Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Μικρός Ήρως'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

  1. Και εγένετο Non-Stop Comics από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το νέο, διμηνιαίο περιοδικό κόμικς που το είδαμε στο comics n' beer το τριήμερο 9-11 Ιουλίου και το οποίο θα εμφανιστεί επίσημα στα περίπτερα αρχές Αυγούστου. Πρόκειται για το νέο παιδί της εκδοτικής σε μια πολύ σωστή, κατ'εμέ, προσπάθεια να διαχωριστούν τα πιο σύγχρονα κόμικς, που υπήρχαν στο "Μπλεκ" από τα παλαιότερα, που θα παραμείνουν εκεί. Τα δύο περιοδικά θα κυκλοφορούν κάθε δίμηνο, εναλλάξ, το Μπλεκ τους μονούς μήνες, το Non-Stop Comics τους ζυγούς ή τουλάχιστον έτσι φαντάζομαι ότι θα είναι ο προγραμματισμός. Σε αυτό το περιοδικό θα βρείτε πλέον τον Στορμ, τον Λάρκο Γουίντς και το Δικαστή Ντρεντ, αλλά θα βρείτε και κάτι συγκλονιστικό για τα ελληνικά δεδομένα, και πιο συγκεκιρμένα την πρώτη εμφάνιση του εκπληκτικού δίδυμου Ed Brubaker και Sean Phillips στα ελληνικά!!! Το κόμικ που επιλέχθηκε είναι το Kill or be Killed, για το οποίο θα διαβάσετε αναλυτική παρουσίαση και συζήτηση σε αυτό το θέμα. Τι να πούμε παραπάνω; Brubaker και Phillips στα ελληνικά, αυτόι από μόνο του τα λέει όλα για το περιεχόμενο του περιοδικού, χωρίς φυσικά να έχω σκοπό να μειώσω τα άλλα κόμικς! Πολλά μπράβο στην εκδοτική, που έκανε μια τεράστια κίνηση για τα κόμικς στην Ελλάδα,. Το περιοδικό είναι σε πολύ υψηλή ποιότητα εκτύπωσης και εμφάνισης, σε μεγάλο σχήμα, ωραίο χαρτί, σωστή μετάφραση, εξαιρετικά χρώματα, αρκετές σελίδες και προσιτή τιμή, πράγματα που αναδεικνύουν τα κόμικς που φιλοξενεί. Υπάρχουν και πολλές ενδιαφέροντες στήλες, κάποιες από τις οποίες από συμφορουμίτες μας και μια ενδιαφέρουσα συνέντευξη των Brubaker και Phillips. Τι άλλο να ζητήσει κανείς; Έχουμε την ευκαιρία να διαβάσουμε στα ελληνικά ένα κόμικ διάσημων δημιουργών και μάλιστα όχι πολύ καιρό μετά την κυκλοφορία του στα αγγλικά. Πολλά μπράβο σε όλους και όλες, που έχουν συμβάλλει στην έκδοση του περιοδικού, και στον εκδότη Λεωκράτη Ανεμοδουρά και στην art dierctor Τίνα Χελιώτη και στο Γαβριήλ Τομπαλίδη, που έχει μεταφράσει κάποια από τα κόμικς και έχει πάρει τη συνέντευξη από τους Brubaker και Phillips και στο Σ. Δανδανά, που επίσης έχει μεταφράσει κάποια από τα κόμικς και στους Μάνο Νομικό, Γιώργο Ζωιτά, Ίωνα Αγγελή και Γιάννη Παπαδόπουλο, που μας χαρίζουν κάποια πολύ ενδιαφέροντα κείμενα. Αν ξέχασα κάποιον/α συντελεστή, δεν έγινε σκόπιμα. Καλοτάξιδο και εύχομαι η πορεία να είναι μακριά και δημιουργική
  2. Βγήκε το Σεπτέμβρη μία καλοδεχούμενη και πολύ ιδιαίτερη έκδοση, από τον Μικρό Ήρωα, εκ Γερμανίας, με Πορτογάλους δημιουργούς, τυπωμένη σε (υπέροχο) velvet χαρτί από ελεγχόμενες καλλιέργειες. Πρόκειται για επιδοτούμενο κόμικ, από το πρόγραμμα Bridging European and Local Climate Action (BEACON), με χρηματοδότηση του European Climate Initiative (EUKI), που αποσκοπεί στην ενίσχυση της δράσης για την προστασία του κλίματος σε τοπικό, εθνικό και πανευρωπαϊκό επίπεδο, ούτως ώστε να επιτευχθεί η Συμφωνία του Παρισιού που υπεγράφη το 2016 και καταπατείται συνεχώς. Αντί να βγει όμως μόνο για αυτό τον σκοπό, η εκδοτική προσφέρει τα έσοδα στον Ερυθρό Σταυρό για την ενίσχυση των πάμπολλων πυρόπληκτων μετά τις φετινές καταστροφικές πυρκαγιές. Το σενάριο του Bruno Pinto είναι ένα ενημερωτικό eurotrip, με πρωταγωνιστές δύο αδέρφια από τη Λισσαβώνα, που η μεγάλη αδερφή, η Sofia, έχει αναλάβει να φτιάξει ένα επιτραπέζιο για λογαριασμό του BEACON, σχετικά με τη μείωση της εκπομπής των αερίων. Έτσι, ξεκινάνε ένα roadtrip (κυρίως με Interrail) σχεδόν σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση, όπου ενημερώνονται κατ'ιδίαν για πρόσφατες καταστροφές. Ο τελευταίος τους σταθμός είναι το Μάτι! Από ότι καταλαβαίνετε, το σενάριο είναι προσχηματικό, αλλά μαθαίνεις κάποια δυσάρεστα facts με "ευχάριστο" τρόπο. Το σχέδιο όμως του Quico Nogueira αμφιταλαντεύεται. Ίσως όντως το σχεδίασε ο μικρός αδερφός της πρωταγωνίστριας, αφού βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα. Δεν είναι συνταρακτικό, είναι όμως απλή διεκπεραιωτική καθαρή γραμμή. Τις περισσότερες φορές το σώζει το πολύ δυναμικό χρώμα του Nuno Duarte. Είναι λοιπόν value for money 8 ευρώ για 80 σελίδες έγχρωμου κόμικ, που τα έσοδα θα πάνε στους πυρόπληκτους και θα μάθετε ενδιαφέροντα πράματα, ενώ είναι για όλες τις ηλικίες; Θα έλεγα πως ναι.
  3. «Βλέπω ακόμα τον ίδιο εφιάλτη κάθε νύχτα...» Γιάννης Κουκουλάς Ένα από τα πιο δημοφιλή και εμβληματικά έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο «Μόμπι Ντικ» του Αμερικανού συγγραφέα Χέρμαν Μέλβιλ, διασκευασμένο σε κόμικς από τους Olivier Jouvray και Pierre Alary, προσφέρεται στους αναγνώστες της ειδικής έκδοσης της «Εφ.Συν.» σήμερα και τα δύο επόμενα Σάββατα Η εμμονή του ανθρώπου να κυριαρχήσει απέναντι στη φύση με κάθε τίμημα, η εκδίκηση, η προσωπική αφοσίωση σε έναν στόχο, η τρέλα αποτελούν τα βασικά θέματα ενός βιβλίου που γράφτηκε πριν από 170 χρόνια, αλλά παραμένει επίκαιρο μέχρι σήμερα. Ο «Μόμπι Ντικ» του Χέρμαν Μέλβιλ γράφτηκε το 1851 και σε πρώτο επίπεδο αφορά τη μονομανή καταδίωξη μιας θηριώδους λευκής φάλαινας από τον εμφανώς διαταραγμένο Κάπτεν Αχάμπ που έβαλε στόχο της ζωής του να καμακώσει το «θηρίο» από τότε που αυτό του έφαγε το ένα πόδι. Αφηγητής είναι ένας νεαρός ναύτης, ο Ισμαήλ, ενώ στους πρωταγωνιστές συγκαταλέγεται και ένας «ευγενής άγριος», ο εξωτικός Κουίκουεγκ που συχνά παίζει τον ρόλο του καταλύτη στις δύσκολες καταστάσεις, κατορθώνοντας να λύνει τα προβλήματα με απλότητα και αμεσότητα. Οι ζωές των τριών ανθρώπων καθώς και δεκάδων άλλων ναυτικών, αξιωματικών κ.λπ. εξελίσσονται πάνω στα φαλαινοθηρικά και μέσα στις φουρτουνιασμένες θάλασσες με έναν και μόνο στόχο. Αλλά ποιος είναι αυτός; Είναι κοινός για όλους; Από την εξέλιξη της συναρπαστικής πλοκής αποδεικνύεται πως όχι. Αυτό το μωσαϊκό στάσεων, αντιλήψεων, προθέσεων και επιδιώξεων που περιγράφει με ένα σχεδόν ρομαντικό στιλ ο Μέλβιλ, μεταφέρουν ιδανικά οι Olivier Jouvray (σενάριο) και Pierre Alary (σχέδιο) στη δική τους προσαρμογή (μετάφραση: Τατιάνα Ραπακούλια, εκδόσεις Μικρός Ηρως). Ο Jouvray επιλέγει ευφυέστατα τις σκηνές και τα περιστατικά στα οποία δίνει έμφαση, κάτι που ελαχιστοποιεί τις συνέπειες από την αναπόφευκτη περικοπή υλικού όταν επιδιώκεται η προσαρμογή ενός τεράστιου λογοτεχνικού έργου σε κόμικς ενώ παράλληλα ο Alary παίρνει άριστα στην απόδοση των εκφράσεων των χαρακτήρων, αντισταθμίζοντας έτσι την απώλεια του γραπτού λόγου. Αποφεύγοντας τις «φωτογραφικές» αναπαραστάσεις αλλά και την «καθαρότητα» και επιλέγοντας αντ’ αυτών σκοτεινά χρώματα στο μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, σχέδια που πλημμυρίζουν από γραμμές και μολυβιές, περιγράμματα που ξεφεύγουν από τα πρόσωπα και τα αντικείμενα τα οποία υποτίθεται ότι ορίζουν, σκιές που δεν υπακούν στους κανόνες της φύσης αλλά αντανακλούν τη διάθεση των χαρακτήρων και το κλίμα της υπόθεσης, καταφέρνει να πλάσει μια ατμόσφαιρα που αποπνέει υγρασία και μοναξιά, φόβο και διαρκή απειλή. Μια απειλή που είναι το αποτέλεσμα της εμμονής ενός καπετάνιου που παλεύει να πάρει εκδίκηση. «Βλέπω ακόμα τον ίδιο εφιάλτη κάθε νύχτα…» λέει ο Κάπτεν Αχάμπ. Και επιλέγει να ζήσει εντός αυτού του εφιάλτη για πάντα. Μόνο μέσα στον εφιάλτη η ζωή του έχει κάποιο νόημα. Που δεν είναι άλλο από το προδιαγεγραμμένο τέλος. Του εφιάλτη και της ζωής. Πηγή
  4. Τίτλος Πρωτότυπου: La Bombe (Glénat, 2020) Η Βόμβα. Χωρίς κανέναν προσδιορισμό. Δεν χρειάζεται. Όλες και όλοι καταλαβαίνουμε σε ποια Βόμβα αναφέρεται ο τίτλος του κόμικ. Το κόμικ, λοιπόν, είναι μια αρκετά λεπτομερής καταγραφή των πολλών και διαφορετικών καταστάσεων, που συνέβαλαν στη δημιουργία της πυρηνικής βόμβας, από τη σύλληψη της ιδέας της πυρηνικής σχάσης, τότε, που η ιδέα ενός τέτοιου όπλου ανήκε στη σφαίρα της φαντασίας, έως τη ρίψη της πάνω στη Χιροσίμα. Μέσα στις σχεδόν 500 σελίδες του έργου παρελαύνουν όλοι οι γνωστοί πρωταγωνιστές του δράματος, καθώς και αρκετοί άγνωστοι στο ευρύ κοινό. Θα βρείτε τον Φέρμι, τον Οπενχάιμερ, τον Αϊνστάιν, τον Χάιζεμπεργκ, τον Τρούμαν και κυρίως το Λίο Σίλαρντ, φυσικό από την Ουγγαρία, οι ιδέες του οποίου έθεσαν τα θεμέλια για την κατασκευή της Βόμβας, αλλά και τον πεισματάρη στρατιωτικό Λέσλι Γκρόουβς, φανατικό υπέρμαχο της χρήσης της. Η ιστορία ξεκινά 15 δισεκατομμύρια χρόνια πριν με τη μεγάλη έκρηξη και προχωρά με τη δημιουργία της Γης. Ο αφηγητής της ιστορίας είναι το ίδιο το ουράνιο, το στοιχείο, που σε αυτό βασίζεται η Βόμβα. Το ουράνιο διψάει για ενέργεια, ανυπομονεί να απελευθερωθεί, θέλει να δείξει την τεράστια δύναμή του. Οι επιστήμονες θα γίνουν, άθελά τους ή εσκεμμένα, οι φορείς της απελευθέρωσής του. Η κυρίως αφήγηση ξεκινά στις 30 Μαρτίου 1933, δύο μήνες μετά την άνοδο των Ναζί στην εξουσία, όταν ο φυσικός Λέο Σίλαρντ αποφασίζει να εγκαταλείψει τη Γερμανία εξαιτίας της εβραϊκής καταγωγής του. Τέσσερα χρόνια αργότερα, ο διάσημος Ιταλός φυσικός Ενρίκο Φέρμι λαμβάνει το βραβείο Νόμπελ, έχοντας ήδη αποφασίσει να εγκαταλείψει τη φασιστική Ιταλία. Παράλληλα, το βιβλίο μας συστήνει την οικογένεια των Μοριμότο, πατέρα και δύο γιούς, που κατοικούν στη Χιροσίμα. Αυτοί και οι γείτονές τους είναι και τα μοναδικά μυθοπλαστικά πρόσωπα της πλοκής, αφού όλα τα υπόλοιπα είναι υπαρκτά πρόσωπα. Από εκεί και μετά, το ρόλο τον αναλαμβάνει η ίδια η ιστορία. Από εκεί και μετά, όλα παίρνουν το δρόμο τους: οι προσπάθειες των φυσικών σε όλα τα στρατόπεδα να κατασκευάσουν τη Βόμβα, το εργαστήριο των Ναζί στη Νορβηγία, το οποίο κατέστρεψαν με κόπο και βάσανα και με θυσίες αμάχων, αλλά και ηρωισμό οι Σύμμαχοι, το Σχέδιο Μανχάταν, το Λος Άλαμος, η κατασκοπία των Σοβιετικών, ο μιλιταρισμός των Ιαπώνων, οι οποίοι, ως επί το πλείστον τυφλωμένοι από την πίστη τους στον αυτοκράτορα, δεν δέχονταν την παράδοση, ο δισταγμός πολλών ανθρώπων σχετικά με τη ρίψη της Βόμβας, η τυφλή υπακοή των στρατιωτικών, η επαμφοτερίζουσα στάση ορισμένων επιστημόνων, κυρίως του Σίλαρντ, ο οποίος από υπέρμαχος της Βόμβας έγινε αρνητής της, ο σκοτεινός ρόλος του Χάιζενμπεργκ, ασαφής όσο και η θεωρία του και πάρα πολλά άλλα. Έπρεπε να ριχτεί η Βόμβα; Αν δεν είχε συμβεί αυτό, πόσο θα συνέχιζε να μάχεται η Ιαπωνία και αν συνέχιζε, ποιες θα ήταν οι απώλειες; Ήταν έτοιμη να συνθηκολογήσει; Και ποια ήταν τα στρατιωτικά και πολιτικά παρασκήνια; Κρίσιμα ερωτήματα, που δεν ξέρω αν έχουν απάντηση. Το σενάριο των Αλκάντ και Μπολέ δεν δίνει απαντήσεις, θίγει όμως πολλά θέματα. Είναι πυκνογραμμένο και ίσως υπερβολικά επεξηγηματικό και σίγουρα παλαιομοδίτικο. Είναι, όμως, πολύ καλογραμμένοι. Με αρκετή προσοχή, πλέκει αργά την ιστορία και χειρίζεται επιτυχώς τους πάρα πολλούς χαρακτήρες, που παρελαύνουν μέσα στο κόμικ, δίνοντάς τους πολλές ευκαιρίες, έτσι ώστε να αναπτυχθούν και να εξελιχθούν σεναριακά. Παρόλο που θεωρώ, ότι αρκετές εξηγήσεις θα μπορούσαν να λείπουν, προσωπικά δεν κουράστηκα καθόλου διαβάζοντάς το. Το σχέδιο του Ροντιέ, αν και παλαιομοδίτικο κι αυτό, έχει αρκετή δυναμική και ωραίες συνθέσεις, η σημασία κάποιων εκ των οποίων δεν γίνονται αντιληπτές με την πρώτη ματιά. Ο σκιτσογράφος έχει συναίσθηση, ότι πρωτίστως υπηρετεί το σενάριο και οι περισσότερες σελίδες είναι σχεδιασμένες με κλασικό τρόπο, αν και προσπαθεί να ποικίλλει τις συνθέσεις του. Πολύ σωστή επιλογή το ασπρόμαυρο, αφήνει τα πρόσωπα και τις καταστάσεις να μιλήσουν, χωρίς τον εντυπωσιασμό, που συνήθως δίνει το χρώμα. Το κόμικ κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως σε μια πολύ ωραία έκδοση με αρκετά καλή μετάφραση της Τατιάνας Ραπακούλια. Στο τέλος παρατίθενται και κείμενα των τριών δημιουργών του κόμικ, που εξιστορούν τη δημιουργία του, καθώς και βιβλιογραφία. Μαλακό εξώφυλλο, ωραία ποιότητα χαρτιού, καλό δέσιμο, αξίζει σίγουρα τα λεφτά της. Ελπίζω να πάει καλά εμπορικά, επειδή χρειαζόμαστε τέτοια κόμικς, που σίγουρα παρέχουν και πληροφορίες και προβληματίζουν τους αναγνώστες. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο σκαναρίστηκαν από εμένα, όλες οι υπόλοιπες εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (στα γαλλικά με εκτεταμένο κατάλογο των υπαρκτών προσώπων του κόμικ) Και ένα βίντεο (στα γαλλικά), όπου ο Ροντιέ λέει ορισμένα πράγματα σχετικά με το πώς σχεδίασε το έργο. Και για να μην ξεχνιόμαστε: η Βόμβα, γνωστή και ως Littlle Boy (αδιανόητος ευφημισμός!) εξερράγη πάνω από τον ουρανό της Χιροσίμα σαν σήμερα, 6 Αυγούστου 1945, 76 χρόνια πριν, στις 08:16:02 τοπική ώρα. Ο αριθμός των θυμάτων, είτα εκείνων, που σκοτώθηκαν ακαριαία, είτε εκείνων, που πέθαναν από τις συνέπειες της ραδιενέργειας παραμένει άγνωστος, αλλά υπολογίζεται γύρω στους 90000-140000. Η δεύτερη Βόμβα (με πλουτώνιο αυτή) και με το παρατσούκλι Fat Man (τραγικό μέσα στο γκροτέσκο στοιχείο) βομβάρδισε το Ναγκασάκι, τρεις ημέρες αργότερα, στις 9 Αυγούστου 1945, στις 10:58 τοπική ώρα, σκοτώνοντας άμεσα ή έμμεσα 60000-80000 ψυχές. Η τραγωδία υπήρξε τόσο μεγάλη, ώστε τα λόγια δεν αρκούν για να την περιγράψουν. Ούτε και τα σκίτσα, άλλωστε. Μπορούν όμως να μας προβληματίσουν....
  5. Όταν απλά γουστάρεις να είσαι μπαμπάς Γιάννης Κουκουλάς Τι σημαίνει να είσαι μπαμπάς στη σύγχρονη εποχή; Πόσο αλλάζει η ζωή σου με τον ερχομό ενός μωρού; Σε ποια στερεότυπα πρέπει να μην υποκύψεις; Και πώς σε βλέπουν οι άλλοι στον νέο σου ρόλο; Ο Νικόλας Στεφαδούρος στις «Μπαμπαδοϊστορίες» δίνει τις δικές του χιουμοριστικές απαντήσεις Οι περιπέτειες των μπαμπάδων κατά την ανατροφή των παιδιών τους δεν αποτελούν συνηθισμένη θεματική στα κόμικς. Κατά το παρελθόν, άλλωστε, τα στερεότυπα και τα κοινωνικά - οικογενειακά ήθη ήθελαν τον μπαμπά να βρίσκεται διαρκώς έξω από το σπίτι για δουλειές, ενώ όταν γύριζε κατάκοπος έπρεπε να ξεκουραστεί. Τα λίγα κόμικς που έχουν υπάρξει με πρωταγωνιστές μπαμπάδες κατά την άσκηση του πατρικού τους ρόλου ήταν όμως απολαυστικά. Στο «Gasoline Alley»του Frank King, ήδη από τη δεκαετία του 1920, ένας υπέροχος «πατέρας» μεγάλωσε ιδανικά τον θετό του γιο διδάσκοντάς τον τα πάντα για τη φύση, την τέχνη, την καλοσύνη, ενώ στο πιο πρόσφατο «Lunarbaboon», μια εμβληματική σειρά της εποχής μας από τον Christopher Grady, ένας άλλος φανταστικός μπαμπάς μαθαίνει τον δικό του γιο να επιβιώνει με σεβασμό στη διαφορετικότητα, να υποστηρίζει τους πρόσφυγες και τους φτωχούς, να αντιστέκεται στη βία και το μπούλινγκ. Κι ένας Έλληνας μπαμπάς, ο Νικόλας Στεφαδούρος, φιλοτεχνεί τις δικές του ιστορίες και μεταφέρει τις γονεϊκές του εμπειρίες από την πρώτη μέρα της γέννησης της κόρης του, πάντα με χιούμορ, αγάπη προς τα παιδιά, κατανόηση και καταπληκτικά σχέδια για μια πανέμορφη αλλά και δύσκολη περίοδο της ζωής μπαμπά και παιδιού. Οι «Μπαμπαδοϊστορίες» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 68 σελίδες, πρώτη δημοσίευση στο all4mama.gr) είναι στο σύνολό τους αυτοτελή στριπάκια των λίγων καρέ, συνήθως δυο ή τριών, μέσω των οποίων ο Στεφαδούρος προλαβαίνει και καταφέρνει με απόλυτη επιτυχία να αφηγηθεί και να αποδώσει κάθε φορά ένα ξεχωριστό περιστατικό της βρεφικής ή πρώιμης παιδικής ηλικίας. Και το κάνει κάθε φορά με ένα πανέξυπνο χιούμορ και εκφράζοντας έναν μεγάλο πλούτο συναισθημάτων πάντα με επίκεντρο το παιδί και τις ανάγκες του. Χωρίς να μετανιώνει ούτε λεπτό, ούτε στιγμή για τα νέα του καθήκοντα (ή τα καθήκοντα του πρωταγωνιστή του με τον οποίο πιθανώς μοιράζονται πολλές κοινές εμπειρίες…). Όπως γράφει και ο ίδιος στον επίλογό του: «Και ξαφνικά γίνεσαι “μπαμπάς” και όλα αλλάζουν. Τέλος το σινεμά, τέλος η μπάλα, τέλος τα καφεδάκια έξω και η φράση “ελεύθερος χρόνος” πλέον φαντάζει εξωτικό νησί που δεν θα δεις ποτέ! Τώρα είσαι master στο άλλαγμα της πάνας, ειδήμων στη σωστή θερμοκρασία του μπιμπερό και ικανός να κοιμίσεις μωρό, γράφοντας παράλληλα αυτό το κείμενο με ένα δάκτυλο. Το μικρό δάκτυλο. Γιατί όλα αυτά; Γιατί απλά γουστάρεις να είσαι “μπαμπάς”!» Για όλα αυτά ένας μπαμπάς, όπως και αυτός του Στεφαδούρου, δεν περιμένει ανταλλάγματα. Νιώθει όμως την ευτυχία να τον πλημμυρίζει όταν η μικρή του κόρη του προσφέρει ψεύτικο τσάι για να τον ανακουφίσει από το κρυολόγημα, όταν επιμένει ότι ο μπαμπάς της είναι «όμο’ φος», όταν μοιράζονται την τελευταία σοκοφρέτα, όταν χορεύουν μαζί στα πάρτι, όταν απλώς θέλει να του πει μια καληνύχτα. Και αυτό είναι αρκετό. Πηγή
  6. Ο ΒΡΑΒΕΥΜΕΝΟΣ ΛΑΡΙΣΑΙΟΣ ΚΟΜΙΣΤΑΣ ΜΙΛΑΕΙ ΣΤΗ LARISSANET Θανάσης Καραμπάλιος: «Ζωτική για τον καλλιτέχνη η επικοινωνία με το κοινό» Συνέντευξη στον Μενέλαο Κατσαμπέλα Μεταξύ των θεμάτων που κέντρισαν το ενδιαφέρον του μεγάλου παραμυθά και οραματιστή – συγγραφέα, Ιούλιου Βερν, τόσο ώστε να γράψει ένα από τα φανταστικά μυθιστορήματά του, ήταν και η Ελληνική Επανάσταση του 1821. Με αφορμή των αγώνα για την απελευθέρωση, έγραψε την ιστορία «Το Αιγαίο στις Φλόγες». Το στόρι αρχίζει λίγο πριν την καθοριστική ναυμαχία του Ναυαρίνου, όπου οι Μεγάλες Δυνάμεις έβαλαν τέλος στη ναυτική κυριαρχία του οθωμανικού στόλου στα ελληνικά παράλια. Με τα σκηνικά της δράσης να εναλλάσσονται από το μανιάτικο Οίτυλο, την αγγλοκρατούμενη Κέρκυρα, τα ανελέητα κυνηγητά και τα φοβερά σκλαβοπάζαρα, εκτυλίσσεται μια ναυτική περιπέτεια στο Αρχιπέλαγος που κυριολεκτικά φλέγεται από τις ομοβροντίες των κανονιών και τα ρεσάλτα των πειρατικών τσούρμων. Τo βιβλίο του Ιουλίου Βερν «Το Αιγαίο στις Φλόγες» μεταφέρεται σε κόμικς για πρώτη φορά παγκοσμίως. Ο Γιώργος Βλάχος προσαρμόζει το σενάριο και ο Λαρισαίος κομίστας Θανάσης Καραμπάλιος σκιτσάρει με τον δικό του μοναδικό τρόπο. Ας μας τα πει ο ίδιος, με τον δικό του τρόπο, στη συνέντευξη που ακολουθεί: Πώς προέκυψε αυτή η έκδοση; Το χειμώνα που μας πέρασε και εν μέσω καραντίνας, επικοινώνησε μαζί μου ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς των εκδόσεων Μικρός Ήρως και μου είπε ότι σκέφτεται να μεταφέρει σε κόμικς το συγκεκριμένο βιβλίο και αν θα με ενδιέφερε θα κάνω την εικονογράφηση. Μου φάνηκε αρκετά ενδιαφέρον και έτσι ξεκίνησε η συνεργασία μας. Πώς ήταν η συνεργασία με τον Γιώργο Βλάχο; Λόγω καραντίνας και της όλης κατάστασης με τον covid, καθώς και το γεγονός ότι εγώ μένω Λάρισα, δεν έχουμε βρεθεί από κοντά. Η επικοινωνία μας ήταν και παραμένει, δυστυχώς, τηλεφωνική. Η συνεργασία μας όμως ήταν καλή και ελπίζω να φανεί στο βιβλίο. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Διάβαζες τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν μικρότερος; Ναι, διάβασα αυτά που είχαμε στη σχολική βιβλιοθήκη στο Παλιόκαστρο. Δεν ήταν πλούσια αλλά είχε τα περισσότερα του Βερν, όπως τον «Γύρο του κόσμου σε 80 μέρες», το «200 λεύγες κάτω από τη θάλασσα» , «Ταξίδι στο κέντρο της γης» και άλλα. Είχες υπόψιν σου το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε το «Αιγαίο στις φλόγες»; Το συγκεκριμένο βιβλίο του Βερν δεν το ήξερα και με εντυπωσίασε το γεγονός ότι είχε ασχοληθεί με τα γεγονότα της Ελληνικής Επανάστασης και από αυτό φαίνεται πόσο σημαντική ήταν αυτή για την εποχή. Είναι γεγονός ότι παραμένει το καλλιτεχνικό σου ενδιαφέρον σε συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Πώς εξελίσσεται η πορεία της σειράς «1800»; Είναι γεγονός ότι δεν προλαβαίνω να κάνω πολλά περισσότερα πράγματα και γι’ αυτό φαίνεται να έχω εγκλωβιστεί με τη συγκεκριμένη θεματολογία και εποχή. Ευτυχώς, σιγά σιγά ετοιμάζω και κάποιες άλλες δουλειές, για τις οποίες δεν μπορώ να μιλήσω ακόμα, που κινούνται σε διαφορετικό πλαίσιο. Το θέμα όμως είναι ένα, ότι πάντοτε με ενδιαφέρει η πτυχή του ανθρώπου και ο τρόπος με τον οποίο διαδρά με την εποχή του, όποια και αν είναι αυτή. Ειδικά το «1800» είναι μία δουλειά για την οποία είμαι υπερήφανος και πάρα πολύ χαρούμενος για την αποδοχή που έχει από το κοινό. Κυκλοφορεί ήδη το 5ο μέρος και τον Δεκέμβριο θα βγεί το 6ο, το οποίο θα κλείνει και τον πρώτο κύκλο της σειράς. Όταν το ξεκίνησα ήταν ένα ρίσκο και για μένα προσωπικά – μιας και θα ήταν η δουλειά με την οποία θα πρωτοεμφανιζόμουνα – και για τον εκδότη μου, Λευτέρη Σταυριανό. Μετά από τρία χρόνια και πέντε βιβλία πιστεύω ότι το όραμα που είχα για την συγκεκριμένη σειρά έχει αρχίσει να πραγματοποιείται. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Με τις εκδόσεις Μικρός Ήρωας διατηρείς μια ευρύτερη συνεργασία, καθώς νωρίτερα φέτος κυκλοφόρησαν τα Μουσικά Καρέ, όπου «ερμήνευσες» με το δικό σου τρόπο τον «Μαύρο Γάτο» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου. Πώς ήταν αυτή η εμπειρία; Όντως φέτος έκανα αρκετά πράγματα με τις εκδόσεις Μικρός Ήρως- έκανα και μια τρισέλιδη ιστορία του δικαστή Ντρεντ για το Μπλεκ Μαΐου- που με βοήθησαν να δείξω και μια άλλη σχεδιαστική μου «πλευρά». Θεωρώ τη μουσική την κορυφαία τέχνη και όντως ζορίζομαι που δεν μπορώ να παίξω κανένα μουσικό όργανο και ούτε να τραγουδήσω μέσα στο ρυθμό. Οπότε χάρηκα πολύ που μου δόθηκε η δυνατότητα να αποτυπώσω στο χαρτί τις εικόνες που μου δημιουργούσε ένα από τα αγαπημένα τραγούδια της εφηβείας μου. Ο «Μαύρος γάτος» αποτελεί μία ιστορία στη ανθολογία «Μουσικά Καρέ». Εννοείται ότι για να πάρω μέρος σ’ αυτή τη δουλειά έπαιξαν σημαντικό ρόλο και οι συνάδερφοι με τους οποίους συμμετείχα. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης Μιας μορφής κανονικότητα επιστρέφει και αυτό φαίνεται από τα φεστιβάλ κόμικς που επαναλαμβάνονται, στη Λάρισα αλλά και σε Αθήνα – Θεσσαλονίκη. Ως τακτικός συνεργάτης ανάλογων φεστιβάλ, πως είναι να επικοινωνείς ξανά με το κοινό; Είναι γεγονός και επιτέλους έχουμε αρχίσει να ξαναβρισκόμαστε και μεταξύ μας οι δημιουργοί αλλά και με το κοινό μας. Εδώ στη Λάρισα ευτυχώς έχουμε τον ΙΠΠΟΚΑΜΠΟ, ο οποίος αποτελεί σημείο συνάντησης και κάνει πολλές δράσεις. Η επικοινωνία με το κοινό είναι ζωτικής σημασίας για έναν καλλιτέχνη. Είναι η στιγμή που το έργο σου (όποια και αν είναι η τέχνη σου) συνομιλεί μαζί σου μέσω του κοινού. Εικόνες από τον πρώτο τόμο της έκδοσης INFO: To Αιγαίο Στις Φλόγες Δημιουργοί: Γιώργος Βλάχος, Καραμπάλιος Θανάσης, Ιούλιος Βέρν Εκδόσεις: Μικρός Ήρως ISBN:978-618-2060-43-8 Σελίδες:56 Τιμή: 8,90€ Το πρώτο μέρος του κόμικς «Το Αιγαίο Στις Φλόγες» είναι ήδη διαθέσιμο στο site των εκδόσεων για προπαραγγελίες, ενώ από τις 29 Ιουλίου θα βρίσκεται στα βιβλιοπωλεία, κομιξάδικα και τα περίπτερα όλης της Ελλάδας! Πηγή
  7. Στην καυτή Αθήνα των κόμικς Γιάννης Κουκουλάς Καταμεσής του Ιουλίου σε μια Αθήνα που βράζει, δημιουργοί κόμικς, εκδότες, ομάδες και οργανωτές εκθέσεων βάζουν τα δυνατά τους για να αναπληρώσουν ενάμιση χρόνο «πολιτιστικής αποστασιοποίησης» Γράφαμε στο προηγούμενο φύλλο για το φεστιβάλ «Comics n’ Beer» που ξεκίνησε χθες και ολοκληρώνεται αύριο στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης με ενδιαφέρουσες συζητήσεις, βιβλιοπαρουσιάσεις, workshops, bazaar εκδοτικών οίκων και ένα πολυπληθές artist’s alley. Γράφαμε επίσης για την παρουσίαση του νέου βιβλίου της Σταυρούλας Παπαδάκη στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου της Αθήνας. Και πάνω που λέγαμε ότι είναι ελπιδοφόρο μέσα στον Ιούλιο να πραγματοποιούνται τόσα γεγονότα γύρω από τα κόμικς, προέκυψαν ακόμα δυο σημαντικές εκθέσεις. Η μία ξεκίνησε πριν από λίγες ημέρες και θα συνεχιστεί μέχρι τον Μάιο του 2022. Πρόκειται για την έκθεση που ακολουθεί την έκδοση του βιβλίου του Soloup «1821 - Η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος) που το παρουσιάσαμε από αυτές εδώ τις σελίδες πριν από λίγες εβδομάδες. Η έκθεση πραγματοποιείται στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο της Αθήνας (Παλαιά Βουλή, Σταδίου 13, πλατεία Κολοκοτρώνη), δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία και την απίστευτη ιστορία της· ένα άγαλμα του γλύπτη Λάζαρου Σώχου, που παίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής. Η έκθεση «1821 - Η μάχη της πλατείας» βασίζεται στην έρευνα και στο εικαστικό υλικό του Soloup σε συνεργασία με την ερευνητική ομάδα που αποτελείται από τη Νατάσα Καστρίτη (ιστορικό Τέχνης, επιμελήτρια ΕΙΜ), Ρεγγίνα Κατσιμάρδου (ιστορικό, επιμελήτρια ΕΙΜ), Παναγιώτα Παναρίτη (δρα Αρχαιολογίας, επιμελήτρια ΕΙΜ) και την επιστημονική επιμέλεια της Εύης Σαμπανίκου, καθηγήτριας ΤΠΤΕ του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Περιλαμβάνει αφηγηματικές ενότητες από το έργο, πρωτότυπες σελίδες και προσχέδια σε μολύβι αλλά και υλικό τεκμηρίωσης από κειμήλια, αρχεία και εικαστικά έργα, που χρησίμευσαν ως πρότυπες αναφορές για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων σκίτσων του έργου. Στον χώρο της έκθεσης θα προβάλλεται παράλληλα και το ντοκιμαντέρ αποτύπωσης και δημιουργίας του έργου: Making of… behind the sketches, σε σκηνοθεσία Μελέτη Μοίρα. (Ώρες λειτουργίας: Τρίτη - Κυριακή, 8.30–14.30, είσοδος ελεύθερη). Από την περασμένη Δευτέρα εγκαινιάστηκαν ακόμα τρεις σημαντικές εκθέσεις στο Ψηφιακό Μουσείο Κόμικς, έναν θεσμό που ξεκίνησε τη λειτουργία του μόλις πριν από μερικές εβδομάδες αλλά με τις δραστηριότητές του προσελκύει καθημερινά όλο και μεγαλύτερο αριθμό αναγνωστών και αναγνωστριών. Η πρώτη από τις εκθέσεις αποτελεί μια μόνιμη αναδρομική έκθεση του μουσείου, σε συνεργασία με τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, που είναι αφιερωμένη στον Στέλιο Ανεμοδουρά, δημιουργό του «Μικρού Ήρωα» και εκδότη του «Μπλεκ» καθώς και δεκάδων άλλων τίτλων και χαρακτήρων στα ελληνικά κόμικς περασμένων δεκαετιών. Στα σχεδόν 55 χρόνια παρουσίας του στις εκδόσεις, o Στέλιος Ανεμοδουράς «έχτισε» μια μικρή αυτοκρατορία, που κυριάρχησε στον χώρο του παιδικού λαϊκού εντύπου, με περισσότερους από 100 τίτλους περιοδικών. Από τον «Μικρό Ήρωα» και το «Μπλεκ» μέχρι την «Κατερίνα» και το «Ζαγκόρ», η έκθεση καταγράφει αυτή την τεράστια κληρονομιά, με αγαπημένους ήρωες και χιλιάδες σελίδες από σπάνιο και εξαντλημένο υλικό. Έργο από την έκθεση-αφιέρωμα στον Στέλιο Ανεμοδουρά «200 Χρόνια Ελλάδα μέσα από τα Κόμικς» είναι ο τίτλος της δεύτερης έκθεσης που πραγματοποιείται υπό την αιγίδα της επιτροπής «21 - 200 Χρόνια Μετά την Επανάσταση». Η έκθεσή, σύμφωνα με τους διοργανωτές, «διατρέχει γραμμικά την Ιστορία της Ελλάδας, από τη σύσταση του ελληνικού κράτους, μέχρι σήμερα, όπως αυτή αποτυπώνεται στην εγχώρια παραγωγή, παρακολουθώντας βιογραφίες επιφανών Ελλήνων, ιστορικά γεγονότα-σταθμούς, αλλά και απλές, καθημερινές στιγμές των κατοίκων της χώρας μας, μέσα στον χρόνο και τον χώρο». Στην έκθεση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων έργα των Τάσου Αποστολίδη, Μαρίας-Ηλέκτρας Ζογλοπίτου, Δημήτρη Βανέλλη, Θανάση Πέτρου, Γιώργου Γούση , Γιάννη Ράγκου, Τάσου Ζαφειριάδη, Πέτρου Χριστούλια, Πέτρου Ζερβού, Δημήτρη Καμένου, Θανάση Καραμπάλιου, Ηλία Κατιρτζιγιανόγλου, Aldo Shabani, Παναγιώτη Πανταζή, Σταύρου Κιουτσιούκη, Soloup, Nicolas Wouters & Δημήτρη Μαστώρου καθώς και του Γιάννη Καλαϊτζή. Απόσπασμα από εξώφυλλο της «Τσιγγάνικης Ορχήστρας»- του Γιάννη Καλαϊτζή Τέλος, η τρίτη έκθεση μπορεί να μην είναι δημιουργημένη από επαγγελματίες, αλλά η σημασία της δεν είναι μικρότερη και δεν υστερεί σε τίποτα από τις άλλες. Με τίτλο «Οι Μνήμες του Παρελθόντος» και έχοντας τον χαρακτήρα μιας μόνιμης παρουσίας στο μουσείο, η έκθεση αποτελείται αποκλειστικά από έργα που φιλοτέχνησαν παιδιά. Σύμφωνα με τους διοργανωτές, «αφού παρακολούθησαν μια παρουσίαση για το Ολοκαύτωμα και τις συνέπειές του στην Εβραϊκή Κοινότητα Θεσσαλονίκης, 16 μαθητές της 6ης Δημοτικού από το 18ο Δημοτικό Σχολείο Πειραιά συμμετείχαν σε ένα εργαστήριο δημιουργίας μονοσέλιδων κόμικς. Τα έργα που προέκυψαν παρουσιάζονται για πρώτη φορά στην ψηφιακή μορφή τους, σε αυτή τη μικρή και άκρως συγκινητική έκθεση». Η έκθεση πραγματοποιείται σε συνεργασία με την Athens Comics Library και με την υποστήριξη του Ιδρύματος TOLI - The Olga Lengyel Institute for Holocaust Studies and Human Rights. Παράλληλα, στο νέο περιεχόμενο προστέθηκε και η πρώτη οπτικοακουστική παραγωγή του Ψηφιακού Μουσείου, μία εφ’ όλης της ύλης συνέντευξη με τον βετεράνο σεναριογράφο κόμικς, Τάσο Αποστολίδη («Οι Κωμωδίες του Αριστοφάνη σε κόμικς») με την αναδρομική έκθεση του οποίου είχε εγκαινιαστεί το μουσείο τον περασμένο Μάιο. Είτε με τη φυσική παρουσία σε εκθέσεις, παρουσιάσεις και φεστιβάλ είτε με την ηλεκτρονική επίσκεψη στο ψηφιακό μουσείο, ο φετινός Ιούλιος φαίνεται να είναι εντελώς διαφορετικός από τον μελαγχολικό και τρομακτικό του 2020. Δημιουργοί κόμικς, εκδότες και διοργανωτές καλούν το κοινό να συμμετάσχει. Η τέχνη έχει ανάγκη το κοινό. Και δεν «θα πεθάνουμε όλοι» όπως απειλούν οι τρομολάγνοι του διαδικτύου. Πηγή
  8. Έχει τρία χρόνια τώρα που τα καλοκαίρια μου είναι συνυφασμένα με τον τα Κόρτο. Αυτή η περιπέτεια του Κόρτο Μαλτέζε μας μεταφέρει στην Αργεντινή, και πιο συγκεκριμένα στο Σαν Ισίντρο, όπου ο ναυτικός επιστρέφει μετά από 15 χρόνια. Αναζητά τα ίχνη της Πολωνής φίλης του, Λούιζ Μπρούκσοβιτς, που γνωρίσαμε στο Βενετσιάνικο Παραμύθι (για το οποίο ακόμα χρωστάω παρουσίαση), όταν τον φρόντισε μετά την πτώση του από την οροφή ενός σπιτιού. Η Λούιζ είχε αναφέρει πως δουλεύει για την εταιρία "Βαρσοβία", και με αυτό σαν αφετηρία ο Κόρτο πυροδοτεί μια σειρά από αντιδράσεις οι οποίες, σε συνδυασμό τη χαρακτηριστική του τύχη, θα τον βοηθήσουν να ξετυλίξει ένα κουβάρι από συγκρουόμενα συμφέροντα, ιεραρχίες και φυσικά διεφθαρμένες εξουσίες. Σύντομα μαθαίνουμε ότι η εταιρία "Βαρσοβία" είναι ένας συνασπισμός από προαγωγούς και διευθύνει πάνω από 2000 οίκους ανοχής στην Αργεντινή, και ότι παρά τη νομική της υπόσταση, αποτελεί βιτρίνα για χειρότερα εγκλήματα. Εδώ έχουμε κάποιες αλλαγές από τη συνηθισμένη συνταγή των ιστοριών. Επιστρατεύοντας τους παλιούς του γνωστούς και τις διασυνδέσεις τους, εδώ ο Κόρτο είναι πολύ πιο έντονα στο "τιμόνι" της περιπέτειας, αφήνει για λίγο την απάθειά του στην άκρη και κινείται σε πιο νουάρ μονοπάτια. Στο φόντο δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο ιστορικό γεγονός ή σημαντικά ιστορικά πρόσωπα, και η προσοχή εστιάζεται στους συμμετέχοντες της πλοκής και τους πρωταγωνιστές. Μετά από αρκετές εκτελέσεις, ένα τηλέφωνο που χτυπάει ασταμάτητα, βόλτες στη νυχτερινή πόλη με τα δύο φεγγάρια και συναντήσεις με γνωστούς και γνωστούς γνωστών, ο Κόρτο καταφέρνει να μάθει την αλήθεια για τη Λούιζ, αλλά μένοντας πιστός στο νουάρ ύφος μέχρι το τέλος, δεν διορθώνει ούτε εκδικείται για καμία από τις αδικίες τις οποίες ανακαλύπτει, αφήνοντάς μας σχεδόν να ελπίζουμε ότι θα επιστρέψει στο μέλλον. Είναι ίσως από τις ελάχιστες φορές από τότε που ξεκίνησα να διαβάζω Κόρτο στις έγχρωμες εκδόσεις του Μικρού Ήρωα που έπιασα τον εαυτό μου επανειλημμένα να σκέφτεται πως θα έμοιαζαν τα πάνελ στο αρχικό ασπρόμαυρο. Νομίζω ότι ο συνδυασμός του ύφους στη γραφή και τη σκηνοθεσία δεν ευνοεί καθόλου την προσπάθεια της Zanotti να τα χρωματίσει. Μιας και ξέρουμε ότι ο Pratt παίζει έτσι και αλλιώς με τις σκιές και το ολόμαυρο, ουσιαστικά εδώ η χρήση των άλλων χρωμάτων (ακόμα και όταν δεν είναι πολύ έντονα) αφαιρούν αρκετά από την ατμόσφαιρα. Κάτι που μου έκανε μάλιστα αρκετά αρνητική εντύπωση είναι πως για τα εξωτερικά νυχτερινά πάνελ έχουν επιλεγεί τόσο καθαρά χρώματα για τον ουρανό και το περιβάλλον που τα κάνουν να μοιάζουν με μέρα, ενώ οι σκιές του Pratt στα πρόσωπα υποδηλώνουν τελείως διαφορετικό φωτισμό. Καταλαβαίνω βέβαια ότι το σχέδιο είναι τέτοιο που δε θα μπορούσε να προσθέσει από μόνη της σκιές η colorist γιατί θα αλλοίωνε το σχέδιο. Τα εξωτερικά πάνελ της πόλης που δείχνουν κτίσματα και οχήματα, όπως και το χαρακτηριστικό πάνελ του σταθμού Μπόρχες είναι πανέμορφα, με απίστευτη λεπτομέρεια και μακριά από το τι συνηθίζει να σχεδιάζει ο Pratt. Είναι τα πάνελ τα οποία ευνοούνται ίσως περισσότερο από τον χρωματισμό. Η έκδοση ωστόσο περιέχει δύο πάρα πολύ κατατοπιστικές εισαγωγές, μάλλον τις καλύτερες από τα μέχρι στιγμής άλμπουμ. Η μια είναι γραμμένη από τον Pratt και αφορά την ιστορία των γιάνκηδων ληστών και της συμμορίας του Μπουτς Κάσιντι, που κάνει την εμφανισή του στην ιστορία. Η δεύτερη είναι του Juan Antonio De Blas, ο οποίος εξηγεί τι οδήγησε στη δημιουργία, την επιτυχία, και τελικά τη διάλυση της "Βαρσοβίας", και ποιος ήταν ο ιδρυτής της, Noe Trauman. Αν τυχόν κάποιος έχει διαβάσει την ιστορία, αλλά όχι κάποια από αυτές τις δύο εισαγωγές, πρέπει να επανορθώσει άμεσα.
  9. Εικόνες μουσικής Γιάννης Κουκουλάς Τα αγαπημένα τραγούδια ξεχειλίζουν από εικόνες. Διαφορετικές για κάθε ακροατή. Εννιά δημιουργοί κόμικς περνούν από τη θέση του ακροατή στη θέση του σχεδιαστή τέτοιων εικόνων προσθέτοντας τη δική τους ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική οπτική «Δεν είναι λίγες οι φορές που ακούγοντας ένα αγαπημένο τραγούδι σκαρφιζόμαστε τη δική μας ιστορία που θα μπορούσε να το συνοδεύει. Ιστορίες που δεν είναι ποτέ ίδιες μεταξύ τους. Οι πολλαπλές ερμηνείες που δίνουμε σε ένα τραγούδι σε συνδυασμό με το μίνιμαλ στοιχείο του είναι και το γοητευτικό. Κάτι όμως ακόμα πιο γοητευτικό είναι η εικονοποίησή τους!», γράφει ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς στο εντιτόριαλ του νέου περιοδικού «Μουσικά Καρέ» (εκδόσεις Μικρός Ήρως). Και κρίνοντας από το περιεχόμενο του περιοδικού, η εικονοποίηση δεν είναι μόνο γοητευτική αλλά και πανέμορφη και πανέξυπνη. «Τράβα βρε μάγκα» από την Αγγελική Σαλαμαλίκη Η ιστορία της σχέσης των κόμικς με τη μουσική βέβαια δεν είναι σημερινή αλλά κρατάει χρόνια. Την περιδιαβαίνει ο Θοδωρής Μανίκας στον πρόλογό του επισημαίνοντας τις πολλαπλές μορφές και εκφάνσεις αυτής της σχέσης: «Κόμικς ως artwork εξωφύλλων δίσκων αλλά και πολυσέλιδα κόμικς ως ένθετα σε δίσκους βινιλίου (από το θρυλικό εξώφυλλο του μέγιστου Crumb για το Cheap Thrills της Janis Joplin ώς το πόνημα του designer Στέργιου Δελιαλή για το δεύτερο και τελευταίο άλμπουμ των Poll). Κόμικς με βιογραφίες μουσικών και φανταστικές περιπέτειες που έχουν ως ήρωες σταρ της μουσικής (από τον Bob Dylan και τους Kiss ώς τον Elvis και τον Αργεντινό σαξοφωνίστα Gato Barbieri). Ουκ ολίγα κόμικς και graphic novels, σχεδιασμένα ή/και σεναριογραφημένα από μουσικούς (από τον Charlie Watts ώς τον Glenn Danzig και από όλους σχεδόν τους Grateful Dead ώς τον Nick Cave). Καλλιτέχνες που επιλέγουν ως εικόνα τους μια κομικσοειδή καρικατούρα […] Αφίσες, flyers συναυλιών και φεστιβάλ, προωθητικά διαφημιστικά υλικά κ.λπ. Περιοδικά κόμικς και φανζίν, με μουσικές (συνήθως ροκ) θεματικές. Σειρές κινουμένων σχεδίων με πλείστες μουσικές αναφορές αλλά με συχνές “παρουσίες” διάσημων μουσικών στα καρέ των επεισοδίων τους (κορυφαίες, οι αμερικανικές σειρές The Simpsons και Beavis and Butt-Head)». «Don’t stop me now» των Queen από την Αρινέλλα Κοτσίκο Από όσα γράφει ο Θοδωρής Μανίκας, εξάγεται το συμπέρασμα ότι το επόμενο και πολύ αποφασιστικό βήμα προς την ολοκλήρωση αυτής της σχέσης δεν μπορεί να είναι άλλο από τη μεταφορά/προσαρμογή των κόμικς σε τραγούδια και το αντίθετο. Αυτό το δεύτερο υλοποιούν με μεγάλη επιτυχία οι εννιά δημιουργοί κόμικς που συμμετέχουν στα «Μουσικά Καρέ». Τον Μαύρο Γάτο του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, ένα τραγούδι «ανυπακοής» που σιγοψιθύρισαν ή βροντοφώναξαν πολλές γενιές νέων σε συναυλίες, πάρτι, πλατείες και πορείες, επιλέγει ο Θανάσης Καραμπάλιος που ακολουθεί κατά γράμμα τους στίχους του συνεπώνυμου του Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Θανάση, με αποκορύφωμα τη σύλληψη του μποέμ Γάτου όταν «βγήκε σεργιάνι το χαφιεδοτσουρμό, αυτοί που αποτελούνε τον εθνικό κορμό». Ο «Μαύρος γάτος» του Βασίλη Παπακωνσταντίνου από τον Θανάση Καραμπάλιο Τους στίχους και τη μουσική του Freddie Mercury από το «Don’t stop me now» των Queen εικονογραφεί η Αρινέλλα Κοτσίκο επιτυγχάνοντας να αποδώσει ιδανικά τις στιγμές έκστασης και απόλαυσης μιας κοπέλας που νιώθει σαν «sex machine, ready to reload, like an atom bomb about to explode». Σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Διονύση Σαββόπουλου, το «Δημοσθένους Λέξις», προσφέρει τις εικόνες του ο Περικλής Κουλιφέτης τοποθετώντας τον αφηγητή σε μια έρημη πόλη όπου «οι δρόμοι θά ´ναι αδειανοί κι η πολιτεία μου πιο ξένη, τα καφενεία όλα κλειστά κι οι φίλοι μου ξενιτεμένοι», για να σταθεί αμέσως μετά μπρος στην πύλη του ΕΑΤ-ΕΣΑ «με τις κουβέρτες στη μασχάλη, χωρίς Βουλή, χωρίς Θεό, σα βασιλιάς σ' αρχαίο δράμα». «Δημοσθένους Λέξις» του Διονύση Σαββόπουλου από τον Περικλή Κουλιφέτη Ο Νικόλας Κούρτης με την ιστορία του δίνει μορφή στην αγωνία, το ξεπέρασμα του φόβου, την ανάκτηση της αυτοεκτίμησης, την απελευθέρωση και την απογείωση του εαυτού από το «I am the Fire» των Halestorm, ενώ ο Σταύρος Κιουτσιούκης πλάθει μια δική του ιστορία με τίτλο «Το Λάιβ» που εκτυλίσσεται σε ένα μπαρ της Θεσσαλονίκης υπό τους ήχους του «Are you gonna be my girl?» των Jet. Στο ασπρόμαυρο Πασαλιμάνι που ομορφαίνει με λίγες προσεκτικά επιλεγμένες κόκκινες πινελιές, της Ρόζας Εσκενάζυ από το «Τράβα βρε μάγκα», σε στίχους και μουσική του Κώστα Σκαρβέλη, μας ταξιδεύει η Αγγελική Σαλαμαλίκη δίνοντας τη δική της εκδοχή στα λόγια του τραγουδιού. Μια εκδοχή που ολοκληρώνεται με ένα απολύτως αιτιολογημένο φονικό, λίγο κόκκινο αίμα και μερικά κόκκινα άνθη που ξεφυτρώνουν από τα κεραμίδια. Τη σπουδαία, γεμάτη συναίσθημα ποίηση από τα Υπόγεια Ρεύματα μετατρέπει σε κόμικς ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης στο «Σαν Ερημα Καράβια», εικονογραφώντας τη θλίψη και τη μοναξιά μιας ανολοκλήρωτης σχέσης ενώ ο Νικόλας Στεφαδούρος δίνει εικόνες σε ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια των Oasis, το «Wonderwall» σε στίχους και μουσική του Noel Gallagher. Σε ένα από τα πιο τρανταχτά και όμορφα παραδείγματα του πόσο αποτελεσματική και γοητευτική μπορεί να είναι η προσαρμογή ενός έργου τέχνης σε μια άλλη τέχνη που χρησιμοποιεί άλλη γλώσσα, άλλα μέσα και εντελώς διαφορετικά εργαλεία. Ιδιαίτερα όταν το πρωτότυπο έργο είναι εσκεμμένα αφαιρετικό ως προς τα νοήματά του αφήνοντας τον ακροατή να συμπληρώνει αυτός την αφήγηση, αλλά αναπόφευκτα συγκεκριμενοποιείται και αποκτά μία από τις πιθανές ερμηνείες και διαστάσεις του όταν εικονοποιείται, χωρίς αυτό να απαγορεύει την ύπαρξη άλλων, αμέτρητων εκδοχών, προσλήψεων, αναπλαισιώσεων και προσαρμογών. «Camouflage» του Stan Ridgway από τον Κώστα Φραγκιαδάκη Τελευταίο μουσικό κομμάτι του περιοδικού είναι το «Camouflage» του Stan Ridgway που αφηγείται φιλοτεχνώντας τη δική του ιστορία ο Κώστας Φραγκιαδάκης σε χρώμα του Μιχάλη Τόρη και ιστορική επιμέλεια του Γιάννη Μονογυιού. Το «Camouflage» αποτελεί και τη μεγαλύτερη σε έκταση ιστορία των «Μουσικών Καρέ» καθώς ο Φραγκιαδάκης δεν αρκείται στην εικονογράφηση των στίχων, αλλά με βάση αυτούς πλάθει μια δική του εκδοχή των φανταστικών περιστατικών που περιγράφονται στο τραγούδι. Με αποτέλεσμα, ένα έτσι κι αλλιώς πολύ φορτισμένο με νοήματα και συναισθήματα τραγούδι για τον αγώνα επιβίωσης ενός Αμερικανού φαντάρου στις ζούγκλες του Βιετνάμ να αποκτά εικόνες. Και η «σωτηρία» του που σύμφωνα με το τραγούδι αποδίδεται στην αυταπάρνηση και τους ηρωισμούς του «Camouflage» να παραμένει ένα άλυτο αίνιγμα. Το εξώφυλλο του άλμπουμ «Μουσικά Καρέ» από τον Νίκο Κούτση Τα «Μουσικά Καρέ», μια έκδοση που αναμένεται να έχει πολλές συνέχειες, με το πρώτο τεύχος τους εξερεύνησαν και παρουσίασαν τη δυνατότητα εικονοποίησης των τραγουδιών καθώς και τη μεταφορά τους σε κόμικς. Η πολύπλευρη αυτή σχέση μεταξύ των κόμικς και της μουσικής δεν εξαντλείται όμως σε αυτό. Τα επόμενα τεύχη θα είναι αφιερωμένα σε άλλες πτυχές της σχέσης αυτής με επίκεντρο τους στίχους, τη μουσική και τις εικόνες που γεννούν τα τραγούδια. Μια άλλη διάσταση της σχέσης της μουσικής με τα κόμικς έδωσε η συλλογή ιστοριών με τίτλο «Song Stories» (εκδόσεις Ενατη Διάσταση, 2019). Σε αυτήν, επτά δημιουργοί κόμικς (Εφη Θεοδωροπούλου, Αρης Λάμπος, Κλήμης Κεραμιτσόπουλος, Γιώργος Καμπάδαης, Σοφία Σπυρλιάδου, Νικόλας Στεφαδούρος και Σταύρος Κιουτσιούκης) εικονογραφούν τις αληθινές ιστορίες που κρύβονται πίσω από τα τραγούδια αγαπημένων καλλιτεχνών και δημοφιλών συγκροτημάτων (Παύλος Παυλίδης, Rotting Christ, Nightstalker, 12ος Πίθηκος, Στίχοιμα, Social Waste), «απαντώντας» στα συνήθη ερωτήματα που το κοινό θέτει στους καλλιτέχνες, όπως «Μα πού βρίσκετε όλες αυτές τις ιδέες; Από πού αντλείτε την έμπνευσή σας; Ποιοι είναι οι καλλιτέχνες που σας έχουν επηρεάσει;». Πηγή
  10. Λοιπόν, έχουμε Non-Stop Comics! Mε το Kil or Be Killed του Brubaker! Και συνέντευξη των Brubaker/Phillips Και λιγότερο WOW και αναμενόμενα, τα LArgo Winch, Storm και Judge Dredd. Εάν δεν πάει και αυτό, σημαίνει ότι δεν υπάρχει μέλλον για το φορμά στην Ελλάδα. Τρομερά ευχάριστη έκπληξη και πολλά μπράβο στην εκδοτική!
  11. «Εγώ είμαι παρανοϊκή ή ο κόσμος στον οποίο ζω;» Γιάννης Κουκουλάς Με τίτλο «Υπομονή θέλει», οι Θανάσης Πέτρου και Μαρία Παναγιώτου αφηγούνται την οδυνηρή ιστορία μιας νέας γυναίκας που σταδιακά «χάνεται», βυθισμένη στις εσωτερικές της συγκρούσεις, την οικογενειακή πίεση, τις αντιφατικές κοινωνικές νόρμες «Είναι λογικό να έχεις κατάθλιψη. Ισως ένας ψυχολόγος να σε βοηθούσε». «Χαζομάρες! Θα πιάσω δουλειά, θα κάνω φίλους, θα μου περάσουν όλα! Υπομονή θέλει». Ο διάλογος στις πρώτες σελίδες τού «Υπομονή θέλει», σε σχέδια του Θανάση Πέτρου και σενάριο του ίδιου σε συνεργασία με τη Μαρία Παναγιώτου (εκδόσεις Μικρός Ήρως, 82 σελίδες), μεταξύ της πρωταγωνίστριας και μιας φίλης της είναι η αρχή της πορείας προς ένα αδιέξοδο. Η αυταπάτη που τροφοδοτείται από μια κοινωνικά «επιβεβλημένη» ελπίδα οδηγεί στην εναπόθεση του μέλλοντος σε εξωγενείς παράγοντες. «Δουλειά, φίλοι, λίγη τύχη και όλα θα πάνε καλά» είναι το μότο μιας κοινωνίας που μιλά και σκέφτεται με ευχές και συνθήματα. Δυστυχώς δεν θα πάνε… Και μια γυναίκα αρχίζει να βουλιάζει στον εαυτό της. Δεν ζητάει βοήθεια – θεωρείται ένδειξη αδυναμίας κάτι τέτοιο. Μάθαμε ότι πρέπει να είμαστε «δυνατοί», «σκληροί», «να αντέχουμε», «να κάνουμε υπομονή». Από την άλλη δεν υπάρχει και κανείς να τη βοηθήσει. «Έγινα 25. Και πάλι τσακώθηκα με τη μαμά… Βαρέθηκα να μου λέει ότι θα μείνω γεροντοκόρη» σκέφτεται η νεαρή γυναίκα. Και στο μυαλό της έρχεται η φωνή της μαμάς: «Αν δεν παντρευτείς και δεν κάνεις παιδιά θα είσαι ένα… τίποτα!» της λέει. Κι έτσι φουντώνουν οι φωνές που «ακούει» η νεαρή κοπέλα. Φωνές που κάτι λένε αλλά συνήθως κρύβονται κάτω από την κατακραυγή και τα φάρμακα. Στο εξαιρετικό, κατατοπιστικό προλογικό του σημείωμα ο ψυχίατρος Λυκούργος Καρατζαφέρης επισημαίνει: «Αν μείνουμε σε μία μόνο θεώρηση, θα χάσουμε πολλά από τον πλούτο που η εμπειρία κουβαλάει. Ο J. Watkins (2010) μας θυμίζει πως “αν και οι άνθρωποι που παρουσιάζουν χαρακτηριστικά ψυχωσικά συμπτώματα (παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, απώλεια επαφής με την πραγματικότητα) ενδέχεται να έχουν πολύ διαφορετικές εσωτερικές εμπειρίες και να παλεύουν με πολύ δύσκολες καταστάσεις, μόλις διαγνωσθούν με “ψυχωσική νόσο” τείνουν να αντιμετωπίζονται με έναν πολύ ομοιόμορφο τρόπο, με τους περισσότερους να λαμβάνουν ψυχοτρόπα φάρμακα τα οποία συστήνεται να παίρνουν για μεγάλες περιόδους, πιθανότατα εφ’ όρου ζωής. Τα φάρμακα είναι πιθανόν να αποτελούν για πολλούς το μόνο σημαντικό στοιχείο μιας συνεχιζόμενης θεραπείας”. Όμως, τόσο οι λεγόμενες παρανοϊκές σκέψεις όσο και οι φωνές που συχνά τις συνοδεύουν μπορεί να αποτελούν έκφραση μιας μεταφοράς για υποβόσκοντα μηνύματα. Ορισμένες φορές, όταν οι άνθρωποι διηγούνται τις ιστορίες τους, αυτές ακούγονται παράξενες, αλλά αν μπορέσουμε να τις αποκωδικοποιήσουμε, ίσως μπορέσουμε να εξακριβώσουμε τη σημασία τους και τη σύνδεση ανάμεσα στις σκέψεις και τα συναισθήματα». Κι επειδή όλοι λίγο-πολύ έχουμε βρεθεί είτε οι ίδιοι είτε κάποιο κοντινό μας πρόσωπο σε μια κατάσταση που αυτά που λέμε ή αισθανόμαστε απαιτούν αποκωδικοποίηση, ο Λυκούργος Καρατζαφέρης διευκρινίζει ότι «η ικανότητα της αποκωδικοποίησης των φωνών και των παρανοϊκών σκέψεων ως έκφρασης μιας μεταφοράς για υποβόσκουσες σημασίες είναι ένα σημαντικό βήμα προς την ανάρρωση. Αν αναγνωριστούν οι μεταφορές, τότε οι φωνές και οι παρανοϊκές σκέψεις θα αρχίσουν να βγάζουν νόημα. Η σχέση με τις φωνές θα αλλάξει με θετικό τρόπο». Στο «Υπομονή θέλει», αυτός ο θετικός τρόπος δεν έρχεται ποτέ, τουλάχιστον μέχρι τη στιγμή που οι Πέτρου και Παναγιώτου επιλέγουν να δώσουν τέλος και να αφήσουν τη συνέχεια ανοικτή σε κάθε αναγνώστη. Μικρή σημασία θα είχε άλλωστε μια «κάποια λύσις», καθώς το επίκεντρο του βιβλίου δεν είναι η «θεραπεία» αλλά η καταγραφή της πορείας προς το πρόβλημα, ο εντοπισμός των ψηφίδων που ασυνείδητα τοποθετούνται μία μία στο τεράστιο ψηφιδωτό της ψυχικής διαταραχής. Σκόρπιες εικόνες, αποσπασματικές σκηνές, μικρά πολαρόιντ καθημερινότητας μιας νέας κοπέλας προστίθενται το ένα στο άλλο και όταν η «μεγάλη εικόνα» αρχίζει να σχηματίζεται, είναι πια αργά. Με αυτόν τον φαινομενικά αποσπασματικό τρόπο, με εικόνες και σκηνές που πέφτουν η μια πάνω στην άλλη, δημιούργησε και ο Θανάσης Πέτρου την ιστορία. Στον μικρό του πρόλογο περιγράφει συνοπτικά τη διαδικασία και τα συναισθήματα όταν διάβασε πρώτη φορά το σενάριο της Μαρίας Παναγιώτου: «Διαβάζοντάς το, σοκαρίστηκα! Ήταν τόσο αληθινό! Οι εμμονικές επαναλήψεις, η άμεση, κοφτή γραφή ηχούσαν στα αφτιά μου σαν ποίημα ενός ανθρώπου που βρίσκεται σε παραλήρημα […] Έτσι, με τον τρόπο που διαβάζεται το κείμενό της, σαν να βρίσκεσαι σε εμπύρετη κατάσταση, ξεκίνησα να το δουλεύω τον Ιούλιο του 2019. Προσπαθώντας να ξεφύγω από αγκυλώσεις και στεγανά που δημιουργούν σε έναν σχεδιαστή τα λεπτομερή και καλά δομημένα σενάρια, τσαλαβουτώντας σε υλικά και διαφορετικές τεχνικές, ολοκλήρωσα σε έναν μήνα το κόμικς». Οι Θανάσης Πέτρου και Μαρία Παναγιώτου δεν είναι οι πρώτοι ούτε φυσικά οι τελευταίοι δημιουργοί κόμικς που ασχολούνται με το θέμα της ψυχικής υγείας. Από τη δεκαετία του 1970 κιόλας ο Justin Green είχε φιλοτεχνήσει το εν μέρει αυτοβιογραφικό «Binky Brown meets the Holy Virgin Mary» για τα προσωπικά του προβλήματα από την παιδική του ηλικία. Αυτοβιογραφικό ήταν και το «Marbles» της Ellen Forney με υπότιτλο «Mania, Depression, Michelangelo and Me» όπως και τα «Μήπως είσαι μάνα μου;» και «Θανατάδικο» της Αλισον Μπέχτελ, ενώ πιο αυτοσαρκαστικά και χιουμοριστικά περιέγραψε τον ψυχικό του κόσμο ο Ivan Brunetti στο «Schizo». Σε αυτή την αλυσίδα έρχεται να προστεθεί το «Υπομονή θέλει», ένα βιβλίο-σοκ με τα υπέροχα -για μια ακόμη φορά- σχέδια του Θανάση Πέτρου που μπορεί να μην είναι αυτοβιογραφικό αλλά μας αφορά όλους. Ιδιαίτερα στην παρούσα συνθήκη που η ψυχική υγεία δοκιμάζεται καθημερινά. Πηγή
  12. Μουσικά Καρέ: Εννιά αγαπημένα τραγούδια γίνονται ιστορίες κόμικς © Θανάσης Καραμπάλιος Το πρώτο βιβλίο μιας σειράς, όπου εννέα γνωστοί Έλληνες κομίστες εικονογραφούν εννέα αγαπημένα τους τραγούδια Είναι δεδομένο ότι καμία τέχνη δεν είναι εντελώς ανεξάρτητη από τις υπόλοιπες. Κι αν έχουμε συνηθίσει ο κινηματογράφος να συναντά συχνά τη μουσική ή η μουσική να συναντά συχνά τη λογοτεχνία, δεν είναι και τόσο συνηθισμένο τα κόμικς να συναντούν τη μουσική, εκτός –φυσικά- των περιπτώσεων που σημαντικοί σχεδιαστές ανέλαβαν στο πέρασμα του χρόνου να δημιουργήσουν το εξώφυλλο κάποιων –αρκετών– δίσκων. Η τέχνη των κόμικς δεν είναι τόσο παλιά, όσο αυτή της μουσικής, της λογοτεχνίας, ακόμη και του κινηματογράφου. Όμως, έτσι όπως η ζωή μας κυλάει σε όλο και πιο γρήγορους ρυθμούς, η αμεσότητα ενός καρέ, έχει τη δύναμη να αντικαταστήσει έναν μεγάλο αριθμό λέξεων. Τα «Μουσικά Καρέ #1» είναι το πρώτο βιβλίο μιας σειράς, όπου εννέα γνωστοί έλληνες κομίστες εικονογραφούν εννέα αγαπημένα τους τραγούδια. Το εξώφυλλο ανήκει σ’ έναν ακόμη σχεδιαστή, τον Νικόλαο Κούτση, ενώ ο πρόλογος της έκδοσης έχει γραφτεί από τον Θοδωρή Μανίκα. Επιπλέον, υπάρχει μια πολύ πλούσια συνέντευξη του Νίκου Πορτοκάλογλου, όπου αποκαλύπτει ότι σχεδίαζε από μικρός κι ότι αγαπάει τα κόμικς ιδιαίτερα. Σε σχέση με το κόμικ που αγαπάει πιο πολύ, απαντά: «Θεωρώ ότι το Αστερίξ, το Λούκυ Λουκ και το Τεντέν είναι τρία κόμικς ανώτερου επιπέδου. Όταν βγήκε το Αστερίξ και το Λούκυ Λουκ ήταν μια αποκάλυψη γιατί ήταν ένα άλλο επίπεδο κόμικς με ένα χιούμορ πολύ πιο λεπτό και έξυπνο και καταπληκτικό σκίτσο». Ας δούμε όμως τους λόγους για τους οποίους καθένας από τους εννέα σχεδιαστές διάλεξε το συγκεκριμένο τραγούδι... Θανάσης Καραμπάλιος Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μαύρος Γάτος «Ο Μαύρος Γάτος είναι ένα από τα αγαπημένα μου τραγούδια. Όταν το πρωτοάκουσα μου έμεινε ο ρυθμός και καθώς υποφέρω από παντελή έλλειψη ρυθμού, είναι από τα λίγα κομμάτια που μπορώ να τραγουδήσω σωστά. Μ’ αρέσει επίσης η ιστορία του αναρχικού αλητάμπουρα γάτου που καταπιάνεται. Δηλαδή το ότι ένα μαύρο γατί φέρνει τούμπα όλο το σύστημα και το κάνει μέσω του έρωτα. Άσχετα αν στο τέλος τον νικάει το σύστημα». Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μαύρος Γάτος, Σκίτσο: Θανάσης Καραμπάλιος Αρινέλα Κοτσίκο Queen, Don’t Stop me Now «Γιατί το τραγούδι αυτό εκφράζει μια απελευθέρωση και δυναμικότητα, σε ταξιδεύει και σου φτιάχνει τη διάθεση. Αυτό προσπάθησα να το αποδώσω και στην ιστορία μου». Queen - Don't Stop Me Now, Σκίτσο: Arinela Kociko Περικλής Κουλιφέτης Διονύσης Σαββόπουλος, Δημοσθένους Λέξις «Πρόκειται για ένα τραγούδι της εποχής του, μια διαμαρτυρία ενάντια στη χούντα και τη φυλάκισή του στα κρατητήρια της ΕΑΤ-ΕΣΑ, το οποίο “μεταμφίεσε” με το πέπλο της αρχαιότητας και της ιστορίας του ρήτορα Δημοσθένη για να ξεγελάσει τη λογοκρισία. Η μεταμφίεση όμως είναι ευφυής και δεν ξεχωρίζει κανείς εύκολα τα όρια ανάμεσα στη σύγχρονη καταγγελία και το αρχαίο πέπλο. Σε συνδυασμό με τη λιτή, νωχελική ροκ μουσική του, δημιουργείται ένα post-apocalyptic τραγούδι που σε ταξιδεύει σε μια μελαγχολική ερημιά, σε μια άχρονη, ερειπωμένη και παρηκμασμένη ελληνικότητα. Ένα τραγούδι που, παρά την απαισιοδοξία του, κλείνει με έναν αποκαλυπτικό θρίαμβο, μια ελπίδα για προσωπική και συλλογική αναγέννηση». Δημοσθένους Λέξις - Διονύσης Σαββόπουλος, Σκίτσο: Περικλής Κουλιφέτης Νικόλας Κούρτης Halestorm, I’m the Fire «Θεωρώ πως τα μουσικά μου ακούσματα είναι σχετικά πλατιά. Από Παραδοσιακή έως σύγχρονη, από κλασική σε Τζαζ, σε Ποπ, Ροκ κι όσα υποείδη μπορεί κάποιος να σκεφτεί. Η επιλογή μου απλά επιβεβαίωσε αυτό που ήδη ήξερα. Στο τέλος της ημέρας, θα προτιμήσω μια νεανική δυναμική μπάντα, με rhythm section κλωτσιά στο στομάχι, χορδές κιθάρας τσιτωμένες ουρλιάζοντας έτοιμες να σπάσουν, φωνή γυαλόχαρτο πάνω από ξυσμένες ήδη πληγές να ανεβοκατεβαίνει με άνεση τις οκτάβες, μελωδία και αρμονία να εναλλάσσονται με το χάος. It’s only Rock n’ Roll but I like it». Ι Αm The Fire - Halestrom, Σκίτσο: Νικόλας Κούρτης Σταύρος Κιουτσιούκης Jet, Are you Gonna be my Girl «Αφενός γιατί πάντοτε μου άρεσε, αλλά και γιατί έχει την πανκ δυναμική που χαρακτηρίζει –στον δικό μου τρόπο σκέψης– τον έρωτα και τις αποτυχίες του». Are You Gonna Be My Girl - Jet, Σκίτσο: Σταύρος Κιουτσιούκης Αγγελική Σαλαμαλίκη Ρόζα Εσκενάζυ, Τράβα βρε Μάγκα και Αλάνι «Πάντα μου άρεσε η “μαγκιά” που έβγαζε η Ροζα Εσκενάζυ στο συγκεκριμένο τραγούδι. Δε φοβάται να ακυρώσει τον ρόλο του άντρα/εραστή της σε μια εποχή που οι γυναίκες δεν είχαν εναλλακτικές. Η ζωή της ίδιας της ερμηνεύτριας ήταν αντισυμβατική κάτι που δίνει ακόμα μεγαλύτερη βαρύτητα στο τραγούδι, το οποίο αν και γραμμένο από άντρα, φαίνεται σαν να έχει βασιστεί και στη δική της προσωπικότητα». Τράβα Βρε Μάγκα Και Αλάνι - Ρόζα Εσκενάζυ, Σκίτσο: Αγγελική Σαλαμαλίκη Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Υπόγεια Ρεύματα, Σαν Έρημα Καράβια «Είναι ένα τραγούδι που μου αρέσει και μου γεννά εικόνες χωρίς να είμαι σίγουρος για ποιο λόγο. Ίσως γιατί το έχω συνδυάσει με την εφηβεία μου, με εποχές πιο ανέμελες και με ακολουθεί από τότε. Ίσως γιατί έχει αυτό το ταξιδιάρικο στοιχείο που υπάρχει και στα κόμικς που σχεδιάζω. Ίσως για όλα αυτά μαζί». Σαν Έρημα Καράβια - Υπόγεια Ρεύματα, Σκίτσο: Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης Νικόλας Στεφαδούρος Oasis, Wonderwall «Νομίζω όλοι μας έχουμε αυτό το ένα τραγούδι που αγγίζει κάθε ευαίσθητη χορδή μας, το τραγούδι που μας κάνει να ανατριχιάζουμε στο άκουσμά του. Για μένα, το τραγούδι αυτό κυκλοφόρησε το 1995 και ονομαζόταν Wonderwall. Ήμουν στην εφηβεία και για κάποιο λόγο ένιωσα μια απί¬στευτη σύνδεση με τους στίχους του. Εξαιτίας του μάλιστα έγινα φανατικός ακροατής των Oasis και αγαπάω τη μουσική τους μέχρι σήμερα». Wonderwall - Oasis, Σκίτσο: Νικόλας Στεφαδούρος Κώστας Φραγκιαδάκης Stan Ridgway, Camouflage «Ξεκάθαρα εφηβικό απωθημένο. Είναι ένα τραγούδι που μου άρεσε όταν ήμουν έφηβος και από τότε ακόμα θυμάμαι τον εαυτό μου να θέλει να σχεδιάσει αυτή την ιστορία που περιέγραφε. Το ίδιο μου έχει συμβεί και με δεκάδες άλλα τραγούδια που μου άρεσαν ή μου αρέσουν ακόμη. Ειδικά, αν πίσω από τους στίχους υπάρχει μια σχετικά έξυπνα δομημένη ιστορία, αμέσως στο μυαλό μου σχεδιάζω την ιστορία αυτή ή… μια άλλη βασισμένη σε αυτήν». Stan Ridgway - Camouflage, Σκίτσο: Κώστας Φραγκιαδάκης Πηγή
  13. Με αφορμή το άρθρο που ανέβασε ο καλός φίλος @leonidio που αφορά το συγκεκριμένο κόμικ, σκέφτηκα να το παρουσιάσω για να πάρετε μία ιδέα. Τα πρωτόγνωρα και κοσμοϊστορικά γεγονότα που ζούμε αυτές τις εποχές, έχουν δώσει βήμα σε πολλούς καλλιτέχνες να εκφραστούν. Έτσι, εκτός από τον κινηματογράφο, την ζωγραφική, την γλυπτική, δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη και η Ένατη Τέχνη. Μέσα σε αυτά τα πλαίσια, ο Περικλής Κουλιφέτης παρουσίασε στο κοινό μία σειρά από γελοιογραφικά στριπ, τα οποία σατιρίζουν την περίοδο της καραντίνας, αλλά παράλληλα δίνουν τροφή για σκέψη στον αναγνώστη. Με την συνδρομή της γνωστής μας εκδοτική, "Μικρός Ήρως", κυκλοφόρησε στις 09/03/21 το πόνημα του δημιουργού, το οποίο χωρίζεται σε δύο άτυπες περιόδους, την "Καραντίνα Νο 1" και την "Καραντίνα Νο 2", αντιγράφοντας, κατά κάποιον τρόπο, την πραγματικότητα. Πρωταγωνιστές σε αυτό το ταξίδι είναι ένας άντρας και το πουλί του. Όχι, μην πάει το μυαλό σας στο πονηρό! Ο Στάθης αναγκάζεται να εγκλειστεί μέσα στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του, λόγω του lockdown κι έχει για συντροφιά το καναρίνι του, τον Αγαθοκλή. Οι διάλογοι μεταξύ τους, αποδεικνύουν το πόσο δύσκολο είναι για έναν άνθρωπο να μείνει "φυλακισμένος" για μεγάλο χρονικό διάστημα, την ίδια ώρα που για το άτυχο πτηνό, είναι απλά η ιστορία της ζωής του. Έτσι, ο Αγαθοκλής, φροντίζει κάθε φορά, με το καυστικό του χιούμορ, να λέει αλήθειες και να βάζει τον ιδιοκτήτη του σε σκέψεις. Η ποιότητα των στριπ είναι αρκετά τίμια, θα έλεγα, κι αρκετά από αυτά μου άφησαν ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη. Το νεαρό της ηλικίας του δημιουργού (γεννήθηκε το 1996), πάντως, υπόσχεται ότι, εκτός από καλής ποιότητας χιούμορ, έχει πολλά περιθώρια για βελτίωση στο μέλλον. Όσον αφορά το σχέδιο, προσωπικά θα το χαρακτήριζα επιμελώς ατημέλητο. Για το ύφος του σεναρίου (το οποίο δεν έχει να μας παραθέσει μία ολοκληρωμένη ιστορία) επιτελεί στο ακέραιο τον σκοπό του, χωρίς όμως να είναι το αριστούργημα. Εδώ δεν με πείραξε. Σε μία "κανονική" ιστορία, θα είχα θέμα. Το χρώμα, από την άλλη, είναι αντιστρόφως ανάλογο με τις ημέρες που διανύουμε. Είναι ευχάριστο, διαθέτει ποικιλία ζωηρών χρωμάτων, με αποτέλεσμα ο συνδυασμός τους να βγάζει μία νότα αισιοδοξίας. Η έκδοση διαθέτει τα περισσότερα από τα καλά στοιχεία της εκδοτικής, με μοναδική, ίσως, παραφωνία να είναι το μικρό μέγεθος. Βέβαια, αν το καλοσκεφτούμε, από την στιγμή που έχουμε να κάνουμε με γελοιογραφικά στριπάκια, με διεκπαιρεωτικό σχέδιο, το μεγαλύτερο μέγεθος δεν θα έδινε κάτι περισσότερο. Το έντυπο φέρει σύνδεση με καρφίτσα, ενώ το χαρτί του είναι καλής ποιότητας, δημιουργώντας μία καλή αποτύπωση των χρωμάτων. Στο εσωτερικό του εξώφυλλου, θα βρούμε ένα εισαγωγικό άρθρο για το κόμικ, επιμελημένο από τον, συνήθη ύποπτο, Γαβριήλ Τομπαλίδη, ενώ στην μέσα σελίδα του οπισθόφυλλου, η έκδοση ολοκληρώνεται με ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα του δημιουργού. Η σελίδα του Περικλή Κουλιφέτη στο Facebook Η σελίδα της εκδοτικής για τους "Έγκλειστους" (Παρακαλώ η παρούσα παρουσίαση να μην συμπεριληφθεί στον διαγωνισμό γιατί δεν πληροί τον πρώτο όρο του κανόνα συμμετοχής)
  14. «Πραγματικά, μισώ τους ανθρώπους» Γιάννης Κουκουλάς Ο παραπάνω τίτλος, εντός, μάλιστα, εισαγωγικών θα μπορούσε να είναι τα λόγια κάποιου μισάνθρωπου και ανθρωποφοβικού κακότροπου γρουσούζη. Ή κάποιου που κακοποιείται διαρκώς και δεν έχει καμία διέξοδο. Κάποιου που σχεδιάζει την εκδίκησή του αλλά δεν μπορεί να την εφαρμόσει. Και γι’ αυτό είναι χαιρέκακος, απολαμβάνει τη δυστυχία των άλλων όταν έρχεται να συμπληρώσει και να πλαισιώσει τη δική του. Ιδιαίτερα τη δυστυχία του θύτη του. Ή κάποιου που είναι όλα αυτά μαζί. Ο Αγαθοκλής είναι όλα αυτά μαζί. Τα οποία διογκώνονται λόγω της «έκτακτης» συνθήκης του εγκλεισμού και οδηγούν τη συμβίωσή του με τον Στάθη σε οριακές καταστάσεις. Σχήμα λόγου, όμως, καθώς ο καημένος ο Αγαθοκλής, ένα μικρό φυλακισμένο πουλάκι, δεν μπορεί να κάνει και πολλά κλεισμένος στο κλουβί του, παρά να μονολογεί χαιρέκακα για την κατάντια του ανθρώπινου είδους την ώρα που ο μεγάλος του «αντίπαλος», ο άνθρωπος Στάθης, βιώνει με τη σειρά του την οδύνη του εγκλεισμού, της καραντίνας, του ατέρμονου λοκντάουν. Παρουσιάσαμε από αυτές εδώ τις στήλες τη σειρά «Οι Εγκλειστοι» του Περικλή Κουλιφέτη πριν από λίγους μήνες, με το λοκντάουν να την καθιστά εκ των πραγμάτων επίκαιρη. Σήμερα οι «Εγκλειστοι» δεν είναι μόνο επίκαιροι αλλά και «βγαλμένοι μέσα από τη ζωή». Οι περιπέτειές τους, φιλοτεχνημένες από τον Περικλή Κουλιφέτη (εκδόσεις Μικρός Ηρως, 44 σελίδες) είναι η καλλιτεχνική ανταπόκριση ενός χιουμορίστα και ευαίσθητου δημιουργού από ένα μικροαστικό, εργένικο διαμέρισμα σε συνθήκες απομόνωσης. Ο Αγαθοκλής που δεν έχει να χάσει τίποτα εκτός από το κλουβί του και ο Στάθης που ανέχεται και αποδέχεται να χάσει τα πάντα μεμψιμοιρώντας και θρηνώντας είναι δυο ξένοι στο ίδιο σπίτι. Ο πρώτος μισεί τον δεύτερο και όλη την ανθρωπότητα. Ο δεύτερος κάνει υπομονή. Ο πρώτος κάνει ασκήσεις επί χάρτου για το απονενοημένο και τη μεγάλη απόδραση. Ο δεύτερος απελπίζεται. Ο πρώτος θέλει να πράξει μα δεν μπορεί. Ο δεύτερος μπορεί να πράξει μα δεν θέλει. Κι έτσι συνυπάρχουν δυσλειτουργικά και εξ ανάγκης σε μια παράλογη συνθήκη που τους καταρρακώνει και τους δυο. Διαβάζοντας τις ιστορίες τους, ο αναγνώστης θα έπρεπε να ταυτιστεί με τον Αγαθοκλή. Αν το σκεφτεί καλύτερα, όμως, δεν είναι παρά ένας άβουλος Στάθης, θύτης και θύμα ταυτόχρονα που αισθάνεται ασφάλεια στη μοναξιά κι ευτυχία στη θέα του Αγαθοκλή που περνά ακόμη χειρότερα από αυτόν. Πηγή
  15. Σίγουρα όσοι είμαστε γεννημένοι την δεκαετία του 1980, έχουμε ακούσει κι απολαύσει τα απίθανα “Χελωνονιντζάκια". Πρόκειται για μία σειρά, εμπνευσμένη από τους Kevin Eastman και Peter Laird, η οποία ξεκίνησε από καθαρή πλάκα, σατιρίζοντας θετικά τους χάρτινους ήρωες του Οίκου των Ιδεών και ιδιαίτερα του έτερους μεταλλαγμένους, X-Men. Έτσι, από το μακρινό 1983, τα διάσημα μεταλλαγμένα χελωνάκια, έχουν αντέξει στον χρόνο (με τα ups και τα down τους), έχοντας δημιουργήσει ένα αξιόλογο σύμπαν, που γοητεύει ακόμα και σήμερα τους μικρούς και τους μεγάλους. Στο ενεργητικό τους, τα Χελωνονιτζάκια έχουν να επιδείξουν κόμικς, σειρές, κινηματογραφικές ταινίες, παιχνίδια και βιντεοπαιχνίδια, τα οποία άλλοτε είχαν περισσότερη “ενήλικη” υφή κι άλλοτε μία πιο ανάλαφρη δομή, περισσότερο εύπεπτη για τις μικρότερες ηλικίες. Θέλοντας να εστιάσουμε στον τομέα της Ένατης Τέχνης, η σειρά πρωτοξεκίνησε, υπό την μορφή φανζίν, για να γνωρίσει μία ανέλπιστη επιτυχία και να βρει στην συνέχεια καταφύγιο στην Mirage Studios, αλλά και σε άλλες εκδοτικές, μέσα στο πέρασμα των ετών, για να φτάσει στα χέρια της IDW, στις ημέρες μας. Για κάποιο σύντομο χρονικό διάστημα (το 2003), το κόμικ κυκλοφόρησε από την Dreamwave, σε επιμέλεια του σπουδαίου σεναριογράφου Peter David (γνωστού από την δουλειά του στις ιστορίες του Hulk) και του σχεδιαστή Thomas LeSean. Δυστυχώς, κυκλοφόρησαν μόλις επτά τεύχη, πριν ακυρωθεί. Αυτά τα εφτά τεύχη, αποφάσισαν να φέρουν στο κοινό οι εκδόσεις “Μικρός Ήρως”, το 2019, όχι σαν αυτόνομη έκδοση, αλλά σαν ένθετο με την εφημερίδα “Sport Time”. Η συνεργασία με την συγκεκριμένη εφημερίδα σταμάτησε στα πέντε τεύχη, ενώ στην συνέχεια η σειρά φαίνεται να μπαίνει στον πάγο. Μετά από δύο χρόνια, όμως, αποφασίστηκε να κυκλοφορήσουν τα εναπομείναντα δύο τεύχη, αυτή την φορά κατευθείαν στα περίπτερα. Η συγκεκριμένη σειρά, λοιπόν, χωρίζεται σε δύο άτυπες ενότητες, με την πρώτη να καλύπτει τα τέσσερα πρώτα τεύχη, στα οποία θα μάθουμε κάποια πράγματα για το origin αρκετών από τους support χαρακτήρες του σύμπαντος των TMNT, όπως η April O’Neil, o Casey Jones κι ο Baxter Stockman. Παράλληλα με αυτά τα άτυπα origins, βλέπουμε και μία ιστορία στο background, η οποία είναι εμπνευσμένη από την δημοφιλή (κι αγαπημένη μου) σειρά του 1987. Στα υπόλοιπα τεύχη θα διαβάσουμε μία μεμονωμένη ιστορία (στο #05), με πρωταγωνιστή τον Rafael, που προσπαθεί να έρθει πιο κοντά στους ανθρώπους και να γίνει προσιτός σε αυτούς, με τις όποιες δυσκολίες μπορεί να έχει η αποδοχή του “διαφορετικού”. Τα τελευταία τεύχη (#06 και #07) θα έχουν για πρωταγωνιστή τον Leonardo, ο οποίος θα μας παραδώσει ένα καλό μάθημα για την αντιμετώπιση του bullying, την ίδια ώρα που εξυμνεί τον αλτρουισμό. Οι ιδέες του σεναρίου έχουν πολλές ομοιότητες με την σειρά των παιδικών μας χρόνων, αλλά η δομή τους είναι πιο σκοτεινή, αρκετά συνυφασμένη με τα πρώτα κόμικς. Κι ενώ από το σενάριο δεν έχω μεγάλα παράπονα, ομολογώ ότι η σκηνοθεσία με κούρασε αρκετά. Η εναλλαγή των σκηνών γίνεται βιαστικά και με μεγάλη συχνότητα, με αποτέλεσμα να χάνεται εύκολα το mood, που προσπαθεί να δημιουργήσει το σενάριο. Όπως και να έχει, πάντως, κάθε τεύχος μού άφησε μία καλή επίγευση στο φινάλε του, αλλά και την αίσθηση ότι ήθελε περισσότερη φροντίδα. Όσον αφορά τον εικαστικό τομέα, δυστυχώς κι εδώ δεν μπορώ να νιώσω ικανοποιημένος αρκετά. Το σχέδιο είναι η επιτομή του “κομπιουτερίστικου” στυλ, ενώ οι χαρακτήρες αποδίδονται παραμορφωμένοι. Οι σκηνές μάχης βγάζουν μία θολούρα, προκειμένου να τονίσουν την κίνηση, αλλά με αυτόν τον τρόπο δημιουργούν μερικά καρέ, τα οποία δυσκολεύτηκα ακόμα και να καταλάβω τι ήταν σχεδιασμένο μέσα σε αυτά. Ο χρωματισμός δεν είχε ιδιαίτερο ενδιαφέρον και ήταν πέραν του δέοντος μουντός. Χρησιμοποιήθηκε μία σκούρα κι άτονη παλέτα χρωμάτων, η οποία, σε συνδυασμό με το σχέδιο, νομίζω ότι έδωσε ένα όχι και τόσο καλό αποτέλεσμα. Κι ερχόμαστε στα χαρακτηριστικά της έκδοσης, τα οποία πιστεύω ότι είναι το πιο δυνατό σημείο του συγκεκριμένου τίτλου. Τα τεύχη είναι δεμένα με καρφίτσα και τόσο η υφή, όσο και το φορμάτ και το στυλ τους, μου έφεραν στο μυαλό την (αγαπημένη μου) έκδοση του “Μπάτμαν” της Πέργαμος. Το εξώφυλλο είναι αρκετά παχύ για ένα κόμικ 28 σελίδων, ενώ και το χαρτί στο εσωτερικό είναι τίμιο και με καλή υφή στην εκτύπωση. Όλα τα λεφτά, πάντως, είναι τα δισέλιδα άρθρα του αγαπητού Γαβριήλ Τομπαλίδη, που υπάρχουν σε κάθε τεύχος. Πιο συγκεκριμένα, στο πρώτο τεύχος παίρνουμε πληροφορίες για το ξεκίνημα του τίτλου στα κόμικς, στο δεύτερο θα παρελάσουν οι βασικοί χαρακτήρες, στο τρίτο θα μάθουμε διάφορα παράξενα από την πορεία των TMNT (όπως πχ η λογοκρισία που υπέστησαν στην Αγγλία), για να έρθει το τέταρτο τεύχος, το οποίο θα μας παραθέσει το πρώτο μέρος από την πορεία τους στην μεγάλη οθόνη. Στο πέμπτο τεύχος θα έχουμε την συνέχεια, ενώ στα δύο τελευταία τεύχη, ο Γαβριήλ θα μας μιλήσει για το τηλεοπτικό ταξίδι των μεταλλαγμένων χελωνών. Εν κατακλείδι, πρόκειται για μία σειρά που απευθύνεται περισσότερο στους νοσταλγούς των TMNT, παρά στους υπόλοιπους. Αν αναλογιστούμε το γεγονός ότι η σειρά δεν μακροημέρευσε, μας δίνει το ασφαλές συμπέρασμα ότι δεν ανήκει στις ένδοξες στιγμές του τίτλου. Αν, όντως, νοσταλγείτε τα Χελωνονιντζάκια, καλύτερα να ξεκινήστε να βλέπετε πάλι την άπαιχτη σειρά του 1987.
  16. Είναι μια προσπάθεια στον χώρο που δεν μπορείς να παραβλέψεις... Είναι μια ιδέα, στηριζόμενη σε θεμέλια ετών, αλλά πάντα σε επαναστατικά μοτίβα. To πολυθεματικό περιοδικό κόμικς Μπλεκ κυκλοφορεί για έναν χρόνο τώρα, με τον υπότιτλο "Τα Καλύτερα Κόμικς". Έχει ως απώτερο σκοπό την δημοσίευση έργων, τόσο παλαιών όσο και νέων, διεθνώς αναγνωρισμένων δημιουργών, από (σχεδόν) κάθε είδους σχολή κόμικς. Πλειάδα τίτλων αποτελούν τα περιεχόμενα όλων των τευχών, με 8 έως και 12 τίτλους ανά τεύχος, όλοι παίρνοντας τον χώρο τους, άλλοι ως guest ενώ άλλοι ως μόνιμοι (μέχρι μετά από κάποιο ικανοποιητικό αριθμό τευχών να αντικατασταθούν από κάτι άλλο, εξίσου, αν όχι περισσότερο, καλό). Μερικοί από τους μόνιμους είναι: Μπλεκ (αυτό έλειπε), Ταρζάν, Στορμ (έως το #06 έμπαινε ολόκληρη ιστορία, από το #07 κόβεται στα 2), Μάντυ Ρίλεϋ (εξαίρεση το 7ο τεύχος), Φάντομ (, Δικαστής Ντρεντ, και το Παιδί Πάνθηρας. Guest ήρωες έχουμε: Κόρτο Μαλτέζε (#01), Λ-Ο: Πήγασος 4-Ω (#01-03), Γιορ (#01 & #07), Ο Ίσκιος (#03), Μισέλ Βαγιάν (#04-05), Τζόνι Ρεντ (#05-12), Γουίντς (#06-09), Ποπάϋ (#07-08), Κοκομπίλ (#08-...) κα Η βασική ομάδα του περιοδικού έχει αλλάξει δύο φορές σκυτάλη, από το ντουέτο Ανεμοδουράς-Ταρλαντέζος στους Ανεμοδουράς-Τομπαλίδης. Ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς έχει και τον εκδοτικό Μικρός Ήρως, συνεχίζοντας (και διευρύνοντας) το έργο του παππού και του θείου του, ενώ και ο Λευτέρης Ταρλαντέζος και ο Γαβριήλ Τομπαλίδης είναι μεγάλοι γνώστες του χώρου, και έχουν ένα πλούσιο παρελθόν στο αντικείμενο των κόμικς... Με 164 σελίδες, όμορφο στήσιμο (από το #03 ειδικά έφτιαξε ιδιαίτερα), πολύ καλό χαρτί, εξαιρετική εκτύπωση, και όλα αυτά στην (απολύτως) λογική τιμή των 5, 90! Μπορεί να βρεθεί σε επιλεγμένα περίπτερα, σε βιβλιοπωλεία και κομιξάδικα πανελλαδικά... Μέχρι το Δεκέμβριο του 20 αριθμεί 8 τεύχη. Μια έκδοση που ξεχειλίζει μεράκι, αγάπη και σεβασμό για την 9η τέχνη... Και έχει σίγουρα πολλά ακόμα να δώσει! O προβληματισμός που φέρει η έκδοση όσον αφορά τον ρετρό χαρακτήρα ή ακόμα και τη στρατηγική της δημοσίευσης αποκλειστικά παλιών έργων, εύκολα εξαλείφεται, χάρη στη μοντέρνα αισθητική του, στους νέους τίτλους που περιλαμβάνει (παράδειγμα ο Λάργκο Γουίντς που δεν είχε συμπεριληφθεί σε κανένα ελληνικό έντυπο έως και σήμερα) ή σε reboots ή νέες συνέχειες παλαιότερων διάσημων δημιουργιών (παραδείγματα είναι ο Μισέλ Βαγιάν και ο Τζόνι Ρεντ), ενώ η παρουσίαση Ελλήνων καλλιτεχνών, η πυκνή αρθρογραφία γύρω από τα κόμικς και την επικαιρότητα στην γενικότερη ποπ κουλτούρα, δείχνει μια τάση αποφυγής επικόλλησης μιας ετικέτας, και αποτελεί απόδειξη πως το Μπλέκ ακόμα πειραματίζεται και θέλει να δοκιμάσει νέα πράγματα. Κείμενό μου στην έκδοση
  17. Επιβιώνοντας στο Σαράγεβο Γιάννης Κουκουλάς Ο πόλεμος στη Βοσνία άφησε βαθιά τραύματα στα Βαλκάνια. Κάποια από αυτά επιχειρεί να μεταφέρει σε όλο τον κόσμο ο θρύλος Joe Kubert μέσω των φαξ που λάμβανε από το Σαράγεβο Ένας Βόσνιος πράκτορας ευρωπαϊκών κόμικς και η οικογένειά του υπό συνθήκες πολεμικής πολιορκίας πρωταγωνιστούν στο «Φαξ από το Σαράγεβο – Μια ιστορία επιβίωσης» (εκδόσεις Μικρός Ήρως, μετάφραση: Γαβριήλ Τομπαλίδης, 210 σελίδες). Η ιστορία έχει ως εξής: ο Ερβιν Ρουστεμάτζικ, η σύζυγός του και τα δύο ανήλικα παιδιά τους ζουν στο πολιορκημένο από τους Σέρβους Σαράγεβο και πασχίζουν να επιβιώσουν ανάμεσα σε ελεύθερους σκοπευτές, βόμβες, και με την έλλειψη βασικών ειδών πρώτης ανάγκης, όπως τροφίμων και καυσίμων, να γίνεται όλο και πιο οδυνηρή. Οταν η κατάσταση χειροτερεύει, προσπαθούν να διαφύγουν. Είναι όμως αδύνατο καθώς έχουν κλείσει όλοι οι δρόμοι. Ακόμα και η παραμικρή μετακίνηση είναι παρακινδυνευμένη. Ο Ερβιν καταγράφει διαρκώς τις εμπειρίες της οικογένειάς του ως «ημερολόγια πολιορκίας» και τις στέλνει στον φίλο του Τζο Κιούμπερτ (1926-2012) στις ΗΠΑ, έναν θρύλο των κόμικς, σχεδιαστή ιστοριών του Ταρζάν, του Μπάτμαν, του Φλας κ.ά. και ιδρυτή της διάσημης σχολής «Joe Kubert School of Cartoon and Graphic Art» της Νέας Υόρκης. Ο Κιούμπερτ λαμβάνει επίσης τις φωτογραφίες του Καρίμ Ζαΐμοβιτς, ενός νεαρού φωτογράφου που εργαζόταν για λογαριασμό του Ρουστεμάτζικ και σκοτώθηκε από θραύσμα χειροβομβίδας σε ηλικία μόλις είκοσι τεσσάρων ετών. Με βάση αυτές τις τεκμηριωτικού τύπου πληροφορίες σχεδιάζει την ιστορία παρεμβαίνοντας ελάχιστα, σύμφωνα με τα δικά του λόγια στον επίλογο του βιβλίου, και μόνο για λόγους σεναριακής διευκόλυνσης και δραματοποίησης, και έτσι προκύπτει ένα χρονικό των γεγονότων σε μορφή κόμικς από την εμπόλεμη ζώνη του Σαράγεβο κατά το διάστημα 1992-1993. Μέχρι εδώ όλα καλά. Το βιβλίο μάλιστα κατέκτησε πολλά βραβεία στις ΗΠΑ και στην Ευρώπη τόσο για τα υπέροχα σχέδια του Κιούμπερτ όσο και για την αγωνιώδη πλοκή. Συνοδεύεται επίσης από μέρος των ίδιων των φαξ που λάμβανε ο Κιούμπερτ αλλά και από πλούσιο φωτογραφικό παράρτημα γύρω από την περιοχή και την εποχή του πολέμου αλλά και από τον Ρουστεμάτζικ και την οικογένειά του, ακόμα και από τα παιδιά του ως επιτυχημένους επαγγελματίες στη μετέπειτα ενήλικη ζωή τους (για ποιον λόγο;). Λειτουργεί έτσι ως υπενθύμιση μιας (όχι και τόσο) αναπάντεχης πολεμικής σύρραξης στην Ευρώπη πέντε δεκαετίες μετά τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο και ενώ οι εθελοτυφλούντες Ευρωπαίοι δήλωναν έκπληκτοι και σοκαρισμένοι από τα γεγονότα. Παρόμοιες καταγραφές έχουν κάνει για τον πόλεμο αυτό και άλλοι δημιουργοί όπως ο Τζο Σάκο και ο Αλεξάνταρ Ζόγκραφ προσπαθώντας να αντιμετωπίσουν το θέμα πολύπλευρα, να σχολιάσουν την πολιτική κατάσταση, να δουν τις κοινωνικές και ψυχολογικές πτυχές κ.λπ. Ο Κιούμπερτ επιλέγει αντ' αυτού να φιλοτεχνήσει μια περιπέτεια μανιχαϊστικού τύπου με «καλούς και κακούς», όπου η ηρωική μορφή του πρωταγωνιστή με τον ανεξάντλητο αλτρουισμό της θα οδηγήσει στο πολυπόθητο σε ανάλογες αφηγήσεις χάπι εντ. Παρά την απαράμιλλη σχεδιαστική δεξιοτεχνία του Κιούμπερτ, η μπαρόκ εικονογραφία των σκηνών με τους πυροβολισμούς και τους βομβαρδισμούς, το υπερβολικό στιλιζάρισμα που θυμίζει υπερηρωικές περιπέτειες, οι αναληθοφανείς διάλογοι πολεμικής ταινίας χολιγουντιανού επιπέδου και ένα διάχυτο κλίμα δαιμονοποίησης των «κακών» άλλων, ακόμα και μέσω της μοχθηρής, απάνθρωπης εικόνας τους, στερούν τελικά από το βιβλίο την αναγόρευσή του σε μια μαρτυρία του αιματηρού πολέμου. Μπορεί να αποτελεί μια υπόμνηση ώστε να αποφευχθεί η επανάληψη όσων καταγγέλλει αλλά ίσως θα μπορούσε να τα καταφέρει και με άλλους τρόπους. Πηγή
  18. Πρωτότυπος τίτλος: Mandela et le général (2018, Seuil / Delcourt) Ένα αρκετά ενδιαφέρον κόμικ, που διαδραματίζεται στα έτη 1990-1994, δηλαδή μεταξύ της απελευθέρωσης του εμβληματικού ηγέτη Νέλσον Μαντέλα, από τη φυλακή, όπου έμεινε για 27 ολόκληρα χρόνια και των πρώτων ελεύθερων εκλογών στη Νότια Αφρική, που εξέλεξαν πρόεδρο το Μαντέλα και σηματοδότησαν την πτώση του απάνθρωπου καθεστώτος του Απαρτχάιντ. Το κόμικ αφηγείται την προσπάθεια να βρεθεί ένας κοινός τόπος μεταξύ των μαύρων και των λευκών της Νότιας Αφρικής, έτσι ώστε να μην οδηγηθεί η χώρα στην εμφύλια σύρραξη, τη στιγμή, που κάποιοι από τους μεν επιζητούσαν εκδίκηση και κάποιοι από τους δε είχαν οχυρωθεί πίσω από ακροδεξιές αντιλήψεις, θεωρώντας, ότι προασπίζουν μια αποστολή, που τους έχει δοθεί από το Θεό. Η ιστορία ξεκινά στη Νότια Αφρική μετά την πτώση του απαρτχάιντ, όταν ο δημοσιογράφος και συγγραφέας του κόμικ, Τζον Κάρλιν, παίρνει συνέντευξη από τον απόστρατο στρατηγό Κόνσταντ Φιλγιούν, υποστηρικτή του παλαιού καθεστώτος και αρχικά ορκισμένου εχθρού του Μαντέλα. Όλο το κόμικ είναι ένα φλασμπακ, που μας οδηγεί έως τις εκλογές του 1994 ξεκινώντας από τη φυλάκιση του Μαντέλαμ όπως τη βλέπει η οικογένεια του στρατηγού, που τότε ήταν απλά ένας βαθμοφόρος. Τα ιστορικά στοιχεία του κόμικ είναι πολύ ενδιαφέροντα και ξέρω ότι ο Κάρλιν είναι ειδικός στη Νότια Αφρική, έχει ζήσει αρκετά χρόνια εκεί, έχει γνωρίσει από κοντά όλους τους πρωταγωνιστές και μάλιστα έχει γράψει και το βιβλίο πάνω στο οποίο βασίστηκε η ταινία του Κλιντ Ήστγουντ "Invictus". Πρωταγωνιστής του κόμικ όμως, δεν είναι ο Μαντέλα, αλλά ο στρατηγός Φιλγιούν, που, αν και ήταν ρατσιστής και θρησκόληπτος, εμφανίζεται να έχει κι αυτός έναν προσωπικό κώδικα τιμής, που τον εμποδίζει να διασχίσει τη γραμμή που θα τον κάνει στυγνό δολοφόνο. Είναι ένας άνθρωπος, που υπηρετούσε τις διαταγές του κράτους, στις οποίες πίστευε, επειδή είχε γαλουχηθεί με αυτές. Μπορούσε όμως να καταλάβει, ότι το συμφέρον της χώρας του ήταν η συνεννόηση και η συμφιλίωση και όχι η αντιπαράθεση και μάλιστα η ένοπλη. Όλα αυτά δεν τον καθιστούν συμπαθή (είναι αδύνατον να ταυτιστεί κάποιος με τον υποστηρικτή ενός στυγνά ρατσιστικού καθεστώτος, ακόμη κι αν αυτός στο τέλος βλέπει ποιο είναι το σωστό), αλλά σίγουρα άνθρωπο με αντίληψη. Το σχέδιο του Ισπανού Μαλέτ δεν με ενθουσίασε, αλλά παραδέχομαι, ότι είναι αρκετά λειτουργικό, όσο χρειάζεται μινιμαλιστικό και με μια ενδιαφέρουσα χρωματική παλέτα. Υπάρχουν αρκετά ενδιαφέροντα καρέ, αν και ορισμένες φορές, οι συμβολισμοί, που χρησιμοποιεί είναι υπερβολικά προφανείς. Φυσικά, είναι και αυτό ένα κόμικ, που πρωτίστως στοχεύει στην ενημέρωση και στην πληροφόρηση και αυτό το σκοπό τον πετυχαίνει και με το παραπάνω. Το κόμικ κυκλοφόρησε σε δύο τόμους από τις εκδόσεις "Μικρός Ήρως" και δόθηκε μαζί με την "Εφημερίδα των Συντακτών". Η έκδοση είναι εξαιρετική με πολύ ωραίο χαρτί και αρκετά επεξηγηματικά κείμενα, που βοηθούν τον αναγνώστη να καταλάβει σε σημαντικό βαθμό το ιστορικό πλαίσιο της ιστορίας. Τα σκαναρίσματα των εξωφύλλων έγιναν από εμένα, οι εσωτερικές σελίδες από το Ίντερνετ.
  19. H εκδοτική, η οποία τείνει να γίνει η αγαπημένη μας στην Ελλάδα (αν δεν έχει ήδη γίνει) δεν σταματάει να μας εκπλήσσει και λίγο πριν φύγει (και να μην ξανά έρθει) το 2020 προβαίνει σε ακόμα μία εκδοτική κίνηση. Στις 15 Δεκεμβρίου, λοιπόν, κυκλοφόρησε στα περίπτερα (αυτόνομα) το πρώτο άλμπουμ από την σειρά, με τίτλο "Τα ημερολόγια της Σερίζ". Πρόκειται για μία παιδική ιστορία, η οποία (διαβάζοντας λίγο την περίληψή της) έχει στοιχεία μυστηρίου, αχαλίνωτης φαντασίας, ενώ δεν λείπουν οι προθέσεις για σωστές συμβουλές προς τους μικρούς μας φίλους. Από το site της εκδοτικής μαθαίνουμε τα εξής... Η σειρά είναι Γαλλικής παραγωγής, κυκλοφόρησε για πρώτη φορά το 2012 κι ολοκληρώθηκε το 2017, απαριθμώντας 5 άλμπουμ. Η αντίστοιχη μεταφορά στην Ελλάδα είναι κι εκείνη αριθμημένη κι έτσι έχουμε το πρώτο άλμπουμ, με τίτλο "Ο Πετρωμένος ζωολογικός κήπος". Όσον αφορά το σχέδιο, μπορώ να πω ότι έχει ζωντανά χρώματα, αλλά παράλληλα ήπιας "φωτεινότητας", με αποτέλεσμα τα καρέ να είναι ξεκούραστα στο μάτι. Κι αν τα πρόσωπα δεν θα σας ενθουσιάσουν τόσο, πιστεύω ότι θα το κάνουν τα πανέμορφα τοπία. Ορίστε μία σελίδα από το εσωτερικό για να πάρετε μία γεύση. Η έκδοση είναι πολυτελής και φέρει το μέγεθος των κλασικών BDs. Το εξώφυλλο μάς προϊδεάζει για την καλαισθησία του, καθώς έχουμε γλυκά χρώματα, όμορφο σχέδιο και...γκλίτερ στον τίτλο (χωρίς όμως να είναι κιτς). Το χαρτί είναι πολυτελές και η εκτύπωση εξαιρετική. Το εξώφυλλο και το οπισθόφυλλο είναι αρκετά παχιά, ενώ η κόλληση στην ράχη φαίνεται ανθεκτική, δημιουργώντας έτσι έναν στιβαρό τόμο. Ε, δεν περιμέναμε κάτι λιγότερο από την "Μικρός Ήρως". Αφού παρατηρήσουμε ότι υπάρχουν "αυτάκια" στα εξώφυλλα, ο αναγνώστης θα βρει μία σελίδα με ευχαριστίες των δύο συντελεστών, για να συνεχίσει με την ιστορία. Εκείνη ξεκινάει με την μορφή ημερολογίου που γράφεται από την πρωταγωνίστρια και λειτουργεί σαν μία μικρή εισαγωγή για την ιστορία που θα ακολουθήσει. Μετά από αυτές τις σελίδες, θα μπούμε για τα καλά στο κόμικ, μέχρι αυτό να έρθει στο φινάλε του, όπου ύστερα θα βρούμε πάλι αυτές τις...σημειώσεις. Το άλμπουμ θα κλείσει με την Σερίζ να παροτρύνει τους μικρούς μας φίλους να ζωγραφίσουν μαζί της σε δύο, σχετικά, άδειες σελίδες (πολύ έξυπνη κίνηση κατά την άποψή μου). Προσωπικά, θεωρώ ότι πρόκειται για ένα πρώτης τάξης δώρο, ειδικά για τις μικρές μας φίλες, την περίοδο που διανύουμε. "Τα ημερολόγια της Σερίζ" στην Bedetheque "Τα ημερολόγια της Σερίζ" στην επίσημη ιστοσελίδα της εκδοτικής"
  20. Πρωτότυπος τίτλος : Mai 68 - La veille du grand soir (Delcourt, 2018) Ένα κόμικ, που κυκλοφόρησε σε 4 μέρη στη χώρα μας αρχικά μέσω της Εφημερίδας των Συντακτών και στη συνέχεια στα περίπτερα. Όπως δηλώνει και ο τίτλος, το κόμικ είναι μια καταγραφή των γεγονότων, που οδήγησαν στις εξεγέρσεις του θρυλικού Μάη του '68 στη Γαλλία, καθώς και των ίδιων των εξεγέρσεων. Παρακολουθούμε την ιστορία μέσα από τα μάτια ενός φοιτητή, ο οποίος συμμετέχει στις εξεγέρσεις, ενώ παράλληλα ζει και τις δικές του, προσωπικές στιγμές. Ο σεναριογράφος Patrick Rotman ήταν κι ο ίδιος αυτόπτης μάρτυς στα γεγονότα και πιθανόν, το κόμικ να είναι σε μεγάλο βαθμό αυτοβιογραφικό. Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν όλοι οι γνωστοί πρωταγωνιστές εκείνης της ταραγμένης περιόδου και απεικονίζονται όλα τα σημαντικά γεγονότα. Η αφήγηση είναι γραμμική, τα επεξηγηματικά σχόλια κρατούνται στο ελάχιστο και γενικά μου δόθηκε η αίσθηση, ότι παρακολουθούσα ένα ρεπορτάζ ή ένα ντοκιμαντέρ. Ο σχεδιαστής Sébastien Vassant εικονογραφεί επαρκώς το σενάριο. Έχει καλή αίσθηση των πλάνων και τα καταφέρνει καλά στο σχεδιασμό τοπίων, όχι όμως - κατά τη γνωμη μου - και στο σχεδιασμό των προσώπων, που δεν μπορούν να αποτινάξουν μια αίσθηση καρικατούρας. Σε γενικές γραμμές, πρόκειται για ένα κόμικ, που θα μπορούσαμε να το αποκαλέσουμε δημοσιογραφικό" ή "ιστορικό", αν προτιμάτε, είναι δηλαδή ένα έργο, όπου αυτό που προέχει είναι η καταγραφή κάποιων γεγονότων με στόχο την ενημέρωση του κοινού και συνεπώς κρίνεται και από το εύρος των πληροφοριών, τις οποίες παρέχει. Συνήθως, σε τέτοιου είδους κόμικ οι καλλιτεχνικές αναζητήσεις και οι πειραματισμοί κρατούνται στο ελάχιστο και κάτι τέτοιο συμβαίνει και εδώ, αφού όλα κυλούν χωρίς εκπλήξεις. Σχετικά με το αμιγώς ιστορικό περιεχόμενο, δεν μπορώ να κρίνω, αφού δεν είμαι τόσο γνώστης των γεγονότων. Μπορώ να πω, ότι σχεδόν όλα όσα ξέρω σχετικά με εκείνη την περίοδο, βρίσκονται μέσα στο κόμικ, αλλά από την άλλη, δεν μπορώ να πω, ότι έμαθα και πολλά παραπάνω. Επιπλέον, η προσωπική ιστορία είναι ισχνή και δεν αρκεί για να στηρίξει το ιστορικό κομμάτι του κόμικ. Η έκδοση του "Μικρού Ήρωα" είναι καλή. Ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί, γερό δέσιμο, ζωντανά χρώματα και σωστή μετάφραση από την Τατιάνα Ραπακούλια. Δεν υπάρχει κάποια εισαγωγή από τους Έλληνες εκδότες, αλλά δεν το θεωρώ απαραιτήτως μειονέκτημα. Θα μπορούσαν να υπάρχουν, πάντως, κάποιες υποσημειώσεις σε ορισμένα σημεία, που δεν είναι τόσο αυτονόητα στους Έλληνες αναγνώστες. Γενικά, πάντως, σαν έκδοση αφήνει πολύ καλές εντυπώσεις. Φυσικά, όλοι θα προτιμούσαμε να είχε κυκλοφορήσει σε έναν τόμο, όπως έγινε και στη Γαλλία, αλλά η απόφαση να σπάσει στα 4 ελήφθη, υποθέτω, για οικονομικούς λόγους, κάτι απόλυτα κατανοητό. Σε γενικές γραμμές, είναι ένα κόμικ, που διαβάζεται περισσότερο λόγω του θέματός του και λιγότερο για οτιδήποτε άλλο. Όσοι θα ήθελαν να μάθουν κάτι για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο, δε θα χάσουν την ώρα τους, αλλά νομίζω, ότι οι υπολοιποι θα μείνουν αδιάφοροι. Τα σκαναρίσματα των εξώφυλλων έγιναν από εμένα, οι εσωτερικές εικόνες από το Ίντερνετ.
  21. Καλησπέρα σε όλους. Είδα ότι δεν υπάρχει topic για τις Μπαμπαδοϊστορίες του Νικόλα Στεφαδούρου που κυκλοφόρησαν σε μορφή ανθολογίας τον Οκτώβριο απ' τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και πήρα την πρωτοβουλία να φτιάξω ένα με την παρουσίασή μου στο Smassing Culture. Αν δεν το έχετε πάρει ακόμα πάντως σας παροτρύνω σίγουρα να το κάνετε σύντομα. Μπορεί να υπάρχουν πολλά comic strips στην ελληνική κόμικ σκηνή, αλλά αυτό σίγουρα ξεχωρίζει γιατί πέρα από γέλιο προκαλεί σε κάποιες στιγμές και έντονες συγκινήσεις Ακολουθεί η παρουσίαση του comic: Είναι συχνό φαινόμενο η παρατήρηση – μομφή προς τους νέους γονείς ότι ρέπουν να συζητούν σχεδόν αποκλειστικά για τα παιδιά τους. Βέβαια αυτό δεν είναι παράλογο αφού όταν έρχεται ένα παιδί στη ζωή μίας οικογένειας (και ειδικά το πρώτο) αναδιοργανώνει πλήρως τη μέχρι τότε ζωή του ζευγαριού, το οποίο πλέον σπαταλά σχεδόν όλη την ενέργεια που του απομένει απ’ τη δουλειά στη φροντίδα του παιδιού. Επομένως, είναι απολύτως φυσιολογικό όταν συναντιούνται με τους φίλους τους να συζητούν κυρίως για εκείνες τις κωμικοτραγικές εμπειρίες της νέας καθημερινότητάς τους που πλέον σε τίποτα δεν θυμίζει το πρόσφατο παρελθόν τους. Άλλωστε με τον ίδιο τρόπο δεν αντιμετωπίζουμε καθετί στο οποίο αφιερώνουμε την καθημερινότητά μας, είτε αυτό είναι το σχολείο, είτε το πανεπιστήμιο, είτε η δουλειά μας; Τι συμβαίνει όμως όταν ένας σκιτσογράφος το πάει σε άλλο επίπεδο και δεν απασχολεί μόνο τον κοινωνικό του περίγυρο με τις Μπαμπαδοϊστορίες του, αλλά και το αναγνωστικό κοινό του; Πολλά πράγματα μπορούν να συμβούν, εξαρτάται πώς θα χειριστεί το θέμα. Στην περίπτωση του Νικόλα Στεφαδούρου πάντως, το αποτέλεσμα είναι μία πολύ τρυφερή αποτύπωση κωμικοτραγικών στιγμών της ζωής του απ’ τη στιγμή που έγινε πατέρας, οι οποίες ξεχειλίζουν αγάπη, στοργή, συγκίνηση και χιούμορ. Σίγουρα δεν είναι απ’ τις περιπτώσεις που μπορείς να τις προσπεράσεις με ένα φευγαλέο «Ok boomer», όσο κι αν θες να το παίξεις ατίθασο νιάτο! Γιατί τα comic strips του Στεφαδούρου δεν είναι comic απόδοση των «Μανούλων του Facebook», ούτε αναπαράγουν τα τυπικά κλισέ για να κάνουν εύκολο χιούμορ, τύπου «ζακέτα να πάρεις». Ακόμα κι όταν αναφέρεται σε κάποια από αυτά, το κάνει με εύστοχο τρόπο ώστε να τα κριτικάρει με χιούμορ που δεν είναι αστεία – κονσέρβα. Επιπλέον, ο Στεφαδούρος δεν διηγείται τις γονεϊκές εμπειρίες του με βαρετό και δασκαλίστικο τρόπο. Δεν γράφει διδακτικές ιστορίες για γονείς και παιδιά, παρ’ όλο που νιώθει την ανάγκη να διαφοροποιήσει πλήρως τον εαυτό του από άλλους γονείς με ομοφοβικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές ιδέες και συμπεριφορές. Στόχος του δεν είναι να δημιουργήσει έναν «οδηγό» νέων γονέων που είναι nerds και αντισυμβατικοί όπως ο ίδιος, αλλά να αφηγηθεί τη δική του εμπειρία με τη μορφή ενός τρυφερού ημερολογίου μίας σχέσης σε εξέλιξη. Κάθε ιστορία περιέχει μία διαφορετική στιγμή που έζησαν με την κόρη του και τη σύζυγό του και χαράχτηκε στο νου του ή μια σκέψη που δεν μπορεί να φύγει απ’ το μυαλό του. Τις περισσότερες φορές αυτές οι στιγμές είναι χιουμοριστικές, nerdουλιάρικες, τρυφερές και χαρούμενες, με την ικανότητα να σκορπούν το γέλιο ή τουλάχιστον να διαβάζονται με ένα χαμόγελο καρφωμένο συνέχεια στην έκφραση του αναγνώστη. Όμως, στις σελίδες του comic υπάρχουν και ιστορίες λυπητερές, οι οποίες μας θυμίζουν ότι όλα είναι μέσα στη ζωή μας -καλά και κακά- και πρέπει να είμαστε δυνατοί και ενωμένοι για να τα αντιμετωπίσουμε. Στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Νικόλας Στεφαδούρος αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες από μία απ’ τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του, με τρόπο που δεν κρύβει τα πλούσια συναισθήματά του. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που ο δημιουργός εμπνέεται απ’ το οικογενειακό του περιβάλλον προκειμένου να αφηγηθεί μία comic ιστορία. Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε την Αλεξάνδρεια, ένα comic που αποτελούνταν κι εκείνο από ημι-αυτοτελείς μονοσέλιδες ιστορίες εμπνευσμένες απ’ τα παιδικά χρόνια του πατέρα του -του Γιώργου Στεφαδούρου- στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια και οι Μπαμπαδοϊστορίες είναι τα -μέχρι στιγμής- πιο προσωπικά έργα του Στεφαδούρου, γεμάτα συναισθήματα που εμπλουτίζουν την αναγνωστική εμπειρία. Βέβαια στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Στεφαδούρος ξετυλίγει χωρίς ταμπού και τον nerd εαυτό του. Μας θυμίζει έτσι ότι πρόκειται για έναν δημιουργό με ευρεία γκάμα, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει από προσωπικές ιστορίες συγκινητικές και συναισθηματικές, μέχρι σκληρά nerd comics με ζόμπι, όπως το OMG Zombies. Τον βοηθάει βέβαια να κινείται με ευκολία στα διαφορετικά είδη και το υψηλού επιπέδου καρτουνίστικο σχέδιό του, με το οποίο μπορεί να δοκιμάζει το ύφος της γραφής και της φαντασίας του σε διαφορετικά μοτίβα και αφηγηματικά πλαίσια, χωρίς κινδυνεύει να βρεθεί εκτός context. Οι Μπαμπαδοϊστορίες μπορεί να τυπώθηκαν πριν λίγο καιρό ως ανθολογία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, όμως δεν έχουν σταματήσει να κυκλοφορούν νέα επεισόδια. Η σειρά είχε ξεκινήσει να δημοσιεύεται τακτικά στο socomic.gr και πλέον έχει μετακομίσει στο all4mama.gr. Η έντυπη ανθολογία περιλαμβάνει στο τέλος της και στριπάκια από guests δημιουργούς: τον Βαγγέλη Λιόλη, τον Νίκο Κούτση, τον Κωνσταντίνο Κάτσο, τον Θανάση Καραμπάλιο, τον Τόνυ Τζανουκάκη και τη Δήμητρα Αδαμοπούλου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Smassing Culture
  22. Nobody loves you when you're old and grey,nobody needs you when you're upside down....Everybody's hollerin' 'bout their own birthday,everybody loves you when you're six foot in the ground..." - John Lennon -Nobody Loves you(When you Down and Out) 1974 Life is what happens to you..while you're busy making other plans(H ζωή είναι αυτό που σου συμβαίνει όταν είσαι απασχολημένος κάνοντας άλλα σχέδια)τραγούδαγε ο John Lennon σε ένα τραγούδι γραμμένο για τον πεντάχρονο τότε γιό του Sean..Λίγους μήνες αργότερα θα έπεφτε νεκρός από το όπλο ενός ανισόρροπου θαυμαστή του, κάνοντας αυτούς τους στίχους να φαντάζονται πλέον ειρωνικοί κατά μία έννοια, και βυθίζοντας σε θλίψη εκατομμύρια θαυμαστές του σε ολόκληρο τον κόσμο... Και αυτό ακριβώς πραγματεύεται και το graphic novel Λέννον που κυκλοφόρησαν σε 3 συνέχειες με την Εφημερίδα των Συντακτών, οι πάντα ποιοτικές εκδόσεις Μικρός Ήρως. Το graphic Novel είχε κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Marabout το 2015 και στην Αμερική ώς Lennon(the New York Years)από την IDW το 2017.Βασισμένοι στο βιβλίο του συγγραφέα/σεναριογράφου David Foenkinos(La délicatesse)ο συγγραφέας Eric Corbeyran(Les Griffes Du Marais,Le Fond du monde,Nanami)και ο σχεδιαστής Horne παραδίδουν μία εικονογραφημένη βιογραφία του μεγάλου μουσικού και οραματιστή, μέσα από τα δικά του λόγια. Η ιστορία τοποθετείτε το 1975.Ο Λέννον έχει γίνει δεύτερη φορά πατέρας από τη δεύτερη σύζυγο του Γιόκο Όνο. Αποφασίζει να σταματήσει κάθε μουσική του δραστηριότητα(και κάθε πολιτικό ακτιβισμό που τόσο του έχει στοιχήσει το τελευταίο καιρό)και να κάνει αυτό που δεν έκανε με το πρώτο του γιό Τζούλιαν, και να γίνει ένας καλός και αφοσιωμένος πατέρας, ή όπως ο ίδιος χαριτολογώντας έλεγε τότε ένας σύζυγος-νοικοκυρά. Η Γιόκο ασχολείται με τα οικονομικά και τις άλλες δουλειές, και ο Λέννον μεγαλώνει το μικρό γιό του, βγάζοντας τον βόλτα στο πάρκο και ψήνοντας ψωμί. Μέσα σε όλα αυτά ο Λέννον θα συναντήσει στο ασανσέρ του κτιρίου Ντακότα όπου μένει τα τελευταία χρόνια με την οικογενειά του, μία "φανταστική" ψυχολόγο και θα νιώσει την ανάγκη να ξεκινήσει μία σειρά από συνεδρίες μέσα από τις οποίες θα εξιστορήσει όλη του τη ζωή από την ημέρα της γέννησης του μέχρι εκείνη τη στιγμή που μιλάει. Τα δύσκολα παιδικά χρόνια που σημαδεύτηκαν από τους καβγάδες και το διαζύγιο των γονιών του, το αίσθημα εγκατάλειψης που ένιωθε πάντοτε ακόμα και όταν βρήκε καταφύγιο στην αυταρχική θεία του, τη διέξοδο του στη μουσική(αφότου είδε για πρώτη φορά τον Elvis Priesley στη τηλεόραση),τη δημιουργία του πρώτου του συγκροτήματος, τη καθοριστική γνωριμία του με τους Paul McCartney και George Harrison,τη γέννηση των Beatles και το σκληρό δρόμο προς τη δόξα...Και όταν αυτή έρχεται, τη φρενίτιδα, τις ατελείωτες συναυλίες, το περιορισμένο ρόλο που επιβάλλει η επιτυχία, το να θέλουν όλοι ένα δικό σου κομμάτι,να νομίζουν ότι τους ανήκεις, ότι είσαι δικός τους, έναν κόσμο που τον κάνει να ασφυκτιά και να νιώθει περισσότερο μόνος από ποτέ.. Την αναζήτηση κάποιου που να τον πιάσει από το χέρι και να τον πάρει από όλη αυτή την τρέλα της επιτυχίας και των ναρκωτικών, είτε είναι ένας γιόγκι, είτε μία καλλιτέχνιδα με τη μορφή της μικροκαμωμένης Ιαπωνέζας Γιόκο Όνο που του αλλάζει ολόκληρη τη ζωή.. Προσθέστε μέσα σε όλα αυτά τις προδοσίες, τις δυσκολίες, τις απώλειες και τραγωδίες της ζωής...αλλά και την αισιοδοξία για ένα καλύτερο αύριο το οποίο όμως δυστυχώς δεν ήρθε για τον ίδιο ποτέ... Μολονότι το κόμικ μεταφέρει το βιβλίο αυτούσιο, σε μορφή μυθοπλασίας, για προφανείς λόγους, υπάρχουν πολλές αληθινές αναμνήσεις και γεγονότα, δοσμένα μέσα από τη φωνή του ίδιου του Λέννον ο οποίος παρουσιάζεται σαν αφηγητής της ίδια του της ζωής, παραδέχεται τα λάθη του, τις ανασφάλειες του, τη βιαιότητα του, τις εκρήξεις θυμού του, τις επιθυμίες του και τους φόβους του..."Η νύχτα που γεννήθηκα ήταν γεμάτη από τους εκκωφαντικούς ήχους του βομβαρδισμού του Λίβερπουλ από τους Γερμανούς...Δεν ήρθα στο κόσμο,ήρθα στο χάος..Και πέρασα όλη τη ζωή μου με φόβο..." Μία ζωή όπου ένιωθε σαν τον Nowhere Man(τραγούδι του από το δίσκο Rubber Soul των Beatles)που δεν άνηκε πουθενά, που είχε ένα κενό μέσα του που τίποτα δε μπορούσε να το γεμίσει...Μία ζωή που συνεχώς ήταν ένας αγώνας ενάντια στους ίδιους τους προσωπικούς του δαίμονες που τον στοίχειωναν.. Όταν πίστεψε ότι κατάφερε να νικήσει όλα όσα τον πολεμούσαν μία ζωή: φόβους, μοναξιά, ανασφάλειες, ναρκωτικά το νήμα της ζωής του κόπηκε τόσο πρόωρα στα 40 του μόλις χρόνια... Το σχέδιο του Horne έχει έναν απίστευτο ρεαλισμό(βασισμένος σε πολλές φωτογραφίες ως σχεδιαστικά μοντέλα),με υδατοχρώματα που παίζουν ανάμεσα στο μαύρο και το άσπρο, αλλά επαναλαμβάνεται σε πολλά καρέ, ίσως θέλοντας να δώσει κάτι το νέο με αυτή τη τεχνική αλλά ίσως η επανάληψη σχεδίου να χρησιμοποιείται λίγο περισσότερο από όσο θα έπρεπε και συχνά εμφανίζεται και σε δύο διαδοχικά πάνελ.. Μερικές εκφράσεις στα πρόσωπα των χαρακτήρων μοιάζουν να είναι λιγάκι υπερβολικές έως και.. αστείες κάποιες φορές(εκεί όπου ο Λέννον και η Γιόκο έχουν τελειώσει το σέξ και κάθονται στο κρεβάτι..)Επίσης υπάρχουν λάθη όσο να αφορά μορφές που δεν συμβαδίζουν με τη χρονολογική στιγμή που αναφέρονται. Βλέπουμε τον Λέννον το 1968 με τη μορφή και στυλ που είχε το 1972,ή κάπου παρουσιάζεται το πρώτο άλμπουμ του McCartney(ΜcCartney του 1970)σαν εκείνο που έβγαλε πρώτα με τους Wings το 1971 που ουσιαστικά ήταν το τρίτο του.. Αυτό όμως δεν αλλοιώνει τη συνολική σχεδιαστική εικόνα του κόμικ, στο οποίο ο καλλιτέχνης έχει κάνει μία πολύ καλή δουλειά. Επίσης πολύ καλή δουλειά έχει γίνει στη μετάφραση από τον φίλο Γαβριήλ Τομπαλίδη,ο οποίος εμπλουτίζει τα άλμπουμ με διάφορα κείμενα με άγνωστες στο ευρύ κοινό πληροφορίες της ζωής του Λέννον που φαίνονται ότι έχει κάνει σωστή αναζήτηση, και έχει ανατρέξει σε σοβαρές πηγές. Το συνολικό στήσιμο και το λέττερινγκ για μία ακόμα φορά έχει γίνει από την εξαιρετική Τίνα Χελιώτη, και στην επιμέλεια κειμένων ο Λεωκράτης Ανεμοδουράς για μία ακόμα φορά δίνει το καλύτερο του εαυτό σε μία έκδοση που μόνο εκείνος μπορούσε να εκδώσει με τόσο ποιοτικό αποτέλεσμα στη χώρα μας. “I'm not afraid of death because I don't believe in it.It's just getting out of one car,and into another..'' Μου άρεσε πολύ αυτό το κόμικ αν και τελείωσε σχετικά πολύ νωρίς. Άλλωστε πόσες σελίδες μπορούν να αποτυπώσουν την τόσο χαρισματική αλλά και συνάμα αντιφατική προσωπικότητα του Τζόν Λέννον και να είναι αρκετές; Κατόρθωσε όμως να δώσει μια βαθιά εικόνα για έναν από τους πιο σημαντικούς και επιδραστικούς ανθρώπους του 20ου αιώνα. Είναι ένα από αυτά τα graphic novel που τραβούν αμέσως και σύντομα o αναγνώστης μπορεί να χαθεί στο μυαλό και τη ζωή του Τζον Ουίνστον Λένον. ΤΟ Κείμενο το βρίσκετε και ΕΔΩ
  23. Αν πω ότι δεν περίμενα χρόνια να διαβάσω αυτή την ιστορία, θα πω ψέματα. Μαζί με τα Ελβετικά νομίζω, ήταν οι μοναδικές δύο ιστορίες Κόρτο που δεν είχα διαβάσει ποτέ. Τώρα, με εκδοτική τον Μικρό Ήρωα που έχει πάρει τα δικαιώματα του Κόρτο τα τελευταία χρόνια, σταμάτησα το (ήδη ασθενές) ψαχτήρι για το επίτομο της Μαμούθ και μπόρεσα να ξεκινήσω να διαβάζω την Σαμαρκάνδη. Και λέω ξεκινήσω, γιατί η Μικρός Ήρως σε συνεργασία με την Εφ.Συν. η οποία έχει τα τεύχη ως ένθετα, θα κυκλοφορήσει το "Χρυσό Σπίτι της Σαμαρκάνδης" σε 3 μέρη ξεκινώντας προχθές, Σάββατο 13/6/20. Για πολλούς η Σαμαρκάνδη θεωρείται το magnum opus του Πρατ στην σειρά του Μαλτέζε,κυρίως σεναριακά. Εγώ από την άλλη, έχοντας πολλές προσδοκίες, μάλλον έμεινα χλιαρός με αυτό το πρώτο μέρος. Όχι μόνο σεναριακά, μιας και δεν θα κρίνω την ιστορία έχοντας διαβάσει το 1/3ο ακόμα, αλλά και σχεδιαστικά. Σαν ιστορία, παρουσιάζεται κάπως ασύνδετη όπως πολλές από τις μεγάλες του μέχρι περίπου την μέση τους. Το σχέδιο, ακόμα και για τα δεδομένα ενός Πρατ που δεν μπορεί για τον Θεό να σχεδιάσει σώματα και σκηνές γεμάτες δράση και κίνηση, μου φάνηκε μάλλον βιαστικό και πρόχειρο με εξαίρεση λίγα καρέ. Όχι τόσο όσο στο Μου, αλλά κάμποσο. Ίδωμεν, αναμένοντας την συνέχεια. Καμία έκπληξη από την μαλακόδετη έκδοση, φθηνή και βασική όπως ήταν αναμενόμενο για τα 3.90 της, με κάποια υποτυπώδη έξτρας.
  24. Τα τέρατα του Φρανκενστάιν Γιάννης Κουκουλάς Με αφορμή τη σημερινή προσφορά της «Εφ.Συν.», μια εξαιρετική προσαρμογή του Φρανκενστάιν της Μαίρη Σέλεϊ σε κόμικς από τον Marion Mousse, ρίχνουμε μια ματιά σε παλαιότερες εκδοχές του κλασικού έργου, άλλες «νόμιμες» και άλλες «βλάσφημες» Η Μαίρη Σέλεϊ (1797-1851) έγραψε το «Φρανκενστάιν ή ένας μοντέρνος Προμηθέας» σε ηλικία περίπου 20 ετών στο πλαίσιο της ρομαντικής μυθιστοριογραφίας μπολιασμένης με γοτθικά και ιστορικά στοιχεία, αλλά και στοιχεία μιας πρώιμης και δυστοπικής επιστημονικής φαντασίας που υπηρέτησε στο σύνολο σχεδόν των έργων της. Το βιβλίο θεωρείται σήμερα ένα από τα πιο επιδραστικά έργα των τελευταίων δύο αιώνων και τα βασικά του θέματα, όπως η επιστημονική και ιατρική ηθική, ο ρατσισμός απέναντι στη διαφορετικότητα, η εκδίκηση, η εμμονή στην επιτυχία, έχουν απασχολήσει αμέτρητους δημιουργούς, λογοτέχνες, σεναριογράφους, σκηνοθέτες. Αλλά και το ίδιο το έργο έχει μεταφερθεί πολλές φορές ως προσαρμογή στον κινηματογράφο, στα κόμικς, στο θέατρο, σε συντομευμένες εκδοχές κ.λπ. Ο «Φρανκενστάιν» του Marion Mousse Μια τέτοια περίπτωση αποτελεί η εξαιρετική μεταφορά του βραβευμένου Γάλλου δημιουργού κόμικς με σπουδές στην Ιστορία της Τέχνης, Marion Mousse (γεν. 1974), που ξεκινά σήμερα να προσφέρει η «Εφ.Συν.» και θα ολοκληρωθεί σε τρεις τόμους μέσω της άρτιας και πλήρως τεκμηριωμένης με ιστορικά στοιχεία, πληροφορίες, βιογραφίες κλπ. έκδοσης από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Ο «Φρανκενστάιν» του Marion Mousse Ο Mousse με τα υπέροχα σχέδιά του έχει καταφέρει να αποδώσει απόλυτα το κλίμα της εποχής του πρωτοτύπου αλλά και τον υπόγειο τρόμο που διατρέχει το σύνολο του έργου μπρος στη συνειδητοποίηση της ύβρεως του δόκτορος Φρανκενστάιν. Έχει ωστόσο καταφέρει και κάτι ακόμα, ίσως πιο σημαντικό: να παραμείνει περισσότερο πιστός στο πνεύμα της Μαίρη Σέλεϊ και να απαλλαγεί από την κυρίαρχη στη μαζική κουλτούρα εικόνα του τέρατος ως συρραφής ετερόκλητων ανθρώπινων μελών, επιλέγοντας να παρουσιάσει ένα πλάσμα με χαρακτηριστικά που δεν το καθιστούν αποκρουστικό στην όψη αλλά ούτε και με μη δικαιολογημένη επιθετικότητα. Η κατά τεκμήριο μέχρι σήμερα γνωστότερη εικόνα του τέρατος είναι αυτή του έντονα μακιγιαρισμένου Μπορίς Καρλόφ από την εξπρεσιονιστική κινηματογραφική εκδοχή του Φρανκενστάιν του Τζέιμς Χουέιλ το 1931. Παρά τις σύγχρονες απόπειρες να αποδοθεί το τέρας με πιο ανθρώπινα χαρακτηριστικά, όπως στην εκδοχή του Κένεθ Μπράνα με τον Ρόμπερτ ντε Νίρο ή την πιο πρόσφατη του Ντάνι Χιούστον με τον Εξέβιερ Σάμιουελ, η εικόνα που έρχεται στον νου στο άκουσμα του ονόματος Φρανκενστάιν (έστω κι αν αυτό στην πραγματικότητα ήταν το όνομα του επιστήμονα και όχι του τέρατος) είναι ένα θηριώδες ον με κουρέλια για ρούχα και τεράστιο κεφάλι και ορατά τα σημάδια από τις ραφές ξεχωριστών ανθρώπινων μελών. Από αριστερά: 1. Dan Abnett - Andy Lanning - Anthony Williams, 2. Mark Wheatley, 3. Tony Tallarico - Bill Fracchio Την προσπάθεια να απαγκιστρωθούν από αυτή την εικόνα και να δώσουν τις δικές τους εκδοχές του τέρατος αλλά και να το προσαρμόσουν σε νέες παρωδιακού τύπου αφηγήσεις που αποτίνουν φόρο τιμής στη Μαίρη Σέλεϊ επιχείρησαν πολλοί δημιουργοί, με πιο ξεχωριστές ίσως περιπτώσεις αυτές της σειράς Elseworlds της DC. Στην εκδοχή των Dan Abnett, Andy Lanning, Tom Palmer και Anthony Williams με τίτλο «The Superman Monster» (1999), που τοποθετείται στα τέλη του 19ου αιώνα στη Γερμανία, τον ρόλο του δόκτορος Φρανκενστάιν παίζει ο Βίκτορ Λούθορ ο οποίος απογοητευμένος από την ελλιπή χρηματοδότηση που έχει δεν μπορεί να ολοκληρώσει τα πειράματά του ως προς τη δημιουργία ζωής. Μέχρι που βρίσκει μια διαστημική κάψουλα η οποία έχει μόλις μεταφέρει στη Γη τα απομεινάρια ενός νεκρού μωρού αλλά και οδηγίες μιας εξωγήινης τεχνολογίας. Τα πειράματά του προχωρούν με βάση τις οδηγίες και χρησιμοποιώντας σώματα νεκρών από το νεκροταφείο. Το αποτέλεσμα είναι η «συναρμολόγηση» ενός αποκρουστικού τέρατος με τη μορφή, έστω και ως κακέκτυπου, του Σούπερμαν. Από αριστερά: 1. Dick Briefer, 2. Jack Harris - Bo Hampton, 3. Geof Darrow - Steve Skroce - Wachowskis Αντίστοιχα στην εκδοχή των Jack Harris και Bo Hampton με τίτλο «Batman: Castle of the Bat» (1994), που τοποθετείται το 1819, o Μπρους Γουέιν είναι ο δόκτορ Φρανκενστάιν που καταφέρνει να τοποθετήσει τον εγκέφαλο του νεκρού πατέρα του σε σώμα φτιαγμένο από πτώματα για να δημιουργήσει τη δική του εφιαλτική μορφή ενός τέρατος. Παλαιότερος και πάλι ως παρωδία των Tony Tallarico και Bill Fracchio ήταν ο Φρανκενστάιν της εταιρείας Dell (1966) που θύμιζε πολύ τη μορφή του Καρλόφ, ενώ ο Φρανκενστάιν τού Dick Briefer (1940) θεωρείται το πρώτο κόμικς τρόμου της ιστορίας, έστω και με πολλά χιουμοριστικά στοιχεία. Παρόμοιος στη μορφή αλλά εντελώς διαφορετικός στο περιεχόμενο ήταν ο Φρανκενστάιν των Geof Darrow, Steve Skroce και των αδελφών Wachowski (2004). Αυτός υποτίθεται πως είχε επιβιώσει από τα γεγονότα του βιβλίου της Σέλεϊ και έκτοτε είχε καταφέρει να σπουδάσει, να αποκτήσει διδακτορικό και με την κτηνώδη δύναμή του αλλά και τις γνώσεις του, ως αθάνατος, να εμπλακεί ενεργά σε κάθε κρίσιμη στιγμή της ανθρώπινης ιστορίας από την Άγρια Δύση μέχρι τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο παίζοντας καθοριστικό ρόλο. Παράδοξη είναι και η προέλευση του Φρανκενστάιν στο «Frankenstein Mobster» του Marc Wheatley (2003), καθώς σύμφωνα με το σενάριο το τέρας συναρμολογείται από τα μέλη ενός νεκρού αστυνομικού και τριών πεθαμένων μαφιόζων με αποτέλεσμα να ακροβατεί επικίνδυνα μεταξύ του καλού και του κακού, μεταξύ του νομοταγούς και του εγκληματικού μέρους της ταυτότητάς του. Harvey Kurtzman - Will Elder (περιοδικό MAD, 1954) Απ’ όλες τις εκδοχές και παραλλαγές ωστόσο του βασικού μύθου, πιο ρηξικέλευθη - και γι’ αυτό πιο χιουμοριστική - είναι αυτή των Harvey Kurtzman και Will Elder από το περιοδικό MAD της δεκαετίας του 1950 με τίτλο «Frank N. Stein». Σε αυτήν το τέρας εμφανίζεται μόνο σε μια σελίδα αλλά αρκεί για να δηλωθεί η κτηνώδης μορφή του και η αποτροπιαστική συμπεριφορά του. Γιατί αν και θυμίζει πολύ τη μορφή του Φρανκενστάιν από τον Μπόρις Καρλόφ και το σώμα του αποτελείται από μέλη νεκρών, το κεφάλι του προέρχεται από τον Χίτλερ. Και, όπως περιγράφουν και οι δημιουργοί του, είναι ένα απόλυτα φρικιαστικό και τρομακτικό πλάσμα. Πηγή
  25. Μια πολύ ενδιαφέρουσα κίνηση από την εκδοτική "Μικρός Ήρως", η οποία μας προσφέρει ένα αμερικανικό κόμικ και μάλιστα της Image. κόμικ της οποίας δεν έχουμε δει πολλά στα ελληνικά. Η έκδοση συγκεντρώνει τα 5 τεύχη της σειράς Errand Boys σε σενάριο του D.J. Kirkbride, σχέδιο του Νίκου Κούτση και χρώματα του Κούτση σε συνεργασία με τον Μιχάλη Τόρη. Το κόμικ κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ από τον Οκτώβριο του 2018 έως τον Φεβρουάριο του 2019. Τα 3 από τα 5 τεύχη συμπληρώνονται από μικρές ιστορίες γραμμένες από τον D.J. Kirkbride και σχεδιασμένες από τους Μάνο Λαγουβάρδο, Γιώργο Κωνσταντόπουλο και Βασίλη Δημόπουλο, ενώ το χρωματισμό στη δεύτερη ιστορία έχει αναλάβει ο Άλκης Καμπούρης. Είναι λοιπόν προφανές, ότι πρόκειται για ένα κόμικ με μεγάλο ελληνικό ενδιαφέρον. Το κόμικ είναι ΕΦ και αφηγείται τις περιπέτειες του νεαρού Τζέις Λόπαζ, ο οποίος κατοικεί στον πλανήτη Νέο Εμπ, όπου όποιος δεν μπορεί να βρει μια σταθερή εργασία γίνεται Errand Boy, δηλαδή παιδί για τα θελήματα, όπως είναι η πολύ εύστοχη μετάφραση του αγγλικού τίτλου, τα οποία θελήματα είναι συνήθως παράξενα, εξωφρενικά, επικίνδυνα ή παράνομα. Στην αρχή του κόμικ ο Τζέις μαθαίνει ότι ο εύπορος πατέρας του και η μητριά του έχουν σκοτωθεί σε ένα ατύχημα και αυτός έχει αναλάβει εκών άκων την επιμέλεια του 13χρονου ετεροθαλούς αδερφού του, του Τονκ. Η σχέση τους θα περάσει από διάφορα στάδια, αλλά ο Τονκ θα αρχίσει να συνοδεύει τον Τζέις στα "θελήματα" και τα δύο αδέρφια θα συνδεθούν. Αυτά. Κατά τα άλλα, δεν έχουμε κάτι σπουδαίο, που δεν έχουμε ξαναδιαβάσει, ούτε διαβάζουμε κάτι με μια φρέσκια ματιά. Αρκετή αφήγηση, που προσπαθεί να είναι μεταμοντέρνα, χωρίς να τα καταφέρνει πάντα, επιμονή στις οικογενειακές σχέσεις και φυσικά αρκετές περίεργες αποστολές σε παράξενους κόσμους, που φιλοξενούν παράξενα πλάσματα. Αρκετή δράση, ίσως περισσότερη από όσο θα έπρεπε, αλλά και αρκετή φαντασία. Γενικά, το σενάριο, είναι μάλλον τετριμμένο, χωρίς όμως να είναι εντελώς αδιάφορο. Από την άλλη, το σχέδιο και οι χρωματισμοί του Κούτση απογειώνουν το κόμικ, εικονογραφούν με μεγάλη επιτυχία τους χαρακτήρες της ιστορίας - ανθρώπινους και μη, αποτυπώνουν με ακρίβεια το συναισθηματικό τους κόσμο και αναδεικνύουν τη φαντασία του σεναριογράφου. Ο Κούτσης χρησιμοποιεί πολλά διαφορετικά κάδρα σε κάθε σελίδα και δίνει έναν κινηματογραφικό ρυθμό και μια καταιγιστική δράση στην ιστορία. Χωρίς υπερβολή, πιστεύω ότι η δουλειά του είναι ο κυριότερος λόγος να διαβάσει κανείς το κόμικ. Η έκδοση από τη "Μικρός Ήρως" είναι υποδειγματική. Είναι, βεβαίως, σε μικρότερες διαστάσεις από τα συνηθισμένα TPBs της Image, αλλά αυτό δεν είναι κάτι που μειώνει την αξία τς έκδοσης. Ωραίο, ιλουστρασιόν χαρτί, άρτια εκτύπωση, γερό δέσιμο, λογική τιμή, περιέχει εισαγωγή του μεταφραστή Γαβριήλ Τομπαλίδη, τρεις σελίδες με σχέδια του Κούτση και βιογραφικά τον συντελεστών. Μόνη παραφωνία τα ελάχιστα, ευτυχώς, γλωσσικά λάθη, που έχουν παρεισφρήσει στην έκδοση (π.χ. "υπέρ του δέοντος"), που όμως δεν ακυρώνουν το γεγονός, ότι η μετάφραση είναι πολύ επιτυχημένη, ακόμη και εμπνευσμένη σε ορισμένα σημεία. Εξώφυλλο και οπισθόφυλλο σε δικό μου σκανάρσιμα. Οι εσωτερικές σελίδες προέρχονται όλες από την αμερικανική έκδοση και από το Ίντερνετ.
×
×
  • Create New...