Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Πατάκης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 15 results

  1. Οι Εκδόσεις Πατάκη έχουν τα τελευταία χρόνια κυκλοφορήσει αρκετά κόμικς. Μικρό άνοιγμα, αλλά όχι ασήμαντο στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς. Χαζεύοντας, λοιπόν, τον κατάλογο με τις επικείμενες εκδόσεις, πέτυχα τα εξής: Η Κόκκινη Ρόζα (Kate Evans): μετάφραση του Red Rosa, μια βιογραφία της Ρόζα Λούξεμπουργκ Ο Πρώτος Άνθρωπος (Jacques Ferrandez): άλλη μια μεταφορά σε κόμικ έργου του Camus από τον Ferrandez. Πρόκειται για αυτό εδώ Αϊνστάιν (Corinne Maier, Anne Simon): συνεχίζεται η σειρά των βιογραφιών μετά από αυτές των Φρόυντ και Μαρξ Το Αγόρι που χάθηκε στο Δάσος (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Στέλλα Στεργίου): το κόμικ είχα αναφέρει εδώ πριν λίγο καιρό. Μια μικρή έκπληξη, καθώς δεν περίμενα ότι θα βγει από μια τέτοια εκδοτική. Safe επιλογές οι περισσότερες, αλλά και τι μ' αυτό;
  2. Ημερομηνία Έκδοσης: 11-2017 472 π.Χ και οι Αθηναίοι παρακολουθούν μια παράσταση του Αισχύλου για τον αποκαλούμενο ως μεγάλο πόλεμο, τον πόλεμο ενάντια στους Πέρσες, την οποία χορηγεί ο Περικλής στην πρώτη του δημόσια ενέργεια. Το ανέβασμα ενός έργου βασισμένο σε πρόσφατα πραγματικά γεγονότα παραξενεύει τους πολίτες αλλά στο τέλος το επευφημούν, δίνοντας αφορμή να θυμηθούν την δική τους συμβολή στον πόλεμο, αναλύοντας γεγονότα που αναγκαστικά η παράσταση δεν μπορούσε να καλύψει, δίνοντας έτσι τα γεγονότα υπό την ματιά των απλών ανθρώπων. Συνέχεια τις σειράς που καλύπτει τα γεγονότα των Περσικών Πολέμων από την Κατερίνα Σέρβη και τον Θανάση Πέτρου. Το ίδιο αξιόλογη με το Στη μάχη του Μαραθώνα και το Στη μάχη των Θερμοπυλών. Ίδιο μεγάλο μέγεθος επίσης ενώ ακόμα για μια φορά έχει παράρτημα με επεξηγήσεις. Η χρήση των δημιουργών ως πρωταγωνιστών στο κόμικ, συνεχίζει να γίνεται με ισορροπημένο τρόπο, δίνοντας μας το πλαίσιο αναφοράς της εποχής και των τεκταινόμενων της εκεί που χρειάζεται. Τα συγκεκριμένα άλμπουμ εντάσσονται σε μια υπερσειρά με τίτλο Ιστορικά Εικονογραφημένα του Πατάκη. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ήδη άλλα άλμπουμ υπό αυτή την ομπρέλα ή αν υπάρχει πλάνο και για άλλα άλμπουμ σε αυτή την σειρά.
  3. Μία ακόμα κόμικ κυκλοφορία των εκδόσεων Πατάκη, το "Πρόσφυγες" έρχεται από την ομάδα πίσω από τα πασίγνωστα μυθιστορήματα παιδικής λογοτεχνίας "Αρτέμης Φάουλ". Ο Eoin Colfer συνεργάζεται με τον Andrew Donkin στο σενάριο και με το σκίτσο του Giovanni Rigano μας προσφέρει μια - όχι και τόσο - παιδική ιστορία με κοινωνικό περιεχόμενο όπου διαπραγματεύεται την πορεία ενός μικρού πρόσφυγα, του Ίμπο, και το ταξίδι του για επιβίωση στην Βόρεια Αφρική. Η έκδοση του Πατάκη είναι σκληρόδετη με βαρύ χαρτί. Πέρα από δύο εισαγωγικά σημειώματα από τους Έλι Βιζέλ (Βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης και επιζών του ολοκαυτώματος) και Μυρσίνη Ζορμπά (Μέλος του δικτύου για τα δικαιώματα του παιδιού) καθώς και ένα μονοσέλιδο επίλογο των δημιουργών, περιέχεται μια πεντασέλιδη παρόμοια θεματολογικά ιστορία με τίτλο "Η ιστορία της Έλεν", πέντε σελίδες προσχέδια και σύντομα βιογραφικά της δημιουργικής ομάδας. Ο εκδότης δίνει στο σάιτ ονομαστική τιμή στα 11,10 αλλά βρίσκεται με 6,60 στην πρωτοπορία. Άρθρο της Guardian για το κόμικ Προσωπική ιστοσελίδα του Eoin Colfer
  4. Μια ιδεώδης σύμπραξη Πέτρος Μαρτινίδης Ο Ζακ Φεραντέζ, βασισμένος στο αρχικό ημιτελές μυθιστόρημα του Καμύ δημιουργεί στη μεταφορά του σε graphic novel ένα πλήρες έργο. «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το graphic novel μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του Αλμπέρ Καμύ. Jacques Ferrandez, Ο πρώτος άνθρωπος. Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Αλμπέρ Καμύ, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin, Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 184 Είναι πολύ άτυχο να γίνεις ένας εξαιρετικά μετριοπαθής άνθρωπος, μα να ζήσεις σε «εποχή των άκρων», όπως χαρακτήρισε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ την περίοδο 1914-1991. Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913. Το φοβερό «άκρο» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όμως, με τις πρωτόγνωρες ανθρωποθυσίες, του στέρησε τον πατέρα του, Λυσιέν Καμύ. Ως Γάλλος της Αλγερίας, ο πατέρας του βρέθηκε με τη γραφική στολή του Ζουάβου στο μέτωπο του Μάρνη, όπου μόλις πρόλαβε να δει τη χώρα καταγωγής του σκοτώθηκε. Ο Αλμπέρ μεγάλωσε σε συνθήκες μιας φτωχής αλλά ήσυχης ζωής στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Ενήλικος πια, το φοβερότερο «άκρο» του Β΄ Παγκοσμίου το βίωσε στο Παρίσι, όπου είχε βρεθεί λίγο πριν τη γερμανική κατοχή, αρθρογραφώντας σε εφημερίδες της αντίστασης. Κι αμέσως μόλις ο Πόλεμος τελείωσε, ακριβώς το 1945, άρχισε το μακελειό για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, με τις δικές του «ακρότητες». Εκεί, η μετριοπάθεια του Καμύ γνώρισε τις μεγαλύτερες ίσως δοκιμασίες της. Ιδίως στην περίοδο 1954-1957, ενόσω γενικεύονταν οι βαρβαρότητες από όλες τις πλευρές. Ο θάνατός του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, το 1960, τον απάλλαξε από διλημματικές επιλογές όταν η βία κορυφωνόταν, μέχρι την οριστική αποχώρηση των Γάλλων από την Αλγερία το 1962[1]. Στην εξέλιξη του Καμύ έπαιξαν κρίσιμο ρόλο εκείνες οι πρώτες δεκαετίες της ζωής του στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Μια αυστηρή γιαγιά, διαχειρίστρια των οικονομικών του σπιτιού∙ μια τρυφερή και όμορφη μητέρα, που του «ζωγράφισε» το πορτρέτο του φιλόπονου πατέρα τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει∙ ένας περίγυρος πολύχρωμος, με τον εξωτισμό της αραβικής κουλτούρας και τον ορθολογισμό της δυτικής να αναμιγνύονται∙ ανάμικτες επίσης παιδοπαρέες, που μοιράζονταν όσα τους επέτρεπε το πενιχρό χαρτζιλίκι τους∙ και, κυρίως, ένας σπουδαίος δάσκαλος δημοτικού, ικανός να εξάψει τη φιλομάθεια των μαθητών, να διακρίνει τους πιο προικισμένους και να καταβάλει κάθε προσπάθεια να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους άνοδο. Βεβαίως οι Γάλλοι, ως αποικιοκράτες, παρέμεναν πολίτες Α΄ κατηγορίας σε σχέση με τους ντόπιους. Αλλά ως προς τους Γάλλους της μητροπολιτικής Γαλλίας έμεναν κι αυτοί υποτιμημένοι. Ήταν οι «pieds noirs», οι «μαυροπόδηδες»[2]. Αυτές οι ιεραρχήσεις δεν σημαίνει ότι ανταποκρίνονταν και σε οικονομικές. Μεταξύ των Β΄ κατηγορίας πολιτών που αποτελούσαν οι αυτόχθονες Αλγερινοί, κάποιοι ήταν πιο εύποροι από πάρα πολλούς Α΄ κατηγορίας «pieds noirs», όπως και μεταξύ των τελευταίων υπήρχαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης, ικανοί να ανταγωνίζονται σε πλούτο αρκετούς γάλλους κτηματίες, με τίτλους ευγενείας. Με τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς του, ο νεαρός Καμύ παρέμεινε ένας «pied noir», πολύ κοντά στους φτωχούς νεαρούς Γάλλους ή Άραβες φίλους του. Και ίσως κατέληγε λογιστής ή δημόσιος υπάλληλος όταν τέλειωσε το δημοτικό, όπως θα τον ήθελε η σφιχτοχέρα γιαγιά του, αν δεν μεσολαβούσε ο εμπνευσμένος δάσκαλος. Πρόθεση του παρόντος άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει τη βιογραφία του Καμύ. Πρόθεση του ίδιου του Καμύ, όμως, ήταν να περάσει αυτές τις καθοριστικές για την εξέλιξη της ζωής του εμπειρίες σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Όπου, με το όνομα Ζακ Κορμερύ, ενός πολυβραβευμένου γαλλο-αλγερινού συγγραφέα που επιστρέφει στο Αλγέρι μετά από μακρά απουσία, μιλά για τα χρόνια μετάβασης από την παιδική στην εφηβική του ηλικία, σε διαρκή αντιπαραβολή με τις συνθήκες της ώριμης ζωής του, στα τέλη του 1950, τους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς και τις λοιπές δικές της δυσκολίες. Ένα είδος Αναζήτησης του χαμένου χρόνου για «pieds noirs», θα μπορούσε να το πει κανείς, χωρίς ειρωνεία. Πάνω στην ορμή της σύνθεσής του, το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε το έσχατο έργο του Καμύ. Εκατόν πενήντα δυσανάγνωστες χειρόγραφες σελίδες, που βρέθηκαν στην τσάντα του μετά το δυστύχημα. Τελευταίο έργο ενός από τους νεότερους συγγραφείς με Νόμπελ λογοτεχνίας και, σαν μακάβρια αντίστιξη, τιτλοδοτημένο: Ο πρώτος άνθρωπος. Αυτό το ημιτελές έργο εκδόθηκε εν τέλει, μα μόλις το 1994, μετά από πολλή δουλειά της συζύγου και της κόρης του Καμύ. Για να γίνει, το 2017, σενάριο ενός graphic novel από τον Ζακ Φεραντέζ. Η σύμπραξη στάθηκε ιδεώδης. Ένα έργο μεγάλου συγγραφέα, με άλλοτε εμπνευσμένες κι άλλοτε μακροπερίοδες ή ανεπεξέργαστες φράσεις, κάποιες ασυνέχειες στην πλοκή και μια μετέωρη κατάληξη (κατάλληλο για τους αφοσιωμένους αναγνώστες του Καμύ ή για τους μελετητές του), προσφερόταν να βρει την ολοκληρωμένη αφηγηματική εκδοχή του στα εκφραστικά μέσα μιας άλλης φόρμας – του «γραφιστικού μυθιστορήματος». Ο όρος «graphic novel» δεν είναι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, παρά το εξευγενισμένο κόμικς. Ίδιοι αφηγηματικοί κώδικες, ίδια ευρήματα (όπως λ.χ. στα flash backs), ίδια ποικιλία γραφιστικών ταλέντων. Απλώς, αν η πλοκή έχει να κάνει με τις περιπέτειες του Ντόναλντ Ντακ ή του Σούπερμαν, ανεξαρτήτως σχεδιαστικής ποιότητας τα έργα εντάσσονται στα «παιδικά» ή στα «περιπετειώδη κόμικς»∙ αν έχει να κάνει με ζεύγη σε ερωτική έξαψη, ανεξαρτήτως, πάλι, αν πρόκειται για το πενάκι του Σερπιέρι ή κάποιου απειρότεχνου, όλα εντάσσονται στα «ερωτικά κόμικς». Αν όμως η πλοκή έχει να κάνει με ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, όπου οι Εβραίοι είναι ποντίκια, οι Ες-Ες γάτες και οι Αμερικανοί σκυλιά που έρχονται να τις φάνε, ακόμη κι αν απουσιάζει μια εντυπωσιακή σχεδιαστική ποιότητα, τότε θαυμάζουμε το βραβευμένο με Πούλιτζερ graphic novel: Maus του Αρτ Σπίγκελμαν∙ ή αν έχει να κάνει με την ταραγμένη ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού, τότε το περιοδικό Time εγκωμιάζει το graphic novel Περσέπολις της Μαργιάν Σατραπί, κ.ο.κ.. Τα πράγματα γίνονται λιγότερο απλά σε περιπτώσεις όπου ένας εξαιρετικά προικισμένος σχεδιαστής, όπως ο Μανάρα λ.χ., έχει μεν διαπρέψει στα «ερωτικά κόμικς» (με Το κουμπί της και άλλες σχετικές σειρές), αλλά προσθέτει στα τελευταία του έργα τους δυο τόμους για τα ώριμα χρόνια της ζωής του Καραβάτζιο. Ο Μανάρα δεν διαφοροποιείται εκεί, ως προς τον ερωτισμό των πιο παλιών του κόμικς. Αλλά θα ήταν μάλλον άδικο να ενταχθεί και ο Καραβάτζιο σε αυτά. Ίσως ο χαρακτηρισμός graphic novel το αναβαθμίζει, αν και ακριβέστερο θα ήταν: «αριστούργημα». Κάτι ανάλογο ίσχυσε πολύ νωρίτερα για τον Γουίλ Άιζνερ, δημιουργό ενός μασκοφόρου ήρωα –του Spirit– ο οποίος ανταγωνίστηκε αρκετούς ομοίους του στα φτηνά κόμικς του 1940 και 1950. Ωστόσο, το 1978, ο Άιζνερ εκδίδει το Ένα συμβόλαιο με τον θεό, με πλοκή βασισμένη σε περιστατικά από φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης και με εξαιρετικά επιδέξιο ασπρόμαυρο σχέδιο. Χάρη σ’ ένα είδος μελοδραματικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τον οποίο αποπνέει το έργο, άρχισε έκτοτε να διακινείται ο όρος «graphic novel». Αυτή η «εξευγενιστική» ονομασία έδωσε την ευκαιρία σε ικανούς ή λιγότερο ικανούς σεναριογράφους και γραφίστες να μετατρέψουν σε κόμικς οτιδήποτε: μεγάλα μυθιστορήματα όσο και επιστημονικά δοκίμια. Από το 1941, βέβαια, τα περίφημα Classics Illustrated άρχιζαν να φροντίζουν την κουλτούρα του μέσου αμερικανού νέου, που ποτέ του δεν θα διάβαζε Ντίκενς, Μέλβιλ ή Όμηρο, δίνοντάς του μια ιδέα για το τι συμβαίνει στο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, στο Μόμπυ-Ντικ ή στην Ιλιάδα. Με εξαιρετική επιτυχία σε όλο τον κόσμο, τα Κλασικά Εικονογραφημένα έφεραν σε επαφή τα παιδιά της μεταπολεμικά αναπτυσσόμενης μεσαίας τάξης με σπουδαία λογοτεχνήματα, χωρίς πολύωρες αναγνώσεις. Μέτρια «εικονογραφημένα», κάποιες φορές, παρέμεναν οπωσδήποτε «κλασικά». Αλλά μετά το 1970 η μόδα τους παρήλθε. Με τα κόμικς να κυριαρχούν στην ψυχαγωγία νεαρών ηλικιών και τα καλά σχολεία να στρέφουν τους μαθητές τους στα ίδια τα πρωτότυπα έργα, το πεδίο για μια πιο λόγια εκδοχή των Classics Illustrated –δηλαδή τα Graphic Novels– άνοιγε λαμπρό. Πρόσφατα λ.χ. ολοκληρώθηκε στη Γαλλία η σχετική μεταφορά και των επτά τόμων της Αναζήτησης του χαμένου χρόνου, του Προυστ, ενώ είχε προηγηθεί σε αγγλόφωνες χώρες η μεταφορά του Πορτρέτου ενός καλλιτέχνη, του Τζόυς. Εκεί όμως έγκειται το πρόβλημα. Οσοδήποτε επινοητικός κι αν αποδειχθεί ο σεναριογράφος ή προικισμένος ο γραφίστας, αν δεν υπάρχει κάποιο πρωτότυπο σενάριο, όπως λ.χ. με το Συμβόλαιο του Άιζνερ, το αρχικό λογοτέχνημα χάνεται μέσα στους κώδικες του graphic novel. Αλλά στην περίπτωση που η γραφιστική μεταφορά αφορά γνωστό λογοτέχνημα κι αυτό έχει μείνει ημιτελές, για κάποιους λόγους, τότε πράγματι επιτρέπει στον προικισμένο γραφίστα να δημιουργήσει ένα νέο, πλήρες έργο. Τέτοια είναι η ιδιαιτερότητα του Ο πρώτος άνθρωπος ως γραφιστικού μυθιστορήματος. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για «ποιητική του φωτός» στις ακουαρέλες του Ζακ Φεραντέζ. Αναπτύσσονται σε μια παλέτα που συνάδει απολύτως με την αίσθηση για τον κόσμο των αφρικανικών παραλίων της Μεσογείου: πόλεις, λιμάνια, προάστια, μεταφορικά μέσα κι ατέλειωτη ποικιλία ενδυμασιών. Το «γραφιστικό» αποδίδει στο αρχικό μυθιστόρημα επιπλέον ποιότητες. Η δε εικαστική δεξιότητα του Φεραντέζ ενισχύεται από το ότι γεννήθηκε στην ίδια γειτονιά με τον Καμύ, πλουτίζοντας τον Πρώτο άνθρωπο με αυθεντικότητα κι ευαισθησία. Στον κοινό αφηγηματικό πυρήνα έχουμε: Τον διαπρέποντα συγγραφέα Ζακ Κορμερύ να επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο του. Συναντά τη γηραιά μητέρα του στο παλιό τους διαμέρισμα, καθώς και τον δάσκαλο που τόσο εύστοχα τον κατηύθυνε στα γράμματα, ενώ συλλέγει, από πρώτο χέρι, εικόνες της σύγκρουσης που βράζει μεταξύ αποικιοκρατών και αυτοχθόνων. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, οι αναδρομές στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας και οι απόπειρες προσέγγισης του πρόωρα χαμένου πατέρα είναι συνεχείς. Συναντώντας επιζώντες γνωστούς του πατέρα του, χτίζει την εικόνα τού πώς εκείνος έβλεπε τον κόσμο, μια που έφυγε απ’ αυτόν νεότερος από τον γιο που επιστρέφει να αναπλάσει το πορτρέτο του. Κρίσιμο, εκεί, ένα επεισόδιο από την εφηβική ηλικία του πατέρα: η επιμονή του να παραστεί σε μια θανατική εκτέλεση, με το θέαμα της καρατόμησης να τον αφήνει άρρωστο για μέρες. Και πιο κρίσιμη η αναφορά, από έναν συμπολεμιστή του πατέρα, στην πρωτοφανώς βίαιη αντίδρασή του απέναντι σε φρικτούς ακρωτηριασμούς πτωμάτων των ηττημένων μιας μάχης. Στο σχόλιο του συμπολεμιστή: «σε ορισμένες περιστάσεις ένας άντρας μπορεί να κάνει τα πάντα», ο πατέρας ξεσπά: «Όχι! Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας». Μερικά ακόμη σημαντικά σημεία: η παρουσία μιας ωραιότατης, νεαρής θαυμάστριας, η οποία συνοδεύει τον Κορμερύ σε αυτό το ταξίδι στο παρελθόν του, και οι συναντήσεις του με διάφορους ντόπιους. Γάλλους που πάλεψαν να στήσουν μια σχετικά εύπορη ζωή, επί δυο-τρεις γενιές, και τώρα πρέπει να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ή Αλγερινούς που πρόκοψαν σε συνεργασία με Γάλλους και υποχρεώνονται πλέον να στραφούν εναντίον τους, πριν τιμωρηθούν ως προδότες από τους δικούς τους. Σε αυτό το κάπως μελαγχολικό κλίμα, παιδικών αναμνήσεων αμεριμνησίας και διλημμάτων της πολεμικής σύγκρουσης που ξεσπά, στον παρόντα χρόνο, το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται. Με τα χρώματα μιας θάλασσας του δειλινού να περιβάλλουν το πλοίο που ξαναφέρνει τον διάσημο συγγραφέα και τη θαυμάστρια πίσω στη Γαλλία. Πιο προβληματισμένο για το μέλλον, μα και πιο έτοιμο να το αποδεχτεί. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι στα δυο πολύ τελευταία σχεδιαστικά καρέ ηχεί κάτι από το τέλος του πρώτου φιλοσοφικού έργου του Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου): «πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται μεν, ενώ το πρωτότυπο έμεινε ημιτελές, αλλά πλήρες νόημα αποκτά για όποιον γνωρίζει, αδρομερώς έστω, τη ζωή του Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή που ούτε στιγμή, μέσα στον δημιουργικό πυρετό της, δεν έχασε τη βαθιά ανθρωπιστική της πυξίδα. Ο Καμύ δοξάστηκε χωρίς να ενδώσει στην έπαρση, κακολογήθηκε χωρίς να ενδώσει στη μικροψυχία, τόλμησε να υπερασπιστεί τα κομμουνιστικά ιδεώδη όπως τόλμησε, μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία, να καταφερθεί εναντίον της ΕΣΣΔ. Γκρεμίζοντας, όχι ανέξοδα, παλιές φιλίες με διαπρεπείς κύκλους αριστερών διανοουμένων. Και ήρθε σε σύγκρουση τόσο με τη γαλλική αποικιοκρατία, δικαιώνοντας ηθικά τον αγώνα των αλγερινών εθνικιστών, όσο και με αυτούς τους τελευταίους, αφού οι τρομοκρατικές βόμβες τους σκότωναν, αδιακρίτως, κόσμο μέσα στον οποίο κυκλοφορούσε ακόμα η μητέρα του. Η δήλωσή του: «Αν έχω να διαλέξω ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στη μητέρα μου, διαλέγω τη μητέρα μου», δεν τον έκανε συμπαθή στους Γάλλους της Αλγερίας ούτε στους εθνικιστές τρομοκράτες, ενώ τον άφησε έκθετο, ως φυγόμαχο, μεταξύ ταυτισμένων με τους αντιαποικιακούς αγώνες Αριστερών. Αυτός, όμως, ήταν ο πείσμων ουμανισμός του Καμύ. Ανυποχώρητος ανθρωπισμός, τη θεμελίωση του οποίου παρακολουθούμε στο Ο πρώτος άνθρωπος. Τρυφερότητα προς τη μητέρα, που του πέρασε ευαισθησίες της∙ ευγνωμοσύνη στον δάσκαλο, που άνοιξε τους πνευματικούς ορίζοντές του∙ ανίχνευση του χαρακτήρα του άγνωστου πατέρα, με την απέχθειά του στις ακρότητες (όπως μιας καρατόμησης ή ενός ακρωτηριασμού πτωμάτων του εχθρού) και την αποδοχή ρήξεων ή εξεγέρσεων, χωρίς απώλεια της μετριοπάθειας: «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το γραφιστικό μυθιστόρημα μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του συγγραφέα. Αλλά αυτή είναι η μοίρα κάθε βιβλίου: όσο πιο πολλά γνωρίζεις για το «έξω», τόσο πληρέστερα κατανοείς το «μέσα» [1] Ακούγεται κάπως υπερβολικό, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως αν δεν μεσολαβούσε το δυστύχημα, ίσως η φωνή του Καμύ, με το κύρος του ανάμεσα στους Γάλλους και τις φιλίες του ανάμεσα σε Αλγερινούς, να ασκούσε κρίσιμη επίδραση στην έκβαση του «πολέμου της Αλγερίας». Ο οποίος, εξάλλου, μεταβλήθηκε σε συνεχή εμφύλια μακελειά και νέες αγριότητες, μεταξύ εκείνων που είχαν διώξει τους αποικιοκράτες. [2] Συνήθως φτωχοί αγρότες από διάφορες περιοχές της Γαλλίας, οι οποίοι από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά έφταναν με την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος στην Αλγερία. Κάτι οι «μαύρες» μπότες των στρατιωτών που μετά την κατάκτηση της χώρας αποτέλεσαν τους πρώτους αποίκους, κάτι οι αγροτικές διαδρομές στα σκούρα εδάφη των χωραφιών, κάτι ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών που έβαφε τις πατούσες των αμπελοκαλλιεργητών, μονιμοποίησαν τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό του «μαυροπόδαρου» για τους γεννημένους στην Αλγερία Γάλλους. Πηγή
  5. Το αίνιγμα του Αλμπέρ Καμύ Γιάννης Κουκουλάς Το έγραφε για πολύ καιρό με ενθουσιασμό. Δεν πρόλαβε όμως να το ολοκληρώσει. Στα συντρίμμια του αυτοκινητικού δυστυχήματος που του αφαίρεσε τη ζωή βρέθηκε η τσάντα με τα χειρόγραφά του. Το ημιτελές βιβλίο «Ο Πρώτος Ανθρωπος» του Αλμπέρ Καμύ ήταν εκεί. Ο Ζακ Φεραντέζ το προσαρμόζει σε κόμικς και συμβάλλει στη συμπλήρωσή του «Ο πόλεμος ήταν σαν ένα κακό σύννεφο, γεμάτο σκοτεινές απειλές. Μα που δεν μπορούσαμε να το εμποδίσουμε να κατακλύσει τον ουρανό, όπως και τις ακρίδες ή τις καταστροφικές θύελλες που ορμούσαν πάνω στα αλγερινά στρατόπεδα», γράφει ο Αλμπέρ Καμύ στον «Πρώτο Ανθρωπο» και μεταφέρει σε κόμικς ο Ζακ Φεραντέζ (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Douge και Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, 184 σελίδες). Ενα βιβλίο ημιαυτοβιογραφικό που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Αλμπέρ Καμύ πέθανε ακαριαία σε ηλικία σαράντα επτά ετών όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με οδηγό τον εκδότη του, Μισέλ Γκαλιμάρ, έπεσε με δύναμη πάνω σε ένα δέντρο στον δρόμο προς το Παρίσι, στις 4 Ιανουαρίου του 1960. Οπως πάντα τον τελευταίο καιρό πριν από τον θάνατό του είχε μαζί του τα χειρόγραφα και τις σημειώσεις του από το βιβλίο πάνω στο οποίο εργαζόταν πυρετωδώς για μήνες. Η συνέχεια αυτού του βιβλίου μπορεί να μη γράφτηκε ποτέ. Όπως επισημαίνει όμως η Αλις Κάπλαν στην εισαγωγή της στον «Πρώτο Ανθρωπο» του Φεραντέζ: «Από το καλοκαίρι κιόλας του 1961, η Φρανσίς Καμύ, η χήρα του συγγραφέα, έκανε μια πρώτη δακτυλογράφηση του κειμένου, εργασία σισύφεια, καθώς το χειρόγραφο του Καμύ, πυκνογραμμένο και με μικροσκοπικούς χαρακτήρες, είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστο. Ανακαλύπτουμε έτσι την προσωπική και αυτοβιογραφική ιστορία του Ζακ Κορμερί, συγγραφέα, στα ίχνη ενός πατέρα εργάτη γης στην ανατολική περιοχή της Αλγερίας, που σκοτώθηκε τις πρώτες εβδομάδες του Μεγάλου Πολέμου. Στις σημειώσεις σχετικά με το πλάνο που προβλέπει για το μυθιστόρημά του, ο Καμύ γράφει: “Επιστράτευση. Όταν επιστρατεύθηκε ο πατέρας μου, δεν είχε δει ποτέ τη Γαλλία. Την είδε και σκοτώθηκε”». Αυτό το μεγαλεπήβολο έργο για την ιστορία του ίδιου του Καμύ και μέσα από αυτή την ιστορία της σχέσης της Γαλλίας και της Αλγερίας, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να κυκλοφορήσει τότε λόγω και της εύθραυστης πολιτικής κατάστασης την ώρα που η βορειοαφρικανική χώρα απελευθερωνόταν από τους Γάλλους. Το σχέδιο όμως δεν εγκαταλείφθηκε. Τρεις δεκαετίες αργότερα το ξαναέβαλε σε κίνηση η Κατρίν Καμύ, κόρη του πρόωρα χαμένου νομπελίστα συγγραφέα. Το βιβλίο τελικά κυκλοφόρησε το 1994 με δεδομένο τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα του και αμέσως άρχισε να προκαλεί συζητήσεις. «"Ο Πρώτος Ανθρωπος" παραμένει ένα αίνιγμα. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε ένα λογοτεχνικό έργο κατά τη διαδικασία της διαμόρφωσής του, μας καλεί αναγκαστικά να φανταστούμε τη συνέχεια, τις συνέχειες, να αναρωτηθούμε, ανά πάσα στιγμή, τι θα ήθελε ο συγγραφέας –γνωστός για την τελειομανία του– να κρατήσει ή να αλλάξει. Ίσως γι’ αυτό, επειδή είναι το έργο που διακόπηκε πάνω στην ορμή της εκπόνησής του, "Ο Πρώτος Ανθρωπος" να συγκινεί περισσότερο: μας δίνει την εντύπωση πως συναντάμε τον Αλμπέρ Καμύ, όπως πραγματικά ήταν και δίχως ρετουσάρισμα», τονίζει η Αλις Κάπλαν. Μα έστω κι αν όλα αυτά δεν απασχολούν τον αναγνώστη, το έργο από μόνο του ακόμα και χωρίς τον μύθο που δικαιολογημένα το περιβάλλει, είτε θεωρηθεί εν μέρει αυτοβιογραφικό είτε όχι, εξακολουθεί να είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα. Γιατί αφορά έναν άνθρωπο που ερευνά και ανασκαλεύει το παρελθόν του και τις ρίζες του και αναζητά τη συμβολική παρουσία του πατέρα του προσπαθώντας να ερμηνεύσει το παρόν του ανάμεσα σε δύο χώρες στις οποίες δεν γνωρίζει αν ανήκει, στη σκιά μεγάλων κοσμοϊστορικών γεγονότων που καθόρισαν και καθορίζουν τη μοίρα του, σε μια πορεία από την Αλγερία στο Παρίσι κι από την παιδική στην ενήλικη ζωή του. Αυτό το «δυσερμήνευτο» σενάριο, που γίνεται ακόμα πιο αινιγματικό λόγω της αναπόφευκτης απουσίας ενός «τέλους», έρχεται να συμπληρώσει ο Ζακ Φεραντέζ, που φαίνεται να γνωρίζει βαθιά τον Καμύ καθώς είχε μεταφέρει σε κόμικς και το άλλο εμβληματικό του έργο, τον «Ξένο». Με τα σχέδιά του και τις τολμηρές πρωτοβουλίες που παίρνει σε ορισμένα σημεία, πάντα σεβόμενος το πρωτότυπο, δεν διστάζει να βάλει την προσωπική του σφραγίδα. Οπως, για παράδειγμα, στη σκηνή ενός κοκτέιλ-πάρτι όπου με έναν ευφυή αναχρονισμό τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του βιβλίου και φανταστικό πρόσωπο, Ζακ Κορμερί, μαζί με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον Αντρέ Μαλρό, τον Γκαστόν Γκαλιμάρ και τον ίδιο τον Καμύ. Ή στην τραγική σκηνή που οι φαντάροι, Αραβες και Γάλλοι της Αλγερίας, μεταφέρονται εσπευσμένα στη Γαλλία για να πολεμήσουν τους Γερμανούς, φορώντας τις πολύχρωμες στολές τους και τα ψάθινα καπελάκια τους και μέσα στην κωμική εικόνα τους μετατρέπονται σταδιακά σε σκελετούς ανάμεσα σε αποκαΐδια. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ο «Πρώτος Ανθρωπος» του τίτλου μπορεί να έχει πολλές ταυτότητες και να παραπέμπει σε πολλές προσωπικότητες. Επικρατέστερη είναι όμως αυτή του πρώτου δολοφόνου της «ιστορίας» σύμφωνα με έναν κυνικό χαρακτήρα του βιβλίου: «Κι έτσι φτάνουμε στον πρώτο φονιά. Ξέρετε, λεγόταν Κάιν και από τότε έχουμε τους πολέμους!». Είτε σημαίνει κάτι τέτοιο ο «Πρώτος Ανθρωπος» είτε κάτι άλλο που βρισκόταν στο μυαλό του Αλμπέρ Καμύ, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Θα παραμείνει για πάντα ένα μυστήριο που δεν χρειάζεται να λυθεί. Αρκεί η διατήρησή του που είναι ακόμα πιο εύκολη μέσω της εξαιρετικής προσαρμογής από τον δεξιοτέχνη Ζακ Φεραντέζ. Πηγή
  6. Η σχέση της λογοτεχνίας με τα comics έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της 9ης τέχνης. Τα comics, ως μία πιο προσιτή μορφή ανάγνωσης για μικρά παιδιά, επιτελούσαν για δεκαετίες μια λειτουργία πρόωρης λογοτεχνικής διαπαιδαγώγησης των νέων. Πόσοι από εμάς δεν έχουν την ανάμνηση των κλασσικών εικονογραφημένων; Εδώ και δεκαετίες βέβαια τα comics έχουν αποστασιοποιηθεί από τον παραπληρωματικό χαρακτήρα του παρελθόντος τους, χωρίς όμως να έχουν διακόψει το στενό δεσμό τους με τη λογοτεχνία. Κλασσική και σύγχρονη λογοτεχνία συνεχίζει να τροφοδοτεί την τέχνη των comics, χωρίς όμως να την αντιμετωπίζει με την υπεροψία του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι διασκευές λογοτεχνικών έργων του Albert Camus από τον Jacques Ferrandez, έναν εκ των επιφανέστερων σύγχρονων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής comic σκηνής. Ο Ferrandez μέχρι στιγμής έχει μεταφέρει σε comic τρία έργα του Camus, τον Ξένο, τον Πρώτο Άνθρωπο και το διήγημα L’Hôte (The Guest), το οποίο αποτελεί το μόνο της σειράς που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα. Τα δύο πρώτα πάντως έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη και κυκλοφορούν σε σκληρόδετες πολυτελείς εκδόσεις. Μάλιστα οι μεταφράσεις και των δύο έχουν γίνει απ’ τις Νίκη Καρακίτσου – Douge και Μαρία Κασαμπάλογλου – Roblin, οι οποίες έχουν προσφέρει αξιόπιστες μεταφράσεις για τη μεγάλη πλειοψηφία των έργων του Camus που κυκλοφορούν στα ελληνικά. Ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος έμεινε τελικά ημιτελής -λόγω του αιφνίδιου θανάτου του συγγραφέα σε τραγικό τροχαίο δυστύχημα, μόλις στα 47 του χρόνια- έμελλε να αποτελέσει το φιλόδοξο κύκνειο άσμα του, το οποίο αν είχε ολοκληρώσει θα μπορούσε ίσως να γίνει το magnum opus του. Το έργο βρέθηκε στον τόπο του δυστυχήματος, μέσα στην τσάντα του, γραμμένο μέσα σε 144 πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες, οι οποίες θεωρούνται μόνον ένα πρώτο σχεδίασμα του τελικού σχεδίου που είχε στο μυαλό του ο Camus. Τελικά ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος δακτυλογραφήθηκε απ’ την κόρη του, Catherine Camus, εκδόθηκε 34 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του, μόλις το 1994, όταν πλέον είχε περάσει ικανό χρονικό διάστημα απ’ την Απελευθέρωση της Αλγερίας, μία ιστορική συνθήκη εξαιτίας της οποίας δίστασε η οικογένεια του Camus να το κυκλοφορήσει νωρίτερα. Η υπόθεση του Πρώτου Ανθρώπου αφορά τον Jacques Cormery, έναν επιτυχημένο μεσήλικα Γάλλο λογοτέχνη, ο οποίος επιστρέφει στην Αλγερία, στην οποία γεννήθηκε, προκειμένου να επισκεφτεί την -πλέον- σχεδόν ανήμπορη μητέρα του και να αναζητήσει τις ρίζες του. Η επιστροφή στις φτωχογειτονιές που μεγάλωσε ανασύρουν στη μνήμη του τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, που μεγάλωσε με τη μητέρα του και την αυστηρή γιαγιά του, αφού τον πατέρα του δεν κατάφερε να τον γνωρίσει ποτέ, επειδή είχε σκοτωθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τελευταίο βιβλίο του Camus ήταν και το πλέον αυτοβιογραφικό του. Τα πολλά κοινά στοιχεία του Jacques Cormery με τον συγγραφέα (ο οποίος επίσης μεγάλωσε στο Αλγέρι με τη μητέρα και τη γιαγιά του, έχοντας χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο) τον καθιστούν ένα λογοτεχνικό alter ego του. Όμως τον Camus δεν τον απασχολεί να γράψει μία αυτοβιογραφία. Τα προσωπικά του βιώματα αλληλοδιαπλέκονται με τη μυθοπλασία προκειμένου το έργο του να αποκτήσει διαχρονικότητα, αναφερόμενο σε κοινούς τόπους ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου όπου τοποθετεί τη διήγησή του, χαρακτηριστικό κάθε κλασσικού έργου. Γι’ αυτό δηλώνει σαφώς -μέσω του πρωταγωνιστή – alter ego του- ότι «θα ήθελα να μιλήσω εξ ονόματος εκείνων που τους αρνήθηκαν το λόγο». Έχοντας θέσει το στόχο του, η οικουμενική ματιά του Camus στρέφει το ενδιαφέρον των αναγνωστών σε ιστορίες ανθρώπων χωρίς φωνή, όπως ήταν η αγράμματη μητέρα του ή ο πατέρας του που ήταν θύμα του πιο αιματηρού πολέμου μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή και οι Άραβες του Αλγερίου, που το Γαλλικό κράτος είχε αποικίσει τη χώρα τους στέλνοντας οικογένειες Γάλλων να την εποικίσουν, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η δική του οικογένεια. Η μεταφορά του βιβλίου σε comic απ’ τον Jacques Ferrandez ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, ειδικά αφού πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ημιτελές, με κενά στην αφήγηση, τα οποία ο Καμύ (όπως φαίνεται απ’ τις σημειώσεις των χειρογράφων του) επιθυμούσε να τα καλύψει, διανθίζοντας το πρώτο αυτό σχεδίασμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν είχε κατορθώσει καν να ολοκληρώσει την ιστορία, για την εξέλιξη της οποίας είχε αφήσει μόνον υπαινιγμούς μέσω σημειώσεων στο τέλος των χειρογράφων του. Όμως τελικά, ακριβώς αυτή η δυσκολία του ημιτελούς έργου μετατρέπεται σε μία απ’ τις σημαντικότερες αρετές της comic διασκευής του, αφού η αποσπασματικότητα της αφήγησης στα καρέ του Ferrandez αφήνει με δημιουργικό τρόπο υπαινιγμούς για τα υπαρκτά -παρ’ ότι ακούσια- κενά της πλοκής. Εύστοχα παρατηρεί επ’ αυτού η Alice Kaplan στην εισαγωγή που συνοδεύει την έκδοση, ότι το comic «αποδεικνύεται ακριβώς το τέλειο μέσο» επειδή «ανάμεσα στα καρέ υπάρχει πάντα το κενό, η έλλειψη, που επιτρέπει κάθε στιγμή στον αναγνώστη να ταξιδέψει πέρα από ό,τι λέγεται, από ό,τι φαίνεται». Ο Ferrandez έχει μεγαλώσει κι εκείνος στην Αλγερία κι αυτή η κοινή καταγωγή του δημιουργεί ένα συναισθηματικό δεσμό με τον Νομπελίστα Γάλλο συγγραφέα. Όμως, πέραν αυτού, η καταγωγή του Ferrandez απ’ την Αλγερία του προσφέρει το προνόμιο να γνωρίζει βιωματικά τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα και να μπορεί να αποδώσει στο σχέδιό του με ρεαλισμό και λεπτομέρεια την ατμόσφαιρα, τους ανθρώπους, ακόμα και τα τοπία, τους δρόμους και τα κτήρια της χώρας. Το σχεδιαστικό στυλ του Ferrandez εντάσσεται στην ευρωπαϊκή παράδοση των comics, της οποίας αποτελεί μία απ’ τις πιο ταλαντούχες σύγχρονες πένες. Με επιμονή στη λεπτομέρεια ο Ferrandez εστιάζει στα πρόσωπα των χαρακτήρων του έργου του για να αποδώσει τα συναισθήματά τους, ενώ εντυπωσιάζει η συχνότητα που αποτυπώνει πολυπληθείς συγκεντρώσεις στις πόλεις, στα σχολεία και αλλού, χωρίς να ελλαττώνεται η προσοχή του στις λεπτομέρειες. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να τοποθετούνται σε ένα σχεδόν ζωγραφικό καμβά, που στα καρέ του καταφέρνει να συνεπάρει τον αναγνώστη, να τον ταξιδέψει σε ατέλειωτες θάλασσες, να τον ξεναγήσει στους πολυπληθείς δρόμους του Αλγερίου, αλλά και να τον υποβάλλει να νιώσει αβοήθητος -όπως οι πρωταγωνιστές- σε βροχερά νυχτερινά σκηνικά και στο θανατηφόρο πεδίο του πολέμου. Για το τέλος μένει πάντοτε ένα ερώτημα που συχνά αναδύεται σε διασκευές σημαντικών λογοτεχνικών έργων σε comics: έχει άραγε αυτόνομη καλλιτεχνική αξία το έργο του Ferrandez ή χρησιμεύει μόνον ως μία εισαγωγή στο έργο του Camus, απευθυνόμενο κυρίως σε μικρότερες ηλικίες; Σίγουρα κανείς -ούτε ο ίδιος ο δημιουργός φυσικά- δεν θα μπορούσε να συγκρίνει το έργο ενός απ’ τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα με μία διασκευή του σε comic μορφή. Όμως θα ήταν λάθος -βιασύνης ή απειρίας- να παραβλεφθεί και η αυτόνομη καλλιτεχνική αξία του έργου του Ferrandez, ο οποίος με όλο του το ταλέντο, την προσήλωση στη λεπτομέρεια και το σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο έχει δημιουργήσει ένα comic υψηλότατου επιπέδου, ένα από εκείνα τα comics που οδηγούν μικρούς και μεγάλους να αγαπήσουν την 9η τέχνη. Πρέπει να παραδεχθούμε λοιπόν ότι πράγματι τα comics του Ferrandez έχουν την αρετή να εισάγουν με προσιτό τρόπο τις μικρότερες ηλικίες στο έργο του Camus (άλλωστε έχουν χρησιμοποιηθεί και στις σχολικές αίθουσες της Γαλλίας γι’ αυτό το σκοπό), όμως έχουν και τη δύναμη να γνωρίσουν σε αναγνώστες κάθε ηλικίας τη μαγεία της τέχνης των comics. Κι αυτή η συνεισφορά τους είναι εξίσου ανεκτίμητη. Κείμενο που δημοσιεύθηκε στο Smassing Culture Μπορείτε να το ακούσετε και σε μορφή podcast:
  7. Ένα σχεδόν θρυλικό κόμικ, που ξεπήδησε από την αστείρευτη φαντασία του σπουδαίου Ευγένιου Τριβιζά και την πένα του Νίκου Μαρουλάκη. Η Φρουτοπία ξεκίνησε μεν ως κόμικ, αλλά έγινε αγαπητή στο κοινό μέσα από τη θρυλική σειρά με κούκλες της οικογένειας Σοφιανού, παρόλο που αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (διακόπηκε 3 επεισόδια πριν το τέλος). Η ιστορία ξεκινά, όταν ένας μανάβης, ονόματι Μανόλης, εξαφανίζεται από τη χώρα της Φρουτοπίας και η εφημερίδα "Τρέχα Γύρευε" στέλνει τον καλύτερο ρεπόρτερ της, τον Πίκο Απίκο, στη μακρινή Φρουτοπία, για να λύσει το μυστήριο. Καθώς, όμως ο δημοσιογράφος θα γνωρίζει ολοένα και περισσότερο αυτή τη μυστηριώδη χώρα, το μυστήριο θα πυκνώνει. Δεν έχει νόημα να περιγράψει κανείς, την υπόθεση, είναι τόσο γεμάτη με επεισόδια και χαρακτήρες, που ακόμη και η απλή έκθεση της υπόθεσης θα αδικήσει το κόμικ και τους δημιουργούς. Η πρώτη υπόθεση ολοκληρώθηκε σε 5 τεύχη και μετά ο Πίκος Απίκος κλήθηκε να επιστρέψει στη Φρουτοπία άλλες δύο φορές για ισάριθμα ταξίδια. Υπέροχο χιούμορ, σουρεαλιστικό σε πολλές στιγμές, με πολλά λογοπαίγνια, με κάποιες, πολύ λίγες, κάπως άστοχες στιγμές και καλώς ή κακώς αρκετές αναφορές στο χώρο και την εποχή κατά την οποία γράφτηκε (η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980). Καθώς εξελισσόταν η πλοκή, εξελισσόντουσαν και οι χαρακτήρες και υπήρξαν πολλές αναφορές με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Όσοι έχετε διαβάσει κάτι από Τριβιζά, θα το απολαύσετε, όσοι δεν έχετε διαβάσει, μπορείτε να ξεκινήσετε από εδώ. Εξάλλου, ένα μεγάλο προτέρημα του Τριβιζά και όλων των πετυχημένων συγγραφέων παιδικών βιβλίων, είναι ότι διαβάζονται με την ίδια απόλαυση από όλες τις ηλικίες. Ο Νίκος Μαρουλάκης, που είχε εικονογραφήσει πολλά, παιδικά κυρίως, βιβλία εικονογραφεί πολύ ωραία το σενάριο του Τριβιζά. Μάλλον φαίνεται άτεχνο ή ξεπερασμένο με τα τωρινά δεδομένα, αλλά ελάχιστη σημασία έχει αυτό. Τα σχέδιά του είναι απλά, αλλά οι λεπτομέρειες είναι παρούσες εκεί που πρέπει, καρτουνίστικα μεν, αλλά και ρεαλιστικά, όπου χρειάζεται και δίνουν όλη την ουσία του έργου. Τα χρώματα είναι πολύ ωραία και η συμβολή του στο έργο είναι τεράστια, ισότιμη εκείνη του συγγραφέα. Δεν θα κρύψω, ότι ίσως μιλάει και η νοσταλγία μου ή η συνήθεια, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εικονογράφηση για το έργο. Σύμφωνα με τις πηγές, το έργο δημιουργήθηκε το 1983 ως κόμικ, αλλά δεν έχω καταφέρει να βρω που πρωτοδημοσιεύτηκε, αν δημοσιεύτηκε κάπου πριν την προβολή της τηλεοπτικής σειράς, η οποία ξεκίνησε στο τέλος του 1985. Η πρώτη έκδοση του πρώτου κύκλου του κόμικ έγινε από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις το 1986 και ολοκληρώθηκε σε 5 τεύχη. Ο δεύτερος κύκλος εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1992 σε 8 τεύχη και μετά οι εκδόσεις Modern Times εξέδωσαν και τα 50 τεύχη της σειράς μέσα από την Εφημερίδα "Ο Κόσμος του Επενδυτή" ξεκινώντας στις 15/03/2008 και ολοκληρώνοντας στις 21/02/2009. Αυτήν την έκδοση έχω εγώ και από εκεί είναι τα σκαναρίσματα που βλέπετε. Στα τέλη του 2008, η ίδια εκδοτική κυκλοφόρησε και τα 50 τεύχη σε 8 σκληρόδετα άλμπουμ. Αυτά τα ίδια 8 άλμπουμ επανεκδόθηκαν μεταξύ του 2015 και του 2019 από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Εάν κάποιος/α ξέρει παραπάνω πληροφορίες σχετικά με το εάν το κόμικ προηγήθηκε της τηλεοπτικής σειράς, θα παρακαλούσα να το γράψει. Κλείνω τις πληροφορίες της παρουσίασης με τη δυσάρεστη, αλλά αναγκαία υπενθύμιση, ότι, δυστυχώς, ο Νίκος Μαρουλάκης μας άφησε στις 30/09/2015. Νομίζω ότι η επτάτομη έκδοση της Modern Times κυκλοφορεί ακόμη στα βιβλιοπωλεία, αλλά και τα τεύχη της εφημερίδας βρίσκονται σε πολύ χαμηλές τιμές. Σίγουρα κυκλοφορεί η τελευταία έκδοση από τη "Χάρτινη Πόλη". Όλα τα σκαναρίσματ έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη; wikipedia (στα ελληνικά, βεβαίως) Βιβλιογραφία του Νίκου Μαρουλάκη και του Ευγένιου Τριβιζά (τουλάχιστον για όσους τίτλους είναι καταχωρημένοι στο biblionet.gr) Όλα τα επεισόδια της πολυαγαπημένης τηλεοπτικής σειράς ψηφιοποιημένα στην ΕΡΤ Ένας σύνδεσμος για όσους δεν ξέρουν τα πρόσωπα των ηθοποιών πίσω από τις φωνές Άρθρο στην ελληνική wikipedia για την οικογένεια Σοφιανού, η οποία κατασκεύασε τις κούκλες για τη σειρά (και για πολλές άλλες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης)
  8. Το ''Στο δάσος" είναι ένα πολύ όμορφο παραμυθένιο κόμικ, που κυκλοφόρησε μες στον Ιούνιο, από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο σενάριο είναι ο Σπύρος Γιαννακόπουλος και στο σχέδιο - χρώμα η Στέλλα Στεργίου. Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος έχει ξανασχοληθει με τη συγγραφή σύγχρονων παραμυθιών, κι απ' ότι φαίνεται το κατέχει το άθλημα. Η Στέλλα Στεργίου με εντυπωσίασε στο Μικρό Πρίγκηπα με τις σχεδιαστικές της ικανότητες και συνεχίζει σταθερά κι εδώ στην ίδια υψηλή ποιότητα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγόρι, ήσυχο και υπάκουο και τον έλεγαν Τζακ. Ζούσε με τους γονείς του σ’ ένα όμορφο σπίτι στο δάσος. Τάιζε κοτούλες και γουρουνάκια, άρμεγε αγελάδες και η μεγαλύτερη του περιπέτεια ήταν που πήγαινε με τον πατέρα του στη γειτονική πόλη. Μέχρι τη στιγμή που χάθηκε "Στο δάσος". Και μετά, αντί να διαβάζει για περιπέτειες χρειάστηκε να τις ζήσει... Το κόμικ είναι σίγουρα ένα παραμύθι που απευθύνεται σε πρώτο επίπεδο σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, αλλά σε δεύτερο επίπεδο και σε όλους τους υπόλοιπους. Σενάριο, σκηνοθεσία και σχέδιο λειτουργούν άψογα, η δράση ισορροπείται πολύ όμορφα από το χιούμορ και ο χρωματισμός είναι πολύ τραβηχτικός. Τους ήρωες τους έχουμε ξανασυναντήσει και σε άλλα παραμύθια, αλλά εδώ τους βλέπουμε αλλαγμένους, μέσα από τα μαγικά φίλτρα των δημιουργών , οι δημιουργοί έχουν δώσει μια πιο παιχνιδιάρικη και πρωτότυπη προσέγγιση. Πραγματικά δεν μπορούσα να προβλέψω πως ακριβώς θα εξελιχθεί η ιστορία ως το τέλος. Λαχταριστό και ζουζουνιάρικο, αντισυμβατικό κι απρόβλεπτο, γραμμένο με χιούμορ, γεμάτο με μάγισσες, γίγαντες, τρολ, ιππότες, βατράχια, πριγκίπισσες, τέλεια νανάκια Ό,τι πρέπει για δωράκι στα παιδιά σας, τα ανίψια σας, τα βαφτιστήρια σας, και για σας στην τελική
  9. Η βατραχίνα που ήθελε να γίνει πριγκίπισσα Γιάννης Κουκουλάς Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Και η Στέλλα Στεργίου μια σπουδαία σχεδιάστρια και δημιουργός κόμικς. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους στο «Δάσος» είναι ένα πανέξυπνο παραμύθι που αμφισβητεί τα κλισέ και θέτει κρίσιμα ερωτήματα Για τα παραμύθια και ιδιαίτερα για τις μεταφορές τους, τις προσαρμογές τους και τις ελεύθερες αποδόσεις τους σε κόμικς έχουμε γράψει πολλά. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε όταν υπάρχουν αφορμές. Είτε το νέο έργο ακολουθεί τη συνταγή και τον τίτλο του πρωτότυπου είτε αποτελεί τη σύνθεση και τον συνδυασμό διαφορετικών συστατικών που πηγάζουν από περισσότερα του ενός και διαφορετικά πρωτότυπα έργα. Οι πιο ενδιαφέρουσες τέτοιες περιπτώσεις είναι οι παρωδίες και τα παστίς που χωρίς να έχουν πρόθεση να προσβάλουν τα πρωτότυπα, όπως συχνά αλλά εσφαλμένα πιστεύεται, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για αυτά σε νέα συμφραζόμενα και νέες συνθήκες και δημιουργούν συναρπαστικά υβρίδια πολυεπίπεδων θεματικών και δυνητικών αναγνωστικών και οπτικών εμπειριών. Στον κόσμο του animation, μιας τέχνης που οι εκπρόσωποί της έχουν προβεί τις τελευταίες δεκαετίες σε πολύ ρηξικέλευθες απόπειρες εκσυγχρονισμού και ανανέωσης παραδοσιακών παραμυθιών, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Σρεκ» που συνδύαζε στοιχεία από πολλά και διαφορετικά παραδοσιακά παραμύθια σε ένα ενιαίο εντυπωσιακό αποτέλεσμα με κεντρικό πρόσωπο έναν θηριώδη αλλά αγαθό άτυχο δονκιχοτικό τυχοδιώκτη, ο οποίος δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εξ ανάγκης μοναδικό σύμμαχό του που δεν είναι άλλος από έναν χιουμορίστα γάιδαρο. Στο «Charming», τρεις διάσημες και στερεοτυπικές ηρωίδες των κλασικών παραμυθιών, η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη και η Ωραία Κοιμωμένη, συμπρωταγωνιστούν και ανταγωνίζονται για τα μάτια και το βασίλειο ενός καρδιοκατακτητή πρίγκιπα. Σε πιο ενήλικους ρυθμούς κινήθηκε η τηλεοπτική σειρά «Disenchantment» του Matt Groening («Simpsons», «Futurama» κ.ά.) με πρωταγωνίστρια μια αλκοολική πριγκίπισσα συνοδευόμενη από ένα τρομαγμένο ξωτικό και έναν αμοραλιστή διαβολάκο σε διαρκή κόντρα με την εξουσία του βασιλιά-πατέρα της. Αντίστοιχα, αρκετές είναι και οι παρωδίες των κλασικών παραμυθιών σε κόμικς με χαρακτηριστικά παραδείγματα το πολυβραβευμένο «Fables» του Bill Willingham με δεκάδες χαρακτήρες όπως η Χιονάτη, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Σταχτοπούτα κι ο Κακός Λύκος, σε απρόβλεπτους ρόλους στη σύγχρονη εποχή, το σκοτεινό «Πινόκιο» του Winshluss που πατάει πάνω στην κλασική πλοκή αλλά την εμπλουτίζει με ενήλικα ζητήματα όπως η παιδική εκμετάλλευση, το σεξ και ο φασισμός, το «Alice in Sunderland» του Bryan Talbot, μια πολιτική κριτική της σύγχρονης Αγγλίας κ.ά. Σε αυτό το κλίμα και αυτή την τάση είναι ενταγμένο το «Στο Δάσος» (εκδόσεις Πατάκη), σε σενάριο του Σπύρου Γιαννακόπουλου και σχέδια της Στέλλας Στεργίου, μια πολύ επιτυχημένη προσπάθεια φιλοτέχνησης ενός σύγχρονου παραμυθιού που μπορεί να διαβαστεί από ενήλικους αναγνώστες αλλά και από μικρότερους, οι οποίοι είναι σίγουρο ότι θα θέτουν ερωτήματα και θα έχουν γόνιμες απορίες προς εξήγηση. Ο Γιαννακόπουλος άλλωστε είναι ένας έμπειρος και βραβευμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος με πολλά βιβλία παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας στο ενεργητικό του μέχρι σήμερα («Ο Τρύφωνας από τη Δρακολανδία», «Το Κορίτσι με το Ξύλινο Σπαθί», «Πορτοκαλάδα με Ανθρακικό», «Ο Μασκοφόρος Εκδικητής», «Νάνσι», «Αλλόκοσμος Επισκέπτης», «Το Αγόρι που Πετάει», «Ο Μονόκερος» σε εικονογράφηση του Πέτρου Χριστούλια) και με θητεία στην περί των κόμικς αρθρογραφία που γνωρίζει καλά τα μυστικά των παραμυθιών, ιδιαίτερα των χιουμοριστικών εκδοχών τους, ενώ η μόλις 28χρονη Στεργίου αποτελεί μια ξεχωριστή εκπρόσωπο της νέα γενιάς δημιουργών κόμικς που έχει λάβει μέρος σε σημαντικά ομαδικά εγχειρήματα («Βάλ’ τους Χ», «The Walking Dead Art» κ.ά.) και πριν από λίγα χρόνια έδωσε έναν υπέροχο «Μικρό Πρίγκιπα» εικονοποιώντας τρυφερά τη γνωστή ιστορία του Σεντ Εξιπερί. Δύο από τα προηγούμενα βιβλία του Σπύρου Γιαννακόπουλου (εκδ. Πατάκη) και «Ο Μικρός Πρίγκιπας» της Στέλλας Στεργίου (εκδ. Polaris). «Στο Δάσος» η ιστορία τους ξεκινά με ένα φαινομενικό κλισέ των παραμυθιών: με μια μοχθηρή μάγισσα που υπόσχεται πολλά για να ικανοποιήσει τα σκοτεινά της σχέδια. Γρήγορα όμως τα κλισέ καταρρίπτονται καθώς ουσιαστικός πρωταγωνιστής γίνεται ο Τζακ, ένα μικρό αγόρι που ενώ θα έπρεπε να ζει μια ανέμελη και ξέγνοιαστη ζωή, να βοηθά τους γονείς του στις δουλειές του σπιτιού, να αρμέγει την αγελάδα και να ταΐζει τα γουρουνάκια και τις κοτούλες, αυτός χάθηκε στο αφιλόξενο δάσος και τώρα πασχίζει να βγει ζωντανός από μια μεγάλη περιπέτεια ενάντια στα στοιχεία της φύσης, τις άγριες αρκούδες, τα ορμητικά ποτάμια, τα γιγάντια έντομα και τα ανθρωποφάγα τέρατα. Και σαν μην του έφταναν τα προβλήματά του, ξάφνου εμφανίζεται μια πολυλογού και απογοητευμένη κόκκινη βατραχίνα (αντίθετα με τον παραδοσιακό αρσενικό πράσινο βάτραχο) που του ζητάει να την αγαπήσει και να τη φιλήσει ώστε να ξαναγίνει πριγκίπισσα. Από τέτοιες μικρές λεπτομέρειες όπως το φύλο και το χρώμα της βατραχίνας αλλά και από τους απολαυστικούς διαλόγους γεμάτους εσκεμμένους αναχρονισμούς, που προσαρμόζουν το περιβάλλον του παραμυθιού και τα στερεότυπα αντίστοιχων αφηγήσεων στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, διαστρέφεται πλήρως το αναμενόμενο και η ιστορία αποκτά απρόβλεπτη τροπή. «Η μάγισσα μου είπε ότι το φίλτρο ήταν αντιγηραντικό και την πίστεψα και το ήπια όλο μονορούφι. Στην αρχή δεν ένιωσα κάτι. Και ύστερα ήταν λες και ο κόσμος γύρω μου άρχισε να μεγαλώνει. Όμως στην πραγματικότητα ήμουν εγώ αυτή που μίκραινε. Ήμουν πια βατραχίνα» αφηγείται το κόκκινο αμφίβιο στον Τζακ και αυτός αποφασίζει να τη συνοδεύσει στο επικίνδυνο ταξίδι προς αναζήτηση του ιππότη της. Ο ιππότης όμως έχει πέσει κι αυτός θύμα της μάγισσας και η κατάσταση περιπλέκεται όταν στην υπόθεση παρεμβαίνουν και οι νάνοι, που δεν είναι εφτά αλλά αμέτρητοι. Και ο γίγαντας Γκοργκ. Και ο στρατός των σκελετών. Και «Στο Δάσος» επικρατεί χάος, καθώς από πουθενά δεν φαίνεται μια αχτίδα ελπίδας όπως στα παραμύθια για τα μικρά παιδιά. Ούτε κάποιος γενναίος πρίγκιπας που με το σπαθί του θα νικήσει τους κακούς, θα παντρευτεί την ξανθομαλλούσα αλλά ασθενική και ανυπεράσπιστη βασιλοπούλα και θα ταξιδέψει μαζί της πάνω στο άσπρο του άτι, ούτε κάποιος καλός μάγος που θα λύσει τα ξόρκια, ούτε μια ιπτάμενη ροζ νεράιδα που θα δώσει τις συμβουλές της. Το Δάσος του Γιαννακόπουλου και της Στεργίου είναι πολυδαίδαλο και διαφορετικό από τα συνηθισμένα δάση των παραμυθιών. Έχει μάχες βγαλμένες από το «Game of Thrones» μαζί με οικογενειακά καβγαδάκια μεταξύ ανθρωποφάγων και συνάμα αξιολύπητων τεράτων, έχει μοντάζ του Αϊζενστάιν στις επικές σκηνές που οι στρατοί διασταυρώνονται και δέντρα που μιλάνε από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», έχει γλυκύτητα και αγριότητα που η μία υπονομεύει την άλλη υπενθυμίζοντας διαρκώς ότι πρόκειται για ένα διαφορετικό παραμύθι και όχι για κάποιο που έχεις ξαναδιαβάσει. Κι έχει όμορφα σχέδια που επίσης ανατρέπουν τα κλισέ του παραμυθιού καθώς η απώλεια του προβλέψιμου μανιχαϊσμού επικουρείται και από αυτά. Οι χαρακτήρες δεν εντάσσονται εύκολα σε καμιά κλίμακα καλού-κακού όχι μόνο λόγω του περιεχομένου των πράξεών τους, αλλά και λόγω της μορφής τους με αποκορύφωμα τον νεαρό ιππότη, που περισσότερο θυμίζει έναν μπερδεμένο ροκ σταρ με υπαρξιακά προβλήματα παρά έναν γενναίο πολεμιστή, και τη μεταμορφωμένη πριγκίπισσα η οποία απέχει σημαντικά από τις πάλλευκες κορασίδες των παραμυθιών με τα ροζ φουστανάκια και τα απαστράπτοντα στέμματα, που περιτριγυρίζονται από υπηρέτριες και γκουβερνάντες θρηνώντας για την απώλεια των μεγαλείων και των ιπποτών από τα παράθυρα των πύργων τους το ηλιοβασίλεμα υπό τους ήχους γλυκερών τραγουδιών. Για αυτή την απώλεια πανηγυρίζουν ο Σπύρος Γιαννακόπουλος και η Στέλλα Στεργίου με το «Στο Δάσος». Ένα σύγχρονο παραμύθι για να έχει ενδιαφέρον και να αφορά το σήμερα οφείλει να προσπερνά ή μάλλον να υπερβαίνει τα κλισέ, αφού προηγουμένως τα έχει κατανοήσει σε βάθος, να τα παρωδεί και ενδεχομένως να τα σατιρίζει. Μια τέτοια θεώρηση δεν υποτιμά τα κλασικά παραμύθια που θα διατηρούν πάντα την αξία τους όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες τροποποιήσεις κι αν υποστούν, υπενθυμίζει όμως ότι οι αξίες δεν παραμένουν αναλλοίωτες στον χώρο και τον χρόνο. Η προσκόλληση στην υπεραπλούστευση και στα στερεότυπα υποτιμά τη νοημοσύνη των παιδιών και σίγουρα των αναγνωστών μεγαλύτερων ηλικιών. Τα σύγχρονα παραμύθια -και το «Στο Δάσος» είναι σίγουρα ένα από αυτά- θα κατακτούν και θα διατηρούν πάντα το δικαίωμα να ανατρέπουν τα στερεότυπα και να δηλώνουν ότι σε έναν μη παραμυθένιο κόσμο δεν μπορούν να υπάρχουν παραμυθένια παραμύθια. Πηγή
  10. Οι Δημήτρης Βανέλλης και Θανάσης Πέτρου είναι ίσως το πιο γνωστό δίδυμο της ελληνικής σκηνής κόμικς. Από την άλλη, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται ευρύτατα ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης της νεοελληνικής γλυπτικής. Αυτή η «συνάντηση», λοιπόν, έχει σίγουρα ενδιαφέρον. Το ίδιο θα σκέφτηκαν, υποθέτω, και οι υπεύθυνοι των εκδόσεων Πατάκη, από όπου κυκλοφόρησε το εν λόγω κόμικ τον Απρίλιο του 2019. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στην Τήνο, μέλος μιας εύπορης οικογένειας, και από μικρός έδειξε την κλίση του στην τέχνη της γλυπτικής. Σε νεαρή κιόλας ηλικία δημιούργησε το –κατά κοινή ομολογία– αριστούργημά του, την Κοιμωμένη, και διακρίθηκε σε διαγωνισμούς στη Γερμανία, κατά τις σπουδές του εκεί. Αυτό που ακολούθησε, ωστόσο, ήταν μια παρατεταμένη περίοδος ασταθούς ψυχικής υγείας και ανέχειας. Μέσα από το σχέδιο αλλά και ντοκουμέντα της εποχής, οι δημιουργοί μας παρουσιάζουν τη ζωή του Χαλεπά, από την Τήνο στην Αθήνα, από εκεί στο Μόναχο, τα φρικτά χρόνια στο φρενοκομείο της Κέρκυρας και πάλι πίσω στη γενέτειρά του. Ο Πέτρου πειραματίζεται με διαφορετικά υλικά, αλλάζει διαρκώς προσέγγιση και τεχνικές, πού και πού «σπάει» την παραδοσιακή δομή των καρέ. Και εν τέλει αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το σκοτάδι και τις φωτεινές στιγμές στο μυαλό του Χαλεπά. Μερικά σχέδιά του πραγματικά μένουν χαραγμένα στο μυαλό σου, σαν χτύπημα από σμίλη πάνω στο μάρμαρο. Ορισμένοι μπορεί να θεωρήσουν ότι η αφήγηση δεν διαθέτει την καλύτερη ροή. Αυτό οφείλεται στην αποσπασματικότητα των διαθέσιμων πηγών για τη ζωή του Χαλεπά και στα (φαινομενικά;) ατάκτως ερριμμένα τεκμήρια (από άρθρα εφημερίδων μέχρι νομικά κείμενα). Ακόμη κι έτσι, η τέχνη του Πέτρου και, πρωτίστως, η πολύ δυνατή ιστορία υπερισχύουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, των όποιων προβλημάτων. Η καλαίσθητη, σκληρόδετη έκδοση έρχεται να ολοκληρώσει το «πακέτο» ενός εξαιρετικού κόμικ που αξίζει να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μας.
  11. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 12-2017 Πρωτότυπος Τίτλος: Marx, Une Biographie Dessinee (Dargaud, 2013) Άλλη μια βιογραφία σε σκίτσα λοιπόν, που βγήκε ταυτόχρονα με την έκδοση για τον Φρόυντ από τον Πατάκη, με το ίδιους δημιουργούς. Αυτή την φορά όμως διαβάζεται. Απέχει μεν από το ιδεατό, μιας και πηγαίνει συχνά πολύ απότομα από το ένα σημείο στο άλλο, ενώ κάποιες φορές προσπερνά στοιχεία χωρίς να μας έχει δείξει το ενδιάμεσο στάδιο που οδήγησε από το Α σημείο στο Γ, αλλά τηρείται χρονολογική σειρά των γεγονότων, η αφήγηση πρώτου προσώπου δουλεύει καλύτερα, και γίνεται επίσης και μια προσπάθεια επεξήγησης μέρος της ιδεολογίας του Μαρξ. Θα έλεγα πως αυτή η έκδοση λειτουργεί ως ένα χρονολόγιο, ένα επιγραμματικό βοήθημα για τους αναγνώστες και οπαδούς της φιλοσοφίας Μαρξ, ώστε να μην χρειάζονται να ανατρέχουν στα πλήρη έργα κάθε λίγο και λιγάκι. Ίδια καλή ποιότητας έκδοσης και για αυτό τον τόμο. Σκληρόδετος και με σπάγκο στο δέσιμο, λίγο πιο ακριβός λόγω των 8 παραπάνω σελίδων όμως. Αν τα στοιχεία της έκδοσης είναι αληθή πάντως, ο Πατάκης είχε πάρει τα δικαιώματα για τους δύο τόμους από το 2013, αλλά τα έβγαλε σε πρώτη έκδοση, το 2017. Μια πιο εκτενής ανάλυση του κόμικ στο παρακάτω άρθρο.
  12. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 12-2017 Πρωτότυπος Τίτλος: Freud, Une Biographie Dessinee (Dargaud, 2011) Άλλη μια βιογραφία σε κόμικς βρήκε τον δρόμο της στην Ελληνική αγορά λοιπόν, αυτή την φορά με θέμα τον «πατέρα της ψυχανάλυσης», τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Γραμμένο από μια συνάδελφο ψυχαναλύτρια, την Corrine Maier, το συγκεκριμένο άλμπουμ προσπαθεί να δώσει μια ιδέα για το έργο, τις ιδέες, τα σημεία σταθμούς στο έργο του καθώς και τον ίδιο τον Φρόυντ, μέσα από τις σελίδες του με την βοήθεια του "παιχνιδιάρικου" σχεδίου της Anne Simon, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνει. Αχανές, δαιδαλώδες, χωρίς δομή και με ελάχιστα σημεία συνοχής και ενασχόλησης με κάτι συγκεκριμένο, ούτε για αστείο σειριακό, δεν μπορώ να πω πως αυτό το άλμπουμ με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τον Φρόυντ. Φροντισμένη σκληρόδετη έκδοση από τον Πατάκη, κατά τα άλλα, για όσους θέλουν να το επιδεικνύουν στην βιβλιοθήκη τους, παρέα με τα άλλα βιβλία αντίστοιχης θεματολογίας.
  13. Μαρξ – Οι ιδέες δεν πεθαίνουν εύκολα, ειδικά οι επαναστατικές Βιογραφίες του Καρλ Μαρξ κυκλοφορούν αμέτρητες, όπως και πολλών άλλων μεγάλων φιλοσόφων αλλά και σημαντικών επαναστατών. Από αυτές, καθώς και από απομνημονεύματα ανθρώπων που ήταν στον κοινωνικό του κύκλο, με κυριότερους τους Ένγκελς και Λαφαργκ, έχουμε μάθει πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου που διακήρυξε ότι η εργατική τάξη πρέπει να ενωθεί σε όλο τον κόσμο για να σπάσει τις αλυσίδες με τις οποίες την έχει δέσει ο καπιταλισμός. Επίσης, πέρα από βιογραφίες, κυκλοφορούν και αμέτρητες εισαγωγές στη φιλοσοφία του Μαρξ. Διάφοροι στοχαστές, μελετητές, πολιτικοί ή και επαναστάτες της εποχής τους επιχείρησαν να εκλαϊκεύσουν το έργο του Μαρξ, παρουσιάζοντάς το μέσα από εισαγωγές που επιχειρούσαν να συμπυκνώσουν το πλούσιο διανοητικό έργο του, φυσικά κάνοντας τις δικές τους ερμηνείες συχνά διά της κοπτοραπτικής των κειμένων, των αποσπασμάτων ή και αναπροσαρμόζοντας ολόκληρες θεωρίες του Μαρξ, προκειμένου να ταιριάξουν στις δικές τους αντιλήψεις και κοσμοθεωρίες. Η διάχυση των μαρξιστικών ιδεών διαστρεβλώνοντάς τες είναι ένα φαινόμενο που εντοπίζεται ήδη από τις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος και έγινε η αιτία που οδήγησε τον Μαρξ να δηλώσει ότι ο ίδιος «δεν είναι μαρξιστής». Κάτι όμως λιγότερο συνηθισμένο σε αντίθεση με τα προηγούμενα, είναι ο συνδυασμός του πλούτου που έχουν προσφέρει οι διάφορες βιογραφίες και μελέτες του έργου του Μαρξ για τη μεταφορά τους σε μια πιο προσιτή στο ευρύ αναγνωστικό κοινό φόρμα, όπως είναι αυτή των comics. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν έχουν βγει και στο παρελθόν comics που έθεταν στο κέντρο τη φιλοσοφία του Μαρξ ή τη βιογραφία του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ελληνικά κυκλοφορούν παλιότερες εκδόσεις με βιογραφίες του Μαρξ σε comic, αλλά και μία μεταφορά αυτοτελώς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σε comic, ενώ μάλλον ο ιδανικότερος συνδυασμός εισαγωγής στον μαρξισμό και comic (που να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) είναι το Μαρξ: Τρόπος Χρήσης του Ντανιέλ Μπενσαΐντ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ και στο οποίο ο σημαίνον αυτός μαρξιστής και επαναστάτης της εποχής μας συνεργάστηκε με τον σκιτσογράφο Σαρμπ, ο οποίος εξέδιδε τα σχέδιά του στο Charlie Hebdo μέχρι τη δολοφονία του κατά την αιματηρή επίθεση στα γραφεία του γαλλικού περιοδικού το 2015. Εκεί ο Μπενσαΐντ ανέπτυξε κάποιες από τις επαναστατικές ιδέες του Μαρξ τις οποίες θεώρησε τις σημαντικότερες με τις οποίες πρέπει να έρθει σε επαφή ο αναγνώστης σε σύνδεση με τα σημερινά πολιτικά ζητήματα, προκειμένου να πάρει μία πρώτη ουσιαστική γεύση απ’ το μαρξιστικό τρόπο σκέψης και δράσης. Στη σειρά των comic βιογραφιών του Μαρξ έρχεται να προστεθεί το comic Μαρξ: Μια Βιογραφία σε Σκίτσα των Corinne Maier και Anne Simon που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη. Οι Maier και Simon ανέλαβαν το δύσκολο έργο μέσα σε λίγες σελίδες να μεταφέρουν στοιχεία από ολόκληρη τη ζωή και το έργο του Καρλ Μαρξ και σε μεγάλο βαθμό ανταπεξήλθαν επιτυχώς στην αποστολή τους. Οι Maier και Simon επέλεξαν να βιογραφήσουν τον Μαρξ παρουσιάζοντας χρονολογικά την ιστορία της ζωής του. Έτσι στα καρέ του comic τους βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας σε γρήγορα στιγμιότυπα η ζωή του Γερμανού επαναστάτη φιλοσόφου, την οποία γνωρίζουμε από τις προαναφερθείσες βιογραφίες και τα απομνημονεύματα των οικείων του. Έτσι οι δημιουργοί επιλέγουν να ασχοληθούν με το έργο του Μαρξ σε συνάρτηση με την προσωπική του ζωή και διανοητική ανάπτυξη, κάτι που κρίνεται κατ’ αρχάς εύστοχο, καθώς με αυτό τον τρόπο μπορεί να κατανοήσει ο αναγνώστης την αιτία της ωρίμανσης που συναντούμε στο έργο του ανάλογα με την περίοδο που γράφει και την οποία έχουν μελετήσει και ερμηνεύσει ποικιλοτρόπως οι σημαντικότεροι εκ των μελετητών του έργου του. Επιπλέον η τοποθέτηση των διανοητικών του έργων στον ιστορικό χρόνο έχει το επιπλέον πλεονέκτημα ότι ο αναγνώστης γνωρίζει και σημαίνοντα ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν τις πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του Μαρξ, όπως είναι οι επαναστάσεις του 1848 αλλά και η Παρισινή Κομμούνα. Όμως η διαπλοκή βιογραφίας και φιλοσοφίας στο συγκεκριμένο comic σε κάποια σημεία χάνει την αναγκαία ισορροπία και αφιερώνει περισσότερο χρόνο σε ιστορίες από τη ζωή του Μαρξ οι οποίες δεν έχουν και τόση αξία, ειδικά όταν επαναλαμβάνονται σαν μοτίβα για μακρά διαστήματα και σπαταλούν πολλές σελίδες, όπως το γεγονός ότι πολύ συχνά ο Μαρξ και η οικογένειά του βρίσκονταν σε οικονομικά αδιέξοδα λόγω των χρεών του φιλοσόφου, από τα οποία συνήθως τους ξελάσπωνε ο Ένγκελς. Αυτές οι ιστορίες έχουν ένα ενδιαφέρον και επιτυγχάνουν τον σκοπό τους που είναι να διατηρηθεί μια ευχάριστη διάθεση στην αφήγηση του comic, όμως τελικά καταλήγουν να «τρώνε» σελίδες από την φιλοσοφία και τις πολιτικές ιδέες του Μαρξ, η διαχρονικότητα των οποίων είναι και ο λόγος που συνεχίζουν να τραβούν το ενδιαφέρον βιογραφίες για το πρόσωπό του. Η παρουσίαση της φιλοσοφίας και των επαναστατικών ιδεών του Μαρξ αυτές καθεαυτές έχουν δυνατά αλλά και αδύνατα σημεία μέσα στο comic. Στα θετικά σίγουρα μπορούμε να προσμετρήσουμε το γεγονός ότι υπάρχουν στιγμές που η εικονογράφηση των θεωρητικών ιδεών του Μαρξ μπορεί να βοηθήσει έναν νεαρό ή γενικώς αρχάριο αναγνώστη να έρθει σε μια πρώτη εισαγωγική επαφή με δύσκολες έννοιες, οι οποίες αν του παρουσιάζονταν κατευθείαν από το πρωτότυπο κείμενο το πιθανότερο είναι να τον αποθάρρυναν να προσπαθήσει να τις κατανοήσει. Αντιθέτως η προσπάθεια απλοποίησης για παράδειγμα της θεωρίας του Μαρξ για τις κρίσεις του καπιταλισμού είναι μία αξιέπαινη πλευρά του comic, η οποία δικαιολογεί και την ανάγκη ενός τέτοιου έργου, η οποία είναι να δώσει μια πρώτη εισαγωγική επαφή με τις ιδέες του Μαρξ σε ένα νέο κοινό, να το προβληματίσει και να το κάνει να ενδιαφερθεί να κατανοήσει τη φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου μέσα από τη συστηματικότερη ανάγνωση του έργου του. Η απλοποίηση των θεωριών του Μαρξ είναι μία διεργασία που πάντοτε απασχολούσε τους επαναστάτες και τους μαρξιστές γενικότερα, ήδη από την εποχή του Λένιν. Βέβαια εμείς μπορούμε να θυμόμαστε την πιο εύθυμη προσπάθεια απλοποίησης της θεωρίας της υπεραξίας, που τραγούδησε με πολύ κέφι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. https://youtu.be/YmDkdKcR62g Στα αρνητικά του έργου των Maier και Simon πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι δεν αποφεύγουν να κάνουν κι αυτές μία δική τους ερμηνεία του έργου του Μαρξ, η οποία να ταιριάζει στις δικές τους πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, όπως έχουν κάνει και πολλοί άλλο «βιογράφοι» του Μαρξ στο παρελθόν. Ειδικότερα στο τέλος του comic κάνουν ένα άλμα από την εποχή του Μαρξ στην εξέλιξη της μαρξιστικής σκέψης και του κομμουνιστικού κινήματος, προκειμένου να συνδέσουν τις ιδέες του Μαρξ με τη σημερινή καπιταλιστική κρίση και να αναδείξουν την επικαιρότητα της φιλοσοφίας του. Όμως παρά την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή σύνδεση του θέματος του comic με σημερινά πολιτικά ζητήματα, στο ενδιάμεσο κάνουν τη δική τους κριτική στις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα, τοποθετούμενες στο στρατόπεδο της κυρίαρχης αφήγησης περί ανελεύθερης Ανατολής και δημοκρατικής Δύσης, σκιτσάροντας στιγμιότυπα όπως τα τανκς στην Τσεχοσλοβακία και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, θυμίζοντάς μας τη ρητορική του Ψυχρού Πολέμου περισσότερο, παρά ένα στοχασμό που εμπνέεται -έστω και κριτικά- από τη μαρξιστική θεωρία. Γιατί η μαρξιστική θεωρία είναι στον πυρήνα της επαναστατική και όσο κι αν έχουν γίνει και στο παρελθόν διάφορες απόπειρες να αφαιρεθούν αυτά τα επαναστατικά στοιχεία, τελικά πάντα το «φάντασμα του κομμουνισμού» επιστρέφει για να επαναφέρει την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής της καταπιεστικής καπιταλιστικής κοινωνίας και της οικοδόμησης ενός άλλου συλλογικού τρόπου ζωής, όπου στο κέντρο του θα βρίσκονται οι άνθρωποι και όχι τα κέρδη. Παρά το γεγονός όμως ότι το comic των Maier και Simon δεν είναι αψεγάδιαστο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει μια ευκαιρία, αφού ως επί το πλείστον πετυχαίνει το σκοπό του, που είναι να αποτελέσει μια ευχάριστη εισαγωγή στη ζωή και το έργο του Μαρξ, η οποία απευθύνεται κυρίως σε νεότερους αναγνώστες οι οποίοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με αυτό το ογκώδες αλλά και τόσο σημαίνον έργο στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Πηγή
  14. Εικονογραφική μυθιστορηματική βιογραφία Σταυρούλα Γ. Τσούπρου* Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς «[…] ο καλλιτέχνης αυτός, περί το πλαστικόν ασχολούμενος είδος, στερήται εκτάσεως χρόνου και τόπου, έστι δ’ ηναγκασμένος να συγκεφαλαιώση, ως ειπείν, εν μιά ακαριαία στιγμή διάστημα χρόνου μεμακρυσμένον και πολυμερές […]» (Γιάννης Βλαχογιάννης) Προκειμένου να οριστεί ένα ειδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί σωστά ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, το οποίο συνδυάζει κείμενο (και, μάλιστα, μεγάλης έκτασης) και εικόνα, θα χρειαστεί οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από την ερμηνεία του αντίστοιχου έγκριτου Λεξικού (κόμικς = σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις), αλλά και από το σχετικό λήμμα ενός «Λεξικού λογοτεχνικών όρων», στην περίπτωση, βέβαια, που περιλαμβάνεται εκεί και ο εν λόγω όρος (οπότε, θα πρέπει να απονεμηθούν εύσημα στην Ελισάβετ Αρσενίου, η οποία συνέταξε ένα πληρέστατο λήμμα για το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, 2007). Η συζήτηση για το αν τα κόμικς ή τα graphic novels (σύμφωνα με ένα μέρος της κριτικής, τα δεύτερα είναι υποσύνολο των πρώτων) ανήκουν στον λογοτεχνικό χώρο μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες, κυρίως στο εξωτερικό, ενώ, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν και οι εγχώριοι μελετητές και μελετήτριες του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ωστόσο, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ασάφεια δεν μπορεί να αποφευχθεί, τουλάχιστον όχι εντελώς, εφόσον πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυποίκιλων πηγών και απευθύνσεων (σε ό,τι αφορά τους δέκτες) καλλιτέχνημα, το οποίο εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να αλλάζει (χωρίς, όμως, να εγκαταλείπει αναγκαστικά τις παλαιότερες εκδοχές του), ευπροσάρμοστο καθώς είναι στις παντός είδους εξελίξεις. Το ανά χείρας πόνημα (κάλλιστα μπορεί να προσδιοριστεί ως τέτοιο) καθιστά ακόμη πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη απόπειρα ειδολογικής τοποθέτησής του, διότι το ρέον «σενάριο» (όπως ο ίδιος το ονομάζει) του Δημήτρη Βανέλλη –το οποίο φωτίζει και φωτίζεται άριστα από το ασπρόμαυρο και συχνά υποβλητικό σχέδιο του Θανάση Πέτρου και τις «ενσωματωμένες» σε αυτό ψηφιακές παρουσιάσεις των γλυπτών έργων (το δίδυμο των δημιουργών είναι πολύ γνωστό για τη δουλειά του και αναμφίβολα μη εξαιρετέο)– εμπλουτίζεται και επαυξάνεται από επιλεγμένα κείμενα: καλλιτεχνικά κριτικά άρθρα, ιατρικά, νομικά, κανονισμούς θεραπευτικών ιδρυμάτων, επιστολές. Το γεγονός, δε, ότι εισάγεται εξαρχής το τέχνασμα του αφηγητή, ο οποίος βρήκε/συνέθεσε και διηγείται την ιστορία, επιτρέπει σε αυτόν τον τελευταίο, αφενός, να παρεμβάλλει, διακριτικά, τον εαυτό του και τη γνώμη του (τεχνική που κάνει πιο ζωντανή την αφήγηση, ενώ δίνει καινούργιες διαστάσεις στην εν λόγω θεωρητικής προέλευσης σύμβαση, αφού ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει ταυτόχρονα να αυτοεικονογραφείται) και, αφετέρου, να παρουσιάζει ως ομιλητές και συναφηγητές του κάποιους από τους συγγραφείς των άρθρων που χρησίμευσαν ως βιοεργογραφικές πηγές ή κάποιους από τους φίλους/γνωστούς ή γνώστες του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η σιωπηρή μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος, όμως, μιλά μέσω του άρθρου του στη διπλανή σελίδα, αλλά και η «δηκτική» μορφή του Νίκου Βέλμου, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση του καλλιτέχνη, αυτού του «σπάνιου φαινομένου καλλιτεχνικού Επιμενίδη», όπως χαρακτήρισε τον Γιαννούλη Χαλεπά ο Δημήτριος Ταγκόπουλος. Η σύμπραξη, δε, του κειμένου με την εικόνα βοηθά ώστε η αφήγηση, παρά τους εγκιβωτισμούς, να παραμένει σαφής και γλαφυρή. Εκείνο το οποίο φέρει εις λαμπρότατο πέρας το εξαιρετικό συνδημιούργημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη είναι να στήσει την πολυστέναχτη πνευματική/ψυχική μορφή του Γιαννούλη Χαλεπά εμπρός στα μάτια του αναγνώστη – θεώμενου. Όπως τα αμφιπρόσωπα έργα του, ο ίδιος ο «δεινός καλλιτέχνης ποιητής», σύμφωνα με τη διατύπωση του Θεόδωρου Βελλιανίτη, αποτυπώνεται στο χαρτί και αναδεικνύεται και στις δύο εκφάνσεις του· του φωτεινού και του σκοτεινιασμένου νοός (αξιοπρόσεκτη είναι η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει το δεύτερο από τα τρία κεφάλαια, το τιτλοφορούμενο «Αβυσσος», το οποίο αναφέρεται στα τριάντα σκοτεινά χρόνια του μεγάλου γλύπτη). Έτσι, κρατώντας στο ένα χέρι την παρούσα έκδοση και στο άλλο το «Ο βίος ενός αγίου» του Στρατή Δούκα, δύναται πράγματι να πει κανείς, μαζί με το άγαλμα στο φερώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ότι τον «συντροφεύει του τεχνίτου/ η αθάνατη κι αθώρητη ψυχή». * Καθηγήτρια - σύμβουλος ΕΑΠ Πηγή
  15. Ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Πατάκη του κόμικ των Sid Jacobson (προσαρμογή) και Ernie Colon (σχέδιο) για την ζωή της Άννας Φρανκ, του κοριτσιού που προσέφερε μια από τις δυνατότερες μαρτυρίες πολέμου στον Β.Π.Π.. Το κόμικ είναι έγχρωμο και η έκδοση ικανοποιητική, ενώ κυκλοφόρησε στα εγχώρια τον Φεβρουάριο του 2017 ενώ αρχική κυκλοφορία έγινε στις 14/09/2010 σε συνεργασία με το "Σπίτι της Άννα Φρανκ" του Άμστερνταμ. Η ημερομηνία κυκλοφορίας συνέπεσε με τον θάνατο της Miep Gies, της γυναίκας που έκρυψε την οικογένεια Φρανκ από τους ναζί. εσωτερική σελίδα από την αγγλική έκδοση Η αλήθεια είναι πως τέτοιες ιστορίες δεν θα ειπωθούν ποτέ αρκετές φορές, δεν θα θυμίζουν ποτέ αρκετά αυτά που χρειάζεται να θυμίζουν σε ανθρώπους που ξεχνάνε εύκολα. Το κόμικ παίρνει κομμάτια του ημερολογίου για να περιγράψει την καθημερινότητα της Άννας στην περίφημη σοφίτα στην οδό Πρινσενγκραχτ 263, σε συνδυασμό με μαρτυρίες γνωστών της και κυρίως του πατέρα, Ότο. Η ένσταση μου εμένα είναι στον σχεδιαστή ο οποίος ήταν ανεπαρκής το λιγότερο. Αν υπολογίσουμε και το γεγονός ότι 3 μήνες μετά (Δεκ. 2017) ο πατάκης αψυχολόγητα βγάζει άλλο ένα comic adaptation του ημερολογίου της άννας φρανκ (από Αρι Φολμαν και Ντάβιντ Πολόνσκυ) με πολύ καλύτερο σκίτσο, το πρώτο χαντακώνεται ακόμα παραπάνω.
×
×
  • Create New...