική θέλουμε άραγε; Αισιοδοξία για το μέλλον Βέβαια, υπάρχουν και άτομα που βλέπουν με θετικό μάτι τις πολιτικές του Redford είχε με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν με πινακίδες όπως αυτή, που γράφει The Future Is Bright (Το Μέλλον Είναι Λαμπρό), αντικαθιστώντας το αισθητά πιο καταθλιπτικό και απαισιόδοξο End Is Nigh (Το Τέλος Πλησιάζει) που συναντούσαμε στο κόμικ. Κάτι μας λέει βέβαια, πως η δεύτερη πινακίδα σύντομα θα αποδειχτεί πιο επίκαιρη. Ντοκυμαντέρ για Minutemen Στο κόμικ μαθαίναμε διάφορες πληροφορίες για τη δράση των Minutemen μέσα απ’ την αυτοβιογραφία του πρώτου Nite Owl. Εδώ, φαίνεται πως αυτό θα συμβεί μέσα από μια τηλεοπτική εκπομπή. Εγκρίνουμε. Είναι ο Judd ο Night Owl ο Δεύτερος; Μπορεί να μην μάθαμε πολλά για το παρελθόν του Judd, ωστόσο κάποια στρατηγικά τοποθετημένα στοιχεία, αφήνουν να εννοηθεί ότι ο Judd είναι ο Night Owl που γνωρίσαμε στο κόμικ. Ποιά είναι αυτά τα στοιχεία; Αρχικά, το σκάφος που χρησιμοποιεί είναι σχεδόν ίδιο με εκείνο που χρησιμοποιούσε ο Night Owl. Δεύτερον, όταν η Angela πήγε στο γραφείο του, την είδαμε να πίνει καφέ από μια κούπα σε σχήμα κουκουβάγιας, ενώ και λίγο πριν αποκαλυφθεί το πτώμα του, ακούστηκε μια κουκουβάγια. Last but not least, που λένε και στο χωριό μου, ο τρόπος που ερμηνεύει τον χαρακτήρα ο Don Johnson είναι γεμάτος αυτοπεποίθηση, αναφέροντας μάλιστα λίγο πριν αποχαιρετήσει τη γυναίκα του πως “ξεχειλίζει αυτοπεποίθηση”. Στο κόμικ, ο χαρακτήρας του Nite Owl ήταν ακριβώς το αντίθετο, μάλιστα μόνο όταν φόραγε τη στολή του ένιωθε ισχυρός και γεμάτος δύναμη, αλλά μέσα στα χρόνια αυτό μπορεί να έχει αλλάξει. Αν και ακόμα, όπως είδαμε νωρίτερα, έχει ένα κολληματάκι με τη στολή του. Τώρα, αν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, τι μπορεί να σημαίνει; Σε εντελώς μέτα επίπεδο, η ιστορία της σειράς ξεκινάει με τη δολοφονία ενός πρώην υπερήρωα, ακριβώς όπως και στο κόμικ. Σεναριακά μεταφράζεται σε αφορμή για να εμφανιστεί η Silk Spectre της Jean Smart με την οποία ήταν σε σχέση ο Nite Owl στο φινάλε του κόμικ, έχοντας μάλιστα αλλάξει τα ονόματα τους. Είναι λοιπόν και μια καλή ευκαιρία να μάθουμε τι συνέβη μεταξύ τους. Όχι κι άσχημα. Τα πράγματα περιπλέκονται αρκετά περισσότερο όμως, αν λάβουμε υπόψη μας μερικά ακόμα στοιχεία. Γιατί ο Judd άκουγε ακροδεξιά εκπομπή; Μήπως είναι μέλος της 7K; Επίσης, το επεισόδιο κλείνει με έναν μαύρο να πιάνει τον διεφθαρμένο σερίφη, θυμίζοντας… την εισαγωγή του επεισοδίου. ΤΙ ΣΚΑΤΑ ΣΥΜΒΑΙΝΕΙ; ΕΙΝΑΙ Ο NITE OWL ΦΑΣΙΣΤΑΣ;
  17. Πολύ ενδιαφέρουσα η νέα σειρά Black Label της DC Comics, όπου έχουμε την αφήγηση ιστοριών εκτός της επίσημης αφηγηματικής γραμμής του σύμπαντος της DC. Εδώ πλέον έχουμε την ιστορία της Harley Quinn και το πώς η νεαρή ψυχολόγος σαγηνεύτηκε από τον αρχιεγκληματία και παράφρονα Τζόκερ. Η ιστορία είναι πολύ λεπτομερής, αφού ο δημιουργός (σενάριο και σχέδιο) Stjepan Šejić, εκ Κροατίας ορμώμενος, πιάνει την ιστορία της Harleen από την αρχή της επαγγελματικής της καριέρας, δείχνοντάς μας την επαγγελματική και προσωπική της ανασφάλεια, αλλά και την βαθιά πεποίθησή της, ότι οι εγκληματίες μπορούν να βοηθηθούν και να αλλάξουν. Ευτυχώς για αυτήν, ο δισεκατομμυριούχος Μπρους Γουέιν (ξέρετε ποιος ) συμμερίζεται τις απόψεις της και της προσφέρει χρηματοδότηση, καθώς και μια θέση στο διαβόητο Άσυλο Άρκαμ, όπου θα μπορέσει να έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με τους χειρότερους εγκληματίες της Γκόθαμ. Και ανάμεσα σε αυτούς στο κέντρο του λαβύρινθου του Ασύλου βρίσκεται ο μέγας εγκληματικός εγκέφαλος ονόματι Τζόκερ, ο άρχοντας των παιχνιδιών και μάστορας της χειραγώγησης. Σε αντίθεση με σχεδόν όλες τις προηγούμενες ιστορίες του Μπάτμαν ή του Τζόκερ, εδώ ο εγκληματίας δεν παρουσιάζεται σωματικά παραμορφωμένος. Αντίθετα, ο Šejić τον σχεδιάζει ως ένα σαγηνευτικό τριαντάρη με ένα ωραίο χαμόγελο. Συνεπώς, η πλευρά της αναπηρίας του εγκληματία και η συνακόλουθη παράνοια που εκπορεύεται από αυτή, έχει βγει εκτός κάδρου. Ο Τζόκερ εμφανίζεται ως έχων σώας τας φρένας και ως άνθρωπος που του αρέσει να παίζει με τους άλλους και έτσι ίσως να χειρίζεται και τη Χαρλίν, η οποία, όπως μας γίνεται σαφές από τις πρώτες σελίδες του κόμικ, ψάχνει απεγνωσμένα για μια πατρική φιγούρα ή μάλλον για μια φιγούρα, που θα της χρησιμεύσει ως καθοδηγητής. O Šejić καταφέρνει, κυρίως με το σχέδιο, να μας παρασύρει μέσα σε όλη αυτή την κατάβαση στην παράνοια ή ανάβαση προς την αυτογνωσία, αναλόγως το πως το βλέπει κανείς, αφού ο δημιουργός αρνείται να πάρει θέση. Η Harleen και ο Τζόκερ παρουσιάζονται πολλές φορές αντικριστά με τον ένα να λειτουργεί ως ανάκλαση του άλλου. Παρά τον εκτεταμένο εσωτερικό μονόλογο της αφηγήτριας, το σχέδιο δεν ακολουθεί τη δική της οπτική γωνία, αφού σε κάθε ευκαιρία μας προσφέρει έναν τεμαχισμένο, ενίοτε και θρυμματισμένο κόσμο, που οπτικοποιεί με μεγάλη επιτυχία την ταραγμένη ψυχική κατάσταση της ηρωίδας μας, η οποία προσπαθεί να βάλει σε τάξη τα συναισθήματα και τις σκέψεις της. Βασικό ρόλο σε όλα αυτά, διαδραματίζουν τα γυαλιά και τα τζάμια, όλα πιθανόν σύμβολα της παραλλαγμένης οπτικής των ηρώων. Με αυτά και με άλλα, η ερωτική και καθόλου αμιγώς πλατωνική έλξη μεταξύ των δύο (ή τέλος πάντων της Harleen προς τον Τζόκερ) έρχεται φυσιολογικά. Έγραψα το “τέλος πάντων”, επειδή η οπτική του Τζόκερ δεν μας προσφέρεται μέσα στο έργο και μέχρι το τέλος του κόμικ έχουμε την αμφιβολία (όχι χωρίς ενδείξεις) ότι ίσως ο Τζόκερ να χειραγωγούσε την ψυχολόγο. Από την άλλη, όμως, οι ενδείξεις προέρχονται από μια πηγή, η οποία έχει κάθε λόγο να αμφισβητεί τα συναισθήματα του Τζόκερ. Ο διάλογος μεταξύ Μπάτμαν / Μπρους Γουέιν και Άλφρεντ προς το τέλος του κόμικ είναι αποκαλυπτικός του τρόπου σκέψης των δύο ανθρώπων, αλλά και μιας ολόκληρης νοοτροπίας. Αυτό το τελευταίο, μας φέρνει στην υποπλοκή, η οποία διατρέχει όλο το έργο: παράλληλα με την ερωτική σχέση των δύο πρωταγωνιστών, παρακολουθούμε την προσπάθεια του εισαγγελέα Χάρβεϊ Ντεντ να καθαρίσει την Γκόθαμ από το έγκλημα, χρησιμοποιώντας σκληρές μεθόδους και τον βλέπουμε να αντιπαρατίθεται στην Χαρλίν εξαιτίας των δικών της μεθόδων. Στο τέλος, ο Ντεντ, έχοντας περιλουστεί με το οξύ, που θα κάψει το μισό του πρόσωπο, θα αποφασίσει να παραβεί το νόμο και μαζί με μια ομάδα επίορκων αστυνομικών θα γίνει ο τελικός υπεύθυνος για το χάος, που θα προκληθεί στο τελευταίο 1/3 του κόμικ. Από εκείνο το σημείο και μετά θα ανοίξουν οι πύλες της κόλασης για όλους και ο Šejić δεν θα χαριστεί σε κανέναν και καμία, το δε μονοπάτι που θα διαβούν, θα είναι χωρίς επιστροφή. Θα μπορούσε να πει κάποιος, ότι ο δημιουργός του κόμικ αφήνει μια χαραμάδα, για να πιστέψουμε, ότι αν δεν είχαν επέμβει οι κατασταλτικοί μηχανισμοί και μάλιστα στην πιο βάρβαρη μορφή τους, ίσως η πορεία των πραγμάτων να ήταν διαφορετική. Αν δεχτούμε, ότι αυτό μπορεί να έχει κάποια βάση, τότε και ο προαναφερθείς διάλογος αποκτά μια άλλη σημασία, όπου ο ένας από τους δύο φαίνεται να παίρνει, έστω και άθελά του, το μέρος αυτών των μηχανισμών. Παρόλα αυτά, ακόμη και στην προτελευταία σελίδα του έργου, ο Šejić ξεκαθαρίζει ότι ο Τζόκερ δεν έχει εγκαταλείψει τις παλιές του συνήθειες και δεν βασίζεται στα όποια συναισθήματα. Είμαστε λοιπόν σε μια κατάσταση, όπου τα πάντα είναι ξεκρέμαστα, τα πάντα είναι διφορούμενα και ταυτιζόμαστε με την πρωταγωνίστρια, η οποία στο τέλος δεν μπορεί να διακρίνει την αλήθεια από τη φαντασία, κάτι που σίγουρα δεν είναι (μόνο) δική της ευθύνη. Εξαιρετικό κόμικ, κυκλοφόρησε σε τρία τεύχη στις ΗΠΑ και μετά σε σκληρόδετη έκδοση με σχέδια του καλλιτέχνη και ανάλυση κάποιων σελίδων, καθώς και την ιστορία της έκδοσης. Αξίζει να την αγοράσετε, είναι πραγματικό κόσμημα για τη βιβλιοθήκη σας. Μια πολύ ενδιαφέρουσα άποψη για το κόμικ μπορείτε να διαβάσετε εδώ από το φίλο @Lazaros. Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  18. Το 1843, Παρίσι. Ο Κόμης Skarbek, ένας μυστηριώδης Πολωνός επιχειρηματίας, καταφθάνει από τον Νέο Κόσμο και γρήγορα συγχρωτίζεται με την αφρόκρεμα της πόλης του φωτός. Δείχνει μεγάλο ενδιαφέρον για τον Louis Paulus, τον ταλαντούχο ζωγράφο που συγκλόνισε με τους ερωτικούς του πίνακες και που χάθηκε μυστηριωδώς πριν από έντεκα χρόνια. Το καστ συμπληρώνεται από την Magdalene, την πανέμορφη μούσα του Paulus, τον Daniel Northbrook, φημισμένο Βρετανό έμπορο τέχνης, τον Delfrance, έναν διαβόητο πειρατή της Καραϊβικής, και ένα υπαρκτό πρόσωπο που καλύτερα να μην αποκαλύψω. Οι Yves Sente και Grzegorz Rosiński είναι δύο πολύ γνωστά ονόματα της γαλλοβελγικής σκηνής. Ο Sente έχει γράψει για τις σειρές Μπλέικ και Μόρτιμερ, Θόργκαλ και XIII, ενώ ο Rosiński είναι, μεταξύ άλλων, συνδημιουργός του Θόργκαλ και Le Grand Pouvoir du Chninkel. Το δίτομο La Vengeance du Comte Skarbek ήταν η πρώτη τους συνεργασία. Κυκλοφόρησε μεταξύ 2004 και 2005 από την Dargaud. Στα αγγλικά έχει μεταφραστεί δις. Μία φορά από την ίδια την Dargaud, τις ίδιες χρονιές που βγήκαν και οι πρωτότυπες εκδόσεις (!), και μια δεύτερη φορά, το 2019, από την Europe Comics. Παρότι βλέπω διθυραμβικές κριτικές στο bedetheque, δεν είχα ξανακούσει το κόμικ αυτό. Το έμαθα μόνο και μόνο επειδή το μετέφρασε η Europe Comics, αν και τελικά διάβασα την έκδοση της Dargaud. Sente και Rosiński (είμαι σχεδόν σίγουρος ότι μετείχε σε μεγάλο βαθμό στο σενάριο) στήνουν την ιστορία τους γύρω από δύο πυλώνες: την εκδίκηση και την εμπορευματοποίηση της τέχνης. Η ιστορία είναι εμπνευσμένη από τον Κόμη του Μοντεκρίστο, το μνημειώδες έργο του Αλέξανδρου Δουμά. Εμφανίζονται υπαρκτά πρόσωπα και καταστάσεις αληθινές, γεγονός που πάντα εμπεριέχει ενδιαφέρον. Αν και βασίζεται πολύ στην αφήγηση και τα captions, δεν το κάνει με τρόπο βαρετό, κυρίως γιατί αποφεύγει σε μεγάλο βαθμό τον βερμπαλισμό άλλων γαλλικών τίτλων. Σχεδιαστικά, είναι εξαιρετικό. Ο Rosiński είναι ένα τεράστιο κεφάλαιο των ευρωπαϊκών κόμικς και εδώ αποδεικνύει ότι δεν τα καταφέρνει μονάχα στην απεικόνιση φανταστικών πλασμάτων. Το θέμα απαιτεί ακουαρέλα και ο Rosiński την χρησιμοποιεί με αδρές, δυναμικές πινελιές και πιο λεπτομερείς, όπου χρειάζεται. Τα πρόσωπά του έχουν μια ρευστότητα που μπορεί να ξενίσει κάποιους, αλλά εμένα προσωπικά δεν με ενόχλησε στο ελάχιστο. Εν κατακλείδι, πρόκειται πράγματι για ένα πολύ καλό κόμικ. Δεν θα σας σημαδέψει, αλλά είναι μια διασκεδαστική περιπέτεια με σωστές δόσεις δράματος, ερωτισμού και δράσης και με σωστά τοποθετημένες τις ανατροπές και τις αναφορές του. Μπορούν, θεωρώ, να το ευχαριστηθούν άπαντες.
  19. Είναι πάντα ενδιαφέρον, όταν γνωστά και πιθανόν αναμασημένα πράγματα παίρνουν μια νέα πνοή ή δίνονται μέσα από μια άλλη οπτική γωνία. Αυτή είναι και η περίπτωση αυτού του κόμικ από την εταιρεία Vault, η οποία προσπαθεί να δώσει στο κοινό κάποια ενδιαφέροντα και διαφορετικά κόμικς, όπως οφείλουν να κάνουν όλες οι εταιρείες, που θέλουν να επιβιώσουν στο σκληρό αυτό χώρο. Ο σεναριογράφος της σειράς, Ram V, όπως και ο σχεδιαστής, Sumit Kumar, είναι αμφότεροι Ινδοί και εδώ μεταφέρουν τον τετριμμένο μύθο των βρικολάκων στη χώρα τους στο σωτήριο έτος 1766, λίγο πριν οι Βρετανοί “ανθρωπιστές” εισβάλουν στην Ινδία, για να “εκπολιτίσουν” τούς “βάρβαρους” Ινδούς. Η ιστορία αφηγείται ένα ταξίδι Βρετανών βρικολάκων στην Ινδία, οι οποίοι δεν βλέπουν την ώρα να τραφούν από τον αυτόχθονα πληθυσμό. Δεν είναι καθόλου δύσκολο να διακρίνουμε την παραβολή πίσω από το μύθο (οι Βρετανοί αποικιοκράτες, οι οποίοι ετοιμάζονται να εκμεταλλευτούν τους Ινδούς), αλλά το παιχνίδι παίζεται στην Ινδία και οι κανόνες αλλάζουν, επειδή οι καλλιτέχνες αξιοποιούν σε ικανοποιητικό βαθμό τον περίγυρο και την κουλτούρα της αχανούς χώρας. Βλέπετε, οι βρικόλακες δεν θα αντιμετωπίσουν ανυπεράσπιστους ανθρώπους, αλλά υπερφυσικά όντα της ιδιαίτερα πλούσιας ινδουιστικής θρησκείας. Η παραβολή έχει και μια επιπλέον διάσταση, αφού κάποιοι Ινδοί είναι Ινδουιστές, ενώ άλλοι Μουσουλμάνοι και τελικά συνεργάζονται, για να αποκρούσουν τους Βρετανούς: και εδώ έχουμε και αναφορά στην πρόσφατη ιστορία της χώρας, τη διαμάχη μεταξύ των δύο θρησκευμάτων και την τελική διχοτόμηση της χώρας σε Ινδία και Πακιστάν. Η καθαυτή ιστορία είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, προχωρά με διάφορες αφηγηματικές τεχνικές, όπως ο.χ. μέσω αλληλογραφίας (θυμίζω, ότι ο “Δράκουλας¨του Στόκερ εκτυλίσσεται αποκλειστικά μέσω ανταλλαγής γραμμάτων) και ο σεναριογράφος μπλέκει με επιτυχία το προσωπικό και το συλλογικό, αλλά και το πολιτικό με το αισθηματικό. Το τέλος δεν είναι ακριβώς αίσιο, αλλά μας δηλώνει, ότι η ασθένεια που κουβαλάνε οι Βρετανοί βρικόλακες γίνεται τελικά ενδημική στην Ινδία. Πολύ ωραίο σχέδιο του Κουμάρ, πάρα πολύ ωραία χρώματα από το Βιττόριο Αστόνε, όχι απλά συμβάλλον στο αποτέλεσμα, αλλά δημιουργούν μια καινούρια πραγματικότητα, μια μυθολογία, την οποία οι Βρετανοί εισβολείς (κι εμείς, οι Δυτικοί αναγνώστες) αδυνατούν να καταλάβουν. Πολύ ζωντανό σχέδιο, αρκετά εκφραστικό με πολύ ζωντανά χρώματα, στα οποία αντιπαραβάλλεται η μουντάδα του Λονδίνου, μας χαρίζει πολλές ωραίες στιγμές δράσης αλλά και αγωνίας και συναισθημάτων. Ένα κόμικ, που σίγουρα αξίζει την προσοχή σας. Πηγές για περαιτέρω μελέτη Κριτική στο The Comics Journal Αυτή η παρουσίαση αναρτήθηκε για πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  20. 21 και 28 Δεκεμβρίου του 2019 κυκλοφόρησε σε δύο μέρη η Κρυφή Αυλή του Μυστηρίου από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Η έκδοση είναι με χρώμα της Patrizia Zanotti. Σε αυτή την ιστορία ο Pratt τοποθετεί τον Κόρτο Μαλτέζε στη Βορειοανατολική Ασία, όπου με την "παρέα" του Ρασπούτιν έχει προσληφθεί από τα "Κόκκινα Φανάρια", μια κινέζικη μυστική οργάνωση αποτελούμενη αποκλειστικά από γυναίκες, για να κλέψει τον Τσαρικό χρυσό που βρίσκεται πάνω στο θωρακισμένο τρένο του ναυάρχου Κολτσάκ. Προφανώς ο Κόρτο Μαλτέζε δεν είναι ο μόνος που θέλει να αποκτήσει τον θησαυρό, και αυτό μας δίνει την ευκαιρία να συναντήσουμε ένα σωρό χαρακτήρες και πρόσωπα. Ξεκινώντας Νότια, από το Χονγκ Κονγκ θα ανέβουμε μέχρι τη Μαντζουρία και στην πορεία θα συναντήσουμε στρατιώτες του Λευκού κινήματος, Μογγόλους εθνικιστές, αδίστακτους Αταμανούς, πολεμοχαρείς βαρόνους και φυσικά κατασκόπους. Δεν νομίζω να χωρά αμφιβολία ότι πρόκειται για μια κλασική περιπέτεια στο γνωστό στυλ Pratt. Μέσα στο πραγματικό ιστορικό πλαίσιο και σε 100 σελίδες, καταφέρνει να εισάγει πάρα πολλούς χαρακτήρες - οι περισσότεροι πραγματικοί - και να αναπτύξει ανάλογα με το πως και πόσο θα εξυπηρετήσουν την πλοκή. Και όλα αυτά όσο ο Κόρτο στωικά ξεφεύγει από τις πιο περίπλοκες καταστάσεις. Έχει πολύ καλές σκηνές δράσεις και κάποια από τα ομορφότερα πάνελ που έχω δει από τον Pratt. Σχεδιαστικά δίνει ρέστα. Πέρα από αυτό, προσωπικά με προβλημάτισε αρκετά η αδυναμία μου να καταλάβω με ακρίβεια τα "στρατόπεδα" που ειδικά στο πρώτο μέρος εισάγονται πολύ γρήγορα. Συνήθως - και επειδή είμαι επιεικώς κακός με τις ιστορικές μου γνώσεις - λίγο googlάρισμα βοηθάει αρκετά, αλλά σε αντίθεση π.χ. με την Μπαλάντα, εδώ ήταν πιο δύσκολο να βρω τυποποιημένα πράγματα. Κατά τη γνώμη μου η έκδοση θα χρειαζόταν μια περιποιημένη εισαγωγή που να δίνει σύντομα το ιστορικό πλαίσιο της περιοχής. Δεν μπορώ ούτε να φανταστώ την έρευνα που έπεσε για να βγει έστω και σχεδιαστικά ακριβές αυτό το κόμικ. Για τα χρώματα δεν μπορώ να μιλήσω συγκριτικά, αφού δεν έχω διαβάσει την ασπρόμαυρη έκδοση. Μπορώ όμως να πω ότι μου άρεσαν και δεν βρήκα πουθενά κάτι που να μου μοιάζει "εκτός". Βέβαια για τους περισσότερους είναι περισσότερο θέμα αισθητικής παρά ακρίβειας. Για να μη μακρηγορώ, πιστεύω πως δεν μπόρεσα να την εκτιμήσω πλήρως ως προς το πλαίσιο που λαμβάνει χώρα. Ίσως στην προσπάθεια μου να καταλάβω τα πάντα από άποψη ιστορικών γεγονότων να "ξέχασα" να το διαβάσω σαν μια "απλή" περιπέτεια. Σίγουρα θα ήθελα να το ξαναδιαβάσω σε κάποια φάση έτσι ώστε να κάνω δώσω βάση σε διαφορετικά πράγματα. Όλα αυτά για να καταλήξω ότι τελικά δεν το θεωρώ καλύτερο από τη Μπαλάντα . Πάντως είτε παλιοί είτε καινούριοι αναγνώστες σας παροτρύνω να γράψετε μια άποψη από κάτω, γιατί πραγματικά με ενδιαφέρει για την συγκεκριμένη ιστορία. Και αν υπάρχει κανένας θαρραλέος "history buff" (όπως τους λέμε στα ιντερνετικά) ας γράψει την περιποιημένη εισαγωγή που λείπει από την έκδοση.
  21. Τα υπερηρωικά κόμικς έχουν ένα μεγάλο αφηγηματικό μειονέκτημα: δεν τελειώνουν ποτέ. Οι ήρωες ζουν και ξαναζούν περιπέτειες εδώ και δεκαετίες, χωρίς οι ίδιοι να γερνούν, σε αντίθεση με τον πραγματικό κόσμο. Ο Ουμπέρτο Έκο στο κλασικό βιβλίο του “Κήνσορες και Θεράποντες” είχε μελετήσει το μηχανισμό με τον οποίον αυτό το μειονέκτημα γίνεται πιστευτό, αλλά ακόμη κι έτσι, τα κόμικς, ως καθαρά εικονογραφική τέχνη έχουν ένα ακόμη μειονέκτημα: η εικόνα πολλές φορές προδίδει τη χρονολογία δημιουργίας του έργου, έστω και στο περίπου: τα ρούχα, οι κομμώσεις, ο περίγυρος των ιστοριών συνήθως παραπέμπουν στην εποχή στο οποίο αυτές δημιουργήθηκαν, για να μην αναφερθώ και σε συγκεκριμένες αναφορές σε πρόσωπα και καταστάσεις της εκάστοτε πραγματικότητας. Με αυτά και με εκείνα, παρά την αγάπη που έχουμε ορισμένοι για αυτά, η αλήθεια είναι, ότι αυτό παραμένει ένα μάλλον δυσεπίλυτο πρόβλημα. Από αυτό ακριβώς το σημείο ξεκινά η απλή, αλλά ευφυής σύλληψη του συγκεκριμένου κόμικ των Chip Zdarksy (σενάριο), Mark Bagley (σχέδιο), John Dell και Andrew Hennessy (μελάνια) και Frank D’Armata (χρώματα), που ολοκληρώθηκε σε έξι τεύχη: παρακολουθεί την ιστορία του γνωστότερου ήρωα της Marvel Comics σε πραγματικό χρόνο θέτοντας ως δεδομένο ότι ο αγαπημένος μας Σπάιντερ-Μαν γερνάει πραγματικά, όπως και ο πραγματικός κόσμος και όπως και οι αναγνώστες. Το κόμικ ξεκινάει το 1966, όταν ο Πίτερ Πάρκερ / Σπάιντερ Μαν είναι περίπου 19 ετών και κάθε κεφάλαιο / τεύχος είναι αφιερωμένο σε μια δεκαετία, φτάνοντας έως το 2019, όταν ο ήρωας είναι 70 ετών και βάλε και γερασμένος, όπως κάθε πραγματικός άνθρωπος. Μια έξοχη, λοιπόν, ιδέα η οποία δεν παραμένει απλά ιδέα, αλλά αξιοποιείται πολύ πετυχημένα, δείχνοντάς μας τον Πίτερ Πάρκερ να μεγαλώνει, να παντρεύεται, να φτιάχνει οικογένεια, να ετοιμάζει τη διάδοχη κατάσταση, να κάνει έναν απολογισμό της ζωής του και τελικά να βρίσκει την “κοινή ανθρώπινη μοίρα”, έστω και με υπερηρωικό τρόπο. Για πρώτη ίσως φορά, βλέπουμε έναν υπερήρωα να γερνάει και να αντιμετωπίζει και αυτός την αμετάκλητη και αμείλικτη φθορά του χρόνου. Ακόμη σημαντικότερο: για πρώτη φορά, τα συμβάντα είναι οριστικά και αμετάκλητα (οι αναγνώστες υπερηρωικών κόμικς γνωρίζουν ότι σε αυτά οι θάνατοι σπανίως είναι οριστικοί, αφού πάντα εφευρίσκεται ένας τρόπος να διορθωθούν τα πράγματα). Για πρώτη φορά, ο υπερήρωας είναι πρωτίστως ήρωας (δηλαδή, άνθρωπος) και δευτερευόντως υπέρ- (δηλαδή, ημίθεος), κάποιος που πρέπει να αντιμετωπίσει την άμμο του χρόνου, όπως και οι υπόλοιποι κοινοί θνητοί. Ο συγγραφέας, Τσιπ Ζντάρσκι, όμως έχει κι άλλους άσσους στο μανίκι του: παρουσιάζει και τα σημαντικότερα ιστορικά γεγονότα (Βιετνάμ, 11/9) με τους ήρωες να τοποθετούνται και να εξαναγκάζονται να πάρουν θέση και μέσα σε όλα αυτά καταφέρνει να ενσωματώσει πολλές αναφορές σε διάσημες ιστορίες του Σπάιντερ-Μαν (ενδεικτικά: Clone Saga, Sevret Wars, Alien Costume Saga, Craven’s Last Hunt, Civil War), αλλά και να παρουσιάσει τους κυριότερους εχθρούς του ήρωά μας, ορισμένους έστω και φευγαλέα. Συνεπώς, η σειρά απευθύνεται σε όλους και στους φανατικούς, αλλά και σε εκείνους, που θα ήθελαν να διαβάσουν κάτι διαφορετικό. Φυσικά, χρειάζεται γνώση του σύμπαντος της Marvel, για να συλλάβει κάποιος όλες τις αναφορές, η ιστορία όμως καθαυτή διαβάζεται και από ανθρώπους, που μπορεί να έχουν διαβάσει ελάχιστα κόμικς του Σπάιντερ-Μαν στη ζωή τους. Όσο για το σχεδιαστή, Μαρκ Μπάγκλεϊ, δεν χρειάζεται συστάσεις, είναι παλιά καραβάνα και έχει σχεδιάσει τον ήρωα από τη δεκαετία του 1990 κιόλας. Είναι εξαιρετικά ικανός και μας προσφέρει εξαιρετικές σκηνές μαχών, όπου χρειάζεται, αλλά (κυριότερο, κατά τη γνώμη μου) καταφέρνει να αποδώσει με εξαιρετική επιτυχία τις εκφράσεις των προσώπων, αλλά και των σωμάτων, τα οποία πλέον είναι φθαρτά. Εξαιρετική και η συμβολή των υπόλοιπων συντελεστών στο οπτικά υπέροχο αποτέλεσμα, το οποίο απολαμβάνουμε. Εγώ φυσικά, διάβασα το ΤΡΒ, το οποίο συλλέγει τα 6 τεύχη και περιέχει τα εξώφυλλα της σειράς, κάποια εκ των οποίων ιδιαιτέρως εμπνευσμένα, όπως μπορείτε να δείτε πιο κάτω, αλλά και εναλλακτικά εξώφυλλα, που επίσης είναι ορισμένα εξαιρετικά. Εκφράζω την ευχή να κυκλοφορήσει και στα ελληνικά κάποια στιγμή. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Μπορείτε να διαβάσετε κριτική του κάθε τεύχους ξεχωριστά από τον @Spyros Andrianos εδώ. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Μια ελάιστα τροποποιημένη εκδοχή αυτής της παρουσίασης αναρτήθηκε στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  22. Το Once & Future είναι μια πολύ φρέσκια κι ενδιαφέρουσα κυκλοφορία από τη Boom! που απ΄ ό,τι δείχνουν τα πράγματα έχει ανέβει πολύ τον τελευταίο καιρό. Πρόκειται για μια πρωτότυπη προσέγγιση του μύθου του Βασιλιά Αρθούρου. Mια ομάδα άγγλων εθνικιστών προσπαθεί να αναστήσει τον Βασιλιά Αρθούρο και να τον επαναφέρει στην εξουσία. Η συνταξιούχος κυνηγός τεράτων Bridgette McGuire θα βρεθεί εμπόδιο στα σχέδια τους, μαζί με τον ανυποψίαστο εγγονό της Duncan, ,και θα μπλεχτούν σε έναν κόσμο μαγείας και μυστηρίου. Είναι ένα πολύ διασκεδαστικό κόμικ, που πιστεύω ότι θα απολαύσουν στανταρ οι φανς της μυθολογία του Βασιλιά Αρθούρου, αλλά και όλοι οι υπόλοιποι που αναζητούν μια καλή περιπέτεια με έντονα στοιχεία fantasy και τρόμου, με μεγάλες δόσεις χιούμορ και απρόβλεπτες τροπές της πλοκής. Το χτίσιμο των χαρακτήρων είναι σωστό κι αβίαστο, η δράση άφθονη, ο ρυθμός (ειδικά για τα πρώτα έξι τεύχη) ιδανικός. Η γιαγιά κυνηγός τεράτων και φανατική καπνίστρια Bridgette McGuire είναι πραγματικά απολαυστική και κλέβει την παράσταση, ενώ στοιχεία της πλοκής φέρνουν στο μυαλό μια φρέσκια εκδοχή της Μούμιας και του Ιντιάνα Τζόουνς. Ίσως είναι η δουλειά του Kieron Gillen που απολαμβάνω περισσότερο μετά τους Τρεις, καθώς διατηρεί μια πολύ καλή ισορροπία ανάμεσα στα στοιχεία αυτής της πολύ ενδιαφέρουσας περιπέτειας φαντασίας. Σχεδιαστικά ο Mora είναι σε μεγάλη φόρμα και αποτυπώνει πολύ δυναμικά τις σκηνές δράσης, τους χαρακτήρες και τα φανταστικά πλάσματα. Δεν είμαι ιδιαίτερα φαν του, αλλά πρέπει να παραδεχτώ ότι κάνει καλή δουλειά, και σε σκηνοθετικό επίπεδο. Στην ανάδειξη του σχεδίου βοηθάει κι ο πολύ καλός χρωματισμός. Βλέποντας το κόμικ συνολικά ως τώρα, μπορώ να πω ότι δεν είναι από τα κόμικς που θα μου μείνουν αξέχαστα, αλλά είναι από αυτά που περνάς καλά διαβάζοντάς τα. Αριθμεί 9 τεύχη ως τώρα και είναι υποψήφιο στα φετινά Eisner, στην κατηγορία Best New series, παρέα με το Something is killing the children, επίσης από τη Boom.
  23. Κάτι σκοτώνει τα παιδιά. Αυτή είναι και η υπόθεση του κόμικ. Κλασική συνταγή, απλή και τρομακτική. Μια παρέα παιδιών παίζουν θάρρος ή αλήθεια. Ένα ψέμα αποδεικνύεται τελικά αλήθινό. Το πιο αθώο κομμάτι μιας μικρής πόλης, τα παιδιά τους, εξαφανίζονται ή βρίσκονται νεκρά, διαμελισμένα. Ένα παιδί επιζεί για να διηγηθεί την ιστορία, αλλά δεν το πιστεύει κανείς. Μέχρι να φτάσει στην πόλη μια μυστηριώδης τύπισσα, που ξέρει τι φταίει και πως να το λύσει... Με αυτό το "λιτό" υλικό, οι δημιουργοί φτιάχνουν μια δυνατή ιστορία τρόμου, με ζοφερή ατμόσφαιρα, αποφεύγοντας τις πολλές επεξηγήσεις. Καταφέρνουν να αναδημιουργήσουν το κλίμα του φόβου, που νιώθει κανείς ως παιδί. Η φυσικότητα απεικόνισης των χαρακτήρων των παιδιών συμβάλλει πολύ σ' αυτό. Η μουντή μικρή πόλη μοιάζει ανήμπορη να αντιμετωπίσει την κατάσταση. Οι γονείς, οι καθηγητές, η αστυνομία, είναι ανίκανοι να δώσουν απαντήσεις και λύσεις. Κι όταν αποπειραθούν να κάνουν οτιδήποτε, κάνουν τα πράγματα χειρότερα από πριν. Η δυσλειτουργικότητα της μικρής κοινωνίας φαίνεται στις λεπτομέρειες. Η απάθεια, οι προσπάθειες επικοινωνίας που πέφτουν στο κενό, η αδυναμία να αντιληφθούν πράγματα που βρίσκονται μπροστά τους. Μέχρι που εμφανίζεται η Έρικα, σαν μια άλλη Buffy Vampire Slayer , που ξέρει πως τα τέρατα είναι πέρα για πέρα αληθινά και δουλειά της είναι να τα αντιμετωπίσει. Οι πληροφορίες που δίνονται γι αυτήν είναι ελάχιστες, είναι εμφανές πάντως ότι έχει ένα σκοτεινό παρελθόν και εμπειρία στην αντιμετώπιση τέτοιου είδους καταστάσεων. Η αλληλεπίδρασή της με την τοπική κοινωνία και τα παιδιά έχει ενδιαφέρον. Η σύγκρουση του αληθοφανή κόσμου της μικρής πόλης και του ανατριχιαστικού κόσμου που αντιλαμβάνεται η Έρικα και τα παιδιά δημιουργούν μια άγρια σύνθεση, που υπογραμμίζεται από το τραχύ, "βρώμικο" καρτουνίστικο σχέδιο του Dell'Edera. Η έμφαση στα πρόσωπα και τις σκιάσεις, η εναλλαγή μουντών και έντονων χρωμάτων, ο πολύ καλός ρυθμός του κόμικ και το χτίσιμο του κόσμου του, δίνουν ένα πολύ ενδιαφέρον αποτέλεσμα, που ακροβατεί ανάμεσα στο ενήλικο και εφηβικό horror πολύ ισορροπημένα. Ο Tynion χειρίζεται το είδος του τρόμου πολύ καλά, παίζοντας με τις συμβάσεις του είδους και τις κλεφτές ματιές που μας αφήνει να ρίξουμε στις ζωές των χαρακτήρων. Μπορεί η υπόθεση να μη μοιάζει ιδιαίτερα πρωτότυπη, αλλά το ατού αυτού του κόμικ είναι περισσότερο σε αυτά που δε λέγονται και στην αίσθηση που αφήνει τελικά. Όσοι ξενερώνουν με τις σπλατεροκαταστάσεις (έχει και σκηνές με διαμελισμένα παιδιά) μπορεί να ενοχληθούν. Προσωπικά πάντως, δε θεωρώ ότι έχει άσκοπες σκηνές βίας. Οι υπόλοιποι φανς του horror genre πιστεύω ότι θα το εκτιμήσουν. Χωρίς να ανήκει στα καλύτερα κόμικς τρόμου που έχω διαβάσει, έχει αυτό το "κάτι" που σου μένει. Μετράει ήδη 8 τεύχη και είναι υποψήφιο στα φετινά Eisner.
  24. Ο Γιάννης Ρουμπούλιας, μετά την καθιερωμένη άφιξη του Πόναν, το 2019 είχε κι άλλη μία δουλειά στα σκαριά, που κυκλοφόρησε στις 30/11, του ίδιου έτους, στα πλαίσια του AthensCon. Αυτή την φορά έχουμε τον Leonidas, με τους λίγους στρατιώτες του, να ετοιμάζεται να αντιμετωπίσει τον πολυπληθή στρατό του Ξέρξη. Ξέρω! Κάτι το σχολείο, κάτι η ταινία, λίγο-πολύ ξέρουμε την ιστορία αυτή. Αυτό που κρατούνταν καλά κρυμμένο μέσα στους αιώνες, όμως, είναι το γεγονός ότι ο Βασιλιάς των Περσών έριξε στην μάχη το βαρύ πυροβολικό του, που δεν ήταν άλλο από τον θρυλικό Μέγα Παλαιό Κύπριο Κθούλο Κθούλου! Η συνέχεια, προμηνύεται εκρηκτική. Ο αγαπητός μας καλλιτέχνης, στηριζόμενος σε μία ιδέα του Γαβριήλ Τομπαλίδη, δημιουργεί μία σατιρική παραλλαγή της μάχης των Θερμοπυλών, δανειζόμενος στοιχεία ιστορικά, αλλά και στοιχεία από την ταινία, διανθίζοντάς τα με μεγάλες δόσεις χιούμορ, που μόνο εκείνος (ή τουλάχιστον είναι από τους λίγους) μπορεί να παράξει. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός της κωμικής χρήσης αρχαΐζουσας (ή όπως λέγεται τέλος πάντων ) σε αρκετά σημεία του κόμικ. Η ιστορία κλείνει με μία εξαιρετική μάχη, ενώ το τελευταίο καρέ είναι ο ορισμός της καφρίλας! Προτείνεται σε όλους! Το σχέδιο είναι πολύ ρεαλιστικό κι αν και κωμικό, είναι πολύ προσεγμένο. Το έγχρωμο στυλ είναι πολύ ταιριαστό και πολλά είναι τα καρέ (πχ το δισέλιδο "ξύπνημα" του τέρατος ή η τελική μάχη) που με άφησαν με το στόμα ανοιχτό. Έχουμε δει πολλά "επίσημα" κόμικς, προερχόμενα από γνωστές εκδοτικές, που έχουν πολύ πιο πρόχειρο σχέδιο, από αυτό εδώ. Η έκδοση δεν έχει διαφορές από τα υπόλοιπα φανζίν που μας έχει χαρίσει ο Ρουμπούλιας τα τελευταία χρόνια. Αρκετά προσεγμένη για το είδος και τα χρήματά της. Η μοναδική σημαντική διαφορά είναι το έγχρωμο σχέδιο και, η εκτός Πόναν, θεματολογία.
  25. Τα Αλλόκοσμα: Ελληνικά Παραμύθια, Αλλιώς είναι ένα κόμικ των Βασιλείας Βαξεβάνη (σενάριο) και Ευγενίας Κουμάκη (σενάριο, σχέδιο), που κυκλοφόρησε τον Απρίλιο του 2019 από την Comicdom Press. Όπως δηλώνει ο υπότιτλος, απαρτίζεται από τρία πειραγμένα ελληνικά παραμύθια, παρότι η «εθνικότητα» των παραμυθιών είναι κάτι σχετικό, καθώς παραλλαγές γνωστών παραμυθιών βρίσκονται εδώ κι εκεί. Πριν από κάθε ιστορία, προηγείται ένας διπλός πρόλογος από τις δύο δημιουργούς, με λίγα λόγια για την «αντιμετώπισή» προς την ιστορία αυτή. Ιδιαίτερα τα κειμενάκια της Κουμάκη, όπου αναφέρεται στις εμπνεύσεις της ή στη εικαστική διαδικασία που ακολούθησε σε κάθε περίπτωση, παρουσιάζουν αρκετό ενδιαφέρον. Τρίματος: το ελληνικό αντίστοιχο του ανατριχιαστικού παραμυθιού του Κυανοπώγωνα. Η ιστορία εκτυλίσσεται στο παρόν, αλλά με μια splatter προσέγγιση. Μια νεαρή κοπέλα γνωρίζει κατά τύχη τον, κατά τα φαινόμενα, τέλειο άντρα. «Που παραείναι τέλειος για να είναι αληθινός», όπως γράφει η Βαξεβάνη στην εισαγωγή. Προφανώς, όμως τα πράγματα δεν είναι όπως δείχνουν. Εδώ η Κουμάκη ξεκινάει με το βασικό της στιλ, αλλά στην πορεία το κάνει ελαφρώς πιο βρώμικο και σαφώς πιο σκοτεινό, για να ταιριάζει στην horror πλοκή. Κόκκινη σαν το αίμα, Άσπρη σαν το χιόνι: εδώ, το σκηνικό μεταφέρεται στο μακρινό μέλλον. Το πριγκιπόπουλο των Νέων Αθηνών πέφτει θύμα της κατάρας μιας γριάς (στην πραγματικότητα του χακάρει το βιοτσίπ ) και αναγκάζεται να αναζητήσει την Κόκκινη. Σαν άλλη Ραπουνζέλ, η Κόκκινη τον δέχεται στον πύργο της και αποφασίζουν να ταξιδέψουν μαζί στο διάστημα. Τούτη δω η ιστορία ήταν που ξεχώρισα περισσότερο. Πρώτον λόγω του έξυπνου και χιουμοριστικού τρόπου με τον οποίο το παραμύθι μεταγράφηκε σε μια διαπλανητική περιπέτεια. Δεύτερον, για το σχέδιο της Κουμάκη, η οποία εμπνέεται από την sci-fi παράδοση των γαλλοβελγικών κόμικς, διατηρώντας ωστόσο το προσωπικό της στιλ. Ο Γυμνός με τη Μαχαίρα: η ιστορία βασίζεται στην πεποίθηση ότι οι πεθαμένοι πρέπει να ταφούν καταλλήλως ώστε να περάσουν στον Άλλο Κόσμο. Ανήκει στον κύκλο ιστοριών με τον Ευγνώμονα Νεκρό, που συναντάται σε πολλά μέρη της Ευρώπης και θα πιθανώς έχει τις ρίζες του στην Αρχαία Αίγυπτο. Σε μια Ελλάδα, που λυμαίνεται από ζόμπι και μεταλλαγμένα ζώα, ένας νεαρός φεύγει από το νησί του για να έρθει στην Αθήνα και να αναζητήσει φάρμακα. Ενδιαφέρουσα σεναριακά, κυρίως γιατί μέχρι το τέλος, δύσκολα μπορεί να καταλάβει κανείς πού πηγαίνει η ιστορία, αλλά και λόγω της τοποθέτησής του σε post-apocalyptic πλαίσιο. Σχεδιαστικά, η Κουμάκη πειραματίζεται με τη γραμμή και τα υλικά, θέλοντας να δώσει ένα πιο τραχύ αποτέλεσμα και τα καταφέρνει σε μεγάλο βαθμό. Στο τέλος υπάρχει ένα επιμύθιο γραμμένο από τον Ben Haggarty, σεναριογράφο του Mezolith. Συνολικά, είναι ένα πολύ αξιόλογο κόμικ. Περιέχει σε μεγάλο βαθμό αυτά που ψάχνω σε μια συλλογή/ανθολογία σύντομων ιστοριών, τουτέστιν ποικιλία σε αφήγηση και σχέδιο, αλλά με παράλληλη ομοιογένεια των ιστοριών. Είναι, θεωρώ, μια από τις περιπτώσεις όπου η «αλλοίωση» των κλασικών παραμυθιών έχει κάτι να πει και δεν έγινε απλά γιατί το κλασικό πουλάει.
×
×
  • Create New...