Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Ισπανία'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 13 results

  1. Πολεμική Ζωγραφική Pinturas de guerra Ángel de la Calle Prólogo: Paco Ignacio Taibo II Reino de Cordelia, Madrid, 2017 | 304 Κρίτων Ηλιόπουλος Η ιστορία είναι απίστευτη αλλά αληθινή. Στη Χιλή του Πινοτσέτ, τα πρώτα χρόνια της δικτατορίας, σε μια βίλα στα περίχωρα του Σαντιάγο, η ποιήτρια Μαριάνα Καγέχας με τον Αμερικανό σύζυγό της Μάικλ Τάουνλι διοργανώνουν λογοτεχνικές βραδιές με μεγάλη επιτυχία και πολλούς καλεσμένους. Όπως αποκαλύπτεται αργότερα όμως, τα υπόγεια του αχανούς σπιτιού είναι ένα κέντρο βασανιστηρίων της δικτατορίας όπου συμβαίνουν οι πιο φρικτές κτηνωδίες που μπορεί να επινοήσει ο διεστραμμένος εγκέφαλος των βασανιστών. Επίσης είναι γεγονός και έχει αποδειχθεί και ενδίκως ότι το σπίτι είχε παραχωρηθεί στους ιδιοκτήτες από την DINA, την υπηρεσία πληροφοριών του Πινοτσέτ πράκτορες της οποίας ήταν το ζεύγος των διανοουμένων. Ο Τάουνλι και η Καγέχας σήμερα είναι καταδικασμένοι για δολοφονίες πολιτικών αντιπάλων της δικτατορίας μεταξύ των οποίων και του Ορλάντο Λετελιέ που τον ανατίναξαν με βόμβα στις ΗΠΑ. Η υπόθεση έχει περιγραφεί σε αρκετά βιβλία και αρκετές φορές έχει δώσει υλικό για μυθοπλασία, όπως στο «Τελευταία Νύχτα στη Χιλή» του Ρομπέρτο Μπολάνιο. Με την ιστορία αυτή ως πρώτη ύλη αρχίζει το μυθιστόρημα του Άνχελ δε λα Κάγιε, Πολεμική Ζωγραφική (Pinturas de Guerra). Εδώ οι καλεσμένοι της βίλας είναι ζωγράφοι και όχι ποιητές. Το έργο του Άνχελ δε λα Κάγιε (Angel de la Calle) είναι ένα graphic novel, ένα εικονογραφημένο μυθιστόρημα θα λέγαμε, παρότι ο όρος «εικονογραφημένο» ίσως να θυμίζει στους παλαιότερους εκείνα τα «κλασσικά εικονογραφημένα» τις περιλήψεις κλασικών έργων της λογοτεχνίας. Στην Ελλάδα ήδη κυκλοφορεί το προηγούμενο εικονογραφημένο του Άνχελ δε λα Κάγιε για την διάσημη Τίνα Μοδότι από τις εκδόσεις ΚΨΜ. Επίσης μιλά για το μεγαλειώδες φοιτητικό κίνημα του 1968 στο Μεξικό… Το Πολεμική Ζωγραφική επιχειρεί να αναμοχλεύσει πολλές «παλιές» ιστορίες από το πρόσφατο παρελθόν της Λατινικής Αμερικής οι οποίες παρότι εμπλέκουν τις ζωές αμέτρητων ανθρώπων συχνά μένουν έξω από τη «μεγάλη», την «επίσημη» ιστορία, αυτή που διδάσκεται στα σχολεία και αναπαράγεται από τα μαζικά μέσα ενημέρωσης. Αυτές οι άλλες ιστορίες στην Πολεμική Ζωγραφική μιλούν για την Ουρουγουάη και το κίνημα των Τουπαμάρος, για την Αργεντινή και τους Μοντονέρος και για τις αντίστοιχες δικτατορίες στις χώρες αυτές. Επίσης μιλά για το μεγαλειώδες φοιτητικό κίνημα του 1968 στο Μεξικό και τη φρικτή μαζική δολοφονία με την οποία το κατέστειλε ο στρατός της κυβέρνησης του Δίας Ορδάς μία εβδομάδα πριν αρχίσουν οι Ολυμπιακοί Αγώνες εκεί. Η αφήγηση των ιστορικών γεγονότων χρησιμεύει ως πρώτη ύλη για τη δημιουργία της πλοκής του έργου, η οποία με τη σειρά της χρησιμεύει για υπαινιγμούς, σχόλια και συλλογισμούς σχετικά με την Τέχνη και πιο συγκεκριμένα τη ζωγραφική. Ανασύροντας άλλη μια άγνωστη ή ξεχασμένη «μικρή» ιστορία, τη σύντομη δράση του κινήματος των Αυτορεαλιστών στο Παρίσι του ’80, στήνεται το σενάριο που θα δέσει τις χώρες της Λατινικής Αμερικής με την Ευρώπη, την επανάσταση με τη ζωγραφική και τη Nouvelle Vague στο γαλλικό κινηματογράφο. Όπως αναφέρει ο συγγραφέας, «Εκτός από το Γάλλο συγγραφέα Ζαν Φρανσουά Βιλάρ, πολύ αμυδρά στο μυθιστόρημά του «Το ταγκό της Βαστίλλης», κανένας άλλος δεν έχει καταγράψει πληροφορία ή μαρτυρία για τους Αυτορεαλιστές». Αυτοί ήταν λατινοαμερικάνοι εξόριστοι που γέμισαν πολλούς τοίχους του Παρισιού με αυτοπροσωπογραφίες σε αφίσες, για να καταγγείλουν τη φρίκη των βασανιστηρίων στις δικτατορίες της Λατινικής Αμερικής. Ο συγγραφέας στην τεράστια έρευνα που έκανε για τη συγγραφή του βιβλίου, εντόπισε έναν από την ομάδα, ο οποίος του έδωσε μια φωτοτυπία μιας αυτοπροσωπογραφίας του Αντονέν Αρτώ την οποία τοιχοκολλούσαν οι Αυτορεαλιστές μαζί με τις δικές τους. Οι πρωταγωνιστές του μυθιστορήματος είναι οι ζωγράφοι, οι λατινοαμερικάνοι εξόριστοι ζωγράφοι από τη Χιλή, την Ουρουγουάη, την Αργεντινή και το Μεξικό. Αλλά δεν είναι μόνο καλλιτέχνες, έχουν πάρει ενεργά μέρος σε κοινωνικούς αγώνες, οι τρεις μάλιστα έχουν και ένοπλη δράση. «Αυτοί που έκαναν κριτική στην κοινωνική στράτευση στις αρχές της δεκαετίας του εξήντα, γίνονται πολιτικοί καλλιτέχνες στο τέλος της ίδιας δεκαετίας». «Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;» Στο Παρίσι τους γνωρίζει ο αφηγητής, ο οποίος βρίσκεται εκεί για να γράψει μια βιογραφία της Τζιν Σίμπεργκ (Jean Seberg), της θρυλικής Αμερικανίδας ηθοποιού με την περιπετειώδη ζωή και τις ανατρεπτικές ιδέες. Και τίθεται το ερώτημα «Αλλά… Αλλά εσείς είστε καλλιτέχνες. Στο όνομα τίνος… Γιατί… σκοτώσατε ανθρώπους;» Το ερώτημα θα απαντηθεί όχι μόνο από τα επιχειρήματα, αλλά και από την ίδια τη ζωή των ζωγράφων. Την ίδια περίοδο στο Παρίσι, σε μια «περίεργη» εποχή, (ο ιστορικός χρόνος δεν συμπίπτει με το μυθιστορηματικό) ο αφηγητής συναντά τον Γκυ Ντεμπόρ και τους Καταστασιακούς, παίρνει συνέντευξη από τον Ζαν Λυκ Γκοντάρ, κάνει φιλία με τον Χουάν Γκοϊτισόλο, διάσημο Ισπανό συγγραφέα εξόριστο από τη δικτατορία του Φράνκο, «αιρετικό» από πολλές απόψεις. Τότε ο βρόμικος πόλεμος των Γάλλων στην Αλγερία αναδύεται μέσα από τις λεπτομέρειες της υπόθεσης. Φυσικά από το Παρίσι με τους λατινοαμερικάνους εξόριστους δεν θα μπορούσε να λείπει ούτε ο Κορτάσαρ, ούτε το «Κουτσό» του. Λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στις ευχαριστίες του επιλόγου της μεξικάνικης έκδοσης: «Στην πραγματικότητα, η δομή του βιβλίου είναι ένα “Παρουσιάστε όπλα”, μπροστά στον Κορτάσαρ. Σε κάθε αφηγηματική αρχιτεκτονική στα ισπανικά νομίζω ότι ο κανόνας μέτρησης είναι ο Κορτάσαρ. Ο σχεδιασμός του στο Κουτσό είναι μοναδικός και μεγαλειώδης, όμως ο Αργεντινός συγγραφέας έχει πολλά περισσότερα απ’ αυτό. Πολλά. Γι’ αυτό και αναζητώ την αντιπαράθεση μαζί του. Και ίσως γι’ αυτό ο αναγνώστης μπορεί ν’ αρχίσει το βιβλίο απ’ οποιοδήποτε κεφάλαιο, δεν έχει σημασία η σειρά, και πάντοτε θα διαβάζει την ίδια ιστορία (…) Η ιστορία δεν θα αλλάζει, θα είναι η ίδια ανάγνωση αλλά ωστόσο θα είναι μια άλλη, η δική του ιστορία.» Βασικό εργαλείο του Άνχελ δε λα Κάγιε είναι η εικόνα και, όπως λέει ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στον πρόλογό του, ο Άνχελ «όταν αφηγείται επιτρέπει στον εαυτό του τα πάντα, όνειρα, παράπλευρες διαδρομές μέσα σε παράπλευρες διαδρομές, πηγαίνει από το ρεαλισμό στον μαγικό ρεαλισμό, όπως λχ. στις υπέροχες σελίδες της δραπέτευσης του Μπαραγάν από τη σφαγή του Τλατελόλκο με τον Βαν Πάαλεν, όπου έφτασα να πιστέψω ότι το αεροπλάνο που τον έπαιρνε από το Μεξικό το πιλοτάριζε ο Μαρλώ ή ο Σαιν-Εξυπερύ.» Ο κατά κάποιο τρόπο «δάσκαλος» του Άνχελ, Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ, δεν κρύβει τον ενθουσιασμό του: «Όσο προχωρώ στην ανάγνωση της Πολεμικής Ζωγραφικής, τόσο βυθίζομαι στην περιπλοκότητα μιας εποχής, ακούω τον απόηχο παλιών λογομαχιών, αρχίζω να βλέπω ξεχασμένα πρόσωπα και ξεχασμένες συζητήσεις. Και πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Άνχελ για τα αστικά τοπία του, για τις συνεχείς αναπαραγωγές πινάκων ζωγραφικής, τις φωτογραφίες και τις τοιχογραφίες, για την αγάπη του για τις λεπτομέρειες, την ικανότητά του να συμπυκνώνει την ιστορία σ’ ένα χαμένο παπούτσι…» «Διαβάζω μόνο την πρώτη και την τελευταία σελίδα κάθε βιβλίου. Εκεί συγκεντρώνονται οι καλύτερες φράσεις των συγγραφέων …και αυτές βάζω τους ηθοποιούς να πουν» «Το σινεμά, η τέχνη των μαζών, θα γινόταν χρήσιμη, θα ήταν η υπέρβαση της αστικής τέχνης και των αντιφάσεών της. Και βλέπετε τώρα που κατέληξε, μια ατραξιόν για τα πανηγύρια, κατάντησε κάτι πολύ χειρότερο απ’ αυτό που προσπαθούσε να ξεπεράσει…» Πηγή (Δική μου σημείωση: το άρθρο είχε γραφτεί πριν από την έκδοση του κόμικ στα ελληνικά. Ο συγγραφέας του άρθρου είναι και ο μεταφραστής της ελληνικής έκδοσης)
  2. Τίτλος πρωτότυπου: Pinturas de guerra (Reino del Cordelia S.L., 2017) Βρισκόμαστε στη Χιλή, μετά το πραξικόπημα του Πινοτσέτ Μια σχετικά μεγάλη παρέα ευκατάστατων ανθρώπων έχει μαζευτεί σε ένα σπίτι και συζητούν περί τέχνης και άλλων ανώδυνων θεμάτων. Μια διακοπή ρεύματος οδηγεί ένα από τα μέλη της ομήγυρης στο υπόγειο του σπιτιού, όπου θα κάνει μια φρικτή ανακάλυψη. Αμέσως μετά, ξεκινά ένα καινούριο κεφάλαιο, όπου ένας νεαρός Ισπανός κομίστας, ονόματι Άνχελ Δε Λα Κάγιε πηγαίνει στο Παρίσι, για να γράψει ένα βιβλίο για την Αμερικανίδα ηθοποιό Τζιν Σίμπεργκ, η οποία σκοτώθηκε νέα σε ένα αυτοκινητιστικό δυστύχημα, που κάποιοι επέμεναν ότι ήταν στημένο. Εκεί, ο Δε Λα Κάγιε θα γνωρίσει πολλούς Γάλλους διανοούμενους, αλλά και Ισπανούς και κυρίως Λατινοαμερικανούς εξόριστους και θα εμπλακεί σε μια ιστορία, η οποία τον ξεπερνάει. Με συγχωρείτε, αλλά μου είναι αδύνατον να δώσω μια πιο λεπτομερή σύνοψη αυτού του απολύτως συναρπαστικού κόμικ, γιατί είναι τόσα πολλά τα πρόσωπα, που παρελαύνουν στις σελίδες του και τόσα πολλά τα θέματα, που θίγονται, τόσο πολυεπίπεδη και πολυπρόσωπη η αφήγηση, ώστε οτιδήποτε και να γράψω, θα αδικήσει το έργο. Αρκούμαι να σημειώσω, ότι πρόκειται για ένα απόσπασμα, ας το θέσω έτσι, από την ταραχώδη ιστορία της Λατινικής Αμερικής και από έναν πόλεμο, που διεξάγεται, όχι μόνο στο έδαφός της, αλλά ακόμη και στο εξωτερικό, όπου συγκρούονται οι διάφοροι αντιπρόσωποί της. Η πολιτική, η ιστορία, η τέχνη, αλλά και η προσωπική ιστορία συγκρούονται, αλλά και αλληλοσυμπληρώνονται μέσα στο αφηγηματικό παζλ του δημιουργού. Κατά τη γνώμη μου, το κόμικ είναι ένας θρίαμβος της αφήγησης, η οποία γίνεται μέσα από διάφορες οπτικές γωνίες και με διάφορους τρόπους, κάποιοι από τους οποίους δεν φαίνονται αρχικά να σχετίζονται μεταξύ τους. Για παράδειγμα, η ιστορία του πρώτου κεφαλαίου ξεχνιέται, αλλά θα τη βρούμε μπροστά μας κάπου στη συνέχεια, αλλά και στο πικρό, πάρα πολύ πικρό τέλος του κόμικ. Ο Δε Λα Κάγιε στο επίμετρο του κόμικ αναφέρει ως παντοτινή έμπνευσή του τον Αργεντινό συγγραφέα Χούλιο Κορτάσαρ (όσοι έχετε διαβάσει "Το Κουτσό", θα καταλάβετε γιατί), αλλά πιστεύω, ότι χρωστά πολλά και στο Χιλιανό Ρομπέρτο Μπολάνιο, τον οποίον επίσης αναφέρει, και το βιβλίο του οποίου "2666" με την κατακερματισμένη αφήγησή του ρίχνει τη σκιά του στο κόμικ. Και φυσικά, υπάρχει και ο Φίλιπ Κ. Ντικ, αφού ο Δε Λα Κάγιε του κόμικ διαβάζει συνεχώς τον "Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο", αλλά και ο Γκι Ντεμπόρ και ο Αντονέν Αρτό και πάρα πολλοί άλλοι. Δεν θέλω να κοροϊδέψω κανέναν και καμία: δεν τρελάθηκα με το προηγούμενο κόμικ του Δε λα Κάγιε, το "Τίνα Μοντόττι", ούτε μου αρέσει ιδιαίτερα η σχεδιαστική τεχνική του. Βεβαίως, έχει ωραίες εμπνεύσεις και σε ορισμένα σημεία τα σχέδιά του είναι πολύ δυνατά και γενικά η σκηνοθεσία του επιτυχημένη. Ίσως όμως, να ήταν καλύτερα να είχε σχεδιάσει το κόμικ κάποιος άλλος. Μου φάνηκε όμως τόσο δυνατή και τόσο ενδιαφέρουσα η ιστορία, ώστε πραγματικά, δεν με ένοιαξε αυτό. Κατά την άποψή μου, ακόμη κι αν δεν σας άρεσε η "Τίνα Μοντόττι", σας προτρέπω να δώσετε μια ακόμη ευκαιρία στο Δε Λα Κάγιε και είμαι σίγουρος, ότι θα σας δώσει τροφή για πολύ σκέψη. Η έκδοση είναι πάρα πολύ ωραία και η μετάφραση του Κρίτωνα Ηλιόπουλου, ο οποίος έχει μεταφράσει πάρα πολλά έργα Ισπανών και ισπανόφωνων συγγραφέων, εξαιρετική με αρκετές σημειώσεις, που βοηθούν στην κατανόηση του κειμένου, αν και θεωρώ, ότι χρειαζόντουσαν και κάποιες ακόμη. Τα σκαναρίσματα του εξωφύλλου και του οπισθόφυλλου έγιναν από εμένα, οι εσωτερικές εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη του Δε Λα Κάγιε στην Αγγελική Βασιλάκου για τη lifo Κριτική του Γιάννη Κουκουλά Άρθρο του μεταφραστή του κόμικ, Κρίτωνα Ηλιόπουλου, που γράφτηκε αρκετά πριν από την έκδοση του βιβλίου στα ελληνικά
  3. Στα βήματα του Μπουνιουέλ Ιωάννα Σωτήρχου Στην τελευταία διοργάνωση του Αnimasyros προβλήθηκε η ταινία «Ο Μπουνιουέλ στον λαβύρινθο με τις χελώνες» που βασισμένη στο γκράφικ νόβελ του σύγχρονου Ισπανού εικαστικού ακολουθεί τα βήματα του μεγάλου σουρεαλιστή σκηνοθέτη την εποχή που γυρνούσε το κατ’ εξοχήν αντι-φρανκικό ντοκιμαντέρ «Γη χωρίς ψωμί». Είναι από εκείνες τις ιστορίες που γράφει η ζωή και μετά λέμε ότι τις μιμείται η τέχνη. Πόσο μάλλον όταν πρόκειται για εξέχουσες ιστορικές μορφές του σουρεαλισμού, όπως ο Λουίς Μπουνιουέλ. Είμαστε στο 1930 στο Παρίσι και ο Ισπανός σκηνοθέτης και πατέρας του κινηματογραφικού σουρεαλισμού είχε μόλις καταστραφεί οικονομικά μετά την ταινία «Χρυσή εποχή»: μια ταινία το σενάριο της οποίας συνυπέγραφε με το έτερο τέρας που είχε φλερτάρει με τον σουρεαλισμό, τον Σαλβαδόρ Νταλί. Η ταινία προκάλεσε σάλο, Εκκλησία και κράτος ξεσηκώθηκαν εναντίον της και τελικά απαγορεύτηκε να παιχτεί στη Γαλλία. Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία. Άφραγκος, παραμονές Χριστουγέννων συναντιέται σε ένα μπαρ με τον πολυτάταλαντο συμπατριώτη του Ραμόν Ασίν Ακιλουέ, αναρχοσυνδικαλιστή, ζωγράφο, γλύπτη, συγγραφέα και δάσκαλο, και του εξομολογείται ότι θα ήθελε να γυρίσει ένα ντοκιμαντέρ για μία από τις φτωχότερες περιοχές στην Ισπανία, τη Λας Ούρδες. Ο φίλος του τού υπόσχεται λοιπόν ότι αν κερδίσει το πρωτοχρονιάτικο λαχείο που έχει αγοράσει θα χρηματοδοτήσει την ταινία του. Αναπάντεχα κερδίζει. Και τηρεί την υπόσχεσή του χρηματοδοτώντας την ταινία του! Απίθανο; Κάπως έτσι ο Μπουνιουέλ ξεκινά τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ «Γη χωρίς ψωμί» σε μια ορεινή περιοχή με πάμφτωχους κατοίκους, όπου μετά βίας έβγαζαν τα προς το ζην και πέθαιναν αβοήθητοι όταν αρρώσταιναν. Την ιστορία των γυρισμάτων αυτού του ντοκιμαντέρ κατέγραψε στο εικονογραφημένο του μυθιστόρημα (γκράφικ νόβελ) «Ο Μπουνιουέλ στον λαβύρινθο με τις χελώνες» ο σύγχρονος Ισπανός σκιτσογράφος, ανιμέιτορ και εικονογράφος Φερμίν Σολίς. Αυτό το βιβλίο ήταν και η πρώτη ύλη μιας άλλης ταινίας, της ομότιτλης ταινίας κινουμένων σχεδίων που, σε σκηνοθεσία Σαλβαδόρ Σιμό, απέσπασε το βραβείο κριτικής επιτροπής στο Διεθνές Φεστιβάλ Ταινιών Κινουμένων Σχεδίων & Αγορά Κινηματογράφου του Ανεσί (Annecy Ιnternational Animated Film Festival and Market-MIFA, το μεγαλύτερο και σημαντικότερο γεγονός κινουμένων σχεδίων στον κόσμο) πριν από τρία χρόνια και παρουσιάστηκε τώρα, στη Σύρο, σε ειδική προβολή στο 15ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινουμένων Σχεδίων Αnimasyros. Εκεί συναντήσαμε τη διασημότητα εκτός των άλλων των ισπανικών γκράφικ νόβελ Φερμίν Σολίς και μιλήσαμε μαζί του για την ιστορία που θέλησε να γνωρίσει στο ευρύτερο κοινό. ● Τι σας γοήτευσε σε αυτή την ιστορία και θελήσατε να την αφηγηθείτε; «Η Λας Ούρδες ήταν μια από τις φτωχότερες τότε ισπανικές περιφέρειες και ένας σπουδαίος σουρεαλιστής σκηνοθέτης γύρισε πριν από 90 χρόνια ένα ντοκιμαντέρ για τα προβλήματα της περιοχής σε μια προσπάθεια να τους βοηθήσει να βελτιώσουν τη ζωή τους κάνοντας γνωστό το τι περνούσαν. Ωστόσο, τόσο το ντοκιμαντέρ όσο και αυτή η ιστορία είναι ελάχιστα γνωστά. Μάλιστα, όταν ταξίδεψα στην περιοχή προκειμένου να κάνω έρευνα για το βιβλίο, αναζητώντας ανθρώπους που ίσως τον γνώρισαν ή ζούσαν όταν γυρίστηκε η ταινία, διαπίστωσα ότι όχι απλώς δεν ήθελαν να θυμούνται τον Μπουνιουέλ, αλλά σχεδόν τον μισούσαν γιατί θεωρούσαν ότι με την ταινία του, όπου εξέθετε τις δυσκολίες και την καθυστέρηση που υπήρχε, παρότι τελικά τους βοήθησε, ήταν σαν να τους κοροϊδεύει. Βέβαια η πραγματικότητα δεν ήταν μακριά από την αλήθεια, ούτε απείχε από τη σκληρή ζωή που είχε κινηματογραφήσει ο Μπουνιουέλ στο ντοκιμαντέρ του. Το βιβλίο μου είναι ένας φόρος τιμής στον μεγάλο σουρεαλιστή σκηνοθέτη και μια άγνωστη ιστορία για τη ζωή και το έργο του. Ενα ακόμη στοιχείο είναι ότι έτσι μας δίνεται η ευκαιρία να αναφερθούμε και στη μορφή του σπουδαίου αναρχικού και γενναιόδωρου καλλιτέχνη Ραμόν Ασίν Ακιλουέ, ο οποίος σκοτώθηκε από τον πρώτο χρόνο του ισπανικού Εμφυλίου. Καθώς μάλιστα είχε ξεκινήσει να γυρίζεται η ταινία που βασίστηκε στο βιβλίο μου, βρέθηκαν στο Παρίσι μερικά πλάνα από το ντοκιμαντέρ του Μπουνιουέλ τα οποία ενσωματώθηκαν στην ταινία». ● Και πώς βγήκε ο τίτλος «Στον λαβύρινθο με τις χελώνες»; «Είναι επειδή παρατηρώντας πώς είναι χτισμένα τα σπίτια στη Λας Ούρδες, έτσι πέτρινα με κελυφωτές πέτρινες σκεπές, μου φάνηκαν από μακριά σαν χελώνες...». Το ντοκιμαντέρ του Μπουνιουέλ αποκάλυπτε μια οδυνηρή πραγματικότητα που η ταινία κινουμένων σχεδίων επίσης εκθέτει: οικονομική και πολιτιστική ένδεια, χωριά όπου το ψωμί σπανίζει, μηδαμινή κοινωνική μέριμνα. Δεν κρύβεται η απέχθεια των δημιουργών απέναντι στην αδιάφορη Καθολική Εκκλησία, με την πείνα να θερίζει, την πενία να οδηγεί στη γέννηση παιδιών με διανοητικά προβλήματα, με τον θάνατο από τις πιο κοινές ασθένειες να θερίζει και με τους κατοίκους να παραδίδονται σ’ αυτόν μοιρολατρικά. Από αυτό το ντοκιμαντέρ ο Μπουνιουέλ εμπνέεται μερικές από τις εμβληματικές και εμμονικές σκηνές του, όπως αυτή με τα έντομα κινηματογραφημένα από κοντά, επιλογή που συναντούμε και στη μετέπειτα φιλμογραφία του. Ίσως δεν είναι τυχαίο ότι τα χρόνια που ακολούθησαν, η αριστερή κριτική αντιμετώπιζε την ταινία ως μια κατ’ εξοχήν απάντηση στον Φράνκο. Πηγή
  4. Τίτλος πρωτότυπου: La casa (2015, Astiberri) Ο ηλικιωμένος πατέρας πεθαίνει και το εξοχικό σπίτι, που έχτισε μαζί με την οικογένειά του μαραζώνει. Η μητέρα έχει πεθάνει εδώ και κάποια χρόνια και τα τρία παιδιά, ο Βιθέντε, ο Χοσέ και η Κάρλα έχουν τις δικές τους προτεραιότητες. Ο Χοσέ είναι συγγραφέας και οι άλλοι δύο έχουν οικογένειες. Το σπίτι θέλει συντήρηση, επειδή φτιάχτηκε στα γρήγορα και με φτηνά υλικά και κανείς τους δεν έχει ούτε τα χρήματα, ούτε το χρόνο για να τα αφιερώσει σε αυτό. Συνεπώς, το σπίτι πρέπει να βγει προς πώληση. Το σπίτι, όμως, είναι γεμάτο αναμνήσεις, αφού και οι τρεις πέρασαν όλα τα καλοκαίρια της παιδικής και εφηβικής τους ηλικίας εκεί. Ήταν απλώς ένα οικόπεδο, όταν το αγόρασαν, αλλά σιγά σιγά με την προσωπική τους εργασία έγινε μια κατοικία και είναι το σύμβολο του πατέρα τους, αλλά και μιας ολόκληρης γενιάς Ισπανών, που μη μπορώντας να αγοράσουν ένα έτοιμο εξοχικό, έπρεπε να το φτιάξουν από την αρχή, έστω κι αν έπρεπε λίγο να παρανομήσουν για ορισμένα θέματα. Το μόνο πράγμα, που δεν πρόλαβε να στήσει ο πατέρας, όπως το ήθελε, ήταν αυτή η αναθεματισμένη πέργκολα, που την είχε καημό, από τότε, που ήταν νέος. Και αυτή η συκιά, που με τίποτα δεν βγάζει σύκα! Ναι, αλλά κάθε γωνία, κάθε τμήμα του σπιτιού τους θυμίζει τον πατέρα και όλες τις στιγμές, που πέρασαν εκεί. Μήπως τελικά θα ήταν καλύτερα να το κρατήσουν και να το επισκευάσουν, για να μη χάσουν το μέρος, όπου βρίσκεται ένα μεγάλο κομμάτι του εαυτού τους; Απλά διλήμματα, καθημερινά. Κάποιοι έχουμε βρεθεί σε αυτά ή σε κάτι παρόμοιο (εγώ, για παράδειγμα). Ο Ρόκα αφηγείται μια ιστορία αναμνήσεων και ξεκαθαρίσματος λογαριασμών με το παρελθόν, μια ιστορία για την οικογένεια και τις καταβολές μας και τελικά, μια κοινότοπη ιστορία, αλλά με την καλή έννοια. Δεν υπάρχουν θαμμένα οικογενειακά μυστικά στο έργο, ούτε κάποια συγκλονιστική ανατροπή, ούτε κάποια τρομερή αποκάλυψη. Υπάρχει μόνο η συνειδητοποίηση, ότι κάποτε τα πράγματα ήταν έτσι και τώρα είναι αλλιώς. Κάποτε ο πατέρας, μεγαλωμένος μέσα στη φτώχεια, έκανε κάποιες επιλογές, που σήμερα φαντάζουν περίεργες, αλλά για εκείνον είχαν σημασία. Η πέργκολα είχε τη σημασία της, η συκιά το ίδιο. Αλλά η ζωή έχει προχωρήσει και πρέπει και τα παιδιά να κάνουν επιλογές, όχι τρομερές και φοβερές, αλλά επιλογές παρόλα αυτά. Κάτι πρέπει να φύγει, κάτι πρέπει να αφήσουν πίσω. Αυτό δεν σημαίνει, ότι ξεχνάνε, απλά κάποια πράγματα πρέπει να γίνουν. Ας μη μακρηγορώ. Το κόμικ μου άρεσε πάρα, πάρα πολύ, περισσότερο από το "Arrugas", το οποίο επίσης μου είχε αρέσει πολύ. Είναι ρεαλιστικό και απολύτως βγαλμένο από τη ζωή. Οι χαρακτήρες συζητούν, σκέφτονται, θυμούνται και ο Ρόκα ανακατεύει με μεγάλη επιτυχία παρελθόν και παρόν στην εξιστόρησή του, σε σημείο, που κάποια πράγματα φαίνονται να εξελίσσονται παράλληλα μεταξύ των δύο χρονικών βαθμίδων και δημιουργεί μια ιστορία γεμάτη από τις χαρές και τις πίκρες της καθημερινότητας. Ίσως να μην αρέσει σε όλους εξίσου, αυτό είναι κατανοητό, γιατί υπάρχει και μια βιωματική πλευρά στο κόμικ και πολλές φορές αυτά μας αφήνουν αδιάφορους. Πιστεύω, όμως, ότι αξίζει τον κόπο να του ρίξετε μια ματιά. Το κόμικ κέρδισε το βραβείο Eisner το 2020 στην κατηγορία Best U.S. Edition of International Material. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2019 σε μια εξαιρετική, σκληρόδετη έκδοση από τη Fantagraphics σε μακρόστενο σχήμα (25 πλάτος, 18,5 ύψος) και σε σχετικά προσιτή τιμή. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Κριτική στο The Comics Journal
  5. Το ανθρώπινο πρόσωπο είναι ένα πεδίο θανάτου Γιάννης Κουκουλάς Μια συναρπαστική νουάρ αφήγηση μεταξύ Ιστορίας, πολιτικής φαντασίας και μαγικού ρεαλισμού από τον Ανχελ δε λα Κάγιε. Η πρόσφατη ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι γεμάτη επαναστάσεις, διαδηλώσεις, αγώνες για την ανεξαρτησία και την ελευθερία. Ταυτόχρονα όμως είναι γεμάτη και από αμερικανοκίνητες δικτατορίες, καταστολή, βασανιστήρια, θανάτους. Καλλιτέχνες, ζωγράφοι, συγγραφείς, ποιητές σε ολόκληρη τη Λατινική Αμερική δημιούργησαν τέχνη για να εκφράσουν την αντίσταση. Κάποιοι αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τη χώρα τους, κάποιοι άλλοι πλήρωσαν με την καριέρα ή και τη ζωή τους την πολιτική τους στράτευση. Σε μια πολυδαίδαλη και πολυεπίπεδη φανταστική ιστορία με αρκετά πραγματικά πρόσωπα του εικοστού αιώνα σε πρωταγωνιστικούς ρόλους, ο Ισπανός δημιουργός κόμικς Άνχελ δε λα Κάγιε (στα ελληνικά κυκλοφορεί επίσης το βιβλίο του «Tina Modotti» από τις εκδόσεις ΚΨΜ) «αφηγείται» στιγμιότυπα από αυτόν τον πολυτάραχο βίο της Λατινικής Αμερικής και των ανθρώπων της, καταδεικνύοντας την κοινή μοίρα τους αλλά και τη διαρκή επικαιρότητα της ανατροπής παρά τις διαδοχικές ήττες, τα βρόμικα μέσα και την υπεροπλία των αντιπάλων. Στα «Χρώματα Πολέμου» (εκδόσεις Red n’ Noir, μετάφραση: Κρίτων Ηλιόπουλος, 296 σελίδες), συνδυάζοντας με μοναδική επιδεξιότητα τις ζωές και τις περιπέτειες δεκάδων προσώπων που το καθένα κουβαλά μια ξεχωριστή ιστορία, συνθέτει ένα μωσαϊκό από αφηγήσεις για το παρελθόν της νότιας Αμερικής. Ένας πράκτορας της CIA, ένας συνάδελφός του στις γαλλικές μυστικές υπηρεσίες μπλεγμένος στον βρόμικο πόλεμο της Αλγερίας, μια Χιλιανή ζωγράφος, ένας ακόμα ζωγράφος, μέλος των ανταρτών Τουπαμάρος, και ένας τρίτος, μέλος των ανταρτών Μοντονέρος της Αργεντινής, ένας Μεξικανός επιζών από τη σφαγή του Τλατελόλκο συναντιούνται στο Παρίσι όπου διασταυρώνουν τη διαδρομή τους με αυτή ενός νεαρού Ισπανού που φιλοδοξεί να γράψει τη βιογραφία της καταραμένης «πριγκίπισσας» του αμερικανικού κινηματογράφου, Τζιν Σίμπεργκ Τα φανταστικά αυτά πρόσωπα, όμως, κουβαλούν και μεταφέρουν γνώσεις και εμπειρίες από πραγματικά γεγονότα που πλήγωσαν τη Νότια Αμερική και το μίγμα γίνεται ακόμα πιο εκρηκτικό όταν οι ζωές τους τέμνονται με αυτές πραγματικών προσώπων όπως του ιδρυτή της Καταστασιακής Διεθνούς, Γκι Ντεμπόρ, του φιλόσοφου Ζαν Πολ Σαρτρ, των δημιουργών κόμικς Ζακ Λουστάλ και Λορέντσο Ματότι κ.ά. Στο βιβλίο του Άνχελ δε λα Κάγιε, οι αναφορές σε πραγματικά γεγονότα και πρόσωπα είναι συνεχείς όπως και οι υπομνήσεις παρελθοντικών στιγμών. Αντί, ωστόσο, κάτι τέτοιο να λειτουργεί ανασταλτικά για τον αναγνώστη που δεν γνωρίζει κάθε πτυχή της Ιστορίας, λειτουργεί προτρεπτικά, παρακινεί στην περαιτέρω μελέτη και γνώση των συνθηκών που έφεραν τη Λατινική Αμερική στη σημερινή της κατάσταση. Εξίσου ενδιαφέρουσα είναι η συσχέτιση των γεγονότων και των προσώπων του βιβλίου με την Ιστορία της τέχνης και των κινημάτων από τα οποία αναδύθηκαν σημαντικές καλλιτεχνικές μορφές. Οι αναφορές στον αφηρημένο εξπρεσιονισμό, τον αντιφορμαλισμό, τον μινιμαλισμό, την Pop Art, τις περφόρμανς, τον αυτορεαλισμό δεν γίνονται για να μπερδέψουν τον αναγνώστη αλλά για να τον οδηγήσουν στην έννοια του πολιτισμικού ιμπεριαλισμού, στη διαφορά των έργων του Τζάκσον Πόλοκ από τις τοιχογραφίες του Ντιέγο Ριβέρα, στην κατανόηση της τέχνης που άνθισε στις μητροπόλεις του αμερικανικού νότου σε σχέση με αυτήν των ευρωπαϊκών πρωτευουσών. Κι όλα αυτά με την πολιτική να βρίσκεται δίπλα σε κάθε καλλιτεχνική δράση και πράξη. «Η Λατινική Αμερική είναι μια αποικία που εδώ και δυο αιώνες πολέμησε για την ανεξαρτησία της από την Ισπανία. Και τώρα προσπαθούμε να απελευθερωθούμε από τον αμερικανικό ιμπεριαλισμό, από την εξουσία του Βορρά. Αν δεν το δείτε έτσι, δεν θα καταλάβετε. Είμαστε Λατινοαμερικάνοι πατριώτες οπλισμένοι με ένα πινέλο και ένα τουφέκι», λέει ένας από τους χαρακτήρες του δε λα Κάγιε την ώρα που περιγράφει την αντάρτικη δράση του εναντίον αστυνομικών, πρακτόρων και στρατιωτικών με αναφορές στον Σιμόν Μπολιβάρ και τον Τσε Γκεβάρα. Αυτή την εκπληκτική ικανότητα του δε λα Κάγιε να συνδέει πολιτική, τέχνη, Ιστορία και φαντασία με αριστοτεχνικό τρόπο, επισημαίνει και ο Πάκο Ιγνάσιο Τάιμπο ΙΙ στον εξαιρετικό πρόλογό του: «Το βιβλίο αυτό είναι ένα αδιάκοπο κλείσιμο του ματιού που θα μας μεταφέρει στην Πον Νεφ του Παρισιού του Κορτάσαρ και στην ανάγκη να διαβάσουμε τον “Άνθρωπο στο Ψηλό Κάστρο” του Φίλιπ Ντικ και να ξαναδούμε το “Με Κομμένη την Ανάσα” ή θα σε κάνει να αναρωτηθείς πού κρύφτηκαν στη βιβλιοθήκη σου τα μανιφέστα του Γκι Ντεμπόρ». Και συμπληρώνει για να καταδείξει την ομοιότητα του βιβλίου του δε λα Κάγιε με την πραγματική Ιστορία και τραγωδία του αμερικανικού νότου: «Ο Άνχελ οργανώνει το χάος: συνέχειες, επιστροφές στο παρελθόν, αφηγήσεις σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, επιστολές, γεγονότα που πηγαινοέρχονται μέσα στο χρόνο, δευτερεύουσες αστυνομικές πλοκές […] Πρέπει να ευχαριστήσουμε τον Άνχελ για τα αστικά τοπία του, τις συνεχείς αναπαραγωγές πινάκων, φωτογραφιών και τοιχογραφιών, τον έρωτά του για τις λεπτομέρειες, τη λογοτεχνική του ικανότητα να συγκεντρώνει την ιστορία σ’ ένα χαμένο παπούτσι». «Χρώματα Πολέμου» Παρουσίαση Πότε: Σάββατο 4/6 στις 21.00, στο πλαίσιο του 2ου Φεστιβάλ «Books n’ Beer fest» Πού: Πλατεία Πρωτομαγιάς, Πεδίον του Αρεως Ομιλητές: Κρίτωνας Ηλιόπουλος (μεταφραστής του βιβλίου), Ανδρέας Αποστολίδης (συγγραφέας, σκηνοθέτης και μεταφραστής), Δανάη Ταχτάρα (μεταφράστρια, διδάκτωρ μετάφρασης) και ο δημιουργός του βιβλίου, Άνχελ δε λα Κάγιε. Είσοδος ελεύθερη Πηγή
  6. Η Maria Llovet είναι μία "πολυδιάστατη" artist από τη Βαρκελώνη. Στα comics της υπάρχουν ισόποσες επιρροές από manga και bd, με αποτέλεσμα μία υπέροχη καθαρή γραμμή, συχνά εμπλουτισμένη με απίστευτα πλούσια λεπτομέρεια. Συχνά, κάποια καρέ της είναι σαν πίνακες. Μέχρι στιγμής, η μεγαλύτερη επιτυχία της είναι το FAITHLESS, του Brian Azzarello. Πολύ δυνατό είναι και το PORCELAIN, όμως δεν έχω τελειώσει κανένα τους ακόμα. Τι είναι λοιπόν το ΕΡΩΤΑΣ ΣΛΑΣ ΨΥΧΗ; Η φάση είναι φουλ ονειρική. Το "σενάριο" λέει πως δυο κοπέλες συναντιούνται σε ένα σχολείο θηλέων, ονόματι Rose, που έχει πολύ αυστηρές ποινές για τους απείθαρχους, οι οποίες ξεκινάνε από την αποβολή και φτάνουν μέχρι τον... θάνατο! Η Sara συναντάει την Silje, με αφορμή τον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής και μπαίνουν σε πρωτόγνωρα τερτίπχια και καρδιοχτύπχια. Το μεγαλύτερο ατού του εν λόγω comic, είναι, φυσικά, το art. Κάποιες σελίδες είναι πανέμορφες. Δυστυχώς, το σενάριο είναι προσχηματικό και εξηγεί ελάχιστα μέχρι το τέλος. Είναι κλασική περίπτωση του "το ταξίδι έχει σημασία και όχι ο προορισμός". Από αυτή την άποψη, αν είσαστε σε τέτοιο mood, σας το προτείνω, καθώς είναι ένα ωραίο trip. Και θα μάθετε μέσα από 5 σύντομα τευχάκια, του 2021, τι εστί Μαράκι Γιοβέτ, καθώς και Ablaze, που βγάζει ενδιαφέρουσες ψαγμενιές.
  7. Ο ηλικιωμένος Ernest πάσχει από Αλτσχάιμερ και η κατάστασή του επιδεινώνεται σιγά σιγά, κάτι που μας γίνεται σαφές από την πολύ σύντομη, αλλά εντυπωσιακή εναρκτήρια σκηνή. Η οικογένειά του δεν μπορεί πλέον να τον φροντίζει, άρα η μόνη λύση είναι να τον στείλουν σε έναν οίκο ευγηρίας. Εκεί ο Ernest θα γνωρίσει τον Emile, τον άνθρωπο που προφανώς ξέρει τους πάντες και τα πάντα μέσα στον οίκο και θα του δείξει όλα τα κατατόπια και θα τον γνωρίσει με όλους σχεδόν τους ενοίκους. Άνθρωποι που πλέον ζουν σε μια άλλη πραγματικότητα, που βυθίζονται μέσα στις αναμνήσεις τους, που ζουν σε μια άχρονη κατάσταση, όπου παρελθόν και παρόν συγχέονται αξεδιάλυτα και όπου ακόμα και οι απλούστερες δραστηριότητες αποδεικνύονται δοκιμασία, ίσως ξεκαρδιστική για εμάς, τους θεατές, αλλά τραγική (ή μήπως όχι; ) για τους πρωταγωνιστές που τις βιώνουν. [Ενδεικτικά, αναφέρω τις σκηνές με τη μπάλα και το μπίνγκο - όταν το διαβάσετε, πιστεύω θα συμφωνήσετε μαζί μου] Κι όμως, ακόμα και μέσα σε αυτό το ζοφερό περιβάλλον, ο Ernest θα κάνει νέους φίλους και νέες γνωριμίες και με τον τρόπο του, έστω και χωρίς να το επιδιώξει, θα μεταβάλλει έστω και ελάχιστα την καθημερινότητα ορισμένων. Ο Ernest θα ξαναζήσει στιγμές από τα παιδικά του χρόνια, θα προσπαθήσει να κάνει τη μικρή του εξέγερση, να καθυστερήσει το αναπόφευκτο. Κανείς όμως δεν ξεφεύγει από τη μοίρα του. Η κατάσταση του Ernest είναι μη αναστρέψιμη. Η μνήμη ολισθαίνει, οι εικόνες χάνονται, τα λόγια μας διαφεύγουν... Και το τέλος είναι το απόλυτο κενό Αλλά, όπως γράφει και η προμετωπίδα του έργου, "το χιόνι δεν χάνεται, απλά γίνεται βροχή" και το ταξίδι συνεχίζεται, ακόμα και με άλλους επιβάτες. Κι αυτοί, εξάλλου, θα δώσουν κάποτε τη θέση τους σε κάποιους άλλους... Πολύ ωραίο έργο, γλυκό, χωρίς να γίνεται γλυκανάλατο, χωρίς πολλά λόγια, με απλή, καθαρή εικονογράφηση, που συλλαμβάνει κάθε σιωπή και κάθε κενό και αξιοποιεί ακόμα και τα κενά καρέ και ακόμα και τις κενές σελίδες. Πρόκειται άλλωστε για ένα έργο, όπου οι σιωπές είναι σημαντικότερες από τα λόγια. Το κόμικ κυκλοφόρησε πρώτη φορά στην Ισπανία το 2007, βραβεύτηκε στο φεστιβάλ της Βαρκελώνης, διασκευάστηκε σε ταινία κινουμένων σχεδίων (την οποία, δυστυχώς, δεν έχω δει) το 2011, μεταφράστηκε στα γαλλικά και στη συνέχεια στα αγγλικά και ήταν υποψήφιο και για Eisner μεταφρασμένης έκδοσης το 2017. Υπάρχουν δύο εκδόσεις στα αγγλικά, μια σκληρόδετη από τη Fantagraphics και μια με μαλακό εξώφυλλο από την Knockabout. Εγώ διάβασα τη δεύτερη, η οποία περιέχει ένα σύντομο βιογραφικό του Paco Roca και ένα δισέλιδο με σκίτσα. Η συγκεκριμένη έκδοση έχει μεταφραστεί από τη γαλλική έκδοση και τα ονόματα των πρωταγωνιστών είναι αλλαγμένα (από ό,τι κατάλαβα, στο πρωτότυπο ο Ernest ονομάζεται Emilio και ο Emile ονομάζεται Miguel). Δεν γνωρίζω εάν η αλλαγή των ονομάτων ακολουθεί μια αλλαγή και στη γαλλική έκδοση, ούτε εάν η Phantagraphics χρησιμοποιεί την ίδια μετάφραση. Αν και θεωρώ αυτή την τακτική απαράδεκτη, προτίμησα να κρατήσω τα ονόματα έτσι όπως είναι στην έκδοση την οποία διάβασα. Σε κάθε περίπτωση, οι δύο εκδόσεις βρίσκονται εύκολα και σχετικά οικονομικά. Ψάξτε να το βρείτε, αξίζει. Να ένα σύντομο άρθρο (στα αγγλικά) για το έργο, το οποίο επικρίνει την αγγλική μετάφραση
  8. Ο Paco Roca είναι ένας από τους σημαντικότερους εν ζωή Ισπανούς δημιουργούς κόμικς και ευτυχώς η φήμη του έχει αρχίσει να διαδίδεται και έξω από τα σύνορα της πατρίδας του. Η αρχή έγινε με το Wrinkles, αναμφίβολα το γνωστότερο έργο του, και ακολούθησε το The Lighthouse, που κυκλοφόρησε το 2017 από την NBM σε σκληρόδετη έκδοση. Χρονική αφετηρία της ιστορίας είναι ο Ισπανικός Εμφύλιος, όταν η πλάστιγγα έχει αρχίσει να γέρνει εμφανώς υπέρ της Φασιστικής παράταξης. Ο δεκαοχτάχρονος Fransisco, τυφεκιοφόρος των Δημοκρατικών δυνάμεων, τρέχει σε ένα δάσος να γλυτώσει. Σκοπός του, να περάσει τα σύνορα και να βρεθεί, στην ελεύθερη Γαλλία. Καταλήγει, όμως, τραυματισμένος και παραιτημένος, σε έναν φάρο, όπου γνωρίζει τον Telmo. Ο μοναχικός φαροφύλακας θα μπολιάσει το κεφάλι του νεαρού με τις ιστορίες των διασημότερων ναυτικών που έχει συλλάβει η ανθρώπινη φαντασία, διώχνοντας το σκοτάδι από την ψυχή του... Όπως γράφει ο Roca στον επίλογο της αμερικανικής έκδοσης, στο κόμικ αυτό συνδυάζει την αγάπη του για τις κλασικές ιστορίες του Ομήρου, του Herman Melville, του Robert Louis Stevenson και άλλων λογοτεχνών με τις μαρτυρίες που έχει από τον στενό του κύκλο για τις βιαιότητες που διαπράχθηκαν στη διάρκεια του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά και μετά. Δεν γράφει, ωστόσο, μια πολιτική ιστορία εποχής. Προβάλλει περισσότερο την αίσθηση ελευθερίας που χαρίζει εδώ και αιώνες η θάλασσα στον άνθρωπο, παρά τους κινδύνους που κρύβει. Η ροή είναι στρωτή, γεγονός που υποβοηθείται από το μινιμαλιστικό, ξεκούραστο στο μάτι σχέδιο, με τον χρωματισμό στις αποχρώσεις του γκρίζου. Δεν είναι ένα κόμικ που θα αλλάξει τη ζωή του αναγνώστη. Αλλά είναι μικρό, ευκολοδιάβαστο, λιτό, και όταν τελειώνει, αφήνει μια οσμή θαλάσσιας αύρας.
  9. Μια πολύ καλή συνταγή για να ξεπεράσει κανείς το reader's block του, είναι να διαβάσει ένα κόμικ που του αρέσει. Κατά προτίμηση μικρό κιόλας. Ε κάπως έτσι κατέληξα να διαβάσω για πολλοστή φορά το άλμπουμ Η Ωραία και το Τέρας των Carlos Trillo και Jordi Bernet, δύο πολύ αγαπημένων μου δημιουργών. Το πρωτότυπο κόμικ, Light and Bold, εκδόθηκε το 1987 από τον μεγάλο ισπανικό οίκο Toutain, που τότε μεσουρανούσε. Στα καθ' ημάς ήρθε το 1990 από την Βαβέλ, στο πλαίσιο της σειράς Βαβέλ Noir. Οι σελίδες είναι από κάποια ξενόγλωσση έκδοση Κάπου στις ΗΠΑ, σε μια πόλη όπου οι δρόμοι έχουν ονόματα ζώων, κατοικεί η Λάιτ, η ωραιότερη γυναίκα του κόσμου, όπως μας ενημερώνει ο αφηγητής. Στην ίδια πόλη ζει και ο Μπολντ, ένας τύπος τεραστίων διαστάσεων και κτηνώδους δύναμης. Έχουν πολλά κοινά η Λάιτ και ο Μπολντ. Και οι δύο δουλεύουν για τον Κύριο Σμιθ ή Σμιτ, έναν άνθρωπο που μοιάζει με Ναζί εγκληματία από χολιγουντιανή ταινία, αλλά φαίνεται 100% Αμερικανός χάρη στο καπάκι Coca-Cola που φορά σαν μονόκλ. Και οι δύο είναι φοβερά μόνοι σε αυτή την ζωή. Ώσπου θα γνωριστούν, θα ερωτευθούν και θα παγιδευτούν στα δίχτυα της διεθνούς κατασκοπίας... Ίσως η σύνοψη να κάνει το κόμικ να φαντάζει πιο σοβαρό από την πραγματικότητα. Η Ωραία και το Τέρας είναι ένα χιουμοριστικό κόμικ και μάλιστα κατωτάτης ποιότητας όπως επαναλαμβάνει διαρκώς ο αγανακτισμένος αφηγητής. Ο Trillo, πίσω από μια σάτιρα των κατασκοπικών και αστυνομικών κόμικς/βιβλίων/ταινιών, σχολιάζει το πολιτικό γίγνεσθαι της εποχής. Το κόμικ δημιουργήθηκε προς τα τέλη του Ψυχρού Πολέμου, ενώ η Σοβιετική Ένωση πνέει τα λοίσθια και διαφαίνεται η επικράτηση του Ελεύθερου (sic) Κόσμου. Μην περιμένετε κάποια βαθυστόχαστη πολεμική, αλλά οι αναφορές και οι συμβολισμοί είναι ξεκάθαροι και δαχτυλοδείχνουν τα πολιτικά παιχνίδια των δύο αντιπάλων αλλά και (κυρίως) τις μπίζνες των ενδιαμέσων, τουτέστιν των εμπόρων όπλων. Στο σχέδιο ο γνωστός Jordi Bernet, ποτέ δεν απογοητεύει και ποτέ δεν εκπλήσσει. Ανάλαφρο και ψυχαγωγικό, όπως κάθε κόμικ που έχει γράψει ο Trillo. Μπορείτε ακόμη να το πετύχετε στο παζάρι της Κοτζιά ή σε κάποιο βιβλιοκομιξοπωλείο και μάλιστα σε πολύ χαμηλή τιμή. Τσεκάρετέ το.
  10. Ο Ορέλ είναι σκιτσογράφος στη Le Monde και αυτή είναι η πρώτη του ταινία, κινουμένων σχεδίων, φυσικά. Αφηγείται τη ζωή του Ισπανού (Καταλανού, για την ακρίβεια) σκιτσογράφου Ζοσέπ (όχι “Γιοσέπ”) Μπαρτολί, ο οποίος μετά την πτώση της Βαρκελώνης κατέφυγε στη Γαλλία μαζί με 500.000 χιλιάδες συμπατριώτες του, κομμουνιστές, αναρχικούς και απλούς δημοκράτες, που είχαν πολεμήσει το Φράνκο. Εκεί όμως, θα τους κλείσουν μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω υπό άθλιες συνθήκες, όπου η πείνα και οι αρρώστιες αποτελείωσαν το έργο του Ισπανού δικτάτορα. Παρά τις αντιξοότητες όμως, ο Μπαρτολί θα καταφέρει να διαφύγει για το Μεξικό, όπου θα έχει σχέση με τη θρυλική Φρίντα Κάλο, προτού μετοικήσει στις ΗΠΑ, όπου και θα πεθάνει σε προχωρημένη ηλικία. Ο Ορέλ αφηγείται την ιστορία χωρίς να παρακάμπτει όλες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες της διαβίωσης στο στρατόπεδο, αντίθετα τις τονίζει, αφού έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την υπόθεση. Ο σωματικός πόνος και ο ευτελισμός ταιριάζουν απόλυτα με την αίσθηση αδυναμίας και τη νοσταλγία για τη χαμένη πλέον πατρίδα. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και οι εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις ανάμεσα στους εξόριστους, κάτι που θα αναδειχθεί με τραγικό τρόπο στις τελευταίες σκηνές της ταινίας, στο Μεξικό. Ταυτόχρονα, μας δείχνει την αλγεινή συμπεριφορά ορισμένων Γάλλων απέναντί τους και αφήνει υπαινιγμούς για τη συνεργασία αυτών με την Γκεστάπο. Δυστυχώς, ο ισπανικός εμφύλιος υπήρξε προοίμιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αν και η φρίκη του τελευταίου δεν μπορούσε να προβλεφθεί τότε. Το ύφος του σχεδίου ποικίλλει: σε κάποια σημεία φαντάζει άτεχνο, ενώ σε άλλα είναι σαφέστατα πιο λεπτομερές. Σε κάποιες άλλες στιγμές, τα σχέδια μοιάζουν ακίνητα και βλέπουμε την κίνηση μέσω διαφορετικών πλάνων. Υποθέτω, ότι όλες αυτές οι επιλογές, οι οποίες είναι σε συγκεκριμένα σημεία, αποσκοπούν στον τονισμό των εφιαλτικών συνθηκών μέσα στο στρατόπεδο και της απελπισίας, που έχει κατακυριεύσει τους ήρωες. Αντιθέτως, στις σπάνιες στιγμές χαράς, τα σχέδια κινούνται κανονικά: η αδυναμία ισούται με την ακινησία και η διασκέδαση με την κίνηση. Η ταινία σίγουρα δεν αποφεύγει κάποιες ευκολίες (για παράδειγμα η σχεδιαστική ταύτιση ενός εκ των δεσμοφυλάκων με γουρούνι), αν και η αλήθεια είναι ότι κάπου στη μέση αποφεύγει με μαεστρία έναν πιθανό σκόπελο, που για να είμαι ειλικρινής, μου πέρασε κι εμένα από το μυαλό (αναφέρομαι στη σκηνή πάνω στο πλοίο) και οπωσδήποτε απευθύνεται στο συναισθηματικό κόσμο του θεατή. Είναι όμως ανθρώπινη και παίρνει σαφώς θέση για ορισμένα πράγματα, που δυστυχώς, τα ξεχνάμε με μεγάλη ευκολία. Και τελικά, αυτό είναι και το μεγάλο θέμα της ταινίας, η διατήρηση της μνήμης σε έναν κόσμο που ξεχνάει. Ο “Γιοσέπ” έλαβε το Βραβείο Σεναρίου και το Βραβείο Κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας το 2020. Ορίστε το τρέιλερ: imbd: Josep (2020) - IMDb Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  11. Απρίλιος 1939. Οι δυνάμεις του Στρατηγού Φράνκο έχουν επικρατήσει και η Ισπανία σκεπάζεται πλέον ολόκληρη από την σκιά της δικτατορίας, η οποία θα κρατήσει έως το 1975. Τα ορφανά παιδιά, αυτά με άρρωστους ή φυλακισμένους γονείς, με άλλα λόγια τα παιδιά των ηττημένων στεγάζονται ήδη από το 1936 σε ειδικά σπίτια της Κοινωνικής Πρόνοιας (Auxilio Social στα ισπανικά). Σε αυτά τα σπίτια, ένα από τα κριτήρια εισαγωγής των μαθητών/τριών είναι και η «ηθική» των γονέων, με άλλα λόγια η ιδεολογία τους. Ο τίτλος του κόμικ προέρχεται από το Paracuellos de Jarama, μια πόλη κοντά στην Μαδρίτη, όπου λειτουργούσε ένα από τα μεγαλύτερα ορφανοτροφεία του Auxilio Social. Η επιλογή της πόλης αυτής από το καθεστώς του Φράνκο, μόνο τυχαία δεν ήταν, καθώς εκεί είχαν πραγματοποιηθεί μαζικές εκτελέσεις χιλιάδων στρατιωτών και πολιτών φιλικά διακείμενων στην εθνικιστική παράταξη. Ο Carlos Giménez, μια σπουδαία μορφή των ισπανικών κόμικς, μεγάλωσε στις «αγκάλες» του Auxilio Social. Πρωτομπήκε σε ένα από αυτά τα σπίτια το 1947, σε ηλικία έξι ετών, και για τα επόμενα οχτώ χρόνια μεταφερόταν από το ένα στο άλλο. Η πορεία του στα κόμικς ξεκίνησε το 1958 και μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ΄70 είχε γίνει αρκετά γνωστός. Τότε, άρχισε να σχεδιάζει ένα κόμικ για τα χρόνια του στα σπίτια του Auxilio Social και μάλιστα είχε το θάρρος (τα cojones αν θέλετε) να το δώσει σε μια εκδοτική. Προφανώς, τα όσα φρικτά περιέχονται στις σελίδες του, δεν μπορούσαν να τυπωθούν. Με τον θάνατο του Φράνκο, ωστόσο, το Paracuellos άρχισε να δημοσιεύεται στο περιοδικό Muchas Gracias. Συνεχίστηκε ως το 2003 και έχει συγκεντρωθεί σε έξι άλμπουμ. Το 2016 η EuroComics της IDW έβγαλε τα δύο πρώτα, σε έναν φροντισμένο, χαρτόδετο τόμο, με πολλά ενδιαφέροντα κείμενα και φωτογραφίες. Το σχέδιο του Giménez θυμίζει έντονα αυτό του Gotlib (ο οποίος μάλιστα έφερε το Paracuellos στο Fluide Glacial, παρότι όχι χιουμοριστικό κόμικ). Είναι λεπτομερές και εξαιρετικά εκφραστικό. Οι φιγούρες των αγοριών, ταλαιπωρημένα από τις κακουχίες, μοιάζουν με ενηλίκων καταδίκων, αλλά τα μεγάλα μάτια τους, άλλοτε γεμάτα φόβο, άλλοτε πλημμυρισμένα με ελπίδα (και πολλές φορές φυσικά σκανταλιάρικα) θυμίζουν στον αναγνώστη πως ήταν παιδιά πριν καν πλησιάσουν την εφηβεία. Τα στελέχη των σπιτιών, μέλη της Καθολικής Εκκλησίας και του FET y de las JONS, παρουσιάζονται ως γκροτέσκες μορφές, σε ορισμένα σημεία σχεδόν σαν δαίμονες της κόλασης. Δεν θα μπορούσε να γίνει κι αλλιώς, καθώς τα όσα περιγράφει ο Giménez, είναι σχεδόν αδύνατον να τα χωνέψει κανείς. Η πείνα, η δίψα, οι βάναυσες τιμωρίες, η κατήχηση και η προπαγάνδα ήταν τα μόνα που είχε να προσφέρει το καθεστώς στους παρίες της κοινωνίες, που ωστόσο χαρακτήριζε «ανθρώπους του αύριο». Ιδιαίτερη έκπληξη προκαλεί το πώς ορισμένα παιδιά, μεγαλωμένα σε αυτό το δίχως αγάπη περιβάλλον, αφομοίωναν την βία στα παιχνίδια τους και την καθιστούσαν ένα όπλο για την «επιβίωσή» τους. Βέβαια, παρηγοριά έβρισκαν και αλλού, κυρίως στο ποδόσφαιρο και τα κόμικς. Διαβάστε το. Ίσως να μην είναι σε όλη του την έκταση το ίδιο δυνατό, αλλά είναι ένα εξαιρετικό αυτοβιογραφικό κόμικ.
  12. Ο Ισιπανός σκηνοθέτης Λουίς Μπουνιουέλ θεωρείται (και κατά τη γνώμη μου, ήταν) ένας από τους μεγαλύτερους σκηνοθέτες στην ιστορία του κινηματογράφου και αναμφισβήτητα ο σημαντικότερος σουρεαλιστής σκηνοθέτης και για την ακρίβεια, ο άνθρωπος που εισήγαγε τον σουρεαλισμό στον κινηματογράφο. Ταυτόχρονα ήταν και πολύ αντιφατική προσωπικότητα, όχι με τον τρόπο που είναι αντιφατικές προσωπικότητες πολλοί μεγάλοι καλλιτέχνες, αλλά με έναν τρόπο που συνέθετε εντελώς ασύμβατες καταστάσεις: αν και δεδηλωμένα άθεος, διατηρούσε μια σχέση έλξης και απώθησης με τη θρησκεία, ειδικά με τον καθολικισμό σύμφωνα με τα δόγματα του οποίου ανατράφηκε μέσα σε ένα μεγαλοαστικό περιβάλλον, αν και σοσιαλιστής, υπήρξε ομοφοβικός και είχε μια φετιχιστική σχέση με το γυναικείο σώμα, που σήμερα θα θεωρούταν ελαφρώς περίεργη. Μετά την επιτυχία των δύο πρώτων του ταινιών, “Ο Ανδαλουσιανός Σκύλος” και “Η Χρυσή Εποχή“, οι οποίες σήμερα θεωρούνται κλασικές, αντιμετώπισε τη μήνι του πολιτικού και εκκλησιαστικού κατεστημένου με αποτέλεσμα να μην μπορεί να βρει χρηματοδότη για άλλη ταινία. Ταυτόχρονα, είχε αρχίσει και η κόντρα του με τον έτερο διάσημο Ισπανό σουρεαλιστή, το θρυλικό Σαλβαδόρ Νταλί. Όταν όμως, έπεσε στα χέρια του ένα σενάριο σχετικά με την πάμφτωχη επαρχία Χούρδες στην Ισπανία, ο Μπουνιουέλ αποφάσισε να το γυρίσει σε ταινία. Το πρόβλημα της χρηματοδότησης λύθηκε με ανέλπιστο τρόπο και τα γυρίσματα ξεκίνησαν. Περισσότερες λεπτομέρειες για την ιστορία θα δείτε στην πολύ ενδιαφέρουσα ταινία κινουμένων σχεδίων του Σαλβαδόρ Σιμό, η οποία βασίζεται σε ένα κόμικ του Φερμίν Σολίς, που δεν έχω διαβάσει και του οποίου την ύπαρξη αγνοούσα, και η οποία αφηγείται ακριβώς αυτά τα περιστατικά, που οδήγησαν στη δημιουργία της τρίτης ταινίας του Μπουνιουέλ “Γη χωρίς Ψωμί“. Το πολύ ενδιαφέρον στην ταινία είναι το ερώτημα πώς μπορεί ένας αθεράπευτα εγωκεντρικός άνθρωπος, όπως ο Μπουνιουέλ να γυρίσει μια ταινία, για να δείξει στον υπόλοιπο κόσμο την απερίγραπτη φτώχεια, που επικρατεί σε αυτά τα μέρη; Πράγματι, ο Μπουνιουέλ μετέρχεται πολλών μέσων, που είναι ελαφρώς ανήθικα και σε ορισμένες περιπτώσεις εντελώς απάνθρωπα, προκειμένου να εξασφαλίσει τα πλάνα που θέλει, ενώ ταυτόχρονα βλέπουμε να τον βασανίζουν τα οράματα του απόμακρου πατέρα του από την παιδική του ηλικία. Στο τέλος όμως, στο πολύ τέλος, αυτή η εμπειρία θα τον εξανθρωπίσει, έστω και μερικώς, θα τον προσγειώσει, έστω και για λίγο στην πραγματικότητα, δεν θα τον κάνει όμως να αφιερώσει τη ζωή του στους άλλους. Δυστυχώς, η ταινία του, μια από τις πρώτες ταινίες καταγγελίας στην ιστορία του κινηματογράφου, δεν θα αλλάξει τίποτα. Αντίθετα, θα παραμείνει απαγορευμένη για πολλά χρόνια στην πατρίδα του, ιδιαίτερα από τη στιγμή που θα αρχίσει ο εμφύλιος πόλεμος (από τον οποίο ο Μπουνιουέλ φρόντισε επιμελώς να απέχει) και θα επικρατήσει ο Φράνκο. Εξίσου ενδιαφέρον είναι το εύρημα της εναλλαγής πλάνων κινουμένων σχεδίων με αυθεντικά πλάνα της ταινίας του Μπουνιουέλ, που μας δίνουν μια αίσθηση ότι κινούμαστε σε ένα διπλό επίπεδο: θα μπορούσαμε να έχουμε τη μυθοπλασία της ταινίας του Σιμό και την πραγματικότητα του Μπουνιουέλ, αλλά ο ίδιος ο Σιμό μας έχει ξεκαθαρίσει ότι και η πραγματικότητα του Μπουνιουέλ είναι – σε ορισμένα σημεία – φτιαχτή, πλαστή. Η τέχνη όμως έχει κάποιο τίμημα και κάποιες φορές ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Εξάλλου, ο Μπουνιουέλ ήξερε αυτό που δυστυχώς πολλοί αγνοούν: όσο πιστή καταγραφή της πραγματικότητας κι αν είναι μια ταινία, δεν είναι ποτέ, μα ποτέ συγκρίσιμη με την πραγματικότητα, η οποία συνήθως ξεπερνά και την πιο οργιαστική ή νοσηρή, δυστυχώς, φαντασία. Και τις περισσότερες φορές, στο τέλος, δεν αλλάζει τίποτα. Δυστυχώς, ο κινηματογράφος δεν έχει αλλάξει τον κόσμο, έχει απλά αλλάξει κάποιους από τους ίδιους τους δημιουργούς του. Η ταινία προφανώς απευθύνεται πρωτίστως σε θεατές, οι οποίοι έχουν κάποια επαφή με τον κινηματογράφο του Μπουνιουέλ, χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι και οι υπόλοιποι δεν θα την απολαύσουν. Είναι καλογυρισμένη και με ωραίο, αν και σαφώς κλασικό σχέδιο. Φυσικά, απευθύνεται αποκλειστικά σε ενήλικο κοινό, αν και δεν περιέχει σκηνές που θα σόκαραν μικρά παιδιά, απλά γίνεται κατανοητή σε θεατές, οι οποίοι είναι από μια ηλικία και πάνω. Το έργο τιμήθηκε με το Βραβείο Γκόγια για καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων, καθώς και με το αντίστοιχο Βραβείο των Ευρωπαϊκών Βραβείων Κινηματογράφου. Προβλήθηκε στο εμπορικό κύκλωμα διανομής στη χώρα μας με ημερομηνία πρώτης προβολής, τις 5/12/2019. https://www.imdb.com/title/tt7336470/ Τρέιλερ με ελληνικούς υπότιτλους Το παρόν κείμενο είναι επεξεργασμένη και εκτεταμένη μορφή μιας ανάρτησης στο ιστολόγιο https://astoixeiotos.wordpress.com
  13. Από το οπισθόφυλλο: "ΟΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟΙ ΔΕΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑΝ ΤΙ ΥΠΕΓΡΑΦΑΝ. ΔΕΗ ΗΞΕΡΑΝ ΟΤΙ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΗ ΠΛΗΡΩΜΗΣ Η ΤΡΑΠΕΖΑ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΝΑ ΤΟΥΣ ΒΓΑΛΕΙ ΣΕ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟ ΤΟ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑ ΣΤΗ ΜΙΣΗ ΤΙΜΗ, ΕΝΩ ΑΥΤΟΙ ΘΑ ΕΜΕΝΑΝ ΜΕ ΤΑ ΧΡΕΗ." "ΕΓΩ ΑΥΤΟ ΤΟ ΛΕΩ ΑΠΑΤΗ. ΚΑΙ ΜΙΛΑΩ ΩΣ ΔΙΚΗΓΟΡΟΣ. ΕΙΝΑΙ Ο ΑΚΡΙΒΗΣ ΟΡΟΣ. ΑΠΑΤΗ." "ΟΤΑΝ Η ΚΑΡΜΕΝ ΜΠΗΚΕ ΕΓΓΥΗΤΡΙΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΙΟ ΤΗΣ, ΔΕΝ ΦΑΝΤΑΖΟΤΑΝ ΠΟΤΕ ΠΩΣ ΘΑ ΕΚΑΝΕ ΤΑ ΠΑΝΤΑ." Ο χωρισμός των γονιών. Η αλλαγή σπιτιού. Η εφηβεία. Η Αλίθια προσπαθεί να αφήσει πίσω την παιδική της ηλικία και να προχωρήσει μπροστά, κάτι παράξενο όμως συμβαίνει στο καινούργιο της σπίτι: Εχθρικοί γείτονες, ένα κρυμμένο ημερολόγιο και μια απρόσμενη επίσκεψη. Στην προσπάθειά της να ισορροπήσει τη ζωή της και να κατανοήσει τι γίνεται γύρω της, η Αλίθια έρχεται αντιμέτωπη με την τραγωδία χιλιάδων οικογενειών που έχουν χάσει το σπίτι τους, αλλά και με τον αγώνα εκείνων που εναντιώνονται στις εξώσεις, στο σύστημα, στις πιέσεις, αναζητώντας τη δική τους χαμένη αξιοπρέπεια. Το Εδώ έζησε, αιχμηρό και συγκινητικό, βαθιά τρυφερό, περιγράφει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον όχι μόνο της Ισπανίας αλλά όλων των χωρών του δυτικού κόσμου που βιώνουν ή θα βιώσουν τη σκληρότητα της επικράτησης της οικονομίας σε κάθε έκφανση της καθημερινότητας των ανθρώπων. Ρεαλιστικό, κυρίως όμως ελπιδοφόρο και ανθρώπινο, μέσα από τις ιστορίες των ηρώων του, οδηγεί τον αναγνώστη από την οργή και την απόγνωση στην αισιοδοξία που γεννά η αλληλεγγύη και η δύναμη των ανθρώπων όταν μαζί αντιστέκονται. Το "Εδώ έζησε - η ιστορία μιας έξωσης" ( Aquí vivió) είναι ένα ισπανικό κόμικ που διαπραγματεύεται το θέμα των εξώσεων και των κατασχέσεων από τις τράπεζες στην Ισπανία. Καθόλου αδιάφορο ή "μακρινό" θέμα για τις εποχές που ζούμε, ανεξάρτητα αν στην Ισπανία η νομοθεσία περί εξώσεων ήταν μέχρι πρότινος ακόμα σκληρότερη από την ελληνική. Προσωπικά δεν μπορώ να πω ότι με ενθουσίασε.Το θέμα όμως το βρήκα εξαιρετικά ενδιαφέρον. Πιστεύω ότι θα είχε πολλές δυνατότητες να δώσει ένα εξαιρετικό αποτέλεσμα. Η απόδοση όμως κατά την προσωπική μου γνώμη είχε κάποια προβλήματα. Η μυθοπλασία, παρόλο που μου τράβηξε το ενδιαφέρον από την αρχή, ξεφούσκωσε γρήγορα, καθώς έδωσε σύντομα τη θέση της στις δραστηριοποιήσεις του κινήματος ενάντια στις εξώσεις, με αρκετά απροκάλυπτη προπαγανδιστική μορφή, για τα δικά μου γούστα. Δε λέω να μη μιλήσουν γι αυτό, απλά νομίζω ότι χρειαζόταν μια μεγαλύτερη έμφαση στη μυθοπλασία (αφού ξεκίνησε μ' αυτόν τον τρόπο) , με σκοπό την ευαισθητοποίηση των αναγνωστών, πριν περάσουν σε αυτό το κεφάλαιο. Το σχέδιο επίσης, ήταν πιο αφαιρετικό από όσο θα ήθελα και αρκετά διεκπεραιωτικό . Η διχρωμία από την άλλη, του ταίριαζε πολύ. Σαν έκδοση πάντως είναι πολύ προσεγμένη, με σκληρό εξώφυλλο, καλό δέσιμο και χαρτί. Έχει επίσης σημειώσεις της μεταφράστριας Κορίνας Βασιλοπούλου στο τέλος όπως και άλλες πληροφορίες για το ζήτημα των εξώσεων και για τους δημιουργούς. Μερικές σελίδες που ανέβασε το 3pointmagazine.gr για να πάρετε μια ιδέα
×
×
  • Create New...