Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Δημήτρης Βανέλλης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 3 results

  1. Η ζωή του Γιαννούλη Χαλεπά σε ένα αριστουργηματικό κόμικ Ο Θανάσης Πέτρου και ο Δημήτρης Βανέλλης δημιούργησαν μια εικονογραφημένη μελέτη για τον μύθο της νεοελληνικής γλυπτικής που είναι ένα από τα πιο σημαντικά κόμικς που βγήκαν ποτέ στην Ελλάδα. Εικαστικά είναι άψογο: εξαιρετικό σχέδιο, πίνακες που λειτουργούν ως «ιντρελούδια», κτίρια, πρόσωπα, περιβάλλον, όλα μελετημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια. M. Hulot Από την πρώτη στιγμή που το πιάνεις στα χέρια σου, καταλαβαίνεις ότι το εικονογραφημένο μυθιστόρημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη με τη ζωή «του μύθου της νεοελληνικής γλυπτικής» Γιαννούλη Χαλεπά είναι ένα από τα πιο σημαντικά κόμικς που έχουν βγει ποτέ στην Ελλάδα. Εικαστικά είναι άψογο: εξαιρετικό σχέδιο, πίνακες που λειτουργούν ως «ιντρελούδια», κτίρια, πρόσωπα, περιβάλλον, όλα μελετημένα μέχρι την τελευταία λεπτομέρεια, αλλά και εμβόλιμα αποσπάσματα από εφημερίδες της εποχής και επίσημα έγγραφα που πιστοποιούν τα γεγονότα της ζωής του Χαλεπά που αφηγούνται οι δύο δημιουργοί και το κάνουν ένα έργο ολοκληρωμένο για την πολύ ιδιαίτερη περίπτωση του σπουδαίου Έλληνα γλύπτη, που δύσκολα ξεχωρίζεις πού τελειώνει η ιδιοφυΐα και πού ξεκινάει η παράνοια. Το μικρού μεγέθους (για κόμικ) «Γιαννούλης Χαλεπάς» είναι μία πολυτελής έκδοση 176 σελίδων με σκληρό εξώφυλλο και σκίτσο ασπρόμαυρο του Θανάση Πέτρου με αποχρώσεις του γκρι που παραπέμπει στα χρώματα του σμιλεμένου μάρμαρου, χωρισμένη σε τρία κεφάλαια με τίτλους «Ελπίδες», «Άβυσσος» και «Ανάσταση». Η ιστορία ξεκινάει το καλοκαίρι του 1915, όταν ο ανώνυμος (;) αφηγητής φτάνει για πρώτη φορά στον Πύργο της Τήνου. Αφού κάνει μια μεγάλη βόλτα στα λατομεία μαρμάρου και στα μαρμαράδικα, κάθεται σε ένα καφενείο για να ξεκουραστεί κι εκεί ανακαλύπτει έκπληκτος ότι ο γέρος που στέλνουν να φέρει νερό είναι ο «σαλεμένος» μπάρμπα-Γιαννούλης, «ο κάποτε γνωστός σ' όλη την Αθήνα», ο μεγάλος γλύπτης που είχε εξαφανιστεί πριν από πολλά χρόνια και πίστευε ότι ήταν νεκρός. Το άγαλμα της «Ωραίας Κοιμωμένης», που έγινε το πιο διάσημο έργο του, ήταν η αρχή μιας εκρηκτικής κατάστασης που άρχισε να βιώνει με εκρήξεις οργής, παράνοιας και τρέλας. Όταν επιστρέφει στην Αθήνα ξεκινάει ολόκληρη έρευνα για να βάλει στη σειρά τα κομμάτια της ζωής του Χαλεπά, ψάχνει σε βιβλιοθήκες ξεθάβοντας παλιές εφημερίδες και περιοδικά τέχνης, μιλάει με καθηγητές στη Σχολή Καλών Τεχνών που ήταν κάποτε συμμαθητές του Χαλεπά και ξεκινάει να διηγείται την ιστορία του από την αρχή. Από το 1851, όταν γεννιέται στον Πύργο, ο πιο μεγάλος από έξι παιδιά. «Ο πατέρας του όπως και πρόγονοί του είχε μαρμαράδικο με καλή δουλειά. Να φανταστείτε, είχε υποκαταστήματα στην Τήνο, στο Βουκουρέστι και στον Πειραιά». Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Ο Γιαννούλης ήθελε από μικρός να γίνει γλύπτης, αλλά όταν έγινε 15 ο πατέρας του τον έστειλε με το ζόρι να γίνει έμπορος. Πήγε στην Εμπορική σχολή Ερμούπολης, τα παράτησε, μετά τον έβαλαν να δουλέψει στο κατάστημα του Λάζαρου Γαΐτη, έφυγε κι από κει και με το πείσμα του κατάφερε να πείσει τους γονείς του ότι θέλει να ασχοληθεί με την τέχνη. Έτσι, το 1869, όταν ο Γιαννούλης ήταν 18, ολόκληρη η οικογένεια μετακόμισε στην Αθήνα, στην οδό Μαυρομιχάλη. Με την επιμονή του γράφτηκε στη Σχολή Καλών Τεχνών (που τότε ονομαζόταν Το Σχολείο των Τεχνών) και είχε δασκάλους τον Νικηφόρο Λύτρα και Λωνίδα Δρόση. To εξώφυλλο του κόμικ. Τα χρόνια στο Μόναχο δεν ήταν εύκολα, οι συνθήκες που ζούσε ήταν πολύ φτωχικές, αλλά ήρθε πρώτος σε έναν διαγωνισμό με θέμα την «πριγκίπισσα του Ρήνου» και δημιουργικά είναι σε μεγάλη φόρμα. Φιλοτεχνεί έναν «Σάτυρο» και το γλυπτό «Φιλοστοργία» και εκθέτει με επιτυχία σε μεγάλη έκθεση του Μονάχου. Κι ενώ στο Μόναχο διέπρεπε, τον θαύμαζαν και τον βράβευαν, στην Ελλάδα τον απέρριπταν επιδεικτικά. Ο πρώτος «Σάτυρος» και η «Φιλοστοργία» απορρίφθηκαν από την έκθεση των Αθηνών το 1875. Το χειρότερο όμως ήταν ότι του έκοψαν την υποτροφία, δίνοντάς τη σε έναν φοιτητή μηχανικής, αναγκάζοντάς τον να γυρίσει στην Ελλάδα. Ο ίδιος ο διευθυντής της Βασιλικής Ακαδημίας του Μονάχου, ο Carl von Piloty ζήτησε από τον χορηγό, τον ναό της Ευαγγελιστρίας Τήνου, να μη διακόψει την υποτροφία στον «προικισμένο με εξαιρετικά χαρίσματα Τήνιο σπουδαστή», αλλά δεν εισακούστηκε. Ο Χαλεπάς βρέθηκε για λίγο καιρό στο Βουκουρέστι, βοηθώντας τον πατέρα του στην κατασκευή επιτάφιων αγγέλων και μετά γύρισε στην Τήνο. Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Το 1876 νοίκιασε ένα ατελιέ στην αρχή της οδού Μητροπόλεως και ρίχνεται με τα μούτρα στη δουλειά, σύντομα όμως μετακομίζει στο σπίτι που είχε χτίσει πρόσφατα ο πατέρας του στην αρχή της οδού Μαυρομιχάλη. Εκεί τον επισκέφτηκε η κυρία Αφεντάκη για να της παραγγείλει μία προτομή για το μνήμα της κόρης της Σοφίας που είχε πεθάνει πολύ νέα. Ο Χαλεπάς δέχτηκε κι ανέλαβε την παραγγελία αντί 1.000 δραχμών. Το άγαλμα της «Ωραίας Κοιμωμένης», που έγινε το πιο διάσημο έργο του, ήταν η αρχή μιας εκρηκτικής κατάστασης που άρχισε να βιώνει με εκρήξεις οργής, παράνοιας και τρέλας. Όταν η κυρία Αφεντάκη ζήτησε να κάνει μία αλλαγή στο έργο, βγήκε εκτός εαυτού και άρχισε να το καταστρέφει. «Εγώ είμαι ο καλλιτέχνης», της είπε, «εγώ ξέρω πώς πρέπει να γίνει, αν νομίζετε ότι εσείς ξέρετε καλύτερα από μένα, κάντε το μόνη σας! Η συμφωνία ακυρώνεται!». Η εξοντωτική δουλειά, η φυγή του από το Μόναχο, η ανεκπλήρωτη δίψα για τις εξελίξεις της γλυπτικής, αλλά και ο ατυχής έρωτάς του για μία κοπέλα τον οδήγησαν σε μία άβυσσο χωρίς επιστροφή. Στο δεύτερο κεφάλαιο τα γεγονότα τα αφηγείται ο αδερφός του Χαλεπά, ο Νικόλας. Η κατάστασή του Γιαννούλη χειροτέρευε συνεχώς, τον χειμώνα του 1877 προς 1878 υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ' επανάληψη να αυτοκτονήσει. Οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στη σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο. Καθώς η κατάστασή του επιδεινώνονταν συνεχώς, το 1888, οι γιατροί διέγνωσαν «άνοια» και οι δικοί του αποφάσισαν να τον κλείσουν στο Δημόσιο Ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Στο Ψυχιατρείο, ο Χαλεπάς αντιμετωπίστηκε με τον σκληρό τρόπο που αντιμετώπιζαν όλους τους ψυχασθενείς την εποχή εκείνη: οι γιατροί και οι φύλακες είτε του απαγόρευαν να σχεδιάζει και να πλάθει, είτε του κατέστρεφαν οτιδήποτε εκείνος είχε δημιουργήσει και είχε κρύψει στο ερμάριό του. Λέγεται πως από όσα προσπάθησε να δημιουργήσει μέσα στο Ψυχιατρείο ένα μόνον έργο σώθηκε, κλεμμένο από κάποιον φύλακα και παραπεταμένο στα υπόγεια του ιδρύματος, όπου ξαναβρέθηκε τυχαία το 1942. Το 1901 πέθανε ο πατέρας του και έναν χρόνο μετά η μητέρα του πήγε στο Ψυχιατρείο, για να τον πάρει πίσω μαζί της στον Πύργο της Τήνου. Στην Τήνο έζησε υπό την αυστηρή επιτήρηση της μητέρας του, η οποία πίστευε ότι ο γιος της τρελάθηκε από την τέχνη. Για τον λόγο αυτό, η μητέρα του δεν του επέτρεπε να ασχοληθεί ξανά με την γλυπτική, σε σημείο που, αν εκείνος έφτιαχνε κάτι στοιχειώδες με κάρβουνο ή πηλό, εκείνη το κατέστρεφε. Σελίδα από το κόμικ. Σελίδα από το κόμικ. Όταν πέθανε η μητέρα του το 1916, ο Χαλεπάς είχε ξεκόψει παντελώς από την τέχνη του. Ζούσε πάμφτωχος βοσκώντας πρόβατα και φέροντας το βαρύ στίγμα του τρελού του χωριού. Βρήκε ωστόσο το κουράγιο και άρχισε ξανά να ασχολείται με την γλυπτική. Τα μέσα που διέθετε ήταν παντελώς πρωτόγονα και το επαρχιακό περιβάλλον εχθρικό προς κάθε αλαφροΐσκιωτο, αλλά εκείνος με πείσμα άρχισε να δημιουργεί, για να κερδίσει τον χαμένο χρόνο. Το τρίτο και τελευταίο μέρος του βιβλίου είναι η ανάσταση του Χαλεπά. Όχι μόνο καλλιτεχνικά, αλλά είναι η περίοδος που τον ανακαλύπτουν εκ νέου οι καλλιτεχνικοί κύκλοι της Αθήνας και επανέρχεται πανηγυρικά, ζώντας τα τελευταία χρόνια της ζωής του μέσα στη δημιουργία και την απόλυτη αναγνώριση. Είχε βρει επιτέλους τη γαλήνη φιλοξενούμενος από την ανιψιά του. Οι συνθήκες της δουλειάς του όμως παρέμεναν κάτι παραπάνω από δύσκολες. Τα προπλάσματα έσπαζαν τα καλοκαίρια από τη ζέστη και τον χειμώνα από το κρύο. Λένε ότι μέχρι το τέλος περίμενε το κράτος να του παραχωρήσει ένα εργαστήριο. Ήθελε να δουλέψει και πάλι μεγάλες συνθέσεις. Τον τιμούσαν όλοι, το εργαστήριο όμως δεν του παραχωρήθηκε ποτέ. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς πέθανε στις 15 Σεπτεμβρίου 1938. Τον Απρίλιο τον χτύπησε μια ημιπληγία και δεν μπόρεσε να σηκωθεί ξανά από το κρεβάτι. Πηγή
  2. Οι Δημήτρης Βανέλλης και Θανάσης Πέτρου είναι ίσως το πιο γνωστό δίδυμο της ελληνικής σκηνής κόμικς. Από την άλλη, ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται ευρύτατα ο σπουδαιότερος καλλιτέχνης της νεοελληνικής γλυπτικής. Αυτή η «συνάντηση», λοιπόν, έχει σίγουρα ενδιαφέρον. Το ίδιο θα σκέφτηκαν, υποθέτω, και οι υπεύθυνοι των εκδόσεων Πατάκη, από όπου κυκλοφόρησε το εν λόγω κόμικ τον Απρίλιο του 2019. Ο Γιαννούλης Χαλεπάς γεννήθηκε στην Τήνο, μέλος μιας εύπορης οικογένειας, και από μικρός έδειξε την κλίση του στην τέχνη της γλυπτικής. Σε νεαρή κιόλας ηλικία δημιούργησε το –κατά κοινή ομολογία– αριστούργημά του, την Κοιμωμένη, και διακρίθηκε σε διαγωνισμούς στη Γερμανία, κατά τις σπουδές του εκεί. Αυτό που ακολούθησε, ωστόσο, ήταν μια παρατεταμένη περίοδος ασταθούς ψυχικής υγείας και ανέχειας. Μέσα από το σχέδιο αλλά και ντοκουμέντα της εποχής, οι δημιουργοί μας παρουσιάζουν τη ζωή του Χαλεπά, από την Τήνο στην Αθήνα, από εκεί στο Μόναχο, τα φρικτά χρόνια στο φρενοκομείο της Κέρκυρας και πάλι πίσω στη γενέτειρά του. Ο Πέτρου πειραματίζεται με διαφορετικά υλικά, αλλάζει διαρκώς προσέγγιση και τεχνικές, πού και πού «σπάει» την παραδοσιακή δομή των καρέ. Και εν τέλει αποτυπώνει με μοναδικό τρόπο το σκοτάδι και τις φωτεινές στιγμές στο μυαλό του Χαλεπά. Μερικά σχέδιά του πραγματικά μένουν χαραγμένα στο μυαλό σου, σαν χτύπημα από σμίλη πάνω στο μάρμαρο. Ορισμένοι μπορεί να θεωρήσουν ότι η αφήγηση δεν διαθέτει την καλύτερη ροή. Αυτό οφείλεται στην αποσπασματικότητα των διαθέσιμων πηγών για τη ζωή του Χαλεπά και στα (φαινομενικά;) ατάκτως ερριμμένα τεκμήρια (από άρθρα εφημερίδων μέχρι νομικά κείμενα). Ακόμη κι έτσι, η τέχνη του Πέτρου και, πρωτίστως, η πολύ δυνατή ιστορία υπερισχύουν, κατά την ταπεινή μου άποψη, των όποιων προβλημάτων. Η καλαίσθητη, σκληρόδετη έκδοση έρχεται να ολοκληρώσει το «πακέτο» ενός εξαιρετικού κόμικ που αξίζει να βρίσκεται στη βιβλιοθήκη μας.
  3. Εικονογραφική μυθιστορηματική βιογραφία Σταυρούλα Γ. Τσούπρου* Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος Ρ ι ζ ο σ π α σ τ ι κ έ ς Α ν α γ ν ώ σ ε ι ς «[…] ο καλλιτέχνης αυτός, περί το πλαστικόν ασχολούμενος είδος, στερήται εκτάσεως χρόνου και τόπου, έστι δ’ ηναγκασμένος να συγκεφαλαιώση, ως ειπείν, εν μιά ακαριαία στιγμή διάστημα χρόνου μεμακρυσμένον και πολυμερές […]» (Γιάννης Βλαχογιάννης) Προκειμένου να οριστεί ένα ειδολογικό πλαίσιο εντός του οποίου μπορεί να εκτιμηθεί σωστά ένα καλλιτεχνικό δημιούργημα, το οποίο συνδυάζει κείμενο (και, μάλιστα, μεγάλης έκτασης) και εικόνα, θα χρειαστεί οπωσδήποτε κάτι περισσότερο από την ερμηνεία του αντίστοιχου έγκριτου Λεξικού (κόμικς = σειρά από ασπρόμαυρα ή έγχρωμα σχέδια που αφηγούνται ποικίλου περιεχομένου ιστορίες και δημοσιεύονται είτε σε συνέχειες σε εφημερίδες και περιοδικά είτε σε αυτοτελείς εκδόσεις), αλλά και από το σχετικό λήμμα ενός «Λεξικού λογοτεχνικών όρων», στην περίπτωση, βέβαια, που περιλαμβάνεται εκεί και ο εν λόγω όρος (οπότε, θα πρέπει να απονεμηθούν εύσημα στην Ελισάβετ Αρσενίου, η οποία συνέταξε ένα πληρέστατο λήμμα για το Λεξικό Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, Πατάκης, 2007). Η συζήτηση για το αν τα κόμικς ή τα graphic novels (σύμφωνα με ένα μέρος της κριτικής, τα δεύτερα είναι υποσύνολο των πρώτων) ανήκουν στον λογοτεχνικό χώρο μετρά ήδη αρκετές δεκαετίες, κυρίως στο εξωτερικό, ενώ, τα τελευταία χρόνια, πληθαίνουν και οι εγχώριοι μελετητές και μελετήτριες του συγκεκριμένου αντικειμένου. Ωστόσο, εύκολα γίνεται κατανοητό ότι η ασάφεια δεν μπορεί να αποφευχθεί, τουλάχιστον όχι εντελώς, εφόσον πρόκειται για ένα πολυσύνθετο και πολυποίκιλων πηγών και απευθύνσεων (σε ό,τι αφορά τους δέκτες) καλλιτέχνημα, το οποίο εξακολουθεί και θα εξακολουθεί να αλλάζει (χωρίς, όμως, να εγκαταλείπει αναγκαστικά τις παλαιότερες εκδοχές του), ευπροσάρμοστο καθώς είναι στις παντός είδους εξελίξεις. Το ανά χείρας πόνημα (κάλλιστα μπορεί να προσδιοριστεί ως τέτοιο) καθιστά ακόμη πιο δύσκολη μια ενδεχόμενη απόπειρα ειδολογικής τοποθέτησής του, διότι το ρέον «σενάριο» (όπως ο ίδιος το ονομάζει) του Δημήτρη Βανέλλη –το οποίο φωτίζει και φωτίζεται άριστα από το ασπρόμαυρο και συχνά υποβλητικό σχέδιο του Θανάση Πέτρου και τις «ενσωματωμένες» σε αυτό ψηφιακές παρουσιάσεις των γλυπτών έργων (το δίδυμο των δημιουργών είναι πολύ γνωστό για τη δουλειά του και αναμφίβολα μη εξαιρετέο)– εμπλουτίζεται και επαυξάνεται από επιλεγμένα κείμενα: καλλιτεχνικά κριτικά άρθρα, ιατρικά, νομικά, κανονισμούς θεραπευτικών ιδρυμάτων, επιστολές. Το γεγονός, δε, ότι εισάγεται εξαρχής το τέχνασμα του αφηγητή, ο οποίος βρήκε/συνέθεσε και διηγείται την ιστορία, επιτρέπει σε αυτόν τον τελευταίο, αφενός, να παρεμβάλλει, διακριτικά, τον εαυτό του και τη γνώμη του (τεχνική που κάνει πιο ζωντανή την αφήγηση, ενώ δίνει καινούργιες διαστάσεις στην εν λόγω θεωρητικής προέλευσης σύμβαση, αφού ο πρωτοπρόσωπος αφηγητής μοιάζει ταυτόχρονα να αυτοεικονογραφείται) και, αφετέρου, να παρουσιάζει ως ομιλητές και συναφηγητές του κάποιους από τους συγγραφείς των άρθρων που χρησίμευσαν ως βιοεργογραφικές πηγές ή κάποιους από τους φίλους/γνωστούς ή γνώστες του έργου του Γιαννούλη Χαλεπά. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει η σιωπηρή μορφή του Ζαχαρία Παπαντωνίου, ο οποίος, όμως, μιλά μέσω του άρθρου του στη διπλανή σελίδα, αλλά και η «δηκτική» μορφή του Νίκου Βέλμου, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην αναγνώριση του καλλιτέχνη, αυτού του «σπάνιου φαινομένου καλλιτεχνικού Επιμενίδη», όπως χαρακτήρισε τον Γιαννούλη Χαλεπά ο Δημήτριος Ταγκόπουλος. Η σύμπραξη, δε, του κειμένου με την εικόνα βοηθά ώστε η αφήγηση, παρά τους εγκιβωτισμούς, να παραμένει σαφής και γλαφυρή. Εκείνο το οποίο φέρει εις λαμπρότατο πέρας το εξαιρετικό συνδημιούργημα των Θανάση Πέτρου και Δημήτρη Βανέλλη είναι να στήσει την πολυστέναχτη πνευματική/ψυχική μορφή του Γιαννούλη Χαλεπά εμπρός στα μάτια του αναγνώστη – θεώμενου. Όπως τα αμφιπρόσωπα έργα του, ο ίδιος ο «δεινός καλλιτέχνης ποιητής», σύμφωνα με τη διατύπωση του Θεόδωρου Βελλιανίτη, αποτυπώνεται στο χαρτί και αναδεικνύεται και στις δύο εκφάνσεις του· του φωτεινού και του σκοτεινιασμένου νοός (αξιοπρόσεκτη είναι η μεγάλη έκταση που καταλαμβάνει το δεύτερο από τα τρία κεφάλαια, το τιτλοφορούμενο «Αβυσσος», το οποίο αναφέρεται στα τριάντα σκοτεινά χρόνια του μεγάλου γλύπτη). Έτσι, κρατώντας στο ένα χέρι την παρούσα έκδοση και στο άλλο το «Ο βίος ενός αγίου» του Στρατή Δούκα, δύναται πράγματι να πει κανείς, μαζί με το άγαλμα στο φερώνυμο ποίημα του Ιωάννη Πολέμη, ότι τον «συντροφεύει του τεχνίτου/ η αθάνατη κι αθώρητη ψυχή». * Καθηγήτρια - σύμβουλος ΕΑΠ Πηγή
×
×
  • Create New...