Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags '2012'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Τίτλος Πρωτότυπου: Héraklès (Akileos, 2012-2015) Με λίγα λόγια: η ιστορία του Ηρακλή, του μεγαλύτερου ήρωα της ελληνικής μυθολογίας, των 12 άθλων του και διάφορων άλλων περιστατικών στη ζωή του, όχι όμως όλων. Καταρχάς, να ξεκαθαρίσω, ότι ο Εντουάρ Κουρ έχει κάνει πολύ καλή δουλειά στην έρευνα και ακολουθεί αρκετά πιστά τους μύθους, τουλάχιστον, από όσο μπόρεσα να καταλάβω. Εάν νομίζετε, ότι ξέρετε την ιστορία του Ηρακλή, να είστε προετοιμασμένοι/ες, ότι υπάρχουν πολλά πράγματα, που δεν ξέρετε, για αυτό και δεν θα θεωρήσω, ότι είναι όλα γνωστά και θα αποφύγω τα σπόιλερ. Δεύτερον, να επισημάνω / υπενθυμίσω, ότι χρησιμοποιεί το ελληνικό όνομα του ήρωα και σχεδόν όλων των χαρακτήρων, και όχι τη λατινική εκδοχή του, πόσο μάλλον τη γαλλική (Hercules / Hercule). Μάλιστα, στο μεγαλύτερο μέρος του κόμικ, ο ήρωας αναφέρεται με το όνοιμα της γενιάς του (Αλκείδης) και όχι ως Ηρακλής. Ο Ηρακλής του κόμικ δεν έχει καμία σχέση με τις εξευγενισμένες μορφές, που βλέπουμε συνήθως σε κόμικς, τηλεόραση, σινεμά ή εικονογραφήσεις. Είναι ένας αγριάνθρωπος με μια πυκνή γενειάδα και είναι απίστευτα βίαιος. Ο τρόπος, που κινείται και τρέχει και κάνει τεράστια άλματα, θυμίζει περισσότερο τον Χουλκ, παρά τον οποιοδήποτε μυθολογικό ήρωα. Επίσης, βρίζει συχνά: μια από τις αγαπημένες του λέξεις είναι "σκωρ". Κι όμως, δεν του λείπει το χιούμορ! Αλλά και οι θεοί δεν παρουσιάζονται καλόβολοι. Είναι ιπτάμενες σκιές, που εμφανίζονται, συνήθως για τον κατσαδιάσουν, όταν εκείνος παραβιάζει αυτά, που εκείνοι θεωρούν ιδιοκτησία τους. Όσο για τους βασιλιάδες, αυτοί, με λίγες εξαιρέσεις, κοιτάνε την πάρτη τους. Είναι σαφές από όλα αυτά, ότι το κόμικ απέχει παρασάγγας, από το να είναι ένα τυπικό, ψυχαγωγικό, εκπαιδευτικό κτλ. κτλ. κόμικ σχετικά με την ελληνική μυθολογία. Αντίθετα, είναι ένα κόμικ σχετικά με τη βία και το θάνατο, χωρίς όμως να είναι ένα βαθυστόχαστο ή απαισιόδοξο έργο. Ο Κουρ ξεκινά την αφήγηση κυριολεκτικά in medias res με τον Ηρακλή να εκτελεί τον πρώτο άθλο, που ήταν να σκοτώσει το λιοντάρι της Νεμέας. Δεν μας δίνει στην αρχή καμία πληροφορία για το πώς φτάσαμε ως εδώ, αυτά θα γίνουν μετά. Παρακολουθούμε τους 12 άθλους και παράλληλα, κάποια άλλα συμβάντα της ζωής του και ανακαλύπτουμε τα βάσανα, που έχει στην ψυχή του. Καθώς προχωρά το κόμικ, βλέπουμε το πόσο έχει ταλαιπωρηθεί στη ζωή του από τη ζήλια και το μίσος της Ήρας, που τον οδήγησαν στο σημείο να καταστρέψει κυριολεκτικά να καταστρέψει τη ζωή του, κάτι για το οποίο, ο δημιουργός μας προετοιμάζει από σχετικά νωρίς. Στο τέλος του κόμικ διαπιστώνουμε τη ματαιότητα των πάντων. Ο Ηρακλής ήθελε να γίνει δεκτός στον Όλυμπο, να τον δεχτούν οι θεοί και οι θεές ως ισάξιό τους και στην τελική, γιατί όχι; Καλύτερα ήταν τα άλλα νόθα τέκνα του Δία από εκείνον; Για αυτό και αναλαμβάνει τους 12 άθλους, αλλά η έχθρα της Ήρας δεν τον αφήνει σε ησυχία. Είναι καταραμένος, αλλά δεν είναι ποτέ πολύ συμπαθητικός. Θέλει να πείσει τον κόσμο, τους θεούς και τον εαυτό του, ότι του αξίζει μια θέση στο Πάνθεον, αλλά αυτή η επιλογή του θα καταστρέψει και τον ίδιον και πολλούς γύρω του, γιατί θα κάνει και κάποιες φρικαλέες πράξεις. Μια πολύ ενδιαφέρουσα, αν και όχι απόλυτα επιτυχημένη ανάγνωση του μύθου υπό μία σύγχρονη οπτική γωνία. Δεν ξετρελάθηκα με το κόμικ, αλλά είναι σίγουρα και ενδιαφέρον και διαφορετικό από τα συνηθισμένα - και όχι μόνο της θεματολογίας του. Το σχέδιο του Κουρ είναι ακριβώς όπως ο ήρωάς του: κάπως άτεχνο, αρκετά βίαιο και πολύ σκοτεινό σε κάποια σημεία. Αψηφά αρκετές φορές το παραδοσιακό στήσιμο των καρέ, φτιάχνει ορισμένες εντυπωσιακές συνθέσεις, έχει μια πετυχημένη σκηνοθεσία και καταφέρνει να μας μεταφέρει σε έναν πρωτόγονο κόσμο, όπου, δυστυχώς, οι ανθρώπινες ζωές έχουν μικρή ή ελάχιστη αξία. Αναγνωρίζω, όμως, ότι δεν είναι σχέδιο, που δεν ευχαριστεί το μάτι όλων (ούτε και το δικό μου). Το κόμικ κυκλοφόρησε αρχικά σε τρεις τόμους (2012, 2014, 2015) και μετά σε έναν συγκεντρωτικό (2016) στα γαλλικά και μετά εκδόθηκε σε ισάριθμους, σκληρόδετους τόμους στα αγγλικά μεταξύ των ετών 2018 και 2019. Ο πρώτος τόμος ήταν υποψήφιος για Eisner το 2019 στην κατηγορία "Best U.S. Edition of International Material", χωρίς να κερδίσει (έτσι ανακάλυψα κι εγώ το κόμικ). Οι αγγλικοί τόμοι, και υποθέτω και ο γαλλικοί, είναι περίπου 150 σελίδες ο καθένας και στο τέλος έχουν χάρτες και ευρετήριο ονομάτων, των χαρακτήρων, που εμφανίζονται σε κάθε τόμο. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική στο The Comics Journal Κριτική στο multiversitycomics
  2. Τα κόμικς επικοινωνούν με όλες τις τέχνες, δανείζονται στοιχεία από αυτές και δανείζουν επίσης. Το Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ επιχείρησε να προάγει αυτή τη συνομιλία μεταξύ των τεχνών τοποθετώντας τα κόμικς στο επίκεντρο. Το πέτυχε για 14 φορές. Διεκόπη απότομα το 2012. Ολοι εύχονται μια μέρα, κάποιον Σεπτέμβρη όπως πάντα, να επιστρέψει Τέτοιες μέρες, συνήθως τέλη Σεπτέμβρη, μέχρι πριν από λίγα χρόνια οι φίλοι των κόμικς («και όχι μόνο» για να θυμηθούμε το πολυφορεμένο μότο που εισήγαγε η Βαβέλ) περίμεναν με ανυπομονησία το ετήσιο Φεστιβάλ Κόμικς. Ηταν το πρώτο φεστιβάλ κόμικς τέτοιου μεγέθους και τέτοιας διάρκειας που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα. Ξεκίνησε το 1996 με τον υπέροχο τίτλο «Τα Γήινα και Φλογερά Χρώματα της Μεσογείου» και καλεσμένους ορισμένους από τους κορυφαίους Ευρωπαίους δημιουργούς: Francesco Tulio Altan, Daniele Brolli, Max Cabanes, Pablo Echaurren, Édika, Vittorio Giardino, Jacques de Loustal, Frank Margerin, Lorenzo Mattotti, Miguelanxo Prado, Philippe Vuillemin. Οι Ελληνες που συμμετείχαν ήταν ή φτασμένοι δημιουργοί ή καλλιτέχνες που μεγαλούργησαν τα επόμενα χρόνια: Διαμαντής Αϊδίνης, Αρκάς, Σπύρος Βερύκιος, Σπύρος Δερβενιώτης, Γιάννης Ιωάννου, Λέανδρος Κοκκόρης, Νίκος Κούρτης, Γιώργος Μπότσος, Δημήτρης Παπαϊωάννου, Φώτης Πεχλιβανίδης, Στάθης, Γιώργος Τραγάκης και οι πρόσφατα χαμένοι Γιάννης Καλαϊτζής και Χρήστος Δημητρίου. Εκείνη τη χρονιά συμπληρώνονταν 15 χρόνια από την πρώτη κυκλοφορία του περιοδικού Βαβέλ που συνέβαλε τα μέγιστα στη δημοσιοποίηση και τη διάδοση των κόμικς για ενήλικους στην Ελλάδα και γιορτάζονταν, επίσης σε ολόκληρο τον κόσμο τα «100 χρόνια των Κόμικς» με θεωρούμενη αφετηρία της ένατης τέχνης τη δημιουργία του εμβληματικού «Yellow Kid» από τον Richard Outcault το 1896 στις ΗΠΑ. Τον κατάλογο του φεστιβάλ προλόγιζε ο τότε δήμαρχος Αθηναίων, Δημήτρης Αβραμόπουλος, ενώ ο Γιώργος Σιούνας εκ μέρους των διοργανωτών έγραφε: «Πάνω απ’ όλα, όμως είναι η γιορτή, το πανηγύρι, το καρναβάλι. Ας αρχίσουν οι χοροί κι ας τους σύρουν οι δημιουργοί κι όσοι μας βοήθησαν σ’ αυτή τη δύσκολη προσπάθεια. Γιατί τα κόμικς είναι συμμετοχή και επαφή, είναι επικοινωνία και γλέντι. Καλώς ήρθατε στο μεγάλο γλέντι των κόμικς!» Από τότε οι άνθρωποι της Βαβέλ, η Νίκη Τζούδα, ο Γιώργος Σιούνας, η Εύη Τζούδα, η Βιβή Φωτοπούλου, η Παυλίνα Καλλίδου και οι φίλοι και συνεργάτες τους είχαν σκοπό να μετατρέπουν κάθε χρόνο, για λίγες αλλά γεμάτες ημέρες, το κέντρο της Αθήνας σε επίκεντρο των τεχνών με τα κόμικς να έχουν την πρώτη θέση, αλλά να μην είναι ποτέ μόνα τους. Γι’ αυτό και αντιμετώπιζαν το φεστιβάλ ως γιορτή. Ούτε ως ακαδημαϊκό συνέδριο, ούτε ως αποστειρωμένη έκθεση σε white cubes, ούτε ως μια συνάντηση των φανατικών των κόμικς και μόνο αυτών. Διαμόρφωναν το πρόγραμμα του φεστιβάλ που κάθε χρόνο μεγάλωνε με εκθέσεις, συναυλίες, θεατρικές παραστάσεις, κινηματογραφικές ταινίες, κινούμενα σχέδια, κουκλοθέατρο, performances, εικαστικές δράσεις, workshops, ομιλίες, βιβλιοπαρουσιάσεις κ.α. Πολλοί τους κατηγόρησαν γιατί, λέει, δεν έκαναν ένα αμιγές φεστιβάλ κόμικς αλλά ένα πολυσυλλεκτικό πανηγύρι. Μα αυτός ήταν ο στόχος τους. Και τον πέτυχαν προσελκύοντας δεκάδες χιλιάδες επισκέπτες κάθε χρόνο. Και πάντα με ελεύθερη είσοδο (με εξαίρεση την τελευταία χρονιά που υπήρχε ένα συμβολικό αντίτιμο εισόδου λόγω αυξημένων εξόδων ελέω κρίσης). Ολα αυτά τα χρόνια παρευρέθηκαν στο φεστιβάλ ως καλεσμένοι, παρουσιάζοντας έργα τους και συνομιλώντας με το κοινό κορυφαίοι δημιουργοί κόμικς από ολόκληρο τον κόσμο: ο μετρ της επιστημονικής φαντασίας Moebius, ο Gilbert Shelton, δημιουργός των «Freak Brothers» και εκ των θεμελιωτών των underground κόμικς, ο πατέρας της «Μαφάλντα», Quino, ο εναλλακτικός Kaz, ο καταγραφέας του γιουγκοσλαβικού πολέμου Aleksandar Zograf, ο δημιουργός του «Luther Arkwright», Bryan Talbot, ο Jeff Smith με το «Bone», oι σκοτεινοί Max Andersson και Thomas Ott, ο Peter Kuper και ο Seth Tobocman με τα αντιπολεμικά κόμικς τους, ο Jordi Bernet, σχεδιαστής του «Torpedo», ο Liberatore του «RanXerox», ο Ralf König με το αυτοσαρκαστικό χιούμορ, η Marjane Satrapi με το αυτοβιογραφικό «Persepolis», ο José Muñoz, εκφραστής του σύγχρονου μετανουάρ, ο Brent Anderson που έδωσε μορφή στο «Astro City» του Kurt Busiek και αμέτρητοι ακόμα που έδωσαν το «παρών» στο Γκάζι (με εξαίρεση το 2002 που το φεστιβάλ πραγματοποιήθηκε στο Αλσος Στρατού στου Γουδή και το 2012 που έλαβε χώρα στη Διπλάρειο Σχολή). Κοντά σε αυτούς εξέθεσαν έργα τους και παρουσίασαν τις δουλειές τους δεκάδες Ελληνες δημιουργοί, αλλά και πολλές δημιουργικές ομάδες απ’ όλο τον κόσμο όπως η L’ Association, η Ultrapop, το Stripburger κ.α. Στη μνήμη όλων, όσοι επισκέπτονταν τακτικά το φεστιβάλ, δεν μπορεί φυσικά να μην έχει μείνει χαραγμένη η «κατάρα» των ημερών του Σεπτεμβρίου. Σχεδόν κάθε χρόνο, λίγο πριν ή κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ κάτι φοβερό γινόταν: ο μεγάλος σεισμός της Αθήνας το 1999, τα γεγονότα της 11ης Σεπτεμβρίου το 2001, ημέρα έναρξης του 6ου φεστιβάλ, καταρρακτώδεις βροχές σχεδόν κάθε χρόνο, διακοπές ρεύματος, όλα τα δεινά μαζί. Αλλά οι άνθρωποι του φεστιβάλ δεν πτοήθηκαν ποτέ. Παρά τις οικονομικές δυσκολίες και τη στενότητα, που γινόταν ασφυκτική τα τελευταία χρόνια, το φεστιβάλ τα κατάφερε πολύ καλά. Εδειξε στην πράξη πώς μπορεί να διοργανωθεί ένα γεγονός τεράστιας κλίμακας με λίγα μέσα αλλά πολύ μεράκι και πολλή αγάπη από φίλους, γνωστούς και καλλιτέχνες. Εστρωσε, επίσης, τον δρόμο σε άλλα φεστιβάλ που ακολούθησαν και διαδέχτηκαν τη Βαβέλ, έστω και σε άλλο ύφος, με άλλους στόχους και, πιθανώς, με διαφορετική σύνθεση κοινού. Είναι αδιανόητο ότι σήμερα, ένα τόσο επιτυχημένο φεστιβάλ με ζωή 16 ετών δεν υπάρχει πια, πληρώνοντας, όπως τόσα και τόσα πολιτιστικά γεγονότα, το μάρμαρο της ελεεινής οικονομικής κατάστασης της χώρας. Ποτέ δεν είναι αργά, όμως, για μια νέα αρχή. Είναι βέβαιο ότι το κοινό, σαφώς πολυπληθέστερο από ό,τι το 1996, θα αγκαλιάσει και πάλι αυτή τη γιορτή και θα γίνει μέρος της όπως και τις 14 προηγούμενες φορές. Οι τίτλοι των 14 φεστιβάλ 1ο: Τα Γήινα και Φλογερά Χρώματα της Μεσογείου (1996) 2ο: Πόλεις (1997) 3ο: Από τη Σιωπή στην Εκρηξη – Ο Ηχος στα Κόμικς (1998) 4ο: Η Μνήμη του Μέλλοντος (1999) 5ο: Χα! (2000) 6ο: Φυγή (2001) 7ο: Το Αλλο Μισό του Ουρανού (2002) 8ο: Μακρινά Ταξίδια (2003) 9ο: System Terror (2004) 10ο: Αόρατοι (2005) 11ο: Ονειρο... Ισως (2006) 12ο: Αστικοί Μύθοι (2007) 13ο: 13 (2009) 14ο: Αντοχή Υλικών (2012) Πηγή
  3. Τίτλος πρωτότυπου: Un peu de bois et d'acier (Vents d'Ouest, 2012) Ένα παγκάκι σε ένα πάρκο... Δύο έφηβοι, ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Το αγόρι σκαλίζει με ένα σουγιά ένα Ι ♥ U στο παγκάκι και κόβει το χέρι του. Τα παιδιά φεύγουν. Ένα αδέσποτο σκυλί έρχεται, μυρίζει το παγκάκι, ουρεί, φεύγει. Ένας άνδρας πηγαίνει στη δουλειά του κάθε μέρα, περνάει από το παγκάκι, μετά επιστρέφει, αλλά ποτέ δεν κάθεται. Ένα ηλικιωμένο ζευγάρι κάθεται στο παγκάκι, έχουν μαζί τους κάτι να φάνε, ο άνδρας βγάζει ένα σουγιά και το κόβει στη μέση. Ένας σκεϊτάς κάνει σκέιτμπορντ χρησιμοποιώντας το παγκάκι για πίστα. Ένας άνδρας παίζει μουσική, αλλά δεν του δίνει κανείς τίποτα. Ένας άλλος άνδρας πηγαίνει με ένα μπουκέτο λουλούδια, κάθεται, αλλά δεν έρχεται κανείς/καμιά. Ένας άστεγος προσπαθεί να κοιμηθεί πάνω στο παγκάκι, αλλά ο αστυνόμος τον διώχνει συνέχεια. Ο επιστάτης του πάρκου περνάει και βάφει το παγκάκι. Οι μέρες περνάνε, το ίδιο και οι εποχές. Το παγκάκι μένει στη θέση του και υποδέχεται όλους αυτούς τους ανθρώπους και άλλους πολλούς. Καθένας και καθεμιά έχει τη δική του προσωπική ιστορία να αφηγηθεί, άλλες είναι κοινότοπες, άλλες τραγικές. Κάποιες θα λήξουν αναμενόμενα, άλλες όχι. Η ζωή όμως πάντα συνεχίζεται. Και το παγκάκι θα είναι ο σιωπηλός μάρτυρας μιας καθημερινότητας και θα παραμείνει μάρτυρας ακόμη και μετά το τέλος. Γιατί ακόμα και τα παγκάκια έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής... Ένα πολύ ωραίο κόμικ, από τον Κριστόφ Σαμπουτέ (Alone), ο οποίος χωρίς καθόλου λόγια, παρά μόνο με το εκφραστικό του σχέδιο, μας δίνει μια εικόνα της καθημερινότητάς μας, που πολλοί από εμάς προσπερνάνε. Οι ζωές πολλών ανθρώπων διασταυρώνονται σε ένα φαινομενικά ασήμαντο σημείο, γύρω από ένα ευτελές αντικείμενο, από "ένα κομμάτι από ξύλο και ατσάλι" όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος του κόμικ, που όμως έλκει τόσους πολλούς ανθρώπους (και όχι μόνο) και για λίγο γίνεται το κέντρο της ζωής τους. Οι άνθρωποι αλλάζουν, εξελίσσονται καθώς κυλά ο χρόνος, είτε το θέλουν, είτε όχι. Κάποιες ιστορίες συγκλίνουν άλλες τελειώνουν. Κάποιες είναι προβλέψιμες, κάποιες όχι, κάποιες ίσως φανούν και λίγο γλυκερές, αλλά όλες είναι ανθρώπινες, απλές, καθημερινές, επειδή το κόμικ διαπνέεται από έναν πνεύμα αισιοδοξίας. Η ζωή πάντα συνεχίζεται, έστω και με έναν άλλο τρόπο, έστω και με μια άλλη μορφή. Και όλα αυτά τα παρατηρεί και τα σχολιάζει ο Σαμπουτέ με την ευρηματική χρήση των πλάνων του και με τον τρόπο, που επιλέγει να παρουσιάσει τα καρέ, για να μας δείξει μια οπτική γωνία, που κάθε φορά αλλάζει και συλλαμβάνοντας αυτή τη φευγαλέα, ίσως, στιγμή, που αποκαλύπτει τόσα πολλά... Ωραίο κόμικ, πολύ πρωτότυπο, αξίζει να το διαβάσετε. Εκδόθηκε στα αγγλικά σε μια πολύ ωραία έκδοση από τη Faber & Faber το 2017 (τουλάχιστον αυτή είναι η έκδοση, που έχω εγώ) και έγινε και ταινία μεσαίου μήκους. Αξίζει τον κόπο να το ανακαλύψετε κι εσείς. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική από το comicsbeat.com Κριτική από το comicartfestival.com Κριτική από το panelsarewindows.wordpress.com
  4. Ένας έφηβος αυτοκτονεί. Μόλις 6 μήνες πριν, είχε αυτοκτονήσει ένας φίλος του. Η ασυνομία δεν βρίσκει τίποτα ύποπτο. Η υπόθεση φτάνει στα χέρια του Oxel Karnhus. Ενός ιδιωτικού αστυνομικού, κλεισμένου στον εαυτό του, περνάει τις ημέρες του μέσα στο ουίσκι, τα τσιγάρα και τις πόρνες. Και αυτό γιατί πάσχει από μεγαλακρία, γινόμενος έτσι μονίμως θύμα bullying και κοροϊδιών. Κάτι θα βρει σε αυτή την ιστορία ο Oxel, κάτι που θα του θυμίσει τον εαυτό του. Και ενώ όλοι και όλα του λένε να παρατήσει την υπόθεση, εκείνος συνεχίζει. Και το τέλος, όσο μη αναμενόμενο είναι, τόσο τραγικό και μάταιο εμφανίζεται. Από τα κόμικς που δεν ξέρω πότε και γιατί βρέθηκαν στη βιβλιοθήκη μου. Και πιθανό να μην το είχα ανοίξει ποτέ, αν δεν γινόταν μια αναφορά από τον @The Fists Of Stan Lee (λάθος, από τον @zade). Και διαβάζοντας το, για άλλη μια φορά σκέφτηκα, πως μπορείς να βρεις διαμαντάκια στο πουθενά, όσο μικρά και αδιάφορα φαίνονται πριν βουτήξεις μέσα τους. Βεβαίως, ο John Arcudi που γράφει το σενάριο, είναι πολύ καλός, και θα έπρεπε να το έχω φανταστεί ότι και εδώ θα ήταν καλός. Γενικώς εδώ δεν γράφει πολλά, αφήνει κυρίως να μιλήσουν η ατμόσφαιρα και ο βαρύς ψυχισμός του πρωταγωνιστή. Ενός πρωταγωνιστή, ουσιαστικά απόκληρου από την κοινωνία, κάνοντας έτσι βαρύ και ασήκωτο το στίγμα της διαφορετικότητας και του μιάσματος του οποίου μπορεί να νιώθουν τα άτομα τα οποία δεν είναι ίδια, σωματικά και μη, με την πλειοψηφία. Η κλιμάκωση του δράματος και το τραγικό τελείωμα του, είναι αφόρητα ρεαλιστικό, αλλά και πολύ απλό. Τόσο που δεν το περίμενα σε καμιά περίπτωση, και τόσο που, επειδή δεν στο ομορφαίνει, δεν στο πλασάρει σαν κάτι άλλο, δεν σε προετοιμάζει καθόλου, είναι αποστομωτικά εκμηδενιστικό. Τρομερά καλοφτιαγμένο μέσα στη λιτότητα του, σε αφήνει εκεί που πρέπει να σε αφήσει, με τις σκέψεις σου να αιωρούνται. Στο σχέδιο έχουμε τον Jonathan Case, με μια καρτουνίζουσα αισθητική, η οποία δεν προσθέτει και πολλά στην ιστορία. Δεν αφαιρεί πάντως, κινείται σε ασφαλή μονοπάτια. Σε τόνους του γκρι και του μπλε οι περισσότερες σελίδες, με διακριτικό χρώμα στα flashbacks και έντονο κόκκινο για το αίμα. Γενικά δεν προσφέρει κάτι ιδιαίτερο, στο σενάριο πατάει όλο το κόμικ. 4 τευχάκια και ένα τεύχος 0, μαζεύτηκαν σε ένα όμορφο σκληρόδετο τομάκι κανονικού μεγέθους. Προφανώς και δεν σας αλλάζει τη ζωή, αλλά είναι αρκετά αξιόλογο και σκληρό. Αξίζει να ασχοληθείτε. Και σαν bonus, τα εξώφυλλα που έκαναν ο Frank Miller και ο Mike Mignola για τη σειρά.
  5. Ο Zerocalcare είναι ένας από τους πιο σημαντικούς δημιουργούς της σύγχρονης ιταλικής σκηνής, γνωστός (τουλάχιστον εκτός της χώρας του) για το Kobane Calling, ένα κόμικ-ταξίδι στην δοκιμαζόμενη Συρία. Πριν από αυτό, όμως, είχε δημιουργήσει κόμικς εξίσου αξιόλογα. Ένα από αυτά είναι το Tentacles at my Throat ή, στα ιταλικά, Un Polpo alla Gola. Το ξεκίνησα νομίζοντας ότι είναι μια περιπέτεια ενηλικίωσης με στοιχεία του φανταστικού. Λάθος, εν μέρει, γιατί όντως είναι μια ιστορία ενηλικίωσης. Πρόκειται, όμως, για ένα αυτοβιογραφικό κόμικ; Μάλλον ναι, ωστόσο δεν γνωρίζω τι ποσοστό όσων διάβασα στις σχεδόν 200 σελίδες συνέβη πραγματικά και τι όχι. Όπως κι αν έχει, ο Zerocalcare μας διηγείται μια ιστορία που έχει τις ρίζες της στα παιδικά του χρόνια. Τότε που η φαντασία οργίαζε και κάθε σχολικό διάλειμμα μπορούσε να μετατραπεί σε περιπέτεια. Που το Καλό και το Κακό αντιπροσωπεύονταν από τον He-Man και τον Darth Vader αντίστοιχα (ε, και μεταξύ μας, ποιος δεν θα πειθόταν από την επιβλητική φωνή του Σιθ;). Που η άρνηση ήταν η λύση σε κάθε κατηγορία των μεγάλων. Ναι, αλλά ποια είναι τέλος πάντων η ιστορία; Θα προτιμήσω να μην γράψω κάτι για την πλοκή και φυσικά ούτε για τα πλοκάμια του τίτλου. Από τα πρώτα κιόλας καρέ, καταλαβαίνει κανείς ότι ο Zerocalcare έχει αυτό το κάτι. Δεν είναι το σχέδιο. Το οποίο, ναι μεν είναι ζωηρό και ταιριαστό, αλλά όχι ραφιναρισμένο. Ούτε η ιστορία αυτή καθαυτή, που είναι αναμφίβολα ενδιαφέρουσα. Είναι ο (γρήγορος αλλά όχι κουραστικός) ρυθμός, η αφήγηση (που σε ρουφάει αμέσως), το (ενήλικα παιδικό) χιούμορ και οι (πανέξυπνοι) συμβολισμοί. Θεωρώ ότι το Tentacles at my Throat ανήκει σε μια κατηγορία κόμικς τα οποία, παρότι δεν θα χαρακτηρίζονταν εύκολα ως αριστουργήματα, είναι εξαιρετικά πολυεπίπεδα και σου προκαλούν έντονα συναισθήματα. Αν αυτοαποκαλείστε εραστές της 9ης τέχνης, διαβάστε το. Αν δεν είστε τόσο φαντασμένοι και απλώς σας αρέσουν τα αυτοβιογραφικά/slice-of-life κόμικς με καρτουνίστικο σκίτσο, ε τότε το Tentacles at my Throat είναι για εσάς. Μερικά milestones του κόμικ: Κυκλοφόρησε στα ιταλικά το 2012, από την BAO Publishing. Οι δύο πρώτες εκδόσεις (συνολικά πάνω από 10.000 αντίτυπα) ξεπούλησαν από προπαραγγελίες! Το 2013 κέρδισε το Βραβείο Attilio Micheluzzi Καλύτερου Κόμικ. Μεταφράστηκε στα αγγλικά από την Europe Comics το 2018. Παρουσιάστηκε στο comicstreet.gr
  6. Όλοι σχεδόν οι υπερήρωες ζούνε μία διττή ζωή. Το πρωί ντύνονται με spandex στολές και μοιράζουνε μπούφλες σε γήινους (ή και όχι) villains και ύστερα επιστρέφουν στην πραγματικότητά η οποία πολλές φορές μόνο ηρωική δεν είναι. Από αυτό δε θα μπορούσε φυσικά να εξαιρεθεί ο Clint Barton (γνωστός και ως Hawkey) ο ίσως πιο παρεξηγημένος Avenger που πέρασε ποτέ από την ομάδα. Ο Clint λοιπόν καταλήγει ξαφνικά μέσα από μία σειρά γεγονότων να γίνετε ξαφνικά ιδιοκτήτης της πολυκατοικίας της οποίας διαμένει και ο ίδιος όταν η ρωσική μαφία απειλή με έξωση τους ένοικους του κτιρίου. Όμως θα βρεθεί αντιμέτωπος με κάποιους καινούργιος εχθρούς ενώ ταυτόχρονα θα πρέπει να παλέψει για να μην απομακρύνει όλους τους ανθρώπους για τους οποίους νοιάζεται στην καθημερινότητά του. Όταν ακούμε για αριστουργηματικά runs στο mainstream υπερηρωικό είδος οι περισσότεροι (αν όχι όλοι από εμάς) σκεφτόμαστε αυτή την ιστορία. Πράγματι το Hawkeye είναι μία από τις καλύτερες ιστορίες της Marvel τουλάχιστον από τον 21ο αιώνα και μετά πράγμα πολύ περίεργο αν αναλογιστεί κανείς ότι ο αρχικός σκοπός αυτής η σειρά δημιουργήθηκε λόγω του ότι ο Hawkeye έκανε την εμφάνισή του στο σχετικά πρώιμο τότε MCU. Η σειρά βγήκε την ίδια χρονιά βλέπετε με την πρώτη ταινία των Avengers στους κινηματογράφους και όπως ήταν φυσικό η Marvel τότε έβγαζε αβέρτα κόμικς με όλους τους πρωταγωνιστές της ταινίας. Να που όμως αυτό το κόμικ κατάφερε να ξεφύγει από ένα απλό cash-grap της εκδοτικής και να γίνει μία από τις πιο όμορφες και ανθρώπινες ιστορίες του υπερηρωικού είδους. Το γράψιμο του Fraction στην ιστορία είναι εξαιρετικό. Καταφέρνει να εξισορροπήσει τέλεια τις δύο ζωές του Clint δείχνοντας μας έτσι τον άνθρωπο πίσω από τον ήρωα. Βλέπουμε τον Hawkeye να έρχεται αντιμέτωπος με καθημερινά (και με κάποια όχι και τόσο καθημερινά) προβλήματα απομακρυσμένα από τις υπερβολές που διακατέχουν το είδος. Φυσικά δράση υπάρχει και μάλιστα μπόλικη αλλά μαζί υπάρχει και μπόλικο χιούμορ αλλά και κάποιες απίστευτα συγκινητικές και όμορφες στιγμές. Βλέπουμε τον Clint να νιώθει μειονεκτικά δίπλα στους υπεράνθρωπους συντρόφους του αλλά και πως ο ίδιος καταφέρνει να είναι πάντα ένας καλός και ταπεινός ήρωας ο οποίος θα κοιτάξει πάντα το καλό των συνανθρώπων του. Βλέπουμε ακόμα και τη σχέση του με την Kate Bishop που μετέπειτα θα πάρει αυτή το ρόλο του Hawkeye και που σε αυτή την ιστορία κάνει ακόμα τα πρώτα της βήματα. Επίσης εξαιρετική δουλεία γίνετε και στον τομέα του σχεδίου από τον εξαιρετικό David Aja. Το συγκεκριμένο δίδυμο είχε δουλέψει και προηγουμένως μαζί στην ιστορία The Immortal Iron Fist και αποδεικνύουν περίτρανα ότι η ομάδα που δεν αλλάζει δε χάνει. Το σχέδιο του Aja είναι καρτουνίστικο τονίζοντας ιδιαίτερα της κωμικές σκηνές χωρίς όμως να φοβηθεί να γίνει βίαιο και γραφικό σε πολλά σημεία. Ο Aja δε φοβάται να σπάσει τις νόρμες των mainstream κόμικ δημιουργώντας περίεργα καρέ που δίνουν έμφαση στην κίνηση αλλά και πολύ ζωντναό ρυθμό κάνοντας τον αναγνώστη να μην μπορέσει να βαρεθεί ούτε για ένα λεπτό. Η σειρά αποτελείτε συνολικά από 22 τεύχη και 1 Annual και οι βαρετές του στιγμές είναι ελάχιστες. Το πιο σημαντικό όμως είναι ότι η ιστορία αποτελεί και ένα άτυπο origin του Hawkeye επομένος μπορεί να διαβαστεί πανεύκολα και από καινούργιους αναγνώστες της Marvel. Δεν είναι τυχαίο που οι μετέπειτα ιστορίες του συγκεκριμένου ήρωα (όπως το πρόσφατο Hawkeye: Freefall) κάνουν αναφορές στο συγκεκριμένο αυτό run καθώς είναι μία ιστορία πολύ αγαπημένη από όλους τους αναγνώστες κόμικς και μία από τις ελάχιστες ιστορίες που δεν έχω βρει ούτε ένα άτομο να μου λέει ότι δεν πέρασε καλά διαβάζοντας αυτή την ιστορία. Και είναι πολύ όμορφο να βλέπουμε ότι ακόμα και τα υπερηρωικά κόμικς μπορούν να μας δώσουν ανθρώπινες ιστορίες.
  7. One-Punch Man / One Punch-Man MAL Status: ongoing Author: ONE Artist: Yusuke Murata Volumes: ? Chapters: ? Serialization: Tonari no Young Jump Run: 14/6/12 – ??? Το One Punch Man είναι ένα περίεργο διαμαντάκι. Ξεκίνησε ως webcomic από τον ONE, του οποίου την αληθινή ταυτότητα δεν γνωρίζουμε, και έγινε πολύ γνωστό. Έτσι, το 2012, ξεκίνησε επίσημα η συνεργασία του ONE με τον Yusuke Murata, έναν από τους καλύτερους σύγχρονους σχεδιαστές μάνγκα, για να κάνουν ένα serialization, ξεκινώντας από την αρχή με επανασχεδιάσεις των κεφαλαίων του webcomic και κανονικά τη συνέχεια από εκεί και πέρα. Έτσι, το webcomic και το μάνγκα μοιράζονται στην αρχή την ίδια πλοκή. Τώρα, ας μιλήσουμε για την κεντρική ιδέα του έργου. Σε έναν κόσμο όπου οι ήρωες μπαίνουν σε κατατάξεις C, B, A και S με βάση τις ικανότητές τους και απολαμβάνουν τα αντίστοιχα προνόμια (ή κατακραυγή), ο Saitama είναι ένας άνδρας που είναι ικανός να καταστρέψει κάθε τέρας που απειλεί τον κόσμο με μια μοναδική μπουνιά, έχοντας κάνει για τρία χρόνια εκπαίδευση (100 καθίσματα, 100 πους απς, 100 κοιλιακούς και τρέξιμο δέκα χιλιομέτρων κάθε μέρα). Το τίμημα; Καράφλιασε. Το One Punch Man είναι σε μεγάλο μέρος (στην αρχή τουλάχιστον) παρωδία όλων των υπερηρωικών κόμικ/μάνγκα που αρέσκονται να παρουσιάζουν έναν υπερβολικό κόσμο. Ουσιαστικά, σατιρίζει μερικά από τα γνωστά tropes τέτοιων έργων με μεγάλη επιτυχία. Παρολ'αυτά, αυτό δεν το σταματάει από το να έχει κι αυτό εξαιρετικές μάχες και σκηνές δράσης. Με λίγα λόγια, το One Punch Man ξεκινά ως παρωδία με φανταστικό σχέδιο και σκηνές που βράζουν το αίμα. Τέλεια συνταγή! Είναι, όμως, ενδιαφέρον να σχολιάσουμε την εξέλιξή του, διότι, παρά το γεγονός ότι θέλει να βαπτίζεται ως παρωδία, το One Punch Man σταδιακά αποκτά μια ιστορία που είναι αρκετά σοβαρή, ξεφεύγοντας από τα πλαίσια της σάτιρας (διατηρεί πάντως το χιούμορ του). Αυτό σημαίνει πως, αυτό που το στόρι αρχικά "κορόιδευε" , καταλήγει και να γίνει, χωρίς να σημαίνει ότι είναι κακό που συνέβη. Αντιθέτως, θα έλεγα, η ιστορία είναι πολύ καλή, κλιμακώνεται όμορφα, έχει ορισμένες πολύ δυνατές σκηνές και δείχνει αρκετά ρεαλιστικά πώς πιθανότατα θα ήταν μια κοινωνία με τυποποιημένους ήρωες που δουλεύουν ουσιαστικά για το κράτος, αλλά και για τις διαφθορές, τα ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι ίδιοι οι ήρωες στη δουλειά τους, την κατακραυγή που δέχονται και, τέλος, τους λόγους που ο Saitama είναι αντίθετος σε αυτό το σύστημα, μα εν τέλει αναγκάζεται να συμμετάσχει σε αυτό. Απλώς το μάνγκα αλλάζει ύφος και περνά από επεισοδιακές κωμικές καταστάσεις σε μια μακροσκελή ιστορία με μπόλικη δράση και νέους χαρακτήρες. Τέλος, κάτι που βρίσκω κάπως κωμικό, μα συνάμα και χαριτωμένο, είναι το γεγονός πως φαίνεται ότι ο ONE αγαπά τους χαρακτήρες του, σε σημείο που ποτέ κανένας δεν πεθαίνει. Μπορεί να φάνε το ξύλο της ζωής τους, μπορεί ειλικρινά να υποφέρουν, αλλά δεν πρόκειται να πεθάνουν, σε όσο κακή κατάσταση κι αν είναι. Ενώ αυτή η μεταχείριση των χαρακτήρων είναι σύνηθες φαινόμενο στα media, προφανώς, στο One Punch Man κάνει πολύ μεγάλο μπαμ, σε σημείο γελοιότητας! Ωραίο πουσάρισμα για να πω και πως οι χαρακτήρες είναι, σε μεγάλο βαθμό, συμπαθέστατοι! Με λίγα λόγια: φοβερό στόρι, πολύ αστείο χιούμορ, καλή παρωδία, τρελό σχέδιο, απίθανο action και εντυπωσιακό στήσιμο. Το One Punch Man καθήλωσε με το anime adaptation που του έκαναν, επειδή το animation ήταν ειλικρινά τρομερά ποιοτικό. Το μάνγκα επίσης δεν απογοητεύει! Διαβάστε άφοβα!
  8. Θα πίστευε ποτέ κανείς ότι το αστικό λεωφορείο, αυτό το τόσο βαρετό αλλά απαραίτητο στοιχείο της καθημερινότητας όσων δεν έχουν δικό τους όχημα, θα μπορούσε να αποτελέσει πηγή έμπνευσης ενός από τα πετυχημένα comic strips; O Αμερικάνος Paul Kirchner, συγγραφέας με μόλις 6 κόμικς στο καταστατικό του (τον συναντήσαμε στο εξίσου πανέξυπνο Hieronymus & Bosch) δούλεψε στο ιστορικό περιοδικό κόμικς Heavy Metal την περίοδο 1979-85 δημοσιεύοντας την σειρά "The Bus", μια άκρως σουρεαλιστική σειρά στριπ με πρωταγωνιστή ένα λεωφορείο. Η Ballantine μάζεψε τα στριπ σε μια έκδοση το 1987 η οποία εξαντλήθηκε μέσα σε μερικές εβδομάδες. Μέχρι το 2012 όσοι τα έψαχναν έπρεπε να συμβιβαστούν ή με πανάκριβα αντίτυπα ή με σκαναρίσματα ώσπου ήρθε η Tanibis και έκανε την πρώτη επανέκδοση. Αφορμή για αυτό αποτέλεσε και η συνέχιση της σειράς από τον Kirchner με νέα στριπς τα οποία βγήκαν από την ίδια εκδοτική ως "The Bus 2" (αν και από πολλούς θεωρούνται αρκετά κατώτερα των πρώτων). Μιλάμε για απίστευτο διαμαντάκι. Είναι πανέξυπνο, αυθεντικά σουρεάλ και τρομερά καλοστημένα τα καρέ και η αλληλουχία τους. Κάποια στριπς είναι γραμμικά, κάποια διαγώνια, κάποια κυκλικά και επιστρέφουν στην αρχή..είναι εξαιρετικό. Αξίζει φουλ μια και δύο αναγνώσεις για το πως εξερευνά το μέσο των κόμικς και το εκμεταλλεύεται άριστα.
  9. Όταν σε λένε Φρανκ Μίλερ, και έχεις καταφέρει να ανανεώσεις τον χαρακτήρα του Μπάτμαν, καθώς και να συνδέσεις για πάντα το όνομα σου με τον χαρακτήρα του Daredevil, σαν να τον είχες δημιουργήσει εσύ, έχεις κάνει και ένα πέρασμα ως σεναριογράφος στο Χόλιγουντ, έχεις γενικά φτάσει σε επίπεδα σούπερ σταρ στον χώρο των κόμικς και δεν έχεις να αποδείξεις τίποτα, αλλά παρόλα αυτά έχεις θέματα και να βγάλεις από μέσα σου και επιρροές από τις ταινίες νουάρ και δημιουργούς όπως ο Will Eisner και ο Bernard Krigstein να επιμένουν στο να βρουν έδαφος για να εκδηλωθούν, το αποτέλεσμα δεν μπορεί παρά να είναι το Sin City, μια πόλη που κανείς δεν είναι αθώος ή άσπιλος, αλλά οι καλοί ξεχωρίζουν από τους εντελούς σάπιους από το υποτυπώδη κανόνα ηθικής και αλληλοσυμπαράστασης που φροντίζουν να ακολουθούν. Επίσης δεν μπορεί παρά να είναι δική σου ιδιοκτησία, για να δείξεις τα πράγματα όπως ακριβώς θες εσύ. Και ακριβώς αυτό είναι το Sin City, μια σπουδή στο νουάρ και τον αρνητικό χώρο της σελίδας, στις εμμονές του Μίλερ και στην σκληρή αγάπη του για τους χαρακτήρες, ένα μέσο για να γίνει όσο τραχύς ή τρυφερός θέλει να γίνει, χωρίς φόβο αλλά πάρα πολύ πάθος, το οποίο καθορίζει τις πράξεις και τις αντιδράσεις των πρωταγωνιστών του κάθε τόμου, έρμαια της μοίρας τους. Άλλο ένα χαρακτηριστικό της είναι τα χρονικά μπρος-πίσω, πράγμα που επιτρέπει σε προγενέστερους χαρακτήρες να ξανακάνουν την εμφάνιση τους, χτίζοντας έτσι μια μεγάλη μετά-αφήγηση, η οποία εμπλουτίζει την αφανή πρωταγωνίστρια της σειράς, την αμαρτωλή πόλη, η οποία λειτουργεί σαν φαρμάκι στην ψυχή των κατοίκων της. Και φυσικά υπάρχουν τα σποραδικά χρώματα της τότε συζύγου του Μίλερ της Λυν Βάρλεϊ, η οποία κάνει την δική της συμβολή σε καρέ και σελίδες που χρειάζεται να δώσει ο αναγνώστης προσοχή. Η σειρά πρωτοεμφανίστηκε στις σελίδες του Dark Horse Presents τον Απρίλιο του 1991, και ολοκληρώθηκε μετά από 13 τεύχη, τον Ιούνιο του 1992. Έκτοτε, βγήκαν άλλες έξι περιπέτειες, από τις οποίες, με εξαίρεση το Αξίες Οικογένειας (Family Values) που βγήκε κατευθείαν ως Graphic Novel, όλες οι υπόλοιπες είχαν βγει αρχική ως τευχάκια και μέρη ανθολογίων, πριν βγουν σε τόμους. Η σειρά ευτύχησε να γίνει η πιο πιστή μεταφορά κόμικ στην οθόνη, ήδη θρυλική πριν την ανακαλύψει το Χόλιγουντ. Υπό άλλες συνθήκες, αυτή θα ήταν και αφορμή για κάποιον εκδότη για να την μεταφράσει στην γλώσσα μας, αλλά σε αυτή την περίπτωση είχε μεριμνήσει ήδη η Μαμούθ Κόμιξ, η οποία ξεκίνησε την σειρά από το 1998, βγάζοντας τους 2 πρώτους τόμους, το Αμαρτωλή Πόλη και το Η Κυρία Θέλει Φόνο. Το 1999 έβγαλε τον τρίτο φόνο, το Το Μεγάλο Ξεπάστρεμα και κάπου εκεί ξεκίνησα να αγοράζω τους τόμους και εγώ, με την πληροφορία που είχα πάρει τότε να λέει πως ο πρώτος τόμος είχε ήδη βγει σε δεύτερη έκδοση. Κανονικά κάπου εκεί θα είχε σταματήσει η κυκλοφορία, καθώς δεν πρέπει να πήγαν τόσο καλά όσο θα ήθελαν οι πωλήσεις των επόμενων τόμων, αλλά η έλευση της ταινίας το 2005, έκαναν το όνομα του Μίλερ εμπορεύσιμο και σε ένα πιο κάζουαλ κοινό, οπότε, 2-3 μήνες μετά την κυκλοφορία της, η Μαμούθ συνέχισε και με το τέταρτο τόμο, το Αυτός ο Σάπιος Μπάσταρδος. Μέσα στο 2007 επανακυκλοφόρησαν μάλιστα οι 4 πρώτοι τόμοι, με τον σχεδιασμό που επιμελήθηκε ο Chip Kidd και οι συνεργάτες του για την Αμερικάνικη αγορά το 2005, ένας σχεδιασμός που στόχευε στην ομοιογένεια στο ράφι/βιβλιοθήκη του συλλέκτη και που περιλάμβανε και ένα συνεκτικό σχέδιο στην ράχη των 7 τόμων, κάτι που φυσικά μπορούσε να γίνει μόνο με την γνώση πως η σειρά μάλλον έχει ολοκληρωθεί και δεν σχεδιάζει συνέχειες ο δημιουργός. Κατά την επανέκδοση, ο υπότιτλος του πρώτου τόμου άλλαξε στο Το Δύσκολο Αντίο (Αμαρτωλή Πόλη). Τον Νοέμβριο του 2007, λίγους μήνες μετά την επανέκδοση της σειράς, βγήκε και ο πέμπτος τόμος, το Αξίες Οικογένειας και ο έκτος, με τον τίτλο Πιστόλια, Πουτάνες και Ποτά τον Ιούνιο του 2008... και κάπου εκεί σκάλωσε η σειρά πάλι, φαινομενικά για πάντα, παρόλο που η Μαμούθ είχε καταχωρήσει ήδη από την κυκλοφορία του πέμπτου τόμου το ISBN και του τελευταίου. Το 2012 ήρθε η ώρα της Anubis να πάρει τα δικαιώματα στα έργα του Φρανκ Μίλερ, ξεκινώντας την εκ νέου έκδοση της σειράς με τον σχεδιασμό του 2010, βγάζοντας τον πρώτο τόμο τον Ιανουάριο και τον δεύτερο τον Ιούνιο του ίδιου έτους. Το μέγεθος των τόμων μίκρυνε σημαντικά, σε μεγέθη απλού βιβλίου. H Anubis άλλαξε και την μετάφραση των τόμων, καθώς και τους τίτλους της. Δεν ξέρω πως τα πήγε αυτή η έκδοση, ξέρω όμως πως είχαν καταχωρήσει και το ISBN του τρίτου τόμου από τις αρχές του 2013, αλλά δεν έχει δημοσιευτεί μέχρι σήμερα. Όλα έδειχναν πως άλλη μια προσπάθεια έκδοσης της σειράς θα παρέμενε ημιτελής... ...μέχρι που αποφάσισε να βγάλει η Μαμούθ και τον τελευταίο τόμο, το Για Κόλαση Αλέρετούρ, τον Ιούνιο του 2016, 8 χρόνια μετά την τελευταία κυκλοφορία τους! Κίνηση που όπως ακούγεται έγινε με την βοήθεια του Public, για να έχει την δυνατότητα να παρέχει σε προσφορά όλη την σειρά. Η ενασχόληση του Μίλερ με το Sin City τον ενθάρρυνε ώστε να γίνει πιο τολμηρός και προβοκάτορας και στα υπόλοιπα έργα του, ιδιόκτητα και μη, αντλώντας δομικά στοιχεία από αυτό εφεξής. Είναι ξεκάθαρο σημείο καμπής στην πορεία του ως δημιουργού. Ανάλογα που στέκεται ο καθένας, αυτό είτε είναι καλό και τον βοήθησε να εξελιχθεί, ή είναι το σημείο που άρχισε να... παραξενεύει. Είναι αυτό που είναι όμως και κανείς δεν μπορεί να μειώσει την επιρροή που είχε αυτή η μετάβαση του, σχεδιαστική και σεναριακή, σε άλλους καλλιτέχνες. Το σίγουρο είναι πως προτείνεται η ανάγνωση ενός από τους πρώτους τόμους τουλάχιστον σε όλους τους αναγνώστες κόμικς, για να δουν άλλη μια από τις μορφές που μπορεί να πάρει η τέχνη. Αν η ανάγνωση είναι στα Ελληνικά, θα πρότεινα να το κάνετε στην έκδοση της Μαμούθ. Δεν έχω διαβάσει τις μεταφράσεις του Μανούσου για την Anubis, αλλά άλλα δείγματα του μου έχουν δείξει πως κινείται σε ασφαλή μονοπάτια, ενώ της Μαμούθ ξέρω πως είναι στο ύφος γραφής του συγγραφέα.
  10. Το Lost Dogs κυκλοφόρησε αρχικά το 2005, με δημιουργό τον Jeff Lemire. Καθώς η αρχική έκδοση είχε εξαντληθεί, το βιβλίο επανακυκλοφόρησε το 2012 από την Top Shelf Productions. Πρόκειται για ένα graphic novel 104 σελίδων το οποίο παρουσιάζει την ιστορία ενός άντρα που προσπαθεί να βρει ξανά τη γυναίκα του. Η ιστορία ξεκινάει με τον πρωταγωνιστή, έναν ναύτη ο οποίος μπορεί να χαρακτηριστεί ως ένας καλόκαρδος "γίγαντας", και την οικογένεια του, οι οποίοι κάνουν μια νυχτερινή βόλτα κοντά στο κοντινό λιμάνι. Περνώντας από ένα σκοτεινό δρομάκι, τους επιτίθεται μια συμμορία αντρών, οι οποίοι έχοντας βάλει στο μάτι τη γυναίκα του πρωταγωνιστή μας, σκοτώνουν τη κόρη του μπροστά του και πετάνε αναίσθητο τον ίδιο στη θάλασσα. Ο ναύτης μας όμως βγαίνει τελικά ζωντανός και είναι αποφασισμένος να βρει τη γυναίκα του. Είναι άμεσα κατανοητό ότι πρόκειται για ένα δράμα το οποίο δεν απέχει από κάτι πραγματικό, κάτι ρεαλιστικό. Βλέπουμε έναν άνθρωπο ο οποίος από τη μια στιγμή στην άλλη χάνει τα πάντα. Κι όμως, προσπαθεί με νύχια και με δόντια να βρει τους ανθρώπους του, τα φιλικά του πρόσωπα, να μαζέψει ότι έχει απομείνει από την οικογένεια του. Βλέπουμε έναν άνθρωπο που όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα, δε τα παρατάει μέχρι το τέλος. Ο σχεδιαστικός χαρακτήρας του βιβλίου είναι ανάλογος της ιστορίας, με τους χαρακτήρες σχεδιασμένους έτσι ώστε να δείχνουν τη προσωπικότητα τους. Βλέπουμε για παράδειγμα τον πρωταγωνιστή, ο οποίος έχει στρογγυλεμένο σχήμα, να είναι αρκετά ευαίσθητος σα προσωπικότητα, ενώ τα μέλη της συμμορίας φαίνονται μικρόψυχα και δρουν με μόνο κίνητρο το ένστικτο. Το χρώμα ανεβάζει το σχέδιο, παρά το γεγονός ότι χρησιμοποιείται μόνο το κόκκινο ανάμεσα στο άσπρο και το μαύρο. Αυτές οι χρωματικές επιλογές βοηθάνε στο μακάβριο τόνο της ιστορίας και το κόκκινο χρησιμοποιείται για έμφαση σε σημαντικά στοιχεία της πλοκής. Ακόμα και τα μαύρα περιθώρια ανάμεσα στα πάνελ αποδίδουν αυτή τη μουντή ατμόσφαιρα, καθώς συνυπάρχουν αρμονικά με την όλη σύνθεση. Το Lost Dogs είναι από τις πρώτες ιστορίες του Lemire και σίγουρα αξίζει μια ανάγνωση. Είναι μια θλιβερή ιστορία που περιγράφει τη σκληρή πραγματικότητα του να χάνεις τα πάντα και το ότι η ζωή δεν είναι ποτέ δίκαιη. Παρότι είναι καταθλιπτικό, αποδίδει αυτή τη κατάθλιψη με ένα δυνατό αποτέλεσμα ενός συνδυασμού με ένα σχεδιαστικό στυλ τύπου "art brute" και με στήσιμο που δένει πανέμορφα όλο το σύνολο.
  11. Reboot επιτυχημένης σειράς του '90 στα πλαίσια της επανίδρυσης της Valiant Entertainment του 2012. Ο Aric, βησιγότθος πολεμιστής στα 402π.χ., απαγάγεται από μία εξωγήινη φυλή, τους Vine, και μαζί με άλλους ομοεθνείς του, μεταφέρεται σε ένα τεράστιο mothership στο οποίο δουλεύει ως σκλάβος στους κήπους των Vine. Κατά τη διάρκεια μιας εξέγερσης, την οποία ο ίδιος οργανώνει, ανακαλύπτει μια ιερή πανοπλία των Vine, με την οποία "ενώνεται" και γίνεται πλεόν ο X-O Manowar, αποκτώντας μέσω της στολής υπεράνθρωπες δυνατότητες πτήσης, δύναμης κ.λ.π. Αργότερα επιστρέφει στη γη, συνεργάζεται με τον Ninjak (άλλος ήρωας της Valiant), επιστρέφει στο διάστημα για να ξαναπολεμήσει τους Vine και και και..... Συγγραφέας είναι ο Robert Venditti, ο οποίος έχει ξεκινήσει από την Top Shelf με το The Surrogattes (το οποίο έγινε και ταινία με τον τίτλο Αντικαταστάτες και πρωταγωνιστή τον Bruce Willis) και παράλληλα με το X-O, γράφει και κάποια Green Lantern της DC. Το X-O είναι η πρώτη μεγάλη σειρά που γράφει και παρόλο που τα πρώτα 1-2 arcs είναι γρήγορα και ευχάριστα, το 3ο γίνεται λίγο μακρόσυρτο και κουραστικό. Σχέδιο κάνουν οι Garbett Lee (2000AD, Judge Dredd, DC) και Cary Nord (Daredevil, Conan the Barbarian). Υπερηρωικό και φωτεινό το σχέδιο τους, αρκετά λεπτομερές στα 2 πρώτα arcs, πρόχειρο και βιαστικό στο 3ο arc. Γενικά πάντως σου αφήνει μια ευχάριστη αίσθηση, με εντυπωσιακά splash pages και χωρίς να κάνει την διαφορά, δεν σε ενοχλεί και ταιριάζει με την ιστορία. Συνολικά πρόκειται για μια ευχάριστη υπερηρωϊκή δουλειά, με στοιχεία sci-fi και fantasy. Όπως και όλα τα υπόλοιπα βιβλία της Valiant που έχω διαβάσει, είναι πολύ ευχάριστα και διαβάζονται εύκολα και γρήγορα. Η παραπάνω κριτική γράφεται μετά την ανάγνωση των 2 πρώτων Deluxe Editions τόμων. Ο πρώτος περιέχει τα τεύχη 1-14 και ο δεύτερος περιλαμβάνει τα τεύχη 15-22, καθώς και τα 1-4 από το Unity. Στο 2ο Deluxe, βλέπουμε τον Aric επιστρέφει στην γη μαζί με τους απαχθέντες (από τους εξωγήινους Vine) συμπατριώτες και προσγειώνεται στην.... Ρουμανία, εκεί δηλαδή που ήταν η πατρίδα του η Δακία πριν 1600 χρόνια. Ιδρύει το βασίλειο του χωρίς να ρωτήσει κανέναν, προσελκύοντας έτσι την οργή όλων των υπερδυνάμεων της γης, και ειδικά της Ρωσίας, η οποία και του επιτίθεται. Στην πορεία επεμβαίνει η Unity, η πρώτη υπερηρωική ομάδα της Valiant. Σχέδιο κάνουν διάφοροι, με αυτόν που ξεχωρίζει να είναι ο Doug Braithwaite (2000AD, Thor, Green Arrow, Universe X κλπ), του οποίου η δουλειά (στα τεύχη του Unity) είναι εξαιρετική και κατά πολύ καλύτερη από όλους τους άλλους που συμμετέχουν. Να ξανατονίσω εδώ ότι ο Nord, όπως και στα προηγούμενα τεύχη, είναι από αδιάφορος έως εκνευριστικά κακός. Στο σενάριο συνεχίζει ο Venditti, ενώ τα τεύχη του Unity τα γράφει ο Matt Kindt. Όπως καταλαβαίνετε, το unity ξεχωρίζει από όλες τις απόψεις! Συνολικά κυκλοφόρησαν 51 τεύχη (μαζί με το 0) τα υπόλοιπα συλλέγονται σε 12 trades και σε 5 σκληρόδετα Deluxe Editions. Τον Ιανουάριο του 2017 η σειρά υπέστη reboot και ακολούθως ξεκίνησε τον volume 4 με τον Matt Kindt στο σενάριο . Ελπίζω σύντομα να βρω το χρόνο για να διαβάσω και τα υπόλοιπα 3 Deluxe που με κοιτάζουν παραπονεμένα από το ράφι. Επιφυλάσσομαι....
  12. Πρώτη Κυκλοφορία: (Έκδοση Anubis) 24-02-2012 (Έκδοση Οξύ) 12-01-2020 Υλικό Τευχών: The Avengers v4 01-12 (19-05-2010/20-04-2011) Ένα από τα πράγματα που χρειάζεται να αποδεχτεί ένας αναγνώστης που για τον Α ή Β λόγο ακολουθεί μόνο ή κυρίως τις Ελληνικές εκδόσεις, είναι το γεγονός πως κάποιοι τίτλοι μπορεί να μην συνεχίσουν ποτέ πέρα από το αρχικό storyline ή να τους δει άξαφνα μετά από πολλά χρόνια, όταν θα έχει ξεχάσει τι έχει προηγηθεί. Ακριβώς αυτό έχουμε και εδώ με την παρούσα σειρά του Bendis η οποία έβγαλε 35 τεύχη συνολικά στην Αμερική από το 2010 μέχρι και το 2013, με τα έξι από αυτά να βγαίνουν στην χώρα μας το 2012 από την Anubis σε 6 ισάριθμα μονά τεύχη με αφορμή την κυκλοφορία της πρώτης ταινίας των Εκδικητών στους κινηματογράφους. Σχεδόν 8 χρόνια μετά, μια άλλη εκδοτική, η Οξύ, έρχεται να βγάλει τα επόμενα 6 (ή 7, θα δούμε στο επόμενο τεύχος) τεύχη σε 2 αντίστοιχα δικά τους τεύχη, με την συνεργασία της εφημερίδας Έθνος. Κοινός παρανομαστής και στις δύο περιπτώσεις, ο μεταφραστής/επιμελητής Σάββας Αργυρού που προφανώς διάλεξε τα τεύχη που τελικά κυκλοφόρησαν και τις δύο φορές. Ευχαριστώ τον leonidio για τα εξώφυλλα από την σειρά της Anubis. Η σειρά της Anubis βρίσκει την βασική τριάδα των Εκδικητών (Στιβ Ρότζερς, Τόνι Σταρκ, Θορ) μονιασμένη ξανά μετά τα γεγονότα του Civil War, με τον Ρότζερς να έχει αναλάβει την διεύθυνση της Ασπίδα, μετά από την θητεία του Νόρμαν Όσμπορν και του Τόνι στο ίδιο πόστο, που οδήγησε σε καταστροφικά αποτελέσματα. Ευθύς εξαρχής μπλέκουν σε μια περιπέτεια με παράξενα φαινόμενα, μιας και ένα γεγονός στο μέλλον που έχουν προκαλέσει οι απόγονοι τους, έχει αποσταθεροποιήσει το σύμπαν. Η ομάδα πρέπει να ταξιδέψει στο μέλλον και να πολεμήσει με το Ούλτρον, ενώ παράλληλα πρέπει να αποτρέψουν τους απογόνους τους από το να πράξουν ακριβώς το ίδιο. Εδώ ο Μπέντις κάνει μια καλή αρχή, προκαλώντας και κρατώντας το ενδιαφέρον του αναγνώστη από την πρώτη στιγμή, σε μια απλή αλλά διασκεδαστική μπλοκμπαστεριά, με τον Ρομίτα Τζ. να παρέχει τα πανοραμικά πλάνα/καρέ (love him or hate him, ξέρει την δουλειά του). Ο τίτλος αποτελεί ουσιαστικά τις πρώτες βάσεις για το Age of Ultron event που βγήκε το 2013. Η συνέχεια από τις εκδόσεις Οξύ, μας φέρνει στο δεύτερο storyline όπου ένας τριτοκλασάτος κακοποιός τους, ο Χουντ, τον οποίο προσπάθησαν να προμοτάρουν για χρόνια ανεπιτυχώς ως τον νέο πιθανό Κίνγκπιν (ο αρχιμαφιόζος του σύμπαντος της Marvel), αποδρά από την φυλακή με την γνώση πως τα πετράδια της αιωνιότητας είναι στην γη και τα έχουν κρύψει οι 6 ήρωες που αποτελούν τους Ιλουμινάτι του MarvelU, μιας ελίτ που προσπαθεί να αποτρέψει με προληπτική δράση καταστροφές κοσμικού επιπέδου. Ο Χουντ καταφέρνει να κλέψει τα δύο πρώτα πριν τον πάρουν χαμπάρι, μια πράξη που κάνει την ύπαρξη των Ιλουμινάτι γνωστή στους υπόλοιπους ήρωες, μιας και χρειάζεται να συνταχτούν όλοι για να αντιμετωπίσουν μια απειλή τόση μεγάλη που ούτε ο Κόκκινος Χαλκ δεν μπορεί να τα βγάλει πέρα από άποψη ωμής δύναμης. Στην πραγματικότητα όμως η υπόθεση δεν δικαιολογεί τόση μεγάλη σύναξη. Τα τρία τέταρτα των χαρακτήρων που εμφανίζονται δεν έχουν κανένα λόγο ύπαρξης στην ιστορία και οι ατάκες που μπορεί να έχουν είναι τόσο τετριμμένες και μη προσωπικές σε αυτούς που τις "αναθέτει", που θα μπορούσαν να δοθούν στον οποιοδήποτε από τους 7-8 βασικούς χαρακτήρες, χωρίς να χρειαστεί να μάθει κανείς για τις ατασθαλίες των Ιλουμινάτι. Γενικά ο Μπέντις εδώ εμφανίζει τα πρώτα σημάδια κόπωσης μετά από 7 χρόνια συνεχής ενασχόλησης (μέχρι εκείνη την στιγμή) με τους Εκδικητές. Το μισό storyline αναλώνεται στο να δείχνει μπλαζέ συζητήσεις για τα πετράδια και το γιατί το έκρυψαν από τον Κάπτεν Αμέρικα και το άλλο μισό στις βαρετές και ξέμπαρκες στιγμές μπουφλοπατινάδας!©® Μόνη αναλαμπή η μη απόλυτα χρονολογική παράθεση των γεγονότων που οδήγησαν τον Χουντ στην ανακάλυψη του μυστικού για τα πετράδια και την ανεύρεση τους, που δείχνει τουλάχιστον κάποια ψήγματα πλάνου στην συγγραφή της ιστορίας. Εξίσου βαρετή είναι και η λύση που δίνεται στη απειλή, μιας και ουσιαστικά απλά Η Οξύ χρησιμοποίησε ως οδηγό για την κυκλοφορία της το trade Avengers by Brian Michael Bendis v2. Σε αυτό είχε δημοσιευτεί και το 12.1, ένα τεύχος που είχε διαφημιστεί ως ένα σημείο στο οποίο μπορούσε να ξεκινήσει να διαβάζει ένας νέος αναγνώστης τον τίτλο, χωρίς να έχει πρόβλημα κατανόησης του τι είχε προηγηθεί και τελικά αποδείχτηκε πως ήταν άλλο ένα στάδιο στην μεταγενέστερη αναμέτρηση του Age of Ultron, το οποίο δεν είχε ανακοινωθεί πως θα κυκλοφορήσει μέχρι εκείνη την στιγμή (να επισημάνω πως δεν μιλάω για την ταινία που βγήκε το 2015). Θα μάθουμε αν το συμπεριλάβουν και αυτό την επόμενη βδομάδα. Αν το κάνουν, θα μιλάμε για ένα τεύχος που θα ξεπερνά τις 100 σελίδες, με το πρώτο τεύχος να φτάνει τις 80. Καθόλου άσχημα για μια έκδοση που αρχικά είχε ανακοινωθεί πως θα βγει σε τρία μέρη. Υποθέτω, πως η εφημερίδα αποφάσισε να τελειώσει την συνεργασία της με την Οξύ - 13ος τίτλος, 9ος από το σύμπαν της Μάρβελ, σε λιγότερο από έναν χρόνο - δυναμικά. Edit 21-01-2020: Τελικά το 12.1 δεν συμπεριλήφθηκε στην Ελληνική έκδοση. Καλύτερα να είχαν μείνει στον αρχικό προγραμματισμό των 3 τευχών. Οπότε, το όνομα του Bryan Hitch που σχεδίασε το 12.1, δεν έχει κανένα λόγο ύπαρξης στα εξώφυλλα.
  13. Η Μαύρη Φουστανέλα είναι ένας χαρακτήρας που δημιουργήθηκε από τον Γιώργο Τσακιρέλλη σ' ένα φανζίν του 2004. Από εκεί και πέρα, ανέλαβε ο Χρήστος Σταμπουλής. Πήρε την ιστορία αυτή και την επανασχεδίασε, προσθέτοντας αρκετές ακόμη σελίδες και δημιουργώντας τελικά μια πιο πολύπλοκη (λέμε τώρα) αφήγηση, η οποία κυκλοφόρησε το 2012 σε αυτοέκδοση. Ακολούθησε Ο Αμνός του Θεού, επίσης σε αυτοέκδοση (2013). Το 2015, οι δύο αυτές ιστορίες, συν η πρωτότυπη ιστορία του Τσακιρέλλη και μια νέα περιπέτεια με τίτλο Στον Κάτω Κόσμο, τυπώθηκαν σ' έναν ωραίο σκληρόδετο τόμο από την In-k Situ Comix. Μέρος 1ο: Μαύρη Φουστανέλα Η Μαύρη Φουστανέλα είναι ένας ταπεινός τσομπάνης, σε κάποιο λαγκάδι της Πελοποννήσου. Δεν τον κόφτουν και πολύ όλα τα κοσμοϊστορικά που συμβαίνουν γύρω του (η δράση των κλεφτών, η κόντρα οπλαρχηγών και πολιτικών, οι Εθνοσυνελεύσεις, η επέλαση του Ιμπραήμ Πασά κ.λπ.). Όταν, όμως, μαθαίνει ότι κάποιος έκλεψε την πολυαγαπημένη του Μαυροβουλίτσα, ε τότε ποιος τον είδε και δεν τον φοβήθηκε! Η αλήθεια είναι ότι δεν μπορώ να είμαι και πολύ αντικειμενικός με το εν λόγω κόμικ, καθώς το διάβασα στα πρώτα μου κομιξο-χρόνια και το εφηβικό μου μυαλουδάκι ανατινάχθηκε από αυτή την ασόβαρα σοβαρή θεώρηση της Ελληνικής Επανάστασης. Ο Σταμπουλής ανακατεύει στο ίδιο καζάνι τους ήρωες (;) της Εθνεγερσίας και αναφορές στην ποπ κουλτούρα (από το Αστερίξ έως το Muppet Show και το Star Trek). Γελάω ακόμη και σήμερα, ίσως με διαφορετικές σκηνές και για διαφορετικούς λόγους, αλλά γελάω. Και νομίζω ότι η κριτική του στον «μύθο» της Επανάστασης του '21 διαθέτει μια σπάνια διαύγεια, παρότι απλοποιεί τα γεγονότα και τα αίτιά τους χάριν αστεϊσμού. Το σχέδιο δεν είναι ραφιναρισμένο, αλλά λατρεύω τις δυναμικές γραμμές και την γρήγορη σκηνοθεσία, στοιχεία σαφώς επηρεασμένα από τα manga. Σε κάποιους μπορεί να φανεί αλλοπρόσαλλο ή άτεχνο, αλλά δεν είναι έτσι. Γενικά, θεωρώ ότι ο Σταμπουλής διαθέτει μια σχεδιαστική άνεση, την οποία ελάχιστοι Έλληνες δημιουργοί κατέχουν. Μέρος 2ο: Ο Αμνός του Θεού Στο δεύτερο μέρος, η Μαύρη Φουστανέλα ξαναχάνει την Μαυροβουλίτσα και για να την βρει, είναι πρόθυμος να τα βάλει με θεούς και δαίμονες. Κυριολεκτικά. Περνάει από ένα μοναστήρι Σαολίν, πίνει καφεδάκι στην Κόλαση, για να καταλήξει στον Παράδεισο, όπου θα τα βάλει με ολόκληρες διμοιρίες ματατζήδων, τον τραγουδισταρά Χριστό και τον ίδιο τον (αλά Lautréamont) Θεό. Εδώ, όπως γίνεται αντιληπτό, ο Σταμπουλής καυτηριάζει το θέμα της θρησκείας. Ασχολείται όχι μόνο με τον Χριστιανισμό, αλλά γενικότερα με την οργανωμένη λατρεία, από τις μυθολογίες των αρχαίων λαών. Κι εδώ είναι έντονη η διακειμενικότητα, καθώς αναφέρονται ταινίες, τραγούδια και άλλα. Ίσως δεν είναι τόσο γαμάτο όσο το πρώτο μέρος, λόγω των διαλόγων/μονολόγων, που αυξάνονται σε όγκο και αριθμό, αλλά έχει τις στιγμές του (αγαπημένη όλων, η έλευση του από μηχανής θεού θεοκτόνου Kratos ). Το σχέδιο είναι πιο λεπτομερές και καθαρό. Μέρος 3ο: Στον Κάτω Κόσμο Ένα πουλί βγαλμένο από τα παραδοσιακά τραγούδια λέει στην Μαύρη Φουστανέλα ότι Μαυροβουλίτσα δεν υπάρχει πια, έχει κατέβει στον Κάτω Κόσμο. Έτσι, ο ήρωάς μας μπαίνει στην βάρκα του Χάροντα και κατευθύνεται προς τον Κόσμο των Νεκρών. Ωστόσο, η διαδρομή του είναι περισσότερο πνευματική, καθώς οι διάφορες μορφές που θα συναντήσει (από τον Σίσυφο και την Περσεφόνη έως τον Sigmund Freud) θα του πιπιλίσουν το μυαλό με έννοιες όπως Οιδιπόδειο Σύμπλεγμα, Μητριαρχία και Υποσυνείδητο. Η πλοκή του τελευταίου μέρους είναι υποτυπώδης, με έμφαση στους διαλόγους και ελάχιστη (αντιφασιστική) δράση. Εδώ ο Σταμπουλής έχει μια εμφανώς διδακτική πρόθεση, συνδέοντας θεωρίες αταίριαστες, ιδωμένες όλες μέσα από το προσωπικό του φακό. Δεν λείπει το χιούμορ και η όλη φάση έχει ένα ενδιαφέρον, αλλά πρόκειται σαφέστατα για το πιο αδύναμο από τα τρία κεφάλαια. Δεν θα παρεξηγούσα κάποιον που θα το χαρακτήριζε αχταρμά. ________ Στο τέλος του τόμου υπάρχει ένα εκτεταμένο κι εξαιρετικά ενδιαφέρον «λυσάρι», με σημειώσεις κι επεξηγήσεις για τις πάμπολλες αναφορές του κόμικ. Το οποίο, σε τελική ανάλυση, είναι πολλά παραπάνω από ένα βουκολικό manga, όπως αυτοδιαφημίζεται: μια βίαιη, υπερσεξουαλική φιλοσοφική περιπέτεια δια μέσω των αιώνων, που παρά τις αδυναμίες της καταφέρνει να διασκεδάσει και ταυτόχρονα να προσφέρει πολλή τροφή για σκέψη.
  14. (Μαμούθ Comix) (Μικρός Ήρως) Εντάξει. Θα μπορούσε να λέγεται "Τα νεανικά χρόνια του Ρασπούτιν" ή "Ένα επεισόδιο από τον βίο του Τζακ Λόντον". Είναι ολοφάνερο ότι η ιστορία αυτή είναι ελλιπής. Είναι επίσης ολοφάνερο ότι είναι αναπόσπαστο μέρος μιάς μεγαλύτερης ιστορίας που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ, είτε γιατί ο θάνατος του Pratt την πρόλαβε, είτε γιατί όπως διάβασα στα πληροφοριακά στοιχεία, ο Pratt ήρθε σε διαφωνία με τον εκδότη του. Έχω την εντύπωση ότι ο Pratt ήθελε μάλλον να σκιαγραφίσει την προσωπικότητα του Ρασπούτιν ή να αποτίσει ένα φόρο τιμής στον Τζακ Λόντον. Ο Κόρτο εμφανίζεται ελάχιστα και μόνο στο τέλος του τόμου, όχι της ιστορίας. Η ίδια η ιστορία έχει πολλά κενά. Δεν μαθαίνουμε το γιατί βρέθηκε ό Κόρτο στο επίκεντρο του Ρωσοϊαπωνικού πολέμου, ενώ από τα πληροφοριακά στοιχεία διαβάζουμε ότι με το ξέσπασμά του, πήγε εκεί κατευθείαν. Δεν μαθαίνουμε γιατί ένας ναυτικός όπως ο Κόρτο βρέθηκε βαθιά, μέσα σε μιά ηπειρωτική πόλη, από την οποία όπως ο ίδιος λέει "θα προσπαθήσει" να φύγει για το λιμάνι. Και πολλά άλλα ακόμα. Κρίμα πάντως που δεν ολοκληρώθηκε, θα είχε ένα ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Διαισθάνομαι επίσης ότι μέσω του Κόρτο, ο Pratt θα καταπιανόταν με το κλασικό θέμα των ορυχείων του Σολομώντα και του χαμένου βασιλείου του Σαββά. Η ιστορία κυκλοφόρησε για πρώτη φορά στην Ελλάδα το 2012 από την Μαμούθ και επανακυκλοφόρησε πρόφατα από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Έτσι έρχεται και η αναπόφευκτη σύγκριση των δύο εκδόσεων. Καλύτερης ποιότητας σε χαρτί της Μαμούθ έχει και ένα ακόμα πλεονέκτημα. Λίγο μεγαλύτερη σε μέγεθος, επιτρέπει στα καρέ να απλώνονται ανετότερα. Το μέγεθος της γραμματοσειράς που χρησιμοποιεί η Μαμούθ είναι μεγαλύτερο από αυτό της Μικρός Ήρως. Έτσι καλύπτεται μεγαλύτερη επιφάνεια στα μπαλονάκια, ενώ στα αντίστοιχα της Μικρός Ήρως μένουν μεγάλα και αδικαιολόγητα άσπρα κενά. Δεν μπορώ να κρίνω εύκολα αν μου άρεσε καλύτερα η Α/Μ έκδοση της Μαμούθ από έγχρωμη της Μικρός Ήρως. Γενικά τον Pratt τον προτιμώ σε Α/Μ απόδοση, όμως κάποια έγχρωμα καρέ ήταν πιό όμορφα. Η Α/Μ απόδοση βοηθά το αφαιρετικό σχέδιο του Pratt να αναδειχθεί καλύτερα. Η έγχρωμη θα έλεγα ότι ταιριάζει καλύτερα σε πιό λεπτομερές σχέδιο. Η μετάφραση του Τομπαλίδη της Μικρός Ήρως ήταν πολύ πιό στρωτή και κατανοητή από την αντίστοιχη του Τσιόφφι της Μαμούθ που ήταν περισσότερο ξύλινη. Και τέλος τα πληροφοριακά στοιχεία. Διαφορετικά στις δύο εκδόσεις, θα έπρεπε να συμπεριλαμβάνονται όλα και ακόμα πολλά άλλα που είχαν οι ξένες εκδόσεις και παραλήφθηκαν, τόσο από την Μαμούθ όσο και από την Μικρός Ήρως. Βοηθάνε πολύ στην καλύτερη κατανόση της ιστορίας, αλλά και του περιβάλλοντος στην οποία διαδραματίζεται. Φυσικά όσα πιό πολλά διαβάζεις από την άλλη, τόσα πιό πολλά κενά στην ιστορία εντοπίζεις. Ακόμα δεν μου άρεσε που στην έκδοση της Μαμούθ έμειναν αμετάφραστα τα κείμενα από τα στριπς που ανακαλύφθηκαν μετά τον θάνατο του Pratt της συνέχειας της ιστορίας. Η μετάφραση παρατίθεται σε ξεχωριστή σελίδα, ενώ στην έκδοση της Μικρός Ήρως μεταφράζονται κατευθείαν τα μπαλονάκια. Γενικά μάλλον η ιστορία αφορά τους φανς του Pratt και διαβάζεται καθαρά για ιστορικούς λόγους.
  15. Assassination Classroom / Ansatsu Kyoushitsu MAL Status: finished Author & Artist: Yusei Matsui Volumes: 21 Chapters: 187 (+ 1 one-shot and 5 extras) Serialization: Shonen Jump Run: 2/7/12 - 25/4/16 Εκπαίδευση, απόπειρες δολοφονίας, το φεγγάρι και προσωπική ανάπτυξη μιας τάξης μαθητών μπλέκονται για να μας δοθεί το AssClass! Αχέμ. Ένα κίτρινο χταπόδι από το διάστημα που μπορεί να πλησιάσει την ταχύτητα των 20 Mach εξαφανίζει το 70% του φεγγαριού και απειλεί πως θα κάνει το ίδιο και στη Γη τον επόμενο χρόνο, εκτός κι αν τον σκοτώσουν πρώτα. Ταυτοχρόνως, αναλαμβάνει μια τάξη 26 μαθητών που θεωρούνται dropouts από το σχολείο. Σαν να μην έφταναν όλ'αυτά, η κυβέρνηση της Ιαπωνίας προσφέρει 10 δισεκατομμύρια γιεν σε όποιον σκοτώσει το τέρας αυτό πριν τεθεί η Γη σε κίνδυνο. Ανατίθεται, λοιπόν, στους μαθητές να δολοφονήσουν τον δάσκαλό τους. Τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο όταν ανακαλύπτουν πως ο Korosensei, όπως τον ονομάζουν, αποτελεί παραδόξως, εκτός από παγκόσμιο κίνδυνο, και εξαιρετικό εκπαιδευτικό. Πριν αναρωτηθείτε τι στον διάολο παίζει με το premise, αφήστε με να εξηγήσω πως η εκτέλεση των ιδεών του Matsui είναι πολύ αυθεντική και ενδιαφέρουσα. Ουσιαστικά, καταφέρνει να πάρει δύο-τρεις άτυπες ιδέες και να τις συνδυάσει ώστε να φτιάξει μια πολύ απορροφητική ιστορία με εξαιρετική ροή, φοβερό χιούμορ και άριστο (όχι απλώς ικανοποιητικό) τέλος (κάτι που συνήθως δεν συναντάται στο fiction, πόσω μάλλον σε μάνγκα, τα οποία εξαρτώνται από την κυκλοφορία τους και την ανταπόκριση του κοινού). Εντυπωσιακή είναι και η ύπαρξη πολύ δυνατής πλοκής που ξετυλίγεται σταδιακά στα 187 κεφάλαια του έργου, καταλήγοντας στην κάθαρση που προσφέρουν τα τελευταία κεφάλαια. Βασικοί χαρακτήρες είναι ο ίδιος ο Korosensei, του οποίου το όνομα είναι λογοπαίγνιο, αλλά ξεχωρίζουν και όλοι οι μαθητές, που έχουν λόγο ύπαρξης όλοι, ένας προς έναν, και ορισμένοι άλλοι εκπαιδευτικοί και χαρακτήρες που εμφανίζονται μετέπειτα. Είναι άνετα ένα από τα πλέον υπεραγαπημένα μου μάνγκα-σταθμοί. Πρόκειται για μια υπέροχη ιστορία ενηλικίωσης, αξιών και αυθεντικής, ειλικρινούς σχέσης ανάμεσα σε δάσκαλο και μαθητές. Τολμώ να πω πως φτάνει και σε αλληγορικά σημεία, με την έννοια της λέξεως "θάνατος" να αποκτά τη μέγιστη σημασία της. Ο ίδιος ο Matsui είπε πως ένας από τους βασικούς άξονες για το Assassination Classroom δημιουργήθηκε όταν σκέφτηκε πως οι άνθρωποι χρησιμοποιούν τη φράση "θα σε σκοτώσω" πολύ ελαφρά, δίχως πιθανότατα να αντιλαμβάνονται το βάρος της. Ήθελε, έτσι, να την αναδείξει στο μάνγκα του. Κάτι άλλο που εκτιμώ είναι το γεγονός ότι, όταν ξεκίνησε να σχεδιάζει την πρώτη σελίδα του Assassination Classroom, ήξερε ήδη πάνω κάτω τι θα συμβεί μέχρι και το τέλος, διατηρώντας λοιπόν τους στόχους του χωρίς να ξεφεύγει ιδιαίτερα και κρατώντας το ενδιαφέρον αμείωτο. Θεωρώ, λοιπόν, ότι αξίζει να διαβαστεί από νέα παιδιά της αντίστοιχης ηλικίας των μαθητών του μάνγκα, καθώς θα συσχετιστούν ιδιαίτερα με τους τελευταίους. Επιπλέον, αναδεικνύεται ο απώτατος στόχος της εκπαίδευσης και λαμβάνονται πολύ σημαντικά μηνύματα που πρέπει να τηρούνται σε όλη τη ζωή μας. Δώστε του μια ευκαιρία και σίγουρα κάτι θα εκτιμήσετε. Αξίζει να σημειωθεί πως υπάρχει και ολοκληρωμένο ομώνυμο άνιμε βασισμένο στο υλικό του μάνγκα. Είναι πολύ τίμια μεταφορά και αξίζει σίγουρα η προβολή του, παρολαυτά δεν είναι σε καμία περίπτωση όσο συμπαγές και πλήρες είναι το μάνγκα.
  16. Το Ούλτιμεητ Εντίσιον συγκριτικά με άλλες τάχα μου πολυτελείς εκδόσεις Τι να πρωτοπεί κανείς για το Σπιφ & Σπαφ; Είναι ένα κόμικ που μεγάλωσε γενιές και γενιές Ελληνόπουλων, που μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες με απόλυτη επιτυχία, που αγαπήθηκε και μισήθηκε όσο λίγα, που απαγορεύτηκε στην Κούβα και την Ρωσία, που σε τελική ανάλυση άλλαξε τον ρου των κόμικς! Οι περιπέτειες του Σπιφ και του Σπαφ αψηφούν κάθε λογική και φαντασία. Εφευρίσκουν χρονομηχανές, τα βάζουν με τον Γκοτζίλα και την νέμεσή τους τον μοχθηρό Dr. X, απολαμβάνουν τον καλό ευρωπαϊκό κινηματογράφο, τρώνε πρέτσελ με μπίρα βάις και φιλοσοφούν για την τέχνη. Ε, και συνήθως ένας από τους δύο καταλήγει τέζα (Oh my God, they killed Spif!). Αναντίρρητα, ένα αριστούργημα της ένατης τέχνης και του σουρεαλισμού. Η εν λόγω σειρά στριπακίων ξεκίνησε το 2003 στο σαλονικιώτικο περιοδικό Εξώστης. Τον Σεπτέμβριο του 2005, η εκδοτική Futura συγκέντρωσε τα στριπ σε ένα αλμπουμάκι. Τρία χρόνια αργότερα, ήρθε η πρώτη μεγάλη περιπέτεια των δύο φίλων: Η Μεγάλη Περιπέτεια. Κυκλοφόρησε σε μόλις 500 αντίτυπα από την Λέσχη Φίλων Εικοστού Αιώνα και το 2009 βραβεύτηκε ως το καλύτερο φανζίν στα Comicdom Awards. Το 2012, η Jemma Press, μάζεψε όλα αυτά τα κόμικς απ' τα σκουπίδια και εξέδωσε το Ούλτιμεητ Εντίσιον. Καθυστερημένο disclaimer: η άνωθεν παρουσίαση είναι τίγκα στα inside (the comic book) jokes, που πολλοί δεν θα πιάσουν, αλλά να πα να το αγοράσουν!
  17. O Joe Sacco είναι ένας δημιουργός κόμικς, που έκανε την τέχνη του εργαλείο για να μιλήσει για πολλά κακώς κείμενα. Το όνομά του είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την έννοια του "δημοσιογραφικού κόμικ". Τα κόμικς του είναι ρεπορτάζ, συνεντεύξεις, πολεμικές ανταποκρίσεις, ιστορίες ανθρώπων που κάποιοι επιλέγουν να αγνοούν. Ένα τέτοιο κομμάτι πραγματικότητας, σκληρό κι αληθινό, ξεδιπλώνεται μέσα από τους "Ανεπιθύμητους". Οι "Ανεπιθύμητοι" είναι ένα απόσπασμα του κόμικ "Repotrages", ένα κόμικ φτιαγμένο από ιστορικά ντοκουμέντα και προσωπικές αφηγήσεις, από την Παλαιστίνη, το Ιράκ, την Ινδία, την Τσετσενία και τα παράλια της Μεσογείου. Πραγματεύεται την πραγματικότητα που αντιμετωπίζουν οι Αφρικανοί μετανάστες, καθώς εισέρχονται στην Ευρώπη, μέσω των μεσογειακών χωρών. Πρώτος σταθμός τους, εδώ, η Μάλτα. Μια αποκαλυπτική ματιά για το ρατσισμό, την καταστολή και την εκμετάλλευση που βιώνουν οι μετανάστες στην πολιτισμένη Ευρώπη, όπως και για τα άπειρα εμπόδια και δυσκολίες που αντιμετωπίζουν, προσπαθώντας να φτάσουν στον προορισμό τους και να βρουν κάποιο μέλλον. Πρόκειται για ένα μωσαϊκό μαρτυριών, που συνθέτουν μια απάνθρωπη πραγματικότητα. Το κόμικ δεν έχει πλοκή για να κρατήσει το ενδιαφέρον, έχει όμως δυνατή εσωτερική συνοχή, καθώς αποκαλύπτει, σελίδα, σελίδα, την οδύσσεια που ζουν αυτοί οι άνθρωποι. Παγιδευμένοι στην εξαθλίωση, προσπαθούν να ξεφύγουν από τις τραγικές συνθήκες στις χώρες τους, ψάχνοντας ένα καλύτερο αύριο. Τα φτηνά εργατικά τους χέρια, μέσα από τη διαρκή υποτίμησή τους, θα ξαναδουλέψουν στη μηχανή του καπιταλισμού, που τους στέρησε την ελπίδα εξαρχής. Η ντοκυμαντερίστικη απόδοση του κόμικ, η (όποια) αποστασιοποίηση του Sacco, δεν ωραιοποιεί καταστάσεις, αφήνει τον αναγνώστη να βγάλει τα συμπεράσματά του, μέσα από την παράθεση των λεγομένων. Δεν διαβάζουμε μόνο την οπτική των μεταναστών, αλλά και των κατοίκων της Μάλτας, τα επιχειρήματά τους για τη στάση τους και τη συμπεριφορά τους. Διαβάζοντάς το, συνειδητοποιεί κανείς ότι αυτά που περιγράφονται, αυτά που υποστηρίζουν οι κάτοικοι της Μάλτας κι αυτά που αντιμετωπίζουν οι μετανάστες που φτάνουν εκεί, θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι γραμμένα για την Ελλάδα. Ρατσισμός, εκμετάλλευση, στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το κόμικ αυτό παραμένει εξαιρετικά επίκαιρο στην εποχή που ζούμε και δυστυχώς, μάλλον θα παραμείνει για καιρό. Η 64σέλιδη έκδοση από Barricada Antifa είναι πολύ προσεγμένη, με έναν εκτενή πρόλογο, σε διαστάσεις 29x21.
  18. Υπάρχει ένας αρκετά γνωστός θρύλος, ο οποίος αφορά την μαϊμού του Χάρτλπουλ, μια πόλη στον βορειοανατολικό τμήμα της Αγγλίας. Σύμφωνα με αυτόν, κατά τους Ναπολεόντειους Πολέμους, ένα γαλλικό πολεμικό πλοίο βυθίστηκε στα ανοιχτά της πόλης. Μαζί με τα συντρίμμια στην ακτή ξεβράστηκε μια μαϊμού ντυμένη με την γαλλική στολή, πιθανότατα για να διασκεδάζει το πλήρωμα. Οι κάτοικοι του Χάρτλπουλ, που δεν είχαν δει ούτε Γάλλο, ούτε μαϊμού, υπέθεσαν ότι επρόκειτο για κατάσκοπο του εχθρού και, μετά από μια δίκη-παρωδία, απαγχόνισαν το ζώο... Την ιστορία αυτή μετέφεραν σε κόμικ οι Γάλλοι Wilfrid Lupano (σενάριο) και Jérémie Moreau (σχέδιο, χρώμα). Το Le Singe de Hartlepool κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Delcourt και τον επόμενο χρόνο βγήκε στα αγγλικά από την λονδρέζικη Knockabout. Έχει επίσης μεταφραστεί στα ισπανικά, τα γερμανικά, τα ιταλικά και τα κροατικά. Το The Hartlepool Monkey δεν το διαβάζεις με τον συμβατικό τρόπο, καθώς ξέρεις από την αρχή το τέλος. Το διαβάζεις, όμως, για να θυμηθείς (όχι πως μπορούμε να ξεχάσουμε) την ανθρώπινη ηλιθιότητα, που τροφοδοτεί την μισαλλοδοξία και τον σωβινισμό. Ο Lupano δεν κάνει διαχωρισμούς. Προφανώς αναγκάζεται να επικεντρωθεί στα αντι-γαλλικά αισθήματα των κατοίκων του Χάρτλπουλ, αλλά στα λίγα καρέ που εμφανίζονται οι Γάλλοι ναυτικοί, εκφράζονται αντίστοιχα λόγια μίσους. Και, όπως συμβαίνει σε καιρό πολέμου, η φωνή της λογικής καλύπτεται από φωνές και εμβατήρια. Ο Lupano πανέξυπνα συμπεριλαμβάνει μια προσωπικότητα κοσμοϊστορικής σημασίας και διανθίζει την ιστορία με μερικούς φανταστικούς χαρακτήρες που προσδίδουν χιούμορ, έστω και μαύρου χρώματος. Κι αν, στο οπισθόφυλλο, η ιστορία χαρακτηρίζεται ως «τραγικωμική», προσωπικά δεν κατάφερα να χαμογελάσω πολύ. Όχι γιατί έκανε κάτι λάθος ο Lupano, αλλά επειδή το σχέδιο του Moreau είναι βαρύ και μουντό και πραγματικά σε βάζει στο κλίμα της ιστορίας. Αρχικά δεν μου άρεσε ιδιαίτερα, αλλά το συνήθισα γρήγορα και εν τέλει δεν μπορώ παρά να παραδεχτώ ότι απεικονίζει πολύ επιτυχημένα τα συναισθήματα της οργής και του πόνου. Το απεγνωσμένο, σχεδόν (;) ανθρώπινο βλέμμα του πιθήκου που βρίσκεται στο έλεος του όχλου, με συγκίνησε όσο με έχουν συγκινήσει λίγα κόμικς. Όσοι έχουν μια ευαισθησία στην απεικόνιση βίας πάνω σε ζώα, ας προετοιμαστούν καταλλήλως. Στο τέλος της αγγλικής έκδοσης, μεταφρασμένο από την αντίστοιχη γαλλική, υπάρχει ένα σύντομο αλλά ενδιαφέρον κείμενο, ίσως γραμμένο από τον Lupano. Κι απ' αυτό, ξεχωρίζει η εξής πρόταση: Borders are important, without them it is difficult to know who to hate...
  19. Βρισκόμαστε στο πολύ μακρινό μέλλον. Ο άνθρωπος συμβιώνει ειρηνικά με πολλά άλλα νοήμονα είδη του σύμπαντος, υπό τη σκέπη της Ένωσης. Η επιστήμη έχει καταστήσει εφικτή την τηλεμεταφορά και τη δημιουργία πολλαπλών ειδώλων ενός ατόμου. Πρακτικά, ο άνθρωπος έχει γίνει αθάνατος. Καθώς, λοιπόν, έννοιες όπως «έγκλημα», «χρόνος» και «θάνατος» έχουν αλλάξει ριζικά, μια νέα υπηρεσία επιβολής του νόμου έχει συσταθεί. Πρόκειται για την Φιλοσοφική Αστυνομία, ένα σώμα που επιφορτίζεται με ιδιάζουσες υποθέσεις. Στους κόλπους της δρα ο Elijah, ένας εξέχων πανεπιστημιακός. Πολυπράγμων, διάσημος και ελαφρώς συντηρητικός για την εποχή του, ο Elijah αναλαμβάνει τις πιο δύσκολες και απαιτητικές νομικές/φιλοσοφικές περιπτώσεις. Μια από αυτές είναι η αποτροπή της επικείμενης σύγκρουση μεταξύ δύο εξωγήινων ειδών, πυροδοτούμενη από έναν φόνο που έλαβε χώρα πριν από πολλούς αιώνες... Το Last Days of an Immortal των Fabien Vehlmann και Gwen de Bonneval είναι ένα κόμικ που διαθέτει τη βαρύτητα σπουδαίων sci-fi βιβλίων και ταινιών: Solaris, Gattaca και Arrival είναι ορισμένα έργα που αντηχούν στις σελίδες του. Ακόμη και το σχέδιο φαίνεται να έχει επηρεαστεί από το La Planète Sauvage, ταινία-σταθμό στο γαλλικό animation. Μέσα από μια ενδιαφέρουσα πλοκή, σε έναν ευφάνταστο κόσμο, ο Vehlmann κάνει αυτό που πολλές μεγάλες προσωπικότητες της επιστημονικής φαντασίας έχουν κάνει στο παρελθόν. Μιλάει για θέματα που απασχολούν τον σύγχρονο άνθρωπο: συνύπαρξη, οικολογία (με μια ευρύτερη έννοια), θάνατος. Και το κάνει με έναν τρόπο μειλίχιο, χωρίς διδακτισμό. Το μόνο που μπορώ να του προσάψω, είναι μερικά προβληματάκια στη ροή. Όσον αφορά το σχέδιο του de Bonneval υπάρχουν δύο όψεις. Η πρώτη, ότι είναι υπερβολικά μινιμαλιστικό, ίσως ακόμη και άτεχνο. Και όντως υπάρχουν φορές που η απλότητα (ή απλοϊκότητα αν προτιμάτε) προκαλεί σύγχυση σε ορισμένα καρέ. Όμως, με μια δεύτερη σκέψη, η λιτότητα ταιριάζει γάντι στους χαμηλούς ρυθμούς της ιστορίας και ουσιαστικά οδηγεί το μάτι του αναγνώστη, επιτρέποντάς του να εστιάσει στα σημαντικά. Άλλωστε, μπορεί σε κάποιους να δημιουργήσει απευθείας μια αρεστή αίσθηση εναλλακτικού κόμικ. Η πρωτότυπη γαλλική έκδοση βγήκε το 2010 από την Futuropolis και δύο χρόνια αργότερα ακολούθησε η μετάφραση στα αγγλικά από την Archaia.
  20. Στην Ελλάδα έχουν κυκλοφορήσει αρκετά βιβλία για κόμικς. Πολλά αποτελούν ελεύθερα δοκίμια ή συρραφές κειμένων (Τσακ!!! Πατ!!! Μπουμ!!!, Τα Κόμικς, Ένατη Τέχνη), κάποια ρίχνουν μια πανοραμική ματιά στα κόμικς (Ιστορία των Κόμικς, "Κόμικς" - Τέχνη και Τεχνικές της Εικονογράφησης), ενώ αρκετά διερευνούν πιο εξειδικευμένα θέματα (Παιδιά του Σούπερμαν, Η Αμφισβήτηση στα Κόμικ, Ιχνηλατώντας το Φανταστικό). Με ελάχιστες εξαιρέσεις, οι μελέτες αυτές ασχολούνται σχεδόν εξολοκλήρου με ξένα κόμικς. Τα Ελληνικά Comics του Soloup (κατά κόσμο Αντώνης Νικολόπουλος) αναπληρώνουν αυτό το κενό. Όπως φανερώνει ο τίτλος, το εν λόγω βιβλίο καταπιάνεται αποκλειστικά με τα ελληνικής παραγωγής κόμικς. Το θεωρώ μια πραγματική Βίβλο της ιστορίας των ελληνικών κόμικς. Τους λόγους, θα τους αναφέρω παρακάτω. Αλλά πρώτα, μερικά «διαδικαστικά». Το εγχείρημα αυτό ξεκίνησε έμμεσα, γύρω στο 2003, όταν ο Soloup ξεκινούσε την διδακτορική του διατριβή στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου, την οποία κατέθεσε το 2011. Τελικά, μεγάλο μέρος της εργασίας του μεταπήδησε στο παρόν βιβλίο, που κυκλοφόρησε το 2012 από τις εκδόσεις Τόπος. Όπως γράφει στα προλογικά η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια στο ίδιο πανεπιστήμιο, «πρόκειται για μια δουλειά που συνδυάζει την ερευνητική προσέγγιση των Κοινωνικών Επιστημών με την ιδία, εμπειρική, γνώση του αντικειμένου και την ακαδημαϊκή με την καλλιτεχνική εμπειρία». ΜΕΡΟΣ I Το πρώτο μέρος του βιβλίου χωρίζεται σε δύο τμήματα. Στο πρώτο, ο Soloup καταπιάνεται με την σημειολογία και την ιδεολογία των κόμικς εν γένει. Ξεκινάει, μάλιστα, με μια πολύ ενδιαφέρουσα φράση, βασιζόμενος σε κείμενα του Kandisky: «Τα κόμικς αφηγούνται τις ιστορίες της εποχής τους, ανεξάρτητα από τον υποθετικό αφηγηματικό χρόνο στον οποίο αναφέρονται». Στο δεύτερο τμήμα, γίνεται μια ταχεία (και αχρωμάτιστη) αναδρομή της ελληνικής ιστορίας από την πτώση της Χούντας μέχρι και το τότε «σήμερα». Μια κίνηση που κατά τη γνώμη μου δίνει πολλούς πόντους στο εγχείρημα, διότι τα κόμικς, όπως και κάθε άλλη μορφή τέχνης, εντάσσονται σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, επηρεάζονται (και ίσως επηρεάζουν) το κοινωνικό και πολιτικό γίγνεσθαι. Επιπλέον, ο Soloup αναφέρεται σε διάφορα στοιχεία της ελληνικής κουλτούρας (αλυτρωτισμός, σύγκρουση Δύσης-Ανατολής κ.ά.), τα οποία έχουν αποτυπωθεί ποικιλοτρόπως στα ελληνικά κόμικς. ΜΕΡΟΣ II Και ερχόμαστε στο πιο ζουμερό μέρος, όπου ο Soloup καταγράφει την διαδρομή των ελληνικών κόμικς διαμέσου των δεκαετιών. Αναζητά τις απαρχές τους στα τέλη του 19ου αιώνα, στα σκίτσα και τα πρώιμα «στριπ» των γελοιογράφων της εποχής. Αργότερα, αναφέρεται στα έντυπα-σταθμούς Ταμ-Ταμ και Κλασικά Εικονογραφημένα. Η εξέλιξις του λαχάνου του Θέμου Άννινου, που απεικονίζει τον τότε πρωθυπουργό Θ. Δηλιγιάννη, αποτελεί ένα από τα ελληνικά «πρωτοκόμικς» Χαρακτηρίζει την Μεταπολίτευση «τομή στην παρουσία των ελληνικών κόμικς», καθώς την περίοδο αυτή αρχίζουν να δραστηριοποιούνται δημιουργοί «αυτοδίδακτοι στο σκίτσο, οι περισσότεροι σχετικά πολιτικοποιημένοι […] που προσπαθούν να σκαρώσουν “κόμικς” χωρίς τις προκαταλήψεις του παρελθόντος». Στη συνέχεια, εξετάζει τα διάφορα ελληνικά περιοδικά κόμικς και το ιστορικό τους πλαίσιο. Δίνει πληροφορίες για όλα όσα είχαν κυκλοφορήσει ως τότε (και περιείχαν Έλληνες δημιουργούς), από την Κολούμπρα και το Σκαθάρι ως το 9 και το Γκραν Γκινιόλ, αλλά και για εκείνα που απλώς «συγγένευαν», όπως τα Αντί και Γαλέρα. Ακολούθως, ασχολείται με τα άλμπουμ, δηλαδή τις αυτόνομες εκδόσεις κόμικς, προσφέροντας πολλά (τεχνικού κυρίως ενδιαφέροντος) στατιστικά, ενώ κάνει και μια σύντομη αναφορά στο ερώτημα «τι είναι αυτοέκδοση;». Στο κεφάλαιο 6, ο Soloup κάνει το εξής πολύ ενδιαφέρον: επιλέγει ορισμένα κόμικς (ξεκαθαρίζοντας ότι δεν τα θεωρεί απαραίτητα κορυφαία) και τα συνδέει με τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της εποχής που κυκλοφόρησαν. Γράφει π.χ. για τις νύξεις στην επικαιρότητα των 80’s στις Κωμωδίες του Αριστοφάνη των Γιώργου Ακοκαλίδη και Τάσου Αποστολίδη και τους προβληματισμούς των νέων του 21ου αιώνα στο Manifesto του Ηλία Κυριαζή. ΜΕΡΟΣ IIΙ Στο τρίτο μέρος, όπως γίνεται σε κάθε μελέτη, ο Soloup καταγράφει τις παρατηρήσεις και τα συμπεράσματα για τα «μέλη» της ελληνικής σκηνή των κόμικς, από τον δημιουργό ως τον αναγνώστη. Κλείνει με τα ερωτήματα «Ποια θα είναι τα αυριανά κόμικς; Η απάντηση βρίσκεται πια στα χέρια όλων των συμπρωταγωνιστών. Ανυπομονούμε να τα διαβάσουμε. Ανυπομονούμε να τα φτιάξουμε». Ίσως η πραγματικότητα και η άνθιση της σκηνής που βιώνουμε, να είναι κάτι που ακόμη και ο συγκρατημένα αισιόδοξος Soloup να μην περίμενε. Παρόλα αυτά, κάποιες παρατηρήσεις του αναφορικά με το μέλλον, που πλέον αποτελεί παρόν (όπως η διευρυμένη χρήση του διαδικτύου από δημιουργούς και αναγνώστες), έχουν επαληθευτεί. Για το 9, ο Soloup γράφει: «Ο ερχομός του ήταν ανάσταση για το Μέσο» ΜΕΡΟΣ IV Το τελευταίο μέρος αποτελείται από μια σειρά παραρτημάτων, συμπεριλαμβανομένου ενός καταλόγου με όλα τα κόμικς Ελλήνων δημιουργών από το 1974 έως το 2009. ~|*|~ Όπως καταλαβαίνετε, μιλάμε για έναν τεράστιο όγκο πληροφοριών, η συγκέντρωση των οποίων απαιτεί μια ιδιαίτερα κοπιαστική έρευνα. Ο Soloup αντλεί από τον Scott McCloud, τον Umberto Eco, τον Πέτρο Μαρτινίδη και πολλούς άλλους ερευνητές των κόμικς, χωρίς να φοβάται να τους αντικρούσει με επιχειρήματα, και ψάχνει μέσα σε αμέτρητες σελίδες με καρέ και μπαλονάκια, για να μας προσφέρει μία εξαιρετικά ευρεία και ενδελεχή μελέτη των ελληνικών κόμικς. Δίνει την δυνατότητα στον αναγνώστη να συστηματικοποιήσει και οργανώσει τις γνώσεις του, αλλά και να ανακαλύψει νέα ενδιαφέροντα στοιχεία που αγνοούσε (π.χ. Ποιο ήταν το πρώτο ελληνικό sci-fi κόμικ; Ποιο έντυπο δίδαξε στους Έλληνες τους κώδικες ανάγνωσης των κόμικς;). Σίγουρα πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο ανάγνωσμα. Όχι, όμως, λόγω της γλώσσας, αλλά καθαρά εξαιτίας του τεράστιο όγκου του: περίπου 300 σελίδες (εκτός των εισαγωγικών κειμένων και της εκτεταμένης βιβλιογραφίας) σε μεγάλο μέγεθος. Πραγματικό τούβλο γνώσης. Η γραφή είναι άμεση και ευχάριστη. Ακόμη και στα δυσνόητα κεφάλαια, ο Soloup έχει λειάνει την ακαδημαϊκή γραφή του πρωτότυπου ακαδημαϊκού κειμένου, μεταδίδοντας έτσι με σαφήνεια τα πιο δυσνόητα μηνύματα. Σε τελική ανάλυση, το βασικό προτέρημα του βιβλίου είναι ότι ο Soloup αντιμετωπίζει τα κόμικς ως μελετητής, χωρίς όμως να ξεχνάει ότι είναι αναγνώστης και δημιουργός. Γι’ αυτό και τα Ελληνικά Comics είναι ένας θησαυρός, που θεωρώ πολύ δύσκολα θα ξεπεραστεί από οποιοδήποτε παρόμοιο μελλοντικό εγχείρημα. Όποιος αισθάνεται αρκετά τολμηρός, μπορεί να μου ζητήσει την διατριβή του Soloup, η οποία ξεπερνάει τις 900 σελίδες!
  21. Γαλλικό κόμικ, το οποίο κυκλοφόρησε στη Γαλλία από τις εκδόσεις Arkama σε τρεις τόμους, οι οποίοι κυκλοφόρησαν το 2012, 2013 και 2015 αντίστοιχα. Έχει μια κλασική μετά-αποκαλυπτική πλοκή: η ανθρωπότητα έχει επιστρέψει στη βαρβαρότητα και ζει σε έναν εχθρικό κόσμο, γεμάτο με παγίδες και κινύδνους, όπου κανείς δεν είναι ασφαλής. Το Μαύρο Παιδί (L'enfant Noir / The Dark Child) είναι ένας νεαρός έφηβος, μελαψός σε σχέση με τους άλλους, που εξαιτίας του χρώματός του είναι αποσυνάγωγος στη φυλή του και επιβιώνει ακολουθώντας την και τρεφόμενος όπως μπορεί, μέχρι που θα ανακαλύψει το μυστικό του μάγου της φυλής, θα αποκτήσει μεγάλη δύναμη και γνώση και θα ηγηθεί της φυλής του μέχρι την συγκλονιστική αποκάλυψη. Το κόμικ ήταν υποψήφιο πέρυσι για Eisner καλύτερης μεταφρασμένης έκδοσης (δεν κέρδισε) και κάπως έτσι μου έκανε κλικ. Δυστυχώς, δεν μπορώ να πω ότι ενθουσιάστηκα: το σενάριο είναι γεμάτο ευκολίες, από τη στιγμή που ξεκινά η αφήγηση τα πάντα κυλάνε υπερβολικά ευνοϊκά για το Μαύρο Παιδί, πολλά πράγματα είναι δύσκολο να γίνουν πιστευτά (η φιλία με την αρκούδα) ή δεν εξηγούνται καθόλου. Η τελική αποκάλυψη είναι μάλλον προβλέψιμη, αλλά γενικά το κόμικ φαίνεται να ταλαντεύεται μεταξύ μιας αναληθοφανούς περιπέτειας ΕΦ για νεαρούς και σοβαρότερου προβληματισμού για ενήλικες, χωρίς να αποφασίζει και μην καταφέρνοντας να στραφεί ούτε προς τη μία, ούτε προς την άλλη κατεύθυνση επιτυχώς. Από την άλλη, αν κάποιος επιλέξει να αγνοήσει τις όποιες αναληθοφάνειες, θα διαβάσει μια μάλλον ανώδυνη ιστορία ΕΦ, σίγουρα όχι καλύτερη, αλλά ούτε και πολύ χειρότερη από το μέσο όρο και ενδέχεται και να περάσει ευχάριστα. Όσο για το τι σημαίνει ο τίτλος με λίγη φαντασία, θα το καταλάβετε Το σχέδιο είναι καλό, εντυπωσιακό σε κάποια σημεία, αλλά γενικά το βρήκα παλαιομοδίτικο, χωρίς να το θεωρώ αυτό καθόλου μεμπτό. Για κάποιο απροσδιόριστο λόγο, μου θύμισε σχέδιο της νοτιοαμερικάνικης σχολής και ειδικότερα, μου θύμισε κάπως αμυδρά Risso και η γενικότερη σκηνοθεσία, επίσης κάπως αμυδρά, τα κόμικς που διαβάζαμε παλιά στο "Σκορπιό" (για όσους θυμούνται). Δεν είναι καθόλου κακό αυτό και μπορεί να πέφτω και εντελώς έξω. Σε γενικές γραμμές είναι ταιριαστό και ευχάριστο στη θέαση και τα χρώματα αρκετά επιτυχημένα, αλλά έως εκεί. Το κόμικ κυκλοφόρησε σε Integrale στη Γαλλία, ενώ κυκλοφόρησε και ένα άλμπουμ εκτός σειράς. Το 2018 κυκλοφόρησε στα Αγγλικά από τη Dark Horse σε μια σκληρόδετη έκδοση μεγάλου μεγέθους, η οποία αναδεικνύει το σχέδιο, και η οποία περιλαμβάνει τα τρία βασικά άλμπουμ της σειράς. Αυτήν την έκδοση διάβασα εγώ και έκανα την παρουσίαση. Τέλος, μια ενδιαφέρουσα πληροφορία, που δεν θα ήθελα να περάσει απαρατήρητη: το κόμικ είναι βασισμένο σε ένα βιβλίο του Γάλλου συγγραφέα ΕΦ Stefan Wul γραμμένου το 1957. Το όνομα μπορεί να μη σας λέει τίποτα (ούτε εμένα μου είπε, δεν το παίζω έξυπνος ), Ωστόσο, δύο βιβλία του έχουν μεταφερθεί στον κινηματογράφο σε μορφή κινουμένων σχεδίων και μάλιστα η πρώτη ταινία είναι ιδιαιτέρως γνωστή και είχε προβληθεί πάνω από μια φορά στην κρατική τηλεόραση παλιά. Πρόκειται για τα Oms en série, που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1973 με τον πρωτότυπο τίτλο La Planète sauvage (ελληνικά: Ο Άγριος Πλανήτης) και το L'Orphelin de Perdide που μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο το 1982 με τον πρωτότυπο τίτλο Les maîtres du temps. Και οι δύο ταινίες σκηνοθετήθηκαν από τον Ρενέ Λαλού, ενώ στη δεύτερη τα σχέδια τα έκανε ο Moebius.
  22. "The neighborhood was a maze. And now it had its minotaur..." 5 πόρνες βρέθηκαν νεκρές στο κακόφημο Whitechapel, προάστειο του Λονδίνου, το 1888. Ο δολοφόνος πήρε το όνομα Jack the Ripper, και όλη η αστυνομία της αγγλικής πρωτεύουσας επιδόθηκε σε ανθρωποκυνηγητό. Ο επιθεωρητής Frederick Abberline, επικεφαλής της αστυνομικής επιχείρησης, αναζητεί τον Jack και, εν τέλει, τον βρίσκει και αποκαλύπτει την ταυτότητα του. Παράλληλα όμως συνειδητοποιεί ότι η πλεκτάνη δεν σταματάει εδώ. Τα νήματα ξετυλίγονται και τον οδηγούν στην Γαλλία, ενώ μέρος της ιστορίας εκτυλίσσεται πέρα από τον Ατλαντικό, στις ΗΠΑ. Με κίνδυνο της ζωής του, αλλά και της πνευματικής του διαύγειας, ο Abberline φτάνει στο τέλος, και δικαιώνεται. Το τέλος όμως θα είναι τραγικό..... Άλλη μια απόδοση της πασίγνωστης ιστορίας του σφαγέα του Whitechapel, με την πιο γνωστή να είναι αυτή των Alan Moore/Eddie Campbell με το From Hell. Εδώ έχουμε 2 άλμπουμ τα οποία βγήκαν το 2012 και 2013 από τη γαλλική Soleil και μας προσφέρουν μια ελαφριά παραλλαγή του lore, όπως το γνωρίζουμε μέχρι τώρα και όπως έχει επικρατήσει από ιστορικούς ερυνητές, ταινίες και σειρές. Και ενώ ο πρώτος τόμος παραμένει, κατά βάση, πιστός σε αυτό ακριβώς το lore, αφήνονται υπόνοιες ότι κάτι παραπάνω υπάρχει. Το οποίο το διαπιστώνουμε στον δεύτερο τόμο, όπου και αρχίζουν τα ελαφριά φάουλ. Ο επιθεωρητής Abberline (ιστορικό πρόσωπο) μετατρέπεται σε action hero, πηδάει μέσα σε φλεγόμενα κτίρια για να σώσει υπόπτους και σκαρφαλώνει στην οροφή τραίνων για να αποφύγει άλλους. Ενώ το όλο μυστήριο γίνεται πιστευτό, χωρίς να είναι ιδιαίτερα τραβηγμένο, δίνεται με τρόπο γρήγορο και σχετικά ελαφρύ, με αποτέλεσμα να χάνει η ατμόσφαιρα από την βαρύτητα του πρώτου άλμπουμ. Παραμένει καλή σαν ιστορία, ίσως χρειαζόταν μεγαλύτερη άνεση χρόνου για να αναπτυχθεί από τον συγγραφέα Francois Debois και να γίνει πιο πιστευτή. Και να εκμεταλλευθεί το πανέμορφο σχέδιο. Για το οποίο σχέδιο, πρέπει να ανοίξω Λεξικό επιθέτων για να εκφράσω το πόσο πολύ μου άρεσε. Εκπληκτικές λεπτομέρεις, πανέμορφα πλάνα, τρομερή ατμόσφαιρα από όλα τα καρέ που σχεδίασε ο Jean-Charles Poupard και πραγματικά μεταμόρφωσε ένα μέτριο-προς-καλό κόμικ, σε κάτι αξιομνημόνευτο. Φανταστική απόδοση των σκιών και των φωτισμών του σκοτεινού Whitechapel, ανατριχιαστική αποτύπωση του αίματος που σε κάνουν να νομίζεις ότι είσαι παρών στα κακοφωτισμένα στενάκια. Ακόμα όμως και όταν το πλάνο ανοίγει, κυριολεκτικά και μεταφορικά, αποτυπώνοντας την φωτεινή Γαλλική εξοχή, το αποτέλεσμα παραμένει υπέροχο. Πραγματικά, είναι από τα πιο όμορφα κόμικς που έχω διαβάσει! Το μόνο που με στενοχώρησε ήταν, μη γνωρίζοντας γαλλικά, το διάβασα στην αγγλική έκδοση της Dark Horse, η οποία είναι μεν πανέμορφη και σκληρόδετη, αλλά σε μικρότερο (αμερικάνικο) μέγεθος από το πρωτότυπο. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, το προτείνω να το διαβάσουν όλοι, αν όχι για το,εν τέλει, συμβατικό σενάριο, αλλά για το σχέδιο που ξεχωρίζει.
  23. Το "The Judas coin" κυκλοφόρησε το 2012 από την DC και είναι μιά σχεδόν εξολοκλήρου δουλειά του Walter Simonson, που έχει γράψει το σενάριο και το έχει σχεδιάσει. Ο χρωματισμός μόνο είναι του Lovern Kindzierski. Είναι ένα σπονδυλωτό κόμικ. Αποτελείται από 6 ιστορίες. Αυτές οι ιστορίες έχουν συνδετικό κρίκο ένα από τα 30 αργύρια που πήρε ο Ιούδας για να προδώσει τον Χριστό και που σύμφωνα με την παράδοση φέρνουν κακοτυχία στον εκάστοτε κάτοχό τους. Μερικά πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία στο κόμικ, είναι ότι ο Simonson σε κάθε ιστορία χρησιμοποιεί σαν κεντρικoύς ήρωες, δεύτερους και ξεχασμένους χαρακτήρες της DC. Ακόμα η κεντρική ιστορία κινείται διαχρονικά. Ξεκινά από την Ρωμαϊκή εποχή και καταλήγει στο μέλλον. Στην πρώτη ιστορία κεντρικός χαρακτήρας είναι ο Golden Gladiator. Η ιστορία μάλιστα αυτή είναι και το κύκνειο άσμα του χαρακτήρα, αφού διηγείται τον θάνατό του. Εκτυλίσεται στο 73 μ.Χ. Η επόμενη ιστορία είναι μιά ιστορία με τον Viking Prince στο έτος 1.000μ.Χ. Ακολουθεί ο Captain Fear στο 1.720 μ.Χ., ο Bat Lash στα 1.881 μ.Χ. , ο Two-Face στο παρόν και το κόμικ κλείνει ο Manhunter 2070 στο έτος 2.087 μ.Χ. Η τελευταία αυτή ιστορία είναι σχεδιασμένη σε στυλ manga. 'Οπως όλα τα κόμικ αυτού του είδους, έτσι κι αυτό είναι λίγο άνισο. Κάποιες ιστορίες είναι πολύ καλές, κάποιες μέτριες και κάποιες με άφησαν αδιάφορο. Το σχέδιο του Simonson πολυ καλό στο σύνολό του, αλλά σε κάποιες ιστορίες το σενάριο κατά την άποψή μου ήθελε περισσότερο δούλεμα. Πάντως πρόκειται για ένα πολύ ενδιαφέρον και ευχάριστο κόμικ, που το τελειώνεις και πολύ γρήγορα.
  24. Is Evil Just Something You Are Or Something You Do ? Ο Filmore Press ήταν κάποτε ο διαβόητος serial killer Madder Red ο οποίος τρομοκρατούσε για τρία χρόνια την πόλη του Bedlam. Αδίστακτος δεν δίσταζε να σκοτώσει ακόμα και μικρά παιδιά, ενώ είχε και ο ίδιος χάσει το μέτρημα των φόνων του. Πλέον, έπειτα από 10 χρόνια ψυχιατρικής και ιατρικής παρακολούθησης σε απομόνωση είναι έτοιμος να ενταχθεί ξανά στην κοινωνία , θεραπευμένος από την σχιζοφρένεια και την μανία. Τώρα όμως στην πόλη ξεκινάει μια νέα σειρά κατά συρροήν φόνων και ο Filmore είναι ο ιδανικός άνθρωπος για να βοηθήσει στην επίλυση της υπόθεσης, καθώς μπορεί εύκολα να συνάγει το πως σκέφτονται αυτού του είδους οι δολοφόνοι. Εκτός από την κύρια πλοκή όμως, δημιουργούνται και άλλα ερωτήματα. Πρόκειται για ένα πολύ καλό θρίλερ/horror. Στην ιστορία υπάρχουν σαφώς παραλληλισμοί με τον κόσμο του Batman χωρίς όμως να επεικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτό. Μάλιστα στην πόλη υπάρχει και ο αμφιλεγόμενος υπερήρωας με το όνομα The First. Στο κομμάτι του τρόμου τα πάει εξαιρετικά: ζοφερά σκηνικά και άρρωστα εγκλήματα. Το σχέδιο, βρώμικο χωρίς πολλές λεπτομέρειες και ιδιαίτερα ο χρωματισμός με τα μουντά χρώματα και έντονο κόκκινο απογειώνουν την ιστορία. Οι διάλογοι είναι καλοί και οι χαρακτήρες, όλοι σε γκρι αποχρώσεις, έχουν αρκετό ενδιαφέρον και πάντα υπάρχει και η αγωνία για το αν θα ξαναγυρίσει στις παλιές του συνήθειες ο πρωταγωνιστής. Γενικώς ο χαρακτήρας του πρωταγωνιστή είναι πολύ καλά γραμμένος. Εκεί που πάσχει λίγο είναι στο αστυνομικό κομμάτι, καθώς μου φάνηκε ότι η πρώτη υπόθεση έκλεισε κάπως βιαστικά. Ένα ακόμα ενδιαφέρον στοιχείο σχετικά με το κόμικ είναι ότι η λέξη Bedlam , χρησιμοποιόταν για το Βethlem Royal Hospital που ήταν ένα νοσοκομείο στο Λονδίνο , το πρώτο που ειδικευόταν στην θεραπεία των ψυχικά διαταραγμένων. Κυκλοφόρησαν 11 τεύχη και δύο TPB, αλλά η ιστορία δυστυχώς σταμάτησε. Ο Spencer έχει δηλώσει ότι κάποια στιγμή θα το ξαναπιάσει, όμως δεν υπάρχει κάποιο νεότερο από το 2014, που σταμάτησε η σειρά. Συνολικά θα το πρότεινα σίγουρα. Αποτελεί μια πολύ καλή επιλογή για ανάγνωση. Πρόκειται για ένα πραγματικό horror με πολύ καλογραμμένους χαρακτήρες, δεν προτείνεται όμως σε άτομα με ευαίσθητα στομάχια καθώς δεν τσιγκουνεύεται το gore kwtsoκλιμακα 7,5/10
  25. Αν παραδέχομαι σε κάτι την κίνηση των μεταφράσεων ξενόγλωσσων κόμικ στην Ελλάδα, αυτό είναι η ποικιλία τίτλων σε κοινωνικά/πολιτικά και γενικότερα κόμικ που ασχολούνται με ευαίσθητης φύσεως θέματα που ταλαιπωρούν την διεθνή κοινότητα και *δυστυχώς* αποτελούν ταμπού. Δεν με ενδιαφέρει αν υπάρχουν πολιτικές σκοπιμότητες πίσω από κομμάτι αυτής της δραστηριότητας, άλλωστε εύχομαι περαστικά σε όποιον/όποιους θεωρούν ότι μπορούν να προωθήσουν πετυχημένα και σε μαζική κλίμακα ατζέντες στην Ελλάδα μέσω των κόμικς. Στο δια ταύτα. Το Μετζ Γιεγέρν αποτελεί ένα βαθιά ουμανιστικό κόμικ που για μένα αρπάζει την αρμενική γενοκτονία ως πρόφαση για να σχολιάσει την φύση του ανθρώπου. Ασπρόμαυρο στις 140 σελίδες δια χειρός του ιταλού Paulo Cossi, ήρθε στην χώρα τον Μάρτιο του 2012 από τις εκδόσεις Τσουκάτου και το περιοδικό "Αρμένικα". Στις σελίδες του περιγράφεται περιληπτικά μια μεγάλη μαύρη σελίδα του 20ου αιώνα (όπως έμελλε να γίνει, δυστυχώς η πρώτη από πολλές), η συστηματική εκτόπιση και εξόντωση της αρμενικής μειονότητας μεγέθους περίπου 1.2-1.5 εκατομμυρίων ανθρώπων από την βορειοανατολική Τουρκία που ξεκίνησε την άνοιξη του 1915 και κράτησε μέχρι το 1918 σύμφωνα με κάποιους ιστορικούς, μέχρι το 1923 σύμφωνα με άλλους. Το κόμικ έχει ανάλαφρο σχέδιο και ευτυχώς, μιας και το θέμα του είναι σκληρό, υπερβολικά σκληρό και ένα πιο ρεαλιστικό σχέδιο θα σόκαρε υπερβολικά πολύ τον αναγνώστη κρατώντας τον ίσως κάμποσο από την πλήρη απορρόφηση της ιστορίας και των πληροφοριών που παρέχει. Βλέπουμε το δίπολο της ανθρώπινης φύσης σε όλο του το τρομακτικό μεγαλείο, αφού ακολουθούμε ανθρώπους που έχασαν ολόκληρη την οικογένεια και την ταυτότητα τους αλλά κρέμονται από όνειρα και ελπίδες για να επιζήσουν, αλλά και ανθρώπους σκληρούς, ανθρώπους που σημείωναν σκορ τον αριθμό των γυναικών που βίαζαν και των ανθρώπων που σκότωναν, ανθρώπους για τους οποίους δεν υπάρχει αρκετά σκληρή τιμωρία. Εγώ πάντως, χαίρομαι ιδιαιτέρως που ζω σε μια χώρα που ένα τέτοιο έντυπο μπορεί να έρθει στα χέρια μου ελεύθερα και χωρίς να κυνηγηθώ εγώ που το έχω και αυτός που μου το δίνει. Ένα προνόμιο που δεν ξέρουμε πόσο τυχεροί είμαστε που το έχουμε. Μετζ Γιεγέρν σημαίνει στα αρμενικά "μεγάλη συμφορά". Μέχρι στιγμής έχει αναγνωριστεί από μόνο 29 χώρες, μια εξ'αυτών και η δική μας.
×
×
  • Create New...