Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Μαφάλντα'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 4 results

  1. Πρέπει να ήταν 1987 ή 1988, όταν άκουσα για πρώτη φορά τα ονόματα «Quino» και «Μαφάλντα». Πήγαινα στην Α’ Λυκείου και ο φιλόλογος της τάξης μας – πρόωρα χαμένος, δυστυχώς – μας μίλησε για ένα κόμικ με περίεργο χιούμορ, «εγκεφαλικό», όπως το χαρακτήρισε. Και επειδή, η μνήμη μας παίζει περίεργα παιχνίδια, ακόμη θυμάμαι το συγκεκριμένο στριπάκι για το οποίο μας μίλησε και ήταν αυτό εδώ (από το άλμπουμ «Μαφάλντα 12»). Όντας αθεράπευτος αναγνώστης των κόμικς, έψαξα να βρω κάποια άλμπουμ στα περίπτερα (ήταν οι εποχές, όταν τα άλμπουμ μπορούσες να τα βρεις σε αρκετά περίπτερα) και κάπως έτσι, έγινε η γνωριμία μου με τον κόσμο του Quino, ο οποίος μας εγκατέλειψε στις 30 Σεπτεμβρίου φέτος, πλήρης ημερών, στα 88 του χρόνια. Ποιος ήταν ο Quino Ο άνθρωπος, που θα γινόταν γνωστός απλά ως Quino (Κίνο) γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1932 στη Μεντόσα της Αργεντινής ως Joaquín Salvador Lavado Tejón (στη Λατινική Αμερική αγαπάνε τα μεγάλα ονοματεπώνυμα, κάτι, που ο ίδιος ο Quino είχε σχολιάσει σε ένα στριπ της Μαφάλντας). Απέκτησε από μικρός το παρατσούκλι ‘Quino’ και επίσης από πολύ μικρός έδειξε κλίση για το σχέδιο και πολύ μικρός ξεκίνησε σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης του, σπουδές τις οποίες διέκοψε το 1948 μετά το θάνατο του πατέρα του και ενώ η μητέρα του ήδη είχε πεθάνει από το 1945. Άρχισε από πολύ μικρός να δουλεύει ως σκιτσογράφος και μέχρι το 1954 είχε κατορθώσει να συνεργάζεται σε τακτική βάση με διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Αυτά τα χρόνια, όπως και πολλά από όσα θα ακολουθούσαν, ήταν εξαιρετικά ταραγμένα για την Αργεντινή, η οποία εκείνη την εποχή έβγαινε από την περίοδο διακυβέρνησης του Χουάν Περόν, ιδιαίτερα δημοφιλούς πολιτικού, ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει την Αργεντινή από την επιρροή άλλων δυνάμεων και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των φτωχότερων, χρησιμοποιώντας όμως αυταρχικές μεθόδους (μεταξύ των οποίων λογοκρισία και βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων) και οδηγώντας τελικά τη χώρα σε έναν τεράστιο πληθωρισμό. Μετά την απομάκρυνση και την εξορία του Περόν, η χώρα γνώρισε μια σειρά από ασταθείς κυβερνήσεις, πραξικοπήματα, βομβαρδισμούς κυβερνητικών κτηρίων από το στρατό, κυνήγι των κομμουνιστών και των οπαδών του Περόν. Η Μαφάλντα Κάπως έτσι ήταν η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αργεντινή, όταν μια βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, ζήτησε από τον Quino ένα χιουμοριστικό στριπάκι, που θα χρησίμευε για να προωθήσει τα προϊόντα της. Το σχέδιο τελικά δεν περπάτησε, αλλά ο Quino είχε ήδη σκεφτεί ένα στριπάκι για μια μεσοαστική οικογένεια με ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, που θα ονομαζόταν «Μαφάλντα», όνομα που επέλεξε κυρίως επειδή άρχιζε με το ίδιο γράμμα της επωνυμίας της εταιρείας, αλλά και γιατί του φαινόταν «χαριτωμένο». Η Μαφάλντα, το κοριτσάκι με το φιόγκο στα μαλλιά, που την κάνει να φαίνεται σαν ένα διαβολάκι, εμφανίστηκε για πρώτη φορά “Primera Plana” στις 29 Σεπτεμβρίου 1964. Επειδή όμως το περιοδικό θεώρησε τα σκίτσα του Quino ιδιοκτησία του, ο δημιουργός σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί του, αφότου είχαν ήδη δημοσιευτεί 48 στριπάκια. Η νέα στέγη της Μαφάλντα ήταν η εφημερίδα “El Mundo”, στην οποία δημοσιευόταν το κόμικ σε καθημερινή βάση από τις 15 Μαρτίου 1965 έως τις 22 Δεκεμβρίου 1967, όταν η εφημερίδα θα υποχρεωθεί να αναστείλει την κυκλοφορία της. Στη συνέχεια, θα μετακομίσει στο εβδομαδιαίο περιοδικό “Siete Dias”, όπου θα δημοσιεύεται από τις 2 Ιουνίου 1968 έως τις 25 Ιουνίου 1973, όταν ο Quino φοβούμενος την επανάληψη, θα αποφασίσει να διακόψει τη σειρά. Πιστός στην απόφασή του, δεν «ανέστησε» ποτέ το στριπ, χρησιμοποίησε όμως τη Μαφάλντα και τους φίλους της, το 1976 για να εικονογραφήσει τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού και το 1984 για μια εκστρατεία για τη στοματική υγιεινή, το 1987 για να γιορτάσει ένα αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου προέδρου της Αργεντινής, Ραούλ Αλφονσίν, το 2020 με αφορμή την πανδημία του COVID, καθώς και σε ορισμένες, άλλες, λίγες περιπτώσεις, που πάντα είχαν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία.// Η Μαφάλντα είναι ένα εξάχρονο κορίτσι, που λατρεύει την ειρήνη, τη δημοκρατία και τους Beatles και απεχθάνεται το φασισμό, τον πόλεμο, την αδικία και φυσικά… τη σούπα. Ρωτάει διαρκώς διάφορα πράγματα, που φέρνουν σε αμηχανία τους δύσμοιρους γονείς της, φιλοσοφεί διαρκώς και είναι βαθιά απαισιόδοξη για το μέλλον της Γης. Είναι πάντα περίεργη και έχει άποψη για τα πάντα. Έχει μια χελώνα ως κατοικίδιο, που την έχει ονομάσει «Γραφειοκρατία», επειδή κινείται αργά. Και πάνω από όλα, είναι πιστή στους φίλους της, αν και ορισμένοι από αυτούς την εκνευρίζουν κάποιες φορές (και αυτή εκείνους, για να είμαστε δίκαιοι!). Ο κύκλος της Μαφάλντα περιλαμβάνει καταρχάς τους γονείς της, ένα μάλλον άχρωμο νεαρό ζευγάρι, που μάλλον δεν καταλαβαίνουν, γιατί η κόρη τους έχει τόσες πολλές απορίες. Η γυναίκα είναι οικιακά και ο άνδρας εργάζεται σε μια εταιρεία, χωρίς ποτέ να μαθαίνουμε τι ακριβώς δουλειά κάνει, και πρέπει να ήταν τυπικοί εκπρόσωποι της μικροαστικής τάξης της Αργεντινής εκείνη την εποχή. Ο Φελίπε είναι ο πρώτος από την παρέα της Μαφάλντα, που εμφανίζεται. Είναι ένα χρόνο μεγαλύτερος και μένει στην ίδια πολυκατοικία. Είναι ντροπαλός, φοβιτσιάρης, ονειροπόλος και διαρκώς αναποφάσιστος. Είναι όμως καλόκαρδος, έξυπνος και καλό σκακιστής. Ο Quino είχε δηλώσει, ότι υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του εαυτού του στο Φελίπε. Ο Μανολίτο είναι συμμαθητής της Μαφάλντα, ισπανικής καταγωγής και γιος του μπακάλη της γειτονιάς. Είναι λίγο κουμπούρας στο σχολείο και η μόνη του κλίση φαίνεται να είναι το εμπόριο και η συνεχής διαφήμιση της οικογενειακής επιχείρησης. Σκέφτεται συνέχεια το χρήμα και είναι ένθερμος οπαδός του καπιταλισμού. Η Σουζανίτα είναι η σπαστικιά της παρέας: τυπικό δείγμα μικροαστής, που από πολύ μικρή ηλικία σκέφτεται το γάμο και τη μητρότητα, συντηρητική και ολίγον ρατσίστρια. Τσακώνεται διαρκώς με τους υπόλοιπους, πειράζει διαρκώς το Μανολίτο και ειρωνεύεται το Φελίπε, με τον οποίον ίσως να είναι λίγο τσιμπημένη. Ο Μιγκελίτο είναι ένα χρόνο μικρότερος από τη Μαφάλντα και γνωρίστηκαν στις διακοπές. Είναι γιός Ιταλών μεταναστών και ο παππούς του μιλούσε με θαυμασμό για το Μουσολίνι. Κατά καιρούς φαίνεται αφελής, αλλά κάποιες φορές έχει κάνει κάποια ιδιαιτέρως οξυδερκή σχόλια. Ο Γκίγιε, υποκοριστικό του Γκιγιέρμε (στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες επιλέχθηκε το Νάντο, υποκοριστικό του Φερνάντο), είναι ο μικρότερος αδερφός της Μαφάλντα και το νεαρότερο μέλος της παρέας. Εμφανίστηκε στο κόμικ λίγο μετά τη επανέναρξή του στο περιοδικό “Siete Dias”. Έχει μια εμμονή με την πιπίλα του, είναι ταραχοποιός και έχει και αυτός την τάση, να κάνει άβολές ερωτήσεις στους γονείς τους. Η Ελευθερία υπήρξε η τελευταία προσθήκη στην παρέα. Και αυτή τη γνώρισε η Μαφάλντα στις διακοπές. Είναι εξαιρετικά βραχύσωμη, κάτι που σε συνδυασμό με το όνομα της, προκαλεί διάφορες πικρές σκέψεις σε πολλούς, όπως πολύ καλά γνωρίζει και η ίδια. Ταυτόχρονα, είναι και το πλέον πολιτικοποιημένο και ριζοσπαστικοποιημένο μέλος της παρέας, περισσότερο κι από την ίδια τη Μαφάλντα. Η Μαφάλντα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, δημοσιεύτηκε σε πολλές χώρες, αγαπήθηκε από πολύ κόσμο και έγινε σύμβολο εξέγερσης και αντίστασης. Πολλοί διανοούμενοι, όπως ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και κυρίως ο Ουμπέρτο Έκο, εξέφρασαν το θαυμασμό τους για το κόμικ. Ο τελευταίος μάλιστα, έγραψε αρκετά άρθρα για τη Μαφάλντα και προλόγισε και την πρώτη έκδοσή της στην Ιταλία, το 1968, προτού εκδώσει το «Όνομα του Ρόδου» και γίνει και ο ίδιος σούπερ σταρ. Στην Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής, κυρίως στη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα μας ήταν τελείως διαφορετική από πολλές απόψεις και οι άνθρωποι διεκδικούσαν περισσότερα, γιατί είχαν και λιγότερα. Ίσως να υπήρχε και μια εκλεκτική συγγένεια μεταξύ των δύο χωρών, που είχαν ταλαιπωρηθεί και οι δύο από πραξικοπήματα και παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας, ίσως να υπήρχε και μια παρόμοια νοοτροπία μεταξύ των δύο λαών. Έγιναν αρκετές συγκρίσεις μεταξύ της Μαφάλντα και των Peanuts του Charles Schulz, βασισμένες κυρίως στο γεγονός, ότι και τα δύο στριπ αφορούσαν παιδιά, που προσπαθούσαν να βρουν κάποια αναγνώριση σε έναν ενήλικο κόσμο. Παρά τις προφανείς διαφορές, τόσο αφηγηματικές (στον κόσμο της Μαφάλντα, οι γονείς είναι παρόντες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, σε εκείνον του Τσάρλι Μπράουν οι γονείς δεν εμφανίζονται ποτέ), όσο και προέλευσης (η Μαφάλντα ζει σε μια κοινωνία συνεχώς σε αναβρασμό με συνεχείς αναφορές στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση εκείνης της εποχής, ο Τσάρλι σε μια σταθερή και σχετικά εύπορη κοινωνία, που φαίνεται να είναι αποκομμένη από τα συμβάντα του πραγματικού κόσμου) και τα δύο έργα παρουσιάζουν μια πολύ σημαντική ομοιότητα, το πώς τα παιδιά αμφισβητούν τον κόσμο των μεγάλων με όχημα το χιούμορ, αλλά και την μελαγχολία. Εξάλλου, αποδείχθηκαν και τα δύο τα πιο διαχρονικά και επιδραστικά στριπ στον κόσμο. Επιπλέον, είναι γνωστός ο σεβασμός, που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. Κατά δική του ομολογία, ο Quino είχε μελετήσει τα στριπ του Schulz, προτού ξεκινήσει τη Μαφάλντα, ενώ και ο Schulz θαύμαζε τον Quino, τον οποίον είχε αποκαλέσει «γίγαντα». Από εκεί και μετά, και τα δύο κόμικ είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, όχι μόνο των κόμικς, αλλά και της κουλτούρας γενικότερα και η προτίμηση για το ένα ή το άλλο είναι σαφώς προσωπική επιλογή. Προσωπικά, αν και σέβομαι απεριόριστα τον Charles Schulz, δίνω σαφώς την ψήφο μου στη Μαφάλντα, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη, το γεγονός, ότι ο όγκος του υλικού δεν συγκρίνεται (η Μαφάλντα δημοσιευόταν για 9 χρόνια, ενώ τα Peanuts σχεδόν 50, πράγμα, που σίγουρα αποβαίνει εις βάρος των Peanuts, λόγω και της αναπόφευκτης επανάληψης). Ο Quino μετά τη Μαφάλντα Όταν ο Quino σταμάτησε να σχεδιάζει τη Μαφάλντα, η πολιτική κατάσταση στην Αργεντινή επιδεινωνόταν σταθερά και η πολιτική βία ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι περονιστές είχαν επιστρέψει στην εξουσία, αλλά ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής το Χόρχε Βιδέλα έστειλε τη χώρα για επτά χρόνια στο γύψο και πολλούς Αργεντινούς στον άλλο κόσμο, φροντίζοντας να «εξαφανίσει» πολλούς από αυτούς μόνιμα, με αποτέλεσμα οι μητέρες τους και οι λοιποί συγγενείς τους, να τους ψάχνουν ακόμη, 40 χρόνια μετά. Λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα, ο Quino και η γυναίκα του, η Αλίσια, εγκατέλειψαν την Αργεντινή και κατέφυγαν στο Μιλάνο. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς μπορεί να αναζητούσαμε ακόμα και τα δικά τους οστά. Επέστρεψαν στη χώρα τους μετά την πτώση του Βιδέλα και την εγκαθίδρυση της εύθραυστης δημοκρατίας και μοίραζαν το χρόνο τους κυρίως μεταξύ Αργεντινής και Ισπανίας, ενώ ο Quino απέκτησε και την ισπανική υπηκοότητα το 1990. Ο Quino δεν σταμάτησε ποτέ να σχεδιάζει, ακόμη κι όταν σταμάτησε τη Μαφάλντα. Για την ακρίβεια, και σε αντίθεση με πάρα πολλούς δημιουργούς, η καριέρα του γνώρισε μια νέα άνθηση, αλλά και η τεχνοτροπία του άλλαξε ριζικά και τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε πραγματικά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον Quino της Μαφάλντα και εκείνον μετά από αυτή. Ο Quino δεν ξεκίνησε καμία σειρά μετά τη Μαφάλντα, αλλά σχεδίασε ένα μεγάλο αριθμό από γελοιογραφίες, οι οποίες στη σύλληψη και την εκτέλεσή τους ήταν σχεδόν το αντίθετο του στριπ που τον έκανε διάσημο. Πράγματι, ενώ η Μαφάλντα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο λόγο και οι ήρωες του Quino μιλούσαν ακατάπαυστα προσπαθώντας να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους, οι χαρακτήρες του στις γελοιογραφίες μιλούν πάρα πολύ σπάνια, λες και τα λόγια του δημιουργού τους εξαντλήθηκαν μετά τη Μαφάλντα. Κι όμως, αυτή η σιωπή είναι τόσο εύγλωττη, ώστε κάποιες γελοιογραφίες να εκφράζουν μέσω της σιωπής πράγματα, για τα οποία έχουν γραφτεί εκατομμύρια λέξεις σε χιλιάδες τόμους βιβλίων. Μέσω αυτών των γελοιογραφιών, ο Quino απέφυγε, ως επί το πλείστον, να σχολιάσει την επικαιρότητα. Αντίθετα, οι γελοιογραφίες του ασχολούνται με θέματα διαχρονικά και πανανθρώπινα, ανατέμνουν την αρχέγονη ανθρώπινη κατάσταση, διυλίζουν την πραγματικότητα και προσφέρουν την ουσία των πραγμάτων. Μέσα από έναν αφηγηματικό μινιμαλισμό και την αφαίρεση, ο Quino προσφέρει έναν πλούτο ιδεών, που δεν νομίζω, ότι έχει υπάρξει άλλος καλλιτέχνης, που να το έχει καταφέρει αυτό σε τόσο μεγάλο βαθμό. Θα γίνω ίσως αιρετικός υποστηρίζοντας, ότι κατά κάποιον τρόπο τα βουβά ή με ελάχιστα λόγια σκίτσα του Quino, είναι ακόμη μεγαλύτερα επιτεύγματα κι από τη Μαφάλντα του, η οποία, η αλήθεια είναι, είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε. Για αυτό ακριβώς το λόγο οι γελοιογραφίες του είναι απολύτως επίκαιρες ακόμη και σήμερα, χωρίς να έχουν χάσει τίποτα από το χιούμορ τους, αλλά και τη βαθιά απαισιοδοξία τους. Γιατί η αλήθεια είναι, ότι ο μεγάλος δημιουργός, παρέμεινε απαισιόδοξος σε ολόκληρη τη ζωή του. Σε όλη του την καριέρα παρατηρούσε πολύ προσεκτικά τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω του και είτε με τη βοήθεια των λέξεων, είτε χωρίς αυτές, μπορούσε να δείξει την αγωνία και τα αδιέξοδα των απλών ανθρώπων και να κριτικάρει την κοινωνική ανισότητα, χωρίς να γίνεται ποτέ διδακτικός. Ο Quino παρέμεινε πάντα μέσω των έργων του στο πλευρό των αδύναμων και των φτωχότερων της κοινωνίας, ακόμη και στο πλευρό εκείνων, που χωρίς να το καταλαβαίνουν, έχουν εγκλωβιστεί στο μικροαστικό πλέγμα μιας τεχνητής ευμάρειας και μιας πλασματικής ευτυχίας. Χωρίς καμία δόση υπερβολής, τα σκίτσα και τα λόγια του Quino μας περιλαμβάνουν όλους και έχουν κάτι να πουν για τις ζωές όλων μας, αρκεί να είμαστε έτοιμοι να τα δεχτούμε. Ο Quino έλαβε πολλά βραβεία στη ζωή του, αλλά και παράσημα από το κράτος της Αργεντινής, το Βασιλιά της Ισπανίας και έγινε και μέλος της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής. Είδε μια πλατεία στο Μπουένος Άιρες να ονομάζεται «Πλατεία Μαφάλντα» και το όνομά του να δίνεται σε έναν αστεροειδή, αλλά το κυριότερο ήταν ότι το έργο του διέσχισε τα εθνικά σύνορα, άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους παντού και έγινε διαχρονικό. Δεν απέκτησε ποτέ παιδιά, αλλά όλοι εμείς, που λατρεύουμε το έργο του, έχουμε κάτι από εκείνον μέσα μας. Μετά από μια πάθηση, που τον άφησε σχεδόν τυφλό, έσβησε από εγκεφαλικό. Η ημέρα του θανάτου του ήταν μια θλιβερή μέρα όχι μόνο για τα κόμικς, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο της τέχνης και του πολιτισμού. Ο Quino στα ελληνικά Από όσο γνωρίζω, σχέδια του Quino είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά από τη δεκαετία του 1970. Η πρώτη, νομίζω, εμφάνιση της Μαφάλντα έγινε στο ιστορικό, αλλά βραχύβιο περιοδικό «Κολούμπρα» το 1978. Οι εκδόσεις Κολούμπρα εξέδωσαν και δύο αλμπουμάκια με στριπ της Μαφάλντα. Μετά την αναστολή έκδοσης της Κολούμπρα, η Μαφάλντα και ο Quino μετακόμισαν στην εξίσου ιστορική και καθόλου βραχύβια «Βαβέλ», η οποία ξεκίνησε να κυκλοφορεί και ορισμένα άλμπουμ με τα στριπάκια. Μετά τη διάσπαση του εκδοτικού οίκου, τα δικαιώματα κράτησε το περιοδικό «Παρά Πέντε» και η εκδοτική Ars Longa κυκλοφόρησε σχεδόν όλα τα στριπάκια του κόμικ σε 12 μικρά άλμπουμ, τα οποία γνώρισαν διάφορες επανεκδόσεις και κυκλοφορούν ακόμη. Το 2006 κυκλοφόρησε μια συγκεντρωτική έκδοση των 12 άλμπουμ σε μεγάλο σχήμα και μεγάλο μέγεθος. Το 1991 η Βαβέλ κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ μεγάλου σχήματος με τίτλο «Mafalda 25», που περιείχε αποκλειστικά ανέκδοτα στριπάκια, με σχολιασμό ορισμένων και συμπληρωματικά κείμενα, που καθιστούν το βιβλίο αυτό απαραίτητο συμπλήρωμα των υπόλοιπων τόμων. Πέρα από αυτά τα άλμπουμ της Μαφάλντα, υπάρχουν και ορισμένα άλλα, που έχουν κυκλοφορήσει από άλλους εκδοτικούς οίκους (όπως για παράδειγμα, το «Η Μαφάλντα και οι Άλλοι», από τις εκδόσεις Λιβάνη το 1992) και τα οποία γενικά απευθύνονται σε μικρότερο ηλικιακά κοινό. Πολλές γελοιογραφίες του Quino δημοσιευόντουσαν σε εβδομαδιαία βάση στο περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας. Εκτός από τη Μαφάλντα, οι υπόλοιπες εκδόσεις του Quino στα ελληνικά είναι οι εξής: - Ο Κόσμος του Quino, εκδόσεις Φόρμα, χωρίς χρονολογία έκδοσης (αλλά σίγουρα μετά το 1981) - Ο Κόσμος Ανάποδα, Βαβέλ, χωρίς χρονολογία έκδοσης, επανέκδοση Ars Longa 1983 - Καλή Όρεξη, Βαβέλ, 1983, επανέκδοση Ars Longa 1983 - Κινολογίες, Ars Longa 1987 - Σκληρός που Είναι ο Έρωτας, Ars Longa 1988 Όλα αυτά τα άλμπουμ είναι εδώ και πολλά χρόνια εξαντλημένα. Υπάρχουν πολλά άρθρα και αφιερώματα στη Μαφάλντα, τόσο σε έντυπα, όσο και διαδικτυακά. Ένα βιβλίο, που έχει γραφτεί και ασχολείται και με την ηρωΐδα του Quino είναι το βιβλίο «Η Αμφισβήτηση στα κόμικς» της Κωνσταντίνας Πίστα (εκδόσεις «Το Ανώνυμο Βιβλίο, 2016). Από όσο γνωρίζω, πιθανόν η μόνη συνέντευξη του Quino σε ελληνικό μέσο είναι αυτή που έδωσε στο Θανάση Λάλα στο Βήμα το 2000 και αναδημοσιεύεται στη διεύθυνση http://www.elogiki.gr/th-lalas-quino-dimiourgos-tis-mafalntas/.lack Για όσους θέλουν να εντρυφήσουν στο θέμα της Μαφάλντα, ίσως το πληρέστερο βιβλίο στα αγγλικά είναι το «Mafalda: A Social and Political History of Latin America's Global Comic» της Isabelle Cosse (Duke University Press, 2019) Επιπλέον πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στις εξής ιστοσελίδες: Quino (επίσημη ιστοσελίδα) Wikipedia Lambiek Comiclopedia Todohistorietas (στα ισπανικά) Όλα αυτά τα βιβλία και οι πηγές, συνέβαλαν στη συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Αυτή η ανάρτηση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως άρθρο για το 10ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Comic Cultura και σας συνιστώ να τη διαβάσετε και μέσω του issuu, και επειδή εκεί είναι ο φυσικός της χώρος, αλλά και επειδή έχει και εικόνες, που δεν έχω περιλάβει εδώ. Τα τεύχη του περιοδικού μπορείτε να τα βρείτε εδώ και στο συγκεκριμένο τεύχος θα βρείτε και άλλα, πολύ πιο ενδιαφέροντα άρθρα για το σπουδαίο Κίνο. Ευχαριστώ τον αρχισυντάκτη του περιοδικού, Ίωνα Αγγελή (@Jonas), αλλά και ολόκληρη τη συντακτική ομάδα (@manosvasar, @JohnnyMZ, @Lazaros, Αλέξανδρο Μινωτάκη, @kabuki), που με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω για έναν από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, όχι μόνο των κόμικς, αλλά κάθε μορφής τέχνης. Μια ελαφρώς συντομευμένη μορφή του κειμένου μπορείτε να βρείτε και στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  2. Ο άνθρωπος που γέννησε τη Μαφάλντα Γιάννης Κουκουλάς Στις ιστορίες της μικρής Μαφάλντα, στις γελοιογραφίες του και στα μονοσέλιδα, συνήθως χωρίς λόγια, κόμικς του ο Κίνο σατίρισε κάθε εξουσιαστική δομή, κάθε υποκριτικό καθωσπρεπισμό, κάθε αστική σύμβαση. Και κάθε σούπα. Η μικρή Σουζανίτα διαβάζει την εφημερίδα των γονιών της. Πόλεμοι, βόμβες, διαδηλώσεις, σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί περνούν από μπροστά της. Δείχνει θλιμμένη. Πετάει κάτω την εφημερίδα. Και ανακουφισμένη αναφωνεί: «Ααααχ! Ευτυχώς ο κόσμος βρίσκεται πολύ πολύ μακριά!». Αυτή είναι η μία στάση που μπορεί να κρατήσει κάποιος. Η στάση του εφησυχασμού και του ωχαδερφισμού. Της πλαστής ασφάλειας που παρέχει η απόσταση από τα γεγονότα. Η στάση που σάρκαζε ο Κίνο στο σύνολο της καριέρας του. Κι υπάρχει και η άλλη στάση. Η στάση της Μαφάλντα, που κάθεται δίπλα στη Σουζανίτα προβληματισμένη και ανήσυχη γιατί ζει στον ίδιο κόσμο με τη Σουζανίτα. Η στάση του Κίνο που με τα έργα του ήθελε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν τα κατάφερνε, τουλάχιστον να μας κάνει να τον δούμε με τα μάτια ενός παιδιού. Και να μην επαναπαυτούμε. Ο Joaquin Salvador Lavado που μεγαλούργησε ως Κίνο γεννήθηκε το 1932 στη Μεντόζα της Αργεντινής, γιος Ανδαλουσιανών μεταναστών με δημοκρατικές αρχές. Eχασε και τους δυο γονείς του πριν προλάβει να ενηλικιωθεί και σπούδασε καλές τέχνες χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Από μικρή ηλικία εργάστηκε ως γελοιογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες ενώ ανέλαβε το σχεδιαστικό και εικονογραφικό μέρος σε πολλές διαφημιστικές καμπάνιες. Όταν το 1963 αποδέχτηκε την πρόταση μιας εταιρείας ηλεκτρικών συσκευών να επινοήσει έναν χαρακτήρα που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν της, γεννήθηκε η Μαφάλντα. Οι πρώτες της ιστορίες δημοσιεύτηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου του 1964 στο περιοδικό «Primera Plana» ενώ λίγους μήνες αργότερα μετακόμισαν στην εφημερίδα «El Mundo», σε εθνικό επίπεδο πια. Η συνταγή ήταν πολύ απλή: μια μεσοαστική οικογένεια της Αργεντινής, ένα κοριτσάκι, ένας μπαμπάς, μια μαμά, πολλοί συμμαθητές. Και τριγύρω ένας κόσμος που βράζει. Σ’ αυτόν τον κόσμο, η Μαφάλντα με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και τις ενοχλητικές ερωτήσεις της προς τους μεγάλους, γίνεται ο πιο αυστηρός κριτής. Συνήθως απογοητευμένη, συχνά οργισμένη, απελπισμένη όταν το μεσημεριανό γεύμα περιλαμβάνει σούπα, θυμωμένη όταν βλέπει τις χούντες στη Λατινική Αμερική να ανεβοκατεβαίνουν η μια μετά την άλλη. Ονειροπόλα όταν σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, απαισιόδοξη όταν βλέπει πώς είναι τα πράγματα. Επηρεασμένος από τα «Peanuts» του Charles Schulz, στα οποία όμως δεν συμμετείχαν ποτέ ενήλικοι καθώς όλες τις νευρώσεις τους και τον διαταραγμένο ψυχισμό τους είχαν αναλάβει τα παιδιά, τη λιτότητα των σχεδίων του Saul Steinberg, το πικρό πολιτικό χιούμορ του Chaval, την καθαρή ασπρόμαυρη γραμμή του Sempe και με μια πλούσια εικαστική παιδεία, ο Κίνο υιοθέτησε ένα δοκιμασμένο και επιτυχημένο στιλ για τις ιστορίες του: ασπρόμαυρα στριπ των τριών ή τεσσάρων καρέ, ένα σταθερό καστ χαρακτήρων, λίγα λόγια, πλούσιες εκφράσεις. Και ένα περιεχόμενο που με πρωταγωνίστρια μια εξάχρονη μικρούλα σχολίαζε όλη την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Η Μαφάλντα που απορεί και μελαγχολεί, ο πεσιμιστής Φελίπε (με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του Κίνο όπως είχε δηλώσει) που βρίσκεται πάντα σε αδιέξοδο, ο φιλοχρήματος Μανολίτο που ανυπομονεί να αναλάβει το μπακάλικο του μετανάστη πατέρα του, η συντηρητική μικροαστή Σουζανίτα που ονειρεύεται να παντρευτεί και να γίνει μητέρα, ο παράξενος Μιγκελίτο που νιώθει πως δεν τον καταλαβαίνουν, η μικροσκοπική Λιμπερτάδ με την αριστερή ιδεολογία να αποτυπώνεται σε κάθε φράση της, ο αδερφούλης Γκιγέρμε που βαδίζει στα χνάρια της Μαφάλντα συνθέτουν έναν συνοικιακό μικρόκοσμο από λιλιπούτειους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, ο οποίος αντανακλά τη μεγάλη εικόνα της φτώχειας, της αποξένωσης, της πολιτικής αστάθειας, των ανισοτήτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ιστορίες της Μαφάλντα ήταν πάντα βαθιά πολιτικές, έμμεσα ή άμεσα. Στα περισσότερα από τα εκατοντάδες στριπ που δημιούργησε ο Κίνο, στο επίκεντρο του χιούμορ βρισκόταν η τρέχουσα πολιτική κατάσταση της χώρας του, των ΗΠΑ, της Κίνας, της Κούβας, σχολιάζονταν η αστυνομική βία και η καταστολή, κατακρίνονταν οι λογοκριτικές μέθοδοι, σαρκάζονταν ο μιλιταρισμός, ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία, στηλιτευόταν η αθλιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Και αυτό συνεχίστηκε με συνέπεια μέχρι το 1973 όταν ο Κίνο, με την προσωρινή επιστροφή της δημοκρατίας στη χώρα του, αποφάσισε να αποχαιρετήσει τη Μαφάλντα ενώ λίγο αργότερα μετακόμισε στην Ευρώπη και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Μιλάνο και τη Μαδρίτη για να επιστρέψει στο Μπουένος Αϊρες πολύ μετά. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία «Η Μαφάλντα και ο κόσμος της» (εκδ. Κολούμπρα, 1978), 12 τόμοι με το σύνολο των ιστοριών της από τις εκδόσεις Βαβέλ και Ars Longa, «Μαφάλντα 25» (εκδ. Βαβέλ, 1991), «Ο κόσμος ανάποδα» (εκδ. Βαβέλ, 1983), «Κινολογίες» (εκδ. Ars Longa, 1987) και «Σκληρός που είναι ο έρωτας» (εκδ. Ars Longa, 1988) Στη Μαφάλντα επέστρεψε ελάχιστες φορές και μόνο για κοινωφελείς σκοπούς όπως η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού της UNICEF το 1973. Συνέχισε όμως να δημιουργεί μικρά μονοσέλιδα κόμικς και γελοιογραφίες που δημοσιεύονταν πλέον στα σημαντικότερα έντυπα της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Στην πλειονότητά τους αυτά χαρακτηρίζονται από μια διάχυτη απαισιοδοξία και από ένα βαθύ, υπόγειο χιούμορ που δεν οδηγεί σε γέλια αλλά σε περισυλλογή. Το χιούμορ του Κίνο λειτουργεί περισσότερο ως υπόμνηση, ως παρατήρηση, ως μομφή παρά ως απελευθερωτική προτροπή. Στις σιωπηλές σελίδες του, το τελευταίο καρέ, που ανατρέπει το συμβατικά αναμενόμενο φινάλε, επαναφέρει τον αναγνώστη σε μια σκληρή πραγματικότητα από την οποία προσπαθούσε να διαφύγει μέσω των κόμικς, όπως και οι χαρακτήρες του Κίνο προσπαθούν από κάτι να διαφύγουν για να προσγειωθούν απότομα και οδυνηρά. Αυτό το δυσάρεστο αίσθημα της απότομης προσγείωσης μαζί με μια απαισιοδοξία (που ποτέ όμως δεν μεταστρέφεται σε ηττοπάθεια και παραίτηση) είναι που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου του μεγάλου Αργεντινού δημιουργού. Η Μαφάλντα, παρά τη θλίψη και την οργή της, δεν συνθηκολόγησε ποτέ και δεν παραιτήθηκε. «Η Μαφάλντα ζει σε μια συνεχή διαλεκτική με τον κόσμο των ενηλίκων που δεν τον εκτιμά, δεν τον σέβεται, του αντιτίθεται, τον ταπεινώνει και τον απορρίπτει ασκώντας το δικαίωμά της να παραμείνει ένα παιδί που δεν θέλει να αφομοιωθεί σε έναν κόσμο διεφθαρμένο από τους μεγάλους» όπως είχε γράψει ο Ουμπέρτο Εκο (όπως αναπαράγεται στο «Μαφάλντα 25», εκδόσεις Βαβέλ, 1991). Αυτόν τον κόσμο καυτηρίασε και «πολέμησε» με τα σκίτσα του, τα κόμικς του, τις γελοιογραφίες ο Κίνο για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Όχι για να τον καταστρέψει αλλά για να τον αλλάξει. Πηγή
  3. Η Μαφάλντα στον τόπο του εγκλήματος Η αφίσα της Μαφάλντα δίπλα στα θύματα της δολοφονίας στον ναό του Αγίου Πατρικίου Άρης Χατζηστεφάνου Ένα χάρτινο κορίτσι, που γεννήθηκε για τις ανάγκες ενός διαφημιστικού γραφείου, βρέθηκε μερικά χρόνια αργότερα στο σημείο ενός στυγερού εγκλήματος. Μια ιστορία μυστηρίου, που αποκαλύπτει την πορεία της Αργεντινής στα σκληρά χρόνια των δεκαετιών του '60 και του '70. Το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976 οι πιστοί περίμεναν υπομονετικά να ανοίξουν οι πόρτες στον ναό του Αγίου Πατρικίου, στη συνοικία Μπελγκράνο του Μπουένος Αϊρες. Η ώρα όμως περνούσε και οι πόρτες της εκκλησίας έμεναν ερμητικά κλειστές. Όταν ένας από τους παρευρισκόμενους έσπασε το πλαϊνό παράθυρο για να δει τι είχε συμβεί, βρέθηκε μπροστά στο πιο αποτρόπαιο θέαμα της ζωής του: τα πτώματα τριών ιερέων και δύο μαθητών ιερατικής σχολής ήταν παρατεταγμένα μέσα σε μια λίμνη αίματος, διάτρητα από σφαίρες. Σε ένα από αυτά οι δράστες είχαν τοποθετήσει ένα αφισάκι με ένα από τα πιο γνωστά σκίτσα της Μαφάλντα: το δημιούργημα του Quino κοιτούσε το κλομπ ενός αστυνομικού και μονολογούσε: «Αυτό είναι το ραβδί που λυγίζει τις ιδεολογίες». Η εξήγηση για το τι είχε συμβεί βρισκόταν σε δύο μηνύματα που είχαν γράψει οι δράστες, με κιμωλία, στο πάτωμα του ναού. Το ένα έλεγε: «Σκοτώσαμε αυτούς τους αριστερούς γιατί προσηλύτιζαν τα μυαλά αθώων ανθρώπων και γιατί ήταν μέλη του MSTM». Και το δεύτερο μήνυμα συμπλήρωνε: «Αυτή είναι η απάντησή μας στην ανατίναξη των συντρόφων μας στα κεντρικά της ομοσπονδιακής ασφάλειας. Venceremos. Ζήτω η πατρίδα». Στα μολυβένια χρόνια της Αργεντινής της δεκαετίας του ’70 δεν χρειαζόταν να είσαι ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Ηρακλής Πουαρό για να καταλάβεις τι είχε συμβεί. Τα αρχικά MSTM αναφέρονταν στο Κίνημα Ιερέων για τον Τρίτο Κόσμο – μια ομάδα στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία φλέρταρε με τον μαρξισμό και τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής, ενώ στήριζε την αριστερή πτέρυγα του περονισμού. Την ίδια πτέρυγα των περονιστών στήριζε και το αντάρτικο πόλεων των Montoneros (Movimiento Peronista Montonero), το οποίο δύο ημέρες νωρίτερα είχε επιτεθεί με εκρηκτικά στο κτίριο της Κεντρικής Ασφάλειας σκοτώνοντας 20 άτομα. Οι δράστες, λοιπόν, δήλωναν σχεδόν ανοιχτά ότι ήταν μέλη του κρατικού μηχανισμού και χρησιμοποιούσαν το Venceremos κοροϊδευτικά για να εξηγήσουν ότι με αυτόν τον τρόπο εκδικούνταν για τον θάνατο των συναδέλφων τους από τους Montoneros. Δέκα χρόνια αργότερα, μάλιστα, θα γινόταν γνωστό ότι τη δολοφονία των ιερέων διέταξε και συντόνισε ο αντιναύαρχος Ρουμπέν Τσαμόρο. Για να σχηματίσει βέβαια κάποιος μια πλήρη εικόνα όσων συνέβησαν το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976 δεν αρκεί να επιστρέψει στη βομβιστική επίθεση στα κεντρικά της Ασφάλειας. Οι Montoneros, όπως και οι περισσότερες αριστερές οργανώσεις ανταρτών της Αργεντινής, είχαν δημιουργηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα ως απάντηση στα δολοφονικά πογκρόμ, τα βασανιστήρια και τις εξαφανίσεις αριστερών αγωνιστών που πραγματοποιούσε ο κρατικός και παρακρατικός μηχανισμός, συχνά με την άμεση στήριξη αμερικανικών υπηρεσιών. Σημείο καμπής για το συγκεκριμένο αντάρτικο πόλεων αποτέλεσε η λεγόμενη σφαγή του (αεροδρομίου) Εζέιζα, που σημειώθηκε στις 20 Ιουνίου του 1973, την ημέρα της επιστροφής του Χουάν Περόν από τα 18 χρόνια εξορίας που είχε ζήσει στην Ισπανία. Καθώς τουλάχιστον τρία εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να υποδεχθούν τον «εθνάρχη» της Αργεντινής, ελεύθεροι σκοπευτές από τη δεξιά πτέρυγα των περονιστών άνοιξαν πυρ στο πλήθος σκοτώνοντας μέλη της αριστερής νεολαίας του Περόν και αρκετά μέλη των Montoneros. Η ιδιότυπη συνύπαρξη αριστερών και δεξιών παρατάξεων υπό τη μεγάλη ομπρέλα του περονισμού διακόπηκε οριστικά. Οι Montoneros αρχικά αποβάλλονται, με εντολή του Περόν, και στη συνέχεια γίνονται θύματα ενός στυγερού ανθρωποκυνηγητού από το κράτος και το παρακράτος. H Μαφάλντα, λοιπόν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές του ’70, ενώ ο δημιουργός της, ο Quino, αποφάσισε να την απομακρύνει από την κυκλοφορία λίγο μετά τη σφαγή του Εζέιζα – αν και ο ίδιος αρνούνταν ότι τα δύο περιστατικά συνδέονται. Η πραγματική ενηλικίωσή της όμως έγινε εκείνο το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976, όταν οι δολοφόνοι του ναού του Αγίου Πατρικίου άφησαν μια αφίσα της πάνω σε ένα από τα θύματά τους. Η αφίσα βρισκόταν ήδη σε ένα από τα δωμάτια του ναού. Τοποθετώντας την όμως στον τόπο του εγκλήματος οι δράστες έστελναν ένα σαφές μήνυμα σε όσους θα τολμούσαν στο εξής να ασκήσουν κριτική στο βαρύ χέρι του κράτους και του παρακράτους. Η Μαφάλντα είχε περάσει οριστικά πλέον στο πλευρό των αδικημένων και κατατρεγμένων της αργεντίνικης κοινωνίας. Μια μάλλον περίεργη πορεία ριζοσπαστικοποίησης, αν σκεφτεί κανείς ότι δημιουργήθηκε για να λειτουργήσει σαν εργαλείο του καταναλωτισμού στο εσωτερικό της μεσαίας τάξης της χώρας. Ο Quino σχεδίασε τη Μαφάλντα με εντολή μιας διαφημιστικής εταιρείας, η οποία πίστευε ότι έτσι θα μπορεί να περνά στους αναγνώστες κρυφά διαφημιστικά μηνύματα για λογαριασμό της εταιρείας Siam Di Tella. Το σχέδιο όμως αποκαλύφθηκε και έτσι η Μαφάλντα έπρεπε να συνεχίσει μόνη της στον δρόμο των περιοδικών και των εφημερίδων. Η διαφημιστική απάτη πρόλαβε να της κληροδοτήσει ένα μικροαστικό περιβάλλον (με έναν πατέρα «προστάτη οικογένειας» και μια μητέρα που εγκατέλειψε τις σπουδές της για να γίνει νοικοκυρά) με το οποίο υποτίθεται ότι θα μπορούσε να διεισδύσει στα μεσαία στρώματα της εποχής. Χωρίς όμως τα βάρη των διαφημιστών στις πλάτες της, η Μαφάλντα μπορούσε πλέον να γίνει ο πιο σκληρός κριτής του μικροαστισμού, του καταναλωτισμού αλλά και της κρατικής βίας. Πηγή
  4. ο Quino, ο δηημιουργός της mafalda, έφυγε σήμερα από την ζωή, στα 88 του χρόνια ... αποχαιρετιστήριο του Πάνου Ζάχαρη
×
×
  • Create New...