Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'βαβελ'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 18 results

  1. Θα κυκλοφορήσει ντοκιμαντέρ για την ιστορία της Βαβέλ. Όπως γράφουν και στην σελίδα τους στο fb "Η ταινία έχει κατατεθεί στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Θα κάνει πρεμιέρα εκεί, αν με το καλό την δεχτούν." Αναμένουμε! από τη σελίδα στο fb Αθήνα, Φεβρουάριος 1981. Πως μια παρέα ανθρώπων, με μοναδικό κίνητρο την αγάπη τους για την 9η Τέχνη, έμαθαν στο ελληνικό κοινό ότι τα κόμικς δεν είναι μόνο για παιδιά. Η ιστορία του Θρυλικού περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) Βαβέλ και των διεθνών φεστιβάλ που διοργάνωνε. Ντοκιμαντέρ. Athens, February 1981. How a group of people motivated by their shared love for the ninth Art, introduced Greek readers to the culture of comic books that are not just for kids. The Story of the legendary comics magazine Βαβελ and international comics Festivals. Documentary. Μαζί με`: Niki Tzouda, Σταύρο Κούλα, Yannis Nenes, Angelos Frantzis, George Botsos, Αντωνιος Νικολοπουλος, Katerina Barabouti, Nikos Xydakis, Christos Xanthakis, Αλέξης Καλοφωλιάς, Θοδωρής Κούτσης, @Έλενα Ναβροζίδου, @Pavlos Petridis. Extracts from the book Η Τελική Λήθη/ Δε Φαιναλ Θολούθιον by Kostakis Anan are used. Read by Antonis Tsiotsiopoulos. Camera: Κώστας Καπερνάρος, Christos Tolis, Evi Tsadari, @Giannis Kapernaros Film Editing & Color Grading: Michael Kalligeris Music: Vassilis Mantzoukis / Cello: Nikos Papaioannou / Mix: Chris Parapagidis Sound Design: Sotiris ElDot Laskaris, Kostas Filaktidis Illustrator : Sotos Anagnos, Natasa Polizou B & W Photos: François L'Hotel Poster: Stavros Koulas, Sotos Anagnos Photo's archives: Kostas Koutsaftikis Video's archives: Michalis Asthenidis Written & Directed : Meletis Miras
  2. Μπέρμπον, βαρβιτουρικά, μελαγχολία και τζαζ Tardi / Άγρα Καρέ του Ταρντί από τη μεταφορά σε κόμικς του μυθιστορήματος του Μανσέτ, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Mυθιστόρημα, μετάφραση από τα γαλλικά: Θοδωρής Τσαπακίδης, Άγρα, Αθήνα 2001, 2019, 208 σελ. Ζακ Ταρντί, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής. Κόμικς, μετάφραση από τα γαλλικά: Θοδωρής Τσαπακίδης, λέτερινγκ: Παυλίνα Καλλίδου, Άγρα/Βαβέλ 2006, Άγρα, Αθήνα 2021, 78 σελ. Ο Ζακ-Πατρίκ Μανσέτ είναι ένας σημαντικός γάλλος αφηγητής αστυνομικών ιστοριών, με κοινωνικό βάθος. Ο Ζακ Ταρντί είναι ένας σημαντικός αφηγητής ιστοριών με εικόνες που στον Μανσέτ βρίσκει τους ιδανικούς μύθους για να φτιάξει ατμοσφαιρικά νουάρ αφηγήματα που εκτυλίσσονται στο αγαπημένο του Παρίσι, Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής είναι ένα καθηλωτικό αστυνομικό μυθιστόρημα που έγινε εξίσου καθηλωτικό κόμικς. Ο Ζωρζ Ζερφώ είναι κακός σύζυγος, ακόμα χειρότερος πατέρας, μηχανικός σε μια εταιρεία κατασκευής ηλεκτρικών συσκευών. Δεν έχει κλείσει τα σαράντα, στα νιάτα του συμμετείχε σε αριστερές επαναστατικές οργανώσεις και, τώρα, τον βλέπουμε να τρέχει με το αμάξι του –μια Πορτ ντ’ Ιβρύ– στον εξωτερικό περιφερειακό του Παρισιού. Είναι δύο και μισή το πρωί, μπορεί να ’ναι και τρεις και τέταρτο και ο Ζερφώ έχει πιει τέσσερα μπέρμπον 4 Roses ανακατεύοντάς τα με δύο χάπια ισχυρού βαρβιτουρικού. Αυτός ο συνδυασμός δεν τον νύσταξε, αντίθετα του προκάλεσε «μια τεταμένη ευφορία που κινδυνεύει ανά πάσα στιγμή να μετατραπεί σε οργή ή σε ένα είδος μελαγχολίας, σχεδόν τσεχοφικής»: Στο μυαλό του Ζωρζ Ζερφώ υπάρχει σκοτάδι και σύγχυση ασαφώς μπορούμε να διακρίνουμε κάποιες αριστερές ιδέες. Η μυθολογία του νουάρ 145 χιλιόμετρα την ώρα σε έναν περιφερειακό μέσα σε μια γκρι Μερσεντές, μπέρμπον, βαρβιτουρικά, μελαγχολία και τζαζ μουσική σε στυλ Δυτικής Ακτής των ΗΠΑ, δηλαδή Τζέρυ Μάλιγκαν και Τσίκο Χάμιλτον, κυρίως. Έτσι ξεκινά το αριστουργηματικό αστυνομικό μυθιστόρημα Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ, αυτού του «μάστορα» του neo-polar (όπως αποκαλείται το νέο γαλλικό αστυνομικό μυθιστόρημα) που εισήγαγε το στοιχείο της πολιτικής και τους εξωκοινοβουλευτικούς προβληματισμούς του Μάη του 1968 στο είδος. Ο Ζωρζ Ζερφώ, όμως, θα βγει κάπως βίαια από την ανιαρή και –σχεδόν– ανούσια ζωή του, όταν θα πάει στο νοσοκομείο έναν άνθρωπο, που ο Ζερφώ πιστεύει πως είναι θύμα αυτοκινητιστικού ατυχήματος. Τελικά ο άνθρωπος αυτός καταλήγει στο νοσοκομείο, που τον άφησε ο Ζερφώ χωρίς να ασχοληθεί περαιτέρω, από τις σφαίρες που δέχτηκε στα πλευρά. Ο ηθικός αυτουργός του φόνου του, ο Αλόνσο Εδουάρδο Ρανταμές Φιλίπ Έμερυχ Υ Έμερυχ, ένας αξιωματικός του Δομινικανού Στρατού, πολύ πλούσιος, με μίζερη ζωή, μαθαίνει από τα τσιράκια του, τον Μπαστιάν και τον Κάρλο, για τον Ζερφώ και, φοβούμενος μήπως το θύμα τού είπε κάτι στο δρόμο προς το νοσοκομείο, βάζει τα τσιράκια να τον σκοτώσουν. Ο Μπαστιάν και ο Κάρλο, τα τσιράκια του Αλόνσο, δύο τύποι με περιορισμένο λεξιλόγιο, βαρύ οπλισμό και μια αταίριαστη και καθόλου διακριτική Λάντσια Μπέτα Μπερλίν 1800, πιθανώς εραστές, αποπειρώνται δύο φορές να σκοτώσουν τον Ζερφώ. Τη μία κατά τη διάρκεια των διακοπών του, την άλλη στο Παρίσι, όπου επέστρεψε εσπευσμένα μετά την πρώτη απόπειρα εναντίον του χωρίς να ειδοποιήσει τη σύζυγό του. Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής, δημοσιεύτηκε στη Γαλλία πριν από περίπου πενήντα χρόνια. Ατμοσφαιρικό, γεμάτο αναφορές στην τζαζ μουσική της Δυτικής Ακτής των Ηνωμένων Πολιτειών, με πλούσιες περιγραφές και σκηνικές αποτυπώσεις που μένουν αξέχαστες, δεν θεωρείται τυχαία ένα από τα καλύτερα και πιο χαρακτηριστικά μυθιστορήματα του Ζαν-Πατρίκ Μανσέτ. Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί έναν παντογνώστη αφηγητή, ο οποίος παρέχοντας πολλή πληροφορία στον αναγνώστη άλλοτε υποστηρίζει και άλλοτε υπονομεύει τη δράση. Το αποτέλεσμα είναι ιδιοφυές, καθώς συνεπαίρνει τον αναγνώστη με τη γλαφυρότητα των αφηγήσεων, χωρίς όμως, ποτέ, να τον κουράζει με την ποσότητα της πληροφορίας. Ο Μανσέτ μεταφέρει όλες τις επιρροές και την αγάπη του για πράγματα της καθημερινότητας στην αφήγησή του. Ποτά, τσιγάρο, τζαζ της Δυτικής Ακτής, αυτοκίνητα, κινηματογράφος και κόμικς είναι κάποια από τα πράγματα που αγαπά και ψήγματα των προσωπικών του επιλογών και προτιμήσεων γι’ αυτά μεταφέρει στη γραφή του. Τα βιβλία του Μανσέτ διακρίνονται για το πολύ ψυχρό ύφος τους με την ακραία βία να αναμειγνύεται με καυστικά κοινωνικά και πολιτικά σχόλια. Το ενδιαφέρον του για την πολιτική, και κυρίως για ό,τι θεωρούσε παγίδες και διαβρωτικά στοιχεία του καπιταλισμού, έρχεται μέσα από δυνατές και ξεκάθαρες αναφορές. Γράφει, π.χ., ότι ο Αλόνσο Έμερυχ Υ Έμερυχ είχε επάγγελμά του τον πόλεμο. Τι πόλεμος όμως είναι αυτός αφού ο Δομινικανός Στρατός, στον οποίο και ο Αλόνσο υπηρέτησε, ήταν κάπως απίθανο να εμπλακεί σε εμπόλεμη κατάσταση μιας και ο Άγιος Δομίνικος διαχωριζόταν απ’ όλες τις χώρες –πλην της Αϊτής– από απέραντη θάλασσα; Λάθος, κάθε στρατιώτης συμετέχει στον λεγόμενο «κοινωνικό πόλεμο» φροντίζοντας να εξουδετερώνει τους εκάστοτε ταξικούς εχθρούς. Σε άλλα σημεία, μας δίνει στοιχεία για το αριστερό παρελθόν του ήρωά του, του Ζωρζ Ζερφώ, ενώ στην καλύβα του δεκανέα Ραγκύς βλέπουμε ένα πορτρέτο του Στάλιν. Το «μάθημα» του Μανσέτ ή, καλύτερα, το αφηγηματικό κίνητρό του, είναι πως το κυνήγι του χρήματος και της εξουσίας φθείρουν και, σε συνδυασμό με συγκεκριμένες ιδέες ή την αμοραλιστική πρόσληψη του κόσμου, οδηγούν τάχιστα στη βία. Ο Ζωρζ Ζερφώ, ο ήρωας του συγγραφέα, μαθαίνει ότι η βία μπορεί να τον περιμένει στα λιγότερο πιθανά μέρη: στη θάλασσα όσο κολυμπά, σ’ ένα πρατήριο καυσίμων και πάει λέγοντας. Η ίδια ιστορία με εικόνες Το 2005, η αστυνομική πλοκή του Μανσέτ ενέπνευσε τον Γάλλο αφηγητή κόμικς Ζακ Ταρντί, ο οποίος αποφάσισε να ξαναπεί την ιστορία με τα δικά του μέσα, με εικόνες και πρόζα. Είχε προηγηθεί το πρωτότυπο κόμικς Griffu (στα ελληνικά, στο περιοδικό Βαβέλ, τχ. 32-36), που δεν είχε βασιστεί σε προϋπάρχον έργο του Μανσέτ. Μετά τον θάνατό του όμως, ο Ταρντί μετέφερε σε κόμικς τρία μυθιστορήματα του Γάλλου αστυνομικού συγγραφέα. Το μελαγχολικό κομμάτι της Δυτικής Ακτής (2005), την Πρηνή θέση του σκοπευτή (2010) και το μυθιστόρημα Ô dingos, ô châteaux (στα αγγλικά αποδόθηκε από την Fantagraphics ως Run Like Crazy, Run Like Hell, 2011). Το απολαυστικό με τις μεταφορές σε κόμικς του Ταρντί είναι πως, σεναριακά, ο Γάλλος αφηγητής εικονογραφημένων ιστοριών ακολουθεί πολύ πιστά το βιβλίο του Μανσέτ. Παραλείπει πολύ λίγα επεισόδια, που δεν είναι καίρια για τη ροή της αφήγησης, ενώ παράλληλα χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσιο το κείμενο του πρωτότυπου, πράγμα που τον βοηθά να δώσει στον αναγνώστη περισσότερα στοιχεία για την ψυχοσύνθεση των ηρώων: από την εξοντωτική πληροφορία για την μουσική και τα ποτά που καταναλώνουν, μέχρι το τι βρίσκεται στο κεφάλι τους. Ο Ταρντί επιλέγει τα πιο σωστά κομμάτια για να μας δείξει την ψυχοσύνθεση του Ζερφώ, ενός βολεμένου μικροαστού που, μπλέκοντας σε μια αδιανόητη για τα μέτρα του περιπέτεια, θα γοητευτεί από το περιθώριο και την αναστάτωση αυτή, δεν θα ειδοποιήσει την αστυνομία, αλλά απεναντίας θα αρπάξει την ευκαιρία και θα λερώσει τα χέρια του με αίμα, θα γίνει αγρίμι και κατόπιν θα γυρίσει στην πρότερη νωθρή και βολεμένη κατάσταση. Εξίσου εντυπωσιακό είναι το πώς οι ασπρόμαυρες και παγωμένες παρακείμενες εικόνες, σε εσκεμμένη διαδοχή που υπάρχουν στα καρέ, διασώζουν με τρόπο μοναδικό την κίνηση και την ένταση του μυθιστορήματος και της αφήγησης του πρωτότυπου. Ζοφερές μα συνάμα αστείες (όπως πρέπει) μοιάζουν να ξεπηδούν από κάποιο ιδιότυπο αμερικανικό φιλμ νουάρ της δεκαετίας του 1950, όπως Ο άρχων του κακού (1958) του Όρσον Γουέλς, όπου το είδος παύει να επικεντρώνεται στο μυστήριο, όσο στην ακραία ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων. Χωρίς αυτό να σημαίνει, όμως, πως ενσωματώνει και τα κλισέ ενός αμερικανικού αστυνομικού έργου. Δεν βλέπουμε δηλαδή πυροβολισμούς ατμοσφαιρικά σκηνοθετημένους κάτω από τα μουντά φώτα ενός δρόμου. Όχι. Τίποτα δεν είναι όμορφο και ρομαντικό στην τέχνη του Ταρντί. Ο κομίστας συνδυάζει λεπτομερείς απεικονίσεις των περιβαλλόντων χώρων με τις καρτουνίστικες φιγούρες των ηρώων. Καρτουνίστικες μέχρι να εκραγούν βίαια μπροστά στα μάτια μας. Ο Ταρντί είναι ικανότατος στη φθαρμένη και “γρατζουνισμένη” απεικόνιση ανθρώπων που πίνουν, καπνίζουν, κάνουν έρωτα, οδηγούν μεθυσμένοι κ.ο.κ. Και το βιβλίο του Μανσέτ είναι γεμάτο από τέτοιες σκηνές. Πολύ ώριμος σχεδιαστικά, όταν έφτιαξε το συγκεκριμένο κόμικς, καθηλώνει στην απόδοση του σκοτεινού κλίματος του δάσους αλλά και στην ελαστικότητα των κινήσεων στις σκηνές δράσης. Η μετάφραση του Θοδωρή Τσαπακίδη τόσο στο μυθιστόρημα, όσο και στο κόμικς είναι καλή και πιστή στο πρωτότυπο, ωστόσο το βιβλίο έχει ελλείψεις. Είναι αναγκαίες οι υποσημειώσεις για πράγματα που το ελληνικό κοινό δεν είναι αναγκασμένο να γνωρίζει, όπως η αναφορά στο σταθμό του Μετρό στη Σαρόν. Ο συγγραφέας αναφέρεται στη Σφαγή του Παρισιού (1961) στον συγκεκριμένο σταθμό, όπου σκοτώθηκαν από σφαίρες αστυνομικών του καθεστώτος Βισύ δεκάδες αλγερινοί διαδηλωτές. Ο Ταρντί μεταφέρει άψογα το χιούμορ του Μανσέτ παρουσιάζοντας συγχρόνως το πλήρως απο-ρομαντικοποιημένο βλέμμα του πάνω στο έγκλημα. Δεν υπάρχουν κομψά διαμερίσματα ή ντιζαϊνάτοι εσωτερικοί χώροι, οι εγκληματίες φαντάζουν ανόητοι, όπως και οι πρωταγωνιστές. Τίποτα δεν είναι όμορφο και ωραίο. Τίποτα δεν είναι «τακτοποιημένο». Η ζωή είναι βαρετή. Είναι ίσως η πιο ωραία και πετυχημένη διασκευή μυθιστορήματος σε κόμικς που μπορείτε να διαβάσετε. Πηγή
  3. «Κι αν το χιούμορ αποτελεί επιβαρυντικό στοιχείο;» Γιάννης Κουκουλάς Ένα από τα αμέτρητα θύματα της κρατικής εκδικητικότητας στην Ιταλία μετά τη δολοφονία του Αλντο Μόρο στα τέλη της δεκαετίας του 1970 ήταν και ο Mario Dalmaviva. Που δεν το έβαλε κάτω στα πεντέμισι χρόνια της προφυλάκισής του! Και δημιούργησε μια απίστευτα μινιμαλιστική και συγκλονιστική σειρά κόμικς για τη ζωή πίσω από σιδερένιες πόρτες «Μα πώς το κάνετε αυτό; Είναι πολύ δύσκολο τελικά να φτιάχνεις κόμικς. Εγώ δεν μπορώ να σχεδιάσω ούτε μια ίσια γραμμή...» είναι η κλασική ατάκα που ακούνε συχνά οι δημιουργοί κόμικς από ανθρώπους που νιώθουν δέος απέναντι στη σχεδιαστική δεξιοτεχνία. Μια τέτοια άποψη όμως έχει καταρριφθεί από την ίδια τη ζωή εδώ και μερικές δεκαετίες, καθώς έχουν δημιουργηθεί πολλά αριστουργηματικά κόμικς που δεν ξεχωρίζουν ούτε για τα ρεαλιστικά και αναπαραστατικά τους σχέδια ούτε για τα εντυπωσιακά τους χρώματα. Αυτό που έχει τη μεγαλύτερη σημασία είναι το κατά πόσο το σχέδιο υπηρετεί το σενάριο και το αντίθετο. Στην εμβληματική του μελέτη με τίτλο «Understanding Comics» το 1993 (κυκλοφορεί στα ελληνικά με τίτλο «Κατανοώντας τα Κόμικς» από τις εκδόσεις Web Comics σε μετάφραση Νίκου Καμπουρόπουλου) ο Scott McCloud κατέδειξε με τον πιο εμφατικό τρόπο και με δεκάδες παραδείγματα ότι η πιστότητα των αναπαραστάσεων, η επιδίωξη της ομοιότητας με τον πραγματικό κόσμο, η ζωγραφική που μιμείται τη φωτογραφία και αξιώνει την περί αυτής κρίση με όρους ρεαλισμού κ.λπ. δεν αποτελούν προϋποθέσεις για τη δημιουργία ενός καλού κόμικς. Στις εικαστικές τέχνες, άλλωστε, κάτι τέτοιο έχει οριστικά και αμετάκλητα λυθεί εδώ και περισσότερο από έναν αιώνα και ειδικότερα μετά την έλευση των μοντέρνων πρωτοποριών και της αφαίρεσης. Σκίτσο που κατά πάσα πιθανότητα ενέπνευσε τον Αρκά καθώς και ο δικός του Ισοβίτης είναι καταδικασμένος σε 622 χρόνια φυλάκισης Δεν γνωρίζω αν ο Scott McCloud όταν φιλοτεχνούσε το βιβλίο του είχε υπ’ όψιν του την περίπτωση του Ιταλού πρώην πολιτικού κρατούμενου και δημιουργού κόμικς Mario Dalmaviva. Πιθανολογώ ότι δεν την είχε. Γιατί αν την είχε θα αποτελούσε την ιδανική επιβεβαίωση των απόψεών του και σίγουρα θα τη φιλοξενούσε στο βιβλίο του. Κι αυτό γιατί ο Mario Dalmaviva (1943 – 2016) κατόρθωσε να γίνει ιδιαιτέρως δημοφιλής στον χώρο των ιταλικών και ευρωπαϊκών κόμικς γενικότερα σχεδιάζοντας ξανά και ξανά την ίδια εικόνα, την κλειστή πόρτα του κελιού μιας φυλακής. Στο κελί αυτό βρισκόταν ο ίδιος και πάνω από την πόρτα αιωρούνταν μέσα σε συννεφάκια τα λόγια και οι σκέψεις του. Η φυλάκιση του Mario Dalmaviva, ή καλύτερα η προφυλάκισή του, ήταν αποτέλεσμα της εκδικητικής πολιτικής της ιταλικής κυβέρνησης που εφαρμόστηκε με σιδερένια πυγμή αμέσως μετά τη δολοφονία του Άλντο Μόρο, πρώην πρωθυπουργού, επιφανούς στελέχους των Χριστιανοδημοκρατών και πρωτεργάτη του λεγόμενου «ιστορικού συμβιβασμού» ανάμεσα στην ιταλική Δεξιά και την ευρωκομμουνιστική Αριστερά του Μπερλίγκουερ. Το Κομμουνιστικό Κόμμα Ιταλίας ήταν ήδη έτοιμο να πάρει μέρος σε κυβέρνηση συνασπισμού με τη Δεξιά όταν έσκασε σαν βόμβα η είδηση της απαγωγής του Άλντο Μόρο. Οι Ερυθρές Ταξιαρχίες ανέλαβαν την ευθύνη της απαγωγής και, για την απελευθέρωση του Μόρο, ζήτησαν την απελευθέρωση πολλών φυλακισμένων μελών τους. Οι διαπραγματεύσεις κατέληξαν σε ναυάγιο και 55 μέρες αργότερα ο Ιταλός πρώην πρωθυπουργός βρέθηκε δολοφονημένος με δέκα σφαίρες στο πορτ μπαγκάζ ενός αυτοκινήτου στη Ρώμη. Αυτή ήταν η αρχή και η ιδανική αφορμή για ένα άνευ προηγουμένου πογκρόμ της ιταλικής αστυνομίας σε συνεργασία με το κράτος και τη δικαιοσύνη εναντίον πολιτικών ομάδων και προσωπικοτήτων της Αριστεράς και της Αυτονομίας που δραστηριοποιούνταν έντονα τα τελευταία δέκα χρόνια. Η δολοφονία του Μόρο, επιπλέον, έδωσε στο κράτος και το απαραίτητο άλλοθι για την ψήφιση μιας σειράς ειδικών νόμων και διατάξεων που ουσιαστικά θεσμοθετούσαν ένα καθεστώς έκτακτης ανάγκης, επέτρεπαν την προφυλάκιση χωρίς δίκη για πολλά χρόνια ακόμα και για απλές ενδείξεις συμμετοχής σε τρομοκρατικές οργανώσεις κ.λπ. Στο κλίμα αυτό, στις 7 Απριλίου του 1979, η ιταλική αστυνομία ανακοινώνει τη σύλληψη του αρχηγού των Ερυθρών Ταξιαρχιών και του επιτελείου του με τυμπανοκρουσίες και εν μέσω πανηγυρισμών για την «πάταξη μιας επικίνδυνης τρομοκρατικής οργάνωσης δολοφόνων». Προς έκπληξη όλων βέβαια, τα υποτιθέμενα ηγετικά μέλη και στελέχη των Ερυθρών Ταξιαρχιών ήταν όλα τους δημόσια πρόσωπα με έντονη αλλά φανερή πολιτική δράση στα κινήματα. Όπως γράφει ο Γιώργος Σιούνας στο περιοδικό Βαβέλ, σε άρθρο με τίτλο «Όταν η δίκη δεν είναι μόνο για τον κύριο Κ. (αλλά και για άλλους 4.000)» (τεύχος 35, Μάρτιος 1984): «Αυτοί οι ηγέτες της απόλυτα συνωμοτικής ένοπλης οργάνωσης ήταν, κατά τους κατήγορούς τους γνωστά δημόσια πρόσωπα: ο Antonio Negri, καθηγητής της Θεωρίας του Κράτους στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα, οι επίσης καθηγητές Πανεπιστημίου Franco Piperno και Luciano Ferrari Bravo, η Alisa Del Re, βοηθός του Negri στο Πανεπιστήμιο, ο Mario Dalmaviva, ασφαλιστής και διαφημιστής, ο Nanni Balestrini, συγγραφέας και ποιητής (που διέφυγε τη σύλληψη) κι άλλοι πολλοί. Κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των ανθρώπων ήταν ότι υπήρξαν ηγετικά στελέχη της μαζικής εξωκοινοβουλευτικής οργάνωσης “Potere Operaio” (Εργατική Εξουσία) που είχε σημαντική επιρροή στο εργατικό κίνημα, με ανοιχτή νόμιμη δράση, από το 1969 μέχρι το 1973 οπότε και διαλύθηκε. Μετά από τη διάλυσή της, πολλοί απ’ αυτούς εντάχθηκαν στο χώρο της “αυτονομίας” (ο Negri υπήρξε ο σημαντικότερος θεωρητικός της) κι άλλοι εγκατέλειψαν βαθμιαία κάθε άμεση πολιτική πρακτική». Αριστερά, πρόσφατη αναδρομική ιταλική έκδοση με τις Πόρτες του Dalmaviva. Δεξιά, οι Πόρτες στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Επανοικειοποίηση» Αν και ήταν καταφανές ότι η συντριπτική πλειονότητα των προσώπων που συνελήφθησαν εκείνη την περίοδο δεν είχαν καμιά σχέση με την ένοπλη δράση, η τρομοϋστερία ήταν αρκετή για να οδηγηθούν στη φυλακή. Ακόμα και όταν υπήρξαν καταθέσεις κατηγορουμένων, συλληφθέντων και άλλων προσώπων που σχετίζονταν με την υπόθεση που αθώωναν τους φερόμενους ως ηγέτες των Ερυθρών Ταξιαρχιών, αυτοί παρέμειναν στη φυλακή σε συνθήκες σχετικής απομόνωσης και χωρίς καμιά προοπτική να δικαστούν άμεσα. Άλλωστε οι πρόσφατοι νόμοι επέτρεπαν τη μακρόχρονη προφυλάκιση χωρίς δίκη. Σε ένα τέτοιο ζοφερό κλίμα και με ελλιπείς δυνατότητες επικοινωνίας των κρατουμένων με τον έξω κόσμο, προέκυψαν τα κόμικς του Mario Dalmaviva που ξεκίνησαν να δημοσιεύονται τον Φεβρουάριο του 1981 στο πολύ δημοφιλές ιταλικό περιοδικό με κόμικς, «Linus», δημιουργώντας αίσθηση σε όλη την Ευρώπη για το τόσο δυνατό περιεχόμενο και τα σκληρά αλλά δοσμένα με χιούμορ λόγια που φιγούραραν πάνω από τις απλοϊκά σχεδιασμένες και γεμάτες νόημα κλειστές «Πόρτες». Ο Dalmaviva έμεινε προφυλακισμένος για πεντέμισι ολόκληρα χρόνια μέχρι να δικαστεί το 1984 και να καταδικαστεί σε ποινή μικρότερη από το διάστημα της προφυλάκισής του οπότε και αφέθηκε ελεύθερος. Εξώφυλλο του τεύχους 35 της Βαβέλ (Μάρτιος 1984) Στην Ελλάδα, οι «Πόρτες» έγιναν γνωστές από τα αφιερώματα και τις μεταφράσεις του Γιώργου Σιούνα (σε λέτερινγκ της Παυλίνας Καλλίδου) στο περιοδικό Βαβέλ (τ. 35, Μάρτιος 1984 και τ. 42, Οκτώβριος 1984) αλλά και πιο πρόσφατα από το βιβλίο «Οι Πόρτες» των Εκδόσεων Επανοικειοποίηση (2007) στο οποίο, μεταξύ άλλων, επισημαίνεται και η σημασία αυτών των φαινομενικά απλοϊκών σχεδίων τόσο για τον δημιουργό τους όσο και για τους αναγνώστες τους: «Κάποιοι “μετάνιωσαν” και “διαχωρίστηκαν”. Άλλοι οδηγήθηκαν στην τρέλα. Δεν ήταν λίγοι που οδηγήθηκαν στην αυτοκτονία. Ο Mario Dalmaviva βρήκε φωνή, απόκτησε λόγο μέσα από τις “πόρτες” του. Και –τι ειρωνεία– αυτές οι μινιμαλιστικά σχεδιασμένες ασπρόμαυρες (τις περισσότερες φορές) πόρτες της φυλακής, αποτέλεσαν το ακριβώς αντίθετο από αυτό που συμβολίζουν, τον εγκλεισμό, σαν συνθήκη απομόνωσης από τον έξω κόσμο. Οι “πόρτες” του Dalmaviva έγιναν γέφυρα επικοινωνίας με τον έξω κόσμο, αυτόν της “ελευθερίας” και των καπιταλιστικών κανονικοτήτων, και την ίδια στιγμή αποτέλεσαν μία από τις πιο απτές αποδείξεις, ότι κι αυτός ο κόσμος που βρίσκεται πέρα των τειχών, έχει τη δική του ζωή, τη δική του ανθρώπινη υπόσταση, τα δικά του συναισθήματα […] Μοιραία το όνομα Mario Dalmaviva δεν μπορεί παρά να σημαίνει πολύ περισσότερα από μερικά πετυχημένα καρέ που αναφέρονται στη φυλακή. Όχι μόνο επειδή ο Dalmaviva δεν υπήρξε ποτέ του σκιτσογράφος (κι αυτός είναι ένας από τους λόγους που οδηγήθηκε στις “πόρτες”). Αλλά επειδή στο πρόσωπό του εγγράφεται (πέρα από την προσωπική του ιστορία), η μνήμη των αγώνων που δόθηκαν από χιλιάδες συντρόφους μέσα στις πιο εχθρικές, στις πιο αντίξοες συνθήκες». Σε τέτοιες συνθήκες, οι Πόρτες του Dalmaviva έγιναν τη δεκαετία του 1980, και θα παραμείνουν για πάντα από τότε, σύμβολα ελευθερίας. Τόσο καλλιτεχνικής (αποδέσμευση από τους αυστηρούς κανόνες, τις συμβάσεις της αναπαράστασης, της υποχρέωσης για πιστότητα και σχεδιαστικό πλούτο) όσο και ουσιαστικής καθώς οι ζωγραφισμένες, ομοιόμορφες Πόρτες «γκρέμισαν» τις σιδερένιες πόρτες των κελιών των Ιταλών αγωνιστών με πάταγο του οποίου ο απόηχος ακούγεται ακόμα. Πηγή
  4. Ένα μικρό βιβλιαράκι, 36 συνολικά σελίδων, πίσω από το οποίο κρύβεται μια τραγική ιστορία. Ο Μάριο Νταλμαβίβα υπήρξε μέλος του αντιεξουσιαστικού χώρου στην Ιταλία και μετά τη δολοφονία του πρωθυπουργού Άλντο Μόρο από τις Ερυθρές Ταξιαρχίες και με βάση ένα ν νόμο, τον οποίον πέρασε η ιταλική κυβέρνηση, φυλακίστηκε με την κατηγορία της "σύστασης ένοπλης συμμορίας και ανατρεπτικής οργάνωσης". Ο Νταλμαβίβα πέρασε 5,5 ολόκληρα χρόνια στη φυλακή περιμένοντας τη δίκη του, στην οποία τελικά καταδικάστηκε σε 50 μήνες φυλάκιση, τους οποίους είχε ήδη εκτίσει, με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος. Στη φυλακή ο Νταλμαβίβα ξεκίνησε να σχεδιάζει. Και επειδή δεν ήταν επαγγελματίας σχεδιαστής, το μόνο που σχεδίαζε ήταν μια πόρτα. Ίδια σχεδιαστικά κάθε φορά, αλλά και εντελώς διαφορετική.... Πίσω από αυτήν την πόρτα, αναδυόντουσαν οι σκέψεις των κρατούμενων, οι οποίοι προσπαθούσαν να σαρκάσουν τη φρικτή και άδεια πραγματικότητα την οποία βίωναν. Σκέψεις, που κρατάνε τους ανθρώπους στη ζωή και τους προφυλάσσουν από την τρέλα και την αυτοκτονία. Σκέψεις για κάθε ξεχωριστή μέρα, που φαίνεται τόσο ίδια με όλες τις προηγούμενες. Ένα πολύ πικρό κόμικ, που προφανώς δεν το αγοράζει κανείς για το σχέδιό του, αλλά για τα μηνύματα, που περνάει., εφόσον φυσικά τον/την ενδιαφέρουν. Τα στριπάκια του Νταλμαβίβα ξεκίνησαν να δημοσιεύονται στο ιστορικό ιταλικό περιοδικό κόμικς "Linus" από τις αρχές του 1981 έως τα μέσα του 1984, όταν αποφυλακίστηκε ο Νταλμαβίβα. Κάποια από αυτά, τα διαβάσαμε και σε τεύχη της Βαβέλ στα μέσα της δεκαετίας του 1980 και αυτά συγκεντρώθηκαν και κυκλοφόρησαν σε αυτό το βιβλιαράκι το 2007 από τις εκδόσεις "Επανοικειοποίηση", μαζί με έναν πρόλογο, ο οποίος επίσης αντλεί στοιχεία από κείμενα της Βαβέλ. Το τευχάκι βρίσκεται σε σχεδόν εξευτελιστική τιμή σε ορισμένα κεντρικά βιβλιοπωλεία, εφόσον θεωρήσουμε, ότι όντως υπάρχει απόθεμα. Ο Μάριο Νταλμαβίβα πέθανε μετά από μακριά ασθένεια τον Ιούλιο του 2016 στα 73 του. Το εξώφυλλο είναι από το Ίντερνετ, επειδή το εξώφυλλο του δικού μου αντίτυπου ήταν κιτρινισμένο. Τα σκαναρίσματα του οπισθόφυλλου και των εσωτερικών σελίδων έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο του Γιάννη Κουκουλά στην "Εφημερίδα των Συντακτών" Άρθρο της Βασιλείας Βαξεβάνη στο comicdom.gr Βιογραφία του Νταλμαβίβα στο sangay.gr, όπου μπορείτε να διαβάσετε τα στριπάκια και τα κείμενα, που είχε γράψει ο Γιώργος Σιούτης στα τεύχη 35 και 42 της Βαβέλ.
  5. Ένα σάουντρακ για μια ιστορία κόμικς Ο Μπάρνεϊ Γουίλεν και η τζαζική «Θλιμμένη Νότα» του, σύμβολο του μεταπολεμικού φλερτ της Αμερικής με τη Γαλλία To graphic novel «Ο Μπάρνεϊ και η Θλιμμένη Νότα» των Φιλίπ Παρινγκό και Ζακ ντε Λουστάλ κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο γαλλικό περιοδικό «À Suivre». ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΑΡΑΪΣΚΟΣ Δυτικό Βερολίνο, καλοκαίρι του 1989. Στους δρόμους μπορεί κανείς να αφουγκραστεί τον ήχο της επερχόμενης παγκοσμιοποίησης: κάτω από τον καυτό ήλιο αντηχεί ένα μείγμα από αμερικανικές και γερμανικές ομιλίες και ένας αρμονικός συρφετός από ήχους του κόσμου που ξεχύνεται από τα παζάρια μεταχειρισμένων δίσκων. Εκεί μπορείς να βρεις από bootleg με συναυλίες που έδωσαν οι Smiths στην Ισπανία και παλιά γιαπωνέζικα σάουντρακ έως προπολεμικούς δίσκους γραμμοφώνου με αμερικανικά μπλουζ. Οι προθήκες των βινυλίων και τα χέρια που τις σκανάρουν, χέρια μουσικόφιλων απ’ όλο τον πλανήτη, είναι, αυτή τη ζεστή αυγουστιάτικη μέρα, μια προοικονομία για το πέσιμο του Τείχους που χώριζε Δύση κι Ανατολή – του Τείχους που θα έπεφτε μόλις τρεις μήνες μετά. Σε αυτά τα δισκάδικα, τα δικά μου χέρια, φερμένα από την γκρίζα αλλά συναρπαστική πολιτισμικά Αθήνα της εποχής (μια Αθήνα που έχει ήδη στρέψει τις κεραίες της με λαχτάρα προς όλο τον πλανήτη), ανακαλύπτουν με έκπληξη ένα άλλο ψήγμα πρώιμης παγκοσμιοποίησης: ένα δίσκο όπου ένας Γαλλοαμερικανός σαξοφωνίστας, o Μπάρνεϊ Γουίλεν, παίζει μαζί με μια διεθνή μπάντα ένα κλασικό ανθολόγιο της τζαζ, επενδύοντας μουσικά ένα πρώιμο «graphic novel» – μια γαλλική ιστορία κόμικς που είχαμε μόλις μάθει στην Ελλάδα από τη θρυλική «Βαβέλ», το περιοδικό που μας έμπασε στην κουλτούρα της «ένατης τέχνης» τη δεκαετία του ’80. Έμοιαζε απίστευτο: ένα σάουντρακ για μια ιστορία κόμικς – μια μοναδική πρωτοτυπία. Η αγορά αυτού του ασυνήθιστου δίσκου έγινε για εμένα η απαρχή ενός πολύχρονου μαθήματος πάνω σε μια μουσική γλώσσα που, με τη σειρά της, μπορεί κανείς να πει πως αποτελεί μια από τις πρώτες προοικονομίες παγκοσμιοποιημένου πολιτισμού: η τζαζ δεν ήταν τίποτε άλλο παρά το παιδί που γέννησε το πάντρεμα της Αφρικής και της Ευρώπης στο έδαφος της Αμερικής. Ο Μπάρνεϊ Γουίλεν (Bernard Jean Wilen) ήταν το σύμβολο του μεταπολεμικού φλερτ της Αμερικής με τη Γαλλία αλλά και της γαλλικής πρωτεύουσας ως ευρωπαϊκού κέντρου της τζαζ. Γεννημένος το 1937 στη Νότια Γαλλία, στη Νίκαια, από Αμερικανό πατέρα και Γαλλίδα μητέρα, δραπετεύει από τον πόλεμο μαζί τους, τριών ετών, για την Αμερική. Εκεί, ο θείος του τού κάνει δώρο ένα τενόρο σαξόφωνο. Έξι χρόνια μετά, έχει γυρίσει με τους γονείς του στη Γαλλία και μέχρι να γίνει έφηβος είναι ήδη ένας μικρός βιρτουόζος του σαξοφώνου. Κι όμως, προοριζόταν από την οικογένειά του για δικηγόρος. Προτού μπει στο πανεπιστήμιο, φεύγει για το Παρίσι αναζητώντας εκεί καριέρα μουσικού, αλλά αναγκάζεται να γυρίσει στη Νίκαια για να ξεκινήσει τις σπουδές του. Βλέποντας πως αγαπούσε περισσότερο την τζαζ παρά τη Νομική, οι γονείς του κατάσχουν το σαξόφωνό του. Αρνούμενος τελικά τη γονεϊκή ηγεμονία, επιστρέφει στο Παρίσι για να ακολουθήσει το πάθος του για τη μουσική. Στα τέλη του ’50 παίζει στο θρυλικό Club St. Germain του Μπορίς Βιάν, έρχεται σε επαφή με ιερά τέρατα της τζαζ από την Ευρώπη και την Αμερική και φτιάχνει έναν ήχο που θυμίζει αυτόν του γίγαντα Λέστερ Γιανγκ. Το 1957, ένας άλλος γίγαντας της τζαζ, ο Μάιλς Ντέιβις, γράφει τη μουσική της ταινίας «Ασανσέρ για δολοφόνους», της πρώτης του Λουί Μαλ – και τον καλεί, μόλις είκοσι ετών τότε, να συμμετάσχει στην ηχογράφηση. Εκείνη την εποχή ο Μπάρνεϊ μεσουρανούσε – κέρδισε το βραβείο Django Reinhardt, ηχογράφησε δικούς του δίσκους, έγραψε ένα μουσικό θέμα για την ταινία του Εντουάρ Μολιναρό «Un temoin dans la ville» και το 1960 συμμετείχε στην ηχογράφηση του μουσικού θέματος των «Επικίνδυνων σχέσεων» του Ροζέ Βαντίμ, δίπλα στον μεγάλο ντράμερ της τζαζ Αρτ Μπλέικι. Στην ηχογράφηση αυτή λάμπει ξεκάθαρα η ερμηνεία του στο «A prelude in blue» – ίσως η πιο συγκινητική στιγμή στην ιστορία του σοπράνο σαξοφώνου. Το άστρο του νεαρού Μπάρνεϊ έλαμψε δυνατά εκείνη την «bebop» περίοδο του Παρισιού του τέλους του ’50 και αρχών του ’60, αλλά σιγά σιγά, προς το τέλος της δεκαετίας, είχε αφήσει μακριά μαλλιά, είχε μπει στον χώρο της free jazz και, με την τότε σύντροφό του Caroline de Bendern, μοντέλο από την Αγγλία, έφυγε για την Αφρική, όπου περιπλανώμενος μαζί της μέσα σε ένα Land Rover επί μήνες, πέρασε από το Μαρόκο, την Αλγερία, το Μάλι, τη Σενεγάλη και τη Νιγηρία, παίζοντας και ηχογραφώντας με ντόπιους μουσικούς. Όταν γύρισε στην έδρα του στην Κυανή Ακτή, εξαφανίστηκε για χρόνια, για να εμφανιστεί ξανά το 1987. Στα τέλη της δεκαετίας του ’80, η λαϊκή κουλτούρα έμοιαζε να επιστρέφει στην αισθητική του ’50 και να ερωτοτροπεί με τις εικόνες του ροκ εν ρολ και της τζαζ. Ο Μπερνάρ Ταβερνιέ σκηνοθέτησε εκείνη την εποχή το «Γύρω από τα μεσάνυχτα», όπου ο γίγαντας της τζαζ Ντέξτερ Γκόρντον πρωταγωνιστούσε σε μια ταινία μυθοπλασίας βασισμένη στη ζωή άλλων γιγάντων της τζαζ, του Λέστερ Γιανγκ και του Μπαντ Πάουελ – και, με πολύ παρόμοιο τρόπο, ένας Γάλλος δημοσιογράφος, ο Φιλίπ Παρινγκό, ταλαντούχος γραφιάς μουσικής και διευθυντής του μουσικού περιοδικού Rock & Folk, έγραψε μια ιστορία με πρωταγωνιστή τον Μπάρνεϊ Γουίλεν, εμπνευσμένη από τη ζωή του ιδίου αλλά και άλλων μουσικών. Πρότεινε το σενάριο στον μάστορα της ακουαρέλας, τον σχεδιαστή κόμικς Ζακ ντε Λουστάλ, κι αυτός δέχτηκε. Όπως είχε πει χαρακτηριστικά: «Είχα μια αρκετά γενική εικόνα για την προσωπικότητα και το παρουσιαστικό αυτού του χαρακτήρα, που ήταν κάποιου είδους απρόβλεπτος δανδής, ένας εύθραυστος τύπος με γυαλιά. Έδωσα στον Λουστάλ φωτογραφίες του Μπιλ Εβανς, του Μπάντι Χόλι, του Πολ Ντέσμοντ και του… Μπάρνεϊ Γουίλεν. Ο τελικός χαρακτήρας ήταν ένας συνδυασμός από όλους αυτούς». Ο Γουίλεν «…ήρθε από το πουθενά. Ο,τι έβλεπε, το ήθελε. Ο,τι αποκτούσε, τον απογοήτευε. Μουσική, γυναίκες, ναρκωτικά, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Χόλιγουντ – τα έζησε όλα, ψάχνοντας απελπισμένα μέσα τους κάτι για να καλύψει το κενό μέσα του. Στο τέλος, τα πρόδωσε όλα…». Το ντεμπούτο Η ιστορία που σκάρωσαν αυτοί οι δύο φοβεροί Γάλλοι ονομάστηκε «Ο Μπάρνεϊ και η Θλιμμένη Νότα» και κυκλοφόρησε σε συνέχειες στο γαλλικό περιοδικό À Suivre. Το ντεμπούτο έγινε στο τεύχος αρ. 94, τον Νοέμβριο του 1985. Στην Ελλάδα, η ομάδα της «Βαβέλ», η Νίκη Τζούδα και ο Χρήστος Σιούνας, δαιμόνιοι λάτρεις των ευρωπαϊκών κόμικς, μας έφεραν τον Μπάρνεϊ στο περιοδικό τους το 1988, μεταξύ των τευχών αρ. 85 και 98. Οι ακουαρέλες και η κομψή μελαγχολία του Λουστάλ έμοιαζαν σαν μια πειστική εικόνα του κόσμου της τζαζ, μια εικόνα που, μέσα στα ατέλειωτα στερεότυπά της, μπορούσε να μοιάζει φιλική και γνώριμη σε όποιον δεν γνώριζε το μουσικό αυτό ιδίωμα και τη σημειολογία του. Στο τέλος της ιστορίας ο πρωταγωνιστής πεθαίνει – κάτι που φυσικά δεν συνέβη στον… αληθινό Μπάρνεϊ, ο οποίος βρίσκει τους δημιουργούς της και τους προτείνει να φτιάξουν το σάουντράκ της. H ηχογράφηση γίνεται το 1987, γνωρίζει μεγάλη επιτυχία πουλώντας 60.000 κομμάτια και ξαναφέρνει τον Γουίλεν στο φως της δημοσιότητας, ξεκινώντας έτσι για αυτόν μια τελευταία δημιουργική περίοδο. Μια ηχογράφηση-ιστορία της τζαζ κυκλοφορεί ξανά Το σάουντρακ περιείχε κλασικά τραγούδια του τζαζ ανθολογίου (τα λεγόμενα «στάνταρ»), ανάμεσα στα οποία εμφανίζονταν πρωτότυπες συνθέσεις των μουσικών της μπάντας. Ξεκινώντας με μια μπόσα νόβα εκδοχή του «Besame mucho», αρκεί μόνο μισό λεπτό της ώρας για να καταλάβει κανείς ποιο είναι το ηχόχρωμα της ηχογράφησης. Το πιάνο του Αλάν-Ζαν Μαρί, ενός εξαιρετικού, πολυβραβευμένου πιανίστα από τη Γουαδελούπη, πρωταγωνιστεί από την πρώτη στιγμή: ο επιδέξιος και θερμός ήχος του πλουτίζει όλο τον δίσκο με μια πολύχρωμη καραϊβική γεύση. Αυτός και ο Γουίλεν υπήρξαν ένα από τα πιο δεμένα ντουέτα της τζαζ, έχοντας μια αβίαστη συνομιλία που θύμιζε το αξέχαστο ντουέτο του μεγάλου σαξοφωνίστα Σταν Γκετζ με τον επίσης μέγα πιανίστα Κένι Μπάρον. Τα υπόλοιπα μέλη της μπάντας δεν υστερούν σε ταλέντο και λάμψη: τα ντραμς του Αμερικανού Σανγκόμα Εβερετ χρωματίζουν μ’ έναν τρόπο που θυμίζει Αρτ Μπλέικι και ο ήχος της κιθάρας του Φιλίπ Πετί συνοδεύει γλυκά το κουιντέτο. Ο εξαιρετικός αυτός Γάλλος κιθαρίστας παρουσιάζει στην ηχογράφηση αυτή και μια δική του σύνθεση, όπου φαίνεται η τεχνική κι η εφευρετικότητά του – τον «Κλέφτη της αγάπης» (Voleur d’ amour). Παρομοίως, και ο μπασίστας της μπάντας, ο καταξιωμένος Ιταλός μουσικός Ρικάρντο ντελ Φρα, μας προσφέρει ένα μικροσκοπικό διαμάντι, διάρκειας ενός λεπτού, που ονομάζει «Κόκκινο φιλί» (Un baiser rouge) και ο Γουίλεν τη σύντομη ελεγεία «Pauline». Στο «Round about midnight» του Τελόνιους Μονκ λάμπει συγκλονιστικά η συνομιλία του με τον Ζαν Μαρί, ακριβώς όπως και στο «Whisper not» του Μπένι Γκόλσον. Η μπαλάντα «Goodbye», «το πιο λυπημένο κομμάτι στον κόσμο» όπως είχε πει ο συνθέτης Αλεκ Γουάιλντερ, κλείνει μελαγχολικά την ηχογράφηση. Εδώ, το σαξόφωνο του Μπάρνεϊ παίζει, στ’ αλήθεια, μερικές ακαταμάχητα θλιμμένες νότες και, όπως έγραψε στο σχετικό promo της, με τόσο γοητευτικά «αμερικανικό» τρόπο, η Fantagraphics, η εκδοτική εταιρεία που τύπωσε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού τον Μπάρνεϊ των Λουστάλ και Παρινγκό: «…Ήρθε από το πουθενά. Ο,τι έβλεπε, το ήθελε. Ο,τι αποκτούσε, τον απογοήτευε. Μουσική, γυναίκες, ναρκωτικά, Παρίσι, Νέα Υόρκη, Χόλιγουντ – τα έζησε όλα, ψάχνοντας απελπισμένα μέσα τους κάτι για να καλύψει το κενό μέσα του. Στο τέλος, τα πρόδωσε όλα –φίλους, ερωμένες, θαυμαστές–, ακόμα και τον ίδιο του τον εαυτό. Και όμως, αυτοί γύριζαν πάντα πίσω σ’ αυτόν, ξανά και ξανά. Γιατί όταν ο Μπάρνεϊ έπαιζε τη θλιμμένη νότα του, μπορούσαν να του συγχωρήσουν τα πάντα». ΥΓ.: Ο Μπάρνεϊ πέθανε από καρκίνο 25 χρόνια πριν, στις 25 Μαΐου του 1996. Στο πλαίσιο της Παγκόσμιας Ημέρας Δισκοπωλείων (Record Store Day), θα επανακυκλοφορήσει η «Θλιμμένη Νότα» σε βινύλιο 180 γραμμαρίων μαζί με το κόμικς, μια έκδοση 40 σελίδων με σπάνιο υλικό και bonus ένα CD. Η παραγγελία του πακέτου μπορεί να γίνει στο recordstoreday.com στις 17 Ιουλίου. Πηγή Δική μου σημείωση: αφιερωμένο στον @Dr Paingiver, που μου έθεσε υπόψη μου το άρθρο
  6. Μια πολύ καλή συνταγή για να ξεπεράσει κανείς το reader's block του, είναι να διαβάσει ένα κόμικ που του αρέσει. Κατά προτίμηση μικρό κιόλας. Ε κάπως έτσι κατέληξα να διαβάσω για πολλοστή φορά το άλμπουμ Η Ωραία και το Τέρας των Carlos Trillo και Jordi Bernet, δύο πολύ αγαπημένων μου δημιουργών. Το πρωτότυπο κόμικ, Light and Bold, εκδόθηκε το 1987 από τον μεγάλο ισπανικό οίκο Toutain, που τότε μεσουρανούσε. Στα καθ' ημάς ήρθε το 1990 από την Βαβέλ, στο πλαίσιο της σειράς Βαβέλ Noir. Οι σελίδες είναι από κάποια ξενόγλωσση έκδοση Κάπου στις ΗΠΑ, σε μια πόλη όπου οι δρόμοι έχουν ονόματα ζώων, κατοικεί η Λάιτ, η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, όπως μας ενημερώνει ο αφηγητής. Στην ίδια πόλη ζει και ο Μπολντ, ένας τύπος τεραστίων διαστάσεων και κτηνώδους δύναμης. Έχουν πολλά κοινά η Λάιτ και ο Μπολντ. Και οι δύο δουλεύουν για τον Κύριο Σμιθ ή Σμιτ, έναν άνθρωπο που μοιάζει με Ναζί εγκληματία από χολιγουντιανή ταινία, αλλά φαίνεται 100% Αμερικανός χάρη στο καπάκι Coca-Cola που φορά σαν μονόκλ. Και οι δύο είναι φοβερά μόνοι σε αυτή την ζωή. Ώσπου θα γνωριστούν, θα ερωτευθούν και θα παγιδευτούν στα δίχτυα της διεθνούς κατασκοπίας... Ίσως η σύνοψη να κάνει το κόμικ να φαντάζει πιο σοβαρό από την πραγματικότητα. Η Ωραία και το Τέρας είναι ένα χιουμοριστικό κόμικ και μάλιστα κατωτάτης ποιότητας όπως επαναλαμβάνει διαρκώς ο αγανακτισμένος αφηγητής. Ο Trillo, πίσω από μια σάτιρα των κατασκοπικών και αστυνομικών κόμικς/βιβλίων/ταινιών, σχολιάζει το πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής. Το κόμικ δημιουργήθηκε προς τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, ενώ η Σοβιετική Ένωση πνέει τα λοίσθια και διαφαίνεται η επικράτηση του Ελεύθερου (sic) Κόσμου. Μην περιμένετε κάποια βαθυστόχαστη πολεμική, αλλά οι αναφορές και οι συμβολισμοί είναι ξεκάθαροι και δαχτυλοδείχνουν τα πολιτικά παιχνίδια των δύο αντιπάλων αλλά και (κυρίως) τις μπίζνες των ενδιαμέσων, τουτέστιν των εμπόρων όπλων. Στο σχέδιο ο γνωστός Jordi Bernet, ποτέ δεν απογοητεύει και ποτέ δεν εκπλήσσει. Ανάλαφρο και ψυχαγωγικό, όπως κάθε κόμικ που έχει γράψει ο Trillo. Μπορείτε ακόμη να το πετύχετε στο παζάρι της Κοτζιά ή σε κάποιο βιβλιοκομιξοπωλείο και μάλιστα σε πολύ χαμηλή τιμή. Τσεκάρετέ το.
  7. Πρωτότυποι τίτλοι: Salammbô (Les Humanoïdes Associés, 1982), Carthage (Dargaud, 1982) Ένα από τα πιο διάσημα κόμικς, που κυκλοφόρησαν από τη Βαβέλ / Ars Longa και αναμφισβήτητα, ένα από τα πιο εντυπωσιακά οπτικά, καθώς και το μόνο άλμπουμ ενός κορυφαίου σχεδιαστή, του Phillippe Druillet (Ντριγιέ), που κυκλοφόρησε αυτόνομα στη χώρα μας. Η πρώτη ύλη του κόμικ είναι βασισμένη στο ομότιτλο μυθιστόρημα ενός κορυφαίου συγγραφέα, του Γκιστάβ Φλομπέρ, πιο διάσημου, για ένα άλλο θρυλικό βιβλίο του, τη 'Μαντάμ Μποβαρί". Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1862 για πρώτη φορά και έχει κυκλοφορήσει και στα ελληνικά από διάφορους εκδοτικούς οίκους. Ο Ντριγέ ακολουθεί πιστά το βιβλίο του Φλομπέρ και μάλιστα χρησιμοποιεί σχεδόν αυτούσια αρκετά παραθέματα από αυτό. Για την υπόθεση του βιβλίου και το πώς ο Ντριγέ το μεταφέρει στη γλώσσα των κόμικς, παραπέμπω στο εισαγωγικό σημείωμα από το περιοδικό "Επόμενη Μέρα" #1. Σύμφωνα με τη διασκευή του Ντριγέ, το έργο εντάσσεται στις περιπέτειες του ήρωα, που ο ίδιος δημιούργησε, του Lone Sloane, αποτελώντας τα άλμπουμ 5-7 από τα 10 συνολικά, που έχουν εκδοθεί με τον ήρωα αυτόν. Για το σενάριο δεν έχω να γράψω κάτι παραπάνω, από όσα διαβάσατε στο σημείωμα από την "Επόμενη Μέρα", αλλά πρέπει να σημειώσω, ότι η αφήγηση του Ντριγέ είναι αρκετά αφαιρετική και αφήνει αρκετά μέρη του βιβλίου έξω (αναμενόμενο αυτό, το βιβλίο είναι ογκώδες) και απαιτεί την προσοχή του αναγνώστη, έτσι ώστε να γίνουν κατανοητά τα δρώμενα. Για το σχέδιο, τι θα μπορούσα να πω; Μιλάμε για απίστευτα σχέδια, που απογειώνονται από το χρώμα, ό,τι χρειάζεται, για να χορτάσει το μάτι μας. Η Βαβέλ / Ars Longa (αναφέρονται και οι δύο επωνυμίες, επειδή το έργο εξεδόθη το 1984, πριν τη διάσπαση) κυκλοφόρησε το κόμικ σε δύο εκδοχές, μια σκληρόδετη και μια με μαλακό εξώφυλλο, που κατά τα άλλα είναι ίδιες. Η έκδοση είναι εξαιρετική σε πολύ καλό, ιλουστρασιόν χαρτί και η μετάφραση έχει γίνει από την ίδια τη Νίκη Τζούδα. Το άλμπουμ συγκεντρώνει το ομότιτλο έργο, που αποτελεί το πρώτο μέρος του έργου. Το δεύτερο μέρος (Carthage) δημοσιεύτηκε σε αποσπάσματα στα 8 πρώτα τεύχη της "Επόμενης Μέρας", εκτός από το #3. Το τρίτο μέρος (Matho) δυστυχώς, δεν έχει εκδοθεί ακόμη στα ελληνικά. Υπάρχει μια συγκεντρωτική έκδοση στα αγγλικά σε κάπως αλμυρή τιμή. Το ελληνικό κόμικ με το πρώτο μέρος δεν είναι τόσο δύσκολο να βρεθεί, τα τεύχη της Επόμενης Μέρας είναι πολύ εύκολο να βρεθούν. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: 2-Dimensional Domain
  8. Η Ελλάδα χωρίς τη Βαβέλ Γιάννης Παπαδόπουλος Φωτογραφία Αρχείου Συμπληρώθηκαν 40 χρόνια από την έκδοση του πρώτου τεύχος της Βαβέλ. Ο ζωγράφος και κριτικός, από την Καλιφόρνια των ΗΠΑ, Μάνι Φάρμπερ, όρισε ως «τέχνη των τερμιτών» αυτή που βρίσκεται «εκεί όπου το επίκεντρο του πολιτισμού δεν εντοπίζεται πουθενά ξεκάθαρο, με αποτέλεσμα ο τεχνίτης να μπορεί να είναι πρόστυχος, πεισματάρης, καλλωπιστικός και πεισματικά συγκεντρωμένος, κάνοντας τέχνη που δεν του εξασφαλίζει τα προς το ζην και δεν ενδιαφέρεται για το τελικό αποτέλεσμά της». Αυτή η ανάγκη, το να είναι η τέχνη τρόπον τινά «άσχημη», να κατευθύνεται εκεί όπου δεν είναι επιθυμητή, χτίζοντας και καταστρέφοντας χαοτικά λαγούμια σαν τους τερμίτες, ήταν ισχυρή στη δημιουργία του περιοδικού Βαβέλ, σαράντα χρόνια πριν, τον Φεβρουάριο του 1981. Η Βαβέλ ήταν ένα περιοδικό «κόμικς – και όχι μόνο», όπως καυχιόταν, χρησιμοποιώντας μια –μάλλον μέτρια– μετάφραση του σλόγκαν του θρυλικού ιταλικού περιοδικού κόμικς Linus, που άνθιζε εκείνη την περίοδο. Αέρας ανανέωσης Σε μια εποχή μεγάλου κοινωνικού αναβρασμού και εντονότατης πολιτικοποίησης, μια παρέα νέων με σπουδές στην Ιταλία, αγάπη για τα κόμικς και με τα λεφτά των διακοπών που δεν πήγαν, εξέδωσε ένα περιοδικό κόμικς. Πρωτεργάτες η Νίκη Τζούδα και ο Γιώργος Μπαζίνας – ο οποίος, στην πορεία, διαφώνησε και αποχώρησε για να δημιουργήσει το δικό του περιοδικό κόμικς, το Παρά Πέντε. Επηρεασμένη από το περιοδικό Linus, και τα γαλλικά Charlie Hebdo και τον πρόγονό του, το Hara-Kiri, η Βαβέλ προσέφερε σε ένα ουσιαστικά αμύητο κοινό, από το πρώτο κιόλας τεύχος της, σατιρικά κόμικς και στριπ. Λεγόταν, τότε, ότι η Βαβέλ (και το περιοδικό Μαμούθ, που είχε προηγηθεί) είναι περιοδικό ανθολογίας κόμικς όχι για παιδιά, που θεωρούνταν το βασικό κοινό των κόμικς, αλλά για ενήλικους. Αλλά, προφανώς, ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ήταν αρκετός. Τα κόμικς που φιλοξένησε η Βαβέλ, σε πολύ μεγάλο βαθμό, κυμαίνονταν στο γενικότερο κλίμα ελευθεριότητας και ριζοσπαστισμού που επικρατούσε εκείνη τη στιγμή στα ευρωπαϊκά έντυπα, φιλοξενώντας τη δουλειά δημιουργών όπως ο Altan, ο Copi, ο Reiser, ο πατέρας της Μαφάλντα Quino, ο Wolinski, αλλά και ο Crepax, ο Moebius, o Enki Bilal, οι Munoz-Sampayo να κάνουν την εμφάνισή τους από τα πρώτα κιόλας τεύχη της. Δυσανάλογα επιδραστική, ειδικά αν αναλογιστούμε πως επρόκειτο για κόμικς, η Βαβέλ ήταν ένα έντυπο στο οποίο στράφηκε το κομμάτι εκείνο της νεολαίας της δεκαετίας του 1980, το οποίο ηταν μπουχτισμένο από τον συντηρητισμό των υπαρχόντων μίντια και την αναχρονιστική στάση της κυρίαρχης Αριστεράς απέναντι στην κουλτούρα. Εκτός από διάφορες μοντέρνες αφηγηματικές εκδοχές στα κόμικς και εκτός της καταλυτικής παρουσίας εκπροσώπων του χιουμοριστικού κόμικς που γεννήθηκαν μέσα στον ριζοσπαστισμό του Μάη του ’68, η Βαβέλ λειτούργησε ταυτόχρονα ως υπέρμαχος πολιτικού φιλελευθερισμού σε κοινωνικά και πολιτικά ζητήματα της εποχής. Στις σελίδες της, φιλοξενήθηκαν –μεταξύ άλλων– εξαιρετικά κείμενα για τον κινηματογράφο, τη γραφιστική, αλλά και κείμενα παρέμβασης για το AIDS, τα ναρκωτικά κ.ά. Όλα αυτά, συνοδευόμενα από πολλών λογιών στήλες, κείμενα και διηγήματα, μα κυρίως γουστόζικα ενορχηστρωμένα, τυλιγμένα μέσα σε εντυπωσιακούς γραφιστικούς πειραματισμούς, με τον Σταύρο Κούλα να αφήνει το αποτύπωμα των «γουορχολικών» και ποπ επιρροών του (μετά την αποχώρηση του Γιώργου Μπαζίνα, η γραφιστική πρωτοπορία που ερχόταν από περιοδικά τύπου Actuelle αλλά και από αμιγώς κόμικς προσπάθειες όπως το Frigidaire επικράτησαν), αλλά και αργότερα τον Soto Anagno να αφήνει το στίγμα του στο lay-out του περιοδικού. Κόμικς και άλλα κόμικς Η Βαβέλ σύστησε στο ελληνικό κοινό σπουδαίους δημιουργούς, και μεταξύ τους ορισμένους κλασικούς, όπως ο δημιουργός του ντετέκτιβ Σπίριτ Will Eisner, o δημιουργός του Κόρτο Μαλτέζε Hugo Pratt, o «μάγος» από την Αργεντινή Alberto Breccia που πειραματιζόταν όσο κανείς με το χρώμα και την «αφή» της γραμμής, ο υπερρεαλιστής Caza, o Gotlib, o Pazienza, o Vuillemin, ο Mordillo, o Margerin, ο Liberatore, o Loustal, o Igort, o Tardi, o Daniel Clowes (που στην Ελλάδα μας συστήθηκε καλύτερα με το κόμικς Υπομονή, εκδ. Οξύ), ο Ralf König που με τα κόμικς του σατίριζε τον κοινοτισμό των γκέι, και τόσοι άλλοι. Παράλληλα όμως, έδωσε βήμα σε σπουδαίους Έλληνες δημιουργούς να αναδειχθούν μέσα από τις σελίδες της. Από τη Βαβέλ ξεκίνησε ο Αρκάς που πρωτοδημοσίευσε τα στριπ του με τον Κόκορα, στη Βαβέλ άρχισε να δημοσιεύει σε συνέχειες ο Γιάννης Καλαϊτζής την Τσιγγάνικη ορχήστρα, το πρώτο μοντέρνο ελληνικό graphic novel, έναν συναρπαστικό εικονογραφικό περίπατο στην μεταπολιτευτική Αθήνα του 1980, εκεί πρωτοεμφανίστηκε ο χορογράφος Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο οποίος δημοσίευσε κυρίως τη δεκαετία του ‘90 συναρπαστικά γκέι κόμικς με θέμα τον έρωτα, τον εικαστικό Γιώργο Μπότσο, την Έλενα Ναβροζίδου και τον Κώστα Βιτάλη με τα ποιητικά και «ακραίου ερωτισμού» κόμικς που δημιούργησαν, τον Νίκο Κούτση, τον Νικόλα Κούρτη, τον Κώστα Μανιατόπουλο, τον Λέανδρο με την χαοτική και ιδιοφυή σχεδιαστική γραμμή του που κατάφερε να ενθουσιάσει ακόμα και τον θρύλο Moebius σ’ ένα από τα φεστιβάλ της Βαβέλ στο Γκάζι, τη Μαρία - Ηλέκτρα Ζογλοπίτου, τον Σπύρο Βερύκιο κ.ά. Μια από τις πιο εντυπωσιακές στιγμές του περιοδικού, κατά την κρίση μου, ήταν μια δημιουργική σύγκρουση, που φιλοξενήθηκε στα τεύχη 32-33. Στο τεύχος 32, πρωτοδημοσίευσε τον «Ευρύμαχο» ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, πεντασέλιδο εικαστικής καταγωγής κόμικς, που συνοδευόταν από μια «συστατική επιστολή» του καθηγητή του, Γιάννη Τσαρούχη, ο οποίος ισχυριζόταν ότι «η ζωγραφική και το χρώμα οδηγεί σε άλλου είδους κόμικς» σε αντίθεση με «τα παραμύθια των μυών, τα κακοσχεδιασμένα ή τα υποπαράγωγα της σιχασιάς και της απογοητεύσεως». Ο Τσαρούχης αντιτασσόταν στα κόμικς ηρωικής φαντασίας, που κατά τη γνώμη του δεν ήταν παρά «τροποποιημένες από τον ρατσιστικό μικροαστισμό και ισχνό ρασιοναλισμό, απεικονίσεις των ζωοφόρων του 4ου αιώνα». Στο επόμενο τεύχος, στον Τσαρούχη απάντησε ο Αντώνης Ευδαίμων (ο Αρκάς, πριν γίνει ευρύτερα γνωστός), υποστηρίζοντας ότι ο Τσαρούχης είναι εγκλωβισμένος στα κλισέ που ακολουθούν την τέχνη των κόμικς, και όπως και άλλοι διανοούμενοι, έτσι και αυτός, όταν δεν την αφορίζουν ως αντιδραστικό προϊόν της δυτικής υποκουλτούρας, προσπαθούν να βρουν συγγενείς της στις άλλες τέχνες ή στην ιστορία για να καταδείξουν αφενός μεν ότι δεν είναι μια ξεχωριστή και ανεξάρτητη τέχνη, αφετέρου ότι υπάρχουν και πολύ καλύτερα παραδείγματα. Αντίθετα, λέει, τα κόμικς είναι μια εντελώς καινούργια τέχνη με τους δικούς της κανόνες και τα δικά της μέσα, η οποία μπορεί να υπάρξει μόνο σε έντυπη μορφή καθώς «η ένταξή τους μέσα στο είδος του εντύπου, η προσαρμογή τους στο μέγεθός του, η σελιδοποίησή του, δεν είναι απλά τεχνικά θέματα, είναι αισθητικά προβλήματα, καθώς τα κόμικς αποκτούν πλήρη υπόσταση μόνο όταν τυπωθούν». Τέλος αναφέρει πως, όπως κάθε καινούργια τέχνη, έτσι και τα κόμικς δανείζονται από τις προηγούμενες, ενώ όσοι κάνουν κόμικς δεν έχουν καμία υποχρέωση να αποδείξουν πως είναι λογοτέχνες, πως ξέρουν να κάνουν κινηματογράφο, πως ξέρουν να ζωγραφίζουν, ούτε καν πως ξέρουν να σχεδιάζουν. Τα κόμικς χειρίζονται κάτι ξένο στις εικαστικές τέχνες: τον χρόνο. Κάθε καρέ είναι ανολοκλήρωτο χωρίς το επόμενο και το προηγούμενο, ενώ όσο πιο ολοκληρωμένο είναι, τόσο πιο δυσκίνητο γίνεται. Επιδραστικότητα με αντίκτυπο Η επιδραστικότητα της Βαβέλ δεν φαινόταν μόνο στην απήχησή της ιδίως στις τάξεις των νέων – οι φοιτητές κυκλοφορούσαν με μια Βαβέλ στο χέρι. Η επιδραστικότητα του εντύπου αυτού καθώς και η δουλειά που είχε ρίξει η ομάδα πίσω από το περιοδικό, αναφορικά με την απενοχοποίηση των κόμικς και την γνωριμία σπουδαίων δειγμάτων της τέχνης αυτής με το αναγνωστικό κοινό, φάνηκε στα φεστιβάλ που διοργάνωσε το περιοδικό. Στα 14 Φεστιβάλ που διοργανώθηκαν συνολικά από το 1996 (επέτειος 15 χρόνων κυκλοφορίας του περιοδικού) μέχρι και το 2012 (όλα πραγματοποιήθηκαν στην Τεχνόπολη, πλην του τελευταίου που έλαβε χώρα στη Διπλάρειο Σχολή), έγιναν δεκάδες εκθέσεις και εκδηλώσεις, ενώ σπουδαίοι δημιουργοί τίμησαν με την παρουσία τους το Διεθνές Φεστιβάλ Κόμικς της Αθήνας ή Φεστιβάλ της Βαβέλ, όπως έμεινε τελικά στην ιστορία. Από τον –πατέρα της Μαφάλντα και πρόσφατα εκλιπόντα– Quino, ο οποίος όπως μας αναφέρει η συνεκδότρια του περιοδικού Νίκη Τζούδα, ακούραστος, έμενε στους χώρους του Φεστιβάλ ολημερίς μιλώντας με το κοινό και υπογράφοντας τις δουλειές του, τους Francesco Tulio Altan, Daniele Brolli, Max Cabanes, Pablo Echaurren, Édika, Vittorio Giardino, Jacques de Loustal, Frank Margerin, Lorenzo Mattotti, Miguelanxo Prado, Philippe Vuillemin, αλλά και τον Moebius, τον Jeff Smith του Bowes, τον Max Andersson, τον Thomas Ott, τον König, τη δημιουργό του Περσέπολις Marjane Satrapi, τον μαιτρ του νουάρ José Muñoz, τις δημιουργικές ομάδες όπως η L’ Association των Lewis Trondheim και David B. και η Ultrapop. Προφανώς, συμμετείχαν και σπουδαίοι έλληνες καλλιτέχνες, ο Αρκάς, ο Διαμαντής Αϊδίνης, ο Σπύρος Βερύκιος, ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ο Λέανδρος, ο Γιάννης Ιωάννου, ο Νίκος Κούρτης, ο Γιάννης Καλαϊτζής, η Έλενα Ναβροζίδου, κ.ά., με έργα τους και μοναδικές εγκαταστάσεις. Μοναδική στιγμή των Φεστιβάλ, η έκθεση πρωτότυπων έργων του Will Eisner. Η Βαβέλ έπαιξε καθοριστικό ρόλο στον τρόπο με τον οποίο το ελληνικό κοινό προσλαμβάνει τα κόμικς ενώ ταυτόχρονα συνέβαλε στην αισθητική και την πολιτική χειραφέτηση των αναγνωστών της. Της είμαστε ευγνώμονες. Πηγή
  9. Πρωτότυπος τίτλος: Le petit bleu de la côte ouest (Les Humanoïdes associés, 2005) Λίγη ιστορία πρώτα: ο Ζακ Ταρντί είχε συνεργαστεί με το Μανσέτ το 1978 σε ένα κόμικ με τον τίτλο "Griffu", το οποίο ήταν πρωτογενές υλικό, δεν βασιζόταν δηλαδή σε προϋπάρχον μυθιστόρημα του Μανσέτ. Το κόμικ το διαβάσαμε στα τεύχη 32-36 του περιοδικού "Βαβέλ", αλλά δυστυχώς δεν το είδαμε ποτέ αυτόνομο σε μορφή άλμπουμ στα ελληνικά. Αρκετά μετά τον πρόωρο θάνατο του Μανσέτ (το 1995), ο Ταρντί αποφάσισε να μεταφέρει τρία μυθιστορήματα του Μανσέτ σε μορφή κόμικ, αυτό εδώ (το 2005), την "Πρηνή Θέση του Σκοπευτή" (το 2010) και το "Ô dingos, ô châteaux!" (αγγλικός τίτλος: "Run Like Crazy, Run Like Hell", που δεν νομίζω ότι έχει κυκλοφορήσει στα ελληνικά σε οποιαδήποτε μορφή) (το 2011). Σεναριακά, ο Ταρντί ακολουθεί πολύ πιστά το βιβλίο, παραλείποντας ελάχιστα επεισόδια και χρησιμοποιώντας σχεδόν αυτολεξεί την αφήγηση του Μανσέτ, κρατώντας ακόμη και σημεία, που φαινομενικά δεν χρειάζονται για την υπόθεση, αλλά δείχνουν την ψυχοσύνθεση των πρωταγωνιστών, όπως για παράδειγμα την εξαντλητική περιγραφή των όπλων. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, να "φορτώνει" σε κάποιες στιγμές το κόμικ με αφήγηση, αλλά από την άλλη, αυτά τα κομμάτια είναι απαραίτητα, επειδή το κόμικ δεν στηρίζεται παρά ελάχιστα στο διάλογο και καθόλου στον εσωτερικό μονόλογο. Με αυτόν τον τρόπο, κρατά ατόφια την προβληματική του Μανσέτ και δεν προδίδει το ύφος του. Ο Μανσέτ και ο Ταρντί ξεκινούν το βιβλίο από το τέλος και ουσιαστικά μας αποκαλύπτουν την έκβαση της ιστορίας. Το γιατί όμως, θα μείνει για πάντα ασαφές: όσα συμβαίνουν, συμβαίνουν εξαιτίας της τύχης, τίποτα δεν έχει προσχεδιαστεί, ο πρωταγωνιστής Ζωρζ Ζερφώ βρίσκεται μπλεγμένος σε έναν κυκεώνα, που απειλεί την ίδια του την ύπαρξη, χωρίς να το θέλει και χωρίς να το καταλαβαίνει. Μπλέκει σε μια υπόθεση, που τον ξεπερνά, χωρίς να καταλαβαίνει γιατί, αντιδρά σπασμωδικά, αλλά επιτυχώς, χάρη στην τύχη του και μόνο και αποδέχεται τη μοίρα του, προκειμένου να επιβιώσει και μόνο στο τέλος αποφασίζει να δράσει πραγματικά. Κατά τη διάρκεια όλων αυτών, ο Ζερφώ θα απολέσει τη μικροαστική του ταυτότητα του μεσαίου στελέχους και του βαριεστημένου οικογενειάρχη, θα γίνει απόκληρος, παρίας, θήραμα και εν τέλει κυνηγός, αλλά στο τέλος θα επιστρέψει στη μικροαστική του φωλιά, έστω και με τα χέρια βαμμένα με αίμα. Προκειμένου να επιζήσει, ο Ζερφώ θα αναγκαστεί να απεκδυθεί την ταυτότητά του και να γίνει ένας άλλος, αρχικά ένας ανώνυμος και στη συνέχεια να υιοθετήσει ένα ψευδώνυμο, κινήσεις που συμβολίζουν τη μεταμόρφωσή του. Ταυτόχρονα, η μεταμόρφωση αυτή συντελείται και μέσω της χωρικής μετατόπισης της δράσης: ο Ζερφώ ξεκινάει από το Παρίσι και τα τουριστικά θέρετρα, για να καταλήξει μέσα στο δάσος, μακριά από τους ανθρώπους, για να ακολουθήσει στη συνέχεια την αντίστροφη διαδρομή. Το πιο εντυπωσιακό όμως σε όλα αυτά, είναι η ευκολία με την οποία ο πρωταγωνιστής πράττει, όσα πράττει. Από την αρχή μαθαίνουμε, ότι είναι ένας μάλλον άχρωμος και βολεμένος μικροαστός ("στο μυαλό του υπάρχουν κάποιες ασαφείς αριστερές ιδέες", όπως γράφει στις πρώτες σελίδες ο Μανσέτ) και ότι δεν είναι ικανοποιημένος με τη συζυγική του ζωή, ούτε ενδιαφέρεται ιδιαίτερα για τη δουλειά του. Ίσως για αυτό το λόγο, θα υιοθετήσει χωρίς καμία δυσκολία την ταυτότητα του πληγωμένου ζώου και θα βυθιστεί στην παρανομία, αντί να απευθυνθεί στην αστυνομία, επειδή κατ'ουσίαν διψάει για κάτι άλλο: όπως όλοι οι ανικανοποίητοι και καταπιεσμένοι μικροαστοί, έτσι και ο Ζερφώ, ψάχνει μια ευκαιρία, μια αφορμή, για να επιστρέψει σε μια πρωτόγονη κατάσταση, στην οποία δεν θα υπόκειται σε κανένα περιορισμό. Για αυτό το λόγο, οι αντιδράσεις του είναι τυχαίες, χωρίς σχέδιο, επειδή αντιδρά ενστικτωδώς, σαν ζώο που παλεύει για την επιβίωσή του και φαίνεται μάλιστα από ένα σημείο και μετά να το απολαμβάνει. Αν στο τέλος του βιβλίου είχε απαρνηθεί τη μικροαστική ταυτότητά του, θα ήταν ο απόλυτος επαναστάτης, η επιστροφή του όμως στην τακτοποιημένη ζωή του, τον καθιστά εν δυνάμει επικίνδυνο, αφού πλέον, σαν ένα αρπακτικό, έχει γευτεί το αίμα και φαίνεται να το απολαμβάνει. Σχεδιαστικά, ο Ταρντί, που ήταν 59 ετών, όταν δημοσίευσε το κόμικ και ήδη καταξιωμένος και πολύ διάσημος, έχει φτάσει σε πολύ υψηλά επίπεδα σχεδιαστικής ωριμότητας και εικονογραφεί εξαιρετικά το βιβλίο. Οι πρωταγωνιστές έχουν ένα κουρασμένο, νυσταγμένο, νωθρό βλέμμα, σε απόλυτη αντιστοιχία με την παθητικότητα, που τους διακρίνει στο βιβλίο του Μανσέτ, οι σκηνές δράσης είναι καθηλωτικές και η λεπτομέρεια του Ταρντί αποστομωτική σε ορισμένα σημεία, όπως στην απεικόνιση του δάσους, που φαντάζει πολύ απειλητικό, οι νυχτερινές σκηνές είναι εξαιρετικά σχεδιασμένες και οι σκηνές βίας πραγματικά ανατριχιαστικές, αλλά το κυριότερο είναι η σκηνοθεσία του Ταρντί, που συλλαμβάνει όλη την ουσία του μυθιστορήματος του Μανσέτ, χωρίς να προδώσει τίποτα κατά τη μεταφορά του σε κόμικς. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα ελληνικά το 2006, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα από την έκδοσή του στη Γαλλία. Η έκδοση ήταν συνεργασία της Άγρας και της Βαβέλ και είναι πραγματικά πολύ ωραία, σκληρόδετη, με ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί. Περιέχει μια σύντομη εισαγωγή για το κόμικ από το Γάλλο κριτικό François Guérif, που υπήρχε και στην πρωτότυπη έκδοση και τίποτα άλλο. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε με τον τίτλο "West Coast Blues" από τη Fantagraphics to 2009 και ξανά το 2020 από τηνίδια εταιρεία στον τόμο"Streets of Paris, Streets of Murder: The Complete Noir Stories of Manchette & Tardi Vol. 1" μαζί με το "Griffu". Η μετάφραση είναι η ίδια του βιβλίου, από το Θοδωρή Τσαπακίδη, και είναι καλή, πιστεύω όμως, ότι υπάρχει όμως μεγάλο πρόβλημα με την επιμέλεια του κειμένου, επειδή δεν εξηγούνται πολλά πράγματα, που χρειάζονται εξήγηση για το ελληνικό κοινό. Είναι, κατά τη γνώμη μου, απαράδεκτο, να διαβάζεις πχ στη σελίδα 25 του κόμικ για το σταθμό του Μετρό στη Σαρόν και για ανθρώπους που βγήκαν ζωντανοί από εκεί και ότι ένας από αυτούς πήγε και πλάκωσε έναν αστυνομικό και να μην υπάρχει μια υποσημείωση, σχετικά με το τι συνέβη (σε περίπτωση που αναρωτιέστε, να τι έγινε). Δυστυχώς, το ελληνικό κόμικ είναι προ πολλού εξαντλημένο. Να σημειώσω με την ευκαιρία (ίσως να το έχω γράψει και σε άλλο σημείο του φόρουμ, ειλικρινά δεν θυμάμαι), ότι και ο ίδιος ο Μανσέτ ήταν λάτρης των κόμικς και μετέφρασε στα γαλλικά το "Watchmen" του Άλαν Μουρ και μάλιστα η μετάφρασή του κυκλοφορεί ακόμη στη Γαλλία. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: comicdom.gr Μια εξαιρετικά εμβριθής ανάλυση για το βιβλίο
  10. Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» 40 χρόνια μετά Γιάννης Κουκουλάς Αν ένα ελληνικό βιβλίο κόμικς έχει γίνει θρύλος στο πέρασμα των περίπου 40 ετών από τότε που ξεκίνησε να δημιουργείται, αυτό είναι η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» του Γιάννη Καλαϊτζή. Το πρώτο μέρος της δημοσιεύτηκε τον Σεπτέμβριο του 1981 στο έβδομο τεύχος ενός επίσης θρυλικού περιοδικού, της «Βαβέλ», που τότε έκανε τα πρώτα της βήματα, αναζητώντας το στυλ της και παρέχοντας τον χώρο της σε Ελληνες καλλιτέχνες που πειραματίζονταν πάνω στη γλώσσα των κόμικς έχοντας κυρίως επιρροές από Ευρωπαίους συναδέλφους τους. Μπορεί η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» να μην ολοκληρώθηκε στη «Βαβέλ», κυκλοφόρησε όμως ολόκληρη από τις εκδόσεις Πολύτυπο το 1984 με την ένδειξη «Εικονογράφημα»! Ολόκληρη; Αυτό δεν θα το μάθουμε ποτέ, καθώς ο Καλαϊτζής στην τελευταία σελίδα άφηνε να εννοηθεί ότι η αστική περιπέτεια του παράξενου ζεύγους των πρωταγωνιστών θα έχει και συνέχεια. «Τέλος στο πρώτο βιβλίο» είναι τα λόγια με τα οποία κλείνει η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα». Δεν υπήρξε ποτέ δεύτερο. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Ο Καλαϊτζής συνέχισε να δημιουργεί μοναδικά κόμικς όπως «Το μαύρο είδωλο της Αφροδίτης» και το «Ο Τυφών», να γελοιογραφεί, να σκιτσάρει αλλά στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» δεν επέστρεψε ποτέ. Ισως και να μη χρειαζόταν κάτι τέτοιο καθώς η ιστορία είναι τόσο επιτηδευμένα ανολοκλήρωτη που οποιαδήποτε παρέμβαση θα αλλοίωνε το αρχικό της περιεχόμενο: την απόπειρα καταγραφής ενός 24ώρου του τρόμου για ένα ζευγάρι στα όρθια ερείπια μιας εφιαλτικής και γκροτέσκο Αθήνας που καταρρέει ακροβατώντας ανάμεσα στον υπερφίαλο και κατευθυνόμενο δυτικό της προσανατολισμό και το ανατολικό της παρελθόν. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» θα μπορούσε να είναι ένα ιστορικό ντοκουμέντο για την Αθήνα του ’80. Ή ένα ρεπορτάζ με θέμα τη ζωή ενός εργαζόμενου στην πόλη. Ή μια ηθογραφία της εποχής. Μια ερωτική ιστορία ίσως. Ενα πολιτικό σχόλιο για τις αντιφάσεις της Αριστεράς και την αδυναμία συνεννόησης των δυνάμεών της. Μια καταγγελία του κράτους του χωροφύλακα που συντηρούσε η Δεξιά. Μια πινακοθήκη χαρακτηριστικών μορφών και φυσιογνωμιών της πόλης. Μια συλλογή από γκράφιτι, συνθήματα, τίτλους εφημερίδων και επιγραφές. Ένα road κόμικς στους μποτιλιαρισμένους δρόμους ανάμεσα σε τρόλεϊ, αδέσποτα σκυλιά, τσοντάδικα, ματατζήδες, διαδηλωτές, ταξιτζήδες, κλειδαράδες, γαλατάδες, μπανιστιρτζήδες, παλαιοπώλες, καφετζήδες, ψαροπώλες, θυρωρούς, σουβλατζήδες, πλανόδιους μουσικούς και χορευτές, ξενοδόχους, επαίτες και ρεμπέτες. Ένα μητροπολιτικό σάουντρακ με κλαρίνα, κιθάρες, ροκ, ποδοσφαιρικές μεταδόσεις, μεγάφωνα από Ντάτσουν με καρπούζια και τον Σαββόπουλο να υπενθυμίζει «Τώρα με χειρουργεί μια αλλήθωρη νεολαία, μια τσογλανοπαρέα που κάνει κριτική» δίπλα στον Βελουχιώτη. Απόσπασμα από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» δεν είναι κάτι απ’ όλα αυτά. Είναι όλα αυτά μαζί. Μα πάνω απ’ όλα είναι η απελπισμένη απόπειρα απόδρασης ακριβώς από όλα αυτά. Είναι η αγωνία του σκιτσογράφου Κώστα Φαναρτζή, εργαζόμενου στην εφημερίδα «Η Σημαία», και της Έφης που μόλις γνωριστήκανε και για τους οποίους ο αναγνώστης δεν μαθαίνει τίποτα ως προς τον πρότερο βίο τους και φυσικά απολύτως τίποτα για τον μεταγενέστερο (εκτός από το ότι είχαν κανονίσει το επόμενο πρωί να πάνε στο «Πολύτοπο» του Ξενάκη στις Μυκήνες), να βρεθούν λίγο μόνοι. Να κάνουν σεξ. Οπουδήποτε. Με κάθε αντίτιμο και τίμημα. Και να επιστρέψουν σώοι στα σπίτια τους περνώντας από τις συμπληγάδες της απειλητικής Αθήνας. Στον δρόμο της επιστροφής θα συναντήσουν μια, κατά την Έφη, «Κατίνα» που δεν είναι άλλη από τη μητέρα του Κώστα και πραγματική κυρα-Κατίνα που πηγαίνει στη νυχτερινή δουλειά της στον Άγιο Σώστη. Και η διαδρομή θα ολοκληρωθεί με ραδιοφωνικές ειδήσεις («Ο πρωθυπουργός κύριος Κωνσταντίνος Καραμανλής αναχωρεί αύριον διά Δυτικήν Γερμανίαν κατόπιν προσκλήσεως του καγκελαρίου κυρίου…»), τραγούδια («Λεε – καλέ – λεεεμοοονάκι μυρωδάτοοο…»), βουκολικό γλέντι («Λέιντις εντ τζέντλεμεν, δε γκρικ φολκ ντάνσες γκρουπ, ριπριζέντ τουνάιτ ντάνσες εντ σονκς οφ Μακεντόνια εντ Θρας, ντάνσες οφ Κρετ…»), λίγα μαχαιρώματα και μια απρόσμενη συνάντηση με τον σουρωμένο Νίκο που φιλοσοφεί λίγο πριν το χάραμα. Το εξώφυλλο της «Τσιγγάνικης ορχήστρας», (εκδ. Πολύτυπο, 1984) Η ημερήσια «εκδρομή» του Κώστα και της Έφης στην εξπρεσιονιστική και κλειστοφοβική Αθήνα που φιλοτεχνεί ο Καλαϊτζής με αποστροφή για την Αθήνα αλλά και συμπάθεια για τους γραφικούς Αθηναίους (δεν ξέρω αν είναι καλό αυτό για τους Αθηναίους) μπορεί να ιδωθεί και ως μια νουάρ κατάδυση στην Καρδιά του Σκότους. Μια χιουμοριστική «Αποκάλυψη Τώρα» που κάθε βήμα σε στέλνει όλο και πιο βαθιά στην Κόλαση χωρίς καμία διαφυγή. Η Αθήνα αυτή που υπακούει στον Τρόμο του Κενού καθώς ο Καλαϊτζής δεν αφήνει ούτε σπιθαμή χώρου ανεκμετάλλευτη, γεμίζοντας κάθε σημείο της ζωγραφικής του επιφάνειας με πρόσωπα, λόγια, φωνές, κτίρια, οχήματα και αντικείμενα που αποδίδουν πιστά το χάος της πρωτεύουσας στις αρχές του ’80 (με μικρές διαφορές από το σύγχρονο χάος). Ασπρόμαυρη στο κλίμα των κόμικς των Munoz και Sampayo, φλεγματική όπως οι περιπέτειες της «Ada» και του «Colombo» του Altan, σκοτεινή όπως οι αφηγήσεις του Alberto Breccia, η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» αποτελεί την πρώτη μεγάλης έκτασης ιστορία των ελληνικών κόμικς και για όσους τη διάβασαν (διαβάσαμε) τότε, μία από τις καλύτερες γνωριμίες με το είδος. Το διονυσιακό πνεύμα της σε ένα κλίμα ασχημάτιστου και οργιώδους πανηγυριού διατηρήθηκε και στα κόμικς του Καλαϊτζή των επόμενων δεκαετιών ενώ οι επιδράσεις της στους Ελληνες δημιουργούς κόμικς είναι ακόμα ορατές. Η «Τσιγγάνικη Ορχήστρα» θα αποτελεί πάντα μια όχι-και-τόσο παραμορφωμένη αντανάκλαση της Αθήνας και ταυτόχρονα ένα αριστουργηματικό έργο από έναν κορυφαίο δημιουργό. Καρέ από την «Τσιγγάνικη ορχήστρα» Πηγή
  11. Πρωτότυπος τίτλος: Partie de chasse (Dargaud, 1983) Η τρίτη και τελευταία συνεργασία των Κριστέν και Μπιλάλ, που κυκλοφόρησε στη χώρα μας (όχι όμως και η τελευταία τους γενικά) είναι ένα άλμπουμ το οποίο σίγουρα προκάλεσε πολλές συζητήσεις στην εποχή του, επειδή ασχολείται ευθέως με τα (τότε) σοσιαλιστικά (ή "σοσιαλιστικά", διαλέγετε και παίρνετε ) κράτη και μάλιστα σε μια περίοδο, όπου ήταν ακόμη νωπές οι μνήμες από το πραξικόπημα (ή την επιβολή της τάξης, πάλι διαλέγετε και παίρνετε) στην Πολωνία. Η αφήγηση ξεκινά μέσα στο καταχείμωνο σε ένα μη προσδιορισμένο έτος, το οποίο, πάντως, πρέπει να ταυτίζεται με το έτος συγγραφής του κόμικ, αν κρίνουμε από τις βιογραφίες των πρωταγωνιστών στην αρχή του κόμικ. Ένα τρένο κατευθύνεται στην Πολωνία, εκεί που σε μια απομονωμένη βίλα, 9 σημαντικές προσωπικότητες από όλες τις χώρες του σοσιαλιστικού μπλοκ (Γιουγκοσλαβία και Αλβανία δεν αντιπροσωπεύονται, αφού δεν θεωρούνταν "γνήσια" σοσιαλιστικά κράτη από τους υπόλοιπα). Μαζί τους υπάρχει ένας Γάλλος μεταφραστής, μέλος προφανώς του ΚΚ Γαλλίας. Οι περισσότεροι από τους 9 πολιτικούς είναι μεγάλοι σε ηλικία και κάποιοι μεσήλικες. Σχεδόν όλοι έχουν υπάρξει μάρτυρες της επιβολής του αλά ΕΣΣΔ (= Στάλιν) κομμουνισμού στις χώρες τους, των εκκαθαρίσεων, των ιντρίγκων και της απογοήτευσης. Κάποιοι λίγοι θεωρούν, ότι όλα βαίνουν καλώς, αλλά οι περισσότεροι έχουν παραιτηθεί. Αδιαφιλονίκητος ηγέτης της ομάδας είναι ο Βασίλι Τσεβτσένκο, 88 ετών, μουγγός από ένα εγκεφαλικό και λάτρης του κυνηγιού, όπως και όλη η ομάδα. Γιατί, όπως δηλώνει και ο τίτλος του κόμικ, η αφορμή για την οποία έχει συγκεντρωθεί η ομάδα, είναι ένα Σ/Κ αφιερωμένο στο κυνήγι και μάλιστα στο κυνήγι μεγάλων και εκλεκτών θηραμάτων. Καθώς η αφήγηση εξελίσσεται μαθαίνουμε σε αναδρομές το πολιτικό παρελθόν των περισσότερων από τα μέλη της παρέας. Οι εικόνες των αναδρομών είναι σκληρές, αποχρωματισμένες, με έντονη χρήση μιας απόχρωσης του λευκού, που παραπέμπει σε νεκρούς και με εκτεταμένη χρήση του κόκκινου, για το αίμα, που ρέει άφθονο. Αλλά και το κίτρινο χρώμα, έντονο στις σκηνές, όπου απεικονίζονται πολυτελή μνημεία του παρελθόντος, όπως οι εκκλησίες ή τα λουτρά, ρίχνει έντονο φως στην ιστορία. Ανάμεσα στις εικόνες του παρελθόντος βρίσκονται ιστοί σαν της αράχνης, σύμβολα ίσως του φαύλου κύκλου, όπου βρίσκονται οι πρωταγωνιστές ή σύμβολα της μνήμης που ξεθωριάζει ή ίσως και των τύψεων, που καταδιώκουν τους ήρωες. Το παρόν απεικονίζεται με μουντά, ψυχρά χρώματα στους εσωτερικούς χώρους. Στους εξωτερικούς χώρους κυριαρχεί φυσικά το λευκό του χιονιού και της ομίχλης, διανθισμένο και αυτό από τους ιστούς της εξουσίας και της μνήμης. Στο κέντρο της ιστορίας βρίσκεται μια πολιτική δολοπλοκία, η οποία αποκαλύπτεται στο τέλος. Όπως και όλες οι εγκληματικές πράξεις του παρελθόντος, έτσι και εκείνη λαμβάνει χώρα μακριά από τα ανθρώπινα βλέμματα. Η επανάσταση εξακολουθεί να τρώει τα παιδιά της, όπως γίνεται εδώ και εκατοντάδες χρόνια. Στο τέλος της ιστορίας, δυστυχώς, για τους πρωταγωνιστές, απομένει μόνο η μνήμη. Όλοι οι άνθρωποι είναι δέσμιοι των επιλογών τους, μπλεγμένοι σε έναν ιστό, τον οποίον δεν μπορούν να σπάσουν. Ο Βασίλι Τσεβτσένκο μοιάζει να κινεί τα νήματα της ιστορίας, αλλά αυτό είναι μόνο σε προσωπικό επίπεδο, γιατί στο επίπεδο της μεγάλης Ιστορίας, είναι κι εκείνος ένα απλό γρανάζι, ένα πιόνι, αν προτιμάτε, μια θυσία κι αυτός, όπως και χιλιάδες άλλοι στο Μινώταυρο της ιδεολογίας, η οποία απέχει πάρα πολύ από την πράξη, όπως γνωρίζουμε όλοι. Σχεδιαστικά, κατά τη γνώμη μου, ο Μπιλάλ βρίσκεται εδώ στο απόγειο της καριέρας του, χρησιμοποιώντας πολλές τεχνικές, που θα γίνουν στη συνέχεια σήμα κατατεθέν του (όπως οι διάφοροι χρωματισμοί και οι ιστοί ή η χρήση άψυχων και έμψυχων μορφών, που θυμίζουν ζώα). Κάθε πλάνο είναι σοφά μελετημένο και οπωσδήποτε παραφορτωμένο με κάποιον συμβολισμό (να ίσως ένας λόγος, που μπορεί να μην αρέσει ο Μπιλάλ σε κάποιους). Σεναριακά, το κόμικ βρίσκεται πιο κοντά στις "Φάλαγγες", όχι μόνο λόγω της πολιτικής θεματολογίας του, αλλά και λόγω της πολυπρόσωπης αφήγησης και των συνεχών αναδρομών. Ο Κριστέν δεν απορρίπτει τους επαναστάτες, ούτε τα ιδανικά τους, σχολιάζει όμως πολύ αρνητικά την εμμονή σε ορισμένες ιδεοληψίες και την έλλειψη ανανέωσης. Αξίζει πάντως να σημειωθεί, ότι, αν και, όπως και οι "Φάλαγγες", οι πρωταγωνιστές είναι ηλικιωμένοι, η νέα γενιά εμφανίζεται πολύ πιο άκαμπτη και δογματική από εκείνους, ίσως επειδή δεν έχει ανάλογο παρελθόν, επαναστατικό κυρίως, για να επιδείξει. Γιατί, η τραγική αλήθεια, είναι, ότι μόνο όσοι πολέμησαν, αναγκάστηκαν να κάνουν και ορισμένες άσχημες επιλογές, οι υπόλοιποι τα βρήκαν έτοιμα και απέκτησαν - κακώς - το δικαίωμα να κρίνουν τους υπόλοιπους. Νομίζω, ότι από τα προαναφερθέντα είναι σαφής η άποψή μου, ότι ο Κριστέν και ο Μπιλάλ δεν παραδίδουν μαθήματα αντικομμουνισμού, αλλά αντίθετα καταθέτουν μια ελεγεία της ανθρώπινης ύπαρξης, που κουβαλά όλες τα λάθη και τις αστοχίες στους ώμους της. Φυσικά, εμφανίζεται εδώ και ο νεαρός ξανθός από την "Πόλη που δεν Υπήρξε" και από τις "Φάλαγγες". Εμφανίζεται και εδώ στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, αλλά, σε αντίθεση με τις προηγούμενες, δεν διαδραματίζει κανένα ρόλο στο κόμικ, αφού δεν τους επιτρέπεται να προσεγγίσει τη σκηνή των δρώμενων. Οι ηγέτες των χωρών δεν μπορούν να ανεχθούν κανέναν που δεν έχει έγκριση στο χώρο τους. Ίσως ο νεαρός να ήθελε να βοηθήσει, να αναλάβει μια καινούρια αποστολή, ως φωνή της συνείδησης, αλλά δεν του το επέτρεψαν. Ό,τι γίνεται μέσα στο κόμμα, παραμένει μέσα στο κόμμα, για να παραφράσουμε τη γνωστή ρήση για το Λας Βέγκας. Στα ελληνικά το κόμικ δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στα τεύχη 45-51 της Βαβέλ, από τον Ιανουάριο έως τον Ιούλιο του 1985. Κυκλοφόρησε σε αυτόνομο άλμπουμ μόλις το Δεκέμβριο του 1988, σε μια εποχή, όταν οι εξελίξεις στο σοσιαλιστικό στρατόπεδο ήταν καταιγιστικές, σε μια ωραία έκδοση μεγάλου σχήματος, που περιλαμβάνει και μια συνέντευξη των δημιουργών. Λιγότερο από ένα χρόνο μετά την έκδοση του άλμπουμ στη γλώσσα μας, έπεφτε το Τείχος του Βερολίνου... Στα γαλλικά δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο περιοδικό Pilote μεταξύ 1981 και 1982 και στη συνέχεια βγήκε σε αυτόνομο άλμπουμ από την Dargaud το 1983 και μετά από την Les Humanoïdes Associés και την Casterman. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε πρώτη φοράαπό την Catalan Communications το 1990 χαρτόδετο και στη συνέχεια το 2002 σε σκληρόδετη έκδοση από την Humanoids και τις δυο φορές με τίτλο "The Hunting Party". Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχει άλλη έκδοση στα αγγλικά. Οι εκδόσεις μετά το 1990 περιλαμβάνουν και επιπλέον υλικό και για την ακρίβεια ένα κεφάλαιο με τον τίτλο "Epitaph", που επικαιροποιεί, κατά κάποιον τρόπο την ιστορία. Αυτό τουλάχιστον, από όσα έχω διαβάσει, επειδή δεν έχω κάποια έκδοση, που να περιλαμβάνει αυτό το κεφάλαιο. Εάν κάποιος/ α έχει έκδοση με το κεφάλαιο αυτό, ας μας ενημερώσει για το περιεχόμενό του. Και κάτι άσχετο: από όσο έχω διαβάσει και χωρίς να είμαι σίγουρος, τα ρώσικα που μιλάνε σε κάποια σημεία οι χαρακτήρες, είναι ελαφρώς ή εντελώς λανθασμένα. Το ελληνικό άλμπουμ είναι αρκετά δύσκολο να βρεθεί, αλλά σίγουρα πιο εύκολο από τις "Φάλαγγες". Το σκανάρισμα του εξωφύλλου έγινε από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη (όλες με κάποια spoilers): wikipedia (αγγλικά) wikipedia (γαλλικά) Και μια κριτική, που επικεντρώνεται στην απεικόνιση της Ρωσίας μέσα από το κόμικ (εκεί διάβασα για τα ρώσικα)
  12. Πρωτότυπος τίτλος: Les Phalanges de l'Ordre noir (Dargaud, 1979) Αυτό είναι το κόμικ που έκανε τα ονόματα των δημιουργών του, και κυρίως του Μπιλάλ, διάσημα στη χώρα μας. Ήταν η τέταρτη συνεργασία τους, αλλά η πρώτη τους, που δημοσιεύτηκε στη χώρα μας και η πρώτη που βγήκε σε αυτόνομο άλμπουμ. Ο ελληνικός τίτλος είναι παραπλανητικός, γιατί σωστή μετάφραση θα ήταν "Οι Φάλαγγες τους Μαύρου Τάγματος" (τόσο στα γαλλικά, όσο και στα αγγλικά οι δύο λέξεις ταυτίζονται) Η ιστορία εκτυλίσσεται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αφού είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία στην Ισπανία μετά το θάνατο του φασίστα στρατηγού Φράνκο. Μια ομάδα ηλικιωμένων φασιστών, που αυτοαποκαλούνται "Φάλαγγες της Μαύρης Τάξης" και υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται τις αξίες της Ευρώπης, δολοφονούν όλους τους κατοίκους ενός πολύ μικρού ισπανικού χωριού. Όταν μαθευτεί η είδηση, ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, παλαίμαχος του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά από την πλευρά των Δημοκρατικών, επικοινωνεί με τους παλιούς συμπολεμιστές του, οι οποίοι ήταν όλοι εθελοντές από διάφορες χώρες, να μαζευτούν, για να αποτρέψουν τη δράση των φασιστών. Παρόλο που σχεδόν όλοι τους είναι ενσωματωμένοι μέσα στις κοινωνίες των χωρών, όπου ζουν, δέχονται σχεδόν όλοι και χωρίς να διστάσουν την πρόσκληση, για μια τελευταία αναμέτρηση με τους παλιούς εχθρούς τους. Και έτσι ξεκινάει ένα κυνηγητό μέσα στην Ευρώπη, για να καταλήξουμε ξανά στην Ισπανία, όπου θα δοθεί η τελική αναμέτρηση. Έχει όμως αξία αυτή η πράξη, η οποία θα καταλήξει σε ένα λουτρό αίματος, που θα συμπεριλάβει και αθώους ανθρώπους; Έχει αξία η υπεράσπιση των αξιών σε έναν κόσμο, που ξεχνάει και δεν ενδιαφέρεται πλέον; Βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπου η τρομοκρατία ταλανίζει την Ευρώπη, αλλά μια διαφορετική τρομοκρατία από τη σημερινή των Ισλαμιστών. Έχει νόημα να απαντάς με βία στη βία; Αν και το κόμικ είναι βαθύτατα απαισιόδοξο, η απάντηση του Κριστέν και του Μπιλάλ, είναι, νομίζω, "ναι, αξίζει". Ο πόλεμος ενάντια στη λήθη, που είναι χειρότερος εχθρός από το φασισμό, είναι απαραίτητος, για να υπερασπιστούμε τις αξίες μας. Παρόλο που οι παλαιοί αγωνιστές πρέπει να βουτήξουν και αυτοί στο βούρκο και να λερώσουν τα χέρια τους κάνοντας πράγματα, που και οι ίδιοι δεν εγκρίνουν, προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για τις κινήσεις των φασιστών. Οι ήρωές μας αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους, αναρωτιούνται αν πράττουν το σωστό, δεν ξέρουν πλέον σε ποιον κόσμο ανήκουν, αν είναι τμήματα της σύγχρονης κοινωνίας ή απολιθώματα. Οι σκέψεις όμως δεν είναι οι μόνες που μας ωθούν, κυρίως μας ωθούν οι πράξεις μας και οι πράξεις τους τελικά επικαλύπτουν τις σκέψεις και τις αμφιβολίες τους. Η σκέψη είναι πάντα σημαντική, η πράξη όμως είναι σημαντικότερη. Η αντίσταση είναι βαθιά ριζωμένη στο πετσί τους και δεν μπορούν να κάνουν πίσω. Εξάλλου - και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση του έργου - όλοι οι υπόλοιποι αδιαφορούν, τα πάντα είναι μπίζνες και χρήματα, οι αξίες για τις οποίες κάποιοι πολέμησαν κάποτε έχουν εκπέσει. Ο κόσμος γύρω μας φαίνεται να είναι γερασμένος, μοιυντός, επειδή τα πάντα έχουν θαφτεί μέσα στο σύστημα, τόσο στις καπιταλιστικές, όσο και στις σοσιαλιστικές χώρες. Στο τέλος της ιστορίας μας, ούτε ο αφηγητής δεν θυμάται γιατί έγιναν όλα αυτά και αναρωτιέται μήπως είναι και ο ίδιος νεκρός. Εμείς όμως ξέρουμε την απάντηση, γιατί έχουμε γίνει μάρτυρες και κοινωνοί της ιστορίας του: οι πράξεις διατηρούν την αξία τους, ακόμη κι όταν οι πρωταγωνιστές έχουν εγκαταλείψει το μάταιο αυτό κόσμο, ακόμη κι όταν οι ίδιοι αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους. Η μνήμη είναι σημαντική και η διατήρησή της διαιωνίζει την ιστορία, γιατί η τελευταία είναι και πράξη και αφήγηση, δημιουργία των ανθρώπων και δημιούργημά τους. Ή μήπως είναι όλα μάταια και οδηγούν σε αδιέξοδο;;;; Μέσα σε όλα αυτά, κάνει και μια σύντομη εμφάνιση ένας ανώνυμος νεαρός, που πρέπει να είναι ο ίδιος, που φρόντιζε την πλούσια κληρονόμο στην "Πόλη που δεν Υπήρξε". Εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, οδηγώντας τους ήρωες στα μέρη, όπου θέλουν να πάνε και στο τέλος παίρνοντας το μόνο επιζώντα. Πιθανόν να λειτουργεί ως ψυχοπομπός, που φέρνει τους στρατιώτες στην κόλαση και στο τέλος τους παίρνει από εκεί. Μπορεί να είναι και ένας σύνδεσμος για τον πραγματικό κόσμο, που οδηγεί τους πρωταγωνιστές σε έναν παράλληλο κόσμο, εκεί όπου αυτοί μπορούν να τελειώσουν τη δουλειά, που οι φασίστες δεν τους επέτρεψαν 40 χρόνια πριν την ιστορία, που αφηγείται το κόμικ. Για το σχέδιο του Μπιλάλ, τι να πω; Τι νόημα έχει να σχολιάσω αυτό το υπέροχο σχέδιο και το πόσο ταιριαστό είναι με το σενάριο; Τα πάντα φαίνονται να έχουν μελετηθεί με μεγάλη επιμέλεια: το αρχικό πλάνο με τα αυτοκίνητα να έρχονται προς το μέρος μας, το τελευταίο σχέδιο με τις αντίθετες γωνίες λήψης, που ίσως και να συμβολίζει τις πλευρές της ιστορίας, όπου βρισκόμαστε, την απεικόνιση της Βαρκελώνης του Γκαουντί ή εκείνη της Ρώμης με τις αρχαιότητες να κυριαρχούν παντού (σίγουρα, όχι τυχαία), τα πλάνα των νεκρών και το αίμα, που κυλάει; Πραγματικά, κάθε καρέ συμβάλλει με κάποιον τρόπο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας και υποστηρίζει το σενάριο, λέγοντας πράγματα, που ο Κριστέν δεν χρειάζεται να πει. Δεν επιθυμώ να γράψω και άλλες μπούρδες, θα ήθελα να γράψουν και άλλοι τις απόψεις τους. Μια τελευταία παρατήρηση: δεν ξέρω τι εντύπωση θα κάνει το κόμικ σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και αν θα μπορέσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ταυτιστεί με αυτό. Στα ελληνικά το κόμικ δημοσιεύτηκε στα τεύχη 29-36 της Βαβέλ και το 1985, μετά τη διάσπαση της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού, εκδόθηκε σε άλμπουμ από την Ars Longa με κάποια προβληματάκια στη μετάφραση και στην επιμέλεια. Η έκδοση είναι προ πολλού εξαντλημένη και το πιο δύσκολο να βρεθεί άλμπουμ του Μπιλάλ και μάλιστα ακόμη πιο δύσκολο να βρεθεί σε πραγματικά καλή κατάσταση, λόγω της μέτριας βιβλιοδεσίας του. Στα γαλλικά έχει κυκλοφορήσει σε διάφορες εκδοχές, αρχικά από την Dargaud, στη συνέχεια από την Les Humanoïdes Associés και μετά από την Casterman. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε πρώτη φορά - νομίζω - από την Catalan Communications το 1989 χαρτόδετο με τίτλο "The Ranks of the Black Order" και στη συνέχεια το 2000 σε σκληρόδετη έκδοση από την Humanoids με τίτλο "The Black Order Brigade". Το σκανάρισμα του εξωφύλλου έγινε από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (αλλά στα Γαλλικά)
  13. Βαβέλ: Αφιέρωμα στο περιοδικό κόμικς από τις Νύχτες Πρεμιέρας Εφτά συνεργάτες του ιστορικού περιοδικού, με προεξάρχουσα τη Νίκη Τζούδα, συνεκδότρια, επιλέγουν αγαπημένες τους ταινίες και να τις μοιραστούν με το κοινό. To 26o Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας φιλοξενεί για πρώτη φορά τη «Βαβέλ», έστω ένα μικρό μέρος από όλους τους υπέροχους ανθρώπους που πέρασαν μέσα στις δεκαετίες από το περίφημο περιοδικό κόμικς που πρόσφερε το σπουδαίο του πολιτιστικό αποτύπωμα για περισσότερες από τρεις δεκαετίες. Το αφιέρωμα διοργανώνεται με αφορμή το ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «Βαβέλ - Από τη Σιωπή στην Έκρηξη», που θα προβληθεί στο πλαίσιο της φετινής διοργάνωσης. Εφτά συνεργάτες του περιοδικού με προεξάρχουσα, φυσικά, την κυρία Νίκη Τζούδα, συνεκδότρια του εντύπου, ανέλαβαν να επιλέξουν αγαπημένες τους ταινίες και να τις μοιραστούν με το κοινό μας. Είναι οι Αλέξης Καλοφωλιάς, Σταύρος Κούλας, Γιάννης Νένες, Χρήστος Ξανθάκης, Νίκος Ξυδάκης και Άγγελος Φραντζής. Ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας, Λουκάς Κατσίκας, για το αφιέρωμα: «Να ξεκινήσω με την πιο προβλέψιμη παραδοχή, η οποία σας διαβεβαιώ ότι ισχύει όσο λίγα πράγματα που ξέρω: ελάχιστα έντυπα ευτύχησαν να αφήσουν τόσο δυνατό αποτύπωμα στην κουλτούρα της χώρας μας, όσο η «Βαβέλ», από το 1981, που πρωτοκυκλοφόρησε, μέχρι τον Ιούνιο του 2008 και το τελευταίο της τεύχος. Σε μια συγχυσμένη Ελλάδα της Μεταπολίτευσης, που αγωνιζόταν να κερδίσει το χαμένο έδαφος και να συμβαδίσει πολιτισμικά με τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, ένα περιοδικό κόμικς («και όχι μόνο») εμφανίστηκε για να επισπεύσει τη διαδικασία και να βοηθήσει τη μετάβαση. Με έναν παράξενο τρόπο έγινε το απαραίτητο συστατικό που, εκείνη την εποχή, κανείς δεν φανταζόταν ότι είχε τόσο ανάγκη στην καθημερινότητά του. Είναι λογικό. Η «Βαβέλ» σύστηνε μια αισθητική, μια φιλοσοφία και μια ομάδα με την οποία η τότε νεολαία μπορούσε να νιώσει ανακούφιση και ασφάλεια, αναγνωρίζοντας στα μέλη της την υπόσχεση για κάτι καινούργιο και διαφορετικό. Κάτι καλύτερο. Με τρυφερό αντάρτικο (και Δούρειο Ίππο) το σύμπαν των κόμικς, εισέβαλε στη νεοελληνική πραγματικότητα και τοποθέτησε εκεί τη δική της σεμνή επανάσταση. Να μου επιτραπεί, ωστόσο, εδώ να μιλήσω και λίγο πιο προσωπικά, αφού υπήρξα αναγνώστης του περιοδικού από το δεύτερο μισό του '80 και μετά. Γιατί φυλάω ευλαβικά τα τεύχη του από τότε, όσα κατάφερα να σώσω μέσα στα χρόνια. Γιατί τους χρωστώ τη γνώση και τη δυνατότητα μιας άλλης ζωής. Γιατί στη «Βαβέλ» δούλεψε ως κινηματογραφικός συντάκτης κάποια στιγμή και ο μετέπειτα διευθυντής μου στο «ΣΙΝΕΜΑ», Γιώργος Τζιώτζιος, κρυμμένος πίσω από το ψευδώνυμο «Γιώργος Μπάριος». Υπάρχουν, όμως, και μπόλικες άλλες, νοητές συνδέσεις που ένωναν όλους εμάς του περιοδικού «ΣΙΝΕΜΑ» με τη «Βαβέλ». Ήμασταν πολίτες στο ίδιο ιδιόρρυθμο χωριό, μιλούσαμε τη δική μας ντοπιολαλιά, μας δονούσαν τα ίδια πάθη, οι ίδιοι έρωτες. Και όποτε ερχόταν ο Σεπτέμβρης, όπως τα παιδιά του υπέροχου Φεστιβάλ που οργάνωνε η «Βαβέλ» στην Τεχνόπολη έπρεπε να κάνουν κοπάνα για να έρθουν στις Νύχτες Πρεμιέρας, οι οποίες διεξάγονταν την ίδια ακριβώς περίοδο, έτσι κι εμείς κάναμε το ίδιο. Από όλους εμάς, που χρωστούμε στη «Βαβέλ» κάτι παραπάνω από την καλλιέργειά μας, ένα μεγάλο ευχαριστώ». Λίγα λόγια για το ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα: ΒΑΒΕΛ – ΑΠΟ ΤΗ ΣΙΩΠΗ ΣΤΗΝ ΕΚΡΗΞΗ / BABEL – FROM SILENCE TO THE EXPLOSION του Μελέτη Μοίρα Αθήνα, Φεβρουάριος 1981. Πώς μια παρέα ανθρώπων, με μοναδικό κίνητρο την αγάπη τους για την 9η Τέχνη, έμαθαν στο ελληνικό κοινό ότι τα κόμικς δεν είναι μόνο για παιδιά. Η ιστορία του θρυλικού περιοδικού κόμικς (και όχι μόνο) «Βαβέλ» και των διεθνών φεστιβάλ που διοργάνωνε. Η ταινία καταγράφει τον τρόπο που ξεκίνησε το περιοδικό «Βαβέλ» και πώς επηρέασε επί 2,5 δεκαετίες τον πολιτιστικό ιστό της χώρας μέσα από τα σύγχρονα ρεύματα σχεδιαστών, εικαστικών, μουσικών και λογοτεχνών που έκανε γνωστά στο κοινό. Οι ταινίες του αφιερώματος: ΟΙ ΑΔΕΛΦΕΣ ΜΠΡΟΝΤΕ / THE BRONTË SISTERS του Αντρέ Τεσινέ Ιζαμπέλ Ιπέρ, Μαρί-Φρανς Πιζιέ και Ιζαμπέλ Ατζανί υποδύονται τις θρυλικές αδελφές Μπροντέ οι οποίες, πριν τον πρόωρο θάνατό τους, πρόλαβαν να αφήσουν παρακαταθήκη στην ιστορία της αγγλοσαξωνικής λογοτεχνίας τα κλασσικά «Ανεμοδαρμένα Ύψη» και «Τζέιν Έιρ». Και ο καταλυτικός για τη μετά νουβέλ βαγκ εποχή του γαλλικού σινεμά, Αντρέ Τεσινέ («Άγρια Βλαστάρια»), καθοδηγεί τις κορυφαίες πρωταγωνίστριές του σε μια υποβλητική βιογραφία γυναικείας χειραφέτησης, ρομαντική και πένθιμη μαζί, για την έκσταση και συνάμα την οδύνη μέσα από την οποία ανθίζει η μεγάλη καλλιτεχνική δημιουργία. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Σταύρος Κούλας ΧΑΡΟΛΝΤ ΚΑΙ ΜΟΝΤ / HAROLD AND MAUDE του Χαλ Άσμπι Το 1971 ο μετέπειτα καταξιωμένος σκηνοθέτης των «Shampoo» και «Να Είσαι Εκεί Κύριε Τσανς» πίστεψε τόσο πολύ στον τρελό έρωτα ενός καταθλιπτικού νεαρού με μια θεοπάλαβη 80χρονη, ώστε να τον αποτυπώσει σε μια από τις πιο ανατρεπτικές ταινίες εκείνης της δεκαετίας. Μόνο που το «Χάρολντ και Μοντ» δεν επρόκειτο να αποτελέσει απλά μια μαύρη κωμωδία ή ένα αναρχικό love story, αλλά ένα αντικομφορμιστικό και εν τέλει αναζωογονητικό εγκώμιο στην ελευθεριότητα και τη χαρά της ζωής. Διαχρονικό cult movie, μεταλλαγμένο ρομάντζο για όσους απεχθάνονται τα ρομάντζα, φιλμ με τη δύναμη να συγκινεί ακόμη και σήμερα. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει η Νίκη Τζούδα ΣΑΤΥΡΙΚΟΝ / FELLINI SATYRICON του Φεντερίκο Φελίνι Διασκευή-εξτραβαγκάντζα στο ομώνυμο έργο του Πετρώνιου (ή καλύτερα σε οτιδήποτε διασώθηκε από αυτό), ταξίδι-υπερπαραγωγή στα μακρινά βάθη του χρόνου, διονυσιακή περιπλάνηση σε μια αυτοκρατορική Ρώμη των ακόρεστων και απαγορευμένων ηδονών, ξέφρενη φαντασίωση ενός παρελθόντος που μοιάζει να ξεπήδησε όχι από κάποιο βιβλίο Ιστορίας, άλλα κατευθείαν από το υποσυνείδητο. Ένα οργιώδες science fiction, που χάρισε στον Φελίνι υποψηφιότητα για Όσκαρ Σκηνοθεσίας και στα 60s έναν σταθμό του ευρωπαϊκού σινεμά. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Άγγελος Φραντζής ΟΛΙΚΗ ΕΠΑΝΑΦΟΡΑ / TOTAL RECALL του Πολ Βερχόφεν Άρνι και Στόουν ευθυγραμμίζονται σε τροχιά απόλυτης κινηματογραφικής καταξίωσης, στην φουτουριστική sci-fi εξτραβαγκάντζα του Βερχόφεν που εκτόξευσε τις χολιγουντιανές μετοχές όλων τους στον Άρη. Εκεί που υποτίθεται πηγαίνει ο ήρωας διακοπές εικονικής πραγματικότητας, για να βρεθεί τελικά μπλεγμένος σε ένα ανελέητο ανθρωποκυνηγητό γεμάτο διαπλανητικούς μυστικούς πράκτορες, γυναίκες-δηλητήριο και προλετάριους μεταλλαγμένους, στο οποίο τίποτα δεν είναι αυτό που φαίνεται. Όσκαρ οπτικών εφέ και άλλες δύο υποψηφιότητες (ήχου και ηχητικών εφέ) σε ένα πρωτοκλασάτο δείγμα 90s χολιγουντιανού υπερθεάματος. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Νίκος Ξυδάκης ΠΟΙΑ ΕΙΣΤΕ, ΠΟΛΙ ΜΑΓΚΟΥ; / WHO ARE YOU, POLLY MAGGOO? του Γουίλιαμ Κλάιν Εκμεταλλευόμενος τις προσωπικές του εμπειρίες ως φωτογράφος, ο Γουίλιαμ Κλάιν πέτυχε με την «Πόλι Μαγκού» το πλέον διαχρονικό και διεισδυτικό σχόλιο για τον κόσμο της μόδας. Συνδυάζοντας σινεμά βεριτέ, κωμωδία και βιτριολική σάτιρα με τους ρυθμούς των 60s, μεταμφίεσε τη βαθιά ειρωνική του ματιά σε γαργαλιστικές ποπ αναφορές και σκηνές από τη ζωή ενός σούπερ μόντελ που στέκεται απαθές σε όσα δήθεν συναρπαστικά συμβαίνουν γύρω του. Αναμφίβολα cult δημιουργία, το αρχετυπικό αυτό ψευδοντοκιμαντέρ ορθώνει απροκάλυπτα το μεσαίο του δάχτυλο στην αυτοανακυρηγμένη πνευματική ελίτ που οδηγεί το lifestyle κάθε εποχής. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Γιάννης Νένες ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ΣΑΜΠΕΡ / COLONEL CHABERT του Ιβ Ανζελό Έχοντας αναρρώσει από έναν παρολίγον θανάσιμο τραυματισμό στο πεδίο των Ναπολεόντειων πολέμων, ένας συνταγματάρχης επιστρέφει στο Παρίσι για να βρει τη χήρα του παντρεμένη και την περιουσία του στο έλεος του νέου της συζύγου. Ζεράρ Ντεπαρντιέ και Φανί Αρντάν συγκρούονται μέχρις εσχάτων για την τιμή, το χρήμα και μια αλήθεια που δεν είναι πάντα αυτονόητη, σε ένα φιλμ-ορόσημο της τελευταίας λαμπρής περιόδου του γαλλικού σινεμά, το οποίο σηματοδοτεί το σκηνοθετικό ντεμπούτο του διακεκριμένου διευθυντή φωτογραφίας Ιβ Ανζελό («Μια Καρδιά το Χειμώνα») και μια από τις καλύτερες μεταφορές βιβλίων του Μπαλζάκ στη μεγάλη οθόνη. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Χρήστος Ξανθάκης MANO NEGRA: ΑΥΘΕΝΤΙΚΗ ΖΩΗ / MANO NEGRA: OUT OF TIME των Τζοζέφ Νταχάν, Τομά Νταρνάλ, Φιλίπ Τεμπούλ Συνεντεύξεις με φόντο τα περιβόητα live τους, σκηνές από μια αέναη περιοδεία που κήρυξε το πολυπολιτισμικό τους ευαγγέλιο σε κάθε άκρη του πλανήτη και μια χειμαρρώδης καταγραφή της ιστορίας της μπάντας, συνθέτουν το μανιφέστο των Mano Negra για μια «αυθεντική ζωή» στο δρόμο και μια πηγαία διακαλλιτεχνική έκφραση. Manu Chao και η υπόλοιπη παρέα σε ένα ωμό ska-punk ντοκουμέντο βγαλμένο από την εποχή που η εναλλακτική μουσική άλλαξε για πάντα. Την ταινία επέλεξε και προλογίζει ο Αλέξης Καλοφωλιάς Το 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας θα πραγματοποιηθεί από τις 23 Σεπτεμβρίου έως τις 4 Οκτωβρίου 2020, στους φυσικούς του χώρους, τις αίθουσες ΙΝΤΕΑΛ, ΔΑΝΑΟΣ 1 και ΟΠΕΡΑ 1, ενώ, ειδικά φέτος, στο πλαίσιο του υβριδικού, ασφαλούς σχεδιασμού του οι προβολές μας θα φιλοξενηθούν και στα θερινά σινεμά ΛΑΪΣ - Ταινιοθήκη της Ελλάδας, ΡΙΒΙΕΡΑ, ΤΡΙΑΝΟΝ, ΣΤΕΛΛΑ και στην ΤΕΧΝΟΠΟΛΗ ΔΗΜΟΥ ΑΘΗΝΑΙΩΝ. To πλήρες πρόγραμμα της φετινής διοργάνωσης θα ανακοινωθεί στη Συνέντευξη Τύπου η οποία θα πραγματοποιηθεί την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου 2020, στον θερινό κινηματογράφο ΑΙΓΛΗ ΖΑΠΠΕΙΟΥ (ώρα 20.30) και θα μεταδοθεί με live streaming στα social media του Φεστιβάλ. Για διαρκή ενημέρωση και περισσότερες πληροφορίες, συντονιστείτε στα sites του aiff.gr και του cinemagazine.gr και στις σχετικές σελίδες στα social media: Facebook AIFF, Instagram, Twitter. Το 26ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας πραγματοποιείται υπό την αιγίδα και με την οικονομική υποστήριξη του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού. Πηγή
  14. Το περιοδικό που διαδέχτηκε τη "Βαβέλ", έστω και μικρό χρονικό διάστημα. Το πρώτο τεύχος κυκλοφόρησε το Δεκέμβριο του 2009, ενάμιση περίπου χρόνο μετά την κυκλοφορία του τελευταίου τεύχους της "Βαβέλ" και πρακτικά συνέχισε την ίδια πορεία έχοντας παραπλήσιο περιεχόμενο με τα τελευταία τεύχη της, δηλαδή, λιγότερα κόμικς σε σχέση με τις παλιές εποχές και αρκετές σελίδες με αφιερωμένες στη μουσική, στον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία και φυσικά στα ίδια τα κόμικς. Η κυκλοφορία ήταν σε διμηνιαία βάση. Ακόμη κι έτσι, όμως, το περιοδικό δεν μπόρεσε να αντέξει, οι εποχές ήταν πολύ δύσκολες και τελικά κυκλοφόρησαν μόνο 9 τεύχη με το τελευταίο να κυκλοφορεί τον Απρίλιο του 2011, Παρόλα αυτά, σε αυτά τα λίγα τεύχη δημοσιεύτηκαν σημαντικοί και γνωστοί δημιουργοί, όπως (ενδεικτικά): Mezzo / Pirus, Daniel Clowes, Gilbert Shelton. Junji Ito, Ralf König, Rutu Modan ,Thomas Ott και άλλοι, ενώ με κείμενά τους συνέβαλαν οι (επίσης ενδεικτικά) Γιάννης Κουκουλάς, Πάνος Κρητικός, Αβραάμ Κάουα. Ωραία προσπάθεια, αλλά ίσως καταδικασμένη μέσα στο πνεύμα της εποχής, δυστυχώς οι εποχές των ενήλικων πολυθεματικών φαίνεται ότι είχαν περάσει ανεπιστρεπτί. Πιστεύω ότι άξιζε καλύτερη μοίρα και ότι καταβλήθηκαν προσπάθειες να κυκλοφορήσει ένα πολύ αξιοπρεπές περιοδικό με ωραίο περιεχόμενο. Νομίζω ότι μπορείτε ακόμη να βρείτε τα περισσότερα, ίσως και όλα τα τεύχη σε κεντρικά βιβλιοπωλεία με σημαντική έκπτωση σε σχέση με την ονομαστική τιμή. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα.
  15. Πρόκειται για μια ιστορία εκδίκησης στους κόλπους της ιταλικής μαφίας. Ένας εκτελεστής της μαφίας που έχει αποσυρθεί, επιστρέφει στους κόλπους της, θέλοντας να πάρει εκδίκηση για το θάνατο του γιου του. Το θέμα θα μπορούσε να θεωρηθεί κοινότυπο - έχουν υπάρξει πολλά παρόμοια στην ιστορία του noir (κόμικς, λογοτεχνία, κινηματογράφος). Καταφέρνει όμως να ξεχωρίσει με διαφορά, αφενός μέσω του πολύ καλού και ιδιαίτερου σχεδίου και κινηματογραφικών καρέ, αφετέρου με την ιδιαίτερη εμβάθυνση στους χαρακτήρες. Οι χαρακτήρες όπως συνηθίζεται στα noir, δεν είναι ούτε καλοί, ούτε κακοί. Είναι προϊόντα συγκυριών και καλών ή κακών επιλογών. Ο πατέρας, πρώην μαφιόζος, νυν εκδικητής, μεταμορφώνεται σελίδα τη σελίδα. Βγαίνει από το λήθαργο μιας ζωής συνταξιούχου, ανακτά το πάθος του για το "κυνήγι" και γεμάτος αδρεναλίνη ξεχύνεται σε έναν αγώνα όπου δεν του έχει μείνει τίποτα να χάσει- αυτό τον κάνει αληθινά επικίνδυνο. Είναι ελεύθερος, καθώς έχει ό,τι χρειάζεται. Δυο χέρια, δυο πόδια, μια φάτσα. 5 είναι το ιδανικό νούμερο. Και στη συνέχεια μεταλλάσσεται και πάλι όπως θα ανακαλύψετε διαβάζοντας το άλμπουμ. O Igort πειραματίζεται στη μορφή, ο ιδιαίτερος χρωματισμός εντείνει την υποβλητική νουάρ ατμόσφαιρα, το στήσιμο των καρέ είναι υποδειγματικό. Μπορεί να μην είναι για όλα τα γούστα, αλλά πιστεύω ότι θα το εκτιμήσουν πολύ όσοι είναι πιο εξοικειωμένοι με το εναλλακτικό σχέδιο. Η ελληνική έκδοση είναι προσεγμένη, με γερή ράχη. Το μόνο που με χάλασε ήταν ότι έμειναν αμετάφραστες κάποιες λέξεις από τα Ιταλικά στο background, αν το είχαν φροντίσει κι αυτό, θα ήταν ακόμα πιο ολοκληρωμένο το αποτέλεσμα. Πρόκειται για την πιο γνωστή δουλειά του Ιταλού δημιουργού Igort, που τιμήθηκε με πλήθος βραβείων: Winner of the "book of the year" award in Frankfurt Bookfair 2003 Winner of the Coccobill award as best author 2003 (Milano comics festival Cartoomics) Winner of the special award A.N.A.F.I. 2003 (Associazione Nazionale Amici Fumetto Italiano) Winner of grand prix in Romics comic festival (Rome 2003) Nominated for the best volume 2003 in Angouleme Comics festival Nominated as best artist 2003 in Naples Comics Festival (Comicon) Nominated as best artist 2003 in Milano Comics Festival (Cartoomics) Igort
  16. Κολούμπρα, Σκαθάρι, Μαμούθ, Πράσινη Γάτα, ιστορικές εκδόσεις, οι οποίες όμως δεν κατάφεραν να κυκλοφορήσουν πολλά τεύχη, ΄έδειξαν όμως, ότι υπήρχε ένα κοινό, που ενδιαφερόταν για ενήλικα (σε αυτά τα συμφραζόμενα, ο όρος σημαίνει "όχι παιδικά, ούτε υπερηρωικά") κόμικς, αλλά δεν είχε βρεθεί ακόμη η κατάλληλη συνταγή, για να μπορέσει ο τίτλος να μακροημερεύσει. Όλα αυτά άλλαξαν το Φεβρουάριο του 1981, όταν κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος ενός καινούριου περιοδικού, της "Βαβέλ". Αρκετές σελίδες (78), κάπως τσουχτερή τιμή (60 δραχμές), υπέροχο εξώφυλλο (Caza) και ένα μότο, που θα έμενε στη συνέχεια κλασικό [Περιοδικό Κόμικς (Και όχι μόνο)]. Το περιοδικό εξέδιδε η εταιρεία Ars Longa (Vita Brevis) (= Ὁ βίος βραχὺς, ἡ δὲ τέχνη μακρὴ), διευθυνόταν από μια επιτροπή και υπεύθυνη κατά το νόμο ήταν η Νίκη Τζούδα, Όπως μάθαμε στη συνέχεια (εντάξει, εγώ τα έμαθα πολύ μετά, λόγω του νεαρότατου της ηλικίας μου τότε ), τα άλλα δύο μέλη της επιτροπής, ήταν ο Γιώργος Μπαζίνας, ο οποίος ήταν και ο εκδότης, και ο Σταύρος Τσελεμέγκος, ο οποίος αποχώρησε αρκετά νωρίς από το περιοδικό. Η Βαβέλ ήταν δομημένη πάνω στο παράδειγμα του ιταλικού περιοδικού linus (με μικρό το πρώτο γράμμα), που ήταν το πρώτο περιοδικό με ενήλικα κόμικς που πρωτοκυκλοφόρησε στην Ιταλία το 1965 και εξακολουθεί να κυκλοφορεί ακόμη με εξαίρεση ένα μικρό διάλειμμα. Το linus ήταν περιοδικό με σαφείς αριστερούς προσανατολισμούς και μάλιστα υποστήριζε το, ισχυρότατο τότε, ΚΚ Ιταλίας (το οποίο - έχει σημασία αυτό - μικρή σχέση είχε με το καθ'ημάς ΚΚ). Ομοίως και η Βαβέλ, ήταν σαφώς αριστερόστροφη, χωρίς όμως να έχει σχέση με το ΚΚΕ και πήρε ξεκάθαρη πολιτική θέση σε διάφορα ζητήματα, όπως τα ναρκωτικά, ο σωφρονισμός, η ομοφυλοφιλία, ο φεμινισμός, ο καπιταλισμός και πολλά άλλα. Το πρώτο τεύχος ξεκίνησε πατώντας εν μέρει πάνω σε κόμικς που είχαν δημοσιεύσει τα προαναφερθέντα περιοδικά και πολύ γρήγορα εισήγαγε νέους καλλιτέχνες, που πρώτη φορά μάθαμε στη χώρα μας μέσω αυτού του περιοδικού. Θα μπορούσα να παραθέσω μια ολόκληρη λίστα με τους καλλιτέχνες που γνωρίσαμε μέσα από τη Βαβέλ, αλλά θεωρώ ότι δεν έχει νόημα, είναι τόση πολλοί.... Άλλαξα γνώμη . Να ορισμένοι με τυχαία σειρά και ενδεικτικά: Altan, Reiser, Bilal, Caza, Edika, Copi, Vullemin, MAnara, Burns, Moebius, Giardino, Loustal, Feiffer, Battaglia Quino, Crepax, Wolinski, Munoz, Sampayo, Margerine, Druillet, Clowes, Tardi, Segrelles, Varenne, Bernet, Abuli, Trillo, Pazienza, König, Tomine, Gottlieb και οι Έλληνες Καλαΐτζής, Αρκάς, Λέανδρος, Παπαΐωάννου (που έφτασε να σκηνοθετήσει και τις τελετές έναρξης και λήξης των Ολυμπαικών του 2004) και πολλοί, πολλοί, πάρα πολλοί άλλοι (φυσικά, ορισμένοι από όλους αυτούς, είχαν δημοσιευτεί και παλιότερα στη Κολούμπρα ή στο Μαμούθ). Πολλά από αυτά τα έργα κυκλοφόρησαν αργότερα και σε μορφή άλμπουμ. Φυσικά, σε κάθε τεύχος του περιοδικού υπήρχαν διάφορα αφιερώματα γύρω από τα κόμικς, αλλά και όχι μόνο, αφού η Βαβέλ ασχολούνταν και με βιβλία και με κινηματογράφο. Στο τεύχος 43 υπήρξε μια τρόπον τινά διάσπαση και οι εναπομείναντες εκδότες χώρισαν τους δρόμους τους. Η Νίκη Τζούδα κράτησε τον τίτλο του περιοδικού και ο Μπαζίνας την επωνυμία της εκδοτικής και προχώρησε στην έκδοση του "Παρά Πέντε". Υποθέτω, ότι με βάση μα συνεννόηση μεταξύ τους μοιράστηκαν και κάποια κόμικς, τα οποία δημοσιευόντουσαν είτε στο ένα περιοδικό, είτε στο άλλο. Συνεργάτης της Νίκης Τζιούδα έγινε από ένα σημείο και μετά ο Γιώργος Σιούνας. Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια, η Βαβέλ άλλαξε αριθμό σελίδων και σχήμα (έγινε σαφώς μεγαλύτερη και μετά ξανά μικρότερη), οι ασπρόμαυρες σελίδες εμπλουτίστηκαν με ορισμένες έγχρωμες και τελικά όλες έγιναν έγχρωμες, το απλό χαρτί έγινε ιλουστρασιόν, αλλά η βασική θεματική του περιοδικού δεν άλλαξε, αν και η αλήθεια είναι, ότι από κάποια σημείο και μετά δόθηκε έμφαση στα ερωτικά και στα χιουμοριστικά κόμικς, τα οποία μάλλον πουλούσαν περισσότερο. Δυστυχώς και παρά την παρουσία (και) τέτοιων κόμικς, αυτό που έμεινε σταθερό όλα αυτά τα χρόνια, ήταν το διαρκές οικονομικό πρόβλημα του περιοδικού, που φαινόταν και στην κατά καιρούς μη τακτική κυκλοφορία του. Αξίζει να σημειωθεί, πάντως, ότι ούτε το λογότυπο άλλαξε, ούτε το μότο. Η Βαβέλ κυκλοφορούσε κάθε μήνα, αν και έχασε πολλούς μήνες κατά τη διάρκεια όλων των ετών κυκλοφορίας της και έφτασε στο σημείο να αναστείλει σχεδόν την έκδοσή της, έως ότου τελικά σταμάτησε οριστικά στο τεύχος 246, τον Ιούνιο του 2008, ενώ υπάρχει και ένα Σπέσιαλ Σατιρικό Τεύχος, που κυκλοφόρησε το καλοκαίρι του 1982. Στο διάστημα της κυκλοφορίας της, το μόνο "διπλό" τεύχος ήταν το 40/41, πράγμα που σημαίνει, ότι τελικά τα τεύχη ήταν όντως 246 μαζί με το Σπέσιαλ. Εξίσου σημαντική παρακαταθήκη, ήταν και το θρυλικό Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, που ξεκίνησε το 1996 και σταμάτησε το 2012 και αποτέλεσε την πρώτη οργανωμένη γιορτή των κόμικς στη χώρα μας. Δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι άλλο, νομίζω. Η κληρονομιά της Βαβέλ είναι τεράστια και η συμβολή της πολύ αδύνατο να εκτιμηθεί. Γαλούχησε τουλάχιστον μια γενιά Ελλήνων αναγνωστών στα κόμικς και στην εναλλακτική κουλτούρα σε εποχές πάρα πολύ δύσκολες για τα κόμικς. Η μακροβιότητα του περιοδικού κάτω από αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες είναι απόδειξη του πόσο σημαντικό και πόσο επιδραστικό ήταν. Δυστυχώς, ακόμη δεν έχουμε κάποια διάδοχη κατάσταση, κάτι που αποδεικνύει, πόσο διαφορετικοί είναι και οι δικοί μας καιροί. Μπορείτε να βρείτε με αρκετή υπομονή όλα τα τεύχη του περιοδικού σε χαμηλή τιμή, δεν είναι ούτε δύσκολα, ούτε ακριβά και αρκετά κυκλοφορούσαν έως πρόσφατα σε εκποιήσεις βιβλίων. Μην ξεχνάτε, ότι αυτή είναι η πινακοθήκη των ευρωπαϊκών κυρίως κόμικς στη χώρα μας. Ο Γιώργος Μπαζίνας πέθανε στις 14/04/2019, μόλις στα 57 του Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Ένα ντοκιμαντέρ για τη Βαβέλ με τίτλο: Βαβέλ - Από τη Σιωπή στην Έκρηξη Ένα συναισθηματικά φορτισμένο κείμενο του Στάθη Τσαγκαρουσιάνου σχετικά με τη Βαβέλ Ένα εκτενές άρθρο του Γιώργου Τσαγκόζη Η Νίκη Τζούδα μιλάει για την ίδια και για το περιοδικό Ο Γιώργος Μπαζίνας μιλάει στον Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου για την αρχή του περιοδικού Ο Γιάννης Κουκουλάς γράφει για το Φεστιβάλ της Βαβέλ Κάποια τεύχη Βαβέλ (και Παρά Πέντε) για κατέβασμα
  17. Η Τσιγγάνικη Ορχήστρα δανείστηκε τον τίτλο της από μια σκηνή της ταινίας Άνθρωπος από Μάρμαρο (1977) του Πολωνού Andrzej Wajda και έκανε την εμφάνισή της στο τεύχος 7 της Βαβέλ, τον Σεπτέμβριο του 1981. Ήταν το πρώτο κόμικ του Γιάννη Καλαϊτζή κι ας γυρνοβολούσε στα λημέρια της γελοιογραφίας από την δεκαετία του 1960. Δεν ολοκληρώθηκε ποτέ στις σελίδες του θρυλικού περιοδικού, αλλά εκδόθηκε το 1984 ως αυτόνομο άλμπουμ, από τις εκδόσεις Πολύτυπο. Ίσως δεν ολοκληρώθηκε ποτέ και σαν ιστορία, καθότι στην τελευταία σελίδα αναγράφεται (με την χαρακτηριστική γραφή του Καλαϊτζή) «Τέλος στο πρώτο βιβλίο». Αν είχε υπήρχε στο μυαλό του δημιουργού κάποια συνέχεια, έστω και ασχημάτιστη, μάλλον δεν θα το μάθουμε ποτέ. Το στόρι είναι απλό. Ο Κώστας είναι σκιτσογράφος σε μια εφημερίδα. Κι εκεί που ξεφυλλίζει το αρχείο αναζητώντας έμπνευση (ή ίσως και να λουφάρει), μπαίνει η Έφη που ψάχνει τον αρχισυντάκτη. Μέσα σε λίγα καρέ, κανονίζεται το πρώτο ραντεβού. Έτσι, το ζευγαράκι μας «ξεναγεί» στην Αθήνα της Μεταπολίτευσης, μια πολύβουη τσιμεντούπολη γεμάτη σιωπηλούς τουρίστες, αφηνιασμένους ταξιτζήδες, πανταχού παρούσες διμοιρίες των ΜΑΤ και ιπτάμενους μπουζουξήδες. Η Τσιγγάνικη Ορχήστρα θεωρείται ένα από τα σπουδαιότερα ελληνικά κόμικς. Αν το πάρει κανείς από ιστορικής άποψης, ξεκίνησε στο σημαντικότερο ελληνικό έντυπο του χώρου, την περίοδο που η εγχώρια σκηνή έπαιρνε την πρώιμη μορφή της (παρότι κόμικς υπήρχαν από τον Μεσοπόλεμο) και μπορώ να πω με βεβαιότητα ότι ήταν το πιο άρτια σχεδιασμένο ελληνικό κόμικ που είχε κυκλοφορήσει έως τότε. Όμως η σπουδαιότητά του δεν έγκειται μόνο στην χρονική συγκυρία, ούτε «ήταν καλό για την εποχή του». Η κινηματογραφική αφήγηση ήταν και παραμένει απαιτητική. Τα καρέ είναι πολυπρόσωπα, σφύζουν από ζωή και βρίθουν λεπτομερειών, από μισοκρυμμένα πολιτικά συνθήματα σε πανό μέχρι ευθείες αναφορές στις επιρροές του Καλαϊτζή. Οι οποίες επιρροές αντανακλώνται άμεσα στο σχέδιο με τις κοφτές γραμμές και τις γλυκές καμπύλες, αλλά και στην υποδειγματική χρήση της αντίθεσης του άσπρου και του μαύρου. Σίγουρα, η πλοκή δεν είναι πρωτότυπη. Όμως το διάχυτο χιούμορ, τόσο λεκτικό όσο και οπτικό (παροπλισμένο σε μεγάλο βαθμό από τους σύγχρονους Έλληνες δημιουργούς), συμπληρώνει τα «κενά». Και βέβαια, ο Καλαϊτζής μας αφήνει ένα ντοκουμέντο, μια πολυεπίπεδη ματιά στα μικρά και μεγάλα γεγονότα της εποχής. Ωστόσο, ο σχολιασμός της τότε κοινωνίας, που πιθανολογώ ότι ήταν και ο βασικός σκοπός του, γίνεται με τρόπο διακριτικό, χωρίς κούνημα του δαχτύλου. Και μπορεί όλα όσα δείχνει ή υπονοεί ο Καλαϊτζής, να μην είναι εύκολα αντιληπτά από έναν αναγνώστη του σήμερα, αποτελεί όμως κι αυτό ένα μέρος της γοητείας της Τσιγγάνικης Ορχήστρας.
  18. Σειρά, μετά το "Βουντού για τον κύριο πρόεδρο", έχουν τα "Κέλτικα", ένας από τους μεγαλύτερους τόμους (144 σελ.) που έβγαλε ποτέ η Μαμούθ Κόμικς υπό τον τίτλο Κόρτο Μαλτέζε. Τα Κέλτικα περιέχουν 6 ιστορίες, τις #12-17 εκ συνόλου 21. Βγήκαν για πρώτη φορά στο γαλλικό περιοδικό Pif Gadget, στα τεύχη #135,143,151,161,172,179 το 1970-71 ενώ στα ελληνικά τις είδαμε σε δύο διαφορετικές μορφές πριν από αυτήν που παρουσιάζεται εδώ, και μια μετά. Ας δούμε την λίστα των ιστοριών: 1. Ο Άγγελος στο παράθυρο της ανατολής 2. Κάτω από την σημαία του χρήματος 3. Κονσέρτο σε Ο'Μινόρε για άρπα και νιτρογλυκερίνη 4. Όνειρο χειμωνιάτικου πρωινού 5. Κοτ ντε νουί και ρόδα της Πικαρδίας 6. Μπουρλέσκ Μεταξύ Ζυντκότ και Μπρέϋ-Ντιν Η "Ο Άγγελος στο παράθυρο της ανατολής" βγήκε στα τεύχη Νο. 113,114 της Βαβέλ (Σεπ/Οκτ 1990), η "Κάτω από την σημαία του χρήματος" στα τεύχη Νο. 117,118 (Ιαν/Φεβ 1991), η "Κονσέρτο σε Ο'Μινόρε για άρπα και νιτρογλυκερίνη" στο Νο.49 (Μάιος 1985) και η "Μπουρλέσκ μεταξύ Ζυντκότ και Μπρέϋ-Ντιν" στο Νο. 128 (Ιαν 1992). Το 1993 ήρθε η λεγόμενη δεύτερη περίοδος (στην παρουσίαση που λινκάρω υπάρχουν και περιλήψεις των ιστοριών) όπου βγήκαν τρία έγχρωμα τεύχη με 2 ιστορίες το καθένα σε μετάφραση Ροζίτας Σώκου, ενώ το 1999 η Μαμούθ "δένει" το εναπομείναν στοκ και βγάζει σε έναν τόμο ονόματι Κέλτικα και τις 6 μαζί. Το 2014 βγήκε ασπρόμαυρη επανέκδοση των Κέλτικων, ενώ η εκδοτική Μικρός Ήρως εκδίδει και τις 6 ιστορίες στην σειρά Κόρτο Μαλτέζε το 2018. αριστερά εσωτερική σελίδα από το "Άγγελος στο παράθυρο της ανατολής", δεξιά από το "Κάτω από την σημαία του χρήματος" (γαλλικές εκδόσεις) Τα Κέλτικα αποτελούν για μένα την αφρόκρεμα των μικρών ιστοριών. Ίσως γιατί μ'αρέσουν τα βόρεια κλίματα και οι υποθέσεις που εξελίσσονται σε αυτά, ίσως γιατί εδώ ο Pratt δίνει πραγματικά ρέστα στο σχέδιο και οι ιστορίες είναι μια και μια. Προτιμώ να μην ξεχωρίζω κάποια από τις 6 αλλά δεν μπορώ να μην παραδεχθώ πως το "Όνειρο χειμωνιάτικου πρωινού" με τις αναφορές στον Σαίξπηρ και την μαγεία των κέλτικων μύθων αλλά και το "Κονσέρτο σε Ο'Μινόρε για άρπα και νιτρογλυκερίνη" αποτελούν πραγματικά διαμάντια. Τέλος, να πω για άλλη μια φορά το πόσο εντυπωσιακοί και ψαγμένοι μου φαίνονται οι τίτλοι, άλλοτε μαγικοί και λυρικοί, άλλοτε γεμάτοι με κρυφά νοήματα. Πάντα όμως ποιητικοί και αθεράπευτα ρομαντικοί, όπως και ο δημιουργός τους.
×
×
  • Create New...