Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Μικρός Ήρως'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Ένας διαχρονικός «ήρωας» Γιάννης Κουκουλάς Ο Κόρτο Μαλτέζε, ο τυχοδιώκτης κυνηγός της περιπέτειας του Ούγκο Πρατ, «επιστρέφει» στο παρόν και ταξιδεύει στις θάλασσες του Τόκιο και στα βουνά του Περού τις μέρες της πτώσης των Δίδυμων Πύργων. Για περισσότερα από είκοσι χρόνια (1967-1989), ο Ούγκο Πρατ φιλοτεχνούσε ιστορίες με πρωταγωνιστή έναν τυχοδιώκτη ναυτικό στις αρχές του 20ού αιώνα. Ο μοναχικός και λιγομίλητος Κόρτο Μαλτέζε, ταγμένος πάντα στο πλευρό των αδύναμων και φύσει ενάντια σε εξουσιαστές και αποικιοκράτες, ταξίδεψε όπου γραφόταν η Ιστορία. Μετά τον θάνατο του Πρατ το 1995, ο Κόρτο Μαλτέζε έμεινε «ορφανός» για είκοσι χρόνια μέχρι οι Ruben Pellejero και Juan Díaz Canales, διατηρώντας το πνεύμα της δουλειάς του μεγάλου δασκάλου, να αναβιώσουν τον δημοφιλή χαρακτήρα. Μέχρι σήμερα οι δυο Ισπανοί καλλιτέχνες έχουν δημιουργήσει τρεις ιστορίες με τον Κόρτο Μαλτέζε με αρκετά μεγάλη επιτυχία. Η μεγάλη στροφή στη νέα περίοδο του πολυδιάστατου ήρωα ήρθε όμως με το έργο των Γάλλων δημιουργών Martin Quenehen και Bastien Vivès που κυκλοφόρησε πριν από λίγους μήνες. Κι αυτό γιατί «Ο Μαύρος Ωκεανός» (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, Γαβριήλ Τομπαλίδης, εκδόσεις Μικρός Ηρως) ανανεώνει ριζικά και αναπάντεχα τον μύθο του ταξιδευτή και θαλασσοπόρου Κόρτο, μεταφέροντάς τον στη σύγχρονη εποχή. Κάτι παρόμοιο είχαν εφαρμόσει λίγα χρόνια νωρίτερα οι δημιουργοί του Mister No στη σειρά «Revolution» πάνω σε μια ιδέα του σεναριογράφου Michele Masiero: αφηγήθηκαν μια συναρπαστική ιστορία του διάσημου πολεμιστή και πιλότου στη Νότιο Αμερική, τοποθετώντας τον όμως 25 ολόκληρα χρόνια μετά από το κανονικό χρονικό πεδίο δράσης του. Ακόμα πιο τολμηροί οι Quenehen και Vivès, μετέφεραν τον Κόρτο Μαλτέζε έναν αιώνα μετά από την εποχή του. Ο νέος Κόρτο Μαλτέζε μοιάζει πολύ με τον πρωτότυπο, φορά το ίδιο σκουλαρίκι-κρίκο αλλά όχι την κλασική ναυτική στολή. Θυμίζει περισσότερο έναν νέο της σύγχρονης εποχής με τα t-shirts του και τα χακί πουκάμισα, την μπαντάνα του και το τζόκεϊ. Η ζωή του, όμως, είναι τελείως διαφορετική. Η περιπέτειά του στον «Μαύρο Ωκεανό» ξεκινά από μια πειρατεία και συνεχίζεται στην Ιαπωνία μέσα σε παραδοσιακά θέατρα και στα βουνά του Περού στην αναζήτηση ιερών αντικειμένων αμύθητης οικονομικής και πολιτικής αξίας. Και όπως πάντα, ο Κόρτο θα πάρει το μέρος της δικαιοσύνης και της αλήθειας, θα προστατέψει όσους αθώους κινδυνεύουν, θα σεβαστεί την ανθρώπινη ζωή, θα αντιταχθεί σε νοσταλγούς του φασισμού και εμπόρους κοκαΐνης, θα βυθιστεί σε κόσμους γεμάτους παραισθήσεις και μαγικό ρεαλισμό αλλά όχι το 1901 όπως συνήθως. Το 2001! Αυτή την αλλαγή στη μορφή και το πεδίο δράσης του Κόρτο Μαλτέζε υπερασπίζεται η Patrizia Zanotti, επικεφαλής του οργανισμού CONGSA που διαχειρίζεται παγκοσμίως το έργο του Ούγκο Πρατ, σε συνέντευξή της που δημοσιεύεται στο βιβλίο: «Το να έβλεπε [ο Ούγκο Πρατ] τον Κόρτο στη νέα χιλιετία αντιμέτωπο με θεματικές της εποχής, θα του προκαλούσε μεγάλο ενδιαφέρον μα πάνω απ’ όλα θα εκτιμούσε το γεγονός πως δύο νεαροί δημιουργοί εξέφρασαν την επιθυμία να ερμηνεύσουν εκ νέου τον ήρωά του, δίνοντάς του μια νέα ζωή και μια καινούργια νιότη! Για έναν δημιουργό, το να βλέπει τον ήρωά του να καταφέρνει να μεταδώσει τις αξίες που τον έκαναν σύμβολο σε επόμενες γενιές, σημαίνει να συνεχίσει να ζει και σε μια εποχή διαφορετική. Είναι κάτι το φανταστικό, μια μαρτυρία της δύναμης και της οικουμενικότητας του ήρωα που τον καθιστούν ικανό να ανεξαρτητοποιηθεί από τον δημιουργό του». Και συνεχίζει ξεκαθαρίζοντας ότι δεν έχει και τόσο μεγάλη σημασία η ναυτική στολή αλλά οι πράξεις: «Το σημαντικό είναι η ουσία, όχι η μορφή, ο χαρακτήρας του Κόρτο είναι τόσο ισχυρός ώστε να του επιτρέπει να μπορεί να βγάλει τη στολή του χωρίς να χάσει τίποτα από το ελεύθερο πνεύμα του και το ενδιαφέρον που δείχνει για τους συνανθρώπους του». Αυτή η ικανότητα προσαρμογής είναι απολύτως ταιριαστή με το ελεύθερο πνεύμα του κοσμοπολίτη Κόρτο που μάχεται διαρκώς για την ελευθερία να απολαμβάνει τη θάλασσα και τα ταξίδια. Όπως επισημαίνει και ο Benoit Mouchart στον επίλογό του: «Γεμάτος περιέργεια για άλλους πολιτισμούς, ο Κόρτο είναι πολίτης του κόσμου, χωρίς προκαταλήψεις, χωρίς τα δεσμά καμιάς θρησκείας ή ιδεολογίας. Ενώ προτιμά να σταθεί στο πλευρό των καταπιεσμένων παρά των ισχυρών, ρίχνεται στη μάχη για να υπηρετήσει τα συμφέροντα των φίλων του ή… τα δικά του! Απαλλαγμένος από κάθε μορφή αφελούς ιδεαλισμού, αυτός ο σύγχρονος και ελευθερόφρονας Οδυσσέας, αρνείται σθεναρά να χαρακτηριστεί “ήρωας”». Δεν είναι ακόμη γνωστό αν η απόπειρα των Quenehen και Vivès θα έχει συνέχεια. Η τόλμη τους όμως να αναμετρηθούν με έναν θρύλο και να τον επανεπικαιροποιήσουν τόσο έξυπνα είναι σίγουρα αξιέπαινη και ενδιαφέρουσα. Πηγή
  2. Εγώ κάθε φορά που ανακοινώνεται νέο άλμπουμ Κόρτο Μαλτέζε: ε φτάνει πια, πότε θα σταματήσουν αυτή την ιεροσυλία; Πάλι εγώ κάθε φορά που κυκλοφορεί νέο άλμπουμ Κόρτο Μαλτέζε: shut up and take my money. Αυτή είναι, χοντρικά, η σχέση μου με τα Κόρτο Μαλτέζε των επιγόνων. Κι αν τα άλμπουμ των Juan Díaz Canales και Rubén Pellejero τα αγόραζα με μια μικρή ενοχή, το εγχείρημα των Martin Quenehen και Bastien Vivès μου δημιούργησε μπόλικη έξαψη, καθώς ήμουν περίεργος να δω πώς θα μετέφεραν το δημιούργημα του Hugo Pratt στον 21ο αιώνα. 2001, κάπου στα ανοιχτά του Ιαπωνικού Αρχιπελάγους. Ο Κόρτο Μαλτέζε οδηγεί μια βενζινάκατο κοντά σε ένα πολυτελές καταμαράν. Δεν γνωρίζει τον στόχο των πειρατών-συντρόφων του, αρκεί να πληρωθεί τα συμφωνηθέντα. Όταν όμως ακούσει πυροβολισμούς, ανεβαίνει στο καταμαράν και σώζει τον φοβισμένο γερο-Ιάπωνα που κρύβεται στην κουζίνα. Έτσι, άθελά του ως συνήθως, ο Κόρτο μπλέκεται σε μια περιπέτεια με εθνικιστικές σέχτες, οικολόγους-σαμποτέρ, την CIA και τον κρυμμένο θησαυρό των Ίνκας... Μα μπορεί να υπάρξει ο ρομαντικός Κόρτο Μαλτέζε στην κυνικότητα του 21ου αιώνα; Κι όμως, οι δύο δημιουργοί αποδεικνύουν ότι μπορεί κι αυτό από μόνο του κάνει τον Μαύρο Ωκεανό ένα καλό κόμικ. Ξεκινάει κάπως απότομα, αλλά γρήγορα στρώνει και διαβάζεται πολύ ευχάριστα. Ίσως από ένα σημείο και μετά γίνεται υπερβολικό, αλλά λόγω του όγκου του (~160 σελίδες), η ιστορία ποτέ δεν μπουκώνει. Το σχέδιο μπορεί να χτυπάει άσχημα σε πολλούς, αλλά προσωπικά το βρήκα ταιριαστό. Ο Vivès έχει αφομοιώσει με ωραίο τρόπο τις manga επιρροές του, ανανεώνοντας και εκμοντερνίζοντας το «ίματζ» του πρατικού σύμπαντος. Οι πρώτες σελίδες είναι έγχρωμες (χρωματισμένες από την Patrizia Zanotti παρακαλώ) κι αργότερα γίνονται ασπρόμαυρες, όπως συνηθίζεται στα tankobon. Συνολικά. δηλαδή, έμεινα ικανοποιημένος κι από το εικαστικό κομμάτι. Στην ελληνική έκδοση (Μικρός Ήρως, Νοέμβριος 2021) συμπεριλαμβάνονται σκίτσα του Vivès, μια συνέντευξη της Patrizia Zanotti στον Γαβριήλ Τομπαλίδη και κάποια συνοδευτικά κείμενα.
  3. Για τον Περικλή Κουλιφέτη, τα κόμικς είναι μία επανάσταση ενάντια στην καθημερινότητα Ο νεαρός δημιουργός πίσω από το πιο «καραντινάτο» ελληνικό κόμικ επέστρεψε με τη δεύτερη συνέχεια από τους Έγκλειστους. Πώς όμως επέλεξε για πρωταγωνιστή ένα οξύθυμο καναρίνι, του αρκούν τέσσερα καρέ για ένα αστείο και τι άποψη έχει για τα lockdowns; Στις μεγάλες κινεζικές πόλεις οι άνθρωποι τραγουδούσαν στα μπαλκόνια των σπιτιών τους για να δώσουν κουράγιο ο ένας στον άλλον κατά τη διάρκεια των lockdowns. Σε μία μικρή γωνία όμως της Αθήνας όμως, ένας άνθρωπος με πιτζάμες ούρλιαζε ότι θέλει να βγει έξω, αφού δεν αντέχει άλλο. Την ίδια στιγμή το καναρίνι του, ο Αγαθοκλής, τον κοιτούσε με χαιρέκακο ύφος αφού το αφεντικό του έπαιρνε -επιτέλους- μία γεύση από τη δική του ζωή. Όχι, δεν πρόκειται για κάποιο σενάριο δυστοπικής ταινίας, αλλά τη βασική ιδέα πίσω από τους Έγκλειστους, ένα κόμικ που γεννήθηκε στις καραντίνες, κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, υπογράφει ο Περικλής Κουλιφέτης και ελπίζει να συνεχίσει την πορεία του και μετά το τέλος της πανδημίας. Πριν λίγο καιρό κυκλοφόρησε η δεύτερη συνέχεια της σειράς του νεαρού κομίστα και έτσι είχαμε την ευκαιρία να ρίξουμε μία ματιά στον κόσμο του. Πώς ακριβώς έγινε αυτό; Βάζοντας πάνω στο τραπέζι κάποια κρίσιμα ερωτήματα, όπως για παράδειγμα το γιατί έδωσε πρωταγωνιστικό ρόλο σε ένα καναρίνι αλλά και τι θα έκανε σήμερα ο αγαπημένος του συνθέτης Dmitri Shostakovich. «Ο Δρόμος για την ελευθερία (;)». Ωραίος τίτλος. Σε έναν ιδανικό κόσμο τι χρειάζεται κανείς για να φτάσει μέχρι εκεί; Καλή ερώτηση. Ψυχική ηρεμία, αρμονία με τον εαυτό του και τους γύρω του, αλλά και έναν δίκαιο κόσμο που να μην καταρρέει. Μάλλον, αυτά, δεν έχω φτάσει ακόμα εκεί για να ξέρω! Ήμασταν και πριν τον κορονοϊό φυλακισμένοι ή αυτό μας προέκυψε με την Covid-19; Πιο πριν ήμασταν φυλακισμένοι του χρέους, των τραπεζών, των κοινωνικών ρόλων και στερεότυπων, των επιλογών μας και του θανάτου. Απλά όλα αυτά δε μας πίεζαν τη μύτη, το στόμα και τα αυτιά με προστατευτικά πανάκια και λαστιχάκια. Επίσης, μπορούσαμε να μετακινηθούμε. Πόσα κοινά χαρακτηριστικά μοιραζόμαστε με τα ωδικά πτηνά στα κλουβιά; Κοίταζα στη βιτρίνα ένος pet shop της Κυψέλης ένα σύμπλεγμα κλουβιών. Ήταν κολλητά μεταξύ τους, είχαν μεταλλικούς μονοκόμματους «τοίχους» στο ενδιάμεσο έτσι ώστε να μη βλέπει το ένα πουλί το άλλο, με αποτέλεσμα το κάθε να βλέπει μόνο μπροστά στη βιτρίνα και πίσω στο μαγαζί. Δεν αμφιβάλλω πως οι πολυκατοικίες μας έχουν περισσότερες επιλογές ελευθερίας αλλά και πάλι οι συγκρίσεις είναι αναπόφευκτες. Και η καραντίνα τις έκανε λίγο πιο ευδιάκριτες. Υπάρχει κάποια συγκεκριμένη αφορμή ή κάποιος συγκεκριμένος χαρακτήρας που λειτούργησε ως έμπνευση πίσω από τον Στάθη και τον Αγαθοκλή, τους πρωταγωνιστές του κόμικ; Η ιδέα πίσω από τη δημιουργία του Αγαθοκλή (και συνεπακόλουθα των Εγκλείστων) ήταν το εξής ερώτημα όταν ξεκίνησαν τα lockdowns: ποιος ζει χειρότερη καραντίνα από εμάς; Η απάντηση γέννησε ένα καταπιεσμένο, χαιρέκακο καναρίνι – κάτι ανάμεσα σε Angry Bird και Stewie Griffin από το Family Guy. Ο Στάθης, μάλλον, έχει αρκετά στοιχεία του εαυτού μου, λίγο πιο υποτονικός και μουρτζούφλης – άλλωστε φορά τις πυτζάμες μου! Πόσο δύσκολο είναι να παραμείνεις απλός στα κόμικς χωρίς να γίνεις βαρετός; Για να είσαι απλός και όχι βαρετός στα κόμικς πρέπει να εκφράζεις κάποια αλήθεια (τον εαυτό σου ή τη γύρω κατάσταση ή και τα δύο) και οι χαρακτήρες σου να έχουν όντως χαρακτήρα. Δες τα Peanuts και τη Μαφάλντα: φαινομενικά απλά κόμικς με παιδιά όπου οι χαρακτήρες εκφράζουν αληθινούς προβληματισμούς και με τη συμπεριφορά τους σε κάνουν να ταυτίζεσαι μαζί τους. Οπότε ναι, είναι δύσκολο. Αν και, προσωπικά, πιστεύω ότι πολυλογώ συχνά στα κόμικς μου. Αρκούν τέσσερα καρέ για να γελάσει ένας αναγνώστης; Φυσικά, όταν το χιούμορ είναι άμεσο και πετυχημένο! Κάποιοι τα καταφέρνουν και με ένα, κάποιοι αποτυγχάνουν και με δέκα. Εγώ στους Έγκλειστους όταν με έπαιρνε ανέβαζα τον αριθμό των καρέ αλλά προσπάθησα να μείνω στα τέσσερα. Τι θα έλεγε ο Dmitri Shostakovich αν έβλεπε τους Έγκλειστους; Ότι ο κομμουνισμός πέθανε αλλά η κρατική βία κι η σάτιρα επέζησαν! Ήταν άνθρωπος του χιούμορ, πάντως, ελπίζω να γέλαγε – και να τους έκανε όπερα. Υπάρχει ελπίδα για κάτι καλύτερο ή περισσότερο επαγγελματικό στον ελληνικό πλανήτη των κόμικς ή μόνο μεράκι, μπόλικος αυτοσαρκασμός και ρομαντική διάθεση; Αναλόγως τι θεωρούμε επαγγελματικό ή καλύτερο. Να μπορούμε να ζούμε από τα κόμικς κρατώντας τη δημιουργική μας ελευθερία; Δύσκολα. Ζούμε σε μια χώρα που εδώ και 10 χρόνια παραμένει τσακισμένη (οικονομικά, κοινωνικά, ηθικά) και τείνει στα δύσκολα να ξεχνάει τους «αρτ γουόρκερς». Επαγγέλματα που παραδοσιακά «είχαν λεφτά» ακόμα δεν έχουν ανακάμψει – αυτό ταυτόχρονα απελπίζει και δικαιώνει εμάς τους ονειροπόλους, που δεν κάναμε την επιλογή με βάση «τα καλά λεφτά». Προτιμώ πάντως να βλέπω το ποτήρι μισογεμάτο. Οι δημιουργοί πληθαίνουν, μαζί τους και η γκάμα των κόμικς, όλο και περισσότεροι εκδοτικοί οίκοι ενδιαφέρονται για τα κόμικς και φτάνουν σε όλο και περισσότερα βιβλιοπωλεία, περίπτερα και γωνιές του ίντερνετ. Για την ώρα κρατάμε το μεράκι, τον αυτοσαρκασμό και τον ρομαντισμό σε μπόλικες δόσεις. Ίσως, το μέλλον να είναι καλύτερο. Οι Έγκλειστοι θα συνεχίσουν να υπάρχουν και μετά την πανδημία; Θα ήθελα να τους συνεχίσω! Οι Έγκλειστοι απελευθερώθηκαν από την πανδημία (περίπου) αλλά ο κόσμος παραμένει ένα ζόρικο μέρος να μείνεις. Ο Στάθης και ο Αγαθοκλής είναι ένα δίδυμο με καλή χημεία που μπορεί εύκολα να σχολιάσει την επικαιρότητα, οπότε πιστεύω πως δεν έχουν πει ακόμα την τελευταία τους λέξη. Τελικά, πού και πώς ακριβώς γεννιέται ένα αστείο; Παντού γύρω μας, στις γωνιές της καθημερινής μας ρουτίνας. Είναι οι μικρές απρόβλεπτες στιγμές που σπάνε το συνηθισμένο και σου προκαλούν ένα ασυναίσθητο γέλιο. Είναι μια μικρή επανάσταση στο καθεστώς της πραγματικότητας. Πηγή
  4. Με αφορμή το άρθρο που ανέβασε ο καλός φίλος @leonidio που αφορά το συγκεκριμένο κόμικ, σκέφτηκα να το παρουσιάσω για να πάρετε μία ιδέα. Τα πρωτόγνωρα και κοσμοϊστορικά γεγονότα που ζούμε αυτές τις εποχές, έχουν δώσει βήμα σε πολλούς καλλιτέχνες να εκφραστούν. Έτσι, εκτός από τον κινηματογράφο, την ζωγραφική, την γλυπτική, δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη και η Ένατη Τέχνη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο Περικλής Κουλιφέτης παρουσίασε στο κοινό μία σειρά από γελοιογραφικά στριπ, τα οποία σατιρίζουν την περίοδο της καραντίνας, αλλά παράλληλα δίνουν τροφή για σκέψη στον αναγνώστη. Με την συνδρομή της γνωστής μας εκδοτική, "Μικρός Ήρως", κυκλοφόρησε στις 09/03/21 το πόνημα του δημιουργού, το οποίο χωρίζεται σε δύο άτυπες περιόδους, την "Καραντίνα Νο 1" και την "Καραντίνα Νο 2", αντιγράφοντας, κατά κάποιον τρόπο, την πραγματικότητα. Πρωταγωνιστές σε αυτό το ταξίδι είναι ένας άντρας και το πουλί του. Όχι, μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό! Ο Στάθης αναγκάζεται να εγκλειστεί μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του, λόγω του lockdown κι έχει για συντροφιά το καναρίνι του, τον Αγαθοκλή. Οι διάλογοι μεταξύ τους, αποδεικνύουν το πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να μείνει "φυλακισμένος" για μεγάλο χρονικό διάστημα, την ίδια ώρα που για το άτυχο πτηνό, είναι απλά η ιστορία της ζωής του. Έτσι, ο Αγαθοκλής, φροντίζει κάθε φορά, με το καυστικό του χιούμορ, να λέει αλήθειες και να βάζει τον ιδιοκτήτη του σε σκέψεις. Η ποιότητα των στριπ είναι αρκετά τίμια, θα έλεγα, κι αρκετά από αυτά μου άφησαν ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Το νεαρό της ηλικίας του δημιουργού (γεννήθηκε το 1996), πάντως, υπόσχεται ότι, εκτός από καλής ποιότητας χιούμορ, έχει πολλά περιθώρια για βελτίωση στο μέλλον. Όσον αφορά το σχέδιο, προσωπικά θα το χαρακτήριζα επιμελώς ατημέλητο. Για το ύφος του σεναρίου (το οποίο δεν έχει να μας παραθέσει μία ολοκληρωμένη ιστορία) επιτελεί στο ακέραιο τον σκοπό του, χωρίς όμως να είναι το αριστούργημα. Εδώ δεν με πείραξε. Σε μία "κανονική" ιστορία, θα είχα θέμα. Το χρώμα, από την άλλη, είναι αντιστρόφως ανάλογο με τις ημέρες που διανύουμε. Είναι ευχάριστο, διαθέτει ποικιλία ζωηρών χρωμάτων, με αποτέλεσμα ο συνδυασμός τους να βγάζει μία νότα αισιοδοξίας. Η έκδοση διαθέτει τα περισσότερα από τα καλά στοιχεία της εκδοτικής, με μοναδική, ίσως, παραφωνία να είναι το μικρό μέγεθος. Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, από την στιγμή που έχουμε να κάνουμε με γελοιογραφικά στριπάκια, με διεκπαιρεωτικό σχέδιο, το μεγαλύτερο μέγεθος δεν θα έδινε κάτι περισσότερο. Το έντυπο φέρει σύνδεση με καρφίτσα, ενώ το χαρτί του είναι καλής ποιότητας, δημιουργώντας μία καλή αποτύπωση των χρωμάτων. Στο εσωτερικό του εξώφυλλου, θα βρούμε ένα εισαγωγικό άρθρο για το κόμικ, επιμελημένο από τον, συνήθη ύποπτο, Γαβριήλ Τομπαλίδη, ενώ στην μέσα σελίδα του οπισθόφυλλου, η έκδοση ολοκληρώνεται με ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του δημιουργού. Η σελίδα του Περικλή Κουλιφέτη στο Facebook Η σελίδα της εκδοτικής για τους "Έγκλειστους" (Παρακαλώ η παρούσα παρουσίαση να μην συμπεριληφθεί στον διαγωνισμό γιατί δεν πληροί τον πρώτο όρο του κανόνα συμμετοχής)
  5. "Μανώλης"- Ένα συγκινητικό κόμικ για την Μικρασιατική Καταστροφή Ο Αλέν Γλυκός μας παρουσιάζει το οδοιπορικό του Μανώλη, του πρόσφυγα πατέρα του, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, με τελικό προορισμό τη Γαλλία. Με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ο Αλέν Γλυκός μας παρουσιάζει το οδοιπορικό του Μανώλη, του πρόσφυγα πατέρα του, σε διάφορες περιοχές της Ελλάδας, με τελικό προορισμό τη Γαλλία! Ένα graphic novel που ζωντανεύει ένα από τα οδυνηρότερα κεφάλαια της ελληνικής ιστορίας. Το βιβλίο προλογίζει με εισαγωγικό σημείωμα, ο Soloup! Οι εκδόσεις Μικρός Ήρως μας παραχώρησαν ευγενικά το κείμενο και κάποια stills. "Ο Μανώλης απ’ τα Βουρλά. Ο Ηλίας απ’ το Αϊβαλί. Η Μαρία απ’ τη Σμύρνη. Η Τασίτσα απ’ το Τσανταρλί. Ένας άλλος Μανώλης απ’ τον Κιρκιντζέ... Ονόματα συνηθισμένα, καθημερινά, γι’ ανθρώπους άγνωστους. Ζωές ξεχασμένες σε τόπους που δύσκολα συλλαβίζεις πια στους σημερινούς χάρτες. Ξεριζωμός. Απώλεια. Και η μνήμη; Το εξώφυλλο του βιβλίου. Τι είναι η μνήμη, η νοσταλγία, η επιστροφή, η αναζήτηση ταυτότητας; Τι απομένει στο μυαλό ενός επτάχρονου παιδιού μετά από μια τέτοια καταστροφή; «Η μνήμη όπου και να την αγγίξεις πονεί» έγραφε ένας Γιώργος —ο Γεώργιος Σεφεριάδης, ο ποιητής Σεφέρης— κι εκείνος παιδί κάποτε στα Βουρλά. Εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες, εκατοντάδες χιλιάδες μνήμες. Στην καλύτερη περίπτωση έγιναν αφηγήσεις. Ιστορίες που άκουσαν κόρες, γιοι κι εγγόνια. Λιγοστές γράφτηκαν στο χαρτί. Έγιναν ιστορίες σε βιβλία, ποιήματα. Οι άλλες, οι πολλές, χάθηκαν. Εξατμίστηκαν στον αέρα ανάμεσα σ’ ένα πικραμένο στόμα και κάποια παιδικά αφτιά. Όμως κι από τούτες στο τέλος κάτι απόμεινε. Μυρωδιές ξανακερδισμένες: «Πορτοκαλανθός, βασιλικός και ρίγανη»! Λέξεις, εικόνες ξαναπλασμένες που σκάλωσαν —άλλοτε σαν εκείνους τους αρχαίους μύθους, άλλοτε σαν παραμύθια— στη φαντασία μικρών ακροατών. Ένας μικρός ακροατής, κάποτε, κι ο Allain Glykos, συγγραφέας αυτού του συγκινητικού βιβλίου. Ο Μανώλης απ’ τα Βουρλά, ο πατέρας του. Η ιστορία του ένας ακόμα ξεριζωμός. Σκόρπιες αφηγήσεις που έπλασαν στο μυαλό του Allain μια χαμένη μυθική Ανατολή. Μα και σ’ αυτόν ακόμα τον θολό φανταστικό χώρο, προέκυπταν διαρκώς τόσα ερωτήματα. Τόσες σκέψεις που έψαχναν να βρουν απαντήσεις σε παύσεις, βλέμματα και αποσιωπήσεις μιας ολόκληρης ζωής. Λένε πως σε κάθε οικογένεια υπάρχει κάποιος που αποφασίζει να κρατήσει το φανάρι της μνήμης. Ο Allain έπιασε αυτό το φανάρι. ΑΛΕΝ ΓΛΥΚΟΣ Πληγές, χαρακιές στον αέρα από κουβέντες του πατέρα του σε ανύποπτο χρόνο, έγιναν ενήλικη επιθυμία μιας όψιμης επιστροφής στα βουνά της Κρήτης, στη θάλασσα του Αιγαίου, στις Σειρήνες του μύθου. Ένα παζλ η αναζήτηση. Σκόρπιες πληροφορίες που ζητούσαν να ξαναμπούν στη σειρά, να δώσουν όγκο και μορφή —όπως κάνουν μ’ εκείνα τα σωσμένα θραύσματα των αρχαίων αγγείων— στην ιστορία του Μανώλη. Όχι την ιστορία του 1922 στο μεγάλο κάδρο. Η «Μεγάλη Ιστορία» έχει γραφτεί σε μυριάδες βιβλία. Μάχες, αριθμοί, συμμαχίες και συμφωνίες. Ο Allain γύρεψε τα χνάρια του πατέρα του, ίδια μ’ εκείνα χιλιάδων ανθρώπων, που σαν γυρίζει ο τροχός, η «Μεγάλη Ιστορία» τα πατά με μπότες στρατιωτικές και σκάβει με κανόνια το διάβα τους. Κανόνια που γέμισαν τότε τον αέρα στα Βουρλά με βροντές αλλιώτικες σ’ έναν ουρανό ανέφελο. «Οι κρότοι πλησίαζαν. Ώστε δεν ήταν καταιγίδα;». Διαβάζοντας την αφήγηση του Allain στον Μανώλη, ένιωσα τα δικά μου συναισθήματα, τη δική μου ανάγκη για «επιστροφή», καθώς περπατούσα για πρώτη φορά στα σοκάκια του Αϊβαλίκ. Ξαναζωντάνευαν εκείνο το πρωινό οι αφηγήσεις της γιαγιάς Μαρίας για τότε, το 1922, που ριχνόταν στ’ ανάκατα νερά στην προκυμαία της Σμύρνης, να σωθεί ή να πνιγεί. Θυμήθηκα τις ιστορίες του παππού Αντώνη στον Τσεσμέ καθώς τους φώναζαν. Παρόμοια τα λόγια της Εμινέ στη γιαγιά του Μανώλη εκείνο το πρωινό στα Βουρλά: «Τρέξτε να σωθείτε, έρχονται οι Τσέτες». Κι έφυγαν λέει, έτσι όπως ήταν, μόνο με τα ρούχα που φορούσαν. Χωρίς τίποτα. Στη συνέχεια γύρεψα να μάθω και για άλλες ιστορίες. Εκείνες της Διδώς Σωτηρίου, του Ηλία Βενέζη, του Φώτη Κόντογλου, του Στρατή Δούκα, του Κοσμά Πολίτη, τις τόσες μαρτυρίες που σώθηκαν στ’ αρχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών. Ν’ ακούσω ακόμα τους αντίλαλους και της άλλης πλευράς. Τις φωνές εκείνες των Τούρκων προσφύγων, του Χασανάκη, του Αχμέτ Γιορουλμάζ. Κάπως έτσι γεννήθηκε το graphic novel Αϊβαλί, από έναν εγγονό. Ίδια, όπως γεννήθηκε εδώ ο Μανώλης από έναν γιο. Σκόρπιες αφηγήσεις, μνήμες, λέξεις, που στοίχισε στο χαρτί ο Allain Glykos και τις έκανε εικόνες —αυτά τα όμορφα, λιτά, καλοδουλεμένα ασπρόμαυρα σκίτσα— ο Antonin Dubuisson. Το βιβλίο που κρατάτε. Τρία τα στάδια στην ψυχολογία της προσφυγιάς, όπως τα περιγράφει η Λίμπυ Τατά Αρσέλ —προσφυγογενής δεύτερης γενιάς σαν τον Allain— στο εξαιρετικό της βιβλίο Με το Διωγμό στην Ψυχή (Κέδρος). Στην αρχική, πρώτη φάση της προσφυγιάς, υπερισχύει η ετοιμότητα για επιστροφή. Η άρνηση του πρόσφυγα ν’ αποδεχτεί τη «μοίρα» ενός ξεριζωμού για πάντα. Ν’ αποχωριστεί τη Γενέθλια Γη από τη μια, τους παιδικούς του φίλους, τους τάφους των προγόνων. Ν’ αναμετρηθεί από την άλλη με την αποξένωση και την αποστροφή των ανθρώπων στον ξένο τόπο. Στη δεύτερη φάση έρχεται ο συμβιβασμός και η προσαρμογή. Η συνειδητοποίηση ότι σε αυτόν τον νέο τόπο που βρέθηκε, πρέπει να παλέψει, να ξαναχτίσει καινούργιους όρους επιβίωσης, να διεκδικήσει αξιοπρέπεια. Τέλος, στην τρίτη φάση, έρχεται η αποδοχή του αποχωρισμού. Η συνειδητοποίηση πως δεν υπάρχει επιστροφή σ’ εκείνη τη ζωή που άφησε πίσω στον χρόνο. Μπορεί όμως κάτι άλλο. Να επιστρέφει σε αυτήν ως μνήμη και συναίσθημα. Σ’ εκείνο το χαμένο σπίτι, το χαμένο παιχνίδι. Η «χαμένη πατρίδα» του ανήκει και της ανήκει. Τον διαμορφώνουν, είναι η προσωπική του ταυτότητα. Η τότε αλλά και η τώρα, στο σήμερα, σε έναν τόσο διαφορετικό κόσμο από εκείνον που γεννήθηκε. ΑΛΕΝ ΓΛΥΚΟΣ Τα τρία παραπάνω στάδια της μνήμης ενός πρόσφυγα, του Μανώλη απ’ τα Βουρλά, αποδίδονται ιδιαίτερα ανάγλυφα στην αφήγηση του Allain και τα σχέδια του Antonin. Παιδικές μνήμες, μυρωδιές, παιχνίδια, φιλίες του Μανώλη που καταρρέουν απότομα καθώς ο κόσμος γύρω τους φλέγεται. Χαμένος παράδεισος. Η πραγματικότητα ενός προσφυγόπουλου σκληρή. Ένας άλλος κόσμος ξημερώνει βίαια. Μια απότομη ενηλικίωση. Ευθύνες δυσβάσταχτες για τους μικρούς παιδικούς ώμους. Δεν υπάρχει επιστροφή. Ο δρόμος τραβάει μόνο μπροστά. Επιβίωση. Στο τέλος, τα πόδια πατούν ξανά γερά, αποφασιστικά στη γη. Παίρνουν δύναμη, φωτιά, και τρέχουν να διεκδικήσουν μια νέα ζωή. «Λευκό μου σεντονάκι, λάμπα μου τρελή, ποια αγάπη τάχα μας φυσάει…». Δυο θρησκείες, δυο έθνη, δυο γλώσσες, Έλληνες και Τούρκοι, μα ένας ο καραγκιόζης. Οι άνθρωποι μπορούν αν θέλουν να ζουν ειρηνικά. Ειδικά τα παιδιά. Ξέρουν να παίζουν τα ίδια παιχνίδια, να βλέπουν το ίδιο θέατρο, να στεριώνουν φιλίες, να ερωτεύονται. Αυτές είναι οι μνήμες που πονούν τον μικρό Μανώλη, αυτές και του Γιώργου απ’ τη χαμένη τους πατρίδα, τα Βουρλά. ΑΛΕΝ ΓΛΥΚΟΣ Υπάρχουν πολλά επιχειρήματα κι απ’ όλες τις πλευρές, για να ξεκινήσει ο πόλεμος. Τα πιστεύεις. Καλοστημένες δικαιολογίες που κρύβουν επιδιώξεις και συμφέροντα σ’ ένα άλλο, τρομακτικό, Θέατρο Σκιών. Επιχειρήματα που τρέφουν μια πλαστή λογική για έναν πόλεμο πάντα παράλογο, τόσο μακριά απ’ τις πραγματικές ανάγκες των ανθρώπων. Και ξανακούγονται, σήμερα στην Ουκρανία, προχθές αλλού, πριν εκατό χρόνια στη Μικρά Ασία, τα ίδια λόγια που άκουσε ο μικρός Μανώλης στα Βουρλά, ο μικρός Αντώνης στον Τσεσμέ. «Τρέξτε να σωθείτε!». Γιατί; Για ποιον λόγο να σταματήσει έτσι απότομα το παιχνίδι ανάμεσα στον Μανώλη και τον φίλο του τον Ισμέτ; Γιατί να είναι τόσο δύσκολο, ενήλικες πια, να μιμηθούμε τα παιδιά; Μπορεί ν’ απαντήσει κάποιος σοβαρά σ’ ετούτη την παιδική απορία; Μπορεί να μας διδάξει επιτέλους κάτι μια παιδική αφήγηση;" ΑΛΕΝ ΓΛΥΚΟΣ O Soloúp (Αντώνης Νικολόπουλος) είναι σκιτσογράφος, μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και δημιουργός του graphic novel Αϊβαλί (Κέδρος). Ο "Μανώλης" κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Πηγή
  6. Βγήκε το Σεπτέμβρη μία καλοδεχούμενη και πολύ ιδιαίτερη έκδοση, από τον Μικρό Ήρωα, εκ Γερμανίας, με Πορτογάλους δημιουργούς, τυπωμένη σε (υπέροχο) velvet χαρτί από ελεγχόμενες καλλιέργειες. Πρόκειται για επιδοτούμενο κόμικ, από το πρόγραμμα Bridging European and Local Climate Action (BEACON), με χρηματοδότηση του European Climate Initiative (EUKI), που αποσκοπεί στην ενίσχυση της δράσης για την προστασία του κλίματος σε τοπικό, εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να επιτευχθεί η Συμφωνία του Παρισιού που υπεγράφη το 2016 και καταπατείται συνεχώς. Αντί να βγει όμως μόνο για αυτό τον σκοπό, η εκδοτική προσφέρει τα έσοδα στον Ερυθρό Σταυρό για την ενίσχυση των πάμπολλων πυρόπληκτων μετά τις φετινές καταστροφικές πυρκαγιές. Το σενάριο του Bruno Pinto είναι ένα ενημερωτικό eurotrip, με πρωταγωνιστές δύο αδέρφια από τη Λισσαβώνα, που η μεγάλη αδερφή, η Sofia, έχει αναλάβει να φτιάξει ένα επιτραπέζιο για λογαριασμό του BEACON, σχετικά με τη μείωση της εκπομπής των αερίων. Έτσι, ξεκινάνε ένα roadtrip (κυρίως με Interrail) σχεδόν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ενημερώνονται κατ'ιδίαν για πρόσφατες καταστροφές. Ο τελευταίος τους σταθμός είναι το Μάτι! Από ότι καταλαβαίνετε, το σενάριο είναι προσχηματικό, αλλά μαθαίνεις κάποια δυσάρεστα facts με "ευχάριστο" τρόπο. Το σχέδιο όμως του Quico Nogueira αμφιταλαντεύεται. Ίσως όντως το σχεδίασε ο μικρός αδερφός της πρωταγωνίστριας, αφού βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν είναι συνταρακτικό, είναι όμως απλή διεκπεραιωτική καθαρή γραμμή. Τις περισσότερες φορές το σώζει το πολύ δυναμικό χρώμα του Nuno Duarte. Είναι λοιπόν value for money 8 ευρώ για 80 σελίδες έγχρωμου κόμικ, που τα έσοδα θα πάνε στους πυρόπληκτους και θα μάθετε ενδιαφέροντα πράματα, ενώ είναι για όλες τις ηλικίες; Θα έλεγα πως ναι.
  7. Μια αράχνη στη Βενετία Γιάννης Ιατρού Μάσκες, στολές και κοσμοπλημμύρα. Όταν θέλεις να ξεφύγεις απ’ όλα αυτά, το βενετσιάνικο καρναβάλι δεν είναι η καλύτερη επιλογή. Η πρεμιέρα της νέας ταινίας «Spider-Man: No Way Home», της τρίτης κατά σειρά με πρωταγωνιστή τον Τομ Χόλαντ κάτω από την κόκκινη-μπλε στολή, τις τελευταίες ημέρες του 2021, προκάλεσε εκστατικές αντιδράσεις στους θαυμαστές του διασημότερου ήρωα της Marvel. Σε αυτή τη χρονική συγκυρία, ανήμερα της κινηματογραφικής πρεμιέρας, κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Μικρός Ηρως μία από τις πιο ιδιαίτερες περιπέτειες του Ανθρώπου Αράχνη. Ο λόγος για το «Spider-Man: το μυστικό του κρυστάλλου», την πρώτη ιστορία ιταλικής παραγωγής με τον δημοφιλέστατο χάρτινο υπερήρωα. Η προέλευση της ιστορίας δεν αποτελεί απλά μια τυπική καταγραφή, μια αναφορά για τους λάτρεις της στατιστικής. Απεναντίας, έχει βαθιές ουσιαστικές προεκτάσεις στην ίδια την ιστορία, αφού όταν πρωτοκυκλοφόρησε το 2003, μετά από παρασκηνιακές συνομιλίες του αρχισυντάκτη της ιταλικής Panini, Ενρίκο Φορναρόλι, με τα μεγάλα κεφάλια της Marvel, αποτέλεσε ένα πρωτότυπο υφολογικό πείραμα, μια ενδιαφέρουσα ανάμιξη δύο διακριτών καλλιτεχνικών σχολών. «Το Μυστικό του Κρυστάλλου αντιπροσωπεύει [...] ένα πρώτο, επιτυχημένο [...] παράδειγμα για το πώς οι μεγάλοι ήρωες του αμερικανικού κόμικς μπορούν να αποκτήσουν νέα πνοή διαμέσου των δασκάλων του ιταλικού κι ευρωπαϊκού κόμικς», επισημαίνει ο Φορναρόλι στην εισαγωγή. Πράγματι, οι δυο Ιταλοί δημιουργοί δεν μπήκαν στη διαδικασία να μιμηθούν τους συναδέλφους του από την αντίπερα όχθη του Ατλαντικού Ωκεανού. Μιλάμε άλλωστε για δυο βετεράνους με μακρά ιστορία στον χώρο της 9ης Τέχνης: τους Τίτο Φαράτσι (σενάριο) και Τζόρτζιο Καβατσάνο (σχέδιο), γνωστοί αμφότεροι από τις ιστορίες τους για την Disney Ιταλίας. Ανάμεσα στις συνεργασίες τους ξεχωρίζει η «Σκοτεινή Πόλη» (Μίκυ Μυστήριο Β’ Κύκλος) και η «Αληθινή Ιστορία του Χίλια Εννιακόσια», διασκευή της κλασικής ταινίας «Novecento». Η αποτύπωση του παρασκηνίου δεν δυσκόλεψε τον Καβατσάνο, ο οποίος είναι γέννημα-θρέμμα Βενετός. Εκείνος μάλιστα έδωσε την ιδέα για τη δημιουργία του «κακού», αφού γνώριζε καλά τους τοπικούς μύθους. Από εκεί και πέρα, τη σκυτάλη πήρε ο Φαράτσι, ο οποίος ισορρόπησε το τοπικό στοιχείο με τα βασικά μιας περιπέτειας με τον Πίτερ Πάρκερ στο προσκήνιο – εσωτερικός μονόλογος, πνευματώδεις ατάκες και ένας επιβλητικός αντίπαλος που αρχικά βγάζει τον ήρωα εκτός μάχης. Ο Πίτερ Πάρκερ ταξιδεύει στη Βενετία για οδοιπορικό κατ’ εντολή του Τζ. Τζόνα. Παρά τις ελπίδες του για χαλάρωση, τελικά θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα μυστήριο που έχει τις ρίζες του στο νησί Μουράνο, γνωστό για την τέχνη της υαλουργίας, και τον απόκοσμο κόμη Αλεβίζε Τζάνους. Παρά τη μικρή έκταση, «Το μυστικό του κρυστάλλου» αποτελεί ένα σημείο αναφοράς, τόσο στην Ιστορία της 9ης Τέχνης όσο και σε αυτήν του ήρωα. Πηγή
  8. Όταν κανείς αντικρίζει ένα κόμικ με υπερήρωες, μπορεί να υποθέσει ότι είναι Αμερικανικής προέλευσης. Εξάλλου, οι μεγαλύτερες εκδοτικές, όπως η Marvel Comics, ξεκίνησαν από την Αμερική εκδίδοντας κόμικς με ήρωες όπως ως ο Spider-Man. Οι ήρωες αυτοί έχουν γίνει παγκοσμίως γνωστοί και αγαπητοί σε μικρούς και μεγάλους. Αυτή η προλευσή τους και οι διαστάσεις που οι ιστορίες τους έχουν πάρει μέσα στα χρόνια ήταν που μου κίνησε το ενδιαφέρον βλέποντας πρώτη φορά αυτό το τόμο. Εξώφυλλο του τόμου (πηγή: https://popaganda.gr/newstrack/to-mistiko-tou-kristallou-o-spiderman-gia-proti-fora-sti-venetia) Το "Spider-Man: Το Μυστικό της Αράχνης" είναι ένα δημιούργημα των Ιταλών δημιουργών Tito Faraci και Giorgio Cavazzano το οποίο κυκλοφόρησε στη χώρα μας το Δεκέμβρη του 2021, μετεφρασμένο από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Η ιστορία μας ξεκινάει με τον James Jonas Jameson, τον συντάκτη της Daily Bugle στην οποία δουλεύει ο Peter Parker, να του αναθέτει ένα ταξίδι στη Βενετία προς συλλογή φωτογραφικού υλικού. Ο Parker δέχεται, αλλά μια συνάντηση με τον Λεόνε Γκριμάνι, ένα Ιταλό καθηγητή ιστορίας, θα του αλλάξει τη ροή του ταξιδιού του σε μία ακόμα αποστολή διάσωσης του κόσμου από το κακό. (πηγή: https://popaganda.gr/newstrack/to-mistiko-tou-kristallou-o-spiderman-gia-proti-fora-sti-venetia) Το πρώτο πράγμα που συνειδητοποίησα όταν άνοιξα τον τόμο αυτό, είναι η έκταση της ιστορίας, η οποία είναι μόλις 21 σελίδες (ο ίδιος τόμος έχει έκταση 52 σελίδες). Σε τέτοια έκταση η ιστορία δεν έχει αρκετό χρόνο να αναπτυχθεί. Στη συγκεκριμμένη περίπτωση δε βλέπουμε πολλές λεπτομέρειες όπως θα βλέπαμε σε ένα αντίστοιχο αμερικάνικο κόμικ, ενώ υπάρχουν και κάποια plot holes που ναι μεν δεν αποσπάνε από τη πλοκή, αλλά καταφέρνουν να κάνουν μερικούς χαρακτήρες πιο ρηχούς σα προσωπικότητες. Σχεδιαστικά, το κόμικ είναι ξεκάθαρο πως είναι Ιταλικό. Μάλιστα ο Cavazzano έχει δουλέψει σε κόμικς όπως το "Μίκυ Μυστήριο" και "Οι νέες περιπέτειες του Φάντομ Ντακ". Οι χαρακτήρες σίγουρα ξεχωρίζουν σχεδιαστικά και βγάζουν μια άλλη πνοή. Σε γενικές γραμμές, είναι ένα ενδιαφέρον κεφάλαιο στο μύθο του Spider-Man που δείχνει μια άλλη αισθητική, αλλά μόνο για λίγο, καθώς όπως αναφέρθηκε η ιστορία είναι αρκετά μικρή.
  9. Nobody loves you when you're old and grey,nobody needs you when you're upside down....Everybody's hollerin' 'bout their own birthday,everybody loves you when you're six foot in the ground..." - John Lennon -Nobody Loves you(When you Down and Out) 1974 Life is what happens to you..while you're busy making other plans(H ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει όταν είσαι απασχολημένος κάνοντας άλλα σχέδια)τραγούδαγε ο John Lennon σε ένα τραγούδι γραμμένο για τον πεντάχρονο τότε γιό του Sean..Λίγους μήνες αργότερα θα έπεφτε νεκρός από το όπλο ενός ανισόρροπου θαυμαστή του, κάνοντας αυτούς τους στίχους να φαντάζονται πλέον ειρωνικοί κατά μία έννοια, και βυθίζοντας σε θλίψη εκατομμύρια θαυμαστές του σε ολόκληρο τον κόσμο... Και αυτό ακριβώς πραγματεύεται και το graphic novel Λέννον που κυκλοφόρησαν σε 3 συνέχειες με την Εφημερίδα των Συντακτών, οι πάντα ποιοτικές εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το graphic Novel είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Marabout το 2015 και στην Αμερική ώς Lennon(the New York Years)από την IDW το 2017.Βασισμένοι στο βιβλίο του συγγραφέα/σεναριογράφου David Foenkinos(La délicatesse)ο συγγραφέας Eric Corbeyran(Les Griffes Du Marais,Le Fond du monde,Nanami)και ο σχεδιαστής Horne παραδίδουν μία εικονογραφημένη βιογραφία του μεγάλου μουσικού και οραματιστή, μέσα από τα δικά του λόγια. Η ιστορία τοποθετείτε το 1975.Ο Λέννον έχει γίνει δεύτερη φορά πατέρας από τη δεύτερη σύζυγο του Γιόκο Όνο. Αποφασίζει να σταματήσει κάθε μουσική του δραστηριότητα(και κάθε πολιτικό ακτιβισμό που τόσο του έχει στοιχήσει το τελευταίο καιρό)και να κάνει αυτό που δεν έκανε με το πρώτο του γιό Τζούλιαν, και να γίνει ένας καλός και αφοσιωμένος πατέρας, ή όπως ο ίδιος χαριτολογώντας έλεγε τότε ένας σύζυγος-νοικοκυρά. Η Γιόκο ασχολείται με τα οικονομικά και τις άλλες δουλειές, και ο Λέννον μεγαλώνει το μικρό γιό του, βγάζοντας τον βόλτα στο πάρκο και ψήνοντας ψωμί. Μέσα σε όλα αυτά ο Λέννον θα συναντήσει στο ασανσέρ του κτιρίου Ντακότα όπου μένει τα τελευταία χρόνια με την οικογενειά του, μία "φανταστική" ψυχολόγο και θα νιώσει την ανάγκη να ξεκινήσει μία σειρά από συνεδρίες μέσα από τις οποίες θα εξιστορήσει όλη του τη ζωή από την ημέρα της γέννησης του μέχρι εκείνη τη στιγμή που μιλάει. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που σημαδεύτηκαν από τους καβγάδες και το διαζύγιο των γονιών του, το αίσθημα εγκατάλειψης που ένιωθε πάντοτε ακόμα και όταν βρήκε καταφύγιο στην αυταρχική θεία του, τη διέξοδο του στη μουσική(αφότου είδε για πρώτη φορά τον Elvis Priesley στη τηλεόραση),τη δημιουργία του πρώτου του συγκροτήματος, τη καθοριστική γνωριμία του με τους Paul McCartney και George Harrison,τη γέννηση των Beatles και το σκληρό δρόμο προς τη δόξα...Και όταν αυτή έρχεται, τη φρενίτιδα, τις ατελείωτες συναυλίες, το περιορισμένο ρόλο που επιβάλλει η επιτυχία, το να θέλουν όλοι ένα δικό σου κομμάτι,να νομίζουν ότι τους ανήκεις, ότι είσαι δικός τους, έναν κόσμο που τον κάνει να ασφυκτιά και να νιώθει περισσότερο μόνος από ποτέ.. Την αναζήτηση κάποιου που να τον πιάσει από το χέρι και να τον πάρει από όλη αυτή την τρέλα της επιτυχίας και των ναρκωτικών, είτε είναι ένας γιόγκι, είτε μία καλλιτέχνιδα με τη μορφή της μικροκαμωμένης Ιαπωνέζας Γιόκο Όνο που του αλλάζει ολόκληρη τη ζωή.. Προσθέστε μέσα σε όλα αυτά τις προδοσίες, τις δυσκολίες, τις απώλειες και τραγωδίες της ζωής...αλλά και την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο το οποίο όμως δυστυχώς δεν ήρθε για τον ίδιο ποτέ... Μολονότι το κόμικ μεταφέρει το βιβλίο αυτούσιο, σε μορφή μυθοπλασίας, για προφανείς λόγους, υπάρχουν πολλές αληθινές αναμνήσεις και γεγονότα, δοσμένα μέσα από τη φωνή του ίδιου του Λέννον ο οποίος παρουσιάζεται σαν αφηγητής της ίδια του της ζωής, παραδέχεται τα λάθη του, τις ανασφάλειες του, τη βιαιότητα του, τις εκρήξεις θυμού του, τις επιθυμίες του και τους φόβους του..."Η νύχτα που γεννήθηκα ήταν γεμάτη από τους εκκωφαντικούς ήχους του βομβαρδισμού του Λίβερπουλ από τους Γερμανούς...Δεν ήρθα στο κόσμο,ήρθα στο χάος..Και πέρασα όλη τη ζωή μου με φόβο..." Μία ζωή όπου ένιωθε σαν τον Nowhere Man(τραγούδι του από το δίσκο Rubber Soul των Beatles)που δεν άνηκε πουθενά, που είχε ένα κενό μέσα του που τίποτα δε μπορούσε να το γεμίσει...Μία ζωή που συνεχώς ήταν ένας αγώνας ενάντια στους ίδιους τους προσωπικούς του δαίμονες που τον στοίχειωναν.. Όταν πίστεψε ότι κατάφερε να νικήσει όλα όσα τον πολεμούσαν μία ζωή: φόβους, μοναξιά, ανασφάλειες, ναρκωτικά το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο πρόωρα στα 40 του μόλις χρόνια... Το σχέδιο του Horne έχει έναν απίστευτο ρεαλισμό(βασισμένος σε πολλές φωτογραφίες ως σχεδιαστικά μοντέλα),με υδατοχρώματα που παίζουν ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, αλλά επαναλαμβάνεται σε πολλά καρέ, ίσως θέλοντας να δώσει κάτι το νέο με αυτή τη τεχνική αλλά ίσως η επανάληψη σχεδίου να χρησιμοποιείται λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε και συχνά εμφανίζεται και σε δύο διαδοχικά πάνελ.. Μερικές εκφράσεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων μοιάζουν να είναι λιγάκι υπερβολικές έως και.. αστείες κάποιες φορές(εκεί όπου ο Λέννον και η Γιόκο έχουν τελειώσει το σέξ και κάθονται στο κρεβάτι..)Επίσης υπάρχουν λάθη όσο να αφορά μορφές που δεν συμβαδίζουν με τη χρονολογική στιγμή που αναφέρονται. Βλέπουμε τον Λέννον το 1968 με τη μορφή και στυλ που είχε το 1972,ή κάπου παρουσιάζεται το πρώτο άλμπουμ του McCartney(ΜcCartney του 1970)σαν εκείνο που έβγαλε πρώτα με τους Wings το 1971 που ουσιαστικά ήταν το τρίτο του.. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει τη συνολική σχεδιαστική εικόνα του κόμικ, στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κάνει μία πολύ καλή δουλειά. Επίσης πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στη μετάφραση από τον φίλο Γαβριήλ Τομπαλίδη,ο οποίος εμπλουτίζει τα άλμπουμ με διάφορα κείμενα με άγνωστες στο ευρύ κοινό πληροφορίες της ζωής του Λέννον που φαίνονται ότι έχει κάνει σωστή αναζήτηση, και έχει ανατρέξει σε σοβαρές πηγές. Το συνολικό στήσιμο και το λέττερινγκ για μία ακόμα φορά έχει γίνει από την εξαιρετική Τίνα Χελιώτη, και στην επιμέλεια κειμένων ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς για μία ακόμα φορά δίνει το καλύτερο του εαυτό σε μία έκδοση που μόνο εκείνος μπορούσε να εκδώσει με τόσο ποιοτικό αποτέλεσμα στη χώρα μας. “I'm not afraid of death because I don't believe in it.It's just getting out of one car,and into another..'' Μου άρεσε πολύ αυτό το κόμικ αν και τελείωσε σχετικά πολύ νωρίς. Άλλωστε πόσες σελίδες μπορούν να αποτυπώσουν την τόσο χαρισματική αλλά και συνάμα αντιφατική προσωπικότητα του Τζόν Λέννον και να είναι αρκετές; Κατόρθωσε όμως να δώσει μια βαθιά εικόνα για έναν από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικούς ανθρώπους του 20ου αιώνα. Είναι ένα από αυτά τα graphic novel που τραβούν αμέσως και σύντομα o αναγνώστης μπορεί να χαθεί στο μυαλό και τη ζωή του Τζον Ουίνστον Λένον. ΤΟ Κείμενο το βρίσκετε και ΕΔΩ
  10. Και εγένετο Non-Stop Comics από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το νέο, διμηνιαίο περιοδικό κόμικς που το είδαμε στο comics n' beer το τριήμερο 9-11 Ιουλίου και το οποίο θα εμφανιστεί επίσημα στα περίπτερα αρχές Αυγούστου. Πρόκειται για το νέο παιδί της εκδοτικής σε μια πολύ σωστή, κατ'εμέ, προσπάθεια να διαχωριστούν τα πιο σύγχρονα κόμικς, που υπήρχαν στο "Μπλεκ" από τα παλαιότερα, που θα παραμείνουν εκεί. Τα δύο περιοδικά θα κυκλοφορούν κάθε δίμηνο, εναλλάξ, το Μπλεκ τους μονούς μήνες, το Non-Stop Comics τους ζυγούς ή τουλάχιστον έτσι φαντάζομαι ότι θα είναι ο προγραμματισμός. Σε αυτό το περιοδικό θα βρείτε πλέον τον Στορμ, τον Λάρκο Γουίντς και το Δικαστή Ντρεντ, αλλά θα βρείτε και κάτι συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα, και πιο συγκεκιρμένα την πρώτη εμφάνιση του εκπληκτικού δίδυμου Ed Brubaker και Sean Phillips στα ελληνικά!!! Το κόμικ που επιλέχθηκε είναι το Kill or be Killed, για το οποίο θα διαβάσετε αναλυτική παρουσίαση και συζήτηση σε αυτό το θέμα. Τι να πούμε παραπάνω; Brubaker και Phillips στα ελληνικά, αυτόι από μόνο του τα λέει όλα για το περιεχόμενο του περιοδικού, χωρίς φυσικά να έχω σκοπό να μειώσω τα άλλα κόμικς! Πολλά μπράβο στην εκδοτική, που έκανε μια τεράστια κίνηση για τα κόμικς στην Ελλάδα,. Το περιοδικό είναι σε πολύ υψηλή ποιότητα εκτύπωσης και εμφάνισης, σε μεγάλο σχήμα, ωραίο χαρτί, σωστή μετάφραση, εξαιρετικά χρώματα, αρκετές σελίδες και προσιτή τιμή, πράγματα που αναδεικνύουν τα κόμικς που φιλοξενεί. Υπάρχουν και πολλές ενδιαφέροντες στήλες, κάποιες από τις οποίες από συμφορουμίτες μας και μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη των Brubaker και Phillips. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε στα ελληνικά ένα κόμικ διάσημων δημιουργών και μάλιστα όχι πολύ καιρό μετά την κυκλοφορία του στα αγγλικά. Πολλά μπράβο σε όλους και όλες, που έχουν συμβάλλει στην έκδοση του περιοδικού, και στον εκδότη Λεωκράτη Ανεμοδουρά και στην art dierctor Τίνα Χελιώτη και στο Γαβριήλ Τομπαλίδη, που έχει μεταφράσει κάποια από τα κόμικς και έχει πάρει τη συνέντευξη από τους Brubaker και Phillips και στο Σ. Δανδανά, που επίσης έχει μεταφράσει κάποια από τα κόμικς και στους Μάνο Νομικό, Γιώργο Ζωιτά, Ίωνα Αγγελή και Γιάννη Παπαδόπουλο, που μας χαρίζουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Αν ξέχασα κάποιον/α συντελεστή, δεν έγινε σκόπιμα. Καλοτάξιδο και εύχομαι η πορεία να είναι μακριά και δημιουργική
  11. Είναι μια προσπάθεια στον χώρο που δεν μπορείς να παραβλέψεις... Είναι μια ιδέα, στηριζόμενη σε θεμέλια ετών, αλλά πάντα σε επαναστατικά μοτίβα. To πολυθεματικό περιοδικό κόμικς Μπλεκ κυκλοφορεί για έναν χρόνο τώρα, με τον υπότιτλο "Τα Καλύτερα Κόμικς". Έχει ως απώτερο σκοπό την δημοσίευση έργων, τόσο παλαιών όσο και νέων, διεθνώς αναγνωρισμένων δημιουργών, από (σχεδόν) κάθε είδους σχολή κόμικς. Πλειάδα τίτλων αποτελούν τα περιεχόμενα όλων των τευχών, με 8 έως και 12 τίτλους ανά τεύχος, όλοι παίρνοντας τον χώρο τους, άλλοι ως guest ενώ άλλοι ως μόνιμοι (μέχρι μετά από κάποιο ικανοποιητικό αριθμό τευχών να αντικατασταθούν από κάτι άλλο, εξίσου, αν όχι περισσότερο, καλό). Μερικοί από τους μόνιμους είναι: Μπλεκ (αυτό έλειπε), Ταρζάν, Στορμ (έως το #06 έμπαινε ολόκληρη ιστορία, από το #07 κόβεται στα 2), Μάντυ Ρίλεϋ (εξαίρεση το 7ο τεύχος), Φάντομ (, Δικαστής Ντρεντ, και το Παιδί Πάνθηρας. Guest ήρωες έχουμε: Κόρτο Μαλτέζε (#01), Λ-Ο: Πήγασος 4-Ω (#01-03), Γιορ (#01 & #07), Ο Ίσκιος (#03), Μισέλ Βαγιάν (#04-05), Τζόνι Ρεντ (#05-12), Γουίντς (#06-09), Ποπάϋ (#07-08), Κοκομπίλ (#08-...) κα Η βασική ομάδα του περιοδικού έχει αλλάξει δύο φορές σκυτάλη, από το ντουέτο Ανεμοδουράς-Ταρλαντέζος στους Ανεμοδουράς-Τομπαλίδης. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς έχει και τον εκδοτικό Μικρός Ήρως, συνεχίζοντας (και διευρύνοντας) το έργο του παππού και του θείου του, ενώ και ο Λευτέρης Ταρλαντέζος και ο Γαβριήλ Τομπαλίδης είναι μεγάλοι γνώστες του χώρου, και έχουν ένα πλούσιο παρελθόν στο αντικείμενο των κόμικς... Με 164 σελίδες, όμορφο στήσιμο (από το #03 ειδικά έφτιαξε ιδιαίτερα), πολύ καλό χαρτί, εξαιρετική εκτύπωση, και όλα αυτά στην (απολύτως) λογική τιμή των 5, 90! Μπορεί να βρεθεί σε επιλεγμένα περίπτερα, σε βιβλιοπωλεία και κομιξάδικα πανελλαδικά... Μέχρι το Δεκέμβριο του 20 αριθμεί 8 τεύχη. Μια έκδοση που ξεχειλίζει μεράκι, αγάπη και σεβασμό για την 9η τέχνη... Και έχει σίγουρα πολλά ακόμα να δώσει! O προβληματισμός που φέρει η έκδοση όσον αφορά τον ρετρό χαρακτήρα ή ακόμα και τη στρατηγική της δημοσίευσης αποκλειστικά παλιών έργων, εύκολα εξαλείφεται, χάρη στη μοντέρνα αισθητική του, στους νέους τίτλους που περιλαμβάνει (παράδειγμα ο Λάργκο Γουίντς που δεν είχε συμπεριληφθεί σε κανένα ελληνικό έντυπο έως και σήμερα) ή σε reboots ή νέες συνέχειες παλαιότερων διάσημων δημιουργιών (παραδείγματα είναι ο Μισέλ Βαγιάν και ο Τζόνι Ρεντ), ενώ η παρουσίαση Ελλήνων καλλιτεχνών, η πυκνή αρθρογραφία γύρω από τα κόμικς και την επικαιρότητα στην γενικότερη ποπ κουλτούρα, δείχνει μια τάση αποφυγής επικόλλησης μιας ετικέτας, και αποτελεί απόδειξη πως το Μπλέκ ακόμα πειραματίζεται και θέλει να δοκιμάσει νέα πράγματα. Κείμενό μου στην έκδοση
  12. Τι κρύβουν τα λευκά γάντια του Μίκι Μάους; Γιάννης Κουκουλάς Γιατί πολλά ζωάκια-χαρακτήρες των παιδικών κινουμένων σχεδίων φορούν γάντια; Γιατί έχουν λιγότερα δάχτυλα; Ποιο ήταν το μυστικό της επιτυχίας τους; Ο Rich Koslowski δίνει τις δικές του απαντήσεις σε ένα πανέξυπνο mockumentary με μαύρο χιούμορ και πολλές αλληγορίες. Η ιστορία των κινουμένων σχεδίων είναι συναρπαστική και παράλληλη με αυτήν του κινηματογράφου αλλά και των επιστημονικών ανακαλύψεων. Στο αναλυτικό προλογικό σημείωμα του νέου βιβλίου του Rich Koslowski, «Τρία Δάχτυλα» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 146 σελίδες), περιγράφεται η πορεία από το 1833 και την πρωτοποριακή συσκευή του Ιωσήφ Πλατό, που ονομάστηκε φενακιστοσκόπιο, μέχρι τις τεράστιες κινηματογραφικές επιτυχίες των στούντιο του Ουόλτ Ντίσνεϊ («Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι», «Πινόκιο», «Φαντασία» κ.ά.) μέσω αμέτρητων άλλων επινοήσεων με ευφάνταστα ονόματα (πραξινοσκόπιο, κινητοσκόπιο, ροτοσκόπηση κ.ά.). Σημαντική τομή σε αυτήν την ξέφρενη πορεία αποτέλεσε η εμφάνιση του Μίκι Μάους και των υπόλοιπων funny animals του Ντίσνεϊ στα τέλη της δεκαετίας του 1920. Ήταν απολύτως απρόσμενη η επιτυχία κάποιων περίεργων χαρακτήρων με τσιριχτές φωνές, παράξενων ζώων σε απρόβλεπτες και αφύσικες συμπεριφορές που φορούσαν λευκά γάντια και είχαν τέσσερα δάχτυλα (οι Αμερικανοί ονομάζουν αυτούς τους χαρακτήρες «τριδάκτυλους» καθώς δεν μετρούν τον αντίχειρα, εξ ου και ο τίτλος «Τρία Δάχτυλα» του βιβλίου του Rich Koslowski). Αυτήν την πέρα από κάθε λογική επιτυχία προσπαθεί να ερμηνεύσει ο Koslowski, συνθέτοντας μια απολαυστική παρωδία ντοκιμαντέρ, ένα κόμικς-mockumentary, όπως αποκαλούνται οι εσκεμμένες απομιμήσεις ντοκιμαντέρ με φανταστική θεματολογία, κάτι σαν το εμβληματικό «Ζέλιγκ» του Γούντι Αλεν. Στο παστίς του Koslowski, τα καρτούν συνυπάρχουν με τους ανθρώπους στον πραγματικό κόσμο (θυμίζοντας τον αλλόκοτο κόσμο τού «Ρότζερ Ράμπιτ»), αλλά τη δεκαετία του 1920 αντιμετωπίζονται ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας και θεωρείται αδιανόητο ότι θα μπορούσαν ποτέ να γίνουν πρωταγωνιστές στη βιομηχανία του Χόλιγουντ φέρνοντας στον νου τον ρατσισμό εναντίον των μαύρων και όλες τις απαγορεύσεις, θεσμικές ή μη, που ίσχυαν για αυτούς. Ο δαιμόνιος και φιλόδοξος πειραματιστής με το όνομα Ντίζι Ουόλτερς, προφανής παραπομπή στον Ουόλτ Ντίσνεϊ, ανακαλύπτει σε ένα κακόφημο νάιτ κλαμπ, σε κάποιο σκοτεινό σοκάκι της Τουνσβιλ, «του πιο εξαθλιωμένου μέρους της πόλης, μια περιοχή που κατοικούσαν ως επί το πλείστον πολύ φτωχά καρτούν», τον πιανίστα ποντικό και αρουραίο Ρίκι Ρατ, επίσης προφανής παραπομπή στον ποντικό Μίκι Μάους. Και μαζί ξεκινούν μια μεγάλη καριέρα όπου τον ρόλο του καθοδηγητή, ατζέντη και σκηνοθέτη έχει ο Ουόλτερς και τον ρόλο του σταρ, ο αρουραίος. Όπως γράφει και ο Koslowski: «Ο αρουραίος που καθόταν στο πιάνο θα οδηγούσε τον Ντίζι σε αυτό το μονοπάτι… Το μονοπάτι προς το βασίλειο που ήταν γνωστό ως Χόλιγουντ και μαζί θα κατέληγαν να κυβερνούν αυτό το βασίλειο». Όλη αυτή τη διαδρομή προς την επιτυχία των δύο αστέρων του κόσμου της διασκέδασης και της ψυχαγωγίας οι αναγνώστες την παρακολουθούν μέσα από τα λόγια, εν είδει μεταγενέστερων συνεντεύξεων, άλλων προσώπων, ανθρώπων και καρτούν, που συνεργάστηκαν μαζί τους ή έπαιξαν κάποιο ρόλο στην καριέρα τους και στην προσωπική τους ζωή αλλά και από τις εξομολογήσεις του ψυχικά κατεστραμμένου, ηλικιωμένου, μέθυσου και καπνιστή Ρίκι Ρατ, που απογοητευμένος και μετανιωμένος για τα σκοτεινά σημεία της διαδρομής του «σπάει» και ξεσπάει μπροστά στην «κάμερα». Έτσι, με ευφυώς αλλαγμένα όλα τα ονόματα ταινιών, τίτλων και ονομάτων, οι αναγνώστες μαθαίνουν μια εναλλακτική ιστορία του Ντίσνεϊ και του Μίκι Μάους, μια παρωδία με μαύρο και πικρό χιούμορ για τα άδυτα της φανταχτερής βιομηχανίας. Στο πλαίσιο αυτό, η πρώτη πολύ δημοφιλής ταινία μικρού μήκους με τον Μίκι, «Steamboat Willie», γίνεται «Railroad Rickey», o ανταγωνιστής Πόρκι Πιγκ λέγεται «Πόρτλι Πιγκ» και είναι ένας ασθενικός γεράκος που βήχει ασταμάτητα, η Μίνι Μάους μετονομάζεται σε «Μίλι Μαρσούπιαλ» και είναι μια υπέρβαρη και μοναχική πρώην σεξοβόμβα, ο Φέλιξ ο Γάτος είναι ένας ρατσιστής πρώην ηθοποιός με το όνομα «Φρίντριχ φον Κατζ», οι Ντόναλντ Ντακ, Ντάφι Ντακ, Συλβέστερ, Μπαγκς Μπάνι, Γκούφι γίνονται Ντάνιελ Ντακ, Ντάπερ Ντακ, Σλαϊβέστερ, Μπάγκι Μπάνι, Σίλι αντιστοίχως. Το μεγάλο ερώτημα και μυστήριο όμως που διατρέχει το βιβλίο του Koslowski από την αρχή και για τη μεγαλύτερη έκτασή του είναι το ποιοι ήταν οι λόγοι που έκαναν τόσο δημοφιλή τον Ρίκι Ρατ και γιατί κανείς άλλος χαρακτήρας δεν κατόρθωσε ποτέ κάτι παρόμοιο παρά τις προσπάθειες των στούντιο και των ατζέντηδων. Ποιο ήταν το μεγάλο μυστικό του πανέξυπνου Ουόλτερς και του παράξενου αρουραίου που τους άνοιξε διάπλατα τον δρόμο προς την αποθέωση; Η απάντηση-αποκάλυψη έρχεται βραδυφλεγώς μέσα από τις «συνεντεύξεις» των πρωταγωνιστών της εποχής, αποσπάσματα από «ειδήσεις», εξώφυλλα πλαστών εφημερίδων, εκμυστηρεύσεις μετά από χρόνια. Και είναι σοκαριστική. Πέρα από το πολυεπίπεδο σενάριο και το σασπένς που χτίζεται με μαεστρία σε μια κατά τα άλλα παρωδιακού τύπου εξιστόρηση, το «Τρία Δάχτυλα» ξεχωρίζει και για τα απολύτως ταιριαστά σχέδια του δημιουργού του, ο οποίος επιτυγχάνει να αποδώσει με πολλές ρεαλιστικές λεπτομέρειες ανθρώπους, πόλεις, τοπία, εσωτερικά κτιρίων κ.λπ. σε πλήρη αρμονία με τα καρτούν που είναι φυσικά σχεδιασμένα ως… καρτούν και με τρόπο που παραπέμπουν σε άλλους γνωστούς χαρακτήρες. Για το εντυπωσιακά φιλοτεχνημένο «Τρία Δάχτυλα», ο Rich Koslowski τιμήθηκε το 2003 με το βραβείο Ignatz του καλύτερου graphic novel της χρονιάς, ενώ ήταν υποψήφιος και για τα βραβεία Harvey και Ursa Major Award. Αρκετά ακόμα βραβεία βρίσκονται στη συλλογή του για άλλες δουλειές του («The 3 Geeks», «BB Wolf & and the Three LP’s», «Weapon Omega», «Archie versus Predator» κ.ά.), ενώ στα ελληνικά έχει κυκλοφορήσει και το «The King», επίσης από τις εκδόσεις Μικρός Ηρως. Πηγή
  13. «Όταν σταματούν να μιλάνε για σένα είσαι νεκρός» Γιάννης Κουκουλάς Ο Ελβις Πρίσλεϊ ήταν ο «βασιλιάς». Λατρεύτηκε όσο λίγοι, ανέβηκε στην κορυφή και έφυγε ξαφνικά στα 42 του. Πολλοί οπαδοί του πιστεύουν ακόμα όμως ότι ζει κάπου «εκεί έξω». Το «The King» του Rich Koslowski είναι μια καθηλωτική ιστορία μυστηρίου για την πίστη στον βασιλιά του ροκ εντ ρολ. Δεκάδες ροκ τραγουδιστές και συγκροτήματα έχουν γίνει αντικείμενα λατρείας και έχουν αποκτήσει φανατικούς οπαδούς τα τελευταία 60 χρόνια. Το φαινόμενο Έλβις Πρίσλεϊ όμως, με εξαίρεση ίσως τους Beatles, δεν μπορεί να συγκριθεί με κανέναν. Γεννημένος το 1935 σε μια επαρχία του Μισισίπι κατάφερε να είναι είδωλο μιας ολόκληρης γενιάς μόλις σε ηλικία 20 ετών. Ο ρυθμός του, η κίνησή του στη σκηνή, ο χορός του, η φωνή του που προσαρμοζόταν στη μελωδία με έναν ανεξήγητο τρόπο, πότε γεμάτη πάθος και υπονοούμενα στις μπαλάντες και πότε άγρια και ξεσηκωτική στα ροκ εντ ρολ και κάντρι τραγούδια του ήταν τα στοιχεία που τον μετέτρεψαν σε μύθο. Ήταν το καλό παιδί της Αμερικής, ένας πατριώτης που υπηρέτησε ολόκληρη τη θητεία του και τραγουδούσε συχνά για τον στρατό, ενώ ταυτόχρονα έγινε ένα σεξ σύμβολο που με τις κινήσεις του, τα μαλλιά του, τις μεγάλες φαβορίτες του και τον ξέφρενο ρυθμό του έγινε ένα πολιτιστικό φόβητρο, πρωτοπόρος μιας μουσικής που αργότερα ταυτίστηκε με την αντίσταση, την αμφισβήτηση, την ελευθερία. Πρόλαβε να ανεβεί στην κορυφή, αλλά και να αποκαθηλωθεί πολύ γρήγορα, εξαρτημένος από τα φάρμακα, υπέρβαρος και για ένα διάστημα αποσυρμένος. Πέθανε νωρίς, σε ηλικία μόλις 42 ετών αλλά δεν ξεχάστηκε ποτέ. «The King is gone but he’s not forgotten» (ο βασιλιάς έφυγε μα δεν ξεχάστηκε) τραγουδούσε γι’ αυτόν ο Neil Young και πράγματι οι θαυμαστές του δεν τον ξέχασαν ποτέ. Κάποιοι, μάλιστα, δεν πίστεψαν ποτέ ότι ο βασιλιάς πέθανε. Από την πρώτη μέρα του θανάτου του ακούστηκαν και γράφτηκαν αμέτρητες εικασίες για τον Έλβις. Πολλές μετατράπηκαν σε αστικούς μύθους που αμφισβητούσαν την επίσημη εκδοχή με διάφορα ευφάνταστα σενάρια. Όπως γράφει και ο Γαβριήλ Τομπαλίδης, μεταφραστής του «The King» (εκδόσεις Μικρός Ηρως, 244 σελίδες) στον εξαιρετικό και κατατοπιστικό πρόλογό του με τίτλο «Ο Βασιλιάς πέθανε, ζήτω ο Βασιλιάς» για τα περιστατικά όπου κάποιοι, κάπου «έβλεπαν» τον Έλβις: «Οι λιγοστές θεάσεις που θα μπορούσαν έστω να ληφθούν στα σοβαρά είχαν κάποια ξεκάθαρη εξήγηση που δυστυχώς για τους λάτρεις των συνωμοσιών δεν ήταν εκείνη που θα επιθυμούσαν. Οι “θεάσεις” συνεχίστηκαν και στις επόμενες δεκαετίες καταλήγοντας στις πρώτες σελίδες σκανδαλοθηρικών φυλλάδων προκαλώντας κυρίως το γέλιο». Μια τέτοια «θέαση» είναι το κεντρικό θέμα του «The King». Το 2005, 38 χρόνια μετά τον θάνατο του Έλβις Πρίσλεϊ, εμφανίζεται στο Λας Βέγκας ένας παράξενος τραγουδιστής φορώντας κράνος και μάσκα και ντυμένος με την κλασική λευκή στολή του Έλβις και ισχυρίζεται ότι είναι ο Βασιλιάς. Στις συναυλίες του στα καζίνα του Λας Βέγκας παρατηρείται κοσμοσυρροή. Χιλιάδες άνθρωποι αποθεώνουν τον αινιγματικό ηλικιωμένο άντρα που στα σόου του τραγουδά, χορεύει και μιλά όπως ο Έλβις. Στην τηλεόραση, στις εφημερίδες και στα περιοδικά τα αφιερώματα στον σωσία, μίμο ή απατεώνα δίνουν και παίρνουν. Κάποιοι πείθονται ότι πρόκειται για τον ίδιο τον Έλβις. Ο ίδιος αυτοαποκαλείται «Θεός». Ένας βετεράνος και παρηκμασμένος δημοσιογράφος καλείται από τον ίδιο τον παράξενο, παχουλό σόουμαν για γνωριμία και συνέντευξη. Ο Πολ Έρφουρτ έρχεται απρόθυμα στο Βέγκας με σκοπό να καλύψει το θέμα για το Time, πάλι κατ’ απαίτηση του νέου Έλβις. Και ενώ είναι βέβαιος πως πρόκειται για έναν απατεώνα που μεταμφιέζεται επιτυχημένα για να ξεγελά τους αφελείς και να δηλώνει Θεός της μουσικής, σιγά-σιγά αρχίζει να αλλάζει γνώμη. «Ο Απόλλωνας ήταν ο θεός του τραγουδιού πολύ καιρό πριν. Ύστερα όμως η ελληνική μυθολογία πέρασε στο περιθώριο, έτσι; Όταν δεν πιστεύουν πια σ’ εσένα δεν υπάρχεις. Έτσι πάνε τα πράγματα. Χάθηκε εδώ και καιρό τώρα. Πολύ καιρό στην πραγματικότητα. Άντεξε πολύ όμως. Διάολε, υπήρξαν περίπου ογδόντα θεοί ή ημίθεοι των τραγουδιών μετά από εκείνον. Κάποιοι σημαντικοί. Ο Μότσαρτ, ο Μπετόβεν φυσικά, οι Σειρήνες, σέξι κοπελιές. Διάολε, ακόμα και ο Σιντ Βίσιους ήταν ημίθεος για λίγο. Όχι για πολύ όμως. Για κανέναν μήνα. Πάμε σε μένα τώρα. Ήταν η σειρά μου... Εντάξει, η σειρά του Έλβις να πάρει τα ηνία όταν τόσοι πολλοί άνθρωποι παγκοσμίως πίστευαν πως ήταν θεός, ενώ ακόμα βρισκόταν εν ζωή. Σπάνιο πράγμα. Το κατάλαβε αυτό λίγο πριν από το τέλος, ξέρετε. Για να γίνει πραγματικά θεός όμως κάποιος δεν μπορεί να είναι θνητός. Πρέπει να υπερβεί το γήινο πεδίο. Ζόρικο πράγμα. Και γι’ αυτό και ο Έλβις έπρεπε να πεθάνει εκείνο το βράδυ. Για να πάρει τη θέση που του ανήκει στο Πάνθεον. Τη θέση που μου ανήκει» εκμυστηρεύεται με αποφασιστικότητα στον αποσβολωμένο δημοσιογράφο. Που όσο η λογική του αντιστέκεται στο να πιστέψει τον αλλόκοτο μασκοφόρο, τόσο τα λόγια του, η αγάπη του κόσμου και οι ικανότητές του τον κάνουν να το ξανασκεφτεί, να σκαλίσει το παρελθόν του, να αναζητήσει το πρόσωπο πίσω από το προσωπείο. Πάνω σ’ αυτήν την ιδέα στήνει ένα καθηλωτικό σενάριο ο Rich Koslowski που από τη μια θυμίζει παρωδία νουάρ και ιστοριών με γκάγκστερ, αλλά από την άλλη του δίνει την ευκαιρία για έναν πλούσιο φιλοσοφικό στοχασμό γύρω από την πίστη, την ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει ή να επινοήσει τους θεούς του, τον ρόλο του Τύπου στη δημιουργία, αλλά και στο γκρέμισμα των ειδώλων. Αφήνοντας πάντα μια παιχνιδιάρικη χαραμάδα πιθανότητας να μπορούσαν όλα αυτά να ήταν αληθινά. Σ’ αυτό το κλίμα αγωνιώδους αμφιβολίας, δεν είναι τυχαίο ότι μεταξύ των πολλών ρήσεων του Έλβις που παρεμβάλλονται ανάμεσα στα κεφάλαια του βιβλίου, ο Rich Koslowski επιλέγει και το «Αν με ξεχάσουν, θα πρέπει να κάνω κάτι που θα αξίζει να το θυμούνται». Πηγή
  14. Από τον «Μικρό Ήρωα» στον «Αστερίξ» του Γκοσινί: Η «εισβολή» των κόμιξ Σαράντα τέσσερα χρόνια συμπληρώθηκαν αυτές τις ημέρες από τις 5 Νοεμβρίου 1977 όταν φεύγει από τη ζωή σε ηλικία μόλις 51 ετών ο κορυφαίος συγγραφέας και δημιουργός παιδικών βιβλίων Ρενέ Γκοσινί, αφήνοντας “κληρονομιά” κάποιες από τις καλύτερες αναμνήσεις εκατομμυρίων παιδιών σε όλο τον κόσμο. Ο δημιουργός του “Μικρού Νικόλα”, “Αστερίξ”, “Ιζνογκούντ” καθώς και άλλων χαρακτήρων γαλλικών κόμιξ, αλλά και αναδημιουργός του “Λούκυ Λούκ” που τον μετατρέπει από αδιάφορο ήρωα σε διεθνές brand name, “φτάνει” στην Ελλάδα το 1968 από τον νεαρό τότε εκδότη Κώστα Σπανό. Ο συγγραφέας και λογοτέχνης Κυριάκος Κάσσης περιγράφει τον χαρακτήρα του “Αστερίξ” ως :“Θρεμμένο με το μαγικό ποτό, αλλά και με πλήθος ιδέες από εκείνες που γέννησαν τον Γαλλικό Μάη του 1968, παρά τον φαινομενικό νασιοναλισμό του, είναι ένα φωτεινό δείγμα δημοκρατικής αίσθησης της ζωής, αντιμιλιταρισμού ανακατεμένου με ανθρωπισμό και φυσιολατρία”. Οι ιστορίες του μοναχικού και ανυπότακτου γαλατικού χωριού έναντι της ιμπεριαλιστικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας γίνονται ανάρπαστες στη διάρκεια της δικτατορίας και ακολουθούν συνεχείς επανεκδόσεις μέχρι σήμερα. Όταν ο Μορίς δημιουργεί τον χαρακτήρα του “Λούκυ Λουκ” το κόμιξ περνά απαρατήρητο και πιθανότατα έτσι θα παρέμενε αν δεν μεσολαβούσε η καθοριστική σεναριακή παρέμβαση του Γκοσινί που απογειώνει διεθνώς την ιστορία. Το ίδιο συμβαίνει και στην Ελλάδα όπου οι περιπέτειες του αντισυμβατικού καουμπόι που πυροβολώντας “πιο γρήγορα από τη σκιά του” υπερασπίζεται με ανιδιοτέλεια το δίκαιο και τους αδυνάτους κάνουν πέντε διαφορετικές εκδόσεις από το 1968 μέχρι σήμερα. Οι ξεχωριστές ιστορίες του Γκοσινί αποτελούν μόνο ένα μικρό τμήμα της “εισβολής” που δέχεται η χώρα από την δεκαετία του 50 στον τομέα της παιδικής παραλογοτεχνίας. Μέχρι τότε στην μικρή τοπική αγορά κυριαρχούν οι ιστορίες Καραγκιόζη, μυστηρίου και αγάπης, ληστρικά μυθιστορήματα, και περιπέτειες Ελλήνων ηρώων. Η δεκαετία του 50 αποτελεί την χρυσή εποχή της ελληνικής παραλογοτεχνίας, με έντυπα και αναγνώστες να πολλαπλασιάζονται αφού τα παιδιά με τα κοντά παντελονάκια αφήνοντας πίσω τους μια δεκαετία φρίκης έχουν ανάγκη νέων ηρώων και ταξιδιών σε άλλους κόσμους. Τα πάντα αλλάζουν τον Μάρτιο του 1951 όταν οι εκδόσεις Πεχλιβανίδη εκδίδουν στα ελληνικά τα “Κλασικά Εικονογραφημένα» όπου η μετατροπή των σημαντικότερων έργων της παγκόσμιας λογοτεχνίας σε κόμιξ, προκαλεί πραγματική «επανάσταση», αφού πρωταγωνιστής δεν είναι πλέον το κείμενο αλλά η εικόνα. Στα πρώτα τεύχη μάλιστα δημοσιεύονται αναλυτικές περιγραφές για το πως πρέπει να διαβάζεται το περιοδικό και διευκρινήσεις ότι τα «συννεφάκια» στις εικόνες αντιστοιχούν σε λόγια ή σκέψεις του πρωταγωνιστή. Από τον πρώτο κιόλας χρόνο έκδοσής τους στα «Κλασικά Εικονογραφημένα» συνεργάζονται σημαντικοί Έλληνες μεταφραστές, λογοτέχνες και ζωγράφοι (Βασίλης Ρώτας, Σοφία Μαυροειδή- Παπαδάκη, Βασίλης Ζήσης, Γιώργος Βακαλό, Κώστας Γραμματόπουλος, Μέντης Μποσταντζόγλου και άλλοι) οι οποίοι μεταφέρουν στο περιοδικό δεκάδες ελληνικά θέματα (μυθολογία, αρχαιότητα, Βυζάντιο, Επανάσταση του 1821). Παρά την, απόλυτα επιτυχημένη, «εισβολή» των αμερικάνικων κόμιξ στην χώρα, η μικρή ελληνική παραγωγή όχι μόνο αντέχει αλλά και «αντεπιτίθεται» τον Φεβρουάριο του 1953 με την έκδοση του «Μικρός Ήρως» του Στέλιου Ανεμοδουρά. Πρωταγωνιστής ο ατρόμητος έφηβος πράκτορας της Ελληνικής Αντίστασης Γιώργος Θαλάσσης -ή Παιδί Φάντασμα- που προκαλεί τρόμο σε Γερμανούς, Ιταλούς και Βουλγάρους εισβολείς, η ισάξια πολεμίστρια και ανεκπλήρωτος έρωτας του Κατερίνα, ο αιώνια πεινασμένος Σπίθας, ο Διαβολάκος, ο Τζάγκουαρ, η Μιμόζα, ο Σαΐτας, ο Χαζούλης, ο Κεραυνός και άλλοι μαχητές της ελευθερίας. Ο «Μικρός Ήρως» συντροφεύει την παιδική φαντασία μέχρι το 1968, ενώ στη συνέχεια γίνονται αρκετές ανατυπώσεις του. Τη δεκαετία του 60 τα αμερικάνικα κόμιξ έχουν κυριαρχήσει στην ελληνική αγορά αρχικά με την σειρά «Διαπλανητικά», «Παράξενα», «Δυναμικά», «Εκπληκτικά», το «Γέλιο και Χαρά» και, φυσικά, τον παγκόσμιο «βασιλιά» «Μίκυ Μάους», που το όνομα του ταυτίζεται από τον Μεσοπόλεμο, και στην Ελλάδα, με την ίδια την έννοια των κινουμένων σχεδίων και των κόμιξ αφού κάθε αντίστοιχη προσπάθεια βαφτίζεται ως «Μίκυ Μάους». Στην πραγματικότητα ο δαιμόνιος ποντικός, αποκτά το πρώτο ...ιδιόκτητο περιοδικό στη χώρα μόλις το 1966 από τις εκδόσεις Τερζόπουλου, αφού μέχρι τότε ζει …φιλοξενούμενος σε σειρές άλλων εκδόσεων, όπως το “Γέλιο και Χαρά”. Σε κάθε περίπτωση ο Μίκυ με τη παρέα του (Μίνι, Πλούτο, Μαύρος Πητ) και οι άλλοι ήρωες του Ουώλτ Ντίσνευ (Ντόναλντ, Σκρούντζ κλπ) γοητεύουν με τις περιπέτειες τους τα ελληνόπουλα που σπεύδουν κατά χιλιάδες να δώσουν τρεις δραχμές από το χαρτζιλίκι τους για να τον αποκτήσουν. Η δεκαετία του 70 βρίσκει την ελληνική αγορά παραλογοτεχνίας με διευρυμένο αναγνωστικό κοινό και τίτλους, και διαφοροποιημένη θεματολογία. Ήδη έχουν ξεκινήσει περιοδικά ιστοριών γουέστερν («Μικρός Σερίφης», «Μικρός Κάου μπόυ, «Μικρός Αρχηγός» κλπ), πολεμικά δράσης («Έφοδος», «Δράσις», «Πόλεμος» «Αστραπή», «Κράνος» κλπ) ο μόνιμα πεινασμένος «Σεραφίνο» και ο λαστιχάνθρωπος «Τιραμόλα», οι διαχρονικοί «Λούκυ Λουκ» και «Αστερίξ», οι πολεμιστές «Μπλέκ», «Ζαγκόρ» και «Όμπραξ», το «Αγόρι» και ο «Τρουένο». Εκτός των αγοριών, έχουν πλέον και τα κορίτσια τις «Κατερίνα», «Μανίνα», «Πάττυ» και «Μαριλένα». Με την έκδοση των ηρώων της Μάρβελ, («Κάπτεν Αμέρικα», «Χούλκ», «Σπάιντερμαν» κλπ), ολοκληρώνεται η απόλυτη κυριαρχία του εισαγόμενου κόμιξ στην Ελλάδα, και οι ντόπιοι δημιουργοί περιορίζονται σε ηρωικές προσπάθειες όπως η «Κολούμπρα» και το «Σκαθάρι» από τους Πάνο Κουτρουλάρη και Κάρολο Μπρούσαλη. Φυσικά οι εκδόσεις των κόμιξ δεν σταματούν στα τέλη της δεκαετίας του 70 όπως εμείς. Δεν είμαστε στην πλευρά όσων πιστεύουν ότι διαβάζουν σήμερα τα παιδιά είναι «επικίνδυνα» σε αντίθεση με τα δικά μας, αφού δεν υπάρχουν «αθώα» έντυπα, αλλά αθώες ματιές και αυτές τις έχουν μόνο τα παιδιά… Πηγή
  15. Το τέλος του πολέμου ή του πολιτισμού; Γιάννης Κουκουλάς Τα πυρηνικά όπλα στον πλανήτη είναι αρκετά για να τον καταστρέψουν αμέτρητες φορές. Οι Alcante, Bollee και Rodier στο «Η Βόμβα» περιγράφουν το πώς ξεκίνησε η φρενίτιδα για τους εξοπλισμούς κατά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και πώς κορυφώθηκε με τη ρίψη της ατομικής βόμβας στη Χιροσίμα «Ισχύς έκρηξης ισοδύναμη με δεκαπέντε χιλιάδες τόνους TNT. Θερμοκρασία εδάφους περίπου τρεις χιλιάδες βαθμοί Κελσίου. Σχεδόν όλα τα ξύλινα σπίτια κατέρρευσαν σε ακτίνα δυο χιλιομέτρων γύρω από το “σημείο μηδέν”. Πάνω από εξήντα χιλιάδες άτομα νεκρά ώσπου να ανοιγοκλείσεις τα μάτια (με τη συντριπτική πλειονότητα να είναι άμαχοι, άντρες, γυναίκες, γέροι και παιδιά, πρέπει να το υπενθυμίσουμε αυτό). Πάνω από διακόσιες χιλιάδες νεκροί συνολικά στα επόμενα χρόνια, θύματα άμεσα ή έμμεσα των επιπτώσεων της βόμβας. Ύστερα, υπάρχουν εικόνες που δίνουν σάρκα και οστά στους αριθμούς. Φωτογραφίες όπου βλέπεις πτώματα αποτεφρωμένα, περιοχές ολοκληρωτικά ισοπεδωμένες, ρημαγμένες, αφανισμένες. Αντικείμενα κατεστραμμένα, συντριμμένα, λιωμένα. Ρολόγια σταματημένα οριστικά στη μοιραία ώρα, 8:15. Χαρτονομίσματα απανθρακωμένα, παρ’ όλο που βρίσκονταν μέσα σε χρηματοκιβώτια. Τα σιχαμερά χνάρια της περίφημης μαύρης βροχής. Πληγές που αιμορραγούν, παράξενα σημάδια πάνω στα κορμιά, παιδιά που χάνουν τα μαλλιά τους. Σκίτσα των επιζώντων που απεικονίζουν αληθινούς ζωντανούς-νεκρούς, με το δέρμα να κρέμεται λιωμένο, να προσπαθούν να ανακουφίσουν τα εγκαύματά τους μέσα στις δεξαμενές νερού. Το ποτάμι να παρασέρνει αμέτρητα πτώματα. Ο πίνακας ενός σχολείου, με τα μηνύματα των επιζώντων που γυρεύουν απελπισμένα τους δικούς τους…» Αυτά είναι λίγα από τα λόγια του σεναριογράφου Didier Alcante στον εκτενή επίλογό του από το «Η Βόμβα» (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ηρως, 480 σελίδες), ένα μνημειώδες έργο για μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές στην Ιστορία της ανθρωπότητας. Ο Alcante σε συνεργασία με τον Laurent-Frederic Bollee συνέθεσε ένα πολυεπίπεδο και κλιμακωτής έντασης σενάριο για όλα όσα προηγήθηκαν της 6ης Αυγούστου του 1945, το οποίο ανέλαβε να εικονοποιήσει ο Denis Rodier. Οι τρεις συνεργάτες δούλεψαν πυρετωδώς για πέντε ολόκληρα χρόνια και το αποτέλεσμα είναι εντυπωσιακό. Κι αυτό γιατί οι τρεις δημιουργοί δεν αρκέστηκαν στην καταγραφή της καταστροφής αλλά έπιασαν το νήμα από πολύ νωρίτερα, από το 1933 και τις διαλέξεις του καθηγητή Λίο Σίλαρντ στο Πανεπιστήμιο Φρίντριχ - Βίλχελμς του Βερολίνου. Σε μια σκηνή με έντονο συμβολισμό, ο εβραϊκής καταγωγής φυσικός βλέπει από το παράθυρο του αμφιθεάτρου, στο οποίο διδάσκει, τους ναζί να παρελαύνουν κρατώντας σημαίες με αγκυλωτούς σταυρούς. Συνειδητοποιεί ότι η χώρα του βουλιάζει στον ναζισμό και αποφασίζει να μεταναστεύσει στις ΗΠΑ. Πιθανώς για παρόμοιους λόγους μεταναστεύει στις ΗΠΑ και ο Ιταλός φυσικός Ενρίκο Φέρμι λίγο πριν βραβευτεί με Νόμπελ από τη Σουηδική Ακαδημία το 1938. Από τους διαλόγους αυτών των δύο μεγαθήριων της Φυσικής, κάπου στο Μανχάταν, μπαίνουν οι βάσεις για την αλυσιδωτή αντίδραση που θα οδηγούσε αργότερα στην ατομική βόμβα. Είχε βέβαια μεσολαβήσει η ναζιστική επεκτατικότητα, η θηριωδία των στρατοπέδων συγκέντρωσης, τα εκατομμύρια νεκρών στην Ευρώπη και πολλά χρόνια εισβολών και πολέμου. Όλα αυτά τα χρόνια τόσο στις ΗΠΑ όσο και στη Γερμανία και σε μικρότερο βαθμό και σε άλλες μεγάλες χώρες, όπως η Μεγάλη Βρετανία, γίνονταν πυρετώδεις προσπάθειες για τη χαλιναγώγηση των σχάσιμων υλικών του μικρόκοσμου, των ραδιενεργών υλικών όπως το ουράνιο και το πλουτώνιο. Όλες αυτές οι προσπάθειες είχαν έναν και μόνο απώτερο σκοπό: τη δημιουργία μιας βόμβας που όμοιά της δεν είχε ξαναϋπάρξει, ενός όπλου που ο πρώτος κάτοχός του θα γινόταν ο επικρατέστερος «παίκτης» στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτή τη διαδρομή προς τη δημιουργία της «μητέρας όλων των βομβών» αφηγούνται με κάθε λεπτομέρεια οι Alcante, Bollee και Rodier και, όσο κι αν ο αναγνώστης γνωρίζει την τραγική κατάληξη, δεν παύει να παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα όλα όσα συνέβαιναν σε μυστικά εργαστήρια, σε στρατιωτικές εγκαταστάσεις, σε προεδρικά και πρωθυπουργικά γραφεία, σε πανεπιστήμια, στον Λευκό Οίκο και στο Κρεμλίνο· όλα όσα έπρατταν επιστήμονες όπως ο Αϊνστάιν, ο Χάιζενμπεργκ, ο Οπενχάιμερ και πολιτικοί όπως ο Τρούμαν, ο Ρούσβελτ, ο Στάλιν, ο Τσόρτσιλ. Πρωταγωνιστές στις αποφάσεις ήταν φυσικά οι πολιτικοί αλλά κι ο ρόλος των επιστημόνων, άλλων με τον ενθουσιασμό τους για τις ανακαλύψεις τους που θα μπορούσαν να σημάνουν το τέλος του πολέμου, άλλων με τις επιφυλάξεις τους για το ποιος θα έπρεπε να έχει την ευθύνη της απελευθέρωσης μιας φαινομενικά ανεξέλεγκτης δύναμης και άλλων με την άρνησή τους να συμβάλουν σε εκατομμύρια θανάτους υπό οποιοδήποτε πρόσχημα, ήταν καθοριστικός. Πολύ έξυπνα οι δημιουργοί της «Βόμβας» εναλλάσσουν τους χώρους της δράσης του βιβλίου τους και μεταφέρουν ιδανικά αυτά τα αντικρουόμενα αισθήματα είτε των επιστημόνων είτε των στρατιωτικών είτε ακόμα και των ηγετών των Μεγάλων Δυνάμεων που ακόμα και αυτοί δεν γνώριζαν τι ακριβώς πάνε να κάνουν και σε τι μπορεί να οδηγήσει τον κόσμο η πυροδότηση ενός όπλου του οποίου τις συνέπειες δεν γνώριζε και δεν μπορούσε να προβλέψει κανείς. Είναι αυτονόητο πως για την περιγραφή όλων των γεγονότων που οδήγησαν στον σχεδιασμό, στην κατασκευή και τη ρίψη της βόμβας απαιτείται τιτάνια και πολυετής έρευνα και για την απόδοσή τους με πειστικό αλλά και ελκυστικό τρόπο είναι απαραίτητη η τεκμηρίωση. Στο τέλος του βιβλίου τους οι τρεις δημιουργοί παραθέτουν μια εκτενή σειρά πηγών που δεν περιορίζονται μόνο σε βιβλία και έρευνες του παρελθόντος, αλλά επεκτείνονται και σε διαδικτυακούς ιστοτόπους, σε ντοκιμαντέρ, σε επιστημονική αρθρογραφία και σε κόμικς που έχουν ασχοληθεί με το θέμα όπως τα «Dans un Recoin de ce Monde» της Fumiyo Kouno, «Gen d’Hiroshima» του Keiji Nakazawa και «Les Reveurs Lunaires» των Cedric Villani και Baudoin. Όπως επισημαίνει και ο Alcante: «Έπρεπε να αφομοιώσουμε, να κατανοήσουμε και να συνοψίσουμε δεκάδες βιβλία, άρθρα και ντοκιμαντέρ για να τροφοδοτήσουμε τις σκηνές μας. Συζητούσαμε αφηγηματικές επιλογές ως τα ξημερώματα, ξαναγράφαμε σκηνές πάλι και πάλι, επαληθεύαμε, ξεκινούσαμε ξανά από το μηδέν, ετοιμάζαμε storyboard, σκιτσάραμε, μελανώναμε… ατέλειωτη δουλειά […] Από την αρχή, συμφωνήσαμε ότι το θέμα επέβαλλε απόλυτη ακρίβεια, τόσο σε ιστορικό όσο και σε επιστημονικό επίπεδο. Όλα τα γεγονότα, οι ημερομηνίες, τα πρόσωπα, καθώς επίσης και οι τόποι, τα κτίρια, τα οχήματα, οι στολές, όλα επαληθεύτηκαν πολλές φορές». Θα νόμιζε κάποιος, όμως, διαβάζοντας για αυτή την εμμονή στην ακρίβεια και τη λεπτομέρεια στη δημιουργία της «Βόμβας» ότι πρόκειται για ένα βαρύ ακαδημαϊκό έργο ή για έναν αναλυτικό οδηγό ιστορικών γεγονότων. Ισχύει το αντίθετο. Με τη δεξιοτεχνία στην εναλλαγή των σκηνών, των προσώπων και των χώρων όπου εξελίσσονται τα γεγονότα και, κυρίως, με την εστίαση στους συναισθηματικούς κόσμους των πρωταγωνιστών, η «Βόμβα» κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον από την πρώτη μέχρι την τελευταία σελίδα. Τα ασπρόμαυρα σχέδια του Rodier συμβάλλουν και αυτά καθοριστικά στο αποτέλεσμα καθώς ισορροπεί ιδανικά ανάμεσα στα μεγάλα πλάνα των εργοστασίων, των θαλασσών, των ουρανών και των πόλεων και στα κοντινά πλάνα των προσώπων, των εκφράσεών τους, της θλίψης τους, των συγκεχυμένων διαθέσεών τους. Και, τέλος, το πιο σημαντικό σε ένα τέτοιο έργο είναι ότι οι δημιουργοί του δεν υιοθετούν και δεν εφαρμόζουν μια υποτιθέμενη ουδετερότητα απέναντι στα γεγονότα, ωσάν η Ιστορία να αποφάσισε για το πώς έπρεπε να γίνουν τα πράγματα. Αντιθέτως, παίρνουν θέση, πότε άμεσα και πότε έμμεσα αλλά πάντα με σαφή τρόπο. Έτσι μεταφέρουν μέσω της πλοκής τους την προφανή απορία για το αν εντέλει η ατομική βόμβα που έριξε το πρωί της 6ης Αυγούστου του 1945 το Enola Gay στη Χιροσίμα ήταν απαραίτητη για τον τερματισμό του πολέμου –με τη Γερμανία ήδη ηττημένη και κατεστραμμένη– ή, απλώς, έπεσε για να καταλάβουν όλοι ποιος θα είναι ο κυρίαρχος της επόμενης μέρας. H απάντηση που δίνουν είναι φυσικά το δεύτερο. Γι’ αυτό και επιλέγουν να κλείσουν το έργο τους με περισσότερες από είκοσι συγκλονιστικές σελίδες από τη Χιροσίμα την ώρα της καταστροφής, που δεν χρειάζονται καθόλου λόγια. Με το σφίξιμο στο στομάχι να γίνεται ακόμα πιο οδυνηρό με την ευφυή αντίστιξη του αντιστράτηγου Λέσλι Γκρόουβς, στρατιωτικού προϊσταμένου του Σχεδίου Μανχάταν για την ανάπτυξη της ατομικής βόμβας, να διαβάζει το τηλεγράφημα από τον Ειρηνικό λίγο μετά τη ρίψη («Αποτέλεσμα άψογο. Επιτυχία σε όλα τα επίπεδα») και να πανηγυρίζει κραυγάζοντας «Τα καταφέραμε! Πετύχαμε!» την ώρα που δεκάδες χιλιάδες άνθρωποι απανθρακώνονταν, αφήνοντας σαν ακτινογραφία τη σκιά τους στα ερείπια μιας ισοπεδωμένης πόλης, ενός ισοπεδωμένου πολιτισμού. Πηγή
  16. Κόμικς χωρίς σταματημό Γιάννης Κουκουλάς Στη μεγάλη παράδοση των περιοδικών κόμικς που δημοσίευαν πολλές ιστορίες από διαφορετικούς δημιουργούς σε κάθε τεύχος τους προστέθηκε πριν από λίγους μήνες και το Non-Stop Comics που κυκλοφόρησε ήδη και το δεύτερο τεύχος του Ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, κυκλοφόρησαν στην Ελλάδα τα πρώτα περιοδικά-ανθολογίες με κόμικς που προέρχονταν σε κάθε τεύχος από πολλούς και διαφορετικούς δημιουργούς. «Η Κολούμπρα», το «Μαμούθ», η «Πράσινη Γάτα» ήταν κάποια από αυτά τα πρωτοπόρα και πολυσυλλεκτικά περιοδικά που πάτησαν πάνω στα βήματα πολλών ανάλογων περιοδικών που κυκλοφορούσαν παράλληλα ή είχαν κυκλοφορήσει αρκετά χρόνια νωρίτερα κυρίως στη Γαλλία (Fluide Glacial, Metal Hurlant, A Suivre κ.ά.), στις ΗΠΑ (Raw, Zap, Weirdo κ.ά.), στην Αγγλία (2000 AD κ.ά.) και σε μικρότερο βαθμό στην Ιταλία (Frigidaire, Linus κ.ά.) και στην Ισπανία (El Vibora κ.ά.). Αυτή η εκδοτική πρακτική συνεχίστηκε στη χώρα μας με κύριο εκπρόσωπο πρώτα τη «Βαβέλ» από το 1981 και στη συνέχεια με το «Παρά-Πέντε», το «Μικρό Παρά-Πέντε», την «Επόμενη Μέρα» κ.ά. Ακόμα και το περιοδικό «9», αν και ένθετο στην εφημερίδα «Ελευθεροτυπία», χρησιμοποίησε αυτή τη μέθοδο, όπως και ο πολύ πρόσφατος «Μπλε Κομήτης» που πριν κλείσει πρόλαβε να δημοσιεύσει εξαιρετικά κόμικς Ελλήνων και ξένων δημιουργών. Τέτοιες περιοδικές ανθολογίες υπήρχαν παλαιότερα και για τις μικρότερες σε ηλικία αναγνώστριες που στη «Μανίνα», την «Κατερίνα» και άλλα εβδομαδιαία ή μηνιαία έντυπα διάβαζαν πολλές διαφορετικές ιστορίες, αλλά και για μικρούς αναγνώστες που απολάμβαναν το «Αγόρι», το «Τρουένο», τη «Βαβούρα», το παλιό «Μπλεκ». Από αυτή την παράδοση αντλεί την ύπαρξή του το νέο διμηνιαίο περιοδικό «Non-Stop Comics» που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και θα δημοσιεύει σε κάθε τεύχος του κάποιους από τους τίτλους που δημοσιεύονταν στο νέο «Μπλεκ» των ίδιων εκδόσεων αλλά και άλλες ιστορίες. Αρχισυντάκτης του «Non-Stop Comics» είναι ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς και συνεργάτες-αρθρογράφοι οι Γαβριήλ Τομπαλίδης, Ιωνας Αγγελής, Γιώργος Ζωιτάς, Γιάννης Παπαδόπουλος, Μάνος Νομικός. Όπως γράφει ο αρχισυντάκτης και υπεύθυνος έκδοσης Λεωκράτης Ανεμοδουράς στο editorial του πρώτου τεύχους, εξηγώντας την επιλογή του τίτλου: «Γιατί όμως Non-Stop Comics; Βασικά γιατί θεωρούμε ότι είναι μια λέξη που μας αντιπροσωπεύει ως εκδοτική φιλοσοφία! Είναι αλήθεια ότι είμαστε non-stop, ακόμα και αυτή τη δύσκολη περίοδο, όπου δεν υπάρχει ξεκάθαρος ορίζοντας». Ως προς τα κόμικς του, στα δύο πρώτα τεύχη δημοσιεύεται το εξαιρετικό και σκοτεινό «Kill or be Killed» των Ed Brubaker και Sean Phillips καθώς και νέες ιστορίες του περιπετειώδους «Λάργκο Γουίντς» με τον τυχοδιώκτη πρωταγωνιστή των Jean Van Hamme και Philipe Francq, του ιστορικού φουτουριστικού fantasy και ιδιαίτερα δημοφιλούς στη χώρα μας «Στορμ» των Martin Lodewijk, Romano Molenaar και Jorg de Vos και του δυστοπικού «Δικαστή Ντρεντ» των John Wagner και Dan Cornwell σε ένα μέλλον ολοκληρωτισμού και αστυνομοκρατίας. Από το Καρέ Καρέ, ευχές για μακροημέρευση και ασταμάτητα κόμικς! Πηγή
  17. «Βλέπω ακόμα τον ίδιο εφιάλτη κάθε νύχτα...» Γιάννης Κουκουλάς Ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο «Μόμπι Ντικ» του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ, διασκευασμένο σε κόμικς από τους Olivier Jouvray και Pierre Alary, προσφέρεται στους αναγνώστες της ειδικής έκδοσης της «Εφ.Συν.» σήμερα και τα δύο επόμενα Σάββατα Η εμμονή του ανθρώπου να κυριαρχήσει απέναντι στη φύση με κάθε τίμημα, η εκδίκηση, η προσωπική αφοσίωση σε έναν στόχο, η τρέλα αποτελούν τα βασικά θέματα ενός βιβλίου που γράφτηκε πριν από 170 χρόνια, αλλά παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα. Ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ γράφτηκε το 1851 και σε πρώτο επίπεδο αφορά τη μονομανή καταδίωξη μιας θηριώδους λευκής φάλαινας από τον εμφανώς διαταραγμένο Κάπτεν Αχάμπ που έβαλε στόχο της ζωής του να καμακώσει το «θηρίο» από τότε που αυτό του έφαγε το ένα πόδι. Αφηγητής είναι ένας νεαρός ναύτης, ο Ισμαήλ, ενώ στους πρωταγωνιστές συγκαταλέγεται και ένας «ευγενής άγριος», ο εξωτικός Κουίκουεγκ που συχνά παίζει τον ρόλο του καταλύτη στις δύσκολες καταστάσεις, κατορθώνοντας να λύνει τα προβλήματα με απλότητα και αμεσότητα. Οι ζωές των τριών ανθρώπων καθώς και δεκάδων άλλων ναυτικών, αξιωματικών κ.λπ. εξελίσσονται πάνω στα φαλαινοθηρικά και μέσα στις φουρτουνιασμένες θάλασσες με έναν και μόνο στόχο. Αλλά ποιος είναι αυτός; Είναι κοινός για όλους; Από την εξέλιξη της συναρπαστικής πλοκής αποδεικνύεται πως όχι. Αυτό το μωσαϊκό στάσεων, αντιλήψεων, προθέσεων και επιδιώξεων που περιγράφει με ένα σχεδόν ρομαντικό στιλ ο Μέλβιλ, μεταφέρουν ιδανικά οι Olivier Jouvray (σενάριο) και Pierre Alary (σχέδιο) στη δική τους προσαρμογή (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ηρως). Ο Jouvray επιλέγει ευφυέστατα τις σκηνές και τα περιστατικά στα οποία δίνει έμφαση, κάτι που ελαχιστοποιεί τις συνέπειες από την αναπόφευκτη περικοπή υλικού όταν επιδιώκεται η προσαρμογή ενός τεράστιου λογοτεχνικού έργου σε κόμικς ενώ παράλληλα ο Alary παίρνει άριστα στην απόδοση των εκφράσεων των χαρακτήρων, αντισταθμίζοντας έτσι την απώλεια του γραπτού λόγου. Αποφεύγοντας τις «φωτογραφικές» αναπαραστάσεις αλλά και την «καθαρότητα» και επιλέγοντας αντ’ αυτών σκοτεινά χρώματα στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, σχέδια που πλημμυρίζουν από γραμμές και μολυβιές, περιγράμματα που ξεφεύγουν από τα πρόσωπα και τα αντικείμενα τα οποία υποτίθεται ότι ορίζουν, σκιές που δεν υπακούν στους κανόνες της φύσης αλλά αντανακλούν τη διάθεση των χαρακτήρων και το κλίμα της υπόθεσης, καταφέρνει να πλάσει μια ατμόσφαιρα που αποπνέει υγρασία και μοναξιά, φόβο και διαρκή απειλή. Μια απειλή που είναι το αποτέλεσμα της εμμονής ενός καπετάνιου που παλεύει να πάρει εκδίκηση. «Βλέπω ακόμα τον ίδιο εφιάλτη κάθε νύχτα…» λέει ο Κάπτεν Αχάμπ. Και επιλέγει να ζήσει εντός αυτού του εφιάλτη για πάντα. Μόνο μέσα στον εφιάλτη η ζωή του έχει κάποιο νόημα. Που δεν είναι άλλο από το προδιαγεγραμμένο τέλος. Του εφιάλτη και της ζωής. Πηγή
  18. Τίτλος Πρωτότυπου: La Bombe (Glénat, 2020) Η Βόμβα. Χωρίς κανέναν προσδιορισμό. Δεν χρειάζεται. Όλες και όλοι καταλαβαίνουμε σε ποια Βόμβα αναφέρεται ο τίτλος του κόμικ. Το κόμικ, λοιπόν, είναι μια αρκετά λεπτομερής καταγραφή των πολλών και διαφορετικών καταστάσεων, που συνέβαλαν στη δημιουργία της πυρηνικής βόμβας, από τη σύλληψη της ιδέας της πυρηνικής σχάσης, τότε, που η ιδέα ενός τέτοιου όπλου ανήκε στη σφαίρα της φαντασίας, έως τη ρίψη της πάνω στη Χιροσίμα. Μέσα στις σχεδόν 500 σελίδες του έργου παρελαύνουν όλοι οι γνωστοί πρωταγωνιστές του δράματος, καθώς και αρκετοί άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Θα βρείτε τον Φέρμι, τον Οπενχάιμερ, τον Αϊνστάιν, τον Χάιζεμπεργκ, τον Τρούμαν και κυρίως το Λίο Σίλαρντ, φυσικό από την Ουγγαρία, οι ιδέες του οποίου έθεσαν τα θεμέλια για την κατασκευή της Βόμβας, αλλά και τον πεισματάρη στρατιωτικό Λέσλι Γκρόουβς, φανατικό υπέρμαχο της χρήσης της. Η ιστορία ξεκινά 15 δισεκατομμύρια χρόνια πριν με τη μεγάλη έκρηξη και προχωρά με τη δημιουργία της Γης. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι το ίδιο το ουράνιο, το στοιχείο, που σε αυτό βασίζεται η Βόμβα. Το ουράνιο διψάει για ενέργεια, ανυπομονεί να απελευθερωθεί, θέλει να δείξει την τεράστια δύναμή του. Οι επιστήμονες θα γίνουν, άθελά τους ή εσκεμμένα, οι φορείς της απελευθέρωσής του. Η κυρίως αφήγηση ξεκινά στις 30 Μαρτίου 1933, δύο μήνες μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, όταν ο φυσικός Λέο Σίλαρντ αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Γερμανία εξαιτίας της εβραϊκής καταγωγής του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο διάσημος Ιταλός φυσικός Ενρίκο Φέρμι λαμβάνει το βραβείο Νόμπελ, έχοντας ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τη φασιστική Ιταλία. Παράλληλα, το βιβλίο μας συστήνει την οικογένεια των Μοριμότο, πατέρα και δύο γιούς, που κατοικούν στη Χιροσίμα. Αυτοί και οι γείτονές τους είναι και τα μοναδικά μυθοπλαστικά πρόσωπα της πλοκής, αφού όλα τα υπόλοιπα είναι υπαρκτά πρόσωπα. Από εκεί και μετά, το ρόλο τον αναλαμβάνει η ίδια η ιστορία. Από εκεί και μετά, όλα παίρνουν το δρόμο τους: οι προσπάθειες των φυσικών σε όλα τα στρατόπεδα να κατασκευάσουν τη Βόμβα, το εργαστήριο των Ναζί στη Νορβηγία, το οποίο κατέστρεψαν με κόπο και βάσανα και με θυσίες αμάχων, αλλά και ηρωισμό οι Σύμμαχοι, το Σχέδιο Μανχάταν, το Λος Άλαμος, η κατασκοπία των Σοβιετικών, ο μιλιταρισμός των Ιαπώνων, οι οποίοι, ως επί το πλείστον τυφλωμένοι από την πίστη τους στον αυτοκράτορα, δεν δέχονταν την παράδοση, ο δισταγμός πολλών ανθρώπων σχετικά με τη ρίψη της Βόμβας, η τυφλή υπακοή των στρατιωτικών, η επαμφοτερίζουσα στάση ορισμένων επιστημόνων, κυρίως του Σίλαρντ, ο οποίος από υπέρμαχος της Βόμβας έγινε αρνητής της, ο σκοτεινός ρόλος του Χάιζενμπεργκ, ασαφής όσο και η θεωρία του και πάρα πολλά άλλα. Έπρεπε να ριχτεί η Βόμβα; Αν δεν είχε συμβεί αυτό, πόσο θα συνέχιζε να μάχεται η Ιαπωνία και αν συνέχιζε, ποιες θα ήταν οι απώλειες; Ήταν έτοιμη να συνθηκολογήσει; Και ποια ήταν τα στρατιωτικά και πολιτικά παρασκήνια; Κρίσιμα ερωτήματα, που δεν ξέρω αν έχουν απάντηση. Το σενάριο των Αλκάντ και Μπολέ δεν δίνει απαντήσεις, θίγει όμως πολλά θέματα. Είναι πυκνογραμμένο και ίσως υπερβολικά επεξηγηματικό και σίγουρα παλαιομοδίτικο. Είναι, όμως, πολύ καλογραμμένοι. Με αρκετή προσοχή, πλέκει αργά την ιστορία και χειρίζεται επιτυχώς τους πάρα πολλούς χαρακτήρες, που παρελαύνουν μέσα στο κόμικ, δίνοντάς τους πολλές ευκαιρίες, έτσι ώστε να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν σεναριακά. Παρόλο που θεωρώ, ότι αρκετές εξηγήσεις θα μπορούσαν να λείπουν, προσωπικά δεν κουράστηκα καθόλου διαβάζοντάς το. Το σχέδιο του Ροντιέ, αν και παλαιομοδίτικο κι αυτό, έχει αρκετή δυναμική και ωραίες συνθέσεις, η σημασία κάποιων εκ των οποίων δεν γίνονται αντιληπτές με την πρώτη ματιά. Ο σκιτσογράφος έχει συναίσθηση, ότι πρωτίστως υπηρετεί το σενάριο και οι περισσότερες σελίδες είναι σχεδιασμένες με κλασικό τρόπο, αν και προσπαθεί να ποικίλλει τις συνθέσεις του. Πολύ σωστή επιλογή το ασπρόμαυρο, αφήνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις να μιλήσουν, χωρίς τον εντυπωσιασμό, που συνήθως δίνει το χρώμα. Το κόμικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε μια πολύ ωραία έκδοση με αρκετά καλή μετάφραση της Τατιάνας Ραπακούλια. Στο τέλος παρατίθενται και κείμενα των τριών δημιουργών του κόμικ, που εξιστορούν τη δημιουργία του, καθώς και βιβλιογραφία. Μαλακό εξώφυλλο, ωραία ποιότητα χαρτιού, καλό δέσιμο, αξίζει σίγουρα τα λεφτά της. Ελπίζω να πάει καλά εμπορικά, επειδή χρειαζόμαστε τέτοια κόμικς, που σίγουρα παρέχουν και πληροφορίες και προβληματίζουν τους αναγνώστες. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο σκαναρίστηκαν από εμένα, όλες οι υπόλοιπες εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (στα γαλλικά με εκτεταμένο κατάλογο των υπαρκτών προσώπων του κόμικ) Και ένα βίντεο (στα γαλλικά), όπου ο Ροντιέ λέει ορισμένα πράγματα σχετικά με το πώς σχεδίασε το έργο. Και για να μην ξεχνιόμαστε: η Βόμβα, γνωστή και ως Littlle Boy (αδιανόητος ευφημισμός!) εξερράγη πάνω από τον ουρανό της Χιροσίμα σαν σήμερα, 6 Αυγούστου 1945, 76 χρόνια πριν, στις 08:16:02 τοπική ώρα. Ο αριθμός των θυμάτων, είτα εκείνων, που σκοτώθηκαν ακαριαία, είτε εκείνων, που πέθαναν από τις συνέπειες της ραδιενέργειας παραμένει άγνωστος, αλλά υπολογίζεται γύρω στους 90000-140000. Η δεύτερη Βόμβα (με πλουτώνιο αυτή) και με το παρατσούκλι Fat Man (τραγικό μέσα στο γκροτέσκο στοιχείο) βομβάρδισε το Ναγκασάκι, τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1945, στις 10:58 τοπική ώρα, σκοτώνοντας άμεσα ή έμμεσα 60000-80000 ψυχές. Η τραγωδία υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Ούτε και τα σκίτσα, άλλωστε. Μπορούν όμως να μας προβληματίσουν....
  19. Όταν απλά γουστάρεις να είσαι μπαμπάς Γιάννης Κουκουλάς Τι σημαίνει να είσαι μπαμπάς στη σύγχρονη εποχή; Πόσο αλλάζει η ζωή σου με τον ερχομό ενός μωρού; Σε ποια στερεότυπα πρέπει να μην υποκύψεις; Και πώς σε βλέπουν οι άλλοι στον νέο σου ρόλο; Ο Νικόλας Στεφαδούρος στις «Μπαμπαδοϊστορίες» δίνει τις δικές του χιουμοριστικές απαντήσεις Οι περιπέτειες των μπαμπάδων κατά την ανατροφή των παιδιών τους δεν αποτελούν συνηθισμένη θεματική στα κόμικς. Κατά το παρελθόν, άλλωστε, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά - οικογενειακά ήθη ήθελαν τον μπαμπά να βρίσκεται διαρκώς έξω από το σπίτι για δουλειές, ενώ όταν γύριζε κατάκοπος έπρεπε να ξεκουραστεί. Τα λίγα κόμικς που έχουν υπάρξει με πρωταγωνιστές μπαμπάδες κατά την άσκηση του πατρικού τους ρόλου ήταν όμως απολαυστικά. Στο «Gasoline Alley»του Frank King, ήδη από τη δεκαετία του 1920, ένας υπέροχος «πατέρας» μεγάλωσε ιδανικά τον θετό του γιο διδάσκοντάς τον τα πάντα για τη φύση, την τέχνη, την καλοσύνη, ενώ στο πιο πρόσφατο «Lunarbaboon», μια εμβληματική σειρά της εποχής μας από τον Christopher Grady, ένας άλλος φανταστικός μπαμπάς μαθαίνει τον δικό του γιο να επιβιώνει με σεβασμό στη διαφορετικότητα, να υποστηρίζει τους πρόσφυγες και τους φτωχούς, να αντιστέκεται στη βία και το μπούλινγκ. Κι ένας Έλληνας μπαμπάς, ο Νικόλας Στεφαδούρος, φιλοτεχνεί τις δικές του ιστορίες και μεταφέρει τις γονεϊκές του εμπειρίες από την πρώτη μέρα της γέννησης της κόρης του, πάντα με χιούμορ, αγάπη προς τα παιδιά, κατανόηση και καταπληκτικά σχέδια για μια πανέμορφη αλλά και δύσκολη περίοδο της ζωής μπαμπά και παιδιού. Οι «Μπαμπαδοϊστορίες» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 68 σελίδες, πρώτη δημοσίευση στο all4mama.gr) είναι στο σύνολό τους αυτοτελή στριπάκια των λίγων καρέ, συνήθως δυο ή τριών, μέσω των οποίων ο Στεφαδούρος προλαβαίνει και καταφέρνει με απόλυτη επιτυχία να αφηγηθεί και να αποδώσει κάθε φορά ένα ξεχωριστό περιστατικό της βρεφικής ή πρώιμης παιδικής ηλικίας. Και το κάνει κάθε φορά με ένα πανέξυπνο χιούμορ και εκφράζοντας έναν μεγάλο πλούτο συναισθημάτων πάντα με επίκεντρο το παιδί και τις ανάγκες του. Χωρίς να μετανιώνει ούτε λεπτό, ούτε στιγμή για τα νέα του καθήκοντα (ή τα καθήκοντα του πρωταγωνιστή του με τον οποίο πιθανώς μοιράζονται πολλές κοινές εμπειρίες…). Όπως γράφει και ο ίδιος στον επίλογό του: «Και ξαφνικά γίνεσαι “μπαμπάς” και όλα αλλάζουν. Τέλος το σινεμά, τέλος η μπάλα, τέλος τα καφεδάκια έξω και η φράση “ελεύθερος χρόνος” πλέον φαντάζει εξωτικό νησί που δεν θα δεις ποτέ! Τώρα είσαι master στο άλλαγμα της πάνας, ειδήμων στη σωστή θερμοκρασία του μπιμπερό και ικανός να κοιμίσεις μωρό, γράφοντας παράλληλα αυτό το κείμενο με ένα δάκτυλο. Το μικρό δάκτυλο. Γιατί όλα αυτά; Γιατί απλά γουστάρεις να είσαι “μπαμπάς”!» Για όλα αυτά ένας μπαμπάς, όπως και αυτός του Στεφαδούρου, δεν περιμένει ανταλλάγματα. Νιώθει όμως την ευτυχία να τον πλημμυρίζει όταν η μικρή του κόρη του προσφέρει ψεύτικο τσάι για να τον ανακουφίσει από το κρυολόγημα, όταν επιμένει ότι ο μπαμπάς της είναι «όμο’ φος», όταν μοιράζονται την τελευταία σοκοφρέτα, όταν χορεύουν μαζί στα πάρτι, όταν απλώς θέλει να του πει μια καληνύχτα. Και αυτό είναι αρκετό. Πηγή
  20. Ο ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΟΣ ΚΟΜΙΣΤΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ LARISSANET Θανάσης Καραμπάλιος: «Ζωτική για τον καλλιτέχνη η επικοινωνία με το κοινό» Συνέντευξη στον Μενέλαο Κατσαμπέλα Μεταξύ των θεμάτων που κέντρισαν το ενδιαφέρον του μεγάλου παραμυθά και οραματιστή – συγγραφέα, Ιούλιου Βερν, τόσο ώστε να γράψει ένα από τα φανταστικά μυθιστορήματά του, ήταν και η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Με αφορμή των αγώνα για την απελευθέρωση, έγραψε την ιστορία «Το Αιγαίο στις Φλόγες». Το στόρι αρχίζει λίγο πριν την καθοριστική ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις έβαλαν τέλος στη ναυτική κυριαρχία του οθωμανικού στόλου στα ελληνικά παράλια. Με τα σκηνικά της δράσης να εναλλάσσονται από το μανιάτικο Οίτυλο, την αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα, τα ανελέητα κυνηγητά και τα φοβερά σκλαβοπάζαρα, εκτυλίσσεται μια ναυτική περιπέτεια στο Αρχιπέλαγος που κυριολεκτικά φλέγεται από τις ομοβροντίες των κανονιών και τα ρεσάλτα των πειρατικών τσούρμων. Τo βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Το Αιγαίο στις Φλόγες» μεταφέρεται σε κόμικς για πρώτη φορά παγκοσμίως. Ο Γιώργος Βλάχος προσαρμόζει το σενάριο και ο Λαρισαίος κομίστας Θανάσης Καραμπάλιος σκιτσάρει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Ας μας τα πει ο ίδιος, με τον δικό του τρόπο, στη συνέντευξη που ακολουθεί: Πώς προέκυψε αυτή η έκδοση; Το χειμώνα που μας πέρασε και εν μέσω καραντίνας, επικοινώνησε μαζί μου ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς των εκδόσεων Μικρός Ήρως και μου είπε ότι σκέφτεται να μεταφέρει σε κόμικς το συγκεκριμένο βιβλίο και αν θα με ενδιέφερε θα κάνω την εικονογράφηση. Μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρον και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Πώς ήταν η συνεργασία με τον Γιώργο Βλάχο; Λόγω καραντίνας και της όλης κατάστασης με τον covid, καθώς και το γεγονός ότι εγώ μένω Λάρισα, δεν έχουμε βρεθεί από κοντά. Η επικοινωνία μας ήταν και παραμένει, δυστυχώς, τηλεφωνική. Η συνεργασία μας όμως ήταν καλή και ελπίζω να φανεί στο βιβλίο. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Διάβαζες τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μικρότερος; Ναι, διάβασα αυτά που είχαμε στη σχολική βιβλιοθήκη στο Παλιόκαστρο. Δεν ήταν πλούσια αλλά είχε τα περισσότερα του Βερν, όπως τον «Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες», το «200 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» , «Ταξίδι στο κέντρο της γης» και άλλα. Είχες υπόψιν σου το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε το «Αιγαίο στις φλόγες»; Το συγκεκριμένο βιβλίο του Βερν δεν το ήξερα και με εντυπωσίασε το γεγονός ότι είχε ασχοληθεί με τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και από αυτό φαίνεται πόσο σημαντική ήταν αυτή για την εποχή. Είναι γεγονός ότι παραμένει το καλλιτεχνικό σου ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πώς εξελίσσεται η πορεία της σειράς «1800»; Είναι γεγονός ότι δεν προλαβαίνω να κάνω πολλά περισσότερα πράγματα και γι’ αυτό φαίνεται να έχω εγκλωβιστεί με τη συγκεκριμένη θεματολογία και εποχή. Ευτυχώς, σιγά σιγά ετοιμάζω και κάποιες άλλες δουλειές, για τις οποίες δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα, που κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο. Το θέμα όμως είναι ένα, ότι πάντοτε με ενδιαφέρει η πτυχή του ανθρώπου και ο τρόπος με τον οποίο διαδρά με την εποχή του, όποια και αν είναι αυτή. Ειδικά το «1800» είναι μία δουλειά για την οποία είμαι υπερήφανος και πάρα πολύ χαρούμενος για την αποδοχή που έχει από το κοινό. Κυκλοφορεί ήδη το 5ο μέρος και τον Δεκέμβριο θα βγεί το 6ο, το οποίο θα κλείνει και τον πρώτο κύκλο της σειράς. Όταν το ξεκίνησα ήταν ένα ρίσκο και για μένα προσωπικά – μιας και θα ήταν η δουλειά με την οποία θα πρωτοεμφανιζόμουνα – και για τον εκδότη μου, Λευτέρη Σταυριανό. Μετά από τρία χρόνια και πέντε βιβλία πιστεύω ότι το όραμα που είχα για την συγκεκριμένη σειρά έχει αρχίσει να πραγματοποιείται. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Με τις εκδόσεις Μικρός Ήρωας διατηρείς μια ευρύτερη συνεργασία, καθώς νωρίτερα φέτος κυκλοφόρησαν τα Μουσικά Καρέ, όπου «ερμήνευσες» με το δικό σου τρόπο τον «Μαύρο Γάτο» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Όντως φέτος έκανα αρκετά πράγματα με τις εκδόσεις Μικρός Ήρως- έκανα και μια τρισέλιδη ιστορία του δικαστή Ντρεντ για το Μπλεκ Μαΐου- που με βοήθησαν να δείξω και μια άλλη σχεδιαστική μου «πλευρά». Θεωρώ τη μουσική την κορυφαία τέχνη και όντως ζορίζομαι που δεν μπορώ να παίξω κανένα μουσικό όργανο και ούτε να τραγουδήσω μέσα στο ρυθμό. Οπότε χάρηκα πολύ που μου δόθηκε η δυνατότητα να αποτυπώσω στο χαρτί τις εικόνες που μου δημιουργούσε ένα από τα αγαπημένα τραγούδια της εφηβείας μου. Ο «Μαύρος γάτος» αποτελεί μία ιστορία στη ανθολογία «Μουσικά Καρέ». Εννοείται ότι για να πάρω μέρος σ’ αυτή τη δουλειά έπαιξαν σημαντικό ρόλο και οι συνάδερφοι με τους οποίους συμμετείχα. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Μιας μορφής κανονικότητα επιστρέφει και αυτό φαίνεται από τα φεστιβάλ κόμικς που επαναλαμβάνονται, στη Λάρισα αλλά και σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Ως τακτικός συνεργάτης ανάλογων φεστιβάλ, πως είναι να επικοινωνείς ξανά με το κοινό; Είναι γεγονός και επιτέλους έχουμε αρχίσει να ξαναβρισκόμαστε και μεταξύ μας οι δημιουργοί αλλά και με το κοινό μας. Εδώ στη Λάρισα ευτυχώς έχουμε τον ΙΠΠΟΚΑΜΠΟ, ο οποίος αποτελεί σημείο συνάντησης και κάνει πολλές δράσεις. Η επικοινωνία με το κοινό είναι ζωτικής σημασίας για έναν καλλιτέχνη. Είναι η στιγμή που το έργο σου (όποια και αν είναι η τέχνη σου) συνομιλεί μαζί σου μέσω του κοινού. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης INFO: To Αιγαίο Στις Φλόγες Δημιουργοί: Γιώργος Βλάχος, Καραμπάλιος Θανάσης, Ιούλιος Βέρν Εκδόσεις: Μικρός Ήρως ISBN:978-618-2060-43-8 Σελίδες:56 Τιμή: 8,90€ Το πρώτο μέρος του κόμικς «Το Αιγαίο Στις Φλόγες» είναι ήδη διαθέσιμο στο site των εκδόσεων για προπαραγγελίες, ενώ από τις 29 Ιουλίου θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και τα περίπτερα όλης της Ελλάδας! Πηγή
  21. Στην καυτή Αθήνα των κόμικς Γιάννης Κουκουλάς Καταμεσής του Ιουλίου σε μια Αθήνα που βράζει, δημιουργοί κόμικς, εκδότες, ομάδες και οργανωτές εκθέσεων βάζουν τα δυνατά τους για να αναπληρώσουν ενάμιση χρόνο «πολιτιστικής αποστασιοποίησης» Γράφαμε στο προηγούμενο φύλλο για το φεστιβάλ «Comics n’ Beer» που ξεκίνησε χθες και ολοκληρώνεται αύριο στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης με ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, workshops, bazaar εκδοτικών οίκων και ένα πολυπληθές artist’s alley. Γράφαμε επίσης για την παρουσίαση του νέου βιβλίου της Σταυρούλας Παπαδάκη στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας. Και πάνω που λέγαμε ότι είναι ελπιδοφόρο μέσα στον Ιούλιο να πραγματοποιούνται τόσα γεγονότα γύρω από τα κόμικς, προέκυψαν ακόμα δυο σημαντικές εκθέσεις. Η μία ξεκίνησε πριν από λίγες ημέρες και θα συνεχιστεί μέχρι τον Μάιο του 2022. Πρόκειται για την έκθεση που ακολουθεί την έκδοση του βιβλίου του Soloup «1821 - Η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος) που το παρουσιάσαμε από αυτές εδώ τις σελίδες πριν από λίγες εβδομάδες. Η έκθεση πραγματοποιείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας (Παλαιά Βουλή, Σταδίου 13, πλατεία Κολοκοτρώνη), δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία και την απίστευτη ιστορία της· ένα άγαλμα του γλύπτη Λάζαρου Σώχου, που παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Η έκθεση «1821 - Η μάχη της πλατείας» βασίζεται στην έρευνα και στο εικαστικό υλικό του Soloup σε συνεργασία με την ερευνητική ομάδα που αποτελείται από τη Νατάσα Καστρίτη (ιστορικό Τέχνης, επιμελήτρια ΕΙΜ), Ρεγγίνα Κατσιμάρδου (ιστορικό, επιμελήτρια ΕΙΜ), Παναγιώτα Παναρίτη (δρα Αρχαιολογίας, επιμελήτρια ΕΙΜ) και την επιστημονική επιμέλεια της Εύης Σαμπανίκου, καθηγήτριας ΤΠΤΕ του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Περιλαμβάνει αφηγηματικές ενότητες από το έργο, πρωτότυπες σελίδες και προσχέδια σε μολύβι αλλά και υλικό τεκμηρίωσης από κειμήλια, αρχεία και εικαστικά έργα, που χρησίμευσαν ως πρότυπες αναφορές για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων σκίτσων του έργου. Στον χώρο της έκθεσης θα προβάλλεται παράλληλα και το ντοκιμαντέρ αποτύπωσης και δημιουργίας του έργου: Making of… behind the sketches, σε σκηνοθεσία Μελέτη Μοίρα. (Ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Κυριακή, 8.30–14.30, είσοδος ελεύθερη). Από την περασμένη Δευτέρα εγκαινιάστηκαν ακόμα τρεις σημαντικές εκθέσεις στο Ψηφιακό Μουσείο Κόμικς, έναν θεσμό που ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις πριν από μερικές εβδομάδες αλλά με τις δραστηριότητές του προσελκύει καθημερινά όλο και μεγαλύτερο αριθμό αναγνωστών και αναγνωστριών. Η πρώτη από τις εκθέσεις αποτελεί μια μόνιμη αναδρομική έκθεση του μουσείου, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Ανεμοδουρά, δημιουργό του «Μικρού Ήρωα» και εκδότη του «Μπλεκ» καθώς και δεκάδων άλλων τίτλων και χαρακτήρων στα ελληνικά κόμικς περασμένων δεκαετιών. Στα σχεδόν 55 χρόνια παρουσίας του στις εκδόσεις, o Στέλιος Ανεμοδουράς «έχτισε» μια μικρή αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στον χώρο του παιδικού λαϊκού εντύπου, με περισσότερους από 100 τίτλους περιοδικών. Από τον «Μικρό Ήρωα» και το «Μπλεκ» μέχρι την «Κατερίνα» και το «Ζαγκόρ», η έκθεση καταγράφει αυτή την τεράστια κληρονομιά, με αγαπημένους ήρωες και χιλιάδες σελίδες από σπάνιο και εξαντλημένο υλικό. Έργο από την έκθεση-αφιέρωμα στον Στέλιο Ανεμοδουρά «200 Χρόνια Ελλάδα μέσα από τα Κόμικς» είναι ο τίτλος της δεύτερης έκθεσης που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα της επιτροπής «21 - 200 Χρόνια Μετά την Επανάσταση». Η έκθεσή, σύμφωνα με τους διοργανωτές, «διατρέχει γραμμικά την Ιστορία της Ελλάδας, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, μέχρι σήμερα, όπως αυτή αποτυπώνεται στην εγχώρια παραγωγή, παρακολουθώντας βιογραφίες επιφανών Ελλήνων, ιστορικά γεγονότα-σταθμούς, αλλά και απλές, καθημερινές στιγμές των κατοίκων της χώρας μας, μέσα στον χρόνο και τον χώρο». Στην έκθεση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων έργα των Τάσου Αποστολίδη, Μαρίας-Ηλέκτρας Ζογλοπίτου, Δημήτρη Βανέλλη, Θανάση Πέτρου, Γιώργου Γούση , Γιάννη Ράγκου, Τάσου Ζαφειριάδη, Πέτρου Χριστούλια, Πέτρου Ζερβού, Δημήτρη Καμένου, Θανάση Καραμπάλιου, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, Aldo Shabani, Παναγιώτη Πανταζή, Σταύρου Κιουτσιούκη, Soloup, Nicolas Wouters & Δημήτρη Μαστώρου καθώς και του Γιάννη Καλαϊτζή. Απόσπασμα από εξώφυλλο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας»- του Γιάννη Καλαϊτζή Τέλος, η τρίτη έκθεση μπορεί να μην είναι δημιουργημένη από επαγγελματίες, αλλά η σημασία της δεν είναι μικρότερη και δεν υστερεί σε τίποτα από τις άλλες. Με τίτλο «Οι Μνήμες του Παρελθόντος» και έχοντας τον χαρακτήρα μιας μόνιμης παρουσίας στο μουσείο, η έκθεση αποτελείται αποκλειστικά από έργα που φιλοτέχνησαν παιδιά. Σύμφωνα με τους διοργανωτές, «αφού παρακολούθησαν μια παρουσίαση για το Ολοκαύτωμα και τις συνέπειές του στην Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης, 16 μαθητές της 6ης Δημοτικού από το 18ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά συμμετείχαν σε ένα εργαστήριο δημιουργίας μονοσέλιδων κόμικς. Τα έργα που προέκυψαν παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην ψηφιακή μορφή τους, σε αυτή τη μικρή και άκρως συγκινητική έκθεση». Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Athens Comics Library και με την υποστήριξη του Ιδρύματος TOLI - The Olga Lengyel Institute for Holocaust Studies and Human Rights. Παράλληλα, στο νέο περιεχόμενο προστέθηκε και η πρώτη οπτικοακουστική παραγωγή του Ψηφιακού Μουσείου, μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τον βετεράνο σεναριογράφο κόμικς, Τάσο Αποστολίδη («Οι Κωμωδίες του Αριστοφάνη σε κόμικς») με την αναδρομική έκθεση του οποίου είχε εγκαινιαστεί το μουσείο τον περασμένο Μάιο. Είτε με τη φυσική παρουσία σε εκθέσεις, παρουσιάσεις και φεστιβάλ είτε με την ηλεκτρονική επίσκεψη στο ψηφιακό μουσείο, ο φετινός Ιούλιος φαίνεται να είναι εντελώς διαφορετικός από τον μελαγχολικό και τρομακτικό του 2020. Δημιουργοί κόμικς, εκδότες και διοργανωτές καλούν το κοινό να συμμετάσχει. Η τέχνη έχει ανάγκη το κοινό. Και δεν «θα πεθάνουμε όλοι» όπως απειλούν οι τρομολάγνοι του διαδικτύου. Πηγή
  22. Έχει τρία χρόνια τώρα που τα καλοκαίρια μου είναι συνυφασμένα με τον τα Κόρτο. Αυτή η περιπέτεια του Κόρτο Μαλτέζε μας μεταφέρει στην Αργεντινή, και πιο συγκεκριμένα στο Σαν Ισίντρο, όπου ο ναυτικός επιστρέφει μετά από 15 χρόνια. Αναζητά τα ίχνη της Πολωνής φίλης του, Λούιζ Μπρούκσοβιτς, που γνωρίσαμε στο Βενετσιάνικο Παραμύθι (για το οποίο ακόμα χρωστάω παρουσίαση), όταν τον φρόντισε μετά την πτώση του από την οροφή ενός σπιτιού. Η Λούιζ είχε αναφέρει πως δουλεύει για την εταιρία "Βαρσοβία", και με αυτό σαν αφετηρία ο Κόρτο πυροδοτεί μια σειρά από αντιδράσεις οι οποίες, σε συνδυασμό τη χαρακτηριστική του τύχη, θα τον βοηθήσουν να ξετυλίξει ένα κουβάρι από συγκρουόμενα συμφέροντα, ιεραρχίες και φυσικά διεφθαρμένες εξουσίες. Σύντομα μαθαίνουμε ότι η εταιρία "Βαρσοβία" είναι ένας συνασπισμός από προαγωγούς και διευθύνει πάνω από 2000 οίκους ανοχής στην Αργεντινή, και ότι παρά τη νομική της υπόσταση, αποτελεί βιτρίνα για χειρότερα εγκλήματα. Εδώ έχουμε κάποιες αλλαγές από τη συνηθισμένη συνταγή των ιστοριών. Επιστρατεύοντας τους παλιούς του γνωστούς και τις διασυνδέσεις τους, εδώ ο Κόρτο είναι πολύ πιο έντονα στο "τιμόνι" της περιπέτειας, αφήνει για λίγο την απάθειά του στην άκρη και κινείται σε πιο νουάρ μονοπάτια. Στο φόντο δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο ιστορικό γεγονός ή σημαντικά ιστορικά πρόσωπα, και η προσοχή εστιάζεται στους συμμετέχοντες της πλοκής και τους πρωταγωνιστές. Μετά από αρκετές εκτελέσεις, ένα τηλέφωνο που χτυπάει ασταμάτητα, βόλτες στη νυχτερινή πόλη με τα δύο φεγγάρια και συναντήσεις με γνωστούς και γνωστούς γνωστών, ο Κόρτο καταφέρνει να μάθει την αλήθεια για τη Λούιζ, αλλά μένοντας πιστός στο νουάρ ύφος μέχρι το τέλος, δεν διορθώνει ούτε εκδικείται για καμία από τις αδικίες τις οποίες ανακαλύπτει, αφήνοντάς μας σχεδόν να ελπίζουμε ότι θα επιστρέψει στο μέλλον. Είναι ίσως από τις ελάχιστες φορές από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω Κόρτο στις έγχρωμες εκδόσεις του Μικρού Ήρωα που έπιασα τον εαυτό μου επανειλημμένα να σκέφτεται πως θα έμοιαζαν τα πάνελ στο αρχικό ασπρόμαυρο. Νομίζω ότι ο συνδυασμός του ύφους στη γραφή και τη σκηνοθεσία δεν ευνοεί καθόλου την προσπάθεια της Zanotti να τα χρωματίσει. Μιας και ξέρουμε ότι ο Pratt παίζει έτσι και αλλιώς με τις σκιές και το ολόμαυρο, ουσιαστικά εδώ η χρήση των άλλων χρωμάτων (ακόμα και όταν δεν είναι πολύ έντονα) αφαιρούν αρκετά από την ατμόσφαιρα. Κάτι που μου έκανε μάλιστα αρκετά αρνητική εντύπωση είναι πως για τα εξωτερικά νυχτερινά πάνελ έχουν επιλεγεί τόσο καθαρά χρώματα για τον ουρανό και το περιβάλλον που τα κάνουν να μοιάζουν με μέρα, ενώ οι σκιές του Pratt στα πρόσωπα υποδηλώνουν τελείως διαφορετικό φωτισμό. Καταλαβαίνω βέβαια ότι το σχέδιο είναι τέτοιο που δε θα μπορούσε να προσθέσει από μόνη της σκιές η colorist γιατί θα αλλοίωνε το σχέδιο. Τα εξωτερικά πάνελ της πόλης που δείχνουν κτίσματα και οχήματα, όπως και το χαρακτηριστικό πάνελ του σταθμού Μπόρχες είναι πανέμορφα, με απίστευτη λεπτομέρεια και μακριά από το τι συνηθίζει να σχεδιάζει ο Pratt. Είναι τα πάνελ τα οποία ευνοούνται ίσως περισσότερο από τον χρωματισμό. Η έκδοση ωστόσο περιέχει δύο πάρα πολύ κατατοπιστικές εισαγωγές, μάλλον τις καλύτερες από τα μέχρι στιγμής άλμπουμ. Η μια είναι γραμμένη από τον Pratt και αφορά την ιστορία των γιάνκηδων ληστών και της συμμορίας του Μπουτς Κάσιντι, που κάνει την εμφανισή του στην ιστορία. Η δεύτερη είναι του Juan Antonio De Blas, ο οποίος εξηγεί τι οδήγησε στη δημιουργία, την επιτυχία, και τελικά τη διάλυση της "Βαρσοβίας", και ποιος ήταν ο ιδρυτής της, Noe Trauman. Αν τυχόν κάποιος έχει διαβάσει την ιστορία, αλλά όχι κάποια από αυτές τις δύο εισαγωγές, πρέπει να επανορθώσει άμεσα.
  23. Εικόνες μουσικής Γιάννης Κουκουλάς Τα αγαπημένα τραγούδια ξεχειλίζουν από εικόνες. Διαφορετικές για κάθε ακροατή. Εννιά δημιουργοί κόμικς περνούν από τη θέση του ακροατή στη θέση του σχεδιαστή τέτοιων εικόνων προσθέτοντας τη δική τους ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική οπτική «Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγοντας ένα αγαπημένο τραγούδι σκαρφιζόμαστε τη δική μας ιστορία που θα μπορούσε να το συνοδεύει. Ιστορίες που δεν είναι ποτέ ίδιες μεταξύ τους. Οι πολλαπλές ερμηνείες που δίνουμε σε ένα τραγούδι σε συνδυασμό με το μίνιμαλ στοιχείο του είναι και το γοητευτικό. Κάτι όμως ακόμα πιο γοητευτικό είναι η εικονοποίησή τους!», γράφει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς στο εντιτόριαλ του νέου περιοδικού «Μουσικά Καρέ» (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Και κρίνοντας από το περιεχόμενο του περιοδικού, η εικονοποίηση δεν είναι μόνο γοητευτική αλλά και πανέμορφη και πανέξυπνη. «Τράβα βρε μάγκα» από την Αγγελική Σαλαμαλίκη Η ιστορία της σχέσης των κόμικς με τη μουσική βέβαια δεν είναι σημερινή αλλά κρατάει χρόνια. Την περιδιαβαίνει ο Θοδωρής Μανίκας στον πρόλογό του επισημαίνοντας τις πολλαπλές μορφές και εκφάνσεις αυτής της σχέσης: «Κόμικς ως artwork εξωφύλλων δίσκων αλλά και πολυσέλιδα κόμικς ως ένθετα σε δίσκους βινιλίου (από το θρυλικό εξώφυλλο του μέγιστου Crumb για το Cheap Thrills της Janis Joplin ώς το πόνημα του designer Στέργιου Δελιαλή για το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ των Poll). Κόμικς με βιογραφίες μουσικών και φανταστικές περιπέτειες που έχουν ως ήρωες σταρ της μουσικής (από τον Bob Dylan και τους Kiss ώς τον Elvis και τον Αργεντινό σαξοφωνίστα Gato Barbieri). Ουκ ολίγα κόμικς και graphic novels, σχεδιασμένα ή/και σεναριογραφημένα από μουσικούς (από τον Charlie Watts ώς τον Glenn Danzig και από όλους σχεδόν τους Grateful Dead ώς τον Nick Cave). Καλλιτέχνες που επιλέγουν ως εικόνα τους μια κομικσοειδή καρικατούρα […] Αφίσες, flyers συναυλιών και φεστιβάλ, προωθητικά διαφημιστικά υλικά κ.λπ. Περιοδικά κόμικς και φανζίν, με μουσικές (συνήθως ροκ) θεματικές. Σειρές κινουμένων σχεδίων με πλείστες μουσικές αναφορές αλλά με συχνές “παρουσίες” διάσημων μουσικών στα καρέ των επεισοδίων τους (κορυφαίες, οι αμερικανικές σειρές The Simpsons και Beavis and Butt-Head)». «Don’t stop me now» των Queen από την Αρινέλλα Κοτσίκο Από όσα γράφει ο Θοδωρής Μανίκας, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το επόμενο και πολύ αποφασιστικό βήμα προς την ολοκλήρωση αυτής της σχέσης δεν μπορεί να είναι άλλο από τη μεταφορά/προσαρμογή των κόμικς σε τραγούδια και το αντίθετο. Αυτό το δεύτερο υλοποιούν με μεγάλη επιτυχία οι εννιά δημιουργοί κόμικς που συμμετέχουν στα «Μουσικά Καρέ». Τον Μαύρο Γάτο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ένα τραγούδι «ανυπακοής» που σιγοψιθύρισαν ή βροντοφώναξαν πολλές γενιές νέων σε συναυλίες, πάρτι, πλατείες και πορείες, επιλέγει ο Θανάσης Καραμπάλιος που ακολουθεί κατά γράμμα τους στίχους του συνεπώνυμου του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Θανάση, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του μποέμ Γάτου όταν «βγήκε σεργιάνι το χαφιεδοτσουρμό, αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό». Ο «Μαύρος γάτος» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από τον Θανάση Καραμπάλιο Τους στίχους και τη μουσική του Freddie Mercury από το «Don’t stop me now» των Queen εικονογραφεί η Αρινέλλα Κοτσίκο επιτυγχάνοντας να αποδώσει ιδανικά τις στιγμές έκστασης και απόλαυσης μιας κοπέλας που νιώθει σαν «sex machine, ready to reload, like an atom bomb about to explode». Σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου, το «Δημοσθένους Λέξις», προσφέρει τις εικόνες του ο Περικλής Κουλιφέτης τοποθετώντας τον αφηγητή σε μια έρημη πόλη όπου «οι δρόμοι θά ´ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη, τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι», για να σταθεί αμέσως μετά μπρος στην πύλη του ΕΑΤ-ΕΣΑ «με τις κουβέρτες στη μασχάλη, χωρίς Βουλή, χωρίς Θεό, σα βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα». «Δημοσθένους Λέξις» του Διονύση Σαββόπουλου από τον Περικλή Κουλιφέτη Ο Νικόλας Κούρτης με την ιστορία του δίνει μορφή στην αγωνία, το ξεπέρασμα του φόβου, την ανάκτηση της αυτοεκτίμησης, την απελευθέρωση και την απογείωση του εαυτού από το «I am the Fire» των Halestorm, ενώ ο Σταύρος Κιουτσιούκης πλάθει μια δική του ιστορία με τίτλο «Το Λάιβ» που εκτυλίσσεται σε ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης υπό τους ήχους του «Are you gonna be my girl?» των Jet. Στο ασπρόμαυρο Πασαλιμάνι που ομορφαίνει με λίγες προσεκτικά επιλεγμένες κόκκινες πινελιές, της Ρόζας Εσκενάζυ από το «Τράβα βρε μάγκα», σε στίχους και μουσική του Κώστα Σκαρβέλη, μας ταξιδεύει η Αγγελική Σαλαμαλίκη δίνοντας τη δική της εκδοχή στα λόγια του τραγουδιού. Μια εκδοχή που ολοκληρώνεται με ένα απολύτως αιτιολογημένο φονικό, λίγο κόκκινο αίμα και μερικά κόκκινα άνθη που ξεφυτρώνουν από τα κεραμίδια. Τη σπουδαία, γεμάτη συναίσθημα ποίηση από τα Υπόγεια Ρεύματα μετατρέπει σε κόμικς ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης στο «Σαν Ερημα Καράβια», εικονογραφώντας τη θλίψη και τη μοναξιά μιας ανολοκλήρωτης σχέσης ενώ ο Νικόλας Στεφαδούρος δίνει εικόνες σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των Oasis, το «Wonderwall» σε στίχους και μουσική του Noel Gallagher. Σε ένα από τα πιο τρανταχτά και όμορφα παραδείγματα του πόσο αποτελεσματική και γοητευτική μπορεί να είναι η προσαρμογή ενός έργου τέχνης σε μια άλλη τέχνη που χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα, άλλα μέσα και εντελώς διαφορετικά εργαλεία. Ιδιαίτερα όταν το πρωτότυπο έργο είναι εσκεμμένα αφαιρετικό ως προς τα νοήματά του αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώνει αυτός την αφήγηση, αλλά αναπόφευκτα συγκεκριμενοποιείται και αποκτά μία από τις πιθανές ερμηνείες και διαστάσεις του όταν εικονοποιείται, χωρίς αυτό να απαγορεύει την ύπαρξη άλλων, αμέτρητων εκδοχών, προσλήψεων, αναπλαισιώσεων και προσαρμογών. «Camouflage» του Stan Ridgway από τον Κώστα Φραγκιαδάκη Τελευταίο μουσικό κομμάτι του περιοδικού είναι το «Camouflage» του Stan Ridgway που αφηγείται φιλοτεχνώντας τη δική του ιστορία ο Κώστας Φραγκιαδάκης σε χρώμα του Μιχάλη Τόρη και ιστορική επιμέλεια του Γιάννη Μονογυιού. Το «Camouflage» αποτελεί και τη μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία των «Μουσικών Καρέ» καθώς ο Φραγκιαδάκης δεν αρκείται στην εικονογράφηση των στίχων, αλλά με βάση αυτούς πλάθει μια δική του εκδοχή των φανταστικών περιστατικών που περιγράφονται στο τραγούδι. Με αποτέλεσμα, ένα έτσι κι αλλιώς πολύ φορτισμένο με νοήματα και συναισθήματα τραγούδι για τον αγώνα επιβίωσης ενός Αμερικανού φαντάρου στις ζούγκλες του Βιετνάμ να αποκτά εικόνες. Και η «σωτηρία» του που σύμφωνα με το τραγούδι αποδίδεται στην αυταπάρνηση και τους ηρωισμούς του «Camouflage» να παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα. Το εξώφυλλο του άλμπουμ «Μουσικά Καρέ» από τον Νίκο Κούτση Τα «Μουσικά Καρέ», μια έκδοση που αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες, με το πρώτο τεύχος τους εξερεύνησαν και παρουσίασαν τη δυνατότητα εικονοποίησης των τραγουδιών καθώς και τη μεταφορά τους σε κόμικς. Η πολύπλευρη αυτή σχέση μεταξύ των κόμικς και της μουσικής δεν εξαντλείται όμως σε αυτό. Τα επόμενα τεύχη θα είναι αφιερωμένα σε άλλες πτυχές της σχέσης αυτής με επίκεντρο τους στίχους, τη μουσική και τις εικόνες που γεννούν τα τραγούδια. Μια άλλη διάσταση της σχέσης της μουσικής με τα κόμικς έδωσε η συλλογή ιστοριών με τίτλο «Song Stories» (εκδόσεις Ενατη Διάσταση, 2019). Σε αυτήν, επτά δημιουργοί κόμικς (Εφη Θεοδωροπούλου, Αρης Λάμπος, Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Γιώργος Καμπάδαης, Σοφία Σπυρλιάδου, Νικόλας Στεφαδούρος και Σταύρος Κιουτσιούκης) εικονογραφούν τις αληθινές ιστορίες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια αγαπημένων καλλιτεχνών και δημοφιλών συγκροτημάτων (Παύλος Παυλίδης, Rotting Christ, Nightstalker, 12ος Πίθηκος, Στίχοιμα, Social Waste), «απαντώντας» στα συνήθη ερωτήματα που το κοινό θέτει στους καλλιτέχνες, όπως «Μα πού βρίσκετε όλες αυτές τις ιδέες; Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; Ποιοι είναι οι καλλιτέχνες που σας έχουν επηρεάσει;». Πηγή
  24. Λοιπόν, έχουμε Non-Stop Comics! Mε το Kil or Be Killed του Brubaker! Και συνέντευξη των Brubaker/Phillips Και λιγότερο WOW και αναμενόμενα, τα LArgo Winch, Storm και Judge Dredd. Εάν δεν πάει και αυτό, σημαίνει ότι δεν υπάρχει μέλλον για το φορμά στην Ελλάδα. Τρομερά ευχάριστη έκπληξη και πολλά μπράβο στην εκδοτική!
  25. «Εγώ είμαι παρανοϊκή ή ο κόσμος στον οποίο ζω;» Γιάννης Κουκουλάς Με τίτλο «Υπομονή θέλει», οι Θανάσης Πέτρου και Μαρία Παναγιώτου αφηγούνται την οδυνηρή ιστορία μιας νέας γυναίκας που σταδιακά «χάνεται», βυθισμένη στις εσωτερικές της συγκρούσεις, την οικογενειακή πίεση, τις αντιφατικές κοινωνικές νόρμες «Είναι λογικό να έχεις κατάθλιψη. Ισως ένας ψυχολόγος να σε βοηθούσε». «Χαζομάρες! Θα πιάσω δουλειά, θα κάνω φίλους, θα μου περάσουν όλα! Υπομονή θέλει». Ο διάλογος στις πρώτες σελίδες τού «Υπομονή θέλει», σε σχέδια του Θανάση Πέτρου και σενάριο του ίδιου σε συνεργασία με τη Μαρία Παναγιώτου (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 82 σελίδες), μεταξύ της πρωταγωνίστριας και μιας φίλης της είναι η αρχή της πορείας προς ένα αδιέξοδο. Η αυταπάτη που τροφοδοτείται από μια κοινωνικά «επιβεβλημένη» ελπίδα οδηγεί στην εναπόθεση του μέλλοντος σε εξωγενείς παράγοντες. «Δουλειά, φίλοι, λίγη τύχη και όλα θα πάνε καλά» είναι το μότο μιας κοινωνίας που μιλά και σκέφτεται με ευχές και συνθήματα. Δυστυχώς δεν θα πάνε… Και μια γυναίκα αρχίζει να βουλιάζει στον εαυτό της. Δεν ζητάει βοήθεια – θεωρείται ένδειξη αδυναμίας κάτι τέτοιο. Μάθαμε ότι πρέπει να είμαστε «δυνατοί», «σκληροί», «να αντέχουμε», «να κάνουμε υπομονή». Από την άλλη δεν υπάρχει και κανείς να τη βοηθήσει. «Έγινα 25. Και πάλι τσακώθηκα με τη μαμά… Βαρέθηκα να μου λέει ότι θα μείνω γεροντοκόρη» σκέφτεται η νεαρή γυναίκα. Και στο μυαλό της έρχεται η φωνή της μαμάς: «Αν δεν παντρευτείς και δεν κάνεις παιδιά θα είσαι ένα… τίποτα!» της λέει. Κι έτσι φουντώνουν οι φωνές που «ακούει» η νεαρή κοπέλα. Φωνές που κάτι λένε αλλά συνήθως κρύβονται κάτω από την κατακραυγή και τα φάρμακα. Στο εξαιρετικό, κατατοπιστικό προλογικό του σημείωμα ο ψυχίατρος Λυκούργος Καρατζαφέρης επισημαίνει: «Αν μείνουμε σε μία μόνο θεώρηση, θα χάσουμε πολλά από τον πλούτο που η εμπειρία κουβαλάει. Ο J. Watkins (2010) μας θυμίζει πως “αν και οι άνθρωποι που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ψυχωσικά συμπτώματα (παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, απώλεια επαφής με την πραγματικότητα) ενδέχεται να έχουν πολύ διαφορετικές εσωτερικές εμπειρίες και να παλεύουν με πολύ δύσκολες καταστάσεις, μόλις διαγνωσθούν με “ψυχωσική νόσο” τείνουν να αντιμετωπίζονται με έναν πολύ ομοιόμορφο τρόπο, με τους περισσότερους να λαμβάνουν ψυχοτρόπα φάρμακα τα οποία συστήνεται να παίρνουν για μεγάλες περιόδους, πιθανότατα εφ’ όρου ζωής. Τα φάρμακα είναι πιθανόν να αποτελούν για πολλούς το μόνο σημαντικό στοιχείο μιας συνεχιζόμενης θεραπείας”. Όμως, τόσο οι λεγόμενες παρανοϊκές σκέψεις όσο και οι φωνές που συχνά τις συνοδεύουν μπορεί να αποτελούν έκφραση μιας μεταφοράς για υποβόσκοντα μηνύματα. Ορισμένες φορές, όταν οι άνθρωποι διηγούνται τις ιστορίες τους, αυτές ακούγονται παράξενες, αλλά αν μπορέσουμε να τις αποκωδικοποιήσουμε, ίσως μπορέσουμε να εξακριβώσουμε τη σημασία τους και τη σύνδεση ανάμεσα στις σκέψεις και τα συναισθήματα». Κι επειδή όλοι λίγο-πολύ έχουμε βρεθεί είτε οι ίδιοι είτε κάποιο κοντινό μας πρόσωπο σε μια κατάσταση που αυτά που λέμε ή αισθανόμαστε απαιτούν αποκωδικοποίηση, ο Λυκούργος Καρατζαφέρης διευκρινίζει ότι «η ικανότητα της αποκωδικοποίησης των φωνών και των παρανοϊκών σκέψεων ως έκφρασης μιας μεταφοράς για υποβόσκουσες σημασίες είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ανάρρωση. Αν αναγνωριστούν οι μεταφορές, τότε οι φωνές και οι παρανοϊκές σκέψεις θα αρχίσουν να βγάζουν νόημα. Η σχέση με τις φωνές θα αλλάξει με θετικό τρόπο». Στο «Υπομονή θέλει», αυτός ο θετικός τρόπος δεν έρχεται ποτέ, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που οι Πέτρου και Παναγιώτου επιλέγουν να δώσουν τέλος και να αφήσουν τη συνέχεια ανοικτή σε κάθε αναγνώστη. Μικρή σημασία θα είχε άλλωστε μια «κάποια λύσις», καθώς το επίκεντρο του βιβλίου δεν είναι η «θεραπεία» αλλά η καταγραφή της πορείας προς το πρόβλημα, ο εντοπισμός των ψηφίδων που ασυνείδητα τοποθετούνται μία μία στο τεράστιο ψηφιδωτό της ψυχικής διαταραχής. Σκόρπιες εικόνες, αποσπασματικές σκηνές, μικρά πολαρόιντ καθημερινότητας μιας νέας κοπέλας προστίθενται το ένα στο άλλο και όταν η «μεγάλη εικόνα» αρχίζει να σχηματίζεται, είναι πια αργά. Με αυτόν τον φαινομενικά αποσπασματικό τρόπο, με εικόνες και σκηνές που πέφτουν η μια πάνω στην άλλη, δημιούργησε και ο Θανάσης Πέτρου την ιστορία. Στον μικρό του πρόλογο περιγράφει συνοπτικά τη διαδικασία και τα συναισθήματα όταν διάβασε πρώτη φορά το σενάριο της Μαρίας Παναγιώτου: «Διαβάζοντάς το, σοκαρίστηκα! Ήταν τόσο αληθινό! Οι εμμονικές επαναλήψεις, η άμεση, κοφτή γραφή ηχούσαν στα αφτιά μου σαν ποίημα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε παραλήρημα […] Έτσι, με τον τρόπο που διαβάζεται το κείμενό της, σαν να βρίσκεσαι σε εμπύρετη κατάσταση, ξεκίνησα να το δουλεύω τον Ιούλιο του 2019. Προσπαθώντας να ξεφύγω από αγκυλώσεις και στεγανά που δημιουργούν σε έναν σχεδιαστή τα λεπτομερή και καλά δομημένα σενάρια, τσαλαβουτώντας σε υλικά και διαφορετικές τεχνικές, ολοκλήρωσα σε έναν μήνα το κόμικς». Οι Θανάσης Πέτρου και Μαρία Παναγιώτου δεν είναι οι πρώτοι ούτε φυσικά οι τελευταίοι δημιουργοί κόμικς που ασχολούνται με το θέμα της ψυχικής υγείας. Από τη δεκαετία του 1970 κιόλας ο Justin Green είχε φιλοτεχνήσει το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Binky Brown meets the Holy Virgin Mary» για τα προσωπικά του προβλήματα από την παιδική του ηλικία. Αυτοβιογραφικό ήταν και το «Marbles» της Ellen Forney με υπότιτλο «Mania, Depression, Michelangelo and Me» όπως και τα «Μήπως είσαι μάνα μου;» και «Θανατάδικο» της Αλισον Μπέχτελ, ενώ πιο αυτοσαρκαστικά και χιουμοριστικά περιέγραψε τον ψυχικό του κόσμο ο Ivan Brunetti στο «Schizo». Σε αυτή την αλυσίδα έρχεται να προστεθεί το «Υπομονή θέλει», ένα βιβλίο-σοκ με τα υπέροχα -για μια ακόμη φορά- σχέδια του Θανάση Πέτρου που μπορεί να μην είναι αυτοβιογραφικό αλλά μας αφορά όλους. Ιδιαίτερα στην παρούσα συνθήκη που η ψυχική υγεία δοκιμάζεται καθημερινά. Πηγή
×
×
  • Create New...