Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Λούκυ Λουκ'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 6 results

  1. Εκδόσεις : Μαμούθ Comix Μετάφραση : Bασίλης Πουλάκος Τιμή : 5.30 euro ISBN : 978-960-321-577-6 "Εγώ ξέρετε..ποτέ δεν ξεχώριζα χρώματα..." - Λούκυ Λουκ Αρχές Νοεμβρίου και μέσα στη πρώτη εβδομάδα της καραντίνας(για την Αθήνα)κυκλοφόρησε επιτέλους και η νέα περιπέτεια του Λούκυ Λούκ με τίτλο "Μπελάδες στις Φυτείες".Αν και ο πρωτότυπος τίτλος της στα γαλλικά μεταφράζεται σαν "Ένας Κάου-Μπόυ μέσα στο βαμβάκι" προφανώς όμως για να μη θυμίζει το τίτλο του προηγούμενου άλμπουμ(που σας παρουσίασα εδώ )ο μεταφραστής έδωσε έναν ωραίο τίτλο που ταιριάζει απόλυτα με την ιστορία και τα γεγονότα που εξελίσσονται μέσα σε αυτήν. Ακόμα μία συνεργασία των Acdhe και Jul μας δίνει μία ακόμα ωραία ιστορία για τον φτωχό και μόνο κάου-μπόυ. Σε αυτό το άλμπουμ όμως περισσότερο από ποτέ θίγεται το θέμα του ρατσισμού και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Των οποίων δικαιωμάτων κάποιοι συνεχίζουν να καταπατούν ακόμα και μετά το τέλος ενός εμφυλίου πολέμου που τους βρήκε χαμένους για τις απόψεις που πρέσβευαν και πολεμούσαν κιόλας , λίγο πριν την αυγή του εικοστού αιώνα...Και δυστυχώς θα συνεχίσουν να καταπατούν για πάρα πολλές δεκαετίες ακόμη μέχρι τις μέρες μας(εικοστό πρώτο αιώνα πλέον) και τη δολοφονία του George Floyd από το όπλο λευκού αστυνομικού.. Νύξεις για το ρατσισμό έχουν γίνει σχεδόν στα περισσότερα άλμπουμ του Λούκυ Λουκ ακόμα και από τον ίδιο τον Morris, τον Goscinny και όσους τους διαδέχτηκαν σεναριακά ,έστω και με χιουμοριστικό τρόπο(άλλωστε το κόμικ τις περισσότερες φορές διακωμωδεί πρόσωπα και καταστάσεις της Άγιας Δύσης) εδώ όμως είναι η πρώτη φορά που σεναριογράφος και σχεδιαστής παίρνουν τόσο ανοικτά θέση, εκφράζοντας με απόλυτη σοβαρότητα και ευαισθητοποιημένη ευθύνη τον αποτροπιασμό τους πάνω σε τέτοιου είδους καταστάσεις...Άλλωστε ακόμα και στο Λούκυ Κίντ (που επιμελείται μόνος του ο Achde σε σχέδιο και σενάριο) υπάρχει ο ρατσιστής χαρακτήρας ο οποίος πάντα στο τέλος την παθαίνει βγάζοντας γέλιο, στο κανονικό/κεντρικό τίτλο όμως το θέμα δεν χωράει γέλιο. Γιατί ο αναγνώστης συνειδητοποιεί με τρόμο ότι σχεδόν από τότε μέχρι σήμερα λίγα πράγματα έχουν αλλάξει...Άνθρωποι εξακολουθούν όπως και τότε να ζουν μέσα στο φόβο, να θέλουν να διεκδικήσουν τα δικαιώματα τους και να μην τους το επιτρέπουν.. Να θεωρούνται κατώτεροι μόνο από το χρώμα του δέρματός τους... Παράλληλα παρουσιάζεται και η γέννηση της ακροδεξιάς οργάνωσης Κου - Κλουξ -Κλαν που την εποχή εκείνη είχε αρχίσει να αναπτύσσεται πέρα από τη Λουιζιάνα και στις άλλες περιοχές του Τένεσι, από την οποία θα κινδυνέψουν τόσο η Άντζελα όσο και ο ίδιος ο Λούκυ Λούκ(''Οι απόκριες έχουν περάσει εδώ και τρείς μήνες.." θα τους πεί όταν τους δει με τις στολές τους..)... Ποτέ άλλοτε μία ιστορία του Λούκυ Λουκ δε παρουσιάστηκε τόσο αληθινή αλλά και τόσο επίκαιρη όσο το "Μπελάδες στις Φυτείες" που μας δείχνει ότι το δίδυμο Acdhe & Jul "έδεσε" απόλυτα όπως ακριβώς είχε γίνει και με τους Morris/Goscinny όταν ο δεύτερος ανέλαβε τα σενάρια ουσιαστικά εκτοξεύοντας το κόμικ στη χρυσή του περίοδο για περισσότερο από μία εικοσαετία. Μου άρεσε επίσης η αναφορά σε προηγούμενες ιστορίες του Λούκυ Λουκ(easter eggs)-πράγμα που συνέβει και στο προηγούμενο άλμπουμ-με τον Άβερελ να θυμάται τις ξένες γλώσσες του(Κουακουακομεκικι/Τηγανήτες για τους Ντάλτον ΛΛ# 16) ή τον Λούκυ να θυμάται ότι είχε κάνει μία κούρσα στο Μισισιπί πριν από καιρό(Η κούρσα του Μισισιπί ΛΛ #30) καθώς και ο εντυπωσιακά σχεδιασμένος τυφώνας στο τέλος, που αποδίδεται με μεγάλη αληθοφάνεια χωρίς στη στατικότητα που ακόμα και ο ίδιος ο Μorris πιθανών να σκίτσαρε αφού επέμενε να τον αποδώσει πιο κωμικά... Παράλληλα όπως και σε κάθε σχεδόν άλμπουμ του Λούκυ Λουκ δίνεται βαρύτητα για μία ακόμα φορά και στο ιστορικό στοιχείο της σειράς με τον Λούκυ να συναντά μεν σπουδαίες προσωπικότητες του (προ)περασμένου αιώνα, αλλά και σπουδαίους μυθιστορηματικούς χαρακτήρες της αμερικανικής λογοτεχνίας(Τομ Σόγιερ, Χακ Φυν)καθώς και προσωπικότητες που θα λάμψουν με το έργο τους τον.. επόμενο αιώνα(Άντζελα Ντέιβις, Μπάρακ Ομπάμα, Όπρα Γουίνφρει). Για μια ακόμα φορά η Μαμούθ Κόμιξ προσφέρει στους αναγνώστες της μία καλαίσθητη έκδοση, με πολύ καλό χαρτί και γυαλιστερό εξώφυλλο, σε οικονομική για τα δεδομένα της έκδοσης τιμή. Σε πολύ καλή μετάφραση από τον κύριο Πουλάκο. Άξιζε η αναμονή της κυκλοφορίας του άλμπουμ και ελπίζω να βγει κάποια στιγμή και η νέα περιπέτεια του Aστερίξ η οποία έχει καθυστερήσει πολύ. Σε δύσκολους καιρούς - ειδικά εκδοτικά - η Μαμούθ συνεχίζει να δηλώνει τη παρουσία της στα εκδοτικά δρόμενα αν και πλέον έχει περιοριστεί κυρίως στις εκδόσεις εκείνες που έχουν απήχηση στο κοινό και γνωρίζει ότι θα πουλήσουν περισσότερα αντίτυπα(τουτέστιν Λούκυ Λουκ, Αστερίξ και οι επανεκδώσεις του Τεν Τεν).Δυστυχώς οι δύσκολες οικονομικά εποχές, και το περιορισμένο ελληνικό κοινό δεν της επιτρέπουν να διευρύνει το εύρος των εκδόσεων της ή να συνεχίσει σπουδαίες σειρές που κατέχουν ξεχωριστή θέση στα γαλλοβελγικά BD κόμικ και που κάποτε απολαμβάναμε και είχαμε την τιμή να διαβάζουμε και εμείς..
  2. Το κλασικό κόμικ Λούκι Λουκ: Ένας φτωχός, μόνος και πολιτικά ορθός καουμπόι Στην τελευταία του ιστορία ο Λούκι Λουκ επιχειρεί να αποκαταστήσει τη θέση των μαύρων χαρακτήρων στην ιστορία των γαλλοβελγικών κόμικς Ο Λούκι Λουκ με τον Μπας Ριβς, τον πρώτο μαύρο χαρακτήρα που απεικονίζεται {CR}ως βασικός ήρωας σε κόμικς του φτωχού και μοναχικού καουμπόι Πριν από μερικά χρόνια, ο Ζιλιέν Μπερζό, αφού είχε κλείσει έναν σύντομο επαγγελματικό κύκλο ως καθηγητής κινεζικής ιστορίας στο Παρίσι και είχε ξεκινήσει να δημοσιεύει ως σκιτσογράφος τις ιστορίες του στον γαλλικό Τύπο, έλαβε μία από τις πιο τιμητικές προτάσεις: να αναβιώσει το κλασικό κόμικ του Λούκι Λουκ. Το τρίτο του άλμπουμ, το οποίο υπογράφει ως Jul, κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2019 στη Γαλλία με τίτλο «Un Cow-Boy dans le coton». Πρόσφατα μεταφράστηκε στα αγγλικά και στα ελληνικά κυκλοφόρησε το 2020 με τίτλο «Μπελάδες στις φυτείες» από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ. Ο μοναχικός καουμπόι, χάρη στον νέο δημιουργό του, αποδίδει δικαιοσύνη στην κοινότητα των μαύρων αποκαθιστώντας τη θέση τους στην ιστορία των γαλλοβελγικών κόμικς. Ο Jul υπογράφει το «Μπελάδες στις φυτείες» παρουσιάζοντας στο εξώφυλλο - για πρώτη φορά ανάμεσα στα συνολικά 80 άλμπουμ Λούκι Λουκ - τον μαύρο συμπρωταγωνιστή του. Στη δική του ιστορία ο Λούκι Λουκ βρίσκεται απροσδόκητα ιδιοκτήτης μιας φυτείας βαμβακιού στη Λουιζιάνα. Οι προοδευτικές του απόψεις όμως τον φέρνουν αντιμέτωπο με τις συνήθειες των ντόπιων γαιοκτημόνων και της Κου Κλουξ Κλαν. Για να καταφέρει να ξεφύγει, βρίσκει βοήθεια από τον μαύρο ομοσπονδιακό αστυνομικό, τον οποίο ο Jul τοποθετεί στην ιστορία ισότιμα με τον Λούκι Λουκ. Είναι υπαρκτό πρόσωπο, ο Μπας Ριβς, ο πρώτος μαύρος βοηθός σερίφη που υπηρέτησε τον νόμο στα δυτικά του ποταμού Μισισιπή. Σε όλες τις προηγούμενες ιστορίες του καουμπόι οι χαρακτήρες των μαύρων είχαν εμφανιστεί μόνο στο άλμπουμ «En Remontant le Mississippi» (στα ελληνικά «Η κούρσα του Μισισιπή»), το 1961. Οι δημιουργοί του Λούκι Λουκ, Μορίς και Γκοσινί, τους είχαν απεικονίσει ακολουθώντας ρατσιστικά στερεότυπα. Αντιδράσεις Το νέο άλμπουμ κυκλοφόρησε την εποχή που στη Γαλλία γινόταν έντονη συζήτηση για τη φυλή, την αστυνομική βία και την αποικιοκρατία, καθώς τμήματα του γαλλικού κατεστημένου επέκριναν το φυλετικό ζήτημα θεωρώντας ότι αποτελεί αμερικανική επίδραση. Και η προσπάθεια του Jul για μια αποαποικιοποίηση της ιστορίας του Λούκι Λουκ προκάλεσε οργισμένες αντιδράσεις. Μπας Ριβς Το δεξιάς ιδεολογίας περιοδικό «L'Incorrect» κατηγόρησε το νέο άλμπουμ ότι «εκπορνεύει τον μοναχικό καουμπόι με τις εμμονές του παρόντος» και μετατρέπει μία από τις σημαντικότερες φιγούρες των γαλλοβελγικών κόμικς και της παιδικής φαντασίας σε μια φιγούρα «τόσο φουσκωμένη με προοδευτικό δόγμα όσο μια σειρά του Netflix». Το έντυπο «Valeurs Actuelles», προσκείμενο στην πολιτική του προέδρου Εμανουέλ Μακρόν, παραπονέθηκε ότι οι λευκοί χαρακτήρες του βιβλίου ήταν «τραγελαφικά άσχημοι» και απεικονίζονταν να υποφέρουν από «χυδαία ηλιθιότητα και κακία». Ωστόσο, το «Un Cow-Boy dans le coton» συγκέντρωσε ευνοϊκές κριτικές και ήταν το κόμικ με τις μεγαλύτερες πωλήσεις του περασμένου έτους - πουλώντας σχεδόν μισό εκατομμύριο αντίτυπα, επισημαίνουν οι «New York Times». Ενώ ορισμένοι εξέχοντες μαύροι Γάλλοι το επαίνεσαν ως σημαντική πολιτιστική στιγμή. Αμαρτίες του παρελθόντος Αξίζει να επισημάνουμε το εξής: στα κόμικς της γαλλοβελγικής σχολής δεν είναι τυχαίο ότι όλοι οι μαύροι έχουν την ίδια σωματική διάπλαση (εύσωμοι και με σαρκώδη χείλια) και τις περισσότερες φορές είναι σκλάβοι και δεν ξέρουν ανάγνωση. Για παράδειγμα, στο άλμπουμ του Αστερίξ «Ο Πάπυρος του Καίσαρα», που κυκλοφόρησε το 2015, δεν άλλαξε κάτι. Οι λίγοι μαύροι χαρακτήρες είναι πανομοιότυποι με αυτούς που δημιουργήθηκαν πριν από 54 χρόνια από τους Ουντερζό και Γκοσινί. Μια παράδοση για κάποιους, ένα αδίκημα για τους άλλους, θα σκεφτεί ο σύγχρονος αναγνώστης κόμικς. Αυτοί οι βουβοί μαύροι χαρακτήρες σχεδιάζονται κατά την κλασική αποικιακή παράδοση, με τον τρόπο του Ερζέ στο άλμπουμ «Ο Τεντέν στο Κονγκό» του 1931. Το συγκεκριμένο άλμπουμ θεωρείται ότι εκπροσωπεί την πιο χαρακτηριστική ρατσιστική αναπαράσταση των μαύρων χαρακτήρων στα κλασικά κόμικς. Άποψη που ο Πιερ Κρα, Γάλλος ειδικός της ιστορίας των κόμικς, εξηγεί στο «L' Express»: «Η παραδοσιακή απεικόνιση των μαύρων ως "άγρια" και "νωθρή" είχε ως στόχο να δικαιολογήσει την "πολιτισμένη αποστολή" του αποικισμού στην Αφρική». Για τον Κρα, αυτή η αναπαράσταση, η οποία διαρκεί περισσότερο από 60 χρόνια μετά την ανεξαρτησία των πρώην γαλλικών αποικιών, αντικατοπτρίζει την ψυχή ενός έθνους που πρέπει ακόμα να αντιμετωπίσει πλήρως το αποικιακό του παρελθόν. Πηγή
  3. Το 2016 συμπληρώθηκαν 70 χρόνια από την πρώτη εμφάνιση του Λούκυ Λουκ στο θρυλικό Le Journal de Spirou. Με αφορμή τα γενέθλια του διασημότερου καουμπόη των κόμικς, η εκδοτική που κατέχει τα δικαιώματα, η Lucky Comics (θυγατρική της Dagaud βεβαίως-βεβαίως), αποφάσισε να βγάλει μια διαφορετική ιστορία. Και έτσι κυκλοφόρησε το L'Homme qui tua Lucky Luke (εμφανής αναφορά στο κλασικό γουέστερν The Man who shot Liberty Valance) σε σενάριο, σχέδιο και χρωματισμό του Matthieu Bonhomme. Το ίδιο έτος το κόμικ βγήκε στα ελληνικά, υπό τον τίτλο Ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ (για άγνωστο λόγο, δεν προτιμήθηκε η κυριολεκτική μετάφραση Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Λούκυ Λουκ). Αυτό που προκάλεσε την έκπληξη όλων μας, είναι ότι δεν κυκλοφόρησε από την Μαμούθ, που μας προσφέρει τις περιπέτειες του Λούκυ Λουκ από την δεκαετία του '80, αλλά από τις εκδόσεις Γράμματα. Η ελληνική έκδοση είναι αρκετά καλή (σκληρόδετο, ιλουστρασιόν χαρτί) αλλά δυστυχώς μικρή σε μέγεθος, με αποτέλεσμα να χάνονται λεπτομέρειες από το σχέδιο του Bonhomme. Η μετάφραση έχει κάποια θεματάκια, αλλά σε καμία περίπτωση δεν είναι κακή. Σελίδες από την γαλλική έκδοση Ο Λούκυ Λουκ καταφθάνει στην Φρόγκι Τάουν, μια μικρή πόλη χρυσωρύχων στη μέση του πουθενά. Είναι αργά τη νύχτα, βρέχει καταρρακτωδώς και, το χειρότερο όλων, του έχει σωθεί ο καπνός. Τα προβλήματα αρχίζουν πριν καλά-καλά χωνέψει το φαγητό που τρώει στο πανδοχείο. Υποχρεώνεται να παραδώσει το πιστόλι του στον σερίφη της πόλης, η οποίος φαίνεται ότι αποτελεί υποχείριο των μεγαλύτερων αδερφών του. Κάτι παράξενο συμβαίνει στην Φρόγκι Τάουν και ο Λούκυ Λουκ δεν θα μείνει με σταυρωμένα χέρια... Όπως έγραψα παραπάνω, η εν λόγω ιστορία είναι διαφορετική από τα συνηθισμένα. Έχει γίνει γνωστή πλέον ως η ιστορία που εξηγεί πώς ο Λούκυ Λουκ έκοψε το κάπνισμα, αλλά είναι πολλά παραπάνω. Η ατμόσφαιρά του είναι σκοτεινή και η βία δεν περιορίζεται σε μερικές φάπες στο σαλούν. Ήταν σίγουρα πολύ δύσκολη απόφαση από τους ιθύνοντες, να απεικονίσουν έτσι έναν τόσο αγαπητό ήρωα, αλλά προσωπικά θεωρώ επιτυχημένο το αποτέλεσμα. Ο Bonhomme, μεγαλωμένος με τα κόμικς των Morris και Goscinny, γράφει μια ιστορία ενδιαφέρουσα, προσπαθώντας να δείξει μια άλλη πλευρά του Λούκυ Λουκ, η οποία θεωρητικά δεν υπήρχε μέχρι τότε. Βλέπουμε τον πρωταγωνιστή άκεφο, επηρεασμένο από την κατάσταση στην οποία έμπλεξε, αλλά και από την έλλειψη καπνού. Οι χαρακτήρες γύρω του είναι κι αυτοί, τουλάχιστον στην πλειονότητά τους, σοβαροί, βαρύθυμοι, βίαιοι. Και μόνο συγχαρητήρια μπορώ να του δώσω για τον γερο-Μπόουν, έναν πραγματικά αηδιαστικό αλλά ρεαλιστικό κακό. Το σχέδιο είναι επίσης πετυχημένο. Χωρίς να είναι κάτι εξαιρετικό, ο Bonhomme καταφέρνει να τραβήξει τον αναγνώστη στον κόσμο του, με την ρεαλιστική γραμμή του και τις γήινες αποχρώσεις. Δανείζεται κάποια από τα τρικ του Morris (πχ οι μονοχρωμίες), αλλά προφανώς ξεφεύγει εντελώς από την πεπατημένη των υπόλοιπων κόμικς του Λούκυ Λουκ. Συνολικά, βρήκα το Ποιος σκότωσε τον Λούκυ Λουκ ένα πολύ ενδιαφέρον κόμικ, μια αναπάντεχα καλή «μετάλλαξη» του ήρωα. Το προτείνω με τα χίλια, αν και δε νομίζω να υπάρχουν και πολλοί φαν εκεί έξω που δεν το έχουν διαβάσει.
  4. Μπορεί φέτος να μην έχει κάλαντα αλλά έχει Giveaway! Για το χριστουγεννιάτικο 3o πακέτο το comicstreet.gr και το comicstrip.gr προσφέρουν το τελευταίο Λουκυ Λουκ - Μπελάδες στις φυτείες των εκδόσεων Μαμούθ και το Berlin - Πρώτος Θάνατος των Αθανασιάδη και Κούρτη των εκδόσεων Jemma Press. Πείτε μας ποια κόμικ σκοπεύετε να αγοράσετε ή να διαβάσετε από το νέο έτος στο θέμα αυτό και αυτομάτως έχετε μια συμμετοχή. Η κλήρωση θα πραγματοποιηθεί με το commentpicker.com την Κυριακή 27/12/2020 και ο τυχερός θα λάβει τα κόμικ του ταχυδρομικά. Έγκυρες συμμετοχές λαμβάνονται από τα ποστ που θα γίνουν έως και το Σάββατο 26/12/2020 στις 23:59. Θα ακολουθήσουν και άλλα πακέτα! Όσα μέλη ανήκουν στην κατηγορία Founders, δεν συμμετέχουν στο GiveAway Το GiveAway πραγματοποιείται με τη συνέργεια του Starcomics και του Comicstrip
  5. Πιο αντιρατσιστής και από τη σκιά του Γιάννης Ιατρού Στο τελευταίο Λούκυ Λουκ, που κυκλοφόρησε τον Νοέμβριο του 2020 στα ελληνικά από τις εκδόσεις Μαμούθ Κόμιξ με τίτλο «Μπελάδες στις φυτείες», ο Λούκυ Λουκ, ο καουμπόι που «πυροβολεί πιο γρήγορα κι απ’ τη σκιά του», έρχεται αντιμέτωπος με έναν από τους πιο δύσκολους εχθρούς που έχει συναντήσει μέχρι σήμερα: τον φυλετικό ρατσισμό Θέτοντας στο επίκεντρο ένα δυστυχώς διαχρονικά επίκαιρο κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, το δημιουργικό δίδυμο των Achde’ (σχέδιο) και Jul (σενάριο) γράφει μία από τις καλύτερες μέχρι σήμερα ιστορίες με τον φτωχό και μόνο καουμπόι, με φόντο την ιδιαίτερη νότια πολιτεία της Λουιζιάνα, με τους βάλτους με πεινασμένους κροκόδειλους, τα μεγαλόπρεπα κυπαρίσσια με τους φαλακρούς αετούς και τα κοκκινόφτερα κοτσύφια, το άρωμα μανόλιας και το κατάλευκο βαμβάκι, το «άσπρο χρυσάφι». Κάνοντας ένα διάλειμμα από την κουραστική ζωή του καουμπόι, ο Λούκυ Λουκ βρίσκεται σε διακοπές στην ήσυχη Νιτσεβονάτντα, «το πιο ήσυχο μέρος σε όλο το Κάνσας». Από την αρχή της ιστορίας, ο έγχρωμος πληθυσμός της Αμερικής του 19ου αιώνα τοποθετείται στο προσκήνιο και ενσαρκώνεται σε μία από τις πιο λαμπρές εκφάνσεις του: οι δημιουργοί επιλέγουν τον Μπας Ριβς, τον πρώτο μαύρο βοηθό μάρσαλ που διορίστηκε δυτικά του Μισισιπή και δεινό σκοπευτή, του οποίου τα κατορθώματα αποτελούν διαχρονική πηγή έμπνευσης για τη μυθιστοριογραφία του Φαρ Ουέστ –πάνω του στηρίχτηκε άλλωστε εν πολλοίς και ο κινηματογραφικός Τζάνγκο του Ταραντίνο–, ως το υπαρκτό πρόσωπο που θα συμμετέχει εν είδει συμπρωταγωνιστή στην ιστορία τους. Η θρυλική μορφή του Μπας Ριβς χαίρει της εκτίμησης του εξίσου θρυλικού, πλην όμως φανταστικού πρωταγωνιστή μας, αφού εκμυστηρεύεται πως έχει μάθει πολλά χάρη σε εκείνον. Από την αρχή της ιστορίας, ο σερίφης Μπας έχει συλλάβει τους Ντάλτον, στη θέση του Λούκυ Λουκ, αναδεικνύοντας με αυτόν τον τρόπο τη θέση των δύο ανδρών ως ίσων. Κάπου εκεί, ο Λούκυ Λουκ πληροφορείται πως έχει κληρονομήσει την πλούσια κυρία Πινκγουότερ, την ιδιοκτήτρια της μεγαλύτερης φυτείας βαμβακιού στη Λουιζιάνα. Η πραγματικότητα έρχεται να αναιρέσει τη μόνιμη επωδό του «φτωχού και μόνου καουμπόι» με την οποία συνηθίζεται να κλείνει κάθε τεύχος της σειράς, όντας πλέον «ο πιο πλούσιος άνθρωπος της Λουιζιάνα»! Μεταφερόμαστε έτσι στον αμερικανικό Νότο, σε μια εποχή λίγο μετά τον εμφύλιο και τη νομοθετική κατάργηση της δουλείας, ένα πρώτο βήμα προς την εξισορρόπηση των δικαιωμάτων μεταξύ μαύρων και λευκών. Ομως, δυστυχώς, δεν έχουν αλλάξει και πολλά. Οι μαύροι, οι οποίοι τα προηγούμενα χρόνια μεταφέρονταν από την Αφρική ως σκλάβοι για να εργάζονται στα καπνά, το ζαχαροκάλαμο και το βαμβάκι, συνεχίζουν να αντιμετωπίζονται από την αριστοκρατική ελίτ των λευκών γαιοκτημόνων ως «κατώτερη φυλή». Ενα τέτοιο καθεστώς δεν αλλάζει έτσι εύκολα. Σε όλες τις σκηνές χλιδής των μεγάλων σαλονιών υπάρχει ένας έγχρωμος υπάλληλος – εργάτης, σερβιτόρος, υπηρέτης, σομελιέ. Στην καθημερινότητα, οι μαύροι αλληλεπιδρούν φοβικά με τους λευκούς πολίτες, ακόμα και μετά την ψήφιση της 13ης Τροπολογίας. Έτσι, όταν ο Λούκυ Λουκ έρχεται σε επαφή με τους μαύρους εργάτες της νεοαποκτηθείσας βαμβακοφυτείας του, ταράζει τα νερά της λουιζιάνικης «κανονικότητας». Όταν ο καουμπόι προσφέρει μια απλόχερη χειραψία στον μαύρο επιστάτη που τον υποδέχεται, γινόμαστε μάρτυρες ενός πολιτισμικού σοκ, που συνοψίζεται στη φράση του: «Πρώτη φορά μου σφίγγει το χέρι λευκός». Όταν μια μαύρη εργάτρια εξανίσταται εξ ονόματος όλων για την εξαθλίωση, όλοι περιμένουν ως λογική εξέλιξη ότι θα ξυλοφορτωθεί ή θα εκτελεστεί, έχοντας συμφιλιωθεί με την τραγική μοίρα που τους επιφυλάσσει ο «πολιτισμός» των λευκών. Ο σκοπός του Λούκυ Λουκ είναι να παραλάβει την κληρονομιά και να μοιράσει τη γη στους εργάτες της, κάτι που αντιμετωπίζεται με εύλογη επιφύλαξη από τους έγχρωμους εργάτες και αναστάτωση για το status quo από την «άρχουσα τάξη» της περιοχής. Χαρακτηριστικότερη αποτύπωσή της είναι ο φανατισμένος ρατσιστής Κούκου, ο οποίος συνηθίζει να χαράζει τα αρχικά του στο πετσί όλων των σκλάβων με πυρωμένο σίδερο. Όταν πλησιάζει, όλοι τρέχουν πανικόβλητοι. Αποτελεί την πρώτη επαφή με την αφρόκρεμα της λουιζιάνικης ελίτ, των ξιπασμένων λευκών αστών οι οποίοι περιφρονούν τους μαύρους, θεωρώντας τους υπανθρώπους, ενώ αναφέρονται σε ξυλοδαρμούς, λιντσαρίσματα και απαγχονισμούς σαν να είναι φυσιολογικά! Ο ήρωάς μας γίνεται μάρτυρας των βαθιά ρατσιστικών αντιλήψεων που φωλιάζουν στα προβληματικά, μισάνθρωπα μυαλά όσων επιλέγουν να υποβιβάζουν την ανθρώπινη αξία και υπόσταση μιας μερίδας του πληθυσμού με γνώμονα... το χρώμα του δέρματός τους! Δεν σιωπά, αλλά επιλέγει να αντιδράσει: «Εγώ, ξέρετε, ποτέ δεν ξεχώριζα χρώματα...». Μια φράση που για τους παρευρισκόμενους και τη ρατσιστική κανονικότητά τους δεν μπορεί παρά να σημαίνει ότι... υποφέρει από δυσχρωματοψία! Η άρνησή του να δεχτεί αυτόν τον παραλογισμό και η πρόθεσή του να αναδιανείμει την περιουσία του στους μαύρους εργάτες της φυτείας, δεν αργούν να τον θέσουν στο στόχαστρο της νεοσύστατης τότε Κου Κλουξ Κλαν. Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λούκυ Λουκ τάσσεται υπέρ των αδύναμων. Από την εποχή του Μορίς και του Γκοσινί, στην «Κληρονομιά του Ραντανπλάν» παίρνει το μέρος των Κινέζων της Βιρτζίνια Σίτι, ενώ στην ιστορία «Σύρματα στα Λιβάδια» συνδράμει τους φτωχούς αγρότες έναντι των πλούσιων κτηνοτρόφων. Είναι, ωστόσο, η πρώτη φορά που οι δημιουργοί του επιλέγουν να θέσουν με τέτοια ένταση ένα κοινωνικοπολιτικό ζήτημα, όπως αυτό του ρατσισμού, στον πυρήνα της ιστορίας και να πάρουν τόσο ξεκάθαρη θέση. Η επιλογή τους αυτή όχι μόνο δεν λειτουργεί εις βάρος της ιστορίας, αλλά εξηγείται απόλυτα αν λάβει κανείς υπόψη του πως, αιώνες μετά, δεν φαίνεται να έχουν αλλάξει τόσα πολλά. Οι μαύροι εξακολουθούν να βιώνουν διακρίσεις και η ρατσιστική ρητορική συνεχίζει να βρίσκει όλο και περισσότερα ευήκοα ώτα, διοχετευόμενη από την κλιμακούμενη άνοδο της Ακροδεξιάς ή της εκμοντερνισμένης εκδοχής της alt-right. Ακόμα, σε πολλές περιπτώσεις, όπως συνέβη πρόσφατα στην Αμερική, να αντικατοπτρίζεται στην αντιμετώπιση των έγχρωμων πολιτών, όπως ο Τζορτζ Φλόιντ, από τις αστυνομικές αρχές. Στον απόηχο του κινήματος «Black Lives Matter» και της έντονης ανησυχίας του δημοκρατικού κόσμου για την επιμονή αντίστοιχων φαινομένων, το νέο άλμπουμ του Λούκυ Λουκ, που βρίθει ιστορικών και λογοτεχνικών αναφορών, όπως ο Τομ Σόγιερ και ο Χάκλμπερι Φιν, και αναχρονισμών, όπως για παράδειγμα η αναφορά στον Μπαράκ Ομπάμα και την Οπρα, τοποθετείται με σαφήνεια στη σωστή μεριά της Ιστορίας και αποδεικνύει τον διδακτικό ρόλο που συνεχίζει -και οφείλει- να παίζει η 9η Τέχνη στις σύγχρονες κοινωνίες. Πηγή
  6. Λούκυ Λουκ: 70 χρόνια συντροφιά με έναν μοναχικό ήρωα «Μια έρημος από αλάτι, κάτασπρη σαν άγραφη σελίδα...» Καρέ από την Άμαξα (La Diligence) του 1962, σε σχέδιο του Μορρίς και σενάριο του Ρενέ Γκοσινύ. Από τον Μορρίς ώς τον Ασντέ και από τον Ρενέ Γκοσινύ ώς τον Ζυλ, οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ είναι ένα από τα πιο σημαντικά και τα πιο πολυσέλιδα κεφάλαια στην ιστορία της ευρωπαϊκής Ένατης Τέχνης, που άρχισε σε μια από τις πιο καθοριστικές καμπές στην ιστορία του γαλλόφωνου κόμικς. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Αμερική συναρπάζει περισσότερο από ποτέ. Και όχι άδικα: ο αμερικανός φαντάρος είναι ο ελευθερωτής και φέρνει στις αποσκευές του θεάματα, ακούσματα κι αναγνώσματα που ήταν απαγορευμένα για πέντε χρόνια, από τον χολυγουντιανό κινηματογράφο και την τζαζ ως τα κόμικς. Όχι, εμείς, οι δημιουργοί των κόμικς, δεν παίρνουμε πολύ στα σοβαρά όλη αυτή την λίαν πομπώδη φιλολογία. Εντελώς ειλικρινά, φτιάχνουμε κόμικς για να διασκεδάσουμε και ενδεχομένως για να διασκεδάσουμε εκείνους που μας διαβάζουν [...] Κι αυτό είναι πολύ καλό, επειδή αν έπρεπε να πάρουμε υπ’ όψη μας όλες αυτές τις μελέτες, τις έρευνες και τις αναλύσεις των οποίων τα κόμικς αποτελούν το αντικείμενο εδώ και λίγο καιρό, δεν θα τολμούσαμε πια να πάρουμε την ευθύνη να δημοσιεύσουμε ούτε το παραμικρό σχέδιο. Τα παραπάνω δήλωνε ο Μωρίς ντε Μπεβέρ, γνωστότερος με το αμερικανοπρεπές ψευδώνυμο Μορρίς, σε μια ομιλία του στο Πανεπιστήμιο των Βρυξελλών, η οποία δημοσιεύθηκε στη συνέχεια, τον Δεκέμβριο του 1965, στο Giff-Wiff, το φανζίν του Φρανσίς Λακασέν και του Αλαίν Ρεναί. Θα ήταν υπερβολικό να υποθέσουμε ότι η δήλωση αυτή αποθάρρυνε τους μελετητές της Ένατης Τέχνης: άλλωστε, ο Μορρίς επέβαλλε τον όρο αυτό με τον τίτλο της στήλης του στο Spirou από το 1964 ώς το 1967. Από την άλλη, όμως, είναι γεγονός ότι, σε αντίθεση με άλλες φιγούρες, όπως ο Τεντέν ή ο Αστερίξ, ο Λούκυ Λουκ, ο ήρωας στον οποίο αφιέρωσε ολόκληρη την καριέρα του ο Μορρίς, είναι σχετικά παραγνωρισμένος από τους θεράποντες αυτής της πομπώδους φιλολογίας περί εικονογραφημένων αναγνωσμάτων. Κι όμως, η ιστορία του φλεγματικού αλλά ανοιχτόκαρδου μοναχικού καουμπόυ είναι ένα από τα πιο συναρπαστικά κεφάλαια της ιστορίας της καλλιτεχνικής δημιουργίας στην εποχή της μαζικής κουλτούρας. ΑΡΙΖΟΝΑ 1880 Από το Μάρτιο του 1945 ώς τις αρχές της επόμενης χρονιάς, ο ουσιαστικά αυτοδίδακτος Μωρίς ντε Μπεβέρ, που ήταν τότε είκοσι ενός χρονών, δούλευε στο στούντιο κινουμένων σχεδίων CBA στο Βέλγιο, όπου γνώρισε, μεταξύ άλλων, τον Αντρέ Φρανκέν, και τον μελλοντικό δημιουργό των Στρουμφ, Πιερ Κυλιφόρντ, ενώ παράλληλα συνεργαζόταν ως γελοιογράφος με το περιοδικό Moustique των εκδόσεων Dupuis. Εκείνη τη χρονιά έγραψε και σχεδίασε μια ιστορία κόμικς με τίτλο Arizona 1880, η οποία άρχισε να δημοσιεύεται σε συνέχειες στη γαλλική έκδοση του βελγικού Spirou τον Οκτώβριο του 1946· λίγες εβδομάδες αργότερα, συμπεριλήφθηκε ολόκληρη στο Almanach Spirou για το 1947. Ο πρωταγωνιστής της ονομάζεται Λούκυ Λουκ και είναι μια καρτουνίστικη εκδοχή του Τεντέν με καουμπόυκη περιβολή, ένας αεικίνητος μονήρης ήρωας με ελαστική σιλουέτα και τέσσερα δάχτυλα που μοιάζει σαν να βγήκε από κάποια ταινία μικρού μήκους με κινούμενα σχέδια της προηγούμενης δεκαετίας. Τον Ιούνιο της επόμενης χρονιάς, θα επιστρέψει στις σελίδες του Spirou με το Χρυσωρυχείο του Ντικ Ντίγκερ (La Mine d’or de Dick Digger), και στη συνέχεια με τον Σωσία του Λούκυ Λουκ (Le Sosie de Lucky Luke) όπου αποκτά πέντε δάχτυλα, καθώς το σχέδιο αρχίζει να γίνεται ολοένα και λιγότερο καρτουνίστικο. Οι δύο αυτές περιπέτειες συμπεριλήφθηκαν στο πρώτο άλμπουμ της σειράς, που κυκλοφόρησε το 1949: σύμφωνα με τα εκδοτικά ήθη της εποχής, η αναδημοσίευση σε άλμπουμ ήταν η αναγνώριση της άμεσης επιτυχίας της σειράς. Οι πρώτες αυτές περιπέτειες του «Τυχερού Λουκ» θα μπορούσαν να θεωρηθούν pastiche του κινηματογραφικού ουέστερν· για την ακρίβεια –και επειδή η καθιερωμένη ορολογία της διακειμενικότητας δεν προσφέρεται πάντα για τη μελέτη των κόμικς–, πρόκειται για χιουμοριστικές περιπέτειες ουέστερν θεματολογίας για νεαρούς αναγνώστες. Έχουν ελάχιστο διάλογο και το σενάριό τους είναι ουσιαστικά μια συρραφή των καθιερωμένων τόπων του είδους: κυνηγητά με άμαξες και άλογα, πιστολίδι, καβγάδες στο σαλούν, έφιππες καταδιώξεις... Στα πρώτα του βήματα, ο Μορρίς συνδυάζει τον ρυθμό των καρτούν με τη θεματολογία των γουέστερν της δεκαετίας του 1930 και, κατά προτίμηση, των ταινιών δευτέρας διαλογής, που ήταν παραφορτωμένες με στερεότυπα, τα οποία ο μικρός θεατής αφήνει να σημαδέψουν ανεξίτηλα τη φαντασία του, για να τα ανακαλέσει, ενήλικος πια, με νοσταλγική θυμηδία. Ο Λούκυ Λουκ δεν έχει πάρει ακόμα την οριστική μορφή με την οποία θα μπει στο πάνθεον των μεγάλων χάρτινων ηρώων του 20ού αιώνα, όμως ο πυρήνας της φιγούρας του έχει ήδη συγκροτηθεί σ’ αυτές τις πρώτες σελίδες. Είναι ένας ήρωας που ανήκει στην εποχή των κινηματογραφικών ιππέων με ακροβατικές ικανότητες, όπως ο Τομ Μιξ, και των καλλίφωνων καβαλάρηδων που τραγουδούσαν συνοδεία κιθάρας στη σέλα, όπως ο Τζην Ώτρυ: σύντομα, μόνο οι πιο πληροφορημένοι σινεφίλ θα διατηρήσουν στη μνήμη τους αυτά τα αστέρια του παλιού καιρού, όμως ο Λούκυ Λουκ δεν θα πάψει να ιππεύει τον Τζόλυ Τζάμπερ –το άλογό του είναι γένους αρσενικού και δεν ονομάζεται Ντόλυ– πηδώντας στα καπούλια του, όπως ο πρώτος, και να κλείνει τις περιπέτειές του τραγουδώντας στη σέλα, όπως ο δεύτερος– το ρεφραίν «I’m a poor lonesome cowboy» στο τελευταίο καρέ «ακούγεται» για πρώτη φορά στην ιστορία Λούκυ Λουκ εναντίον Σιγκαρέτ Σεζάρ (Lucky Luke contre Cigarette Cesar) το 1949. ΕΝΑΣ ΒΕΛΓΟΣ ΣΤΗΝ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ Τον Αύγουστο του 1948, χωρίς να σταματήσει να γράφει και να σχεδιάζει νέες περιπέτειες με τον Λούκυ Λουκ και να συνεργάζεται με το Spirou, ο Μορρίς ακολούθησε τον φίλο του, Αντρέ Φρανκέν, και τον μέντορά του, Ζοζέφ Ζιλαίν –γνωστότερο με το ψευδώνυμο Ζιζέ– στις ΗΠΑ. Ο ψυχρός πόλεμος έχει μόλις αρχίσει και ο Ζιζέ πιστεύει ότι θα είναι πιο ασφαλείς στην απέναντι όχθη του Ατλαντικού αν η γηραιά ήπειρος γίνει και πάλι, για τρίτη φορά μέσα σε έναν αιώνα, το θέατρο μιας παγκόσμιας σύρραξης· οι δυο μαθητές του ελπίζουν ότι δεν θα δυσκολευτούν να βρουν δουλειά στη χώρα του Ουώλτ Ντίσνεϋ. Η αμερικανική περιπέτειά τους άρχισε με ένα ταξίδι από την Ανατολική Ακτή των ΗΠΑ στην Καλιφόρνια· ο σεναριογράφος Γιαν και ο σχεδιαστής Ολιβιέ Σβαρτς αφηγήθηκαν, με ελάχιστη δόση υπερβολής, την επεισοδιακή τους επιστροφή στη Νέα Υόρκη μέσω Μεξικού στο σπαρταριστό Gringos Locos, που κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Dupuis το 2012. Για τον Μορρίς, περισσότερο και από την εξοικείωση με το τοπίο στο οποίο διαδραματίζονταν οι ιστορίες του Λούκυ Λουκ και τις περιστασιακές δουλειές χωρίς σοβαρές προοπτικές, καθοριστική σημασία είχε η γνωριμία του, τον Αύγουστο του 1950, με έναν ιδιόρρυθμο Γάλλο πολωνικής καταγωγής ονόματι Ρενέ Γκοσινύ, που είχε μεγαλώσει στην Αργεντινή και, μετά τη στρατιωτική του θητεία στη Γαλλία, είχε εγκατασταθεί, μαζί με τη μητέρα του, στη Νέα Υόρκη. Ο βέλγος σχεδιαστής συνδέθηκε στενά με τον κατά δυόμισι χρόνια νεότερό του Ρενέ, ο οποίος του σύστησε τον Χάρβεϋ Κούρτζμαν και το επιτελείο της EC Comics, και του ζήτησε μάλιστα να γίνει κουμπάρος του. Λίγο πριν από το γάμο, στις 8 Νοεμβρίου 1952, ο μέλλων γαμπρός θα μάθει ότι ο φίλος του είναι εβραίος και γι’ αυτό, σύμφωνα με τον καθολικό ιερέα, δεν μπορούσε να συμμετάσχει στην τελετή. Το ζευγάρι πάντρεψε ένας άγνωστος και ο Γκοσινύ αντιμετώπισε το περιστατικό με τον χαρακτηριστικό φλεγματικό καθωσπρεπισμό του, δηλώνοντας πως «ο κανόνας είναι ο κανόνας»... Εκείνη την εποχή, οι πρώτες μεγάλες μεταπολεμικές ταινίες ενός Τζων Φορντ ή ενός Χάουαρντ Χωκς ανανέωναν το κινηματογραφικό γουέστερν και ο Μορρίς, για να δώσει νέα κατεύθυνση στη σειρά του, επέλεξε την κατεύθυνση της γελοιογραφικής παρωδίας, επηρεασμένος από τους συνεργάτες της EC Comics που έστηναν τότε το MAD, αν και χωρίς τη σατιρική διάσταση της δουλειάς τους. Ο βέλγος δημιουργός γράφει ολοένα και πιο σύνθετα σενάρια και εισάγει στις σελίδες του ιστορικά πρόσωπα ή φιγούρες γνώριμες από τη μεγάλη οθόνη. Ο Λούκυ Λουκ αποκτά την ψηλόλιγνη σιλουέτα του Γκάρυ Κούπερ και, το 1952, τη χρονιά που βγήκε στους κινηματογράφους το Τρένο θα σφυρίξει τρεις φορές, έρχεται αντιμέτωπος με τους πραγματικούς αδελφούς Ντάλτον στους Παράνομους (Hors-la-loi)· το 1954, τα βάζει με τον Φιλ Ντεφέρ τον Θεριστή (Phil Defer Le Faucheux), έναν δεξιοτέχνη του εξάσφαιρου με τα χαρακτηριστικά του Τζακ Πάλανς στο Shane του Τζωρτζ Στήβενς που είχε προβληθεί την προηγούμενη χρονιά και φιλοξενήθηκε, επίσης σε καρικατουρίστικη εκδοχή, εννοείται, στις σελίδες του MAD, σε σχέδιο του Τζων Σέβεριν, ακριβώς την ίδια περίοδο. ΚΑΙ ΟΙ ΔΥΟ ΗΤΑΝ ΥΠΕΡΟΧΟΙ Το καλοκαίρι του 1954, λίγους μήνες πριν επιστρέψει στην Ευρώπη, ο Μορρίς έγραψε στον παρά λίγο κουμπάρο του και του ζήτησε να αναλάβει το σενάριο της σειράς. Με άκρα μυστικότητα, επειδή, σύμφωνα με το συμβόλαιό του με τις εκδόσεις Dupuis, ήταν υποχρεωμένος να εικονογραφεί ιστορίες που έγραφε ο ίδιος· το όνομα του Ρενέ Γκοσινύ θα αναφερθεί μόλις το 1962, μετά από εννέα άλμπουμ και πολυάριθμες σύντομες ιστορίες που θα κυκλοφορήσουν χωρίς την υπογραφή του. Για τον μελλοντικό δημιουργό του Αστερίξ, η συνεργασία αυτή σηματοδοτεί την πρώτη του επαγγελματική επιτυχία. Ήταν επίσης μια εξαιρετική ευκαιρία να εξοικειωθεί με τους κώδικες της εικονογραφημένης αφήγησης, μαθητεύοντας στο πλευρό ενός πολύ πιο έμπειρου φίλου. Λόγω ταμπεραμέντου, δεν δυσκολεύτηκε ιδιαίτερα να προσαρμόσει τις περιπέτειες του Λούκυ Λουκ σε ένα ύφος συμβατό με τον κοινωνικό καθολικισμό του Spirou και των εκδόσεων Dupuis, καθώς και με τις δρακόντειες απαιτήσεις της γαλλικής νομοθεσίας για τα έντυπα που απευθύνονταν σε νεανικό κοινό, σε αντίθεση με τον πιο ατίθασο Μορρίς, ο οποίος ωστόσο είχε φοιτήσει σε γυμνάσιο ιησουιτών... Ήδη από το 1948, ο ήρωάς του είχε ξεπαστρέψει τον σωσία του· την ίδια μοίρα είχε και ο Φιλ Ντεφέρ, αλλά και το τελευταίο μέλος της συμμορίας των Ντάλτον, σε μια σκηνή που δημοσιεύθηκε μόνο σε μια ασπρόμαυρη επανέκδοση των Παρανόμων το 1965. Για τον Γκοσινύ, που πάντα δήλωνε ότι απεχθάνεται τη βία, η απάλειψη της σκληρότητας ήταν μια κυρίως δημιουργική πρόκληση. Θα του ήταν εύκολο να κλείσει τις περιπέτειες του ήρωα με μια μονομαχία και μερικά κουφάρια, όμως ένιωθε υποχρεωμένος να επινοεί αστείους τρόπους για να αποτρέπει το μακελειό κι αυτό τον διασκέδαζε αφάνταστα. Ο Ρενέ Γκοσινύ ήταν ένας επαγγελματίας ευθυμογράφος που δεν επέτρεπε στον εαυτό του να θίξει την ηθική διάσταση του ζητήματος με σοβαρό τρόπο και γι’ αυτό πίστευε στη χιουμοριστική αυτολογοκρισία: αυτή ήταν η αντίστασή του στην κτηνωδία. Η πρώτη περιπέτεια του Λούκυ Λουκ σε σενάριο του Ρενέ Γκοσινύ, κινείται στην κατεύθυνση που είχε ήδη επιλέξει ο Μορρίς και ταυτόχρονα σηματοδοτεί μια νέα αρχή για τη σειρά. Οι Ράγες στο Λιβάδι (Des Rails sur la prairie) του 1955 διαδραματίζονται στην εποχή της κατασκευής της διηπειρωτικής σιδηροδρομικής γραμμής, αντλώντας έμπνευση από την ταινία Union Pacific του 1939, σε σκηνοθεσία του Σεσίλ ντε Μιλ. Η επιλογή ήταν ίσως τυχαία, αλλά σημαδιακή: ο τυχοδιώκτης και σώουμαν Ουίλλιαμ Κόντυ, που έγινε διάσημος με το παρωνύμιο Μπούφαλο Μπιλ ακριβώς κατά τη διάρκεια της κατασκευής της διηπειρωτικής σιδηροδρομικής γραμμής στο Κάνσας, ανέθεσε στον συγγραφέα Νεντ Μπαντλάιν να αφηγηθεί τις περιπέτειές του σε φθηνά λαϊκά έντυπα που αποτέλεσαν τον πρόγονο της pulp φιλολογίας και, στη συνέχεια, των comic books. Ο Λούκυ Λουκ του Μορρίς και του Γκοσινύ έχει μπει στον κόσμο της μυθολογίας της Άγριας Δύσης, στα χνάρια μιας ιστορικής φιγούρας και μιας ταινίας. Η περίοδος της συνεργασίας εκείνης, από το 1955 ώς τον πρόωρο θάνατο του Γκοσινύ το 1977, αποτελεί τη χρυσή εποχή της σειράς. Μέσα στο πλαίσιο που έχει στήσει ο Μορρίς, ο Γκοσινύ, που λατρεύει κι εκείνος το κινηματογραφικό γουέστερν και το φολκλόρ του, θα αφηγηθεί περιπέτειες επινοημένες ή εμπνευσμένες από τη μεγάλη και –πιο συχνά– τη μικρή ιστορία της Κατάκτησης της Δύσης· στην επανέκδοσή τους σε άλμπουμ, ένας μονοσέλιδος επίλογος, εικονογραφημένος με γκραβούρες ή φωτογραφίες εποχής, υπενθυμίζει ενίοτε το ιστορικό πλαίσιο. Τον Απρίλιο 1957, στους Εξαδέλφους Ντάλτον (Les Cousins Daltons), θα κάνουν το ντεμπούτο τους οι αδελφοί Τζο, Τζακ, Ουίλλιαμ και Άβερελ Ντάλτον, τα φανταστικά ξαδέλφια των υπαρκτών παρανόμων, που θα αναδειχθούν στους κατ’ εξοχήν κακούς της σειράς, κλέβοντας την παράσταση από τον ήρωα· τρία χρόνια αργότερα, στην περιπέτεια Στα Ίχνη των Ντάλτον (Sur la piste des Daltons), θα κάνει την πρώτη του εμφάνιση ο ηλίθιος σκύλος Ραν Ταν Πλαν, μια χιουμοριστική εκδοχή ενός μεσοπολεμικού τετράποδου αστεριού της μεγάλης οθόνης, του εξοργιστικά πανέξυπνου Ριντιτίν που είχε μεσουρανήσει σε μια σειρά ουέστερν τη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930. Γύρω από αυτό το κεντρικό καστ, ο Μορρίς και ο Γκοσινύ προσθέτουν έναν ολόκληρο θίασο από χάρτινους καρατερίστες σε ρόλο κομπάρσων, από τους νεκροθάφτες ώς τις χορεύτριες των σαλούν, καθώς και διάσημες ή γραφικές φιγούρες από το πάνθεον της μυθολογίας του Φαρ Ουέστ, όπως ο Ρόυ Μπην το 1957, ο Μπίλλυ δε Κιντ το 1961, η Καλάμιτυ Τζέιν το 1965, ο Τζέσσε Τζέιμς το 1969 ή ο Τζόσουα Νόρτον, ο οποίος είχε αυτοαναγορευθεί σε Αυτοκράτορα των ΗΠΑ και αποτελεί το πρότυπο για τον πρωταγωνιστή του Αυτοκράτορα Σμιθ (L’Empereur Smith) του 1976. Η σειρά εξελίσσεται παράλληλα, ή μάλλον αντιστικτικά, με το κινηματογραφικό γουέστερν, καθώς οι δυο δημιουργοί δανείζονται ιδέες, κλισέ και εικόνες από ολόκληρη τη φιλμογραφία της Άγριας Δύσης, από τη Stagecoach του 1939 του Τζων Φορντ με τον Τζων Γουαίην για την Άμαξα (La Diligence) του 1962 ώς το γουέστερν σπαγγέτι για τον πρωταγωνιστή του Κυνηγού Επικυρηγμένων (Chasseur de Primes) του 1972 που έχει τα χαρακτηριστικά του Λη Βαν Κλιφ. Ο Μορρίς είχε αφιερώσει πλέον την καριέρα του στον μοναδικό του ήρωα· χάρη στη συνεργασία του με τον Γκοσινύ, μπορούσε πλέον να αφοσιωθεί αποκλειστικά και μόνο στο σχέδιο και να αναπτύξει έναν εντελώς προσωπικό εικαστικό και αφηγηματικό κώδικα. Ο βέλγος δημιουργός δίνει στον ήρωά του την οριστική του μορφή και στήνει μια δική του εκδοχή του αμερικανικού τοπίου με μια σειρά από παραλλαγές σε επαναλαμβανόμενα στοιχεία και μοτίβα. Με φόντο αυτό το στυλιζαρισμένο και άμεσα αναγνωρίσιμο σκηνικό, σκηνοθετεί τις σελίδες του εναλλάσσοντας με κινηματογραφικό τρόπο τα πλάνα στα καρέ, χτίζοντας εξεζητημένες γεωμετρικές συνθέσεις ή παίζοντας, με ασυνήθιστη τόλμη, με το χρώμα. Το σχέδιό του κινείται από τον ρεαλισμό των γκρο πλαν που θυμίζει, μερικές φορές, τη γραμμή ενός Τζακ Ντέιβις, ώς την αφαιρετική προχειρότητα στα μακρινά πλάνα και την προσποιητή αφέλεια ενός παιδικού σκαριφήματος όταν επιμένει να χρησιμοποιεί διακεκομμένες γραμμές για να απεικονίσει την πορεία μιας σφαίρας. Το στυλ του Μορρίς είναι πολύ πιο σύνθετο και εγκεφαλικό από το ύφος πολλών φίλων και συναδέλφων του· άλλοτε απλό και μινιμαλιστικό, άλλοτε ρεαλιστικό κι άλλοτε στυλιζαρισμένο, είναι πάντα ευανάγνωστο και λειτουργικό. ΝΕΕΣ ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΕΣ Το 1968, ο Μορρίς διακόπτει τη συνεργασία του με τις εκδόσεις Dupuis και με το Spirou· οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ αρχίζουν να προδημοσιεύονται στο Pilote του Ρενέ Γκοσινύ και να κυκλοφορούν σε σκληρόδετα, πολυτελή άλμπουμ από τις εκδόσεις Dargaud. To 1971, ο μοναχικός καουμπόυ κάνει το ντεμπούτο του στη μεγάλη οθόνη με μια μεγάλου μήκους ταινία με κινούμενα σχέδια που γυρίστηκε στο στούντιο της Belvision, υπό την στενή επίβλεψη των δημιουργών του· το 1983 θα ακολουθήσει η γαλλο-αμερικανική συμπαραγωγή μιας τηλεοπτικής σειράς, σε συνεργασία με το στούντιο Hanna-Barbera, για τις ανάγκες της οποίας ο ήρωας θα υποχρεωθεί να κόψει το κάπνισμα. Μετά την επιτυχία, έχει έρθει η καταξίωση, ακριβώς την εποχή που μια νέα γενιά δημιουργών –η οποία έχει μεγαλώσει με τον Λούκυ Λουκ– αρχίζει να εξερευνά νέους δρόμους για την Ένατη Τέχνη. Όπως ο Αστερίξ, ο μοναχικός καουμπόυ δεν έχει πια θέση στις σελίδες του Pilote, ενός περιοδικού που προτίμησε να ενηλικιωθεί μαζί με τους αναγνώστες του και μετακομίζει σε έντυπα ευρείας κυκλοφορίας, όπως το L’Express, το Paris-Match και το VSD ή σε περιοδικά που εξακολουθούν να απευθύνονται σε νεανικό κοινό, όπως ο Tintin ή το Pif-Gadget που εκδιδόταν από τη Humanité, αλλά και το Spirou. Ο θάνατος του Γκοσινύ ενδέχεται να απέτρεψε μια σύγκρουση συμφερόντων με τον δημιουργό του Λούκυ Λουκ, ο οποίος, από τα πρώτα του κιόλας βήματα, υπερασπιζόταν την ανεξαρτησία του με ασυνήθιστο πείσμα για τα δεδομένα της εποχής, όμως δεν διέκοψε την κυκλοφορία της σειράς. Ο Μορρίς συνέχισε να σχεδιάζει νέες ιστορίες με τον ήρωά του, σε συνεργασία με πολλούς, περισσότερο ή λιγότερο έμπειρους σεναριογράφους, όπως ο Μπομπ ντε Γκροοτ, ο Ξαβιέ Φως, ο Ζαν Λετυρζί ή ο Ολλανδός Μάρτιν Λόντεβαϊκ, ενώ λάνσαρε και δύο παράλληλες αν και βραχύβιες σειρές με ήρωες τον Ραν Ταν Πλαν και τον μοναχικό καουμπόυ σε νεαρή ηλικία, σε σχέδιο δικό του σε συνεργασία με τους Γιαν και Ντιντιέ Κονράντ, οι οποίοι υπογράφουν με το ψευδώνυμο Πηρς. Όταν αποδήμησε και εκείνος σε τόπο χλοερό, το 2001, τη σκυτάλη πήρε ο έμπειρος Ασντέ –κατά κόσμον Ερβέ Νταρμαντόν– στο σχέδιο και, στο σενάριο, ο χιουμορίστας και μίμος Λωράν Ζερά, καθώς και το δίδυμο Ντανιέλ Πενάκ και Τονίνο Μπενακίστα, δυο συγγραφείς που δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις στους Έλληνες φίλους της σύγχρονης γαλλικής λογοτεχνίας. Το 2016, η συμπλήρωση των εβδομήντα χρόνων από το ντεμπούτο του ήρωα ήταν η αφορμή για τη διοργάνωση μιας μεγάλης έκθεσης για το έργο του Μορρίς στο Μουσείο των Κόμικς στην Ανγκουλέμ, και για την κυκλοφορία δύο σημαντικών νέων περιπετειών. Στο εκτός σειράς L’Homme qui tua Lucky Luke (Ο Άνθρωπος που σκότωσε τον Λούκυ Λουκ), που κυκλοφόρησε τον περασμένο Μάιο, ο Ματιέ Μπονόμ αφηγείται μια σκοτεινή ελεγειακή ιστορία στο κλίμα του Ανθρώπου που σκότωσε τον Λίμπερτυ Βάλανς του Τζων Φορντ, με ήρωα έναν Λούκυ Λουκ πιο κοντά στις περιπέτειες της πρώτης δεκαετίας του. Οι σφαίρες σκοτώνουν, η θηλυκότητα της Λώρα Λεγκς από τον Μεγάλο Δούκα (Le Grand Duc) του 1973 δεν αποσιωπάται και ο ηλίθιος της παρέας, ένας έφηβος με ειδικές ανάγκες όπως ο αδελφός του δημιουργού, δεν βγάζει γέλιο... Κι όσο για τη νέα περιπέτεια της σειράς, που στη Γαλλία κυκλοφόρησε στις αρχές του Νοεμβρίου, πάντα σε σχέδιο του Ασντέ, με τίτλο La Terre Promise (Η Γη της Επαγγελίας), βασίζεται σε σενάριο του Ζυλιέν Μπερζώ, γνωστότερου ως Ζυλ, ο οποίος ήταν η επιλογή της Αν Γκοσινύ για τη διαδοχή του πατέρα της στις νέες περιπέτειες του Αστερίξ. Ο Ζυλ βάζει τον Λούκυ Λουκ να συνοδέψει μια οικογένεια εβραίων που αναζητούν μια καινούργια πατρίδα στον Νέο Κόσμο: το γουέστερν συναντά τον Ραμπί Ζακόμπ σε έναν χιουμοριστικό φόρο τιμής στις ρίζες του Ρενέ Γκοσινύ. WESTERN MOULES-FRITES Από τον Μορρίς ώς τον Ασντέ και από τον Ρενέ Γκοσινύ ώς τον Ζυλ, οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ είναι ένα από τα πιο σημαντικά και τα πιο πολυσέλιδα κεφάλαια στην ιστορία της ευρωπαϊκής Ένατης Τέχνης, που άρχισε σε μια από τις πιο καθοριστικές καμπές στην ιστορία του γαλλόφωνου κόμικς. Τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια, η Αμερική συναρπάζει περισσότερο από ποτέ. Και όχι άδικα: ο αμερικανός φαντάρος είναι ο ελευθερωτής και φέρνει στις αποσκευές του θεάματα, ακούσματα κι αναγνώσματα που ήταν απαγορευμένα για πέντε χρόνια, από τον χολυγουντιανό κινηματογράφο και την τζαζ ώς τα κόμικς. Όμως αν η Γαλλία και το Βέλγιο υποδέχτηκαν με ανοιχτές αγκάλες –σε γενικές γραμμές– την κουλτούρα των ελευθερωτών τους, δεν παραδόθηκαν άνευ όρων στην πολιτιστική ηγεμονία των ΗΠΑ. Στον χώρο των κόμικς, ενώ τα προπολεμικά έντυπα φυτοζωούσαν ή έπνεαν τα λοίσθια, μια νέα εγχώρια παραγωγή φιλοδοξούσε να ανταγωνιστεί το αμερικανικό εικονογραφημένο αφήγημα που είχε κυριαρχήσει κυρίως στο δεύτερο μισό της προηγούμενης δεκαετίας και μάλιστα, αν όχι με τα δικά του όπλα, τουλάχιστον με παραπλήσιους όρους. Οι περιπέτειες του Λούκυ Λουκ δεν ήταν η μοναδική σειρά που είχε αμερικανό ήρωα ευρωπαϊκής κοπής ή ήταν εμπνευσμένη από τα κόμικς υπερατλαντικής προέλευσης. Τον Ιανουάριο του 1947, στις σελίδες του Spirou, άρχισαν να δημοσιεύονται οι περιπέτειες του αειθαλούς αεροπόρου Μπακ Ντάνυ του Ζαν Μισέλ Σαρλιέ και του Βικτόρ Υμπινόν, μια σειρά που εμπνέεται από την ηρωική αύρα των αμερικανών άσων των αιθέρων, αλλά και στριπ όπως ο Scorchy Smith του Τζων Τέρρυ ή ο Terry and the Pirates του Μίλτον Κάνιφ· δυο χρόνια νωρίτερα, στο Vaillant, είχε αρχίσει η δημοσίευση των περιπετειών των Pionniers de l’Espérance του Μπερνάρ Ποϊβέ και του Ροζέ Λεκυρέ, μιας θαυμάσιας σειράς επιστημονικής φαντασίας στο ύφος του Φλας Γκόρντον του Άλεξ Ραίυμοντ, αλλά με σαφώς αριστερό και διεθνιστικό πνεύμα. Η τάση αυτή δεν περιορίζεται μόνο στα εικονογραφημένα περιοδικά για παιδιά: το Θα φτύσω στους τάφους σας, που έγραψε ο Μπορίς Βιαν με το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλιβαν, κυκλοφόρησε ακριβώς τον ίδιο μήνα με το Almanach Spirou του 1947. Οι ρίζες του Λούκυ Λουκ και της επιτυχίας του θα πρέπει να αναζητηθούν σ’ αυτή τη δημιουργική αμερικανομανία· ή μάλλον, για την ακρίβεια, σε μια ιδιόμορφη νοσταλγία για τις παιδικές αναμνήσεις από μια προπολεμική λαϊκή κουλτούρα αμερικανικής προέλευσης και την ευφάνταστη ανακύκλωση ξενόφερτων κλισέ και εικόνων. Όμως, καθώς αποκρυσταλλωνόταν η οριστική μορφή της, η σειρά απέκτησε τη δική της ταυτότητα, χωρίς ωστόσο να κόψει τον ομφάλιο λώρο με τις πηγές της, και έβαλε τις βάσεις, πολύ πριν από την εμφάνιση του ιταλικού κινηματογραφικού γουέστερν-σπαγγέτι, για ένα γαλλοβελγικό εικονογραφημένο γουέστερν-moules frites. Το είδος έφτασε στην ακμή του με τις περιπέτειες του Μπλούμπερυ του Ζαν Μισέλ Σαρλιέ και του Ζαν Ζιρώ, που άρχισαν να δημοσιεύονται στο Pilote το 1963. Η συγγένεια ανάμεσα στις δυο σειρές είναι ίσως πιο μεγάλη απ’ όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως, όμως η γενιά που ανανέωσε το γαλλόφωνο κόμικς στις δεκαετίες του 1970 και του 1980 είχε υπερβολικά πληθωρικό ταμπεραμέντο για να επηρεαστεί από τον μινιμαλισμό και την αυτοπειθαρχία του Μορρίς. Θα χρειαστεί να περιμένουμε τη γενιά που έκανε τα πρώτα της βήματα τη δεκαετία του 1990, για να διακρίνουμε την επίδραση των τολμηρών πειραματισμών του, σε δουλειές όπως ο Gus του Κριστόφ Μπλαιν (2007-2008), όπου, όμως, η θεματολογία του γουέστερν χρησιμοποιείται με μάλλον προσχηματικό τρόπο. Κι αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό, αφού, τουλάχιστον στην Ευρώπη, το έργο του Μορρίς είναι πλέον πολύ πιο γνωστό από το κινηματογραφικό είδος που διακωμωδεί. Το κόρπους των περιπετειών του Λούκυ Λουκ που κληροδότησε ο Μορρίς στους αναγνώστες του και τους συνεχιστές του έργου του είναι μια τεράστια ανθρώπινη κωμωδία, δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένη από έναν μεγάλο σχεδιαστή, ο οποίος επέλεξε να εστιάσει το ταλέντο του σε μία μόνο σειρά. Ο κόσμος του ήρωά του έχει τον στατικό μανιχαϊσμό ενός κακού γουέστερν· με μια σημαντική διαφορά: οι περιπέτειές του δεν είναι το χρονικό μιας σύγκρουσης ανάμεσα στα στρατόπεδα των «καλών» και των «κακών», είναι η αέναη επανάληψη της αναμέτρησης ενός μοναχικού και μονοδιάστατου ήρωα με ένα τεράστιο καστ από συμπρωταγωνιστές ή κομπάρσους που ενσαρκώνουν, με χίλιους δυο διαφορετικούς τρόπους, αμέτρητες αποχρώσεις της πλάνης ή της μονομανίας, της ματαιοδοξίας ή της γραφικότητας, της μικρότητας ή της ιδιοτέλειας και κυρίως της βλακείας, της οποίας υπέρτατη μορφή είναι, για τον Ρενέ Γκοσινύ, η κακία. Η μονολιθική αλλά γελαστή απάθεια του Λούκυ Λουκ σημειώνει μόνο προσωρινές νίκες απέναντι στο δίπολο που ενσαρκώνουν, με εμβληματικό τρόπο, ο μοχθηρός μέχρι σαδισμού Τζο Ντάλτον και ο ηλίθιος αδελφός του, Άβερελ. Αυτή η αναμέτρηση ανάμεσα στον μοναδικό χαρισματικό καλό –και το εξίσου χαρισματικό άλογό του– και τους κακούς ή τους ηλίθιους ξαναρχίζει πάντα στην επόμενη ιστορία, με φόντο έναν κόσμο που σφύζει από ζωή αλλά δεν αλλάζει. Αυτή η ανθρώπινη ουέστερν κωμωδία δεν έχει απαραίτητα κάποιο βαθύτερο νόημα ούτε το φλέγμα του πρωταγωνιστή της κρύβει έναν σύνθετο χαρακτήρα. Όταν ο Μορρίς δήλωνε ότι το μόνο που επιδιώκει είναι να διασκεδάσει τον εαυτό του και τον αναγνώστη, δεν ήθελε μόνο να προκαλέσει το ακροατήριό του ή τους νεαρούς λόγιους θαυμαστές του που καλλιεργούσαν τον αντικομφορμισμό τους κάνοντας περισπούδαστες αναλύσεις της μαζικής κουλτούρας σε επιστημονικά συνέδρια. Ήξερε, πολύ καλύτερα από οποιονδήποτε άλλο, ότι μάταια θα αναζητήσει κανείς στις σελίδες του κάποιο κρυμμένο νόημα, μια βαθυστόχαστη άποψη για την ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών ή κάποιο σχόλιο για τη γένεση της μυθολογίας του Φαρ Ουέστ. Εβδομήντα χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση του Λούκυ Λουκ, είναι ίσως πιο εύκολο να εκτιμήσει κανείς το έργο του Μορρίς για την αισθητική και την ψυχαγωγική του αξία, όπως ίσως επιθυμούσε ο ίδιος. Και να αναζητήσει εκείνη την ποίηση που τρυπώνει πότε πότε, σχεδόν κατά λάθος, στις σελίδες του, όπως σ’ εκείνο το καρέ όπου μια μικροσκοπική άμαξα διασχίζει μια έρημο από αλάτι, κάτασπρη σαν άγραφη σελίδα. Πηγή
×
×
  • Create New...