Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Θοδωρής Πρασίδης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 2 results

  1. Ο Δράκουλας έχει πεθάνει και οι άνθρωποι στην Τρανσυλβανία αισθάνονται ελεύθεροι για πρώτη φορά μετά από εκατοντάδες χρόνια. Το Κακό όμως δεν πεθαίνει ποτέ, μόνο κάνει μια παύση και διψά ξανά για αίμα. Μια νεαρή κοπέλα, η Αουρέλια, ένας μυστήριος θεραπευτής και μια ακόμη γυναίκα θα κληθούν να αντιμετωπίσουν το απόλυτο κακό και η πορεία θα επιφυλάξει κάποιες εκπλήξεις και μια ιστορία πόνου και εξιλέωσης. Μια ακόμη ιστορία με θέμα το Δράκουλα; Όχι ακριβώς, επειδή το κόμικ εμπνέεται μεν από τη διάσημη αφήγηση, αλλά επιχειρεί να τη δώσει μια νέα πνοή, τονίζοντας το θρησκευτικό, αλλά και το αισθηματικό στοιχείο, παρουσιάζοντας όλους τους πρωταγωνιστές σαν πιόνια σε ένα παιχνίδι, βασανισμένες ψυχές, που αποζητούν τη λύτρωση. Το κόμικ παρουσιάζει μια εναλλακτική εκδοχή του μύθου, που μου θύμισε απόμακρα, την ταινία του Κόπολα και δεν βασίζεται τόσο πολύ στο βιβλίο του Στόκερ. Δύσκολα το εγχείρημα, που ανέλαβε ο συμπατριώτης μας, Δραμινός σεναριογράφος, Θοδωρής Πρασίδης και η αλήθεια είναι, ότι, αν και έχει καλές ιδέες και σωστή αίσθηση της αφήγησης και χτίζει προσεκτικά τον κόσμο της ιστορίας, πιστεύω, ότι κάπου πνίγεται, επειδή θέλει να πει πολλά πράγματα, που δεν χωράνε μέσα στα 6 τεύχη του κόμικ. Το αποτέλεσμα με άφησε κάπως αμφίθυμο, επειδή ναι μεν το βρήκα σχετικά πρωτότυπο, αλλά από την άλλη δεν πιστεύω, ότι οι ιδέες αναπτύχθηκαν επαρκώς. Αυτό, όμως, δεν σημαίνει, ότι ήταν αδιάφορο ή ότι δεν έχει κάποιες πρωτότυπες σκέψεις. Εξίσου αμφίθυμος ήμουν και με το σχέδιο της Jodie Muir. Στην αρχή δεν μου άρεσε, επειδή το θεώρησα άψυχο, αν και εντυπωσιακό σε ορισμένα σημεία. Στη συνέχεια, όμως, με κέρδισε. Είναι ατμοσφαιρικό και έχει μια απόκοσμη, ονειρική, σχεδόν μεταφυσική διάσταση, η οποία ταιριάζει απόλυτα με το κόμικ και επιπλέον χρησιμοποιεί με ωραίο και σωστό τρόπο τα χρώματα. Δεν είναι ένα κόμικ, που θα μείνει αξέχαστο, είναι όμως μια ενδιαφέρουσα πρόταση, χωρίς να απευθύνεται σε όλους. Πιστεύω, ότι στο μέλλον θα δούμε κι άλλα πράγματα από τον Πρασίδη, ο οποίος ήδη συνεργάζεται με άλλους σχεδιαστές, αλλά και από την Jodie Muir. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη του Πρασίδη στο Γιώργο Καραΐσκο, αρχικά δημοσιευμένη στο kathimerini.gr Συνέντευξη των δύο δημιουργών στο comicon.com
  2. Ο Έλληνας πίσω από… την ανάσταση του Δράκουλα Ο συγγραφέας και σεναριογράφος κόμικς Θοδωρής Πρασίδης μιλάει στην «Κ» «Πριν από τρία χρόνια, παρατηρούσα για ώρες έναν από τους στοιχειωμένους καθεδρικούς ναούς του Μπεκσίνσκι· το μετααποκαλυπτικό τοπίο, τις σκιώδεις μορφές που εγείρονται πλάι του. Αναρωτήθηκα ποια ανίερη ιστορία να υπάρχει πίσω από αυτό το κτίριο. Και κάπως έτσι γεννήθηκε το "Black Mass Rising"». Δημήτρης Καραΐσκος Ενώ σε όλο τον πλανήτη η ένατη τέχνη περνάει μια περίοδο μεγάλης δημιουργικής ακμής και η δημοφιλία των γκράφικ νόβελ φέρνει τα κάποτε στιγματισμένα, παραγνωρισμένα κόμικς από τα υπόγεια στα σαλόνια, η Ελλάδα συμμετέχει επάξια στην παγκόσμια αυτή τάση, έχοντας να δείξει έναν πλούτο από εντυπωσιακούς δημιουργούς, οι οποίοι, συχνά, διαπρέπουν και εκτός ελληνικών συνόρων. Ανάμεσά τους στέκεται, ξεχωριστός στο είδος του, χαρισματικός, ένας «σκοτεινός» διανοούμενος, κάποιος με ακαδημαϊκές περγαμηνές που όμως φοράει μαύρα χέβι μέταλ μπλουζάκια, ίσως η μοναδική περίπτωση Έλληνα σεναριογράφου του χώρου των κόμικς που κάνει παγκόσμια καριέρα. Ο Θοδωρής Πρασίδης, γέννημα-θρέμμα της Δράμας, έφυγε για να σπουδάσει στην Αγγλία, για να επιστρέψει στη γενέτειρά του, όπου σήμερα, με την ισχυρή πένα του, τις πλούσιες αναφορές του και τον βαθύ, πολύπλευρο πολιτισμό του, υφαίνει κόσμους φαντασίας που εξάγει με επιτυχία στο εξωτερικό. Του μιλήσαμε με αφορμή τη νέα του δουλειά, μια επανεξέταση του «Δράκουλα» του Μπραμ Στόκερ, ένα εκλεκτικής ποιότητας γκράφικ νόβελ εικονογραφημένο με συναρπαστικό τρόπο από την Jodie Muir, Αγγλίδα εικονογράφο με μια ζωγραφική ματιέρα που κόβει την ανάσα. Η σύμπραξη των δύο δημιουργών σμιλεύει ένα εκδοτικό διαμάντι που έχει όλα τα συστατικά για να γίνει ένα μελλοντικό σημείο αναφοράς στον χώρο της φιλολογίας και εικονογραφίας του φανταστικού. – Το μεταπτυχιακό που έκανες στο πανεπιστήμιο Μπρουνέλ της Αγγλίας ακούγεται συναρπαστικό: «Cult Film and Television». Τι σε έκανε να το διαλέξεις, τι κέρδισες από εκεί – ποια ήταν η εμπειρία σου στην Αγγλία, γενικότερα; Ήξερα ότι ήθελα να κάνω κινηματογραφικές σπουδές, και μάλιστα ήμουν έτοιμος να φύγω για το Κεντ, όπου είχα γίνει δεκτός σε ένα πολύ κυριλέ μεταπτυχιακό που έχουν στο πανεπιστήμιο εκεί, μέχρι που βρήκα το συγκεκριμένο master. Το προτίμησα γιατί πάντα είχα μια αδυναμία στις αντιθέσεις, οπότε ήθελα λίγο τρασίλα στην ακαδημαϊκότητά μου. Αυτό που πήρα από εκεί ήταν να δω την ακραία πλευρά της ποπ κουλτούρας με ένα εντελώς διαφορετικό μάτι, να αντιμετωπίζω δηλαδή ακόμη και το πιο κακόγουστο ανοσιούργημα του ‘70, με τον τρόπο που θα αντιμετώπιζα κριτικά, σημειολογικά και αισθητικά, τα έργα του Μπέργκμαν και του Ταρκόφσκι. Έμαθα για την έννοια της επένδυσης σε συγκεκριμένα properties, και για την ουσία του cult following, για το πως δηλαδή συγκεκριμένες ταινίες ή σειρές αναβιώνονται και αναπαράγονται συνεχώς με μια καθαρά θρησκευτική ευλάβεια μέσα από τα σκληροπυρηνικά fanbases τους. Επίσης, είχα πρόσβαση στην πρώτη πανεπιστημιακή cult ταινιοθήκη του κόσμου. Υπέροχα πράγματα. Στην Αγγλία πήρα μια γενναία δόση μυθικής βρετανικής υπαίθρου, λάτρεψα το Λονδίνο μέσα στην βιομηχανική μεγαλοπρέπειά του, αλλά να σου πω την αλήθεια κάπου χάρηκα όταν το πρόγραμμα ολοκληρώθηκε, γιατί σε κάποια φάση —ποιος θα το περίμενε;— άρχισε να μου λείπει ο ήλιος. – Να φανταστώ πως από μικρός είχες αρχίσει να σκαλίζεις τον τέχνη του φανταστικού και του «παράξενου» (σινεμά, μουσική, κόμικς, λογοτεχνία); Τα κόμικς τα έπιασα πολύ αργότερα, μόλις στην τελευταία δεκαετία για την ακρίβεια, αλλά σινεμά βλέπω μανιωδώς από τότε που μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου. Κάπου εκεί στα εφτά, όταν άρχισα δηλαδή να έχω και μια πιο καλή αντίληψη του τι πάει να πει κινηματογραφική ομορφιά, είδα το Batman Returns του Μπάρτον. Η ταινία αυτή μου διαμόρφωσε την αισθητική, μου φανέρωσε την κλίση που έχω στα σκοτεινά και περίεργα πράγματα, αλλά και στο μαύρο χιούμορ, και μου δίδαξε την έννοια του οράματος ενός δημιουργού. Ακόμα έχω κάπου την βιντεοκασέτα, μισοδιαλυμένη από την υπερβολική χρήση. Τώρα όσον αφορά στην ενασχόλησή μου με την καθαρόαιμη φαντασία, αυτή ξεκίνησε κάπου στα δεκατέσσερα, όταν συνέπεσαν μέσα σε διάστημα δύο-τριών ετών η γνωριμία μου με το έργο του Τόλκιν, με την εισαγωγή μου στο Dungeons & Dragons και στο χέβι μέταλ. Όλη εκείνη η περίοδος ήταν Άρχοντας στο σχολικό σάκο, Symphony of Enchantment Lands από Rhapsody στα ακουστικά, και ατέλειωτες ώρες D&D με φίλους. Και μετά βγαίνει η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού στις κινηματογραφικές αίθουσες. Ήμουν τελειωμένη υπόθεση. – Πως ξεκίνησε η πορεία σου στη συγγραφή και πως συνδέθηκες με τη σεναριογραφία στο χώρο των κόμικς; Άρχισα να γράφω επαγγελματικά το 2016, κάνοντας μια γύρα από διάφορα αμερικάνικα sites ποπ κουλτούρας, με άρθρα για το σινεμά. Εκείνο τον καιρό διοργάνωνα παράλληλα στην Δράμα το Fuzztastic Planet, ένα διεθνές φεστιβάλ ψυχεδελικής ροκ μουσικής, με συμμετοχές σημαντικών ονομάτων του χώρου, το οποίο έχει έκτοτε αποκτήσει ένα όμορφο cult status. Μου ήρθε τότε η ιδέα να γράψω ένα χιουμοριστικό εικονογραφημένο βιβλιαράκι για την doom metal, παίζοντας με την αντίθεση του παντρέματος ενός από τα σκοτεινότερα είδη του χέβι μέταλ, με το φορμά ενός παιδικού αλφάβητου. Η φιλοδοξία μου ήταν να το αυτοεκδώσω και να το πουλάω στο merch booth του φεστιβάλ. Άλλα μια νύχτα σκέφτηκα να το στείλω στην Image Comics, την μεγαλύτερη αμερικανική εκδοτική μετά την Marvel και την DC, έτσι για πλάκα, για να δω τι μπορεί να γίνει. Ο εκδότης της Image, ο Eric Stephenson, μου απάντησε μέσα σε είκοσι λεπτά, και μου είπε ότι θέλει να το κυκλοφορήσει άμεσα. Δεν το πίστευα. Γλυκάθηκα λοιπόν με όλη αυτή την ιστορία, και είπα ναι, θα προσπαθήσω να μπω στα αμερικάνικα κόμικς. – Ποια ήταν τα μεγάλα σου πρότυπα όσο μεγάλωνες, και ποια είναι ακόμα; Όντας παιδί του σινεμά, τα πρότυπά μου μεγαλώνοντας ήταν σχεδόν αποκλειστικά σκηνοθέτες. Λάτρευα τον Κουροσάβα, τον Μπέργκμαν, και λίγο αργότερα τον Αγγελόπουλο, όσο λάτρευα τον Μπάρτον, τον Σπίλμπεργκ, και τον Τζάκσον. Και να σου πω, δεν έχει αλλάξει κάτι. Μέχρι σήμερα, οι άνθρωποι που θαυμάζω περισσότερο, που θεωρώ ότι αυτό που κάνουν είναι η υπέρτατη μορφή δημιουργικής έκφρασης, που μελετάω τις ζωές τους και συνεχίζω να μένω μαγεμένος από την τέχνη τους, είναι συνήθως κινηματογραφιστές. – Μιλάς με πάθος για την μουσική, και συγκεκριμένα για το χώρο του χέβι μέταλ. Τι είναι αυτό που εκτιμάς σε αυτόν, αυτό που σε εμπνέει; Ίσως κάποιοι θεωρούν τον μουσικό χώρο αυτό έκπτωτο, κάτι που αναλογεί περισσότερο σε εφηβικά κοινά… Δημήτρη, το χέβι μέταλ είναι η χαρά της ζωής. Προσωπικά με ενθουσιάζει, με χαλαρώνει, με ταξιδεύει, μου διεγείρει την φαντασία, με βοηθάει να σκέφτομαι, με κάνει να αισθάνομαι σαν παιδί. Είναι αγνό, ατόφιο συναίσθημα. Αγαπάω τα πάντα σε αυτό, την υπερβολική δραματικότητα στον ήχο και στην παρουσία των μουσικών, την ακραία εικονογραφία στα εξώφυλλα των δίσκων και στη στιχουργία, την απλοϊκότητα της ποίησής του, την γνησιότητα, την αυθάδεια, την αφέλειά του. Είναι μια από τις κορυφαίες μορφές escapism που έχει σκαρφιστεί ποτέ ο άνθρωπος. Μπορείς να διανοηθείς πόσο φτωχότερος θα ήταν ο κόσμος αν δεν υπήρχε το χέβι μέταλ; – Ποιος πιστεύεις πως είναι ο λόγος που η μουσική αυτή έχει τόσο μεγάλη παραγωγή, κοινό και παράδοση στη χώρα μας; Καλή ερώτηση. Δεν ξέρω, κάπως ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία μας. Ίσως γιατί οι Έλληνες είναι ένας λαός που γενικά γουστάρει την καλοπέραση, και το μέταλ είναι ένα μουσικό είδος που δεν ζητάει τίποτα από σένα, απλά υπάρχει εκεί για να σε κάνει να περάσεις καλά. Πάντως τεράστιο ρόλο έχουν παίξει και οι Rotting Christ σε αυτό. Δηλαδή νομίζω ότι η πορεία του μέταλ στην Ελλάδα, είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την πορεία των Rotting Christ. – Υπάρχει ένας θησαυρός από εικονογραφήσεις σχετικές με τον «ηρωικό», φαντασιακό κόσμο που σε γοητεύει, στις δεκαετίες του ’70 και ’80, στον ευρύτερο χώρο των παιχνιδιών (είτε επιτραπέζιων, είτε ηλεκτρονικών). Ένα παράδειγμα είναι ο φοβερός Άγγλος εικονογράφος Λες Έντουαρντς, που θαυμάζαμε μαζί πρόσφατα. Τι έχεις να πεις για όλο αυτόν τον κόσμο του ντιζάιν και της ιστοριογραφίας για τα παιχνίδια; Είναι όπως ακριβώς το περιέγραψες, ένας αληθινός θησαυρός εικονογραφήσεων που ξεκινάει από τα pulp εξώφυλλα weird fiction περιοδικών της δεκαετίας του ‘30, και φτάνει μέχρι την επιστημονική φαντασία και το sword and sorcery του ‘80. Είτε μιλάμε για λογοτεχνία, είτε για κινηματογράφο, είτε για ηλεκτρονικά ή επιτραπέζια παιχνίδια, οι εικονογραφήσεις των εξωφύλλων δημιουργούσαν τόσο απόλυτα ολοκληρωμένους κόσμους, που πολλές φορές ξεπερνούσαν σε αξία το περιεχόμενο. Και δυστυχώς αυτή η vintage αισθητική λείπει σήμερα από την οπτική αφήγηση, τόσο από τα κόμικς, αλλά ακόμα περισσότερο από τον κινηματογράφο. Για παράδειγμα το Dune του Villeneuve ήταν για μένα μια μεγάλη χαμένη ευκαιρία για ένα πραγματικά παραισθησιογόνο, εξωτικό όραμα. Για να μην παρεξηγηθώ, η ταινία ήταν εξαιρετική, αλλά είμαι ο μόνος που βρήκα την καλλιτεχνική της διεύθυνση κάπως παρωχημένη; Δηλαδή βλέπεις τα εξώφυλλα που έκανε ο Bruce Pennington για τα βιβλία του Herbert στα 1960s και 1970s, και λες διάολε, πότε θα δούμε μια ταινία που να μοιάζει έτσι. – Γράφεις στο εισαγωγικό σημείωμα στο site σου: «μου αρέσει να γράφω ιστορίες για μαγεία, τέρατα και γυναίκες με σπαθιά». Γιατί βάζεις το σπαθί στο χέρι των γυναικών, σε ένα κόσμο γεμάτο από πατριαρχικά πρότυπα, άντρες-πολεμιστές; Υπάρχει άλλωστε και μια επιλογή γυναικών-εικονογράφων για τις ιστορίες σου… Όλες οι ιστορίες μου περιέχουν και θα συνεχίσουν να περιέχουν τουλάχιστον ένα από τα τρία αυτά συστατικά, ιδανικά και τα τρία μαζί. Το εξήγησες μια χαρά και εσύ, σε έναν κόσμο γεμάτο από πατριαρχικά πρότυπα, οφείλουμε να βάλουμε το σπαθί στο χέρι των γυναικών, στο χέρι των μειονοτήτων, στο χέρι των καταπιεσμένων. Όπως και να το κάνουμε, η αντιπροσώπευση μετράει. Forced diversity, θα βγουν να γκρινιάξουν κάποιοι αυτόκλητοι φύλακες της ποπ κουλτούρας, συχνά φορείς συγκαλυμμένου ρατσισμού. Ανήκοντας ο ίδιος στην πλέον βαρετή πληθυσμιακή ομάδα, αυτή των λευκών στρέιτ ανδρών, αλλά μεγαλωμένος από δυνατές γυναίκες, με ενδιαφέρει πολύ περισσότερο να εξερευνήσω οπτικές γυναικών, ή ΛΟΑΤ+ ανθρώπων, μέσα σε παραδοσιακά ανδροκρατούμενα genres, όπως ο γοτθικός τρόμος και η επική φαντασία. Και επιδιώκω επίσης, όσο μπορώ, να έχω και συνεργασίες με γυναίκες. Εξάλλου έχεις δει γυναίκα με σπαθί; Δεν υπάρχει ωραιότερη εικόνα. – Πες μου εν τάχει για τα βιβλία που έχεις γράψει ως τώρα – και ποια συνεχίζεις ακόμα. Λοιπόν, όπως προανέφερα, η φάση ξεκίνησε με το The Doomster’s Monolithic Pocket Alphabet, που κυκλοφόρησε το 2017 από την Image Comics. Πριν μερικούς μήνες κυκλοφόρησε η δεύτερη δουλειά μου, το Swamp Dogs: House of Crows, από την Black Caravan, που είναι το horror imprint της Scout Comics. Το Swamp Dogs είναι μια σειρά grindhouse τρόμου με άρωμα από τα 1970s, την γράφω μαζί με τον φίλο και συνεργάτη μου J.M. Brandt, και βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τρίτο από τα πέντε τεύχη, με πλάνο να ολοκληρωθεί μέσα στην χρονιά. Τέλος, στις 31 Μαΐου κυκλοφορεί το Black Mass Rising από την TKO Studios, ένα σκοτεινό φάνταζι γοτθικού τρόμου με ψήγματα Βαλκανικού φολκλόρ, γύρω από τον μύθο του Δράκουλα. – Τι μπορείς να μας πεις για την δική σου βερσιόν στην κλασική ιστορία τρόμου του Ιρλανδού Μπραμ Στόκερ; Έχεις, ως φαίνεται, δημιουργήσει ένα σκοτεινό, συναρπαστικό σίκουελ… Κοίτα, το ότι προωθείται σαν σίκουελ του βιβλίου του Μπραμ Στόκερ είναι λίγο μάρκετινγκ τρικ του εκδότη. Σε καμία περίπτωση δεν είναι συνέχεια του κλασικού Δράκουλα — το λέω πριν αρχίσουν να με λιθοβολούν οι πουρίστες! Είναι ένα ας πούμε re-imagining, εμπνευσμένο από ένα συνονθύλευμα διαφορετικών πηγών και εκδοχών, που τραβάει ιδέες τόσο από το Transylvanian Superstitions της Σκωτσέζας συγγραφέως Emily Gerard, που επηρέασε καταλυτικά τον Στόκερ, και τις εξαιρετικές μελέτες των ακαδημαϊκών Radu Florescu και Raymond T. McNally πάνω στον μύθο και την ιστορική αλήθεια του Βλαντ Τσέπες, όσο και από την πολυαγαπημένη διασκευή του Κόπολα, και τις Ιαπωνικού τύπου παραλλαγές, όπως τα Vampire Hunter D και Castlevania. Είναι μια αντιπρόταση στις παραδοσιακές αφηγήσεις μιας μυθολογίας που έχει απασχολήσει όσο λίγες την ανθρωπότητα, που προσφέρει μια ολοκαίνουργια, ανατρεπτική ιστορία, με ακραία επική εικονογράφηση. – Όπως σου είπα, έχω ενθουσιαστεί με τη δουλειά της εικονογράφου Jodie Muir. Έχω δίκιο να πιστεύω πως ταίριαξαν γάντι οι κόσμοι σας, ή αντίληψη σας πάνω στην ιστορία και την ατμόσφαιρά της; Έχεις απόλυτο δίκιο. Ήθελα ένα πολύ συγκεκριμένο ύφος για το συγκεκριμένο βιβλίο, κάτι που ίσως είναι πιο κοντά στο concept art ηλεκτρονικών παιχνιδιών, παρά στην παραδοσιακή αισθητική των κόμικς. Πέρασα πολλές ώρες ψάχνοντας για το κατάλληλο χέρι στις εσχατιές του διαδικτύου, και όταν ανακάλυψα την δουλειά της Jodie πάγωσα. Το θεοσκότεινο μεγαλείο που εκπέμπουν οι πίνακές της, οι πιθανές, βλάσφημες ιστορίες που κρύβουν, και τα πρόσωπα των ηρώων της, με αυτό το υγρό, μελαγχολικό βλέμμα, με καθήλωσαν. Την προσέγγισα με ένα treatment, και για καλή μου τύχη, της μίλησε αμέσως. Παρόλο που δεν είχε ποτέ ξανακάνει sequential art, δέχτηκε με ενθουσιασμό να αναλάβει ολόκληρο το κομμάτι της εικονογράφησης. Μιλάμε για ένα πλήρως εικονογραφημένο βιβλίο 168 σελίδων. Ήταν ένα τιτάνειο εγχείρημα για αυτήν, και τα έδωσε όλα. Ήταν η πρώτη μου επιλογή. Ουσιαστικά η μόνη μου επιλογή. Χωρίς την Jodie, και την ψυχή που έδωσε στην ιστορία και τους χαρακτήρες, το βιβλίο αυτό δεν θα δούλευε για κανένα λόγο. – Διαβάζοντας το βιβλίο, είδα εικόνες που με παρέπεμψαν στις δυστοπίες του Πολωνού σουρεαλιστή ζωγράφου Zdzisław Beksiński. Ήταν εσκεμμένη η αναφορά; Θα σου πω το εξής: πριν τρία χρόνια περίπου, παρατηρούσα έναν από αυτούς τους στοιχειωμένους καθεδρικούς ναούς του Beksiński. Καθόμουν και τον εξέταζα για δεν ξέρω κι εγώ πόση ώρα. Το ρημαγμένο, μετα-αποκαλυπτικό τοπίο, οι φριχτές, σκιώδεις μορφές που εγείρονται πλάι του, η απεχθής, σχεδόν οργανική πρόσοψη, που νιώθεις να σε πνίγει με την σαρωτική ζοφερότητά της. Αναρωτήθηκα ποια ανίερη ιστορία να υπάρχει πίσω από αυτό το κτίριο. Και κάπως έτσι γεννήθηκε το Black Mass Rising. – Πώς είναι η ζωή ενός νέου πατέρα δύο μικρών αγοριών στη Δράμα, και πόσες, στ’ αλήθεια, μπλούζες χέβι μέταλ έχεις; Η ζωή οποιουδήποτε πατέρα δύο μικρών αγοριών οπουδήποτε, είναι απλά χαοτική. Όμορφη, αλλά χαοτική. Όποιος ξέρει, ξέρει. Βοηθάει το γεγονός ότι η Δράμα είναι μια ιδανική πόλη για να μεγαλώνεις παιδιά, γεμάτη πάρκα, αλάνες, και μπόλικο πράσινο. Η ζωή εδώ είναι αντικειμενικά εύκολη, αν και κάπως μοναχική, γιατί είμαστε μακριά από όλα τα μεγάλα και τα σπουδαία των μεγάλων πόλεων. Εδώ, για παράδειγμα, είμαι εντελώς αποκομμένος από την ελληνική κοινότητα των κόμικς, αλλά δεν σου κρύβω ότι κάθε φορά που κατεβαίνω Αθήνα, ανυπομονώ να γυρίσω πίσω. Τώρα για τα μπλουζάκια, ήμουν πάντα της λογικής ότι αντί να πάρεις ένα οποιοδήποτε basic κοντομάνικο και να ενισχύσεις την τάδε πολυεθνική, πάρε ένα αλήτικο heavy metal μπλουζάκι και βοήθησε μια μπάντα να ηχογραφήσει τον επόμενο δίσκο της, ή να βγει περιοδεία. Ότι t-shirt έχω στην ντουλάπα μου, είναι είτε από μπάντα, είτε από κάποιον ανεξάρτητο εικονογράφο, άντε και μερικά από ταινίες. Ο αριθμός τους θα παραμείνει ένα επτασφράγιστο μυστικό, που ίσως αποκαλυφθεί κάποια στιγμή στο μακρινό μέλλον, όταν πια θα τις έχουν κληρονομήσει τα αγόρια μου. – Έχει, άραγε, επηρεάσει την κουλτούρα, τις αναφορές και τη φαντασία σου, ο τόπος από τον οποίο κατάγεσαι και ζεις, η Δράμα, και το περιβάλλον τοπίο της; Έχω θεμελιωδώς διαμορφωθεί από αυτόν τον τόπο. Μάλιστα, οι πιο ζωηρές και αγαπημένες παιδικές μου αναμνήσεις είναι από το χωριό μου, την Σκαλωτή, που βρίσκεται στις παρυφές του παρθένου δάσους της Ελατιάς, κοντά στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα. Εκεί περνούσαμε τα καλοκαίρια μας εγώ και τα ξαδέρφια μου, μαζί με τον παππού και τη γιαγιά. Η φαντασία που έχω σήμερα, όποια κι αν είναι αυτή, είναι απόρροια εκείνου του τοπίου, εκείνων των βουνών. Οι δε διηγήσεις του παππού μου από τα χρόνια του πολέμου, και οι βόλτες που κάναμε μαζί στα γύρω δάση, με έκαναν να θέλω να λέω σχεδόν αποκλειστικά ιστορίες της υπαίθρου. – Αν έπρεπε να διαλέξεις μια αγαπημένη ταινία, ένα αγαπημένο κόμικ και ένα αγαπημένο βιβλίο, ποια θα ήταν αυτά; Για να το περιορίσω λίγο, γιατί διαφορετικά θα σπάσω το κεφάλι μου, θα σου δώσω τα αγαπημένα από την τελευταία χρονιά. Από ταινίες, το The Northman του Robert Eggers. Μυσταγωγικό, τολμηρό, συγκλονιστικό σινεμά, από τον αγαπημένο μου νέο σκηνοθέτη. Από κόμικς, το The Last God, γραμμένο από τον Phillip Kennedy Johnson, και εικονογραφημένο από τον τρομερό Riccardo Federici. Με δυο λόγια, το έπος ηρωικής φαντασίας που έλειπε από το μέσο, με εύστοχες σφήνες Λαβκραφτικού κοσμικού τρόμου. Από βιβλία, το Tyll του Daniel Kehlmann, ένα διαολεμένα έξυπνο και ευφάνταστο οδοιπορικό στα κατάμαυρα χρόνια του Τριακονταετή πολέμου, με ένα σαρδόνιο χιούμορ που σπάει κόκκαλα, και μια προσέγγιση του μυθικού που θυμίζει κάτι από τις αφηγήσεις των αδελφών Γκριμ. Απλά αριστουργηματικό, αναζητήστε το. – Τι γνώμη έχεις για τη φοβερή πρόσφατη (παγκόσμια) δημοφιλία του γκράφικ νοβελ – και ποια η γνώμη σου για αυτό τον χαρακτηρισμό έναντι του κλασικού «κόμικ»; Είναι γνωστή η ατάκα του Neil Gaiman, «είναι σαν να αποκαλείς μια πόρνη, συνοδό για το βράδυ». Η δημοφιλία του graphic novel μόνο θετική μπορεί να είναι, διότι υπάρχει τέτοιος πλούτος στο μέσο, ειδικά στον indie χώρο, που πραγματικά αξίζει να ανακαλυφθεί. Από το debate όμως κόμικς ή graphic novel, προσωπικά απέχω. Θέλει κάποιος εκδότης να βαφτίσει το βιβλίο του graphic novel αντί για κόμικ, για λόγους εμπορικότητας; Πολύ καλά κάνει. Σκοπός του είναι να πουλήσει βιβλία, αυτό δεν θέλουμε όλοι; Δηλώνει κάποιος δημιουργός graphic novelist, αντί για comic book artist ή writer, για λόγους κύρους; Μαζί του. Ο καθένας μπορεί να αποκαλεί τον εαυτό και την δουλειά του όπως θέλει και τον εκφράζει. Μην κολλάμε σε ονόματα και ορολογίες. – Τι βλέπεις να συμβαίνει στο χώρο των ελληνικών κόμικς; Δεν είναι φανταστική αυτή η άνθηση; Είναι νομίζω αναπάντεχο αυτό που συμβαίνει στην ελληνική σκηνή τα τελευταία χρόνια. Μιλάμε για αδιανόητα ταλέντα που εκδίδουν φανταστικές δουλειές, και στους εγχώριους εκδοτικούς, αλλά και Αμερική. Και υπάρχει φοβερή ποικιλομορφία. Υπάρχουν οι παλιοί που είναι κεφάλαιο για τον χώρο, οι πιτσιρικάδες που ξεπηδούν συνεχώς από πόλη σε πόλη, πάρα πολλές γυναίκες, ίσως περισσότερες από τους άντρες, ψαγμένα, πολύχρωμα queer παιδιά. Στα μάτια μου είναι η πιο ενδιαφέρουσα καλλιτεχνική σκηνή της χώρας, και το λέω γνωρίζοντας ένα μεγάλο κομμάτι και της κινηματογραφικής, αλλά και της μουσικής ροκ/μέταλ σκηνής. Τα comic cons και είναι ένα χάρμα οφθαλμών! – Ποια σχέδια έχεις για το μέλλον, τι ετοιμάζεις; (…φαντάζομαι έχεις ήδη σκεφτεί να γράψεις σενάρια για τον κινηματογράφο!) Αυτή τη στιγμή δουλεύω πάνω σε δύο καινούργια βιβλία, ένα ορθόδοξο, βουκολικό folk horror, και ένα αλχημιστικό έπος ιστορικής φαντασίας, στο οποίο συνεργάζομαι με τον ανερχόμενο σκηνοθέτη κινουμένων σχεδίων Adrian Dexter, γνωστό ίσως σε κάποιους από τα πανέμορφα εξώφυλλα δίσκων που έχει κάνει για την αμερικάνικης heavy psych μπάντα Elder. Ο κινηματογράφος είναι πάντα στο μυαλό μου, και ναι, ίσως κάποια στιγμή τολμήσω την μετάβαση. Οψόμεθα. Να είμαστε καλά, να κάνουμε. Πηγή
×
×
  • Create New...