Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Πατάκης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 21 results

  1. Κόκκινη Ρόζα… και στα ελληνικά Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono) Κυκλοφόρησε στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη το κόμικς της Kate Evans «Κόκκινη Ροζα: Ρόζα Λούξεμπουργκ, η εικονογραφημένη βιογραφία». Για το εξαιρετικό βιβλίο κόμικς «Red Rosa - A Graphic Biography of Rosa Luxemburg» που δημιούργησε το 2014 η Βρετανίδα καλλιτέχνιδα και ακτιβίστρια Κέιτ Εβανς, έχουμε αναφερθεί διεξοδικά σε αυτή τη στήλη κατά το παρελθόν (βλ. Γιάννης Κουκουλάς: «Η ζωή και ο θάνατος της Κόκκινης Ρόζα», Καρέ Καρέ, 14.8.2016). Αποτελεί ευτύχημα ότι πλέον το ελληνικό αναγνωστικό κοινό μπορεί να διαβάσει και στα ελληνικά την ευπώλητη εικονογραφημένη βιογραφία, που κυκλοφορεί εδώ και λίγους μήνες από τις εκδόσεις Πατάκη. Η μεταφορά σε κόμικς της ζωής μιας τόσο εμβληματικής για την παγκόσμια Αριστερά φυσιογνωμίας ενέχει τον κίνδυνο είτε της υπεράσπισης της όποιας ιδεολογικής ορθοδοξίας είτε της αγιογράφησης του βιογραφούμενου προσώπου. Πόσο μάλλον όταν οι ιδέες και η δράση της Ρόζα Λούξεμπουργκ εξακολουθούν να συγκινούν και να χαίρουν ευρύτερης αποδοχής από τα περισσότερα κομμάτια μιας πολυδιασπασμένης, κατά τα άλλα, Αριστεράς, γεννώντας παράλληλα τον φόβο στις άρχουσες τάξεις. Η αφήγηση που μας παρέχει η Εβανς είναι πολυδιάστατη, όπως άλλωστε και ο σχετικά σύντομος αλλά μεστός βίος της «Κόκκινης Ρόζα». Η Πολωνοεβραία επαναστάτρια παρουσιάζεται ως πολυγραφότατη φιλόσοφος και στοχάστρια του μαρξισμού, ως αγωνίστρια, αλλά και ως μια μοναδική γυναίκα με αποφασιστικότητα και αγάπη για τη ζωή. Μέσα από τις καλαίσθητες σελίδες παρακολουθούμε τη μυθιστορηματική ζωή της, από τη γέννησή της σε εβραϊκό περιβάλλον στο Ζάμος της ρωσοκρατούμενης Πολωνίας, μέχρι την πρώιμη πολιτικοποίησή της κατά την περίοδο της εφηβείας. Τις δυσκολίες που αντιμετώπισε από τη σωματική αναπηρία της και τα ερωτικά της σκιρτήματα, μέχρι τους αγώνες που έδωσε ενάντια στην πολεμοκαπηλία και τον εθνικισμό. Την εμπλοκή της με τη Σπαρτακιστική Ομοσπονδία και τη γερμανική επανάσταση του 1918, που κατάφερε να τερματίσει τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, αλλά όχι να κερδίσει τον δικό της πόλεμο, με ό,τι αυτό συνεπαγόταν για το μέλλον της επανάστασης στην Ευρώπη και το κομμουνιστικό εγχείρημα γενικότερα. Και τελικά τη φυλάκιση, τον βασανισμό και τη δολοφονία της, στα συντρίμμια όσων λαχτάρησε να χτίσει μαζί με τους συντρόφους της. Το βιβλίο δεν είναι αυστηρά ιστορικό. Όπως μας ενημερώνει η Εβανς, «είναι μια μυθοπλαστική περιγραφή αληθινών γεγονότων [...]. Για να συμπυκνώσουμε την τόσο πλούσια ζωή της Ρόζα [...] παραλείψαμε μερικά γεγονότα, ενώ σε κάποια σημεία ανετράπη η χρονολογική σειρά για λόγους δραματουργίας». Η «Κόκκινη Ρόζα» αποτελεί ένα ερέθισμα για περαιτέρω εμβάθυνση, που συνοδεύεται από πλούσιες σημειώσεις, επίμετρο και προτεινόμενη βιβλιογραφία. Πηγή
  2. Ένα πολύ ωραίο και πολύ ανθρώπινο κόμικ σχετικά με τον ελληνοϊταλικό πόλεμο του 1940-1941, που βασίζεται σε μια αφήγηση του Αναστάσιου Ζαφειριάδη, παππού του Τάσου Ζαφιεριάδη, που είχε λάβει μέρος σε αυτόν. Η αφήγηση είχε ηχογραφηθεί σε μια κασέτα 60 λεπτών το 1985 από την ξαδέρφη του Τάου Ζαφειριάδη, Καντιφένια Ζαφειριάδου, όταν εκείνος ήταν τεσσάρων ετών. Πολλά χρόνια μετά, ο Τάσος απομαγνητοφώνησε την κασέτα με τη συμβολή της Σοφίας Σπυρλιάδου, έγραψε το σενάριο και ο Θανάσης Πέτρου το εικονογράφησε. Όλα αυτά, ενώ είχε προηγηθεί έρευνα στα αρχεία του Ελληνικού Στρατού, αλλά και επισκέψεις στα μέρη, όπου λαμβάνει χώρα η αφήγηση και όλα αυτά εν μέσω πανδημίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα εξαιρετικό κόμικ, που μας δείχνει την πορεία του πολέμου μέσα από τα μάτια ενός από τους πρωταγωνιστές του. Ο πόλεμος, οι κακουχίες, ο βαρύς χειμώνας, η αυταπάρνηση, η πείνα, ο ηρωισμός, αλλά και η απελπισία περνάνε μπροστά από τα μάτια μας μέσα από μια ζωντανή αφήγηση, που συνειδητά επιχειρεί να διατηρήσει τα χαρακτηριστικά του προφορικού λόγου με ελάχιστες παρεμβάσεις από το σεναριογράφο. Η Οδύσσεια αυτών των ανθρώπων, που κλήθηκαν ξαφνικά να πολεμήσουν παρουσιάζεται χωρίς κανένα εξωραϊσμό και καμία διάθεση εξύψωσης των γεγονότων στη σφαίρα του έπους. Δεν βλέπουμε κανένα μεγαλείο, παρά μόνο ανθρώπους, που καλούνται να υπερασπιστούν την πατρίδα τους και παράλληλα να επιβιώσουν κάτω από πολύ δύσκολες συνθήκες. Και τελικά, αυτοί είναι οι μεγαλύτεροι ήρωες όλων. Το έργο της εικονογράφησης το έφερε εις πέρας με απόλυτη επιτυχία ο Θανάσης Πέτρου σχεδιάζοντας εικόνες με γυμνά, αφιλόξενα τοπία και πρόσωπα, που δεν κρύβουν τα συναισθήματά τους. Τα στοιχεία της φύσης και η αρχιτεκτονική του τοπίου διαδραματίζουν ένα πολύ σημαντικό ρόλο στο κόμικ, αφού ενεργούν ως αντίπαλοι των ταλαίπωρων στρατιωτών, που καλούνται να υπερβάλλουν εαυτούς, προκειμένου να πολεμήσουν και να ζήσουν. Η εστίαση των σχεδίων δεν χάνει ποτέ τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι οι βασικοί πρωταγωνιστές της ιστορίας. Ένα κόμικ, που θεωρώ, ότι πρέπει να διαβάσουμε όλοι μας, για να μάθουμε περισσότερα, όχι τόσο για την επίσημη ιστορία (τα γεγονότα που αφηγείται δεν είναι άγνωστα, ούτε έρχονται στο φως κρυφές πληροφορίες), αλλά περισσότερο, για να μάθουμε για την ιστορία των καθημερινών ανθρώπων, αυτών που σήκωσαν στις πλάτες τους την Ιστορία της χώρας μας. Και η αλήθεια είναι, ότι είναι πολύ πιο εποικοδομητικό να διαβάζουμε την ιστορία αυτή σε μορφή κόμικ, παρά να την είχαμε σε μορφή βιβλίου. Η αμεσότητα της εικόνας συνάδει τέλεια με την αμεσότητα του προφορικού λόγου. Η έκδοση είναι εξαιρετική, σκληρόδετη, σε ωραίο χαρτί, που αναδεικνύει το σχέδιο του Πέτρου, ενώ υπάρχει πλήθος σημειώσεων, φωτογραφιών, επεξηγήσεων και μια εκτενής βιβλιογραφία. Η εικόνα είναι από το Ίντερνετ. Συνειδητά δεν έχω ανεβάσει άλλες εικόνες, γιατί μπορείτε να διαβάσετε τις πρώτες σελίδες του βιβλίου εδώ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο του Γιάννη Κουκουλά Άρθρο του Δημήτρη Δουλγερίδη
  3. Η πορεία στο Μέτωπο σε ένα graphic novel Δημήτρης Δουλγερίδης Το κόμικ «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» των Τάσου Ζαφειριάδη - Θανάση Πέτρου, με ανέκδοτο φωτογραφικό υλικό, βασίζεται στην ηχογραφημένη αφήγηση του παππού Ζαφειριάδη για τον Ελληνοϊταλικό Πόλεμο, όπως καταγράφηκε σε κασέτα 60 λεπτών το 1985 «Κατεβαίνουμε κει στη Θεσσαλονίκη, δεν υπήρχαν τα μέσα ενημερώσεως ακόμη όπως σήμερα, και εκεί ακούμε «γενική επιστράτευσις», μας κήρυξαν τον πόλεμο οι Ιταλοί. Αμέσως επιστρέφουμε πίσω (σ.σ.: στον Αγιο Αθανάσιο), ερχόμαστε στο χωριό κι εκεί όλος ο κόσμος ανάστατος. Διαβάσαμε τις διαταγές, πού θα παρουσιαστεί ο καθένας, κι εγώ ήτανε να παρουσιαστώ στο Κιλκίς». Η αφήγηση του Τάσου Ζαφειριάδη στο graphic novel «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» (εκδ. Πατάκη, σε εικονογράφηση Θανάση Πέτρου) προέρχεται από έναν κόσμο λίγο – πολύ οικείο. Είναι εκεί όπου οι αφηγήσεις των ηλικιωμένων για τον πόλεμο διακόπτουν την καθημερινότητα και μεταμορφώνονται σε οικογενειακή σάγκα για τους νεότερους της οικογένειας. Εκεί όπου χρονολογίες, ημερομηνίες και τοποθεσίες χάνονται μέσα στις διαστρωματώσεις της αφήγησης, αλλάζουν ονόματα – πολλές φορές ακούγονται μόνο σε ξένη γλώσσα. Και εκεί όπου η μικροϊστορία του παππού πασχίζει να «γράψει ιστορία», έστω και με τους περιορισμούς των αναμνήσεων, έστω και με τη συνεχή επιμέλεια της μνήμης. Ο Τάσος Ζαφειριάδης, αφηγητής στο graphic novel που μόνταρε ο 40χρονος συνονόματος εγγονός του, είναι αυτός ο οικείος παππούς. Το 1985 η ξαδέρφη του συγγραφέα, Καντιφένια, ζήτησε από τον ηλικιωμένο άνδρα να ηχογραφήσουν σε μια κασέτα 60 λεπτών την αφήγησή του για τη συμμετοχή στο αλβανικό Μέτωπο. Αποτέλεσμα ήταν το κόμικ 109 σελίδων, το οποίο λειτουργεί πλέον και ως υπενθύμιση για τις δυνατότητες της σύγχρονης οπτικής γλώσσας όσον αφορά την αναπαράσταση της ιστορίας ή τις αναφορές που αυτή έχει στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ενα επίσης πρόσφατο παράδειγμα είναι το animation βίντεο που υποδεχόταν τους επισκέπτες στην έκθεση «1821, Πριν και Μετά» του Μουσείου Μπενάκη, όπου οι πρωταγωνιστές της Ελληνικής Επανάστασης αποκτούσαν κίνηση και τα αντικείμενα επιχρωματίζονταν καταλλήλως. Οι δυνατότητες, προφανώς, ενός graphic novel θέτουν και τους περιορισμούς του. «Το θετικό είναι ότι έχουμε μία ροή αφήγησης ζωντανή και «αυτόματη», η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις από αυτά» σημειώνει σήμερα ο Τ. Ζαφειριάδης. «Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις». Ο Τάσος Σ. Ζαφειριάδης (1916 – 1990) γεννήθηκε στον Σκόπελο, χωριό της Ανατολικής Θράκης που σήμερα βρίσκεται στην Τουρκία. Ως παιδί προσφύγων ήρθε με την ανταλλαγή πληθυσμών στον Αγιο Αθανάσιο Θεσσαλονίκης (που τότε λεγόταν Καβακλί, ονομασία που επιβίωνε στο ιδίωμα των ντόπιων τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 2000, αν μου επιτρέπεται μια προσωπική μαρτυρία). Στην κωμόπολη εκείνη παντρεύτηκε και έζησε με την Κατηφένια Ζαφειριάδου (1922 – 1994), το γένος Καψημάνη, επίσης πρόσφυγα από τη Μεσσήνη της Ανατολικής Θράκης. Θα μπορούσε κανείς να πει ότι οι δύο αυτές ψηφίδες είναι η ιστορία μιας επανεκκίνησης σε μικρογραφία: μετά το 1930 σε πολλά χωριά και κωμοπόλεις της Βόρειας Ελλάδας οι Πόντιοι, Μικρασιάτες και «Θρακιώτες» – όπως αυτοαποκαλούνταν – διεκδίκησαν μια θέση στον ήλιο. Στην αρχή σαν ξένοι στον τόπο, αργότερα συμμετέχοντας στην οικονομική ανοικοδόμηση της μεταπολεμικής Ελλάδας. Η ΠΟΡΕΙΑ. Αλλά και πίσω από κάθε καρέ με την αφήγηση του παππού Ζαφειράδη κρύβεται μια ολόκληρη ιστορία, την οποία μάλιστα έμελλε να συμπληρώσει ο εγγονός του. «Ξημερώνει ο Θεός τη μέρα, ξαναβραδιάζει πάλι, ξεκινούμε και φτάνουμε… από κει και πέρα πια άρχισα λίγο να τα ξεχνώ τα χωριά, αλλά φτάσαμε στο χωριό που καθόταν οι Προκοπαίοι. Στο Καλονέρι» διαβάζουμε στη σελίδα 25 για την αρχή της πορείας του Ι/67 Τάγματος, στο οποίο ανήκει ο αφηγητής. Ογδόντα χρόνια αργότερα ο εγγονός του αναζητά το ημερολόγιο του Τάγματος και συμπληρώνει στις σημειώσεις: «Η πορεία ξεκίνησε από το Κιλκίς στις 4 Νοεμβρίου και είχε μέχρι και το Πόγραδετς τους εξής σταθμούς: Αγιονέρι, Νέα Χαλκηδόνα, Βρυσάκι, Κάτω Τριπόταμος, Κοιλάδα (η Καστανιά δεν αναφέρεται, αλλά η οδός του Βερμίου περνούσε σίγουρα από εκεί), Ξηρολίμνη, Καλονέρι, Κρυονέρι, Σκαλοχώρι, Πετροπουλάκι, Μελάνθιο, Κρανοχώρι, Ανω Φτεριά (σήμερα Πτεριά), Πολόσκα, πέρασμα από τα ελληνοαλβανικά σύνορα: 29 Νοεμβρίου 1940, στενωπός Τσαγκόνι, Ζβέζντα, Γκολομπέρδα, Τσεράβα, Βέρντοβα και Ρεμένγι, 5 Δεκεμβρίου 1940)». Στη σελ. 46, από την άλλη, ο στρατιώτης του Μετώπου ανακαλεί στη μνήμη την εικόνα του σκοτωμένου Παναγιώτη Ρουσίδη – «του Αλέκου εδώ απέναντι από εμάς, ο μπαμπάς» -, τον οποίο βλέπει «απάνω στα σύρματα τεντωμένος με το γυλιό του, με το όπλο του». Ο γιος του Αλέξανδρος Ρουσίδης παραχωρεί επιστολικό και φωτογραφικό υλικό για τις ανάγκες της έκδοσης, όπως κάνουν δεκάδες ιδιώτες συμβάλλοντας στο τμήμα 30 σελίδων που συμπληρώνει το graphic novel. Από εκεί και το επίσημο επιστολικό δελτίο με το οποίο ενημερώθηκε η οικογένεια του Ρουσίδη για τον θάνατό του κοντά στο Πόγραδετς. Οπου «Τ.Τ» υπονοείται η Τελική Τοποθεσία, ο «ταχυδρομικός κώδικας» της συγκεκριμένης περιοχής του Μετώπου: «Εν Τ.Τ 251 τη 8-1-41 Κύριε Ρουσίδη, Να είσαι περήφανος διότι ο υιός σας εξεπλήρωσε το προς την πατρίδα καθήκον του, ηγωνίσθη ως παλληκάρι κατά του απαισίου εχθρού πεσών ηρωικώς επί του πεδίου της μάχης. Εγώ ως λοχαγός του, όστις τον παρηκολούθησα διέγνωσα τα αγνά προς την πατρίδα αισθήματά του και δι’ αυτό είμαι υπερήφανος. Σας συγχαίρω διότι είχατε τοιούτον υιόν, αναγνωρίζω ότι η λύπη σας θα είναι μεγάλη πλην όμως ο υιός σας έχει καταταχθεί μεταξύ των Αθανάτων ηρώων της πατρίδας μας. Φιλικώτατα, Ζήκος Κωνσταντίνος» Αλλού πάλι η αναζήτηση πραγματολογικών στοιχείων δεν αποδίδει. Οπως στην περίπτωση του εβραίου συλλοχίτη, τον οποίο οι στρατιώτες βρίσκουν το πρωί παγωμένο. «Και τον αφήσαμε, σαν να μην ήταν άνθρωπος πια. Αλλά ήταν η ζωή του πολέμου της Αλβανίας. Τέτοια ήτανε» ακούγεται η φωνή του παππού Ζαφειριάδη. «Δεν στάθηκε δυνατό να ταυτοποιήσω με βεβαιότητα τον νεκρό» εξηγεί ο συγγραφέας. «Το 67ο Σύνταγμα Πεζικού φαίνεται πως ήταν μαζί με το 50ό, τα λεγόμενα και «Συντάγματα Κοέν», επειδή, καθώς η επιστράτευσή τους έγινε κυρίως στην ευρύτερη περιοχή της Θεσσαλονίκης, στελεχώθηκαν με μεγάλο αριθμό Ελλήνων Εβραίων… Δεν ήταν λίγοι και οι αξιωματικοί, με επιφανέστερο τον Μαρδοχαίο Φριζή…». Αγώνας για επιβίωση Η αφήγηση για το Μέτωπο είναι μια αφήγηση για τα όρια της ανθρώπινης αντοχής. Για νέους ανθρώπους που τη μία ημέρα κοιμούνται στο σπίτι του χωριού και την επομένη γίνονται πολυβολητές ή γεμιστές πολυβόλων ελέω επιστράτευσης. Που κουβαλούν μαζί τους τις μπριζόλες από το γουρούνι της οικογένειας που σφάζεται στην πρώτη άδειά τους. Που τους παίρνει ο ύπνος πάνω σε καστανόφυλλα και το πρωί ξεπαγιάζουν, καθώς δεν επιτρέπεται να ανάψουν φωτιά. Που βαδίζουν ο ένας πίσω από τον άλλο για χιλιόμετρα στο χιόνι – «νύχτα πάνω στη νύχτα, ένας πίσω απ’ τον άλλο, ίδια τυφλοί» θα γράψει ο Οδυσσέας Ελύτης στην «Πορεία προς το Μέτωπο». Στην αφήγηση αυτή, ωστόσο, χωράνε και οι «άλλες» στιγμές ενός αγώνα για επιβίωση που δεν διακρίνει το δίκαιο από το άδικο. Οταν οι στρατιώτες φτάνουν στη Βόρεια Ηπειρο, ο αφηγητής περιγράφει το πλιάτσικο στα σπίτια των Ελλήνων με την αυστηρότητα ενός νοικοκυραίου. «Ορισμένοι στρατιώτες δεν έδειξαν καλήν διαγωγήν. Διότι επειδής δήθεν εμείς πήγαμε και τους ελευθερώσαμε, σαν Ελληνες που ήταν, θέλαμε να τους φάμε και την περιουσία. Και πήγαμε τους ζητούσαμε αυγά, κότες, ό,τι… Θέλαμε να φάμε. Θέλαμε να φάμε. Και αυτό δεν ήτανε σωστό». Η τελευταία πράξη στο graphic novel έχει όντως τα χαρακτηριστικά του δράματος, όπως θέλει η στερεοτυπική έκφραση, επειδή ακολουθεί τη συνθηκολόγηση της Ελλάδας με τους Γερμανούς. Το τάγμα του Τάσου Ζαφειριάδη καταθέτει τον οπλισμό στα Ιωάννινα και ο ίδιος φτάνει στην Αθήνα μέσω Αγρινίου και Μεγάρων. Ο οδηγός ταξί, που μόλις έχει πάρει δύο μπιτόνια βενζίνη από τα παρατημένα των Αγγλων στην Ελευσίνα, ζητάει από τον Ζαφειριάδη και τον συνεπιβάτη του 300 δραχμές. Και τότε ακούγεται μία φράση που θα στοιχειώνει για χρόνια τη συλλογική μνήμη – και πάλι στις αφηγήσεις από το Μέτωπο: «Εγώ βγάζω για να τον δώσω τις 300 δραχμές γιατί είχα, είχα λεφτά. Ο άλλος λέει: «Τι λες ρε, που θα σε δώσω» λέει «δραχμές; Εγώ» λέει «δεν πολέμησα για να μου πάρεις εσύ λεφτά, δεν σου δίνω τίποτες. Εκλεψες τη βενζίνα και δεν ξόδεψες τίποτες»». Για την ιστορία, ο Τάσος Ζαφειριάδης παρέμεινε στο 8ο Νοσοκομείο στην οδό Πειραιώς ως τραυματίας πολέμου, πέρασε στη Χαλκίδα και από εκεί με βαπόρι έφτασε στη Θεσσαλονίκη τον Μάιο του 1941. «Ο Ελληνικός Στρατός… αυτά που υπέφερε στην Αλβανία δε θα μπορούσε να τα αντέξει κανένας. Να πολεμούν νηστικοί. Να πολεμούν γυμνοί. Να πολεμούν χωρίς μέσα, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς πυροβόλα, χωρίς άρματα μάχης. Μόνο με ένα όπλο… Αλλά μην υπονοούμε όμως ότι οι Ιταλοί δεν πολέμησαν. Οτι οι Ιταλοί ήταν πεθαμένοι και πήγαν οι Ελληνες και τους έσφαξαν… Ηταν πολεμισταί πιο εκπαιδευμένοι, δεν ήταν έφεδροι σαν εμάς… Και γι’ αυτό να μη σας λεν ότι οι Ιταλοί δεν πολεμούσαν. Πολεμούσαν, αλλά και οι Ελληνες πολέμησαν πιο γενναία. Λοιπόν, αυτά, και άλλα δεν έχω να σας πω. Βέβαια, δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα». Η εικονογράφηση Λέξεις και συναισθήματα Η εικονογράφηση του Θανάση Πέτρου υπηρετεί τη ρεαλιστική αποτύπωση των ημερών στο Μέτωπο αφήνοντας παράλληλα στις «ρωγμές» των προσώπων να αφηγηθούν τα συναισθήματα, που βρίσκονται σε διάλογο με τις λέξεις. Οι στρατιώτες άλλοτε είναι συνοφρυωμένοι και άλλοτε επιτρέπουν ένα χαμόγελο στον συνομιλητή τους. Ο νέος λοχαγός Σακαλής πρέπει και να είναι και να φαίνεται αποφασισμένος. Στο τέλος ένα γκρο πλαν του παππού Ζαφειριάδη γίνεται η τέλεια αντίθεση με την άδεια καρέκλα στο δωμάτιο του σπιτιού. Ο Θ. Πέτρου συνεχίζει έτσι την αισθητική που έχει κατοχυρώσει με τα δικά του «Γκαίρλιτς» και το πρόσφατο «1922» (από τις εκδόσεις Ικαρος και τα δύο), αλλά και με τον «Γιαννούλη Χαλεπά» (Πατάκης, 2019). Με τον Τάσο Ζαφειριάδη συναντιούνται εκ νέου μετά το «Πτώμα» (το σενάριο από κοινού με τον Γιάννη Παλαβό, στις εκδόσεις Jemma, 2011) και το «Γρα γρου» (επίσης σε συνεργασία με τον Γ. Παλαβό, στις εκδόσεις Ικαρος, 2017). Η σημασία της επεξεργασίας από την οποία πέρασε η έκδοση είναι ξεχωριστή: κόπηκαν οι περισσότερες επαναλήψεις (αναπόφευκτες στην προφορικότητα), ορισμένα τμήματα έπρεπε να μεταφερθούν χρονικά σε άλλο σημείο, ελέγχθηκαν τα τοπωνύμια, οι αριθμοί ταγμάτων, οι ημερομηνίες. Στο τελευταίο μάλιστα τμήμα του κόμικ ο αναγνώστης θα βρει τις σημειώσεις για τα πραγματολογικά στοιχεία που αντιστοιχούν στις λεπτομέρειες της εξιστόρησης. «Ξεκίνησα να δουλεύω στο κείμενο αρχές του 2019 και το ολοκλήρωσα με πολλές καθυστερήσεις τέλη του 2020, ώστε να αναλάβει τον σχεδιασμό του ο Θανάσης και να το ολοκληρώσει τέλη Μαΐου του 2021, δηλαδή 80 χρόνια μετά το τέλος του πολέμου» σημειώνει ο Τ. Ζαφειριάδης. «Σαφώς το υλικό θα μπορούσε να τροποποιηθεί σε λογοτεχνική μυθοπλασία, επέλεξα όμως την οδό του “τεκμηρίου”. Προσπάθησα, στον βαθμό που το επιτρέπει η συγγενική μου σχέση με τον αφηγητή, να προσεγγίσω το εγχείρημα ως μαρτυρία ενός άγνωστου σ’ εμένα στρατιώτη, με ορατό τον κίνδυνο το βιβλίο να θυμίζει άλμπουμ οικογενειακών φωτογραφιών». Πηγή
  4. «Πρόσφυγες», ένα σπαρακτικό κόμικ για το πιο σοβαρό ζήτημα της εποχής μας Το βιβλίο έχει ήδη αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές, αφού πέρα από την έξοχη εικονογράφηση περιλαμβάνει τρεις αληθινές ιστορίες μεταναστών, όπως τις αφηγούνται οι ίδιοι Μαρία Παππά Είναι ένα graphic novel φτιαγμένο για παιδιά, που όμως απευθύνεται σε κάθε ηλικία κι έχει ένα βαθύ, πανανθρώπινο μήνυμα σχετικά το καίριο προσφυγικό ζήτημα. Οι Πρόσφυγες αφηγούνται τη συγκλονιστική ιστορία του Ίμπο από την Αφρική που ακολουθεί τον μεγάλο του αδερφό Κουάμι σε ένα επικό και ριψοκίνδυνο ταξίδι, προκειμένου να βρουν την αδελφή τους που έχει μεταναστεύσει στην Ευρώπη προς αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής. Είναι ένα graphic novel φτιαγμένο για παιδιά, που όμως απευθύνεται σε κάθε ηλικία κι έχει ένα βαθύ, πανανθρώπινο μήνυμα σχετικά με το καίριο προσφυγικό ζήτημα. Ο Όουεν Κόλφερ, ο Άντριου Ντόνκιν και ο Τζοβάννι Ριγκάνο το ετοίμαζαν εδώ και δύο χρόνια. Παλιοί γνώριμοι και οι τρεις, είναι η έκτη φορά που συνεργάζονται πετυχημένα για να υλοποιήσουν ένα κοινό πρότζεκτ που σκέφτηκε ο Κόλφερ. Ο Ιρλανδός βραβευμένος συγγραφέας κέρδισε διεθνή αναγνώριση το 2001 με την πολυαγαπημένη σειρά βιβλίων με ήρωα τον Αρτέμη Φάουλ, που έχει μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες. Ο Βρετανός Ντόνκιν έχει πουλήσει εκατομμύρια αντίτυπα με τις μεταφορές παιδικών βιβλίων σε κόμικς, ενώ κρύβεται πίσω και από το Batman: Legends of the Dark Night. Δεν είναι η πρώτη φορά που ασχολείται με το θέμα των μεταναστών και του ασύλου. Το βιβλίο του The Terminal Man που κυκλοφόρησε το 2004 αφορά τη ζωή του sir Alfred Mehran, ενός Ιρανού μετανάστη που πέρασε 18 χρόνια από τη ζωή του μέσα στο αεροδρόμιο Σαρλ ντε Γκολ στο Παρίσι. Οι «Πρόσφυγες» κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Πατάκη. Οι Πρόσφυγες έχουν πάρει ήδη διθυραμβικές κριτικές, με τους «Τimes» να το ξεχωρίζουν στη στήλη τους για το Παιδικό Βιβλίο της Εβδομάδας. Η ομάδα συμπεριέλαβε στο κόμικ τρεις αληθινές ιστορίες μεταναστών, με τα δικά τους λόγια. Ο Κόλφερ δήλωσε ότι ήθελαν να πουν αυτήν τη σημαντική ιστορία με έναν πλούσιο εικαστικά και άμεσο τρόπο, για να μπορέσουν να ευαισθητοποιήσουν μικρούς και μεγάλους, και τα κόμικς ήταν το ιδανικότερο μέσο. Την εικονογράφηση των Προσφύγων έχει αναλάβει ο πολυβραβευμένος Ιταλός κομίστας Τζοβάννι Ριγκάνο Οι Πρόσφυγες έχουν πάρει ήδη διθυραμβικές κριτικές, με τους «Τimes» να το ξεχωρίζουν στη στήλη τους για το Παιδικό Βιβλίο της Εβδομάδας. Πηγή
  5. Η ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά σε ένα αριστουργηματικό κόμικ Ο Θανάσης Πέτρου και ο Δημήτρης Βανέλλης δημιούργησαν μια εικονογραφημένη μελέτη για τον μύθο της νεοελληνικής γλυπτικής που είναι ένα από τα πιο σημαντικά κόμικς που βγήκαν ποτέ στην Ελλάδα. Εικαστικά είναι άψογο: εξαιρετικό σχέδιο, πίνακες που λειτουργούν ως «ιντρελούδια», κτίρια, πρόσωπα, περιβάλλον, όλα μελετημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. M. Hulot Από την πρώτη στιγμή που το πιάνεις στα χέρια σου, καταλαβαίνεις ότι το εικονογραφημένο μυθιστόρημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη με τη ζωή «του μύθου της νεοελληνικής γλυπτικής» Γιαννούλη Χαλεπά είναι ένα από τα πιο σημαντικά κόμικς που έχουν βγει ποτέ στην Ελλάδα. Εικαστικά είναι άψογο: εξαιρετικό σχέδιο, πίνακες που λειτουργούν ως «ιντρελούδια», κτίρια, πρόσωπα, περιβάλλον, όλα μελετημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, αλλά και εμβόλιμα αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής και επίσημα έγγραφα που πιστοποιούν τα γεγονότα της ζωής του Χαλεπά που αφηγούνται οι δύο δημιουργοί και το κάνουν ένα έργο ολοκληρωμένο για την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση του σπουδαίου Έλληνα γλύπτη, που δύσκολα ξεχωρίζεις πού τελειώνει η ιδιοφυΐα και πού ξεκινάει η παράνοια. Το μικρού μεγέθους (για κόμικ) «Γιαννούλης Χαλεπάς» είναι μία πολυτελής έκδοση 176 σελίδων με σκληρό εξώφυλλο και σκίτσο ασπρόμαυρο του Θανάση Πέτρου με αποχρώσεις του γκρι που παραπέμπει στα χρώματα του σμιλεμένου μάρμαρου, χωρισμένη σε τρία κεφάλαια με τίτλους «Ελπίδες», «Άβυσσος» και «Ανάσταση». Η ιστορία ξεκινάει το καλοκαίρι του 1915, όταν ο ανώνυμος (;) αφηγητής φτάνει για πρώτη φορά στον Πύργο της Τήνου. Αφού κάνει μια μεγάλη βόλτα στα λατομεία μαρμάρου και στα μαρμαράδικα, κάθεται σε ένα καφενείο για να ξεκουραστεί κι εκεί ανακαλύπτει έκπληκτος ότι ο γέρος που στέλνουν να φέρει νερό είναι ο «σαλεμένος» μπάρμπα-Γιαννούλης, «ο κάποτε γνωστός σ' όλη την Αθήνα», ο μεγάλος γλύπτης που είχε εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια και πίστευε ότι ήταν νεκρός. Το άγαλμα της «Ωραίας Κοιμωμένης», που έγινε το πιο διάσημο έργο του, ήταν η αρχή μιας εκρηκτικής κατάστασης που άρχισε να βιώνει με εκρήξεις οργής, παράνοιας και τρέλας. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα ξεκινάει ολόκληρη έρευνα για να βάλει στη σειρά τα κομμάτια της ζωής του Χαλεπά, ψάχνει σε βιβλιοθήκες ξεθάβοντας παλιές εφημερίδες και περιοδικά τέχνης, μιλάει με καθηγητές στη Σχολή Καλών Τεχνών που ήταν κάποτε συμμαθητές του Χαλεπά και ξεκινάει να διηγείται την ιστορία του από την αρχή. Από το 1851, όταν γεννιέται στον Πύργο, ο πιο μεγάλος από έξι παιδιά. «Ο πατέρας του όπως και πρόγονοί του είχε μαρμαράδικο με καλή δουλειά. Να φανταστείτε, είχε υποκαταστήματα στην Τήνο, στο Βουκουρέστι και στον Πειραιά». Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Ο Γιαννούλης ήθελε από μικρός να γίνει γλύπτης, αλλά όταν έγινε 15 ο πατέρας του τον έστειλε με το ζόρι να γίνει έμπορος. Πήγε στην Εμπορική σχολή Ερμούπολης, τα παράτησε, μετά τον έβαλαν να δουλέψει στο κατάστημα του Λάζαρου Γαΐτη, έφυγε κι από κει και με το πείσμα του κατάφερε να πείσει τους γονείς του ότι θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη. Έτσι, το 1869, όταν ο Γιαννούλης ήταν 18, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στην οδό Μαυρομιχάλη. Με την επιμονή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών (που τότε ονομαζόταν Το Σχολείο των Τεχνών) και είχε δασκάλους τον Νικηφόρο Λύτρα και Λωνίδα Δρόση. To εξώφυλλο του κόμικ. Τα χρόνια στο Μόναχο δεν ήταν εύκολα, οι συνθήκες που ζούσε ήταν πολύ φτωχικές, αλλά ήρθε πρώτος σε έναν διαγωνισμό με θέμα την «πριγκίπισσα του Ρήνου» και δημιουργικά είναι σε μεγάλη φόρμα. Φιλοτεχνεί έναν «Σάτυρο» και το γλυπτό «Φιλοστοργία» και εκθέτει με επιτυχία σε μεγάλη έκθεση του Μονάχου. Κι ενώ στο Μόναχο διέπρεπε, τον θαύμαζαν και τον βράβευαν, στην Ελλάδα τον απέρριπταν επιδεικτικά. Ο πρώτος «Σάτυρος» και η «Φιλοστοργία» απορρίφθηκαν από την έκθεση των Αθηνών το 1875. Το χειρότερο όμως ήταν ότι του έκοψαν την υποτροφία, δίνοντάς τη σε έναν φοιτητή μηχανικής, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο διευθυντής της Βασιλικής Ακαδημίας του Μονάχου, ο Carl von Piloty ζήτησε από τον χορηγό, τον ναό της Ευαγγελιστρίας Τήνου, να μη διακόψει την υποτροφία στον «προικισμένο με εξαιρετικά χαρίσματα Τήνιο σπουδαστή», αλλά δεν εισακούστηκε. Ο Χαλεπάς βρέθηκε για λίγο καιρό στο Βουκουρέστι, βοηθώντας τον πατέρα του στην κατασκευή επιτάφιων αγγέλων και μετά γύρισε στην Τήνο. Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Το 1876 νοίκιασε ένα ατελιέ στην αρχή της οδού Μητροπόλεως και ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά, σύντομα όμως μετακομίζει στο σπίτι που είχε χτίσει πρόσφατα ο πατέρας του στην αρχή της οδού Μαυρομιχάλη. Εκεί τον επισκέφτηκε η κυρία Αφεντάκη για να της παραγγείλει μία προτομή για το μνήμα της κόρης της Σοφίας που είχε πεθάνει πολύ νέα. Ο Χαλεπάς δέχτηκε κι ανέλαβε την παραγγελία αντί 1.000 δραχμών. Το άγαλμα της «Ωραίας Κοιμωμένης», που έγινε το πιο διάσημο έργο του, ήταν η αρχή μιας εκρηκτικής κατάστασης που άρχισε να βιώνει με εκρήξεις οργής, παράνοιας και τρέλας. Όταν η κυρία Αφεντάκη ζήτησε να κάνει μία αλλαγή στο έργο, βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να το καταστρέφει. «Εγώ είμαι ο καλλιτέχνης», της είπε, «εγώ ξέρω πώς πρέπει να γίνει, αν νομίζετε ότι εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα, κάντε το μόνη σας! Η συμφωνία ακυρώνεται!». Η εξοντωτική δουλειά, η φυγή του από το Μόναχο, η ανεκπλήρωτη δίψα για τις εξελίξεις της γλυπτικής, αλλά και ο ατυχής έρωτάς του για μία κοπέλα τον οδήγησαν σε μία άβυσσο χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο κεφάλαιο τα γεγονότα τα αφηγείται ο αδερφός του Χαλεπά, ο Νικόλας. Η κατάστασή του Γιαννούλη χειροτέρευε συνεχώς, τον χειμώνα του 1877 προς 1878 υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στη σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο. Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942. Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο, για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που, αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό, εκείνη το κατέστρεφε. Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι η ανάσταση του Χαλεπά. Όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά είναι η περίοδος που τον ανακαλύπτουν εκ νέου οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της Αθήνας και επανέρχεται πανηγυρικά, ζώντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέσα στη δημιουργία και την απόλυτη αναγνώριση. Είχε βρει επιτέλους τη γαλήνη φιλοξενούμενος από την ανιψιά του. Οι συνθήκες της δουλειάς του όμως παρέμεναν κάτι παραπάνω από δύσκολες. Τα προπλάσματα έσπαζαν τα καλοκαίρια από τη ζέστη και τον χειμώνα από το κρύο. Λένε ότι μέχρι το τέλος περίμενε το κράτος να του παραχωρήσει ένα εργαστήριο. Ήθελε να δουλέψει και πάλι μεγάλες συνθέσεις. Τον τιμούσαν όλοι, το εργαστήριο όμως δεν του παραχωρήθηκε ποτέ. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 1938. Τον Απρίλιο τον χτύπησε μια ημιπληγία και δεν μπόρεσε να σηκωθεί ξανά από το κρεβάτι. Πηγή
  6. Μια κασέτα, μια ιστορία Γιάννης Κουκουλάς Ο στρατιώτης Τάσος Ζαφειριάδης αφηγείται τη δική του ιστορία από τον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως μέλος του 67ου Συντάγματος Πεζικού στο μέτωπο της Αλβανίας. Ο εγγονός του Τάσος Ζαφειριάδης την απομαγνητοφωνεί και, μένοντας πιστός στην αφήγηση, την κάνει σενάριο. Και ο Θανάσης Πέτρου της δίνει εικόνα συνθέτοντας μια μοναδικά και πρωτότυπα τεκμηριωμένη ανθρώπινη περιπέτεια. Χωράει μια ολόκληρη ιστορία, αυτή του ελληνοϊταλικού πολέμου στο τέλος του 1940 και τους πρώτους μήνες του 1941, σε μια κασέτα 60 λεπτών; Και μπορούν όλα όσα αφηγείται ένας στρατιώτης της εποχής 45 χρόνια μετά μπροστά σε ένα κασετοφωνάκι να μεταφερθούν σε κόμικς χωρίς να αλλοιωθεί το περιεχόμενο και το νόημα, χωρίς να υποτιμηθούν κάποια γεγονότα ή να υπερτονιστούν κάποια άλλα; Η απάντηση δεν είναι εύκολη. Αλλά το αποτέλεσμα της προσπάθειας του Τάσου Ζαφειριάδη και του Θανάση Πέτρου είναι εντυπωσιακό. Είναι μια απόδειξη του πόσο αναγκαία είναι η καταγραφή της Ιστορίας από πολλαπλές πηγές, από αυτόπτες μάρτυρες, από ανθρώπους που την έζησαν και τη μετέφεραν στις επόμενες γενιές και όχι μόνο από επαγγελματίες ιστορικούς. «Το κόμικς αυτό βασίζεται σε μια αφήγηση ηχογραφημένη σε μια κασέτα 60 λεπτών. Την ηχογράφηση έκανε το 1985 η ξαδέρφη μου Καντιφένια, έφηβη τότε, χωρίς εξειδικευμένες γνώσεις και δίχως να κατευθύνει πρακτικά την αφήγηση με προκαθορισμένες ερωτήσεις. Το θετικό είναι ότι έχουμε μια ροή αφήγησης ζωντανή και “αυτόματη”, η οποία στέκεται σε αυτά που υποκειμενικά ο αφηγητής θεωρεί σημαντικότερα ή έχει πιο έντονες αναμνήσεις απ’ αυτά. Το αρνητικό είναι ότι για πολλά γεγονότα θα θέλαμε πιθανώς να γνωρίζουμε περισσότερες λεπτομέρειες και δεν δίνεται ίσως συνολικότερη εικόνα του μετώπου, αλλά είναι πια πολύ αργά για διευκρινίσεις» εξηγεί ο Τάσος Ζαφειριάδης στο εκτενές επίμετρό του στο νέο του βιβλίο με τίτλο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη. Ο τίτλος φυσικά είναι παρμένος από τα λόγια του παππού του συγγραφέα και συνονόματού του, που αφηγείται σαν ποταμός όλα όσα θυμάται από το μέτωπο ξεκινώντας πολλές μέρες της ιστορίας του μ’ αυτές ακριβώς τις λέξεις, «ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα». Ο «αφηγητής» Τάσος Ζαφειριάδης, πρωταγωνιστής του βιβλίου και πρωτίστως ένας από τους πρωταγωνιστές των απαρχών ενός πολέμου πέθανε πέντε χρόνια μετά την ηχογράφηση, αλλά ο συγγραφέας και δημιουργός κόμικς Τάσος Ζαφειριάδης δεν άφησε την ιστορία του να ξεχαστεί. Απομαγνητοφώνησε την κασέτα κι έπιασε δουλειά. «Βέβαια, δεν μπόρεσα όλα να σας τα πω, γιατί πέρασαν και χρόνια σαράντα…» λέει με απολογητικό ύφος ο παππούς, αλλά αναλαμβάνει να συμπληρώσει τα κενά ο εγγονός: «Με στόχο το τελικό κείμενο να είναι όσο πιο ακριβές γίνεται, ελέγχθηκαν όλα τα πραγματολογικά στοιχεία, όπως τα τοπωνύμια, οι ημερομηνίες, οι αριθμοί των ταγμάτων και των άλλων σχηματισμών, και έγινε σύγκριση των δράσεων με αυτές που αναφέρονται στις βιβλιογραφικές πηγές και στο αρχείο του ΓΕΣ/ΔΙΣ. […] Τα περισσότερα λάθη διορθώθηκαν σιωπηρά, ενώ για όσα στοιχεία υφίσταται αμφιβολία ή θεώρησα ότι χρειάζεται διευκρίνιση, υπάρχει σχετική σημείωση. Μη δοθεί όμως η εντύπωση ότι η αφήγηση βρίθει λαθών – το αντίθετο. Επιβεβαιώθηκε πολλαπλώς από τη σχετική βιβλιογραφία και συχνά με απροσδόκητους τρόπους και σε σημεία που θα θεωρούσε κανείς αρχικά ασήμαντα. Μερικά παραδείγματα: η συνειδητοποίηση ότι οι “Ιταλικές Παράγκες” ήταν όντως τοπωνύμιο σε χρήση και όχι μόνο κυριολεκτική περιγραφή του παππού μου. Η βαθμιδωτή υφή που παρουσιάζει ακόμα σε δορυφορική άποψη λόφος βορειοδυτικά του Πόγραδετς, τον οποίο ο παππούς μου χαρακτηρίζει “αμπελοσπαρμένο”, αν και σήμερα δεν καλλιεργείται, η οποία περιγράφεται επίσης και στα αρχεία του ΔΙΣ. Οι χαρακτηριστικές πλάκες των πετρωμάτων στο Ύψωμα 731 που αναφέρει ότι χρησιμοποίησαν στην κατασκευή του πολυβολείου». Η ιστορία ξεκινά λίγο έξω από τη Θεσσαλονίκη, όταν φτάνουν τα νέα της «γενικής επιστράτευσης» και της κήρυξης του πολέμου από τους Ιταλούς. Ο Τάσος Ζαφειριάδης παρουσιάζεται και με το τρένο μεταφέρεται στο Κιλκίς. Με μια υπέροχη προφορικότητα που έχει διατηρηθεί ακέραια σχεδόν στο σύνολο του βιβλίου αφηγείται: «Ξημέρωσε η μέρα, την άλλη μέρα οπ! Βρίσκω και το θείο σου τον Τάσο, του Ζαφειράκου του μπαμπά, που σήμερα δε ζει. Και οι δυο, μαζί πια και με άλλους πολλούς πατριώτες, μας βάλαν να κοιμόμαστε σε μια εκκλησιά. Υστερα από δυο μέρες μας έδωσαν οπλισμό. Εμένα μ’ έδωσαν πολυβόλο, Hotchkiss, και έγινα πολυβολητής. Ο Τάσος, ο ξάδερφός μου, γεμιστής. Μας κάνουν μια άσκηση εκεί για να εκπαιδευτούμε λίγο στο πολυβόλο κι έτσι περιμέναμε τώρα την ημέρα και την ώρα για να ξεκινήσουμε για την Αλβανία. Για το Μέτωπο». Η συνέχεια της Ιστορίας του Β' Παγκοσμίου Πολέμου είναι λίγο-πολύ γνωστή από τα επίσημα βιβλία, από μελέτες και αρχεία, από τις ταινίες, από απομνημονεύματα και ντοκουμέντα. Η ανθρώπινη ιστορία όμως, όπως την αφηγείται ο Τάσος Ζαφειριάδης κι όπως την έζησαν οι φαντάροι στο μέτωπο, είναι μια μονάκριβη, ασύγκριτα σπουδαία μαρτυρία. Η ατέλειωτη πεζοπορία από το Κιλκίς μέχρι τα σύνορα με την Αλβανία, τα γεύματα που γίνονταν όλο και μικρότερα, οι διανυκτερεύσεις μέσα στα χιόνια, στην υγρασία, στο κρύο, η φιλοξενία αλλά και η καχυποψία στα χωριά μέχρι τον τελικό προορισμό, τα βραχώδη βουνά, η αβεβαιότητα, ο φόβος καταγράφονται σχετικά αποστασιοποιημένα λόγω του χρόνου που έχει περάσει αλλά κυρίως λόγω των όσων θα ακολουθήσουν. Γιατί τον Δεκέμβριο του 1940 οι φαντάροι αρχίζουν τις μάχες σώμα με σώμα, σφαίρες και οβίδες σφυρίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια τους. Δεν ήταν ασκήσεις πια, αλλά πόλεμος. Αντεπιθέσεις, υποχωρήσεις, έφοδοι, κακουχίες, τραυματίες, νεκροί, «η πρώτη κακιά μέρα της μάχης της 9ης Δεκεμβρίου του 1940». Για τη συνέχεια ο εγγονός Τάσος Ζαφειριάδης, μετά τα τόσα χιουμοριστικά του κόμικς («Σπιφ και Σπαφ», «Ο Κυρ Κονγκ και άλλες Ιστορίες» κ.ά.), τα μυθοπλαστικά του σενάρια με αφορμές πραγματικά γεγονότα ή την ίδια την Ιστορία («Γρα Γρου», «Ψηφιδωτό» κ.ά.), τους κατ’ ουσίαν φιλοσοφικούς πειραματισμούς του πάνω στη φύση της τέχνης των κόμικς («Σκορποχώρι»),κάνει μια σπάνια δουλειά που τη διανθίζει με χάρτες, ιστορικά στοιχεία, αποτυπώματα αρχείων και δεδομένων. Όλα μετά από ενδελεχή μελέτη, μέρος της οποίας παρουσιάζεται στο τέλος του βιβλίου όπου επεξηγούνται πολλές λεπτομέρειες και παρατίθενται φωτογραφίες, ταυτότητες, στρατιωτικοί κατάλογοι, φύλλα πορείας, έγγραφα, ακόμα και προσωπικά γράμματα και σημειώματα του παππού Ζαφειριάδη. Στο αποτέλεσμα παίζει καθοριστικό ρόλο η τεράστια συμβολή του Θανάση Πέτρου. Με την τεράστια εμπειρία του ο Πέτρου, μεταξύ άλλων και δάσκαλος των κόμικς στον ΑΚΤΟ, παραλαμβάνει ένα τεράστιο και πολυεπίπεδο υλικό και το εικονοποιεί συναρπαστικά. Έχοντας υπογράψει πρόσφατα τα σενάρια και τα σχέδια σε δύο σπουδαία βιβλία για τη νεότερη ελληνική Ιστορία («Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922, Το τέλος ενός ονείρου»), με τις συνεργασίες του με το Δημήτρη Βανέλλη πάνω στη μεταφορά σε κόμικς πολλών λογοτεχνικών έργων («Το Παραρλάμα και άλλες Ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά», «Το Γιούσουρι και άλλες Φανταστικές Ιστορίες» κ.ά.), με τη συμμετοχή του στο «Λεξικό της Κρίσης» στο Καρέ Καρέ, με τα τόσα βιβλία που έχει φιλοτεχνήσει είτε μόνος του είτε σε συνεργασία με συγγραφείς και σεναριογράφους, ο Πέτρου έχει αποδείξει ότι μπορεί να φέρει εις πέρας ακόμα και το πιο δύσκολο εγχείρημα. Στο «Ξημέρωσε ο Θεός τη μέρα» αυτό γίνεται φανερό από τις πρώτες εικόνες. Τα βροχερά τοπία στην Αλβανία, τα χιόνια και οι μαυρισμένοι ουρανοί, η παγωμένη, σιωπηλή μουντάδα της αναμονής, οι εκρήξεις που πότε είναι μακρινές, ως ακίνδυνοι «λεκέδες» στο χαρτί, και πότε πλησιάζουν και νομίζεις πως τις ακούς, εικονογραφούνται υποδειγματικά. Πάνω απ’ όλα όμως αποδίδονται ιδανικά τα συναισθήματα του πρωταγωνιστή, οι εκφράσεις του, η προϊούσα απογοήτευση, η αισιοδοξία που δίνει τη θέση της στην ανασφάλεια όσο το στράτευμα και η συλλογική ψυχολογική κατάσταση βυθίζονται στην «καρδιά του σκότους». Σε τέτοιες πρωτότυπες τεκμηριωτικές πρακτικές όπως αυτή των Ζαφειριάδη και Πέτρου έχουν προβεί πολλοί δημιουργοί κόμικς τα τελευταία χρόνια. Συνήθως όμως για γεγονότα της πιο πρόσφατης Ιστορίας ή για πολέμους, κρίσεις και τραγωδίες στις οποίες οι ίδιοι οι δημιουργοί έγιναν μάρτυρες. Από τους πρωτοπόρους αυτής της μεθόδου ήταν ο Art Spiegelman με το «Maus», μια μετα-μυθοπλαστική αφήγηση πάνω στις ηχογραφημένες μαρτυρίες του επιζήσαντα από το Ολοκαύτωμα Εβραίου πατέρα του. Ο Spiegelman μάλιστα, χρόνια μετά το πολυβραβευμένο έργο του, κυκλοφόρησε το «Metamaus» επεξηγώντας τον τρόπο εργασίας του και ενθέτοντας μέρος του πλούσιου υλικού του, τμήμα του οποίου ήταν οι ίδιες οι συνομιλίες του με τον πατέρα του. Με έναν ανάλογο μηχανισμό φιλοτεχνούν οι Ζαφειριάδης και Πέτρου ένα υπέροχο βιβλίο, που είναι δύσκολο να καταταχθεί καθώς ισορροπεί ανάμεσα στην Ιστορία, το ντοκουμέντο, τα απομνημονεύματα, τη μυθοπλασία, την τεκμηρίωση. Κι όλα αυτά με τις μοναδικές δυνατότητες που προσφέρει η γλώσσα των κόμικς όταν χρησιμοποιείται με δεξιοτεχνία. Πηγή
  7. Οι Εκδόσεις Πατάκη έχουν τα τελευταία χρόνια κυκλοφορήσει αρκετά κόμικς. Μικρό άνοιγμα, αλλά όχι ασήμαντο στο πλαίσιο της ελληνικής αγοράς. Χαζεύοντας, λοιπόν, τον κατάλογο με τις επικείμενες εκδόσεις, πέτυχα τα εξής: Η Κόκκινη Ρόζα (Kate Evans): μετάφραση του Red Rosa, μια βιογραφία της Ρόζα Λούξεμπουργκ Ο Πρώτος Άνθρωπος (Jacques Ferrandez): άλλη μια μεταφορά σε κόμικ έργου του Camus από τον Ferrandez. Πρόκειται για αυτό εδώ Αϊνστάιν (Corinne Maier, Anne Simon): συνεχίζεται η σειρά των βιογραφιών μετά από αυτές των Φρόυντ και Μαρξ Το Αγόρι που χάθηκε στο Δάσος (Σπύρος Γιαννακόπουλος, Στέλλα Στεργίου): το κόμικ είχα αναφέρει εδώ πριν λίγο καιρό. Μια μικρή έκπληξη, καθώς δεν περίμενα ότι θα βγει από μια τέτοια εκδοτική. Safe επιλογές οι περισσότερες, αλλά και τι μ' αυτό;
  8. Ημερομηνία Έκδοσης: 11-2017 472 π.Χ και οι Αθηναίοι παρακολουθούν μια παράσταση του Αισχύλου για τον αποκαλούμενο ως μεγάλο πόλεμο, τον πόλεμο ενάντια στους Πέρσες, την οποία χορηγεί ο Περικλής στην πρώτη του δημόσια ενέργεια. Το ανέβασμα ενός έργου βασισμένο σε πρόσφατα πραγματικά γεγονότα παραξενεύει τους πολίτες αλλά στο τέλος το επευφημούν, δίνοντας αφορμή να θυμηθούν την δική τους συμβολή στον πόλεμο, αναλύοντας γεγονότα που αναγκαστικά η παράσταση δεν μπορούσε να καλύψει, δίνοντας έτσι τα γεγονότα υπό την ματιά των απλών ανθρώπων. Συνέχεια τις σειράς που καλύπτει τα γεγονότα των Περσικών Πολέμων από την Κατερίνα Σέρβη και τον Θανάση Πέτρου. Το ίδιο αξιόλογη με το Στη μάχη του Μαραθώνα και το Στη μάχη των Θερμοπυλών. Ίδιο μεγάλο μέγεθος επίσης ενώ ακόμα για μια φορά έχει παράρτημα με επεξηγήσεις. Η χρήση των δημιουργών ως πρωταγωνιστών στο κόμικ, συνεχίζει να γίνεται με ισορροπημένο τρόπο, δίνοντας μας το πλαίσιο αναφοράς της εποχής και των τεκταινόμενων της εκεί που χρειάζεται. Τα συγκεκριμένα άλμπουμ εντάσσονται σε μια υπερσειρά με τίτλο Ιστορικά Εικονογραφημένα του Πατάκη. Δεν ξέρω αν υπάρχουν ήδη άλλα άλμπουμ υπό αυτή την ομπρέλα ή αν υπάρχει πλάνο και για άλλα άλμπουμ σε αυτή την σειρά.
  9. Μία ακόμα κόμικ κυκλοφορία των εκδόσεων Πατάκη, το "Πρόσφυγες" έρχεται από την ομάδα πίσω από τα πασίγνωστα μυθιστορήματα παιδικής λογοτεχνίας "Αρτέμης Φάουλ". Ο Eoin Colfer συνεργάζεται με τον Andrew Donkin στο σενάριο και με το σκίτσο του Giovanni Rigano μας προσφέρει μια - όχι και τόσο - παιδική ιστορία με κοινωνικό περιεχόμενο όπου διαπραγματεύεται την πορεία ενός μικρού πρόσφυγα, του Ίμπο, και το ταξίδι του για επιβίωση στην Βόρεια Αφρική. Η έκδοση του Πατάκη είναι σκληρόδετη με βαρύ χαρτί. Πέρα από δύο εισαγωγικά σημειώματα από τους Έλι Βιζέλ (Βραβευμένος με Νόμπελ Ειρήνης και επιζών του ολοκαυτώματος) και Μυρσίνη Ζορμπά (Μέλος του δικτύου για τα δικαιώματα του παιδιού) καθώς και ένα μονοσέλιδο επίλογο των δημιουργών, περιέχεται μια πεντασέλιδη παρόμοια θεματολογικά ιστορία με τίτλο "Η ιστορία της Έλεν", πέντε σελίδες προσχέδια και σύντομα βιογραφικά της δημιουργικής ομάδας. Ο εκδότης δίνει στο σάιτ ονομαστική τιμή στα 11,10 αλλά βρίσκεται με 6,60 στην πρωτοπορία. Άρθρο της Guardian για το κόμικ Προσωπική ιστοσελίδα του Eoin Colfer
  10. Μια ιδεώδης σύμπραξη Πέτρος Μαρτινίδης Ο Ζακ Φεραντέζ, βασισμένος στο αρχικό ημιτελές μυθιστόρημα του Καμύ δημιουργεί στη μεταφορά του σε graphic novel ένα πλήρες έργο. «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το graphic novel μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του Αλμπέρ Καμύ. Jacques Ferrandez, Ο πρώτος άνθρωπος. Βασισμένο στο ομώνυμο έργο του Αλμπέρ Καμύ, μτφρ. Νίκη Καρακίτσου-Dougé και Μαρία Κασαμπαλόγλου-Roblin, Πατάκη, Αθήνα 2020, σελ. 184 Είναι πολύ άτυχο να γίνεις ένας εξαιρετικά μετριοπαθής άνθρωπος, μα να ζήσεις σε «εποχή των άκρων», όπως χαρακτήρισε ο Έρικ Χόμπσμπαουμ την περίοδο 1914-1991. Ο Αλμπέρ Καμύ γεννήθηκε το 1913. Το φοβερό «άκρο» του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου όμως, με τις πρωτόγνωρες ανθρωποθυσίες, του στέρησε τον πατέρα του, Λυσιέν Καμύ. Ως Γάλλος της Αλγερίας, ο πατέρας του βρέθηκε με τη γραφική στολή του Ζουάβου στο μέτωπο του Μάρνη, όπου μόλις πρόλαβε να δει τη χώρα καταγωγής του σκοτώθηκε. Ο Αλμπέρ μεγάλωσε σε συνθήκες μιας φτωχής αλλά ήσυχης ζωής στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Ενήλικος πια, το φοβερότερο «άκρο» του Β΄ Παγκοσμίου το βίωσε στο Παρίσι, όπου είχε βρεθεί λίγο πριν τη γερμανική κατοχή, αρθρογραφώντας σε εφημερίδες της αντίστασης. Κι αμέσως μόλις ο Πόλεμος τελείωσε, ακριβώς το 1945, άρχισε το μακελειό για την ανεξαρτησία της Αλγερίας, με τις δικές του «ακρότητες». Εκεί, η μετριοπάθεια του Καμύ γνώρισε τις μεγαλύτερες ίσως δοκιμασίες της. Ιδίως στην περίοδο 1954-1957, ενόσω γενικεύονταν οι βαρβαρότητες από όλες τις πλευρές. Ο θάνατός του σε αυτοκινητικό δυστύχημα, το 1960, τον απάλλαξε από διλημματικές επιλογές όταν η βία κορυφωνόταν, μέχρι την οριστική αποχώρηση των Γάλλων από την Αλγερία το 1962[1]. Στην εξέλιξη του Καμύ έπαιξαν κρίσιμο ρόλο εκείνες οι πρώτες δεκαετίες της ζωής του στο Αλγέρι του μεσοπολέμου. Μια αυστηρή γιαγιά, διαχειρίστρια των οικονομικών του σπιτιού∙ μια τρυφερή και όμορφη μητέρα, που του «ζωγράφισε» το πορτρέτο του φιλόπονου πατέρα τον οποίο δεν πρόλαβε να γνωρίσει∙ ένας περίγυρος πολύχρωμος, με τον εξωτισμό της αραβικής κουλτούρας και τον ορθολογισμό της δυτικής να αναμιγνύονται∙ ανάμικτες επίσης παιδοπαρέες, που μοιράζονταν όσα τους επέτρεπε το πενιχρό χαρτζιλίκι τους∙ και, κυρίως, ένας σπουδαίος δάσκαλος δημοτικού, ικανός να εξάψει τη φιλομάθεια των μαθητών, να διακρίνει τους πιο προικισμένους και να καταβάλει κάθε προσπάθεια να συνεχίσουν την εκπαιδευτική τους άνοδο. Βεβαίως οι Γάλλοι, ως αποικιοκράτες, παρέμεναν πολίτες Α΄ κατηγορίας σε σχέση με τους ντόπιους. Αλλά ως προς τους Γάλλους της μητροπολιτικής Γαλλίας έμεναν κι αυτοί υποτιμημένοι. Ήταν οι «pieds noirs», οι «μαυροπόδηδες»[2]. Αυτές οι ιεραρχήσεις δεν σημαίνει ότι ανταποκρίνονταν και σε οικονομικές. Μεταξύ των Β΄ κατηγορίας πολιτών που αποτελούσαν οι αυτόχθονες Αλγερινοί, κάποιοι ήταν πιο εύποροι από πάρα πολλούς Α΄ κατηγορίας «pieds noirs», όπως και μεταξύ των τελευταίων υπήρχαν μεγαλοϊδιοκτήτες γης, ικανοί να ανταγωνίζονται σε πλούτο αρκετούς γάλλους κτηματίες, με τίτλους ευγενείας. Με τις οικονομικές δυσκολίες της οικογένειάς του, ο νεαρός Καμύ παρέμεινε ένας «pied noir», πολύ κοντά στους φτωχούς νεαρούς Γάλλους ή Άραβες φίλους του. Και ίσως κατέληγε λογιστής ή δημόσιος υπάλληλος όταν τέλειωσε το δημοτικό, όπως θα τον ήθελε η σφιχτοχέρα γιαγιά του, αν δεν μεσολαβούσε ο εμπνευσμένος δάσκαλος. Πρόθεση του παρόντος άρθρου δεν είναι να παρουσιάσει τη βιογραφία του Καμύ. Πρόθεση του ίδιου του Καμύ, όμως, ήταν να περάσει αυτές τις καθοριστικές για την εξέλιξη της ζωής του εμπειρίες σε ένα αυτοβιογραφικό μυθιστόρημα. Όπου, με το όνομα Ζακ Κορμερύ, ενός πολυβραβευμένου γαλλο-αλγερινού συγγραφέα που επιστρέφει στο Αλγέρι μετά από μακρά απουσία, μιλά για τα χρόνια μετάβασης από την παιδική στην εφηβική του ηλικία, σε διαρκή αντιπαραβολή με τις συνθήκες της ώριμης ζωής του, στα τέλη του 1950, τους καλλιτεχνικούς ανταγωνισμούς και τις λοιπές δικές της δυσκολίες. Ένα είδος Αναζήτησης του χαμένου χρόνου για «pieds noirs», θα μπορούσε να το πει κανείς, χωρίς ειρωνεία. Πάνω στην ορμή της σύνθεσής του, το μυθιστόρημα αυτό αποτέλεσε το έσχατο έργο του Καμύ. Εκατόν πενήντα δυσανάγνωστες χειρόγραφες σελίδες, που βρέθηκαν στην τσάντα του μετά το δυστύχημα. Τελευταίο έργο ενός από τους νεότερους συγγραφείς με Νόμπελ λογοτεχνίας και, σαν μακάβρια αντίστιξη, τιτλοδοτημένο: Ο πρώτος άνθρωπος. Αυτό το ημιτελές έργο εκδόθηκε εν τέλει, μα μόλις το 1994, μετά από πολλή δουλειά της συζύγου και της κόρης του Καμύ. Για να γίνει, το 2017, σενάριο ενός graphic novel από τον Ζακ Φεραντέζ. Η σύμπραξη στάθηκε ιδεώδης. Ένα έργο μεγάλου συγγραφέα, με άλλοτε εμπνευσμένες κι άλλοτε μακροπερίοδες ή ανεπεξέργαστες φράσεις, κάποιες ασυνέχειες στην πλοκή και μια μετέωρη κατάληξη (κατάλληλο για τους αφοσιωμένους αναγνώστες του Καμύ ή για τους μελετητές του), προσφερόταν να βρει την ολοκληρωμένη αφηγηματική εκδοχή του στα εκφραστικά μέσα μιας άλλης φόρμας – του «γραφιστικού μυθιστορήματος». Ο όρος «graphic novel» δεν είναι, αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς, παρά το εξευγενισμένο κόμικς. Ίδιοι αφηγηματικοί κώδικες, ίδια ευρήματα (όπως λ.χ. στα flash backs), ίδια ποικιλία γραφιστικών ταλέντων. Απλώς, αν η πλοκή έχει να κάνει με τις περιπέτειες του Ντόναλντ Ντακ ή του Σούπερμαν, ανεξαρτήτως σχεδιαστικής ποιότητας τα έργα εντάσσονται στα «παιδικά» ή στα «περιπετειώδη κόμικς»∙ αν έχει να κάνει με ζεύγη σε ερωτική έξαψη, ανεξαρτήτως, πάλι, αν πρόκειται για το πενάκι του Σερπιέρι ή κάποιου απειρότεχνου, όλα εντάσσονται στα «ερωτικά κόμικς». Αν όμως η πλοκή έχει να κάνει με ναζιστικά στρατόπεδα εξόντωσης, όπου οι Εβραίοι είναι ποντίκια, οι Ες-Ες γάτες και οι Αμερικανοί σκυλιά που έρχονται να τις φάνε, ακόμη κι αν απουσιάζει μια εντυπωσιακή σχεδιαστική ποιότητα, τότε θαυμάζουμε το βραβευμένο με Πούλιτζερ graphic novel: Maus του Αρτ Σπίγκελμαν∙ ή αν έχει να κάνει με την ταραγμένη ιστορία του Ιράν μέσα από τα μάτια ενός κοριτσιού, τότε το περιοδικό Time εγκωμιάζει το graphic novel Περσέπολις της Μαργιάν Σατραπί, κ.ο.κ.. Τα πράγματα γίνονται λιγότερο απλά σε περιπτώσεις όπου ένας εξαιρετικά προικισμένος σχεδιαστής, όπως ο Μανάρα λ.χ., έχει μεν διαπρέψει στα «ερωτικά κόμικς» (με Το κουμπί της και άλλες σχετικές σειρές), αλλά προσθέτει στα τελευταία του έργα τους δυο τόμους για τα ώριμα χρόνια της ζωής του Καραβάτζιο. Ο Μανάρα δεν διαφοροποιείται εκεί, ως προς τον ερωτισμό των πιο παλιών του κόμικς. Αλλά θα ήταν μάλλον άδικο να ενταχθεί και ο Καραβάτζιο σε αυτά. Ίσως ο χαρακτηρισμός graphic novel το αναβαθμίζει, αν και ακριβέστερο θα ήταν: «αριστούργημα». Κάτι ανάλογο ίσχυσε πολύ νωρίτερα για τον Γουίλ Άιζνερ, δημιουργό ενός μασκοφόρου ήρωα –του Spirit– ο οποίος ανταγωνίστηκε αρκετούς ομοίους του στα φτηνά κόμικς του 1940 και 1950. Ωστόσο, το 1978, ο Άιζνερ εκδίδει το Ένα συμβόλαιο με τον θεό, με πλοκή βασισμένη σε περιστατικά από φτωχογειτονιές της Νέας Υόρκης και με εξαιρετικά επιδέξιο ασπρόμαυρο σχέδιο. Χάρη σ’ ένα είδος μελοδραματικού σοσιαλιστικού ρεαλισμού, τον οποίο αποπνέει το έργο, άρχισε έκτοτε να διακινείται ο όρος «graphic novel». Αυτή η «εξευγενιστική» ονομασία έδωσε την ευκαιρία σε ικανούς ή λιγότερο ικανούς σεναριογράφους και γραφίστες να μετατρέψουν σε κόμικς οτιδήποτε: μεγάλα μυθιστορήματα όσο και επιστημονικά δοκίμια. Από το 1941, βέβαια, τα περίφημα Classics Illustrated άρχιζαν να φροντίζουν την κουλτούρα του μέσου αμερικανού νέου, που ποτέ του δεν θα διάβαζε Ντίκενς, Μέλβιλ ή Όμηρο, δίνοντάς του μια ιδέα για το τι συμβαίνει στο Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, στο Μόμπυ-Ντικ ή στην Ιλιάδα. Με εξαιρετική επιτυχία σε όλο τον κόσμο, τα Κλασικά Εικονογραφημένα έφεραν σε επαφή τα παιδιά της μεταπολεμικά αναπτυσσόμενης μεσαίας τάξης με σπουδαία λογοτεχνήματα, χωρίς πολύωρες αναγνώσεις. Μέτρια «εικονογραφημένα», κάποιες φορές, παρέμεναν οπωσδήποτε «κλασικά». Αλλά μετά το 1970 η μόδα τους παρήλθε. Με τα κόμικς να κυριαρχούν στην ψυχαγωγία νεαρών ηλικιών και τα καλά σχολεία να στρέφουν τους μαθητές τους στα ίδια τα πρωτότυπα έργα, το πεδίο για μια πιο λόγια εκδοχή των Classics Illustrated –δηλαδή τα Graphic Novels– άνοιγε λαμπρό. Πρόσφατα λ.χ. ολοκληρώθηκε στη Γαλλία η σχετική μεταφορά και των επτά τόμων της Αναζήτησης του χαμένου χρόνου, του Προυστ, ενώ είχε προηγηθεί σε αγγλόφωνες χώρες η μεταφορά του Πορτρέτου ενός καλλιτέχνη, του Τζόυς. Εκεί όμως έγκειται το πρόβλημα. Οσοδήποτε επινοητικός κι αν αποδειχθεί ο σεναριογράφος ή προικισμένος ο γραφίστας, αν δεν υπάρχει κάποιο πρωτότυπο σενάριο, όπως λ.χ. με το Συμβόλαιο του Άιζνερ, το αρχικό λογοτέχνημα χάνεται μέσα στους κώδικες του graphic novel. Αλλά στην περίπτωση που η γραφιστική μεταφορά αφορά γνωστό λογοτέχνημα κι αυτό έχει μείνει ημιτελές, για κάποιους λόγους, τότε πράγματι επιτρέπει στον προικισμένο γραφίστα να δημιουργήσει ένα νέο, πλήρες έργο. Τέτοια είναι η ιδιαιτερότητα του Ο πρώτος άνθρωπος ως γραφιστικού μυθιστορήματος. Θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για «ποιητική του φωτός» στις ακουαρέλες του Ζακ Φεραντέζ. Αναπτύσσονται σε μια παλέτα που συνάδει απολύτως με την αίσθηση για τον κόσμο των αφρικανικών παραλίων της Μεσογείου: πόλεις, λιμάνια, προάστια, μεταφορικά μέσα κι ατέλειωτη ποικιλία ενδυμασιών. Το «γραφιστικό» αποδίδει στο αρχικό μυθιστόρημα επιπλέον ποιότητες. Η δε εικαστική δεξιότητα του Φεραντέζ ενισχύεται από το ότι γεννήθηκε στην ίδια γειτονιά με τον Καμύ, πλουτίζοντας τον Πρώτο άνθρωπο με αυθεντικότητα κι ευαισθησία. Στον κοινό αφηγηματικό πυρήνα έχουμε: Τον διαπρέποντα συγγραφέα Ζακ Κορμερύ να επισκέπτεται τον γενέθλιο τόπο του. Συναντά τη γηραιά μητέρα του στο παλιό τους διαμέρισμα, καθώς και τον δάσκαλο που τόσο εύστοχα τον κατηύθυνε στα γράμματα, ενώ συλλέγει, από πρώτο χέρι, εικόνες της σύγκρουσης που βράζει μεταξύ αποικιοκρατών και αυτοχθόνων. Κι ανάμεσα σε όλα αυτά, οι αναδρομές στα χρόνια της παιδικής του ηλικίας και οι απόπειρες προσέγγισης του πρόωρα χαμένου πατέρα είναι συνεχείς. Συναντώντας επιζώντες γνωστούς του πατέρα του, χτίζει την εικόνα τού πώς εκείνος έβλεπε τον κόσμο, μια που έφυγε απ’ αυτόν νεότερος από τον γιο που επιστρέφει να αναπλάσει το πορτρέτο του. Κρίσιμο, εκεί, ένα επεισόδιο από την εφηβική ηλικία του πατέρα: η επιμονή του να παραστεί σε μια θανατική εκτέλεση, με το θέαμα της καρατόμησης να τον αφήνει άρρωστο για μέρες. Και πιο κρίσιμη η αναφορά, από έναν συμπολεμιστή του πατέρα, στην πρωτοφανώς βίαιη αντίδρασή του απέναντι σε φρικτούς ακρωτηριασμούς πτωμάτων των ηττημένων μιας μάχης. Στο σχόλιο του συμπολεμιστή: «σε ορισμένες περιστάσεις ένας άντρας μπορεί να κάνει τα πάντα», ο πατέρας ξεσπά: «Όχι! Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας». Μερικά ακόμη σημαντικά σημεία: η παρουσία μιας ωραιότατης, νεαρής θαυμάστριας, η οποία συνοδεύει τον Κορμερύ σε αυτό το ταξίδι στο παρελθόν του, και οι συναντήσεις του με διάφορους ντόπιους. Γάλλους που πάλεψαν να στήσουν μια σχετικά εύπορη ζωή, επί δυο-τρεις γενιές, και τώρα πρέπει να εγκαταλείψουν τα πάντα. Ή Αλγερινούς που πρόκοψαν σε συνεργασία με Γάλλους και υποχρεώνονται πλέον να στραφούν εναντίον τους, πριν τιμωρηθούν ως προδότες από τους δικούς τους. Σε αυτό το κάπως μελαγχολικό κλίμα, παιδικών αναμνήσεων αμεριμνησίας και διλημμάτων της πολεμικής σύγκρουσης που ξεσπά, στον παρόντα χρόνο, το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται. Με τα χρώματα μιας θάλασσας του δειλινού να περιβάλλουν το πλοίο που ξαναφέρνει τον διάσημο συγγραφέα και τη θαυμάστρια πίσω στη Γαλλία. Πιο προβληματισμένο για το μέλλον, μα και πιο έτοιμο να το αποδεχτεί. Θα έλεγα, μάλιστα, ότι στα δυο πολύ τελευταία σχεδιαστικά καρέ ηχεί κάτι από το τέλος του πρώτου φιλοσοφικού έργου του Καμύ (Ο μύθος του Σισύφου): «πρέπει να φανταστούμε τον Σίσυφο ευτυχισμένο». Το γραφιστικό μυθιστόρημα ολοκληρώνεται μεν, ενώ το πρωτότυπο έμεινε ημιτελές, αλλά πλήρες νόημα αποκτά για όποιον γνωρίζει, αδρομερώς έστω, τη ζωή του Αλμπέρ Καμύ. Μια ζωή που ούτε στιγμή, μέσα στον δημιουργικό πυρετό της, δεν έχασε τη βαθιά ανθρωπιστική της πυξίδα. Ο Καμύ δοξάστηκε χωρίς να ενδώσει στην έπαρση, κακολογήθηκε χωρίς να ενδώσει στη μικροψυχία, τόλμησε να υπερασπιστεί τα κομμουνιστικά ιδεώδη όπως τόλμησε, μετά την εισβολή των Σοβιετικών στην Ουγγαρία, να καταφερθεί εναντίον της ΕΣΣΔ. Γκρεμίζοντας, όχι ανέξοδα, παλιές φιλίες με διαπρεπείς κύκλους αριστερών διανοουμένων. Και ήρθε σε σύγκρουση τόσο με τη γαλλική αποικιοκρατία, δικαιώνοντας ηθικά τον αγώνα των αλγερινών εθνικιστών, όσο και με αυτούς τους τελευταίους, αφού οι τρομοκρατικές βόμβες τους σκότωναν, αδιακρίτως, κόσμο μέσα στον οποίο κυκλοφορούσε ακόμα η μητέρα του. Η δήλωσή του: «Αν έχω να διαλέξω ανάμεσα στη δικαιοσύνη και στη μητέρα μου, διαλέγω τη μητέρα μου», δεν τον έκανε συμπαθή στους Γάλλους της Αλγερίας ούτε στους εθνικιστές τρομοκράτες, ενώ τον άφησε έκθετο, ως φυγόμαχο, μεταξύ ταυτισμένων με τους αντιαποικιακούς αγώνες Αριστερών. Αυτός, όμως, ήταν ο πείσμων ουμανισμός του Καμύ. Ανυποχώρητος ανθρωπισμός, τη θεμελίωση του οποίου παρακολουθούμε στο Ο πρώτος άνθρωπος. Τρυφερότητα προς τη μητέρα, που του πέρασε ευαισθησίες της∙ ευγνωμοσύνη στον δάσκαλο, που άνοιξε τους πνευματικούς ορίζοντές του∙ ανίχνευση του χαρακτήρα του άγνωστου πατέρα, με την απέχθειά του στις ακρότητες (όπως μιας καρατόμησης ή ενός ακρωτηριασμού πτωμάτων του εχθρού) και την αποδοχή ρήξεων ή εξεγέρσεων, χωρίς απώλεια της μετριοπάθειας: «Ένας άντρας συγκρατιέται. Να τι σημαίνει άντρας»∙ αυτή φράση του πατέρα Κορμερύ αποκτά πλήρες νόημα μόνο σε σχέση με τη στάση του Καμύ στην πραγματική ζωή του. Άρα, κατά μία έννοια, και το γραφιστικό μυθιστόρημα μένει ημιτελές, όσο κι αν ολοκληρώνει μιαν Οδύσσεια επιστροφής στην παιδική ηλικία και σε ό,τι συγκρότησε την προσωπικότητα του συγγραφέα. Αλλά αυτή είναι η μοίρα κάθε βιβλίου: όσο πιο πολλά γνωρίζεις για το «έξω», τόσο πληρέστερα κατανοείς το «μέσα» [1] Ακούγεται κάπως υπερβολικό, αλλά πολλοί υποστηρίζουν πως αν δεν μεσολαβούσε το δυστύχημα, ίσως η φωνή του Καμύ, με το κύρος του ανάμεσα στους Γάλλους και τις φιλίες του ανάμεσα σε Αλγερινούς, να ασκούσε κρίσιμη επίδραση στην έκβαση του «πολέμου της Αλγερίας». Ο οποίος, εξάλλου, μεταβλήθηκε σε συνεχή εμφύλια μακελειά και νέες αγριότητες, μεταξύ εκείνων που είχαν διώξει τους αποικιοκράτες. [2] Συνήθως φτωχοί αγρότες από διάφορες περιοχές της Γαλλίας, οι οποίοι από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά έφταναν με την προσδοκία ενός καλύτερου μέλλοντος στην Αλγερία. Κάτι οι «μαύρες» μπότες των στρατιωτών που μετά την κατάκτηση της χώρας αποτέλεσαν τους πρώτους αποίκους, κάτι οι αγροτικές διαδρομές στα σκούρα εδάφη των χωραφιών, κάτι ο τρύγος και το πάτημα των σταφυλιών που έβαφε τις πατούσες των αμπελοκαλλιεργητών, μονιμοποίησαν τον υποτιμητικό χαρακτηρισμό του «μαυροπόδαρου» για τους γεννημένους στην Αλγερία Γάλλους. Πηγή
  11. Το αίνιγμα του Αλμπέρ Καμύ Γιάννης Κουκουλάς Το έγραφε για πολύ καιρό με ενθουσιασμό. Δεν πρόλαβε όμως να το ολοκληρώσει. Στα συντρίμμια του αυτοκινητικού δυστυχήματος που του αφαίρεσε τη ζωή βρέθηκε η τσάντα με τα χειρόγραφά του. Το ημιτελές βιβλίο «Ο Πρώτος Ανθρωπος» του Αλμπέρ Καμύ ήταν εκεί. Ο Ζακ Φεραντέζ το προσαρμόζει σε κόμικς και συμβάλλει στη συμπλήρωσή του «Ο πόλεμος ήταν σαν ένα κακό σύννεφο, γεμάτο σκοτεινές απειλές. Μα που δεν μπορούσαμε να το εμποδίσουμε να κατακλύσει τον ουρανό, όπως και τις ακρίδες ή τις καταστροφικές θύελλες που ορμούσαν πάνω στα αλγερινά στρατόπεδα», γράφει ο Αλμπέρ Καμύ στον «Πρώτο Ανθρωπο» και μεταφέρει σε κόμικς ο Ζακ Φεραντέζ (εκδόσεις Πατάκη, μετάφραση: Νίκη Καρακίτσου-Douge και Μαρία Κασαμπάλογλου-Roblin, 184 σελίδες). Ενα βιβλίο ημιαυτοβιογραφικό που δυστυχώς δεν ολοκληρώθηκε ποτέ. Ο Αλμπέρ Καμύ πέθανε ακαριαία σε ηλικία σαράντα επτά ετών όταν το αυτοκίνητο στο οποίο επέβαινε με οδηγό τον εκδότη του, Μισέλ Γκαλιμάρ, έπεσε με δύναμη πάνω σε ένα δέντρο στον δρόμο προς το Παρίσι, στις 4 Ιανουαρίου του 1960. Οπως πάντα τον τελευταίο καιρό πριν από τον θάνατό του είχε μαζί του τα χειρόγραφα και τις σημειώσεις του από το βιβλίο πάνω στο οποίο εργαζόταν πυρετωδώς για μήνες. Η συνέχεια αυτού του βιβλίου μπορεί να μη γράφτηκε ποτέ. Όπως επισημαίνει όμως η Αλις Κάπλαν στην εισαγωγή της στον «Πρώτο Ανθρωπο» του Φεραντέζ: «Από το καλοκαίρι κιόλας του 1961, η Φρανσίς Καμύ, η χήρα του συγγραφέα, έκανε μια πρώτη δακτυλογράφηση του κειμένου, εργασία σισύφεια, καθώς το χειρόγραφο του Καμύ, πυκνογραμμένο και με μικροσκοπικούς χαρακτήρες, είναι ιδιαίτερα δυσανάγνωστο. Ανακαλύπτουμε έτσι την προσωπική και αυτοβιογραφική ιστορία του Ζακ Κορμερί, συγγραφέα, στα ίχνη ενός πατέρα εργάτη γης στην ανατολική περιοχή της Αλγερίας, που σκοτώθηκε τις πρώτες εβδομάδες του Μεγάλου Πολέμου. Στις σημειώσεις σχετικά με το πλάνο που προβλέπει για το μυθιστόρημά του, ο Καμύ γράφει: “Επιστράτευση. Όταν επιστρατεύθηκε ο πατέρας μου, δεν είχε δει ποτέ τη Γαλλία. Την είδε και σκοτώθηκε”». Αυτό το μεγαλεπήβολο έργο για την ιστορία του ίδιου του Καμύ και μέσα από αυτή την ιστορία της σχέσης της Γαλλίας και της Αλγερίας, κρίθηκε ότι δεν μπορεί να κυκλοφορήσει τότε λόγω και της εύθραυστης πολιτικής κατάστασης την ώρα που η βορειοαφρικανική χώρα απελευθερωνόταν από τους Γάλλους. Το σχέδιο όμως δεν εγκαταλείφθηκε. Τρεις δεκαετίες αργότερα το ξαναέβαλε σε κίνηση η Κατρίν Καμύ, κόρη του πρόωρα χαμένου νομπελίστα συγγραφέα. Το βιβλίο τελικά κυκλοφόρησε το 1994 με δεδομένο τον ανολοκλήρωτο χαρακτήρα του και αμέσως άρχισε να προκαλεί συζητήσεις. «"Ο Πρώτος Ανθρωπος" παραμένει ένα αίνιγμα. Μας επιτρέπει να παρακολουθήσουμε ένα λογοτεχνικό έργο κατά τη διαδικασία της διαμόρφωσής του, μας καλεί αναγκαστικά να φανταστούμε τη συνέχεια, τις συνέχειες, να αναρωτηθούμε, ανά πάσα στιγμή, τι θα ήθελε ο συγγραφέας –γνωστός για την τελειομανία του– να κρατήσει ή να αλλάξει. Ίσως γι’ αυτό, επειδή είναι το έργο που διακόπηκε πάνω στην ορμή της εκπόνησής του, "Ο Πρώτος Ανθρωπος" να συγκινεί περισσότερο: μας δίνει την εντύπωση πως συναντάμε τον Αλμπέρ Καμύ, όπως πραγματικά ήταν και δίχως ρετουσάρισμα», τονίζει η Αλις Κάπλαν. Μα έστω κι αν όλα αυτά δεν απασχολούν τον αναγνώστη, το έργο από μόνο του ακόμα και χωρίς τον μύθο που δικαιολογημένα το περιβάλλει, είτε θεωρηθεί εν μέρει αυτοβιογραφικό είτε όχι, εξακολουθεί να είναι ένα συγκλονιστικό μυθιστόρημα. Γιατί αφορά έναν άνθρωπο που ερευνά και ανασκαλεύει το παρελθόν του και τις ρίζες του και αναζητά τη συμβολική παρουσία του πατέρα του προσπαθώντας να ερμηνεύσει το παρόν του ανάμεσα σε δύο χώρες στις οποίες δεν γνωρίζει αν ανήκει, στη σκιά μεγάλων κοσμοϊστορικών γεγονότων που καθόρισαν και καθορίζουν τη μοίρα του, σε μια πορεία από την Αλγερία στο Παρίσι κι από την παιδική στην ενήλικη ζωή του. Αυτό το «δυσερμήνευτο» σενάριο, που γίνεται ακόμα πιο αινιγματικό λόγω της αναπόφευκτης απουσίας ενός «τέλους», έρχεται να συμπληρώσει ο Ζακ Φεραντέζ, που φαίνεται να γνωρίζει βαθιά τον Καμύ καθώς είχε μεταφέρει σε κόμικς και το άλλο εμβληματικό του έργο, τον «Ξένο». Με τα σχέδιά του και τις τολμηρές πρωτοβουλίες που παίρνει σε ορισμένα σημεία, πάντα σεβόμενος το πρωτότυπο, δεν διστάζει να βάλει την προσωπική του σφραγίδα. Οπως, για παράδειγμα, στη σκηνή ενός κοκτέιλ-πάρτι όπου με έναν ευφυή αναχρονισμό τοποθετεί τον πρωταγωνιστή του βιβλίου και φανταστικό πρόσωπο, Ζακ Κορμερί, μαζί με τον Ζαν-Πολ Σαρτρ, τον Αντρέ Μαλρό, τον Γκαστόν Γκαλιμάρ και τον ίδιο τον Καμύ. Ή στην τραγική σκηνή που οι φαντάροι, Αραβες και Γάλλοι της Αλγερίας, μεταφέρονται εσπευσμένα στη Γαλλία για να πολεμήσουν τους Γερμανούς, φορώντας τις πολύχρωμες στολές τους και τα ψάθινα καπελάκια τους και μέσα στην κωμική εικόνα τους μετατρέπονται σταδιακά σε σκελετούς ανάμεσα σε αποκαΐδια. Σε ένα τέτοιο κλίμα, ο «Πρώτος Ανθρωπος» του τίτλου μπορεί να έχει πολλές ταυτότητες και να παραπέμπει σε πολλές προσωπικότητες. Επικρατέστερη είναι όμως αυτή του πρώτου δολοφόνου της «ιστορίας» σύμφωνα με έναν κυνικό χαρακτήρα του βιβλίου: «Κι έτσι φτάνουμε στον πρώτο φονιά. Ξέρετε, λεγόταν Κάιν και από τότε έχουμε τους πολέμους!». Είτε σημαίνει κάτι τέτοιο ο «Πρώτος Ανθρωπος» είτε κάτι άλλο που βρισκόταν στο μυαλό του Αλμπέρ Καμύ, δεν θα το μάθουμε ποτέ. Θα παραμείνει για πάντα ένα μυστήριο που δεν χρειάζεται να λυθεί. Αρκεί η διατήρησή του που είναι ακόμα πιο εύκολη μέσω της εξαιρετικής προσαρμογής από τον δεξιοτέχνη Ζακ Φεραντέζ. Πηγή
  12. Η σχέση της λογοτεχνίας με τα comics έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της 9ης τέχνης. Τα comics, ως μία πιο προσιτή μορφή ανάγνωσης για μικρά παιδιά, επιτελούσαν για δεκαετίες μια λειτουργία πρόωρης λογοτεχνικής διαπαιδαγώγησης των νέων. Πόσοι από εμάς δεν έχουν την ανάμνηση των κλασσικών εικονογραφημένων; Εδώ και δεκαετίες βέβαια τα comics έχουν αποστασιοποιηθεί από τον παραπληρωματικό χαρακτήρα του παρελθόντος τους, χωρίς όμως να έχουν διακόψει το στενό δεσμό τους με τη λογοτεχνία. Κλασσική και σύγχρονη λογοτεχνία συνεχίζει να τροφοδοτεί την τέχνη των comics, χωρίς όμως να την αντιμετωπίζει με την υπεροψία του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι διασκευές λογοτεχνικών έργων του Albert Camus από τον Jacques Ferrandez, έναν εκ των επιφανέστερων σύγχρονων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής comic σκηνής. Ο Ferrandez μέχρι στιγμής έχει μεταφέρει σε comic τρία έργα του Camus, τον Ξένο, τον Πρώτο Άνθρωπο και το διήγημα L’Hôte (The Guest), το οποίο αποτελεί το μόνο της σειράς που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα. Τα δύο πρώτα πάντως έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη και κυκλοφορούν σε σκληρόδετες πολυτελείς εκδόσεις. Μάλιστα οι μεταφράσεις και των δύο έχουν γίνει απ’ τις Νίκη Καρακίτσου – Douge και Μαρία Κασαμπάλογλου – Roblin, οι οποίες έχουν προσφέρει αξιόπιστες μεταφράσεις για τη μεγάλη πλειοψηφία των έργων του Camus που κυκλοφορούν στα ελληνικά. Ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος έμεινε τελικά ημιτελής -λόγω του αιφνίδιου θανάτου του συγγραφέα σε τραγικό τροχαίο δυστύχημα, μόλις στα 47 του χρόνια- έμελλε να αποτελέσει το φιλόδοξο κύκνειο άσμα του, το οποίο αν είχε ολοκληρώσει θα μπορούσε ίσως να γίνει το magnum opus του. Το έργο βρέθηκε στον τόπο του δυστυχήματος, μέσα στην τσάντα του, γραμμένο μέσα σε 144 πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες, οι οποίες θεωρούνται μόνον ένα πρώτο σχεδίασμα του τελικού σχεδίου που είχε στο μυαλό του ο Camus. Τελικά ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος δακτυλογραφήθηκε απ’ την κόρη του, Catherine Camus, εκδόθηκε 34 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του, μόλις το 1994, όταν πλέον είχε περάσει ικανό χρονικό διάστημα απ’ την Απελευθέρωση της Αλγερίας, μία ιστορική συνθήκη εξαιτίας της οποίας δίστασε η οικογένεια του Camus να το κυκλοφορήσει νωρίτερα. Η υπόθεση του Πρώτου Ανθρώπου αφορά τον Jacques Cormery, έναν επιτυχημένο μεσήλικα Γάλλο λογοτέχνη, ο οποίος επιστρέφει στην Αλγερία, στην οποία γεννήθηκε, προκειμένου να επισκεφτεί την -πλέον- σχεδόν ανήμπορη μητέρα του και να αναζητήσει τις ρίζες του. Η επιστροφή στις φτωχογειτονιές που μεγάλωσε ανασύρουν στη μνήμη του τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, που μεγάλωσε με τη μητέρα του και την αυστηρή γιαγιά του, αφού τον πατέρα του δεν κατάφερε να τον γνωρίσει ποτέ, επειδή είχε σκοτωθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τελευταίο βιβλίο του Camus ήταν και το πλέον αυτοβιογραφικό του. Τα πολλά κοινά στοιχεία του Jacques Cormery με τον συγγραφέα (ο οποίος επίσης μεγάλωσε στο Αλγέρι με τη μητέρα και τη γιαγιά του, έχοντας χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο) τον καθιστούν ένα λογοτεχνικό alter ego του. Όμως τον Camus δεν τον απασχολεί να γράψει μία αυτοβιογραφία. Τα προσωπικά του βιώματα αλληλοδιαπλέκονται με τη μυθοπλασία προκειμένου το έργο του να αποκτήσει διαχρονικότητα, αναφερόμενο σε κοινούς τόπους ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου όπου τοποθετεί τη διήγησή του, χαρακτηριστικό κάθε κλασσικού έργου. Γι’ αυτό δηλώνει σαφώς -μέσω του πρωταγωνιστή – alter ego του- ότι «θα ήθελα να μιλήσω εξ ονόματος εκείνων που τους αρνήθηκαν το λόγο». Έχοντας θέσει το στόχο του, η οικουμενική ματιά του Camus στρέφει το ενδιαφέρον των αναγνωστών σε ιστορίες ανθρώπων χωρίς φωνή, όπως ήταν η αγράμματη μητέρα του ή ο πατέρας του που ήταν θύμα του πιο αιματηρού πολέμου μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή και οι Άραβες του Αλγερίου, που το Γαλλικό κράτος είχε αποικίσει τη χώρα τους στέλνοντας οικογένειες Γάλλων να την εποικίσουν, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η δική του οικογένεια. Η μεταφορά του βιβλίου σε comic απ’ τον Jacques Ferrandez ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, ειδικά αφού πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ημιτελές, με κενά στην αφήγηση, τα οποία ο Καμύ (όπως φαίνεται απ’ τις σημειώσεις των χειρογράφων του) επιθυμούσε να τα καλύψει, διανθίζοντας το πρώτο αυτό σχεδίασμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν είχε κατορθώσει καν να ολοκληρώσει την ιστορία, για την εξέλιξη της οποίας είχε αφήσει μόνον υπαινιγμούς μέσω σημειώσεων στο τέλος των χειρογράφων του. Όμως τελικά, ακριβώς αυτή η δυσκολία του ημιτελούς έργου μετατρέπεται σε μία απ’ τις σημαντικότερες αρετές της comic διασκευής του, αφού η αποσπασματικότητα της αφήγησης στα καρέ του Ferrandez αφήνει με δημιουργικό τρόπο υπαινιγμούς για τα υπαρκτά -παρ’ ότι ακούσια- κενά της πλοκής. Εύστοχα παρατηρεί επ’ αυτού η Alice Kaplan στην εισαγωγή που συνοδεύει την έκδοση, ότι το comic «αποδεικνύεται ακριβώς το τέλειο μέσο» επειδή «ανάμεσα στα καρέ υπάρχει πάντα το κενό, η έλλειψη, που επιτρέπει κάθε στιγμή στον αναγνώστη να ταξιδέψει πέρα από ό,τι λέγεται, από ό,τι φαίνεται». Ο Ferrandez έχει μεγαλώσει κι εκείνος στην Αλγερία κι αυτή η κοινή καταγωγή του δημιουργεί ένα συναισθηματικό δεσμό με τον Νομπελίστα Γάλλο συγγραφέα. Όμως, πέραν αυτού, η καταγωγή του Ferrandez απ’ την Αλγερία του προσφέρει το προνόμιο να γνωρίζει βιωματικά τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα και να μπορεί να αποδώσει στο σχέδιό του με ρεαλισμό και λεπτομέρεια την ατμόσφαιρα, τους ανθρώπους, ακόμα και τα τοπία, τους δρόμους και τα κτήρια της χώρας. Το σχεδιαστικό στυλ του Ferrandez εντάσσεται στην ευρωπαϊκή παράδοση των comics, της οποίας αποτελεί μία απ’ τις πιο ταλαντούχες σύγχρονες πένες. Με επιμονή στη λεπτομέρεια ο Ferrandez εστιάζει στα πρόσωπα των χαρακτήρων του έργου του για να αποδώσει τα συναισθήματά τους, ενώ εντυπωσιάζει η συχνότητα που αποτυπώνει πολυπληθείς συγκεντρώσεις στις πόλεις, στα σχολεία και αλλού, χωρίς να ελλαττώνεται η προσοχή του στις λεπτομέρειες. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να τοποθετούνται σε ένα σχεδόν ζωγραφικό καμβά, που στα καρέ του καταφέρνει να συνεπάρει τον αναγνώστη, να τον ταξιδέψει σε ατέλειωτες θάλασσες, να τον ξεναγήσει στους πολυπληθείς δρόμους του Αλγερίου, αλλά και να τον υποβάλλει να νιώσει αβοήθητος -όπως οι πρωταγωνιστές- σε βροχερά νυχτερινά σκηνικά και στο θανατηφόρο πεδίο του πολέμου. Για το τέλος μένει πάντοτε ένα ερώτημα που συχνά αναδύεται σε διασκευές σημαντικών λογοτεχνικών έργων σε comics: έχει άραγε αυτόνομη καλλιτεχνική αξία το έργο του Ferrandez ή χρησιμεύει μόνον ως μία εισαγωγή στο έργο του Camus, απευθυνόμενο κυρίως σε μικρότερες ηλικίες; Σίγουρα κανείς -ούτε ο ίδιος ο δημιουργός φυσικά- δεν θα μπορούσε να συγκρίνει το έργο ενός απ’ τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα με μία διασκευή του σε comic μορφή. Όμως θα ήταν λάθος -βιασύνης ή απειρίας- να παραβλεφθεί και η αυτόνομη καλλιτεχνική αξία του έργου του Ferrandez, ο οποίος με όλο του το ταλέντο, την προσήλωση στη λεπτομέρεια και το σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο έχει δημιουργήσει ένα comic υψηλότατου επιπέδου, ένα από εκείνα τα comics που οδηγούν μικρούς και μεγάλους να αγαπήσουν την 9η τέχνη. Πρέπει να παραδεχθούμε λοιπόν ότι πράγματι τα comics του Ferrandez έχουν την αρετή να εισάγουν με προσιτό τρόπο τις μικρότερες ηλικίες στο έργο του Camus (άλλωστε έχουν χρησιμοποιηθεί και στις σχολικές αίθουσες της Γαλλίας γι’ αυτό το σκοπό), όμως έχουν και τη δύναμη να γνωρίσουν σε αναγνώστες κάθε ηλικίας τη μαγεία της τέχνης των comics. Κι αυτή η συνεισφορά τους είναι εξίσου ανεκτίμητη. Κείμενο που δημοσιεύθηκε στο Smassing Culture Μπορείτε να το ακούσετε και σε μορφή podcast:
  13. Ένα σχεδόν θρυλικό κόμικ, που ξεπήδησε από την αστείρευτη φαντασία του σπουδαίου Ευγένιου Τριβιζά και την πένα του Νίκου Μαρουλάκη. Η Φρουτοπία ξεκίνησε μεν ως κόμικ, αλλά έγινε αγαπητή στο κοινό μέσα από τη θρυλική σειρά με κούκλες της οικογένειας Σοφιανού, παρόλο που αυτή δεν ολοκληρώθηκε ποτέ (διακόπηκε 3 επεισόδια πριν το τέλος). Η ιστορία ξεκινά, όταν ένας μανάβης, ονόματι Μανόλης, εξαφανίζεται από τη χώρα της Φρουτοπίας και η εφημερίδα "Τρέχα Γύρευε" στέλνει τον καλύτερο ρεπόρτερ της, τον Πίκο Απίκο, στη μακρινή Φρουτοπία, για να λύσει το μυστήριο. Καθώς, όμως ο δημοσιογράφος θα γνωρίζει ολοένα και περισσότερο αυτή τη μυστηριώδη χώρα, το μυστήριο θα πυκνώνει. Δεν έχει νόημα να περιγράψει κανείς, την υπόθεση, είναι τόσο γεμάτη με επεισόδια και χαρακτήρες, που ακόμη και η απλή έκθεση της υπόθεσης θα αδικήσει το κόμικ και τους δημιουργούς. Η πρώτη υπόθεση ολοκληρώθηκε σε 5 τεύχη και μετά ο Πίκος Απίκος κλήθηκε να επιστρέψει στη Φρουτοπία άλλες δύο φορές για ισάριθμα ταξίδια. Υπέροχο χιούμορ, σουρεαλιστικό σε πολλές στιγμές, με πολλά λογοπαίγνια, με κάποιες, πολύ λίγες, κάπως άστοχες στιγμές και καλώς ή κακώς αρκετές αναφορές στο χώρο και την εποχή κατά την οποία γράφτηκε (η Ελλάδα της δεκαετίας του 1980). Καθώς εξελισσόταν η πλοκή, εξελισσόντουσαν και οι χαρακτήρες και υπήρξαν πολλές αναφορές με πολιτικό και κοινωνικό περιεχόμενο. Όσοι έχετε διαβάσει κάτι από Τριβιζά, θα το απολαύσετε, όσοι δεν έχετε διαβάσει, μπορείτε να ξεκινήσετε από εδώ. Εξάλλου, ένα μεγάλο προτέρημα του Τριβιζά και όλων των πετυχημένων συγγραφέων παιδικών βιβλίων, είναι ότι διαβάζονται με την ίδια απόλαυση από όλες τις ηλικίες. Ο Νίκος Μαρουλάκης, που είχε εικονογραφήσει πολλά, παιδικά κυρίως, βιβλία εικονογραφεί πολύ ωραία το σενάριο του Τριβιζά. Μάλλον φαίνεται άτεχνο ή ξεπερασμένο με τα τωρινά δεδομένα, αλλά ελάχιστη σημασία έχει αυτό. Τα σχέδιά του είναι απλά, αλλά οι λεπτομέρειες είναι παρούσες εκεί που πρέπει, καρτουνίστικα μεν, αλλά και ρεαλιστικά, όπου χρειάζεται και δίνουν όλη την ουσία του έργου. Τα χρώματα είναι πολύ ωραία και η συμβολή του στο έργο είναι τεράστια, ισότιμη εκείνη του συγγραφέα. Δεν θα κρύψω, ότι ίσως μιλάει και η νοσταλγία μου ή η συνήθεια, αλλά δεν μπορώ να φανταστώ άλλη εικονογράφηση για το έργο. Σύμφωνα με τις πηγές, το έργο δημιουργήθηκε το 1983 ως κόμικ, αλλά δεν έχω καταφέρει να βρω που πρωτοδημοσιεύτηκε, αν δημοσιεύτηκε κάπου πριν την προβολή της τηλεοπτικής σειράς, η οποία ξεκίνησε στο τέλος του 1985. Η πρώτη έκδοση του πρώτου κύκλου του κόμικ έγινε από τις Αγροτικές Συνεταιριστικές Εκδόσεις το 1986 και ολοκληρώθηκε σε 5 τεύχη. Ο δεύτερος κύκλος εκδόθηκε από τις εκδόσεις Πατάκη το 1992 σε 8 τεύχη και μετά οι εκδόσεις Modern Times εξέδωσαν και τα 50 τεύχη της σειράς μέσα από την Εφημερίδα "Ο Κόσμος του Επενδυτή" ξεκινώντας στις 15/03/2008 και ολοκληρώνοντας στις 21/02/2009. Αυτήν την έκδοση έχω εγώ και από εκεί είναι τα σκαναρίσματα που βλέπετε. Στα τέλη του 2008, η ίδια εκδοτική κυκλοφόρησε και τα 50 τεύχη σε 8 σκληρόδετα άλμπουμ. Αυτά τα ίδια 8 άλμπουμ επανεκδόθηκαν μεταξύ του 2015 και του 2019 από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη. Εάν κάποιος/α ξέρει παραπάνω πληροφορίες σχετικά με το εάν το κόμικ προηγήθηκε της τηλεοπτικής σειράς, θα παρακαλούσα να το γράψει. Κλείνω τις πληροφορίες της παρουσίασης με τη δυσάρεστη, αλλά αναγκαία υπενθύμιση, ότι, δυστυχώς, ο Νίκος Μαρουλάκης μας άφησε στις 30/09/2015. Νομίζω ότι η επτάτομη έκδοση της Modern Times κυκλοφορεί ακόμη στα βιβλιοπωλεία, αλλά και τα τεύχη της εφημερίδας βρίσκονται σε πολύ χαμηλές τιμές. Σίγουρα κυκλοφορεί η τελευταία έκδοση από τη "Χάρτινη Πόλη". Όλα τα σκαναρίσματ έγιναν από εμένα Πηγές για περαιτέρω μελέτη; wikipedia (στα ελληνικά, βεβαίως) Βιβλιογραφία του Νίκου Μαρουλάκη και του Ευγένιου Τριβιζά (τουλάχιστον για όσους τίτλους είναι καταχωρημένοι στο biblionet.gr) Όλα τα επεισόδια της πολυαγαπημένης τηλεοπτικής σειράς ψηφιοποιημένα στην ΕΡΤ Ένας σύνδεσμος για όσους δεν ξέρουν τα πρόσωπα των ηθοποιών πίσω από τις φωνές Άρθρο στην ελληνική wikipedia για την οικογένεια Σοφιανού, η οποία κατασκεύασε τις κούκλες για τη σειρά (και για πολλές άλλες σειρές της ελληνικής τηλεόρασης)
  14. Το ''Στο δάσος" είναι ένα πολύ όμορφο παραμυθένιο κόμικ, που κυκλοφόρησε μες στον Ιούνιο, από τις εκδόσεις Πατάκη. Στο σενάριο είναι ο Σπύρος Γιαννακόπουλος και στο σχέδιο - χρώμα η Στέλλα Στεργίου. Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος έχει ξανασχοληθει με τη συγγραφή σύγχρονων παραμυθιών, κι απ' ότι φαίνεται το κατέχει το άθλημα. Η Στέλλα Στεργίου με εντυπωσίασε στο Μικρό Πρίγκηπα με τις σχεδιαστικές της ικανότητες και συνεχίζει σταθερά κι εδώ στην ίδια υψηλή ποιότητα. Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό αγόρι, ήσυχο και υπάκουο και τον έλεγαν Τζακ. Ζούσε με τους γονείς του σ’ ένα όμορφο σπίτι στο δάσος. Τάιζε κοτούλες και γουρουνάκια, άρμεγε αγελάδες και η μεγαλύτερη του περιπέτεια ήταν που πήγαινε με τον πατέρα του στη γειτονική πόλη. Μέχρι τη στιγμή που χάθηκε "Στο δάσος". Και μετά, αντί να διαβάζει για περιπέτειες χρειάστηκε να τις ζήσει... Το κόμικ είναι σίγουρα ένα παραμύθι που απευθύνεται σε πρώτο επίπεδο σε μεγάλα παιδιά και εφήβους, αλλά σε δεύτερο επίπεδο και σε όλους τους υπόλοιπους. Σενάριο, σκηνοθεσία και σχέδιο λειτουργούν άψογα, η δράση ισορροπείται πολύ όμορφα από το χιούμορ και ο χρωματισμός είναι πολύ τραβηχτικός. Τους ήρωες τους έχουμε ξανασυναντήσει και σε άλλα παραμύθια, αλλά εδώ τους βλέπουμε αλλαγμένους, μέσα από τα μαγικά φίλτρα των δημιουργών , οι δημιουργοί έχουν δώσει μια πιο παιχνιδιάρικη και πρωτότυπη προσέγγιση. Πραγματικά δεν μπορούσα να προβλέψω πως ακριβώς θα εξελιχθεί η ιστορία ως το τέλος. Λαχταριστό και ζουζουνιάρικο, αντισυμβατικό κι απρόβλεπτο, γραμμένο με χιούμορ, γεμάτο με μάγισσες, γίγαντες, τρολ, ιππότες, βατράχια, πριγκίπισσες, τέλεια νανάκια Ό,τι πρέπει για δωράκι στα παιδιά σας, τα ανίψια σας, τα βαφτιστήρια σας, και για σας στην τελική
  15. Η βατραχίνα που ήθελε να γίνει πριγκίπισσα Γιάννης Κουκουλάς Ο Σπύρος Γιαννακόπουλος είναι ένας από τους πιο επιτυχημένους συγγραφείς παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας. Και η Στέλλα Στεργίου μια σπουδαία σχεδιάστρια και δημιουργός κόμικς. Το αποτέλεσμα της συνεργασίας τους στο «Δάσος» είναι ένα πανέξυπνο παραμύθι που αμφισβητεί τα κλισέ και θέτει κρίσιμα ερωτήματα Για τα παραμύθια και ιδιαίτερα για τις μεταφορές τους, τις προσαρμογές τους και τις ελεύθερες αποδόσεις τους σε κόμικς έχουμε γράψει πολλά. Και θα συνεχίσουμε να γράφουμε όταν υπάρχουν αφορμές. Είτε το νέο έργο ακολουθεί τη συνταγή και τον τίτλο του πρωτότυπου είτε αποτελεί τη σύνθεση και τον συνδυασμό διαφορετικών συστατικών που πηγάζουν από περισσότερα του ενός και διαφορετικά πρωτότυπα έργα. Οι πιο ενδιαφέρουσες τέτοιες περιπτώσεις είναι οι παρωδίες και τα παστίς που χωρίς να έχουν πρόθεση να προσβάλουν τα πρωτότυπα, όπως συχνά αλλά εσφαλμένα πιστεύεται, ανανεώνουν το ενδιαφέρον για αυτά σε νέα συμφραζόμενα και νέες συνθήκες και δημιουργούν συναρπαστικά υβρίδια πολυεπίπεδων θεματικών και δυνητικών αναγνωστικών και οπτικών εμπειριών. Στον κόσμο του animation, μιας τέχνης που οι εκπρόσωποί της έχουν προβεί τις τελευταίες δεκαετίες σε πολύ ρηξικέλευθες απόπειρες εκσυγχρονισμού και ανανέωσης παραδοσιακών παραμυθιών, χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το «Σρεκ» που συνδύαζε στοιχεία από πολλά και διαφορετικά παραδοσιακά παραμύθια σε ένα ενιαίο εντυπωσιακό αποτέλεσμα με κεντρικό πρόσωπο έναν θηριώδη αλλά αγαθό άτυχο δονκιχοτικό τυχοδιώκτη, ο οποίος δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εξ ανάγκης μοναδικό σύμμαχό του που δεν είναι άλλος από έναν χιουμορίστα γάιδαρο. Στο «Charming», τρεις διάσημες και στερεοτυπικές ηρωίδες των κλασικών παραμυθιών, η Σταχτοπούτα, η Χιονάτη και η Ωραία Κοιμωμένη, συμπρωταγωνιστούν και ανταγωνίζονται για τα μάτια και το βασίλειο ενός καρδιοκατακτητή πρίγκιπα. Σε πιο ενήλικους ρυθμούς κινήθηκε η τηλεοπτική σειρά «Disenchantment» του Matt Groening («Simpsons», «Futurama» κ.ά.) με πρωταγωνίστρια μια αλκοολική πριγκίπισσα συνοδευόμενη από ένα τρομαγμένο ξωτικό και έναν αμοραλιστή διαβολάκο σε διαρκή κόντρα με την εξουσία του βασιλιά-πατέρα της. Αντίστοιχα, αρκετές είναι και οι παρωδίες των κλασικών παραμυθιών σε κόμικς με χαρακτηριστικά παραδείγματα το πολυβραβευμένο «Fables» του Bill Willingham με δεκάδες χαρακτήρες όπως η Χιονάτη, η Κοκκινοσκουφίτσα, η Σταχτοπούτα κι ο Κακός Λύκος, σε απρόβλεπτους ρόλους στη σύγχρονη εποχή, το σκοτεινό «Πινόκιο» του Winshluss που πατάει πάνω στην κλασική πλοκή αλλά την εμπλουτίζει με ενήλικα ζητήματα όπως η παιδική εκμετάλλευση, το σεξ και ο φασισμός, το «Alice in Sunderland» του Bryan Talbot, μια πολιτική κριτική της σύγχρονης Αγγλίας κ.ά. Σε αυτό το κλίμα και αυτή την τάση είναι ενταγμένο το «Στο Δάσος» (εκδόσεις Πατάκη), σε σενάριο του Σπύρου Γιαννακόπουλου και σχέδια της Στέλλας Στεργίου, μια πολύ επιτυχημένη προσπάθεια φιλοτέχνησης ενός σύγχρονου παραμυθιού που μπορεί να διαβαστεί από ενήλικους αναγνώστες αλλά και από μικρότερους, οι οποίοι είναι σίγουρο ότι θα θέτουν ερωτήματα και θα έχουν γόνιμες απορίες προς εξήγηση. Ο Γιαννακόπουλος άλλωστε είναι ένας έμπειρος και βραβευμένος συγγραφέας και δημοσιογράφος με πολλά βιβλία παιδικής και νεανικής λογοτεχνίας στο ενεργητικό του μέχρι σήμερα («Ο Τρύφωνας από τη Δρακολανδία», «Το Κορίτσι με το Ξύλινο Σπαθί», «Πορτοκαλάδα με Ανθρακικό», «Ο Μασκοφόρος Εκδικητής», «Νάνσι», «Αλλόκοσμος Επισκέπτης», «Το Αγόρι που Πετάει», «Ο Μονόκερος» σε εικονογράφηση του Πέτρου Χριστούλια) και με θητεία στην περί των κόμικς αρθρογραφία που γνωρίζει καλά τα μυστικά των παραμυθιών, ιδιαίτερα των χιουμοριστικών εκδοχών τους, ενώ η μόλις 28χρονη Στεργίου αποτελεί μια ξεχωριστή εκπρόσωπο της νέα γενιάς δημιουργών κόμικς που έχει λάβει μέρος σε σημαντικά ομαδικά εγχειρήματα («Βάλ’ τους Χ», «The Walking Dead Art» κ.ά.) και πριν από λίγα χρόνια έδωσε έναν υπέροχο «Μικρό Πρίγκιπα» εικονοποιώντας τρυφερά τη γνωστή ιστορία του Σεντ Εξιπερί. Δύο από τα προηγούμενα βιβλία του Σπύρου Γιαννακόπουλου (εκδ. Πατάκη) και «Ο Μικρός Πρίγκιπας» της Στέλλας Στεργίου (εκδ. Polaris). «Στο Δάσος» η ιστορία τους ξεκινά με ένα φαινομενικό κλισέ των παραμυθιών: με μια μοχθηρή μάγισσα που υπόσχεται πολλά για να ικανοποιήσει τα σκοτεινά της σχέδια. Γρήγορα όμως τα κλισέ καταρρίπτονται καθώς ουσιαστικός πρωταγωνιστής γίνεται ο Τζακ, ένα μικρό αγόρι που ενώ θα έπρεπε να ζει μια ανέμελη και ξέγνοιαστη ζωή, να βοηθά τους γονείς του στις δουλειές του σπιτιού, να αρμέγει την αγελάδα και να ταΐζει τα γουρουνάκια και τις κοτούλες, αυτός χάθηκε στο αφιλόξενο δάσος και τώρα πασχίζει να βγει ζωντανός από μια μεγάλη περιπέτεια ενάντια στα στοιχεία της φύσης, τις άγριες αρκούδες, τα ορμητικά ποτάμια, τα γιγάντια έντομα και τα ανθρωποφάγα τέρατα. Και σαν μην του έφταναν τα προβλήματά του, ξάφνου εμφανίζεται μια πολυλογού και απογοητευμένη κόκκινη βατραχίνα (αντίθετα με τον παραδοσιακό αρσενικό πράσινο βάτραχο) που του ζητάει να την αγαπήσει και να τη φιλήσει ώστε να ξαναγίνει πριγκίπισσα. Από τέτοιες μικρές λεπτομέρειες όπως το φύλο και το χρώμα της βατραχίνας αλλά και από τους απολαυστικούς διαλόγους γεμάτους εσκεμμένους αναχρονισμούς, που προσαρμόζουν το περιβάλλον του παραμυθιού και τα στερεότυπα αντίστοιχων αφηγήσεων στη σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, διαστρέφεται πλήρως το αναμενόμενο και η ιστορία αποκτά απρόβλεπτη τροπή. «Η μάγισσα μου είπε ότι το φίλτρο ήταν αντιγηραντικό και την πίστεψα και το ήπια όλο μονορούφι. Στην αρχή δεν ένιωσα κάτι. Και ύστερα ήταν λες και ο κόσμος γύρω μου άρχισε να μεγαλώνει. Όμως στην πραγματικότητα ήμουν εγώ αυτή που μίκραινε. Ήμουν πια βατραχίνα» αφηγείται το κόκκινο αμφίβιο στον Τζακ και αυτός αποφασίζει να τη συνοδεύσει στο επικίνδυνο ταξίδι προς αναζήτηση του ιππότη της. Ο ιππότης όμως έχει πέσει κι αυτός θύμα της μάγισσας και η κατάσταση περιπλέκεται όταν στην υπόθεση παρεμβαίνουν και οι νάνοι, που δεν είναι εφτά αλλά αμέτρητοι. Και ο γίγαντας Γκοργκ. Και ο στρατός των σκελετών. Και «Στο Δάσος» επικρατεί χάος, καθώς από πουθενά δεν φαίνεται μια αχτίδα ελπίδας όπως στα παραμύθια για τα μικρά παιδιά. Ούτε κάποιος γενναίος πρίγκιπας που με το σπαθί του θα νικήσει τους κακούς, θα παντρευτεί την ξανθομαλλούσα αλλά ασθενική και ανυπεράσπιστη βασιλοπούλα και θα ταξιδέψει μαζί της πάνω στο άσπρο του άτι, ούτε κάποιος καλός μάγος που θα λύσει τα ξόρκια, ούτε μια ιπτάμενη ροζ νεράιδα που θα δώσει τις συμβουλές της. Το Δάσος του Γιαννακόπουλου και της Στεργίου είναι πολυδαίδαλο και διαφορετικό από τα συνηθισμένα δάση των παραμυθιών. Έχει μάχες βγαλμένες από το «Game of Thrones» μαζί με οικογενειακά καβγαδάκια μεταξύ ανθρωποφάγων και συνάμα αξιολύπητων τεράτων, έχει μοντάζ του Αϊζενστάιν στις επικές σκηνές που οι στρατοί διασταυρώνονται και δέντρα που μιλάνε από τον «Άρχοντα των Δαχτυλιδιών», έχει γλυκύτητα και αγριότητα που η μία υπονομεύει την άλλη υπενθυμίζοντας διαρκώς ότι πρόκειται για ένα διαφορετικό παραμύθι και όχι για κάποιο που έχεις ξαναδιαβάσει. Κι έχει όμορφα σχέδια που επίσης ανατρέπουν τα κλισέ του παραμυθιού καθώς η απώλεια του προβλέψιμου μανιχαϊσμού επικουρείται και από αυτά. Οι χαρακτήρες δεν εντάσσονται εύκολα σε καμιά κλίμακα καλού-κακού όχι μόνο λόγω του περιεχομένου των πράξεών τους, αλλά και λόγω της μορφής τους με αποκορύφωμα τον νεαρό ιππότη, που περισσότερο θυμίζει έναν μπερδεμένο ροκ σταρ με υπαρξιακά προβλήματα παρά έναν γενναίο πολεμιστή, και τη μεταμορφωμένη πριγκίπισσα η οποία απέχει σημαντικά από τις πάλλευκες κορασίδες των παραμυθιών με τα ροζ φουστανάκια και τα απαστράπτοντα στέμματα, που περιτριγυρίζονται από υπηρέτριες και γκουβερνάντες θρηνώντας για την απώλεια των μεγαλείων και των ιπποτών από τα παράθυρα των πύργων τους το ηλιοβασίλεμα υπό τους ήχους γλυκερών τραγουδιών. Για αυτή την απώλεια πανηγυρίζουν ο Σπύρος Γιαννακόπουλος και η Στέλλα Στεργίου με το «Στο Δάσος». Ένα σύγχρονο παραμύθι για να έχει ενδιαφέρον και να αφορά το σήμερα οφείλει να προσπερνά ή μάλλον να υπερβαίνει τα κλισέ, αφού προηγουμένως τα έχει κατανοήσει σε βάθος, να τα παρωδεί και ενδεχομένως να τα σατιρίζει. Μια τέτοια θεώρηση δεν υποτιμά τα κλασικά παραμύθια που θα διατηρούν πάντα την αξία τους όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες τροποποιήσεις κι αν υποστούν, υπενθυμίζει όμως ότι οι αξίες δεν παραμένουν αναλλοίωτες στον χώρο και τον χρόνο. Η προσκόλληση στην υπεραπλούστευση και στα στερεότυπα υποτιμά τη νοημοσύνη των παιδιών και σίγουρα των αναγνωστών μεγαλύτερων ηλικιών. Τα σύγχρονα παραμύθια -και το «Στο Δάσος» είναι σίγουρα ένα από αυτά- θα κατακτούν και θα διατηρούν πάντα το δικαίωμα να ανατρέπουν τα στερεότυπα και να δηλώνουν ότι σε έναν μη παραμυθένιο κόσμο δεν μπορούν να υπάρχουν παραμυθένια παραμύθια. Πηγή
  16. Οι Δημήτρης Βανέλλης και Θανάσης Πέτρου είναι ίσως το πιο γνωστό δίδυμο της ελληνικής σκηνής κόμικς. Από την άλλη, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται ευρύτατα ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης της νεοελληνικής γλυπτικής. Αυτή η «συνάντηση», λοιπόν, έχει σίγουρα ενδιαφέρον. Το ίδιο θα σκέφτηκαν, υποθέτω, και οι υπεύθυνοι των εκδόσεων Πατάκη, από όπου κυκλοφόρησε το εν λόγω κόμικ τον Απρίλιο του 2019. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στην Τήνο, μέλος μιας εύπορης οικογένειας, και από μικρός έδειξε την κλίση του στην τέχνη της γλυπτικής. Σε νεαρή κιόλας ηλικία δημιούργησε το –κατά κοινή ομολογία– αριστούργημά του, την Κοιμωμένη, και διακρίθηκε σε διαγωνισμούς στη Γερμανία, κατά τις σπουδές του εκεί. Αυτό που ακολούθησε, ωστόσο, ήταν μια παρατεταμένη περίοδος ασταθούς ψυχικής υγείας και ανέχειας. Μέσα από το σχέδιο αλλά και ντοκουμέντα της εποχής, οι δημιουργοί μας παρουσιάζουν τη ζωή του Χαλεπά, από την Τήνο στην Αθήνα, από εκεί στο Μόναχο, τα φρικτά χρόνια στο φρενοκομείο της Κέρκυρας και πάλι πίσω στη γενέτειρά του. Ο Πέτρου πειραματίζεται με διαφορετικά υλικά, αλλάζει διαρκώς προσέγγιση και τεχνικές, πού και πού «σπάει» την παραδοσιακή δομή των καρέ. Και εν τέλει αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το σκοτάδι και τις φωτεινές στιγμές στο μυαλό του Χαλεπά. Μερικά σχέδιά του πραγματικά μένουν χαραγμένα στο μυαλό σου, σαν χτύπημα από σμίλη πάνω στο μάρμαρο. Ορισμένοι μπορεί να θεωρήσουν ότι η αφήγηση δεν διαθέτει την καλύτερη ροή. Αυτό οφείλεται στην αποσπασματικότητα των διαθέσιμων πηγών για τη ζωή του Χαλεπά και στα (φαινομενικά;) ατάκτως ερριμμένα τεκμήρια (από άρθρα εφημερίδων μέχρι νομικά κείμενα). Ακόμη κι έτσι, η τέχνη του Πέτρου και, πρωτίστως, η πολύ δυνατή ιστορία υπερισχύουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, των όποιων προβλημάτων. Η καλαίσθητη, σκληρόδετη έκδοση έρχεται να ολοκληρώσει το «πακέτο» ενός εξαιρετικού κόμικ που αξίζει να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μας.
  17. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 12-2017 Πρωτότυπος Τίτλος: Marx, Une Biographie Dessinee (Dargaud, 2013) Άλλη μια βιογραφία σε σκίτσα λοιπόν, που βγήκε ταυτόχρονα με την έκδοση για τον Φρόυντ από τον Πατάκη, με το ίδιους δημιουργούς. Αυτή την φορά όμως διαβάζεται. Απέχει μεν από το ιδεατό, μιας και πηγαίνει συχνά πολύ απότομα από το ένα σημείο στο άλλο, ενώ κάποιες φορές προσπερνά στοιχεία χωρίς να μας έχει δείξει το ενδιάμεσο στάδιο που οδήγησε από το Α σημείο στο Γ, αλλά τηρείται χρονολογική σειρά των γεγονότων, η αφήγηση πρώτου προσώπου δουλεύει καλύτερα, και γίνεται επίσης και μια προσπάθεια επεξήγησης μέρος της ιδεολογίας του Μαρξ. Θα έλεγα πως αυτή η έκδοση λειτουργεί ως ένα χρονολόγιο, ένα επιγραμματικό βοήθημα για τους αναγνώστες και οπαδούς της φιλοσοφίας Μαρξ, ώστε να μην χρειάζονται να ανατρέχουν στα πλήρη έργα κάθε λίγο και λιγάκι. Ίδια καλή ποιότητας έκδοσης και για αυτό τον τόμο. Σκληρόδετος και με σπάγκο στο δέσιμο, λίγο πιο ακριβός λόγω των 8 παραπάνω σελίδων όμως. Αν τα στοιχεία της έκδοσης είναι αληθή πάντως, ο Πατάκης είχε πάρει τα δικαιώματα για τους δύο τόμους από το 2013, αλλά τα έβγαλε σε πρώτη έκδοση, το 2017. Μια πιο εκτενής ανάλυση του κόμικ στο παρακάτω άρθρο.
  18. Πρώτη Ελληνική Κυκλοφορία: 12-2017 Πρωτότυπος Τίτλος: Freud, Une Biographie Dessinee (Dargaud, 2011) Άλλη μια βιογραφία σε κόμικς βρήκε τον δρόμο της στην Ελληνική αγορά λοιπόν, αυτή την φορά με θέμα τον «πατέρα της ψυχανάλυσης», τον Σίγκμουντ Φρόυντ. Γραμμένο από μια συνάδελφο ψυχαναλύτρια, την Corrine Maier, το συγκεκριμένο άλμπουμ προσπαθεί να δώσει μια ιδέα για το έργο, τις ιδέες, τα σημεία σταθμούς στο έργο του καθώς και τον ίδιο τον Φρόυντ, μέσα από τις σελίδες του με την βοήθεια του "παιχνιδιάρικου" σχεδίου της Anne Simon, αλλά δυστυχώς δεν τα καταφέρνει. Αχανές, δαιδαλώδες, χωρίς δομή και με ελάχιστα σημεία συνοχής και ενασχόλησης με κάτι συγκεκριμένο, ούτε για αστείο σειριακό, δεν μπορώ να πω πως αυτό το άλμπουμ με βοήθησε να καταλάβω καλύτερα τον Φρόυντ. Φροντισμένη σκληρόδετη έκδοση από τον Πατάκη, κατά τα άλλα, για όσους θέλουν να το επιδεικνύουν στην βιβλιοθήκη τους, παρέα με τα άλλα βιβλία αντίστοιχης θεματολογίας.
  19. Μαρξ – Οι ιδέες δεν πεθαίνουν εύκολα, ειδικά οι επαναστατικές Βιογραφίες του Καρλ Μαρξ κυκλοφορούν αμέτρητες, όπως και πολλών άλλων μεγάλων φιλοσόφων αλλά και σημαντικών επαναστατών. Από αυτές, καθώς και από απομνημονεύματα ανθρώπων που ήταν στον κοινωνικό του κύκλο, με κυριότερους τους Ένγκελς και Λαφαργκ, έχουμε μάθει πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του μεγάλου γερμανού φιλοσόφου που διακήρυξε ότι η εργατική τάξη πρέπει να ενωθεί σε όλο τον κόσμο για να σπάσει τις αλυσίδες με τις οποίες την έχει δέσει ο καπιταλισμός. Επίσης, πέρα από βιογραφίες, κυκλοφορούν και αμέτρητες εισαγωγές στη φιλοσοφία του Μαρξ. Διάφοροι στοχαστές, μελετητές, πολιτικοί ή και επαναστάτες της εποχής τους επιχείρησαν να εκλαϊκεύσουν το έργο του Μαρξ, παρουσιάζοντάς το μέσα από εισαγωγές που επιχειρούσαν να συμπυκνώσουν το πλούσιο διανοητικό έργο του, φυσικά κάνοντας τις δικές τους ερμηνείες συχνά διά της κοπτοραπτικής των κειμένων, των αποσπασμάτων ή και αναπροσαρμόζοντας ολόκληρες θεωρίες του Μαρξ, προκειμένου να ταιριάξουν στις δικές τους αντιλήψεις και κοσμοθεωρίες. Η διάχυση των μαρξιστικών ιδεών διαστρεβλώνοντάς τες είναι ένα φαινόμενο που εντοπίζεται ήδη από τις απαρχές του κομμουνιστικού κινήματος και έγινε η αιτία που οδήγησε τον Μαρξ να δηλώσει ότι ο ίδιος «δεν είναι μαρξιστής». Κάτι όμως λιγότερο συνηθισμένο σε αντίθεση με τα προηγούμενα, είναι ο συνδυασμός του πλούτου που έχουν προσφέρει οι διάφορες βιογραφίες και μελέτες του έργου του Μαρξ για τη μεταφορά τους σε μια πιο προσιτή στο ευρύ αναγνωστικό κοινό φόρμα, όπως είναι αυτή των comics. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι δεν έχουν βγει και στο παρελθόν comics που έθεταν στο κέντρο τη φιλοσοφία του Μαρξ ή τη βιογραφία του. Είναι χαρακτηριστικό ότι στα ελληνικά κυκλοφορούν παλιότερες εκδόσεις με βιογραφίες του Μαρξ σε comic, αλλά και μία μεταφορά αυτοτελώς του Κομμουνιστικού Μανιφέστου σε comic, ενώ μάλλον ο ιδανικότερος συνδυασμός εισαγωγής στον μαρξισμό και comic (που να έχει μεταφραστεί στα ελληνικά) είναι το Μαρξ: Τρόπος Χρήσης του Ντανιέλ Μπενσαΐντ, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΚΨΜ και στο οποίο ο σημαίνον αυτός μαρξιστής και επαναστάτης της εποχής μας συνεργάστηκε με τον σκιτσογράφο Σαρμπ, ο οποίος εξέδιδε τα σχέδιά του στο Charlie Hebdo μέχρι τη δολοφονία του κατά την αιματηρή επίθεση στα γραφεία του γαλλικού περιοδικού το 2015. Εκεί ο Μπενσαΐντ ανέπτυξε κάποιες από τις επαναστατικές ιδέες του Μαρξ τις οποίες θεώρησε τις σημαντικότερες με τις οποίες πρέπει να έρθει σε επαφή ο αναγνώστης σε σύνδεση με τα σημερινά πολιτικά ζητήματα, προκειμένου να πάρει μία πρώτη ουσιαστική γεύση απ’ το μαρξιστικό τρόπο σκέψης και δράσης. Στη σειρά των comic βιογραφιών του Μαρξ έρχεται να προστεθεί το comic Μαρξ: Μια Βιογραφία σε Σκίτσα των Corinne Maier και Anne Simon που κυκλοφορεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Πατάκη. Οι Maier και Simon ανέλαβαν το δύσκολο έργο μέσα σε λίγες σελίδες να μεταφέρουν στοιχεία από ολόκληρη τη ζωή και το έργο του Καρλ Μαρξ και σε μεγάλο βαθμό ανταπεξήλθαν επιτυχώς στην αποστολή τους. Οι Maier και Simon επέλεξαν να βιογραφήσουν τον Μαρξ παρουσιάζοντας χρονολογικά την ιστορία της ζωής του. Έτσι στα καρέ του comic τους βλέπουμε να περνάει από μπροστά μας σε γρήγορα στιγμιότυπα η ζωή του Γερμανού επαναστάτη φιλοσόφου, την οποία γνωρίζουμε από τις προαναφερθείσες βιογραφίες και τα απομνημονεύματα των οικείων του. Έτσι οι δημιουργοί επιλέγουν να ασχοληθούν με το έργο του Μαρξ σε συνάρτηση με την προσωπική του ζωή και διανοητική ανάπτυξη, κάτι που κρίνεται κατ’ αρχάς εύστοχο, καθώς με αυτό τον τρόπο μπορεί να κατανοήσει ο αναγνώστης την αιτία της ωρίμανσης που συναντούμε στο έργο του ανάλογα με την περίοδο που γράφει και την οποία έχουν μελετήσει και ερμηνεύσει ποικιλοτρόπως οι σημαντικότεροι εκ των μελετητών του έργου του. Επιπλέον η τοποθέτηση των διανοητικών του έργων στον ιστορικό χρόνο έχει το επιπλέον πλεονέκτημα ότι ο αναγνώστης γνωρίζει και σημαίνοντα ιστορικά γεγονότα που επηρέασαν τις πολιτικές και φιλοσοφικές ιδέες του Μαρξ, όπως είναι οι επαναστάσεις του 1848 αλλά και η Παρισινή Κομμούνα. Όμως η διαπλοκή βιογραφίας και φιλοσοφίας στο συγκεκριμένο comic σε κάποια σημεία χάνει την αναγκαία ισορροπία και αφιερώνει περισσότερο χρόνο σε ιστορίες από τη ζωή του Μαρξ οι οποίες δεν έχουν και τόση αξία, ειδικά όταν επαναλαμβάνονται σαν μοτίβα για μακρά διαστήματα και σπαταλούν πολλές σελίδες, όπως το γεγονός ότι πολύ συχνά ο Μαρξ και η οικογένειά του βρίσκονταν σε οικονομικά αδιέξοδα λόγω των χρεών του φιλοσόφου, από τα οποία συνήθως τους ξελάσπωνε ο Ένγκελς. Αυτές οι ιστορίες έχουν ένα ενδιαφέρον και επιτυγχάνουν τον σκοπό τους που είναι να διατηρηθεί μια ευχάριστη διάθεση στην αφήγηση του comic, όμως τελικά καταλήγουν να «τρώνε» σελίδες από την φιλοσοφία και τις πολιτικές ιδέες του Μαρξ, η διαχρονικότητα των οποίων είναι και ο λόγος που συνεχίζουν να τραβούν το ενδιαφέρον βιογραφίες για το πρόσωπό του. Η παρουσίαση της φιλοσοφίας και των επαναστατικών ιδεών του Μαρξ αυτές καθεαυτές έχουν δυνατά αλλά και αδύνατα σημεία μέσα στο comic. Στα θετικά σίγουρα μπορούμε να προσμετρήσουμε το γεγονός ότι υπάρχουν στιγμές που η εικονογράφηση των θεωρητικών ιδεών του Μαρξ μπορεί να βοηθήσει έναν νεαρό ή γενικώς αρχάριο αναγνώστη να έρθει σε μια πρώτη εισαγωγική επαφή με δύσκολες έννοιες, οι οποίες αν του παρουσιάζονταν κατευθείαν από το πρωτότυπο κείμενο το πιθανότερο είναι να τον αποθάρρυναν να προσπαθήσει να τις κατανοήσει. Αντιθέτως η προσπάθεια απλοποίησης για παράδειγμα της θεωρίας του Μαρξ για τις κρίσεις του καπιταλισμού είναι μία αξιέπαινη πλευρά του comic, η οποία δικαιολογεί και την ανάγκη ενός τέτοιου έργου, η οποία είναι να δώσει μια πρώτη εισαγωγική επαφή με τις ιδέες του Μαρξ σε ένα νέο κοινό, να το προβληματίσει και να το κάνει να ενδιαφερθεί να κατανοήσει τη φιλοσοφία του Γερμανού φιλοσόφου μέσα από τη συστηματικότερη ανάγνωση του έργου του. Η απλοποίηση των θεωριών του Μαρξ είναι μία διεργασία που πάντοτε απασχολούσε τους επαναστάτες και τους μαρξιστές γενικότερα, ήδη από την εποχή του Λένιν. Βέβαια εμείς μπορούμε να θυμόμαστε την πιο εύθυμη προσπάθεια απλοποίησης της θεωρίας της υπεραξίας, που τραγούδησε με πολύ κέφι ο Λουκιανός Κηλαηδόνης. https://youtu.be/YmDkdKcR62g Στα αρνητικά του έργου των Maier και Simon πρέπει να σημειώσουμε το γεγονός ότι δεν αποφεύγουν να κάνουν κι αυτές μία δική τους ερμηνεία του έργου του Μαρξ, η οποία να ταιριάζει στις δικές τους πολιτικές και ιδεολογικές αντιλήψεις, όπως έχουν κάνει και πολλοί άλλο «βιογράφοι» του Μαρξ στο παρελθόν. Ειδικότερα στο τέλος του comic κάνουν ένα άλμα από την εποχή του Μαρξ στην εξέλιξη της μαρξιστικής σκέψης και του κομμουνιστικού κινήματος, προκειμένου να συνδέσουν τις ιδέες του Μαρξ με τη σημερινή καπιταλιστική κρίση και να αναδείξουν την επικαιρότητα της φιλοσοφίας του. Όμως παρά την πολύ ενδιαφέρουσα αυτή σύνδεση του θέματος του comic με σημερινά πολιτικά ζητήματα, στο ενδιάμεσο κάνουν τη δική τους κριτική στις επαναστατικές απόπειρες του 20ου αιώνα, τοποθετούμενες στο στρατόπεδο της κυρίαρχης αφήγησης περί ανελεύθερης Ανατολής και δημοκρατικής Δύσης, σκιτσάροντας στιγμιότυπα όπως τα τανκς στην Τσεχοσλοβακία και την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, θυμίζοντάς μας τη ρητορική του Ψυχρού Πολέμου περισσότερο, παρά ένα στοχασμό που εμπνέεται -έστω και κριτικά- από τη μαρξιστική θεωρία. Γιατί η μαρξιστική θεωρία είναι στον πυρήνα της επαναστατική και όσο κι αν έχουν γίνει και στο παρελθόν διάφορες απόπειρες να αφαιρεθούν αυτά τα επαναστατικά στοιχεία, τελικά πάντα το «φάντασμα του κομμουνισμού» επιστρέφει για να επαναφέρει την ανάγκη της επαναστατικής ανατροπής της καταπιεστικής καπιταλιστικής κοινωνίας και της οικοδόμησης ενός άλλου συλλογικού τρόπου ζωής, όπου στο κέντρο του θα βρίσκονται οι άνθρωποι και όχι τα κέρδη. Παρά το γεγονός όμως ότι το comic των Maier και Simon δεν είναι αψεγάδιαστο, αυτό δεν σημαίνει ότι δεν αξίζει μια ευκαιρία, αφού ως επί το πλείστον πετυχαίνει το σκοπό του, που είναι να αποτελέσει μια ευχάριστη εισαγωγή στη ζωή και το έργο του Μαρξ, η οποία απευθύνεται κυρίως σε νεότερους αναγνώστες οι οποίοι έρχονται για πρώτη φορά σε επαφή με αυτό το ογκώδες αλλά και τόσο σημαίνον έργο στην ιστορία της ανθρώπινης σκέψης. Πηγή
  20. Εικονογραφική μυθιστορηματική βιογραφία Σταυρούλα Γ. Τσούπρου* Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς «[…] ο καλλιτέχνης αυτός, περί το πλαστικόν ασχολούμενος είδος, στερήται εκτάσεως χρόνου και τόπου, έστι δ’ ηναγκασμένος να συγκεφαλαιώση, ως ειπείν, εν μιά ακαριαία στιγμή διάστημα χρόνου μεμακρυσμένον και πολυμερές […]» (Γιάννης Βλαχογιάννης) Προκειμένου να οριστεί ένα ειδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί σωστά ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, το οποίο συνδυάζει κείμενο (και, μάλιστα, μεγάλης έκτασης) και εικόνα, θα χρειαστεί οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από την ερμηνεία του αντίστοιχου έγκριτου Λεξικού (κόμικς = σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις), αλλά και από το σχετικό λήμμα ενός «Λεξικού λογοτεχνικών όρων», στην περίπτωση, βέβαια, που περιλαμβάνεται εκεί και ο εν λόγω όρος (οπότε, θα πρέπει να απονεμηθούν εύσημα στην Ελισάβετ Αρσενίου, η οποία συνέταξε ένα πληρέστατο λήμμα για το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, 2007). Η συζήτηση για το αν τα κόμικς ή τα graphic novels (σύμφωνα με ένα μέρος της κριτικής, τα δεύτερα είναι υποσύνολο των πρώτων) ανήκουν στον λογοτεχνικό χώρο μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες, κυρίως στο εξωτερικό, ενώ, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν και οι εγχώριοι μελετητές και μελετήτριες του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ωστόσο, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ασάφεια δεν μπορεί να αποφευχθεί, τουλάχιστον όχι εντελώς, εφόσον πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυποίκιλων πηγών και απευθύνσεων (σε ό,τι αφορά τους δέκτες) καλλιτέχνημα, το οποίο εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να αλλάζει (χωρίς, όμως, να εγκαταλείπει αναγκαστικά τις παλαιότερες εκδοχές του), ευπροσάρμοστο καθώς είναι στις παντός είδους εξελίξεις. Το ανά χείρας πόνημα (κάλλιστα μπορεί να προσδιοριστεί ως τέτοιο) καθιστά ακόμη πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη απόπειρα ειδολογικής τοποθέτησής του, διότι το ρέον «σενάριο» (όπως ο ίδιος το ονομάζει) του Δημήτρη Βανέλλη –το οποίο φωτίζει και φωτίζεται άριστα από το ασπρόμαυρο και συχνά υποβλητικό σχέδιο του Θανάση Πέτρου και τις «ενσωματωμένες» σε αυτό ψηφιακές παρουσιάσεις των γλυπτών έργων (το δίδυμο των δημιουργών είναι πολύ γνωστό για τη δουλειά του και αναμφίβολα μη εξαιρετέο)– εμπλουτίζεται και επαυξάνεται από επιλεγμένα κείμενα: καλλιτεχνικά κριτικά άρθρα, ιατρικά, νομικά, κανονισμούς θεραπευτικών ιδρυμάτων, επιστολές. Το γεγονός, δε, ότι εισάγεται εξαρχής το τέχνασμα του αφηγητή, ο οποίος βρήκε/συνέθεσε και διηγείται την ιστορία, επιτρέπει σε αυτόν τον τελευταίο, αφενός, να παρεμβάλλει, διακριτικά, τον εαυτό του και τη γνώμη του (τεχνική που κάνει πιο ζωντανή την αφήγηση, ενώ δίνει καινούργιες διαστάσεις στην εν λόγω θεωρητικής προέλευσης σύμβαση, αφού ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει ταυτόχρονα να αυτοεικονογραφείται) και, αφετέρου, να παρουσιάζει ως ομιλητές και συναφηγητές του κάποιους από τους συγγραφείς των άρθρων που χρησίμευσαν ως βιοεργογραφικές πηγές ή κάποιους από τους φίλους/γνωστούς ή γνώστες του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η σιωπηρή μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος, όμως, μιλά μέσω του άρθρου του στη διπλανή σελίδα, αλλά και η «δηκτική» μορφή του Νίκου Βέλμου, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση του καλλιτέχνη, αυτού του «σπάνιου φαινομένου καλλιτεχνικού Επιμενίδη», όπως χαρακτήρισε τον Γιαννούλη Χαλεπά ο Δημήτριος Ταγκόπουλος. Η σύμπραξη, δε, του κειμένου με την εικόνα βοηθά ώστε η αφήγηση, παρά τους εγκιβωτισμούς, να παραμένει σαφής και γλαφυρή. Εκείνο το οποίο φέρει εις λαμπρότατο πέρας το εξαιρετικό συνδημιούργημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη είναι να στήσει την πολυστέναχτη πνευματική/ψυχική μορφή του Γιαννούλη Χαλεπά εμπρός στα μάτια του αναγνώστη – θεώμενου. Όπως τα αμφιπρόσωπα έργα του, ο ίδιος ο «δεινός καλλιτέχνης ποιητής», σύμφωνα με τη διατύπωση του Θεόδωρου Βελλιανίτη, αποτυπώνεται στο χαρτί και αναδεικνύεται και στις δύο εκφάνσεις του· του φωτεινού και του σκοτεινιασμένου νοός (αξιοπρόσεκτη είναι η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει το δεύτερο από τα τρία κεφάλαια, το τιτλοφορούμενο «Αβυσσος», το οποίο αναφέρεται στα τριάντα σκοτεινά χρόνια του μεγάλου γλύπτη). Έτσι, κρατώντας στο ένα χέρι την παρούσα έκδοση και στο άλλο το «Ο βίος ενός αγίου» του Στρατή Δούκα, δύναται πράγματι να πει κανείς, μαζί με το άγαλμα στο φερώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ότι τον «συντροφεύει του τεχνίτου/ η αθάνατη κι αθώρητη ψυχή». * Καθηγήτρια - σύμβουλος ΕΑΠ Πηγή
  21. Ελληνική έκδοση από τις εκδόσεις Πατάκη του κόμικ των Sid Jacobson (προσαρμογή) και Ernie Colon (σχέδιο) για την ζωή της Άννας Φρανκ, του κοριτσιού που προσέφερε μια από τις δυνατότερες μαρτυρίες πολέμου στον Β.Π.Π.. Το κόμικ είναι έγχρωμο και η έκδοση ικανοποιητική, ενώ κυκλοφόρησε στα εγχώρια τον Φεβρουάριο του 2017 ενώ αρχική κυκλοφορία έγινε στις 14/09/2010 σε συνεργασία με το "Σπίτι της Άννα Φρανκ" του Άμστερνταμ. Η ημερομηνία κυκλοφορίας συνέπεσε με τον θάνατο της Miep Gies, της γυναίκας που έκρυψε την οικογένεια Φρανκ από τους ναζί. εσωτερική σελίδα από την αγγλική έκδοση Η αλήθεια είναι πως τέτοιες ιστορίες δεν θα ειπωθούν ποτέ αρκετές φορές, δεν θα θυμίζουν ποτέ αρκετά αυτά που χρειάζεται να θυμίζουν σε ανθρώπους που ξεχνάνε εύκολα. Το κόμικ παίρνει κομμάτια του ημερολογίου για να περιγράψει την καθημερινότητα της Άννας στην περίφημη σοφίτα στην οδό Πρινσενγκραχτ 263, σε συνδυασμό με μαρτυρίες γνωστών της και κυρίως του πατέρα, Ότο. Η ένσταση μου εμένα είναι στον σχεδιαστή ο οποίος ήταν ανεπαρκής το λιγότερο. Αν υπολογίσουμε και το γεγονός ότι 3 μήνες μετά (Δεκ. 2017) ο πατάκης αψυχολόγητα βγάζει άλλο ένα comic adaptation του ημερολογίου της άννας φρανκ (από Αρι Φολμαν και Ντάβιντ Πολόνσκυ) με πολύ καλύτερο σκίτσο, το πρώτο χαντακώνεται ακόμα παραπάνω.
×
×
  • Create New...