Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Γιώργος Γούσης'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 12 results

  1. Ένα επεισόδιο της σειράς του Ertflix "Ες αύριον τα σπουδαία", που φιλοξενεί 6 Έλληνες δημιουργούς κόμικς (Γεωργία Ζάχαρη, Σιαδώρα Παπαθεοδώρου, Νικόλας Πετσίτης, Πανάγος Γερακάκης, Γιώργος Γούσης, Κανέλλος Cob), οι οποίοι μιλάνε ακριβώς το θέμα του τίτλου, πώς φτιάχνονται τα κόμικς. https://www.ertflix.gr/ellinika-docs/es-afrion-ta-spoudea/es-ayrion-ta-spoydaia-pos-ftiachnontai-ta-komiks/
  2. Ο Γιώργος Γούσης αποτελεί μια ηγετική φιγούρα στα ελληνικά κόμικς της τελευταίας εξαετίας, από την έκδοση του Ερωτόκριτου και μετά δηλαδή, ακόμη κι αν το εγχείρημα του Μπλε Κομήτη δεν τελεσφόρησε. Πολύ πριν από τον Ερωτόκριτο, ωστόσο, όπως όλοι οι δημιουργοί έψαχνε τα πατήματά του, την ταυτότητά του. Αυτή η αναζήτηση εμπεριέχεται στις Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές. Πρόκειται για μια συλλογή σύντομων ιστοριών, από το 2006, έτος που συστήθηκε ο Γούσης, έως το 2011, όταν και κυκλοφόρησε το εν λόγω κόμικ από τις Εκδόσεις ΚΨΜ. Στις 128 σελίδες του περιέχονται 16 μικρο-κόμικς, από το 9, την Γαλέρα, ανθολογίες της Image και αλλού, συν μία πρωτότυπη ιστορία. Μερικές από αυτές είναι σε συνεργασία με άλλους δημιουργούς (με σειρά εμφάνισης: Stephen Reedy, Πέτρος Ζερβός, Rory McConville). Οι ιστορίες των αθώων εποχών του Γούση, λοιπόν, είναι ιστορίες αστείες, δραματικές, περιπετειώδεις ή όλα αυτά μαζί. Κάποιες εκτυλίσσονται στο σύγχρονο ελληνικό γίγνεσθαι, άλλες στην Ελλάδα του μέλλοντος, άλλες σε χρόνο και τόπο απροσδιόριστο. Όπως είναι λογικό, δεν υπάρχει κάποιος κεντρικός πυλώνας, πέραν του ονόματος του Γούση. Προφανώς το περιεχόμενο δεν είναι επιπέδου Ληστές, αλλά αυτό είναι το ωραίο της υπόθεσης. Να ανακαλύπτεις τις επιρροές του Γούση, τουτέστιν τα κόμικς του Jean Giraud, την αμερικανική underground/indie σκηνή, τις ταινίες του Sergio Leone. Να παρακολουθείς την εξέλιξή του, από τις σφιγμένες πρώτες του γραμμές στο Άρωμα, ως το τεχνικά άρτιο σχέδιο της ιστορίας Μια Καλή Αρχή. Προσωπικά, πάντα με ενδιέφερε να διαβάζω τους (πρώιμους) πειραματισμούς των καλλιτεχνών που γουστάρω, γι' αυτό και πότε-πότε επιστρέφω στον τόμο αυτό και ξαναδιαβάζω τις ιστορίες του. Από τις οποίες ξεχωρίζω τις εξής: Pizza Butterfly, Curse of Silence, Παίρνοντας το Πουλί μου πίσω (που έχει γίνει και ταινία μικρού μήκους), Συνταγές Μαγειρικής (όπου βλέπουμε για πρώτη φορά να αποκρυσταλλώνεται το σχεδιαστικό στυλ του Γούση) και Μια Καλή Αρχή. Οι Ιστορίες από τις Αθώες Εποχές κυκλοφορούν σε έναν καλαίσθητο σκληρόδετο τόμο, ο οποίος είναι ακόμη διαθέσιμος. Αν είστε από αυτούς που ασχολούνται με την ελληνική σκηνή κόμικς, θεωρώ ότι δεν πρέπει να λείπει από την βιβλιοθήκη σας.
  3. Όμηροι, ληστές και αρματολοί στα χρόνια του ιού Γιάννης Κουκουλάς Δεν ήταν μια συνηθισμένη, φυσιολογική χρονιά αυτή που φεύγει. Μια από τις πολλές συνέπειες της κυριαρχίας του ιού επί των ζωών μας ήταν και η ελάττωση της παραγωγής κόμικς. Λίγο πριν από το νέο έτος ξαναθυμόμαστε τα σημαντικότερα έργα του 2020 με την ευχή του χρόνου τέτοιες μέρες τα πράγματα να είναι καλύτερα «Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς» του Θανάση Πέτρου (εκδόσεις Iκαρος) Ήρωες ή προδότες; Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς στο περιθώριο (ή στην καρδιά;) του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου γίνονται οι ανώνυμοι πρωταγωνιστές σε μια ιστορία διχασμού και πολέμου. Ξεχασμένοι από όλους, έρμαια των παλινωδιών και της αναποφασιστικότητας της ελληνικής κυβέρνησης, οι Έλληνες φαντάροι ένιωσαν στο πετσί τους την έννοια της εγκατάλειψης. Ο Θανάσης Πέτρου παρουσιάζει έπειτα από εξαντλητική έρευνα και τεκμηρίωση τις ζωές αυτών των ανθρώπων σε μια από τις ελάχιστα γνωστές πτυχές της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας, στην οποία αντικατοπτρίζονται μοναδικά οι πολιτικές συνθήκες της εποχής. «Ληστές» των Γιάννη Ράγκου και Γιώργου Γούση (εκδόσεις Polaris) Στην Ηπειρο των πρώτων δεκαετιών του εικοστού αιώνα, με κεντρικά πρόσωπα τους ληστές που λυμαίνονταν την ύπαιθρο αλλά και τις πόλεις, τοποθετείται η μυθοπλασία των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδια). Μια ιστορία που μπορεί να έχει φανταστικούς πρωταγωνιστές, αλλά βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα και είναι εμπνευσμένη από τη ζωή των αδελφών Ρέντζου. Νουάρ ατμόσφαιρα, ηθογραφία, ακρίβεια σε όλα τα πραγματολογικά στοιχεία και τα ιστορικά δεδομένα χαρακτηρίζουν αυτή την ιδιότυπη βιογραφία, από την οποία αναδύονται όλες οι κλασικές παθογένειες του νεοελληνικού κράτους και η διαχρονικά αμετάβλητη διαφθορά της εξουσίας. «Berlin» των Κυριάκου Αθανασιάδη και Νικόλα Κούρτη (εκδόσεις Jemma Press) Ένας λιγόλογος και φλεγματικός ιδιωτικός ντετέκτιβ που ασχολείται με μικροϋποθέσεις δέχεται μια δελεαστική πρόταση που μπορεί να αλλάξει (ή να τερματίσει) τη ζωή του. Αναλαμβάνει τη δουλειά αδιαφορώντας για τους κινδύνους. Αλλά αυτοί θα είναι τελικά απρόβλεπτοι και πολύ περισσότεροι σε μια θηριώδη, επιβλητική και απάνθρωπη μητρόπολη που λέγεται Μπερλίν. Σε μια πνιγηρή και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα και με πολλά στοιχεία εξπρεσιονιστικού και παραφυσικού τρόμου, η αυτοτελής νουάρ ιστορία των Αθανασιάδη και Κούρτη αποτελεί την αρχή μιας σειράς που αναμένεται να έχει πολλές ακόμη συνέχειες. «Στο δάσος» των Σπύρου Γιαννακόπουλου και Στέλλας Στεργίου (εκδόσεις Πατάκη) Ένα μοντέρνο παραμύθι που πλάθεται με σκοπό να ανατρέψει κάθε στερεότυπο και κάθε σύμβαση του είδους φιλοτεχνούν ο συγγραφέας παιδικής λογοτεχνίας Σπύρος Γιαννακόπουλος και η γνωστή από την υπέροχη εκδοχή του «Μικρού Πρίγκιπα» Στέλλα Στεργίου. Η συνταγή τα έχει όλα: μάγισσες, γίγαντες, τέρατα, νάνους, μαγεμένες βατραχίνες, πρίγκιπες και σκουπόξυλα. Αλλά τίποτα δεν πηγαίνει όπως συνηθίζεται σε παρόμοιες ιστορίες. Οι ανατροπές κρύβονται σε κάθε γωνιά αυτού του γοητευτικού δάσους που διαβάζεται εξίσου απολαυστικά από μικρούς και μεγάλους. «1800» του Θανάση Καραμπάλιου (εκδόσεις Jemma Press) Στο τέταρτο μέρος της βραβευμένης σειράς «1800», με τίτλο «Χάκι» (= εκδίκηση στα αρβανίτικα) ο Θανάσης Καραμπάλιος παρακολουθεί και καταγράφει τα επόμενα βήματα της οικογένειας των Καραμάνων λίγο πριν από την Ελληνική Επανάσταση του 1821. Κλέφτες και αρματολοί, Έλληνες και Τούρκοι, στρατιώτες και χωρικοί, πλούσιοι και φτωχοί στην ακόμα ρευστή, σαν καζάνι που κοχλάζει, ελληνική ύπαιθρο, παρουσιάζονται με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια σε μια μυθοπλασία που κρατά αμείωτο το ενδιαφέρον μπλέκοντας πραγματικά πρόσωπα και fiction χαρακτήρες και προχωρώντας βήμα βήμα προς τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα που θα ακολουθήσουν σε λίγα χρόνια. «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» της Αλέξιας Οθωναίου (εκδόσεις Jemma Press) Μια σειρά από εγκλήματα με θύματα επιτυχημένους άνδρες στοιχειώνουν τη σκέψη και τη ζωή ενός ντετέκτιβ που πασχίζει να λύσει το μυστήριο στη βροχερή και αφιλόξενη Αθήνα μιας νουάρ και σκοτεινής ιστορίας. Σε κάθε κατακρεουργημένο πτώμα κρύβεται και ένα διαφορετικό τραπουλόχαρτο που οδηγεί στην επόμενη κίνηση σε μια παράδοξη και εφιαλτική παρτίδα πόκερ. Κι όλα αυτά στη βαριά σκιά ενός μεγάλου και μοιραίου έρωτα που αποτελεί μέρος της ίδιας παρτίδας, από την οποία κανείς από τους παίκτες δεν μπορεί να βγει. «Άλκη Ζέη, Ο Μεγάλος Περίπατος του Πέτρου» των Αγγελικής Δαρλάση και Δημήτρη Μαστώρου (εκδόσεις Μεταίχμιο) Ένα κλασικό βιβλίο της Άλκης Ζέη, μιας από τις σπουδαιότερες εκπροσώπους της σύγχρονης ελληνικής λογοτεχνίας, προσαρμόζουν σε κόμικς η συγγραφέας Αγγελική Δαρλάση και ο Δημήτρης Μαστώρος. Η ιστορία ξεκινά μια μέρα πριν οι Ιταλοί κηρύξουν τον πόλεμο στην Ελλάδα το 1940 και εξελίσσεται μέχρι τη λήξη του πολέμου μέσα από τα μάτια και τη ζωή του μικρού Πέτρου που βλέπει τον εαυτό του να «ενηλικιώνεται» απότομα υπό καθεστώς κατοχής. Κι ας είναι μόνο εννιά χρονών όταν ακούει τις πρώτες σειρήνες. Η πείνα, οι διωγμοί, ο φόβος, ο θάνατος αλλά και η φιλία, η Αντίσταση, η αλληλεγγύη και η ανθρωπιά εναλλάσσονται σε ένα υπέροχο βιβλίο που γεννά σπάνια συναισθήματα στον αναγνώστη. «Μετεωρίτες» των Τάκη Θεοδοσίου και John Antono (εκδόσεις Λόγος Slovo Α-Ω) Διευθυντής του Ελληνικού Μουσείου Μετεωριτών ο Τάκης Θεοδοσίου και πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς με επιστημονικές ανησυχίες ο Γιάννης Αντωνόπουλος, συνεργάζονται σε ένα σπάνιο για τα ελληνικά δεδομένα βιβλίο εκλαΐκευσης της επιστημονικής γνώσης. «Ταξίδι στη Γνώση» είναι ο υπότιτλός του και πράγματι προσφέρει μια μοναδική ευκαιρία στον αναγνώστη του να μάθει τι ακριβώς είναι οι μετεωρίτες, από πού έρχονται, ποιες οι διαφορές τους, τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού συστήματος, πόσο κινδυνεύουμε από αυτούς, πώς θα εκμεταλλευτούμε την ύπαρξή τους. Τετράς, η Ξακουστή του Πειραιώς των Γιώργου Σκαμπαρδώνη και Δημήτρη Κερασίδη (εκδόσεις Μικρός Ηρως) Τέσσερις ρεμπέτες που μετέπειτα έγραψαν ιστορία, ο Μάρκος Βαμβακάρης, ο Γιώργος Μπάτης, ο Ανέστος Δελιάς και ο Στράτος Παγιουμτζής αποτέλεσαν την Τετράδα την Ξακουστή του Πειραιώς, μια ρεμπέτικη κομπανία που σχηματίστηκε το 1934. Η ιστορία τους βασίζεται στο βιβλίο «Όλα βαίνουν καλώς εναντίον μας» του συγγραφέα Γιώργου Σκαμπαρδώνη, ενώ τα σχέδια φιλοτεχνεί ο Δημήτρης Κερασίδης και το εξώφυλλο ο Κωνσταντίνος Σκλαβενίτης. Στο επίκεντρο βρίσκεται η ιστορία μιας παρέας που άφησε εποχή και μέσω αυτής η ιστορία του ρεμπέτικου ως κοινωνικού και καλλιτεχνικού φαινομένου αλλά και η κατάσταση της Ελλάδας την προπολεμική περίοδο. All Hell Broke Loose των Αντώνη Β. και Λέανδρου (εκδόσεις Skewed Press) Η Κόλαση στις εικόνες του Λέανδρου και τα κείμενα του Αντώνη Β. είναι οι σύγχρονες βρόμικες, εχθρικές και σκοτεινές μητροπόλεις και οι κολασμένοι πολίτες καίγονται στα καζάνια της. Αλλά δεν έχουν συνθηκολογήσει. Και κάποια μέρα ξεχύνονται στους δρόμους για να πάρουν εκδίκηση. Πάνω στις φωτογραφίες του Αντώνη Β. από το Οκλαντ της Νέας Ζηλανδίας, το Χονγκ Κονγκ και το Λος Αντζελες που θα μπορούσαν να έχουν ληφθεί από κάθε μεγαλούπολη της Δύσης, ο Λέανδρος στήνει τα δικά του σχέδια και παρουσιάζει ένα «πριν» απελπισίας και ένα φωτεινό «μετά» από το ξέσπασμα της βίας και της επανάκτησης της αξιοπρέπειας έστω κι αν το μέλλον θα είναι πάντα αβέβαιο και υπό διαμόρφωση. «Scary Tales» του Πάνου Ζάχαρη (εκδόσεις Jemma Press) Ο Κακός Λύκος, τα Τρία Γουρουνάκια, ο Κοντορεβιθούλης, η Κοκκινοσκουφίτσα, ο Πίτερ Παν, ο Πινόκιο, ο Λαγός κι η Χελώνα συμπρωταγωνιστούν στα «τρομακτικά παραμύθια» του Πάνου Ζάχαρη που δημοσιεύονται κάθε εβδομάδα στις σελίδες της Εφ. Συν. Ο τρόμος, ωστόσο, δεν προκύπτει από το περιεχόμενο των πρωτότυπων παραμυθιών αλλά από τις απολαυστικές παρωδίες του δημιουργού τους, από τους ευφυέστατους αναχρονισμούς του, από τη σύγχρονη πολιτική πραγματικότητα στην οποία παραπέμπουν. Όλα τα στριπάκια του Ζάχαρη αποτελούν μοναδικά χιουμοριστικά σχόλια πάνω στην εξοργιστική γύμνια των βασιλιάδων αλλά και την κομφορμιστική σιωπή των υπηκόων τους. Καραντινιέροι του Κλήμη Κεραμιτσόπουλου (αυτοέκδοση) Ως «μια αφ’ υψηλού και εκ του ασφαλούς θεώρηση καταστάσεων εγκλεισμού» χαρακτηρίζει σαρκαστικά και αυτοσαρκαστικά ο ίδιος ο δημιουργός το έργο του. Και καταγράφει τη διόλου αρμονική συμβίωση δύο συγκατοίκων στα χρόνια της καραντίνας και του κορονοϊού. «Τι μέρα είπαμε ότι είναι;» είναι η λιτή και λακωνική φράση που παίζει τον ρόλο του προλόγου για να ξεκινήσει ένα χιουμοριστικό «πιτζάμα πάρτι» με μόνους πρωταγωνιστές δύο φίλους σε κατάσταση απομόνωσης και σε διαρκή ανταγωνισμό για το ποιος θα ξεστομίσει την πιο απαισιόδοξη και φαρμακερή ατάκα. Αν όλα αυτά κάτι θυμίζουν στους περισσότερους από εμάς, δεν είναι τυχαίο. Όπως δεν είναι τυχαίο ότι τα ζούμε ακόμα και απ’ ό,τι φαίνεται θα συνεχίσουμε για πολύ ακόμα. Πηγή
  4. Η Αθήνα που αγαπούν οι κομικάδες Τέσσερις νέοι comic artists σκιτσάρουν και μιλούν για τις πιο δικές τους γωνιές στην πόλη. Είναι παλιά υπόθεση η απεικόνιση των πόλεων στα κόμικς. Ίσως γιατί το αστικό τοπίο ήταν ανέκαθεν ένα γοητευτικό εικαστικό εγχείρημα, ίσως γιατί στην πλοκή μιας ιστορίας σημαντικό ρόλο παίζουν όχι μόνο οι χαρακτήρες, αλλά και η ατμόσφαιρα που τους περιβάλλει, ίσως για ένα σωρό ακόμα λόγους. Τα παραδείγματα είναι πολλά. Το σκοτεινό Γκόθαμ Σίτι του Μπάτμαν, η χαρωπή Λιμνούπολη της οικογένειας Ντακ, η κολοσσιαία Mega-City One του Δικαστή Ντρεντ, αλλά και οι αιωρούμενες πόλεις του Moebius, η επώδυνα αναπτυσσόμενη Νέα Υόρκη του Γουίλ Άισνερ, το παλιό Σικάγο του Κρις Γουέρ ή το φουτουριστικό Τόκιο του Κατσουχίρο Οτόμο είναι μόνο μερικά από αυτά. Η Αθήνα δεν θα μπορούσε να μην αποτελεί πηγή έμπνευσης των εγχώριων δημιουργών κόμικς. Ο Γιάννης Καλαϊτζής την απεικόνισε με γκρίζους τόνους στην «Τσιγγάνικη Ορχήστρα». Ο Σπύρος Δερβενιώτης, στον «Φανούρη Άπλα», την είδε ως τη γνώριμη μεγαλούπολη των ’90s (που συμπλήρωνε τις ιστορίες των Δ. Βανέλλη και Δ. Καλαϊτζή). Ο Λέανδρος εντόπισε τις δύσμορφες πτυχές της στον «Παρία», ενώ ο Αλέκος Παπαδάτος και η Άνι Ντι Ντονά (βοηθούντος του σεναρίου του Αβραάμ Κάουα) ανέδειξαν το αρχαίο παρελθόν της στο graphic novel «Δημοκρατία». Πώς τη βλέπουν, όμως, οι νεότεροι Έλληνες κομίστες και κομίστριες; Τι αγαπούν σε αυτήν, σε ποιες γωνιές της αισθάνονται πιο οικεία και σε ποιο κομμάτι της καθημερινότητάς της βρίσκουν τη χαρά; Θέσαμε αυτά τα ερωτήματα σε τέσσερις Έλληνες και Ελληνίδες εκπροσώπους της ένατης τέχνης, γνωρίζοντας ότι η σύγχρονη εγχώρια σκηνή κόμικς, αν δεν έχει κοινά χαρακτηριστικά, τότε σίγουρα διαθέτει εκπροσώπους με διακριτές τεχνοτροπίες και στιλ. Οι απαντήσεις που μας έδωσαν αποτελούνται φυσικά από χρώματα και από γραμμές. Οι τελευταίες μπορεί ενίοτε να τέμνονται, φανερώνοντας ίσως κάποιες κοινές τάσεις ή προτιμήσεις. Μικρή σημασία έχει: στα πάνελ που ακολουθούν, η Αθήνα, μέσα από το βλέμμα τεσσάρων δημιουργών που τη ζουν, την υπομένουν και την αγαπούν, αποδεικνύεται για άλλη μία φορά γεμάτη από αγαπημένες συνοικίες και πάρκα, δρόμους και μπαλκόνια, εκεί όπου διαδραματίζονται οι σημαντικές ή ασήμαντες ιστορίες της. ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΠΑΝΤΑΖΗΣ «Μία γωνία για μένα, το Πολύγωνο» Λίγοι ξέρουν πού είναι το Πολύγωνο. Θα συναντήσεις κατοίκους του να δηλώνουν κάτοικοι Γκύζη, Αμπελοκήπων ή Κυψέλης. Υπάρχει κόσμος που το μπερδεύει με το Πεντάγωνο. Δεν υπάρχει κάποιο αξιοθέατο εδώ, ακόμη κι η πλατεία δεν είναι ακριβώς πλατεία. Έχει ανηφόρες και στενούς δρόμους, το πάρκινγκ είναι ένας εφιάλτης. Ένας φίλος μου νόμιζε ότι ζω σε κάποιο δάσος στο βουνό. Δεν είναι ακριβώς έτσι. Είναι η γειτονιά όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα, την άφησα πίσω μου για δεκαπέντε χρόνια και βρέθηκα τυχαία να ζω πάλι εδώ. Από εδώ πάνω κοιτάμε την Αθήνα να απλώνεται από τα πόδια μας έως τη θάλασσα. Ο Παναγιώτης Πανταζής είναι comic artist, εικονογράφος και μουσικός. Η επόμενη δουλειά του είναι ο νέος δίσκος του συγκροτήματός του, Echo Tides. Περισσότερα στο pantazis.space ΓΕΩΡΓΙΑ ΖΑΧΑΡΗ «Όλο αυτό το φασαριόζικο περιβάλλον» ]] Μου αρέσουν πολλά στην Αθήνα. Μου αρέσουν τα αρχαία της, τα νέα, τα εντελώς κατεστραμμένα, τα τραπεζάκια στα πεζοδρόμια, οι ανηφόρες όταν φτάνεις στην κορυφή τους, τα περίπτερα, οι στοές, το Πολυτεχνείο, ο Ηλεκτρικός όταν βγαίνει από το τούνελ και βλέπεις τις πολυκατοικίες, οι πολυκατοικίες γενικά, τα σινεμά που είναι παντού. Μου αρέσει ότι μπορώ να περπατήσω και να είμαι ξένη ανάμεσα σε ξένους, η δυνατότητα να πετύχω κάποιον γνωστό οπουδήποτε. Αγαπώ την Αθήνα ακριβώς γιατί είναι τόσο πυκνοκατοικημένη. Αγαπώ όλο αυτό το φασαριόζικο περιβάλλον, γιατί μου δίνει την αίσθηση ενός σκηνικού ιδανικού για άπειρες ιστορίες, ιστορίες χωρίς πεπερασμένο αριθμό: πραγματικές, φανταστικές, παρελθοντικές, μελλοντικές ή απλώς πιθανές. Η Γεωργία Ζάχαρη έχει τιμηθεί από τα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς με το βραβείο Καλύτερου Πρωτοεμφανιζόμενου Καλλιτέχνη (2018) για την αυτοέκδοσή της «Ξεμάτιασμα». Τελευταία της δουλειά είναι το «Φεστιβάλ» (με τους Γ. Γούση και Π. Πανταζή), μια έκδοση για την 60ή επέτειο του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. instagram.com/tiganopsomo ΑΛΕΞΙΑ ΟΘΩΝΑΙΟΥ «Ένα πάρκο που σφύζει από ζωή» Πάρκο Ελευθερίας, ένα από τα λίγα πάρκα στην καρδιά της Αθήνας. Λόφος με χορτάρι και θέα σε τέσσερα επίπεδα: Βασιλίσσης Σοφίας, κτίρια, Υμηττός, αττικός ουρανός. Αποτελεί σπίτι για ποικιλία πουλιών, από καρακάξες μέχρι παπαγάλους. Στην επάνω πλευρά του, σε ένα όμορφο πετρόχτιστο, στεγάζεται το Κέντρο Τεχνών του Δήμου Αθηναίων και το Μουσείο Αντιδικτατορικής Δημοκρατικής Αντίστασης του Συνδέσμου Φυλακισθέντων και Εξορισθέντων Αντιστασιακών 1967-1974. Παρά το μικρό του μέγεθος, το πάρκο σφύζει από ζωή: κόσμος διάφορων ηλικιών και εθνικοτήτων αθλείται, κάνει πικνίκ, διαβάζει. Αποτελεί υπόδειγμα ελεύθερης χρήσης του πρασίνου και του δημόσιου χώρου, καθώς είναι ένας τόπος αναψυχής στον οποίο μπορεί κανείς να βρεθεί κοντά στη φύση, στην ιστορική μνήμη και στην τέχνη. Με άλλα λόγια, το Πάρκο Ελευθερίας είναι ένας τόπος όπου μπορεί κανείς να είναι πολίτης και όχι καταναλωτής. Το εβδομαδιαίο στριπ της Αλέξιας Οθωναίου «Χ εις τον Ψ» δημοσιεύεται στην «Εφημερίδα των συντακτών», το «Ιστορίες που κρύβονταν σε προφανή μέρη» φιλοξενείται στο socomic.gr, ενώ το graphic novel της «Η γυναίκα με τα τραπουλόχαρτα» είναι υπό έκδοση (Jemma Press). Περισσότερα στο alexiaothonaiou.blogspot.com ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΣΗΣ «Μπαλκόνια που σε συμφιλιώνουν με το αστικό χάος» Αγαπώ την Αθήνα, γιατί είναι η πόλη στην οποία ζουν οι άνθρωποι που αγαπώ και γιατί αυτή αποτελεί το σκηνικό της κοινής ζωής μας. Ένα σκηνικό που μας ταιριάζει, γεμάτο αντιφάσεις και δαιδαλώδεις διαδρομές, όπως και εμείς. Θαυμάζω στην Αθήνα το πόσο ακομπλεξάριστη είναι με το χάος της, που από τα ψηλά της μπαλκόνια μάς το επιδεικνύει με κάθε ευκαιρία. Αναρωτιέμαι, τελικά, μήπως η συχνή οπτική τριβή μαζί του είναι ο λόγος που συχνά νιώθω συμφιλιωμένος με την έννοια αυτής της λέξης. Το τελευταίο graphic novel του Γιώργου Γούση είναι το «Ληστές – Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα», που συνέγραψε με τον Γιάννη Ράγκο, αντλώντας έμπνευση από αληθινά πρόσωπα και γεγονότα που διαδραματίστηκαν στην Ήπειρο από το 1909 έως το 1930. Περισσότερα στο facebook.com/GGoussis Πηγή
  5. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» Γιάννης Κουκουλάς Οι Ληστές δέσποζαν στην ελληνική επαρχία για σχεδόν έναν αιώνα εγκαθιδρύοντας ανάλογα με τις συνθήκες σχέσεις αγάπης και μίσους με το νεοελληνικό κράτος, με τους χωρικούς, με τη χωροφυλακή αλλά και μεταξύ τους. Οι Γιάννης Ράγκος και Γιώργος Γούσης μιλούν στην «Εφ.Συν.» για τους εμπνευσμένους από αληθινά γεγονότα δικούς τους «Ληστές» «Οι Ντοβαίοι έχουν δικούς τους ανθρώπους παντού. Κανείς δε λέει λέξη, άλλοι γιατί τους αγαπούν και άλλοι γιατί τους φοβούνται», λέει ο ένστολος εκπρόσωπος του ελληνικού κράτους για να εξηγήσει το πώς παραμένουν ασύλληπτα τα δυο αδέρφια που πρωταγωνιστούν στους «Ληστές» (εκδόσεις Polaris) των Γιάννη Ράγκου (σενάριο) και Γιώργου Γούση (σχέδιο). Για να πάρει την απάντηση: «Τότε, αγαπητέ, την εξουσία έχουν αυτοί, κι όχι οι δικοί σου». Γι’ αυτή την εξουσία οι Ντοβαίοι, βασισμένοι στη ζωή των αδελφών Ρεντζαίων που έγιναν θρύλος της Ηπείρου με τη δράση τους, τις πράξεις τους και τη βία που τους χαρακτήριζε, έζησαν στα άκρα. «Μπας και πλαστήκαμε να ζούμε για πάντα;» φωνάζει ο ένας απ’ αυτούς αψηφώντας τον θάνατο και τους νόμους. Στον πρώτο τόμο των «Ληστών», που αποτελεί μια ελεύθερη μυθοπλασία και ταυτόχρονα μια συναρπαστική και καθηλωτική ιστορία κόμικς στην Ηπειρο των πρώτων δεκαετιών του προηγούμενου αιώνα, οι Ράγκος και Γούσης, μετά από εξαντλητική τεκμηρίωση και σχεδόν δεκαετή έρευνα και εργασία, καταγράφουν τη ζωή (και τον θάνατο) των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα και παράλληλα τις σκοτεινές διαστάσεις της ληστοκρατίας στην Ελλάδα. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερα ελληνικά κόμικς («1800», «Ομηροι του Γκαίρλιτς», «Αϊβαλί» κ.ά.) ασχολούνται με τη νεότερη ελληνική Ιστορία. Πώς ξεκίνησε η δική σας ιδέα, τι νέο έχει να κομίσει; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε δέκα χρόνια νωρίτερα, πριν από κάθε άλλο ελληνικό κόμικς για το παρελθόν. Και τα πρώτα κριτήρια ήταν εντελώς αφηγηματικά. Είχαν να κάνουν με την ίδια την ιστορία των Ληστών και όχι τόσο με το ότι η καταγωγή τους ήταν από την πατρίδα μου. Ούτε εμπορικά ήταν τα κίνητρα, μια και τότε στους εκδότες και τους δημιουργούς δεν είχε ακόμα επικρατήσει η τάση της επιστροφής στην ελληνική επαρχία του παρελθόντος. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος μού έστειλε ένα mail το 2011, δεν γνωριζόμασταν τότε, και μου έλεγε ότι ήθελε να φτιάξει μια ιστορία για τους ληστές σε μια περιοχή κοντά στο χωριό του κι αν με ενδιέφερε να συνεργαστούμε. Με ενδιέφερε πολύ γιατί γνώριζα την ιστορία και επιπλέον είχε μόλις κυκλοφορήσει το non fiction αστυνομικό μυθιστόρημά μου, «Μυρίζει Αίμα», με παρόμοια μέθοδο εργασίας που βασίζεται επίσης σε πραγματικά περιστατικά, αλλά πάνω απ’ όλα γιατί πάντα ήθελα να ασχοληθώ με το σενάριο των κόμικς. Ετσι, όταν ήρθε η πρόταση του Γιώργου ήταν σαν να απαντούσε σε μια δική μου ανάγκη πολλών ετών. Αυτή η επιστροφή στο παρελθόν μήπως γίνεται υπερβολή και εμμονή πια; Γιάννης Ράγκος: Νομίζω πως επιστρέφουμε σε μια νέου τύπου ηθογραφία. Η οικονομική και κοινωνική κρίση στην Ελλάδα μάς ανάγκασε να πιαστούμε από έναν κορμό σταθερών σημείων, να βρούμε ένα σημείο αναφοράς, να ξαναδούμε το παρελθόν μας και το εθνικό και το ατομικό. Στο πλαίσιο αυτό εξηγείται αυτή η στροφή στην ιστορία μας και την ηθογραφία μας, όχι όμως με ένα βλέμμα πατριδολαγνικό, προγονολατρικό ή νοσταλγικό, αλλά με ένα νέο κοίταγμα. Αυτή είναι μια τάση γενικότερη, δεν αφορά μόνο την Ελλάδα. Γιώργος Γούσης: Κάτι τέτοιο ισχύει και από την άποψη της εικόνας. Της εικόνας που δεν μπορεί να σου προσφέρει, ας πούμε, το ελληνικό σινεμά για λόγους μπάτζετ. «Ληστές - Η ζωή και ο θάνατος των Γιάννη και Θύμιου Ντόβα» είναι ο τίτλος σας. Χωρίς καμιά διευκρίνιση αν πρόκειται για φανταστική ιστορία, για μυθοπλασία, για ντοκουμέντο, για βιβλίο τεκμηρίωσης. Ηταν συνειδητή επιλογή να προτιμήσετε την ασάφεια από το να χαρακτηρίσετε το βιβλίο σας; Σε ποια προθήκη βιβλιοπωλείου θα θέλατε να τοποθετείται; Γιώργος Γούσης: Προτιμήσαμε να αναφέρεται το «η ζωή και ο θάνατος» για να δηλώνεται πως είναι μια ολοκληρωμένη ιστορία που σηματοδοτεί και το τέλος του φαινομένου της Ληστείας. Η αλήθεια είναι πως είχαμε πολλές συζητήσεις και με τον εκδότη για το αν πρέπει να αναφέρεται κάτι όπως «εμπνευσμένο από αληθινά περιστατικά», αλλά αποφασίσαμε να μπει κάτι τέτοιο μόνο στο οπισθόφυλλο. Δεν αισθάνομαι ότι είναι κάτι πιο συγκεκριμένο. Ούτε αισθάνομαι ότι είναι ένα ιστορικό βιβλίο. Σκοπός του δεν είναι να μιλήσει για την ελληνική Ιστορία. Κατά βάση είναι ένα έργο για δυο χαρακτήρες, έχει μια προσωποκεντρική πλοκή. Μάλλον μυθιστόρημα θα ήταν αν δεν επρόκειτο για κόμικς. Επιλέξαμε να μην του βάλουμε ταμπέλες γιατί αφορά όλον τον κόσμο και όχι μόνο αναγνώστες συγκεκριμένων ειδών. Γιάννης Ράγκος: Πρόκειται για μια μυθοπλασία. Κρατάμε κάποια κεντρικά σημεία της ζωής των αδελφών Ρέντζου, όμως παίρνουμε ελευθερίες. Δεν είναι ένα docudrama για τη ζωή των Ρεντζαίων. Παίρνουμε αφορμή από τη ζωή τους για να κάνουμε μια δική μας ιστορία. Δεν κάνουμε βιογραφία. Είναι σαν να παίρνεις ένα βάζο, να το σπας σε χίλια κομμάτια και στη συνέχεια να τα ξανακολλάς, όχι όμως ξαναφτιάχνοντας το ίδιο βάζο αλλά ένα άλλο πρωτότυπο βάζο από τα ίδια κομμάτια. Αρα, είναι μια μυθοπλασία που διαδραματίζεται σε έναν συγκεκριμένο ιστορικό χρόνο και σε συγκεκριμένο κοινωνικό, πολιτικό, οικονομικό και ηθογραφικό περιβάλλον το οποίο θέλουμε να αποδώσουμε. Δεν διεκδικεί δάφνες ιστορικού τεκμηρίου, αλλά το πραγματολογικό κομμάτι είναι απολύτως τεκμηριωμένο, τα ρούχα, τα όπλα, ο τρόπος ομιλίας, τα πάντα είναι αποτέλεσμα μεγάλης έρευνας και των δυο μας. Πώς προσεγγίσατε μεθοδολογικά την έρευνά σας; Γιώργος Γούσης: Βασιστήκαμε πολύ στο βιβλίο του Νίκου Πάνου, ενός ιστοριοδίφη από το χωριό που κατάγονταν οι Ρεντζαίοι, «Ρεντζαίοι, οι βασιλείς της Ηπείρου», με μαρτυρίες έστω κι αν πολλές φορές ήταν αντικρουόμενες, υπερβολικές ή μυθοπλαστικού τύπου, με άρθρα από την εποχή κ.λπ. Χρησιμοποιήσαμε συνεντεύξεις των Ρεντζαίων μετά τη σύλληψή τους που σίγουρα ήταν διανθισμένες και με φανταστικά στοιχεία. Αξιοποιήσαμε πάρα πολλά ακόμα βιβλία. Συγκεντρώσαμε ένα μεγάλο υλικό και αρχίσαμε τις συζητήσεις πάνω σε μια σκαλέτα. Όταν καταλήξαμε στην αλληλουχία των σκηνών, ο Γιάννης έφτιαξε ένα πρώτο κείμενο, εγώ τα πρώτα σχέδια, το ξανασυζητήσαμε και εντέλει φτιάχτηκε το τελικό πάνω στο οποίο δούλεψα, πάντα σε επαφή με τον Γιάννη. Γιάννης Ράγκος: Όπως κάθε κόμικς, έτσι και το δικό μας ήταν ένα work in progress μέχρι να φτάσει στο τυπογραφείο. Άλλες πηγές που χρησιμοποιήσατε; Γιώργος Γούσης: Μας βοήθησε πολύ και η Ιουλία Σταυρίδου που έφυγε πρόσφατα από κοντά μας, ενδυματολόγος και σκηνογράφος του Αγγελόπουλου, του Παπαστάθη, του Βούλγαρη, του Οικονομίδη μεταξύ άλλων. Μας συμβούλευσε με τα βιβλία και τα αρχεία της ως προς τις φορεσιές, τα σπίτια κ.λπ. Κι έτσι συγκεντρώθηκε ένα τεράστιο υλικό από φωτογραφίες και ντοκουμέντα. Για να επιλέξουμε μορφές, φυσιογνωμίες κ.λπ. κάναμε ένα ιδιότυπο casting μέσω φωτογραφιών. Αλλά όλα αυτά είναι εκεί με σκοπό να περνούν απαρατήρητα για να μην αποσπούν τον αναγνώστη από την πλοκή. Γιάννης Ράγκος: Ο Γιώργος, άλλωστε, έχει και μια σχέση βιωματική με τον χώρο, με το περιβάλλον, με το τοπίο καθώς κατάγεται από κει. Ενα περιβάλλον που υπάρχει αλλά πρέπει να περνά απαρατήρητο. Όπως η σκηνή μετά τη δολοφονία ενός ομήρου που διαδραματίζεται στο αρχαίο θέατρο της Δωδώνης. Βρήκαμε από την αρχαιολογική υπηρεσία φωτογραφίες του θεάτρου της εποχής και τοποθετήσαμε εκεί τους ληστές ως μια υπόμνηση, ένα υπόρρητο κείμενο ότι αυτοί οι άνθρωποι γνώριζαν ότι είχαν μια σχέση με το κλέος και το κάλλος της αρχαίας Ελλάδας, ζούσαν στα ερείπιά της έστω κι αν δεν ήξεραν πολλά γι’ αυτήν. Πολύτιμα ήταν επίσης και κάποια φωτογραφικά λευκώματα του Κώστα Μπαλάφα από κοντινές εποχές με αυτή του βιβλίου που μας βοήθησαν στην ατμόσφαιρα. Έχει κάποιο «ηθικό δίδαγμα» ή πολιτικό πρόταγμα το βιβλίο; Συνιστά κάποια προτροπή προς τον αναγνώστη; Αποτελεί κάποια μεταφορά, παραπομπή ή αλληγορία; Γιάννης Ράγκος: Είναι ένα βιβλίο για το σήμερα, μια αλληγορία για το κάθε σήμερα. Αφού η ανθρώπινη φύση παραμένει ίδια στο βάθος των αιώνων κι εμείς προσπαθούμε να μπούμε στην ψυχή δυο ανθρώπων, γράφουμε μια ιστορία για την ανθρώπινη φύση. Για το τι σημαίνει σε κάθε εποχή νομιμότητα και παρανομία, για το σε ποιους νόμους οφείλει να υπακούει ο άνθρωπος όπως έχει τεθεί από την Αντιγόνη και τον Οιδίποδα Τύραννο μέχρι τον Ντοστογιέφσκι. Για τα ηθικά διλήμματα και τους κώδικες τιμής, για τον έρωτα, για τις σχέσεις διαπλοκής μεταξύ εξουσίας και παραεξουσίας. Ηθικό δίδαγμα όμως σαφώς δεν υπάρχει και δε μας ενδιέφερε να υπάρχει. Η τέχνη οφείλει να θέτει τις επίμαχες ερωτήσεις. Όχι να δίνει απαντήσεις. Απαντήσεις μπορεί να δώσει η επιστήμη, η φιλοσοφία και, ενδεχομένως, η θρησκεία. Ο τρόπος όμως που θα τεθούν τα ερωτήματα εμπεριέχει και το σπέρμα της άποψης του καλλιτέχνη. Εμείς δεν προσπαθούμε να ηθικολογήσουμε. Ούτε να δικαιολογήσουμε ή να καταδικάσουμε κανέναν. Προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε τα ιστορικά, κοινωνικά, ψυχαναλυτικά και υπαρξιακά αίτια που συνόδευαν αυτούς τους ανθρώπους. Γιώργος Γούσης: Πάνω απ’ όλα είναι ένα έργο πλοκής. Δεν είχαμε στόχο να μιλήσουμε π.χ. μόνο για τη φτώχεια ή για τον χρηματισμό ή για την εμπλοκή της πολιτικής. Όμως όλα αυτά περνούν από την πλοκή, από τη σχέση, για παράδειγμα, των ληστών με την άρχουσα τάξη και με τον καπιταλισμό. Από το πώς αυτοί οι Ληστές κατάφερναν τόσα χρόνια να επιβιώνουν και μάλιστα να γίνουν μέρος της εξουσίας, να συνεργαστούν με οικονομικούς παράγοντες, ακόμα και με βουλευτές. Κάποια στιγμή όμως έγιναν πιο ισχυροί από την κρατική και οικονομική εξουσία, εντέλει έγιναν και ρέμπελοι, όχι επαναστάτες ή ιδεολόγοι, αλλά με την έννοια της σιχαμάρας γι’ αυτό που έβλεπαν και αναπόφευκτα ήρθε η σύγκρουση που σήμανε και το τέλος τους. Αλλά η άρχουσα τάξη λειτουργεί πάντα υπόγεια και δεν θα τιμωρηθεί ποτέ για τέτοιες σχέσεις. Κι αυτή είναι ακόμα μία σαφής σχέση με το σήμερα. Δημοσιογράφος, ερευνητής και συγγραφέας αστυνομικής λογοτεχνίας, ο Γιάννης Ράγκος έχει συνεργαστεί με τον Γιώργο Γούση και τον Δημοσθένη Παπαμάρκο στον «Ερωτόκριτο», με τον Παναγιώτη Πανταζή στα «Μυστικά του Βάλτου» και με τον Canellos Cob στον «Ζητιάνο», έχει γράψει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες, τηλεοπτικές σειρές και θεατρικές παραστάσεις, ενώ έρευνές του έχουν μεταφερθεί στη λογοτεχνία και έχουν περιληφθεί σε ιστορικές εκδόσεις και επιστημονικά συγγράμματα. Από τους σημαντικότερους εκπροσώπους της νέας γενιάς Ελλήνων δημιουργών κόμικς, ο Γιώργος Γούσης («Ερωτόκριτος», «Ιστορίες από τις αθώες εποχές» κ.ά.) έχει δημοσιεύσει δουλειές του σε πλήθος εντύπων και συλλογικών εκδόσεων ενώ υπήρξε αρχισυντάκτης στο περιοδικό κόμικς «Μπλε Κομήτης». Πρόσφατα σκηνοθέτησε την ταινία μικρού μήκους «Χειροπαλαιστής» που βραβεύτηκε στις «Νύχτες Πρεμιέρας» και κατέκτησε το βραβείο ΙΡΙΣ της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου. Πηγή
  6. Αδελφοί Ρετζαίοι: Η ζωή και ο θάνατος των τελευταίων λήσταρχων των ελληνικών βουνών Ένα κόμιξ σαν βαλκανικό γουέστερν- και η πραγματική ιστορία πίσω από αυτό. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Ήπειρος, 1909, λίγα χρόνια πριν την απελευθέρωση και την ενσωμάτωση στο ελληνικό κράτος- στο Ανώγι, ένα απομονωμένο, ορεινό χωριό, ζωοκλέφτες δολοφονούν έναν κτηνοτρόφο συντοπίτη τους όταν αυτός τους κατήγγειλε στις οθωμανικές αρχές. Λίγα χρόνια αργότερα, το 1916 οι δύο γιοι του, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ρέντζος σκοτώνουν τους φονιάδες του πατέρα τους και περνάνε στην παρανομία. Το κίνητρο της εκδίκησης λειτούργησε σαν θρυαλλίδα μιας καταιγιστικής ιστορίας: για την επόμενη 20ετία τα δύο αδέρφια, οι λήσταρχοι Ρεντζαίοι, οι «βασιλείς της Ηπείρου» όπως πολλοί τους αποκαλούσαν, αιματοκύλισαν την ευρύτερη περιοχή. Φόνοι, ληστείες, απαγωγές: 80 νεκροί και εκατομμύρια δραχμές η λεία των δύο αδερφών και της συμμορίας τους. Οι ληστές είναι αδίστακτοι- το 1925 ο δικτάτορας Θεόδωρος Πάγκαλος δελεάζει με αμνηστία όποιον παράνομο παραδοθεί, ‘προσκομίζοντας’ στις Αρχές ως ‘πεσκέσι’ της μεταμέλειάς του το κεφάλι ενός άλλου ληστή: οι Ρεντζαίοι εκτελούν εν ψυχρώ δύο συντρόφους τους και τους αποκεφαλίζουν. Το επίσημο κράτος όχι μόνο τους συγχωρεί αλλά και τους εγκολπώνει και αποπειράται να τους χρησιμοποιήσει- οι πρώην ληστές καθοδηγούν αποσπάσματα της χωροφυλακής στην καταδίωξη άλλων παρανόμων που δρουν στα ηπειρώτικα βουνά. Οι Ρεντζαίοι, επιχειρηματίες και στον κατασκευαστικό τομέα πλέον, ζούνε σε αρχοντικό μέσα στα Γιάννενα και συναναστρέφονται την ‘καλή κοινωνία’ της πόλης. Το 1926 όμως πραγματοποιούν τη ληστεία της Πέτρας, την πιο πολύνεκρη ληστεία στα ελληνικά χρονικά: στη διαδρομή από Πρέβεζα προς Γιάννενα ‘χτυπάνε’ μια χρηματαποστολή της Εθνικής Τράπεζας. Φράζουν το δρόμο με κορμούς δέντρων και έφιπποι γαζώνουν το αυτοκίνητο. Ο απολογισμός της γκαγκστερικής ενέδρας: 8 νεκροί και 15 εκατομμύρια δραχμές... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ Οι Ρεντζαίοι διαφεύγουν στα Βαλκάνια και λίγα χρόνια αργότερα συλλαμβάνονται στη Βουλγαρία- εκτελούνται το πρωί της 5ης Μαρτίου του 1930 στην τάφρο του φρουρίου της Κέρκυρας. Η ζωή και η δράση τους, σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό, συναρμολογεί ένα ελληνικό γουέστερν που κάνει τον διάσημο Νταβέλη να φαντάζει ‘σχολιαρόπαιδο’: ο δημιουργός κόμιξ Γιώργος Γούσης και ο δημοσιογράφος και συγγραφέας (truecrimestories) Γιάννης Ράγκος, μετά τον ‘Ερωτόκριτο’ συνεργάζονται ξανά και ορμώμενοι από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, κατασκευάζουν ένα φιλμ νουάρ με μολύβι σε χαρτί. Τα δυο πρώτα επεισόδια αυτής της hardcopy κινηματογραφικής ταινίας έχουν κυκλοφορήσει στα τεύχη 6 και 7 του περιοδικού «Μπλε Κομήτης» (εκδόσεις Polaris). Και όταν η σειρά τελειώσει, θα ‘δεθεί’ και θα κυκλοφορήσει σε ένα συναρπαστικό, ογκώδες graphic novel των 200 σελίδων. HUFFPOST GREECE «Δεν μεταφέρουμε στο κόμιξ επακριβώς την ιστορία των Ρεντζαίων», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Για αυτό και ονομάζουμε τους κεντρικούς μας χαρακτήρες Γιάννη και Θύμιο Ντόβα. Κρατάμε τον καμβά των βασικών γεγονότων, αλλά υπάρχει και η μυθοπλασία. Πολλά κομμάτια της ζωής των Ρεντζαίων δεν τα ξέρουμε καν- κι επίσης, το πρωτογενές υλικό δεν είναι πάντα αξιοποιήσιμο ή ενδιαφέρον». -Μια εμμονή με την ιστορική ακρίβεια μπορεί να λειτουργήσει σε βάρος του έργου; (Γούσης) Πολλές φορές ο δημιουργός μένει τόσο πιστός στα πραγματικά γεγονότα που τελικά η ιστορία καταντάει βαρετή. Εμείς εμπνεόμαστε από την πραγματική ιστορία των Ρεντζαίων, δεν πειθαναγκαζόμαστε να την αναπαράγουμε εντελώς πιστά. (Ράγκος) Είναι διαφορετικό το εμπνευσμένο (inspired by) από το βασισμένο (based on)- το δεύτερο είναι πιο κοντά στο πραγματικό γεγονός. -Να μιλήσουμε για τον πυρήνα της ιστορίας; (Γούσης) Είναι η ζωή και ο θάνατος δύο ληστών, που είναι και αδέρφια. Ουσιαστικά είναι μια σάγκα που εξιστορεί όλη τους τη ζωή, από παιδιά, το 1909, όταν συμβαίνει το περιστατικό της ζωοκλοπής και του θανάτου του πατέρα, και τελειώνει με το θάνατό τους. Το τέλος τους γίνεται σαφές από την πρώτη σκηνή- έτσι ξεκινάει το βιβλίο, με τις τελευταίες ώρες πριν την εκτέλεσή τους. «Θα έχει 4 κεφάλαια το βιβλίο, των 50 περίπου σελίδων το καθένα», λέει ο Γ. Γούσης. «Στο πρώτο κεφάλαιο βλέπουμε πως έγιναν ληστές, το δεύτερο είναι η δράση τους στο βουνό, έως και τη νομιμοποίησή τους (παίρνουν αμνηστία κάποια στιγμή), το τρίτο είναι η δράση τους ως νόμιμοι, αμνηστευμένοι, επιχειρηματίες αλλά και διώκτες ληστών...» Λειτούργησαν δηλαδή όχι μόνο σαν «κλέφτες» αλλά και σαν «αρματολοί» (με την οθωμανική χρήση του όρου) οι Ρετζαίοι... ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Ναι, μπήκαν στην υπηρεσία του κράτους και κυνηγούσαν τους μέχρι πρότινος συντρόφους τους. -Ως παρακρατικοί; (Ράγκος) Όχι, επισήμως. Ως χωροφύλακες. Πως σήμερα το FBI χρησιμοποιεί έναν χάκερ; Ήταν άνθρωποι που είχαν το know how και οδηγούσαν τα αποσπάσματα της χωροφύλακης στην καταδίωξη άλλων ληστών. (Γούσης) Είχαν μισθό και όπλα από τη χωροφυλακή. Μόνο στολή δε γνωρίζω αν φορούσαν. «Το τρίτο μέρος τελειώνει με το αν θα γίνει ή όχι η μεγάλη ληστεία που διοργανώνουνε (Ληστεία της Πέτρας). Το τέταρτο κεφάλαιο ξεκινάει με τη ληστεία και αναπτύσσει όλη τους τη δράση μέχρι τη σύλληψή τους. Η φυγή στα Βαλκάνια, στην Αλβανία, τη Ρουμανία και τη Βουλγαρία μετά». (Ράγκος) Εκεί συλλαμβάνονται, εκδίδονται στην Ελλάδα, δικάζονται, καταδικάζονται και εκτελούνται. Το φαινόμενο της ληστοκρατίας ξεκίνησε αμέσως μετά την ίδρυση του ελληνικού κράτους- οι Ρεντζαίοι ήταν οι τελευταίοι «ληστές των ορέων» ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Ο Παλαιοκώστας σήμερα; Μερικοί τον θεωρούν «ληστή του βουνού». (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ενσάρκωναν τον νόμο στο βουνό- ο Παλαιοκώστας δεν ασκεί νόμο, κρύβεται στο βουνό. «Οι πρώτοι ληστές τις δεκαετίες του 1830, 1840 είναι πρώην κλεφταρματολοί που δεν ενσωματώνονται, ούτε ως στρατιωτικοί ή αστυνομικοί, στους θεσμούς του νεοσύστατου κράτους», λέει ο Γιάννης Ράγκος. «Αισθάνονται προδομένοι, ανεβαίνουν πάλι στα βουνά και γίνονται παράνομοι. Αυτό το φαινόμενο κράτησε περίπου 100 χρόνια. Οι Ρεντζαίοι είναι οι τελευταίοι και με την εκτέλεσή τους ουσιαστικά τελειώνει και όλη αυτή η περίοδος. Είναι ένα φαινόμενο γενικευμένο που δεν αφορά μονο την Ελλάδα- υπάρχει μια καταπληκτική μελέτη του Χοπςμπάουμ (Οι Ληστές), που την χρησιμοποιήσαμε ως μελέτη τεκμηρίωσης και αναφέρεται σε όλα τα παρόμοια φαινόμενα και παραδείγματα, από τον Ρομπέν των Δασών έως τη Νότια Αμερική και τα Βαλκάνια, ενώ αναφέρεται και στην Ελλάδα». «Η ληστεία είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης του προ- νεωτερικού και του νεωτερικού κράτους», συνεχίζει ο Γ. Ράγκος. «Αναπτύσσεται κυρίως στα βουνά, σε απομονωμένες περιοχές και προ- νεωτερικές κοινωνίες. Η νεωτερική μορφή της εξουσίας, θεσμοί όπως το κράτος, η αστυνομία, η δικαιοσύνη, συγκρούονται μαζί της. Σταδιακά οι περιοχές αυτές ξεφεύγουν από την απομόνωση, με την τεχνολογική πρόοδο, τα έργα υποδομής- τότε η ληστεία ξεκινά να φθίνει και σιγά σιγά χάνεται. Γιατί χάνεται και το πεδίο επί του οποίου δημιουργήθηκε». -Είχε και κοινωνική αποδοχή η ληστεία συχνά. (Ράγκος) Ο Πάντσο Βίλα, ο ηγέτης της επανάστασης στο Μεξικό το 1910, ληστής ήταν. Οι Ρεντζαίοι δεν ήταν κοινωνικοί ληστές όμως, δεν έγιναν ληστές εξαιτίας κάποιου κοινωνικού οράματος, τύπου Salvatore Giuliano (1922- 1950), ούτε Ρομπέν των Δασών- δεν έκλεβαν από τους πλούσιους για να τα δώσουν στους φτωχούς. Η δράση που ανέπτυξαν ήταν καθαρά ποινική- δεν είχε καμία κοινωνική προέκταση. Εκτελούσαν συμβόλαια ως πληρωμένοι δολοφόνοι, έκαναν ληστείες και απαγωγές εκβιάζοντας για λύτρα. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι ήταν ληστές- εκδικητές. Πήραν εκδίκηση για τη δολοφονία του πατέρα τους και επειδή το αίμα φέρνει κι άλλο αίμα, για να γλιτώσουν το κυνήγι της αστυνομίας και του αντίπαλου σογιού, έγιναν παράνομοι. Χωρικοί τους μίσθωναν για να τους κάνουν τις βρώμικες δουλειές, κυρίως πράξεις εκδίκησης. «Πάρε δυο λίρες και σκότωσε αυτόν». Και σε εκλογές είχαν κάνει τραμπουκισμούς, ακόμα και δολοφονίες υπέρ υποψηφίων. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ -Στη ληστεία της Πέτρας η λεία ήταν πολύ μεγαλύτερη από δύο λίρες... Και σαν γεγονός η βιαιότητά του μου φέρνει στο νου την παλιά ατάκα «Σικάγο γίναμε».. (Γούσης): Δεκαπέντε εκατομμύρια δραχμές ήταν η λεία, αστρονομικό ποσό τότε. Οι Ρεντζαίοι την ίδια εποχή, ως νόμιμοι επιχειρηματίες, προσπαθούσαν να κλείσουν μια συμφωνία και να αναλάβουν την εργολαβία για τις προσφυγικές κατοικίες των Ιωαννίνων. Είμαστε στο 1926, τέσσερα μόλις χρόνια μετά την Μικρασιατική Καταστροφή. Και θέλανε να πάρουν την εργολαβία με λάδωμα, όπως γίνεται και σήμερα. Τα κέρδη τους, αν έκτιζαν ένα ολόκληρο χωριό, θα ήταν δύο εκατομμύρια δραχμές στους επόμενους έξι μήνες. Με την ληστεία της Πέτρας έβγαλαν δεκαπέντε σε μία μέρα... Ήταν ένα ποσό τεράστιο και σε όγκο- μετά τη ληστεία το έθαψαν και όταν πήγαν να πάρουν τα χρήματά τους βρήκαν μόνο τα μισά. (Ράγκος) Οι Ρεντζαίοι εισάγουν έναν καινούργιο τότε τρόπο δράσης, εφαρμόζωντας πρακτικές του οργανωμένου εγκλήματος. Παραδείγματος χάριν, το 1925 γίνεται η δικτατορία του Πάγκαλου- αυτός για να αντιμετωπίσει το φαινόμενο της ληστείας βγάζει ένα διάταγμα με το οποίο αμνηστεύονται οι ληστές που θα φέρουν στις Αρχές το κεφάλι ενός άλλου ληστή. Οι Ρεντζαίοι εκμεταλλεύονται αυτό το διάταγμα και σκοτώνουν συντρόφους τους, μέλη της συμμορίας τους. (Γούσης) Έχει ενδιαφέρον ότι τους Ρεντζαίους συμβουλεύει να προβούν σε αυτή την πράξη ένας τρίτος χαρακτήρας, οικονομικός παράγοντας στα Γιάννενα και άνθρωπος που κινεί τα νήματα στην τοπική κοινωνία. Αυτός λειτουργεί ως εγκέφαλος της συμμορίας, ως νόμιμη «προέκταση» της δράσης των Ρεντζαίων. Και ενώ τα δυο αδέλφια αρχίζουν να καταστρώνουν σχέδια για το πως θα κυνηγήσουν ληστές αντίπαλων συμμοριών, αυτός τους προτείνει να σκοτώσουν δικούς τους συντρόφους, μέλη της συμμορίας τους. Γιατί να ψάξουν άλλους; Κι αυτοί ληστές είναι και μάλιστα πολύ πιο εύκολοι στόχοι. Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται το στυγνά καπιταλιστικό, ωφελιμιστικό κίνητρο της δράσης. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Κολοβός ήταν το όνομα του επιχειρηματία, υπαρκτό πρόσωπο. Παντρεύει την κόρη του με τον Γιάννη και πλέον οι ληστές ζούνε σε κεντρικό μέγαρο των Ιωαννίνων. Στο γάμο του Γιάννη και της Χαρίκλειας παραβρέθηκε όλη η αφρόκρεμα της γιαννιώτικης κοινωνίας, ο νομάρχης, ο αρχηγός της αστυνομίας. Όπως στο «Νονό», που στο γάμο της κόρης του- η σκηνή που ξεκινά η ταινία- γερουσιαστές είναι προσκεκλημένοι... «Πρόβαλέ το όλο αυτό στο σήμερα: ο πρώην μαφιόζος που ξαφνικά είναι μέλος της κοσμικής κοινωνίας. Ξεπλένει χρήμα- και ξεπλένεται και ο ίδιος». -Υπάρχουν λοιπόν εμφανείς αναλογίες με την εποχή μας; (Ράγκος) Εντελώς. Η ιστορία μπορεί να ειδωθεί και ως ένα κοινωνικοπολιτικό σχόλιο για την Ελλάδα της εποχής, που μοιάζει με την Ελλάδα που διαμορφώνεται και σήμερα. Απεικονίζει και την σύγχρονη μορφή του οργανωμένου εγκλήματος- ο πρώην μαφιόζος που νομιμοποιεί έσοδα από παράνομες δραστηριότητες αγοράζοντας ΜΜΕ για παράδειγμα. Με έναν επιχειρηματία, συνήθως στα όρια της νομιμότητας, όπως οι Ρεντζαίοι είχαν τον Κολοβό, ως σύμβουλο αλλά και βιτρίνα. Επίσης με ένα πολυεπίπεδο δίκτυο συνεργατών που εξαπλώνεται μέχρι την αστυνομία. «Οι Ρεντζαίοι από τη στιγμή που αμνηστεύθηκαν, έγιναν διώκτες των ληστών και ευυπόληπτοι επιχειρηματίες. Κάνουν δουλειές με τα υπουργεία αφού χώνουν χρήμα στα κατάλληλα πρόσωπα. Ξεπλύθηκαν πλήρως μέσα από επιχειρήσεις βιτρίνα- και θα είχαν παραμείνει ξεπλυμένοι, αν έναν χρόνο μετά, το 1926, δεν αποφάσιζαν να κάνουν τη ληστεία της Πέτρας. Αυτή η ενέργεια τους ξαναπερνάει στην παρανομία». -Δεν προξενεί έκπληξη η αποδοχή που είχαν οι Ρεντζαίοι από τις τοπικές κοινότητες; (Γούσης): Καμία έκπληξη. (Ράγκος) Οι μισοί τους αποδέχτηκαν από φόβο και οι μισοί γιατί είχαν να ωφεληθούν. Θα εργάζονταν σε δουλειές τους, θα τα είχαν καλά με την εξουσία- με την όποια εξουσία, ακόμα και με αυτή των Ρεντζαίων. -Και όταν μετά την αμνήστευσή τους μπήκαν στα Γιάννενα τους υποδέχτηκε πλήθος κόσμου... (Ράγκος) Ναι. Υπήρξαν βέβαια δημοσιογράφοι του τοπικού Τύπου που τους κοντράριζαν και είχαν δεχτεί απειλές. Γιατί είχαν αποκαλύψει ότι οι Ρεντζαίοι ήταν πίσω από τη ληστεία της Πέτρας. (Γούσης) Οι άνθρωποι αντιμετώπιζαν τους Ρεντζαίους και σαν θέαμα, σαν άγρια λιοντάρια που έρχονταν στην πόλη τους. Κάποιοι μπορεί και να τους συμπαθούσαν ή να προσδοκούσαν κάποιο όφελος- πολλοί όμως είχαν απλώς τη λογική του «ζωολογικού κήπου». Μετά τη σύλληψή τους, όταν τους μετέφεραν με το τρένο από τη Βουλγαρία, σε κάθε σταθμό σε κάθε σταθμό υπήρχε κόσμος που προσπαθούσε να τους δει από τα παράθυρα. Ως θέαμα. -Νομίζω δεν είναι σύνηθες στη ληστρική αφηγηματική παράδοση να είναι δύο οι κεντρικοί χαρακτήρες, πόσω μάλλον αδέρφια μεταξύ τους. (Γούσης) Ναι, συνήθως είναι ένας, ο αρχηγός και η συμμορία του. Εδώ είναι δύο και αυτό είναι ταυτόχρονα η δυναμή τους αλλά και η αχίλλειος πτέρνα τους. Αν χτυπούσες τον ένα, αμέσως και ο άλλος βρισκόταν σε δυσχερή, ευάλωτη θέση. Γιατί είχε πάντα στον νου του τον αδερφό του. Υπάρχει μια σκηνή- δεν θυμάμαι αν είναι πραγματική ή την επινοήσαμε- όπου χρησιμοποιούν τον Γιάννη ως συλληφθέντα για να παγιδεύσουν και τον Θύμιο. Γίνεται μια συμπλοκή, ο Θύμιος μπορεί να ξεφύγει αλλά παραδίνεται κι αυτός γιατί ο αδερφός του δεν μπορεί να τον ακολουθήσει. Ή και οι δύο ελεύθεροι, ή κανένας. ΜΠΛΕ ΚΟΜΗΤΗΣ (Ράγκος) Μεταξύ τους υπάρχει μια σχέση συνεχών συγκλίσεων και αποκλίσεων. Ενώ ξεκινάνε απόλυτα ενωμένοι- άλλωστε τους καθαγιάζει και το αίμα του πατέρα τους που μαζί εκδικήθηκαν- όταν βρίσκονται στην πόλη συντελείται η πρώτη μεγάλη μεταξύ τους ρωγμή. Γιατί ο μεγάλος αδερφός ενσωματώνεται πλήρως, θέλγεται από τον αστικό, νεωτερικό τρόπο ζωής και τα πλούτη, ενώ ο μικρός είναι ‘κολλημένος’ στο βουνό. Όχι από κάποια παραδοσιοπληξία- η φύση του είναι έτσι, ιδιοσυγκρασιακά είναι εκεί. Η ψυχή του έχει μείνει στο βουνό. -Ήταν καθάρματα οι Ρεντζαίοι; Ή οι ήρωες της δικής σας ιστορίας. (Γούσης) Υπάρχει μια αντίφαση που μας ενδιέφερε πολύ να διερευνήσουμε. Τα δύο αδέλφια είχαν μεταξύ τους μια σχέση απόλυτα ηθική, σχεδόν χριστιανική, τη σχέση που μακάρι να είχαμε όλοι οι άνθρωποι μεταξύ μας- αλλά ήταν οι δυο τους ενάντια σε όλη την κοινωνία. Το έγκλημα έγινε η δουλειά τους και από ένα σημείο και μετά ενσωματώθηκαν και χρησιμοποιήθηκαν ως ‘muscle’ από την αστική, καπιταλιστική τάξη- που δεν υπολόγισε όμως ότι αυτοί οι δύο τύποι μπορούσαν να είναι κάτι πολύ παραπάνω από απλοί εκτελεστές. Ξέφυγαν από τον έλεγχό της- και για αυτό τελικά καρατομήθηκαν. (Ράγκος) Πως να εξετάσεις ηθικολογικά τη στάση ενός επαγγελματία δολοφόνου; Επειδή προέρχομαι και από τον χώρο της αστυνομικής λογοτεχνίας, αυτό που εμένα ενδιαφέρει δεν είναι να δικαιολογήσω ή να καταδικάσω τις πράξεις των ανθρώπων, αλλά να τις ερμηνεύσω- με τα εργαλεία βέβαια της τέχνης, δεν είμαι ψυχαναλυτής. -Εντρυφώντας στην ιστορία τους, εντοπίσατε ανθρώπινα χαρακτηριστικά που μπορεί να είναι και γοητευτικά ή κατά κάποιον τρόπο εκτιμητέα; (Γούσης) Είναι οι ήρωες μας στο βιβλίο- προσπαθούμε να ταυτιστούμε μαζί τους, όχι για να πάρουμε θέση ή να τους κρίνουμε αλλά για να καταλάβουμε πως μπορεί να ήταν πραγματικά το κάθε γεγονός, η κάθε σκηνή - και να την αποδώσουμε ανάλογα. Δε γίνεται να μην προσπαθήσεις να μπεις στο μυαλό τους. HUFFPOST GREECE (Ράγκος) Κατά τη γνώμη μου αυτοί οι άνθρωποι δεν ήταν natural born killers- αν δεν είχε δολοφονηθεί ο πατέρας τους, αν δεν ζούσαν εκείνη την εποχή, πιθανόν να μην είχαν γίνει ποτέ εγκληματίες. Οι Ρεντζαίοι (και οι Ντοβαίοι στο κόμιξ) είναι δημιουργήματα του ιστορικού χρόνου και του κοινωνικού σημείου, του χώρου όπου λειτουργούν. Άνθρωποι του ίδιου ‘πυρήνα’ σε άλλο χρόνο και χώρο μπορεί να ακολουθούσαν διαφορετική πορεία. -Δεν ήταν οι καλοκάγαθοι χωρικοί πάντως... (Ράγκος) Όχι, δεν ήταν. Τα εγκλήματά τους είχαν και ένταση και ψυχρότητα και κυνισμό. Ούτε σκοτώναν εξ’ ανάγκης. Ψυχαναλυτικά μπορούμε μάλλον να ανιχνεύσουμε μια ατελή συγκρότηση προσωπικότητας- και σίγουρα μια ‘ευκολία’ προς τη βία. Βέβαια η σχέση του ανθρώπου τότε με την έννοια του θανάτου, ειδικά σε απομονωμένες περιοχές, δεν ήταν η σχέση δέους που καταλαμβάνει τον σύγχρονο αστό... Η αφαίρεση λοιπόν μιας ζωής, για τον ηθικό κώδικα αυτών των περιοχών δεν ήταν τόσο αποκρουστική, αν στο μυαλό των ανθρώπων νομιμοποιείτο έναντι μιας ηθικής επιταγής, όπως η εκδίκηση. -Ποια στοιχεία της ιστορίας και των χαρακτήρων σας ιντρίγκαραν περισσότερο; (Ράγκος) Η ιστορία των Ρεντζαίων έχει στοιχεία νουάρ και βαλκανικού, ελληνικού γουέστερν- και διαρθρώνεται σε τρία επίπεδα: το action, αλλά και το κοινωνικοπολιτικό και το ψυχαναλυτικό. Είναι μια huge ιστορία με χαρακτήρες larger than life- και αναφέρεται σε μια εποχή που στην Ελλάδα ελάχιστα την έχουμε οπτικοποιήσει. Ο Αγγελόπουλος και ο Παπαστάθης είναι από τους ελάχιστους που έχουν αναφερθεί στην ληστοκρατία- δεν αναφέρομαι σε χαζοταινίες με φουστανέλες. Επομένως είναι και ένα πεδίο που δεν έχει ερευνηθεί- θέλουμε να το προσπαθήσουμε, να δούμε τι είναι αυτό που πυροδοτεί τις τόσο αιματηρές, τόσο ακραίες πράξεις αυτών των ανθρώπων. «Κυρίως οι άνθρωποι με τραγικό σου δίνουν τροφή μυθοπλαστική και υλικό προς διερεύνηση. Όπως έλεγε και ο Τολστόι (αν θυμάμαι καλά τη φράση του) : ‘Οι ευτυχισμένοι άνθρωποι δεν έχουν ιστορία- κι αν έχουν, είναι μια ιστορία που δεν ενδιαφέρει κανέναν’. Την καταβύθιση στον ανθρώπινο ψυχισμό σου επιτρέπουν να την κάνεις άνθρωποι που ζούνε οριακά. Πότε μας ενδιαφέρει η Κλυταιμνήστρα; Σίγουρα όχι όσο είναι μια ευτυχισμένη βασίλισσα. Πότε μας ενδιαφέρει ο Οιδίποδας; Όταν μαθαίνουμε ότι έχει σκοτώσει τον πατέρα του και έχει παντρευτεί τη μάνα του. Τότε τον διερευνούμε. HUFFPOST GREECE -Κορυφώνεται λοιπόν και η ιστορία του κόμικ με κάποια ‘κάθαρση’, όπως της αρχαίας τραγωδίας; (Γούσης) Αν υπάρχει μια κάθαρση είναι η σκηνή (fiction) όπου οι Αρχές υπόσχονται στους συλληφθέντες ληστές πως μπορούν να γλιτώσουν τη θανατική ποινή αν «καρφώσουν»- αν μιλήσουν για όλη τους τη δράση με πρόσωπα και γεγονότα, αν αποκαλύψουν ποιοι τους υποστήριξαν και με ποιους συνεργάζονταν. Ο εισαγγελέας περιμένει από την απολογία τους να αντλήσει στοιχεία για άλλους ληστές- αυτοί όμως γράφουν τον επικήδειό τους κάπως... «Δε θα σας αποκαλύψουμε τίποτα, γιατί ήδη ξέρετε ποιοι είναι συνεργάτες μας- είστε σχεδόν όλοι σας. Πρέπει να μιλήσουμε για όλους, άρα δεν υπάρχει απάντηση. Και σαν άνθρωποι του βουνού θεωρούμε ότι είμαστε πιο κοντά σαν ψυχοσύνθεση με τα άγρια όρνια και τα τσακάλια, παρά με τους ανθρώπους. Και ζητάμε τα πτώματά μας να μην τα θάψετε, πάρα μόνο να τα αφήσετε να γίνουνε τροφή για αυτά τα ζώα». -Θέλω να πούμε δυο κουβέντες και για το σχέδιο του κόμιξ- προσωπικά τα μισά καρέ θα ήθελα να τα έχω σε πόστερ... (Γούσης) Η βασική επιλογή είναι το ασπρόμαυρο- ήθελα να αποδώσω την ατμόσφαιρα της εποχής και το γκρι τοπίο της Ηπείρου. Και τα πρόσωπα των ανθρώπων είναι τραχιά, σαν πέτρινα. Το κόμιξ έχει δράση αλλά δεν είναι εστιασμένο στο action κομμάτι της ιστορίας- είναι πιο ανθρωποκεντρικό, πιο ντοκιμαντερίστικο. Η αφήγηση είναι οριακά ακαδημαϊκή- δεν έχει σουρεαλισμό, ούτε υπερβολές. Προσπαθώ να βάλω σασπένς, αναπάντεχες γωνίες θέασης της ιστορίας αλλά δεν ήθελα να φαίνεται ο σχεδιαστής πάνω απ’ το έργο. -Το κείμενο είναι κι αυτό βαρύ- ‘λιγομίλητο’, ανεπιτήδευτο. (Ράγκος) Δε βάλαμε έντονη τη ντοπιολαλιά, όπως συχνά συμβαίνει, υποτίθεται για λόγους αυθεντικότητας- χρησιμοποιούμε στρωτά ελληνικά με λίγες ιδιαίτερες εκφράσεις. «Στρίψτο κακό θεέ μου» λέει η μάνα των ληστών κάποια στιγμή- μου άρεσε πολύ αυτή η φράση. Μια άλλη κεντρική επιλογή είναι να μην έχουμε λεζάντες, να μην υπάρχει αφηγητής δηλαδή. Και το κόμιξ έχει αρκετές σιωπηλές σκηνές, χωρίς ομιλίες και ανθρώπινους ήχους. Υπάρχουν σκηνές όπου υπονοείται ο ήχος ενός ποταμού, ή του ανέμου- σε άλλες η ένταση είναι άρρητη: μια έντρομη σιωπή και ο άνθρωπος που του έχει κοπεί η ανάσα, -Κεντρικό, διαχρονικό ίσως, απόσταγμα της ιστορίας; (Ράγκος) Το αρχικό κίνητρο της δράσης των ηρώων είναι η εκδίκηση για τον θάνατο του πατέρα τους- αυτό υπάρχει και σήμερα, ξέχωρα της βεντέτας στην Μάνη ή τα Ζωνιανά. Η ανθρώπινη ύπαρξη στον πυρήνα της παραμένει ίδια, χιλιετίες τώρα. Τα τεχνικά μέσα και οι συνθήκες, τα ρούχα ή τα όπλα αλλάζουν, αλλά ο άνθρωπος πάντα θέλει εξουσία, χρήμα, έρωτα. Οι επιθυμίες είναι ίδιες. Ο εξωτερικός φλοιός μπορεί να αλλάζει- η ουσία παραμένει η ίδια. Στη δική μας ιστορία η φουστανέλα, το μουστάκι και η ντοπιολαλιά είναι μόνο ο εξωτερικός φλοιός λοιπόν- με τον Γιώργο προσπαθούμε να βυθιστούμε κάτω από αυτό το ‘περιτύλιγμα’ για να αποδώσουμε την ιστορία αυτών των ανθρώπων όσο πιο διαχρονικά μπορούμε. (Γούσης) Οι Ρεντζαίοι έκαναν μια τεράστια προσπάθεια αναρρίχησης, αφήνοντας μάλιστα πίσω τους μια παχιά κόκκινη γραμμή από αίμα- όταν φτάσανε στην δική τους κορυφή, πλούσιοι και ‘νομοταγείς’ πολίτες πλέον, αντί να απολαύσουν τη θέα από ψηλά, θυμήθηκαν το εθιστικό συναίσθημα της ανάβασης και βούτηξαν στο κενό. Πηγή
  7. «Ληστές» και «Ο Χειροπαλαιστής»: Λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα σε κόμιξ και σινεμά Ο δημιουργός Γιώργος Γούσης στη HuffPost Greece. Αλέξης Γαγλίας HuffPost Greece OHMYDOG PRODUCTIONS/ POLARIS O σχεδιαστής κόμιξ και σκηνοθέτης Γιώργος Γούσης υπέγραψε στη διάρκεια του τελευταίου χρόνου δύο από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές στα πεδία του κόμιξ και του σινεμά. Το graphicnovel «Ληστές» εξιστορεί και «αναπαριστά» δεξιοτεχνικά την ιστορία των τελευταίων λήσταρχων της ελληνικής υπαίθρου, των αδελφών Ρετζαίων που έδρασαν στο πρώτο τέταρτο του 20ου αι. στην Ήπειρο. Στο κόμιξ οι Ληστές αλλάζουν όνομα- οι δημιουργοί πήραν έτσι την ελευθερία να προσθέσουν δικά τους, fiction στοιχεία σε ένα έργο που, όμως, βασίζεται με μεγάλη ακρίβεια στην πραγματική ιστορία. Ο Γούσης, μαζί με τον δημοσιογράφο και συγγραφέα Γιάννη Ράγκο που συνεργάστηκε στο σενάριο, δούλευαν αυτό το βιβλίο αρκετό καιρό- είχαμε ξαναμιλήσει στη HuffPostGreece πριν από περίπου ενάμιση χρόνο. Τα κόμιξ του Γούση μοιάζουν ήδη με φιλμ στο χαρτί, hardcopy σινεμά- το πέρασμά του στον κινηματογράφο και η επιτυχία του πρώτου του μικρού μήκους ντοκιμαντέρ «Ο Χειροπαλαιστής», ούτε τυχαία ούτε πρόσκαιρα είναι. Με μινιμαλισμό και αβίαστη, διαυγή συμπύκνωση ο Γούσης (μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργο Κουτσαλιάρη) κατέγραψαν θραύσματα της ζωής ενός realife χειροπαλαιστή (αθλητή μπρα ντε φερ) που άφησε την Αθήνα για να επιστρέψει στον τόπο καταγωγής του στην Ήπειρο. Όχι στο πέτρινο Συρράκο ή κάποιο περίφημο Ζαγοροχώρι- αλλά σε ένα από εκείνα τα τυπικά ελληνικά χωριά που διατάσσονται πρόχειρα, ταπεινά εκατέρωθεν των παλιών εθνικών οδών. Ο τριαντάχρονος Παναγιώτης άνοιξε εκεί ένα παραδοσιακό, βίντατζ καφενείο και συνέχισε να προπονείται με το πάθος και τον πόνο του πρωταθλητισμού. Ο Γούσης έχοντας πρώτη ύλη έναν τόπο βαρύ και κλειστό, αλλά και έναν πρωταγωνιστή- πραγματικό εύρημα, κατασκευάζει ένα πυκνό εικοσάλεπτο μεταφυσικού ρεαλισμού. Μόνο για σήμερα μπορείτε να το παρακολουθήσετε χωρίς κωδικό εδώ.. Ο «Χειροπαλαιστής» βραβεύτηκε από την Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου ως καλύτερη μικρού μήκους ταινία τεκμηρίωσης και πήρε το δεύτερο βραβείο καλύτερης ταινίας στο 25ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Αθήνας Νύχτες Πρεμιέρας. Οι «Ληστές (μέρος α΄)» κυκλοφόρησαν στα βιβλιοπωλεία στις 7 Οκτωβρίου (εκδόσεις Polaris) σε έναν καλαίσθητο τόμο που μπορεί να αποτελεί item για κάθε βιβλιοθήκη. Και τα δυο ιστορίες ηπειρώτικες: λόγια σταράτα και συννεφιασμένα χρώματα. Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Η ιστορία των Ληστών ξεκινάει στην Ήπειρο, που βρίσκεται ακόμα υπό οθωμανική κατοχή, το 1909: σε μια φτωχή, αγροτική οικογένεια, δολοφονείται ο πατέρας», λέει ο Γιώργος Γούσης όταν του ζητάω να περιγράψουμε τον πυρήνα, να πιάσουμε τον μίτο της ιστορίας. «Τα δυο ανήλικα αγόρια βρίσκονται ορφανά και ζούνε με τη μάνα τους σε μεγάλη φτώχεια. Λίγα χρόνια μετά, 18- 19 χρονών πλέον, μαθαίνουνε ποιος σκότωσε τον πατέρα τους. Και αποφασίζουν να εκδικηθούν- είναι τέτοια η φύση των χαρακτήρων τους, αλλά και πολύ μεγάλες οι δυσκολίες που τους έχουν διαμορφώσει. Υλοποιώντας αυτή την εκδίκηση, βρίσκονται μπροστά στο δίλημμα της παρανομίας: ή θα συλληφθούν από την αστυνομία ή θα φύγουν στα βουνά». «Εκεί αρχίζουν να δρουν ως επαγγελματίες ληστές και περνάνε τα επόμενα 8- 9 χρόνια κρυμμένοι. Το όνομά τους, η φήμη τους, αλλά κι ο φόβος και το δέος απέναντί τους γιγαντώνονται. Διάφοροι τοπικοί οικονομικοί παράγοντες τους εγκολπώνουν και τους χρησιμοποιούν- στη σπείρα που δημιουργείται αυτοί οι τυπικά νομοταγείς, ευυπόληπτοι πολίτες λειτούργησαν ως εγκέφαλοι ενώ οι Ρετζαίοι ήταν τα εκτελεστικά όργανα στο πεδίο της δράσης». ΓΙΩΡΓΟΣ ΓΟΥΣΗΣ «Το 1925 ο δικτάτορας Θ. Πάγκαλος προσπάθησε να δώσει τέλος στο φαινόμενο της ληστοκρατίας, εκδίδοντας έναν νόμο που αμνήστευε όποιον ληστή παρέδιδε στις αρχές το κεφάλι ενός άλλου παράνομου. Ο σκοπός προφανής: να αλληλοεξοντωθούν οι σπείρες. Αυτό έπραξαν και τα δύο αδέλφια, με έναν τρόπο που βλέπουμε στο βιβλίο». Με έναν πολύ σκληρό τρόπο. Χαρακτηριολογικό θα έλεγα. Γιατί απεικονίζει πολύ παραστατικά πλέον τη δομή αυτών των δύο χαρακτήρων. Αγαθά (ή υπεραισιόδοξα όσον αφορά το σήμερα) σκεπτόμενος μπορεί κάποιος να πει «αυτά δεν συμβαίνουν σήμερα», δύο εγκληματίες που βαρύνονται με δεκάδες δολοφονίες να αμνηστεύονται. Μάλιστα με μόνη προϋπόθεση να φέρουν πεσκέσι στις αρχές ένα ανθρώπινο κεφάλι... Το φοβερό είναι ότι αμνηστεύονται βάσει νόμου, ούτε με μπαξίσι, δάχτυλο κάποιου βουλευτή ή θεόσταλτη επέμβαση. Οι Ληστές, τόσο στο κόμιξ όσο και οι Ρετζαίοι στην πραγματικότητα ήταν από τους τελευταίους πρωταγωνιστές του ληστρικού φαινομένου. Ζουν και δρούνε σε μια μεταιχμιακή περίοδο, οπότε το έγκλημα από ληστρικό, «του βουνού», αρχίζει να γίνεται αστικό. Και ταυτόχρονα καπιταλιστικό. Πρώην παράνομοι στο περιβάλλον της πόλης αναδεικνύονται σε «παράγοντες»: σταδιοδρομούν ως αστυνομικοί, πρόεδροι επιχειρήσεων, εργολάβοι. Το έγκλημα ως εικόνα λειαίνεται: μπαίνει κάτω από το χαλί κομψών σαλονιών. Πολύ επίκαιρα όλα αυτά. Ναι, νομίζω μοιάζουν πολύ σημερινά, εύκολα έχουμε σύγχρονες προβολές τους σε αντίστοιχους τέτοιους ανθρώπους. Καθαρίζουν κόσμο αλλά μπορεί να είναι εξαιρετικά αγαπητοί σε μεγάλη μερίδα του κοινού. Τα παραδείγματα κάνουνε μπαμ. Όσον αφορά τους Ληστές, εσύ που εντρύφησες τόσο στην ιστορία τους, πόσο μπορεί να ταυτίστηκες μαζί τους προσπαθώντας να μπεις στο πετσί των χαρακτήρων τους; Εννοώ να τους συμπάθησες κάπως, ακόμα κι αν είναι/ ήταν καθάρματα; Κάθε άνθρωπος έχει περισσότερες πλευρές από το καλός/ κακός. Σίγουρα εμπεριέχει «ρίσκο» και είναι ενδιαφέρον να καταπιάνεται όποιος δημιουργός με «κακούς», αμφιλεγόμενους πρωταγωνιστές αλλά αυτό το ζήτημα η δραματουργία το έχει λύσει από τον καιρό του Σαίξπηρ μέχρι το πιο πρόσφατο αμερικάνικο σινεμά (βλ. Ο Νονός, Scarface). Ναι, προσπαθούμε να «μπούμε» στους χαρακτήρες αλλά δεν τους καθαγιάζουμε- είναι ενδιαφέροντες γιατί κινούνται εκτός ορίων αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι είναι συμπαθητικοί κιόλας. Δεν τους δικαιολογούμε λοιπόν- φτιάχνουμε μόνο έναν χάρτη του κόσμου τους και αφήνουμε τον αναγνώστη να σκεφτεί. Να μιλήσουμε λίγο για το σχέδιο του κόμιξ; Σε μένα φάνηκε να χρωματίζεις τέλεια τον τόπο και την εποχή της δράσης. Και οι άνθρωποι, σα να τους φόρες στολή παραλλαγής για να είναι ενταγμένοι στο τοπίο, μέρος του. Αποφάσισα πολύ γρήγορα το ύφος του σχεδίου, αυτό το ασπρόμαυρο σχέδιο με τους τόνους να έχουν την αίσθηση της ακουαρέλας, του γκρι. Αυτό προφανώς είναι και μια επιρροή που έχουμε όλοι μας από τις ασπρόμαυρες εικόνες αυτής της εποχής, μεταφερόμαστε μέσω αυτών των χρωμάτων πιο εύκολα στο τότε. Αλλά και τα στοιχεία του νουάρ και του μπάλκαν γουέστερν που έχει η ιστορία των Ληστών με κατεύθυναν στο ασπρόμαυρο. Ειδικά όταν ο τόπος, το σκηνικό της ιστορίας είναι η Ήπειρος όπου τα τοπία είναι συχνά ομιχλώδη και άχρωμα. Οι άνθρωποι με τη μίξη αυτών των τριών χρωμάτων- άσπρο, μαύρο, γκρι- μετατρέπονται κάπως σε σύμβολα, φαίνονται πέτρινοι, κομμένοι με γωνίες. Το χρώμα μπορεί να τους έκανε πιο ρεαλιστικούς τυπικά αλλά θα αποδυνάμωνε το κοντράστ των χαρακτήρων τους. Μου έκανε εντύπωση ότι οι Ληστές θα ολοκληρωθούν ως δίτομη έκδοση. Μαζί με τον δεύτερο τόμο θα είναι περίπου 260 σελίδες συνολικά. Ο πρώτος τόμος τελειώνει όταν οι Ληστές μπαίνουν στα Γιάννενα, νομιμοποιούνται και παύουν (για κάποιον καιρό) να είναι ληστές. Αυτό λειτουργεί σαν ένα πρώτο κλείσιμο της ιστορίας- μετά αρχίζει μια δεύτερη περίοδος της ζωής τους. Φαντάζομαι η μεγάλη έκταση του κόμιξ είναι ανάλογη της «πόρωσής» σου με τη δημιουργία του. Προέκυψε αυθόρημητα, φυσικά. Γιατί αυτό το κόμιξ εξιστορεί όλη τη ζωή των δύο βασικών χαρακτήρων του, έχει την (κινηματογραφική) λογική του «Κάποτε στην Αμερική». Ξέραμε από την αρχή ότι θα είναι μεγάλο. Θεωρήσαμε ότι θα έχει μεγαλύτερο ενδιαφέρον να ασχοληθούμε με όλη τη γκάμα της ζωής αυτών των ανθρώπων και πως οι ίδιοι εξελίσσονται σαν χαρακτήρες, παρά να επικεντρωθούμε σε ένα γεγονός. «Η δουλειά για να βγει αυτό το βιβλίο κράτησε περίπου τρία χρόνια. Αλλά το είχα στο μυαλό μου από το 2012- το «πάγωνα» για να κάνω άλλα πράγματα, τον Ερωτόκριτο, τον Μπλε Κομήτη». Γ. ΓΟΥΣΗΣ «Με τον Γιάννη (Ράγκο) γράφουμε τώρα το σενάριο για τον δεύτερο τόμο και σύντομα θα ξεκινήσω να σχεδιάζω», λέει ο Γ. Γούσης. «Καλό θα είναι να κυκλοφορήσει κι αυτός σχετικά σύντομα, ίσως μέσα στα επόμενα δύο χρόνια για να ολοκληρωθεί το πρότζεκτ των Ληστών. Δεν με «καίει» η εμπορική του συνέχεια πάντως, θέλω μόνο να βγει όπως πρέπει». Νομίζω ότι οι «Ληστές» είναι ένα σενάριο που θα μπορούσε να μεταφερθεί εξαιρετικά στον κινηματογράφο. Δεν θελήσαμε να φτιάξουμε ένα κόμιξ για να γίνει μετά ταινία. Παρόλα αυτά η υπόθεσή του και ο τρόπος που έχουμε αφηγηθεί την ιστορία- με σκηνές, χωρίς αφηγητή και voiceover- είναι τέτοιος που θα μπορούσε να μεταφερθεί και στην οθόνη, ίσως σαν σειρά δέκα επεισοδίων. Ένα τέτοιο εγχείρημα θα ήταν κοστοβόρο, αλλά αν γινόταν σωστά θα μπορούσε να είναι και εμπορικό. Να μιλήσουμε για την πρώτη σου πραγματική κινηματογραφική απόπειρα, τον «Χειροπαλαιστή»; «Ο Χειροπαλαιστής είναι το πορτρέτο ενός χειροπαλαιστή, αθλητή μπρα ντε φερ δηλαδή, που ζει στην επαρχία. Στην πραγματικότητα κεντρικός χαρακτήρας της ταινίας είναι ο αδελφός μου και ο τόπος είναι το χωριό μας στην Ήπειρο. Παρακολουθούμε την ζωή του εκεί και κάποιες προπονήσεις που κάνει με σκοπό να κατέβει στην Αθήνα για να παίξει έναν αγώνα. «Η ταινία δεν ασχολείται τόσο με την αθλητική δραστηριότητα του ήρωά της, όσο με το τη ζωή στην επαρχία: πως ένας τριαντάχρονος περιορίζεται και δυσλειτουργεί ζώντας σε ένα χωριό με γέρους και συντηρητικούς ανθρώπους, ενώ ο ίδιος είναι πολύ πηγαίος και δραστήριος. Και για το πως όλα αυτά που ονειρεύτηκε, ναυαγούν». Μου έκανε εντύπωση η ταινία από το ξεκίνημά της, από το πρώτο κιόλας λεπτό, γιατί ο πρωταγωνιστής εκφράζεται πολύ αυθόρμητα, χωρίς να μασάει καθόλου τα λόγια του για τους υπόλοιπους κατοίκους και το κοινωνικό περιβάλλον αυτού του μικρού τόπου. Αυτό είχε πολύ ενδιαφέρον και για εμάς, πως θα «ειπωθούν» όσα λέει στην ταινία, πως θα μονταριστούν. Ο ίδιος ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είχε κανένα πρόβλημα για το πως θα φανεί όλο αυτό- ήταν κάτι που όντως βίωνε και δεν τον ένοιαζε πως θα βγει στην οθόνη. «Ήθελα η ταινία να είναι και “χτύπημα”, να ακουστούν πράγματα που όλοι τα λέμε (ιδιωτικά, “μεταξύ μας”) αλλά τελικά δεν τα λέει κανείς (ανοιχτά, δημόσια)». «Είναι φοβερό πάντως το πως λειτουργούμε οι άνθρωποι», λέει ο Γούσης. «Όταν βλέπεις μια ταινία ταυτίζεσαι με τον πρωταγωνιστή, με τα λόγια και τις απόψεις του συνήθως. Και στη δική μας ταινία ο θεατής, έχοντας “πάρει το μέρος” του πρωταγωνιστή, νιώθει ότι οι συμπεριφορές και οι ανθρώπινοι χαρακτήρες της πραγματικής ζωής που αυτός στηλιτεύει τόσο χύμα, μόνο τον ίδιο δεν αφορούν. Παρά μόνο όλους τους άλλους». OHMYDOG PRODUCTIONS «Κανείς απ’ όσους είδαν την ταινία δεν θεώρησαν ότι ο πρωταγωνιστής μιλάει για αυτούς, ότι τα “χώνει” σε αυτούς. Όλοι είπανε “μπράβο, πέστα”. “Κι εγώ τα ίδια λέω”, αυτό σκέφτηκαν. Γιατί όλοι πίστευαν εκείνη τη στιγμή ότι η κριτική απευθύνεται σε κάποιον άλλο». Εντυπωσιακός ο ανθρώπινος τρόπος αντίληψης, η ανθρώπινη κατασταση τελικά... Δεν είναι μόνο τα ανθρώπινα αντανακλαστικά. Και η τέχνη τελικά οδηγεί σε αυτόν τον υποκειμενισμό: γιατί η τέχνη τα φιλτράρει όλα. Τίποτα δεν λειτουργεί στη βάση του ρεαλισμού. Όλα ενεργούν σαν κομμάτια ενός καθρέφτη που τελικά δείχνει αυτό που θέλει ο καθένας και όχι απαραίτητα την αλήθεια. Όπως οταν κοιτάζουμε το πρόσωπό μας. Ή, για να το τουμπάρω κάπως, μπορεί να είναι ένας καθρέφτης που τα δείχνει όλα όπως είναι, εκτός από σένα. Ψεύτης καθρέφτης. Ακόμα κι ο πρωταγωνιστής) βλέπει ένα κομμάτι του εαυτού του, αυτό που εγώ αναδεικνύω- σίγουρα στη ζωή του είναι ακόμα πιο τρισδιάστατος. «Εντέλει ο Χειροπαλαιστής είναι μια ταινία για μένα, δείχνει όσα ήθελα εγώ να φωτίσω, όσα ενδιέφεραν εμένα- και, ίσως, βλέπω και στον εαυτό μου». Πότε γυρίστηκε; Στις αρχές του 2019, μέσα σε 4 μέρες. Οξύμωρο για ντοκιμαντέρ αλλά ασχολήθηκα με ένα οικείο θέμα, με πράγματα που είχα ήδη παρατηρήσει, δεν προσπάθησα να ανακαλύψω κάτι. Το θέμα πως προέκυψε; Καταρχήν γιατί ήταν προσβάσιμο- ήταν η πιο πραγματοποιήσιμη (και για πρακτικούς λόγους) από τις διάφορες ιδέες που είχα. Ο πρωταγωνιστής είναι αδερφός μου- κι αυτό βοήθησε να είναι ανοιχτός μαζί μας στη διάρκεια του γυρίσματος. Κι επίσης είναι ένας ενδιαφέρων χαρακτήρας, ένας άνθρωπος που δεν “κολώνει” πουθενά και τον παρατηρώ χρόνια. Είναι μάλλον σπάνιο να βρεις έναν χαρακτήρα που έχει να πει πράγματα και θα αναπτύξεις μαζί του την οικειότητα που απαιτείται για ένα αυθεντικό αποτέλεσμα. Το μπάτζετ σας; Μηδενικό, με δικά μας χρήματα έγιναν τα γυρίσματα. Οικογενειακό το κλίμα, πολύ λίγοι άνθρωποι. Στην πραγματικότητα δύο άνθρωποι δουλέψαμε για αυτήν την ταινία. Στο χωριό ταξιδέψαμε μαζί με τον διευθυντή φωτογραφίας- μαζί κάναμε και το μοντάζ. Ήχο, χρώμα, όλα τα κάναμε σχεδόν οι δυο μας. Το κίνητρο; Γιατί έγινε αυτή η ταινία; Από ανάγκη. Είχα την ανάγκη να κάνω κάτι σε σχέση με το σινεμά. Σε ένα διαφημιστικό για τον Μπλε Κομήτη γνώρισα τον διευθυντή φωτογραφίας Γιώργος Κουτσαλιάρης- και του περιέγραψα την ιδέα, τον κεντρικό χαρακτήρα αλλά και την κατάσταση, την ιδιαίτερη «συνθήκη» που υπάρχει στο χωριό. Θεώρησα πως αν πάμε με μια κάμερα, με κάποιον τρόπο κάτι θα βγει. Η ιδέα ήταν να τραβήξουμε την καθημερινότητα του κεντρικού χαρακτήρα στο χωριό και το ταξίδι του σε έναν αγώνα. Όλο το υπόλοιπο προέκυψε, ή απλά βρισκόταν εκεί. Δεν ήθελα να κάνω φιλμ την ελληνική επαρχία, ούτε να διατυπώσω ένα κοινωνικό σχόλιο. Αυτά προέκυψαν. Γιατί απλώς δεν μπορείς να τα αποφύγεις. Το τι θα πραγματεύεται τελικά η ταινία, που θα στοχεύσει, η δομή και ο ρυθμός της ταινίας κατασκευάστηκαν στο μοντάζ. «Μάλλον ήθελα να κάνω κάτι διαφορετικό από τα κόμιξ, κάτι όχι τόσο μοναχικό, κλεισμένος σε ένα σπίτι να σχεδιάζω», εξηγεί ο Γούσης. «Και όπως κατάλαβα αργότερα ήθελα να δοκιμάσω και κάτι όπου δεν θα είχα τον απόλυτο έλεγχο στο τελικό αποτέλεσμα, όπως συμβαίνει στη δημιουργία ενός κόμιξ». «Ήθελα να διαχειριστώ μια κατάσταση όπου συμβαίνουν αναπάντεχα πράγματα που μπορεί να σε εκπλήξουν κιόλας: η πραγματικότητα επιδρά πολύ περισσότερο (και ανεξέλεγκτα) σε μια ταινία τεκμηρίωσης απ’ ότι σε ένα κόμιξ. Στο σινεμά οφείλεις να επικοινωνήσεις με άλλους ανθρώπους. Και έχει σημαντική σωματική δραστηριότητα. Πρέπει να βγεις έξω και να το ζήσεις». «Τώρα θέλουμε να κάνουμε το ίδιο θέμα, τον ίδιο χαρακτήρα, τον Χειροπαλαιστή ταινία μεγάλου μήκους». Έχει αλλάξει κάτι στο στόρι, στην ζωή του πρωταγωνιστή; Έφυγε από το χωριό, τα παράτησε. Και επέστρεψε στην Αθήνα. Πως σκέφτεσαι τον Χειροπαλαιστή σαν μεγάλου μήκους; Θα χρησιμοποιήσουμε την μικρού μήκους ως αρχή της μεγάλης ταινίας- θα έχει διάρκεια γύρω στα 70 λεπτά και σε αυτήν θα βλέπεις τη συνέχεια της ιστορίας. Νομίζω θα έχει ενδιαφέρον γιατί εκεί ο χαρακτήρας θα φανεί ακόμα πιο τρισδιάστατος. Σταματάει να είναι το θέμα μας ο κόσμος της επαρχίας και πως καταπιέζεται ο πρωταγωνιστής σε αυτό το περιβάλλον: θα προκύψει ένα πολύ πιο ψυχαναλυτικό τελικό αποτέλεσμα, θα αναδειχθούν τα εσωτερικά προβλήματα του πρωταγωνιστή». «Θα είναι μια ταινία για την ψυχοσύνθεση του άντρα. Ο αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος που έχει μια εικόνα macho αρσενικού, ενώ η ψυχή του είναι στην πραγματικότητα παιδική. Ναϊφ. Αγνή και χαρούμενη. Είναι, όμως, εγκλωβισμένος σε μια εικόνα που έχει κατασκευαστεί για αυτόν». «Ο πρωταθλητισμός έχει γίνει δηλητήριο για αυτόν- του έχει δημιουργήσει τη συνθήκη του “πρώτος ή τίποτα”. Πρέπει να είναι δυνατός, πρέπει να είναι πρώτος, καλό αφεντικό και επιτυχημένος. Όλοι μας εγκλωβιζόμαστε λίγο πολύ σε αυτά τα πρότυπα. Κι ας μην χρειάζεται να είμαστε τίποτα από αυτά». «Τελικά το πρόβλημα έχει να κάνει κυρίως με τον ίδιο σου τον εαυτό και λιγότερο με τον τόπο που ζεις ή οτιδήποτε άλλο. Τα προβλήματα δε σταματούν πουθενά. Και όσο τα αφήνεις να σε επηρεάζουν, δημιουργείται μια κατάσταση όπου μοιάζεις να κυνηγάς ο ίδιος τις δυσκολίες, τον πόνο και τον κάματο. Για τον ήρωα του Χειροπαλαιστή η εύκολη νίκη δεν έχει καμιά σημασία». «Και στην κοινωνία μας αυτή η φόρμουλα της καριέρας και του πρωταθλητισμού έχει “περάσει” σαν αναγκαστική συνθήκη. Κανείς δεν κυνηγά την ευχαρίστηση, όλοι κυνηγάνε την “καριέρα”, μηχανιστικά πλέον. Κανείς, όμως, δεν ρωτά αν είσαι ευτυχισμένος, αν φχαριστιέσαι τα σκαλοπάτια που ανεβαίνεις». «Ο Χειροπαλαιστής, έστω, μέσα σε αυτές τις δυσκολίες, σε αυτούς τους κύκλους που κάνει γύρω από τον εαυτό του βρίσκει τον τρόπο να τουμπάρει τις καταστάσεις και να βιώνει ένα μερίδιο της ευτυχίας». (Ο «Χειροπαλαιστής» θα προβληθεί την Πέμπτη, 29 Οκτωβρίου, στο Γαλλικό Ινστιτούτο στα πλαίσια της διοργάνωσης Χρυσές Νύχτες 2020 της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου). Πηγή
  8. Ήπειρος.Αρχές του 20ου αιώνα. Οι ληστές και οι συμμορίες τους λυμαίνονται τα βουνά και τις πεδιάδες. Η δύναμη τους είναι τεράστια, και το ελληνικό κράτος ανήμπορο και ανίκανο να τους περιορίσει. Πολλοί τοπικοί άρχοντες, γαιοκτήμονες και πολιτικοί τους χρησιμοποιούν ως τον προσωπικό τους στρατό για οικονομικό όφελος. Ακόμα και οι απλοί πολίτες, πολλές φορές καταφεύγουν σε αυτούς, διεκδικώντας το δίκιο τους, ή ακόμα και απλή εκδίκηση. Το φαινόμενο γιγαντώνεται και δεν υπάρχει λύση στον ορίζοντα. Σε αυτό το κοινωνικό πλαίσιο και σε αυτή τη πραγματικότητα, 2 αδέλφια, ο Γιάννης και ο Θύμιος Ντόβας, σε πολύ μικρή ηλικία, μαθαίνουν ότι ο πατέρας τους σφάχτηκε από κάποιον αντίπαλο ληστή. Ορκίζονται εκδίκηση. Και αυτή θα τους κάνει τη χάρη μετά από χρόνια. Και μαζί με την εκδίκηση, θα έρθει πιο κοντά το βουνό. Το τρέξιμο, το κρύψιμο, η σκληρή επιβίωση και εν τέλει, και ίσως σαν μόνη λύση, η ληστεία. Η τελευταία δουλειά των Γιώργου Γούση και Γιάννη Ράγκου, οι Ληστές, ξεκίνησαν πρώτα από τις σελίδες του Μπλε Κομήτη και μετά το κλείσιμο του τελευταίου, μας ήρθε σε μορφή graphic novel/album από τις εκδόσεις Polaris. Στο 130+ σελίδων αυτό πρώτο (από τα 2) τεύχος, διαβάζουμε μια ιστορία η οποία, όπως λέει και οι ίδιος ο Γούσης σε συνέντευξη του, είναι κατά το 70% πραγματική και εμπνευσμένη από τις πραγματικές ιστορίες των ληστών αδελφών Ρέντζου. Η ιστορία μου φάνηκε γνώριμη και μυρίζει Ελλάδα από μακριά. Γνώριμη όχι γιατί αντιγράφει κάποια άλλη, αλλά γιατί ταιριάζει απόλυτα με όσα, εγώ τουλάχιστον, έχω διαβάσει για συνήθειες και συμπεριφορές ανθρώπων εκείνης της εποχής. Ανθρώπων φτωχών και πλούσιων, προνομιούχων και μη, άγριων από τη φύση τους ή από τις συνθήκες της ζωής τους. Δεν γνωρίζω πως μοιράστηκαν τα συγγραφικά καθήκοντα, δεν ξέρω ποιος επιμελήθηκε την κεντρική ιδέα και ποιος τους διαλόγους, αλλά αυτό που σίγουρα γνωρίζω είναι πως το αποτέλεσμα είναι άρτιο. Η δομή και ο ρυθμός της ιστορίας είναι εκπληκτικά στρωτός, χωρίς ούτε μια κοιλιά, και επίσης, και πολύ σημαντικό για εμένα, χωρίς καμία χρήση περιγραφής ή λεζάντας. Η επιτυχία και μόνο αυτού σημαίνει τρομερά καλοδουλεμένο κείμενο και μόνο για αυτό αξίζουν πολλά συγχαρητήρια. Όπως επίσης, πολλά συγχαρητήρια αξίζουν και στο γράψιμο και την επιμέλεια των διαλόγων. Διάλογοι στην Ήπειρο και 100 χρόνια πριν, σχεδόν σίγουρα συνεπάγεται βαριά χρήση ντοπιολαλιάς και ιδιωματισμών. Αυτό όμως δύσκολα "μεταφράζεται" στο χαρτί, και ο κίνδυνος το αποτέλεσμα να καταλήξει γραφικό, είναι πάρα πολύ μεγάλος. Εδώ η χρήση των παραπάνω είναι απόλυτα λελογισμένη, σε σημείο που στοιχηματίζω ότι χάνει σε ιστορική ακρίβεια. Στα δικά μου μάτια όμως, αυτή η μη ιστορικά ορθή επιλογή, βοηθάει τον αναγνώστη, δεν του αποσπά την προσοχή με περιττές επεξηγήσεις, και τον κρατάει αφοσιωμένο και βυθισμένο στο έργο. Πρέπει να το ξαναγράψω. Το θεωρώ το πιο καλογραμμένο, μεστό και περιεκτικό, ελληνικό κόμικ που έχω διαβάσει. To σχέδιο του Γούση βελτιώνεται από δουλειά σε δουλειά. Εχουμε βαριά μελάνια στις περισσότερες σελίδες, απόλυτα ταιριαστά με σκοτεινό και καταθλιπτικό περιβάλλον της φτωχής επαρχίας και των απόκρημνων και γυμνών βουνών της Ηπείρου. Προσωπικά διακρίνω έναν επηρρεασμό από τη Γαλλοβελγική σχολή, όχι τόσο στις ίδιες τις γραμμές αλλά κυρίως στην σκηνοθεσία, στο στήσιμο των καρέ και την γενικότερη αισθητική. Αν είναι δυνατό να μιλήσουμε να μιλήσουμε για ελληνική σχολή, πράγμα δύσκολο με τον μικρό αριθμό δημιουργών και "καταναλωτών" κόμικς στη χώρα μας, ο σχεδιαστής μπορώ να πω ότι είναι στην πρωτοπορία και καθοδηγεί πνευματικά τους υπόλοιπους, μιλώντας πάντα για το ελληνόγλωσσο κομμάτι της σκηνής. Κάποιες ενστάσεις που έχω προσωπικά με τον σχεδιασμό κάποιων προσώπων και την όχι απόλυτα ίδια απεικόνιση από καρέ σε καρέ, πιστεύω ότι πρόκειται περισσότερο σε προσωπικό μου γούστο και επιλογή του σχεδιαστή και λιγότερο σε αβλεψία. Συνολικά, θεωρώ ότι πρόκειται για μία από τις καλύτερες ελληνικές δουλειές των τελευταίων ετών και σπάνια δείγμα ελληνικής παραγωγής από την αρχή έως το τέλος. Δεν έχω διαβάσει πολλές φορές κάτι τόσο συνεπές και "σταθερό", και μάλιστα σε ένα έργο τόσων σελίδων. Πιστεύω ότι πρέπει να διαβαστεί από όλους και άνετα θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το επόμενο βήμα στις ελληνόφωνες παραγωγές. Πιστεύω ότι θα μπορούσε να έχει μια πολύ καλή τύχη σε μια μεταφρασμένη έκδοση στην Γαλλία ή στην Ιταλία.
  9. Δυσκολεύτηκα να ξεκινήσω αυτή τη παρουσίαση. Θέλεις το σοβαρό θέμα που καταπιάνεται αυτή η έκδοση, θέλεις η εκπληκτική δουλειά που έκαναν όσοι συμμετείχαν σε αυτή την ανθολογία, τα λόγια γράφονται δύσκολα. Το θέμα της ναζιστικής κατοχής στην Αθήνα είναι πάντα επίκαιρο και η προσέγγιση του από 14 κομίστες ενδιαφέρουσα. Ενδιαφέρουσα γιατί μιλάμε για κάποιους από τους κορυφαίους Έλληνες δημιουργούς οι οποίοι βρίσκονται στην επικαιρότητα της σκηνής τα τελευταία, και όχι μόνο, χρόνια. Η Jemma Press ξεχωρίζει, για άλλη μια φορά, για την επιλογή της να καταπιαστεί με ένα θέμα το οποίο δεν είναι απαραίτητα εμπορικό, αλλά δείχνει ότι πίσω από μια εμπορική επιχείρηση, υπάρχουν άτομα που ενδιαφέρονται για την ιστορική μνήμη και τις προεκτάσεις της στην σημερινή πραγματικότητα. Την επιμέλεια της προσεγμένης έκδοσης ( 84 σελίδες, 21Χ29 εκ. ), έχουν ο Μενέλαος Χαραλαμπίδης, οικονομολόγος και συγγραφέας βιβλίων για την Κατοχή, και ο Γιάννης Κουκουλάς, ιστορικός τέχνης και δικός μας κομιξάνθρωπος, συνεπιμελητής του ενθέτου Καρέ-Καρέ στην Εφημερίδα των Συντακτών από το 2014. Μας έδωσαν μια πολύ φροντισμένη έκδοση, συνυπογράφοντας τον πρόλογο και αφιερώνοντας μια σελίδα για την παρουσίαση του βιογραφικού του κάθε συντελεστή, πράγμα που δείχνει πόσο σέβονται και τιμούν τη δουλειά τους. Για τους οποίους δημιουργούς δεν γνωρίζω τι ακριβώς να αναφέρω για να μην αδικήσω κάποιον. Τα ονόματα όλων μπορείτε να τα βρείτε στα tags αυτού του post, αλλά αξίζει να τα επαναλάβω και εδώ. Τόμεκ Γιοβάνης, Γιώργος Γούσης, Σπύρος Δερβενιώτης, Πέτρος Ζερβός, Δημήτρης Καμμένος, Λέανδρος, Τάσος Μαραγκός, Θοδωρής Μπαργιώτας, Αλεξία Οθωναίου, Αλέκος Παπαδάτος, Θανάσης Πέτρου, Soloup, Γιώργος Φαραζής, Πέτρος Χριστούλιας. Ο Λέανδρος σχεδίασε το εξώφυλλο και ο Φραγκίσκος Ζουταλούρης είναι υπεύθυνος για την γραφιστική επιμέλεια. Όλοι παραπάνω μας δίνουν 14 διαφορετικές ιστορίες, διαφορετικές προσεγγίσεις και διαφορετικά στυλ, τόσο σχεδιαστικά αλλά και θεματικά. Προφανώς κάποια μου άρεσαν περισσότερο από κάποια άλλα, αλλά το σημαντικό είναι ότι όλα έδεσαν όμορφα και παρουσίασαν αδρά τις πολλές οπτικές και πραγματικότητες που επικρατούσαν στην Αθήνα της κατοχής. Κάποια κόμικ σοκάρουν, άλλα προβληματίζουν, άλλα μεταφέρουν γλυκόπικρα συναισθήματα. Όλα όμως μας δείχνουν ότι την τραγική εκείνη περίοδο, δεν υπήρχε μόνο μαύρο και άσπρο. Δίπλα στο μαύρο της καταπίεσης και το κόκκινο του αίματος, υπήρχε η ελπίδα, το χιούμορ, ο αγώνας για την επιβίωση και η προσπάθεια για το μετά. Δεν είχα σκοπό να αναφέρω κάποιον δημιουργό ξεχωριστά, γιατί πιστεύω ότι, στο συγκεκριμένο έργο, το συνολικό αποτέλεσμα, ξεπερνάει οποιαδήποτε προσωπική προσπάθεια. Δεν μπορώ όμως να μην αναφέρω την εκπληκτική δουλειά που μας δίνει ο Γιώργος Φαραζής στο στριπ του με το όνομα Μέλπω. Με επιρροές (ρισκάρω να πω) από την ΓαλλοΒελγική σχολή, είναι ένας δημιουργός που δεν τον ήξερα, αλλά σίγουρα θέλω να δω και άλλες δουλειές του. Πολύ χαρούμενος που βλέπω τέτοιες παραγωγές στην μικρή μας ελληνική σκηνή. Ελπίζω σε συνέχεια τέτοιων project και πάλι πολλά συγχαρητήρια στους συντελεστές και στην εκδοτική εταιρεία.
  10. Το Φεστιβάλ κυκλοφόρησε για την επέτειο του 60ού Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, σε μια όμορφη σκληρόδετη έκδοση. Πρωταγωνιστές της ιστορίας είναι ο Σωτήρης και η Ντάρια, αλλά και ... το ίδιο το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και η ιστορία του. Παρακολουθούμε τις προσωπικές τους διαδρομές να διασταυρώνονται και εξελίσσονται μες στο περιβάλλον του Φεστιβάλ. Τους βλέπουμε να γνωρίζονται, να ερωτεύονται, να ωριμάζουν και να αλλάζουν, μέσα σε τρεις φάσεις του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, στο παρόν, το παρελθόν και το μέλλον του. Στο πρώτο μέρος είναι νέοι και φιλόδοξοι, γνωρίζονται κι ερωτεύονται. Στο δεύτερο μέρος ξανασυναντιούνται, έχοντας ακολουθήσει τις προσωπικές και επαγγελματικές τους διαδρομές. Το τρίτο μέρος θα το ανακαλύψετε μόνοι σας . Μέσα από τις σελίδες του κόμικ παρελαύνουν πλήθος χαρακτήρων που έχουν σημαδέψει το Φεστιβάλ με την παρουσία τους και τη δουλειά τους. Τους βλέπουμε να σχολιάζουν και να επηρεάζουν τη βασική σχέση ων πρωταγωνιστών, δίνοντας το στίγμα τους. Από τον Τζάρμους, τον Αρονόφσκι και τον Κουστουρίτσα, τον Ραφαηλίδη και τον Ακτσόγλου, τον Αγγελόπουλο, την Κατριν Ντενέβ, μέχρι τον Βέγγο, τον Κούρκουλο και τη Βουγιουκλάκη. Είναι πάρα πολλοί , θα τους βρείτε στο τέλος, στο Ευρετήριο προσώπων του Φεστιβάλ. Πρόκειται για μια πολύ φιλόδοξη και προσεγμένη δουλειά τριών ταλαντούχων δημιουργών, του Γούση, του Πανταζή και της Ζάχαρη. Εξαιρετικά δύσκολο το έργο που κλήθηκαν να πραγματοποιήσουν. Όταν τους ζητήθηκε να δημιουργήσουν ένα κόμικ για το Φεστιβάλ, θα μπορούσαν να έχουν επιλέξει τον εύκολο δρόμο και να κάνουν μια απαρίθμηση κομβικών γεγονότων ή μια καταλογογράφηση των σπουδαίων ταινιών, των διάσημων επισκεπτών. Επέλεξαν όμως να κάνουν κάτι διαφορετικό. Να αποτίσουν ένα φόρο τιμής στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, μέσα από μια βαθιά ανθρώπινη, πολύ οικεία ερωτική ιστορία. Που είναι όμως και πολύ περισσότερα απ' αυτό. Είναι ένα εσωτερικό ταξίδι στην ωριμότητα, ένας προβληματισμός για τη σχέση του καλλιτέχνη με το έργο του, για τη δυσκολία των επιλογών και τις συνέπειές τους, για το τι είναι τελικά σημαντικό στη ζωή. Οι δημιουργοί κατάφεραν να μεταφέρουν το κλίμα του Φεστιβάλ ως μια ζωντανή εμπειρία, γεμάτη από επιφανείς κι αφανείς ήρωες, απλούς ανθρώπους. Κατάφεραν επίσης να δώσουν ένα τόσο αρμονικό αποτέλεσμα, ώστε να μην μπορεί να ξεχωρίσει κανείς που τελειώνει η δουλειά του ενός και που αρχίζει του άλλου. Σκηνοθετικά και σχεδιαστικά, πρόκειται για ένα πολύ καλοδουλεμένο κόμικ, με φυσικούς διαλόγους και αβίαστη ροή. Αν μπορώ να βρω κάποια αδυναμία, θα την εντόπιζα στην πολύ μεγάλη εμπλοκή τρίτων προσώπων, που αποδυναμώνουν κάποιες στιγμές τη βασική ιστορία. Από την άλλη, την εμπλουτίζουν ταυτόχρονα. Συνολικά, το Φεστιβάλ καταφέρνει να πετύχει το σκοπό του. Καταλήγει να είναι πολυεπίπεδο και βαθιά κινηματογραφικό, σε όλες τις πτυχές του. Πιστεύω ότι θα έχει απήχηση σε ευρύ κοινό Το Φεστιβάλ θα κυκλοφορήσει και στα Αγγλικά.
  11. «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα σε κόμικς Μέσα από ένα νέο γκράφικ νόβελ, ο Kanellos Cob «ζωντανεύει» αριστοτεχνικά το κλασικό διήγημα του Καρκαβίτσα Μάνος Νομικός Το κλασικό διήγημα «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα από το 1897 διασκευάστηκε σε γκράφικ νόβελ από τον Έλληνα σχεδιαστή κόμικς Kanellos Cob. Το γκράφικ νόβελ «Ερωτόκριτος» (εκδόσεις Polaris) ήρθε, σχεδόν, από το πουθενά το 2016 και ταρακούνησε την εκδοτική κίνηση στην Ελλάδα. Δεν μιλάμε μόνο για τις εκδόσεις κόμικς, αλλά τον εκδοτικό κόσμο γενικότερα, με περισσότερες από 10 χιλιάδες κόπιες σε πωλήσεις, νούμερα που δεν βλέπουν πολλά άλλα πολυδιαφημισμένα βιβλία λογοτεχνίας. Aν θέλουμε να δώσουμε μία σύντομη περιγραφή τι είναι ένα γκράφικ νόβελ, θα λέγαμε ότι είναι ένα πολυσέλιδο αφηγηματικό έργο σε μορφή κόμικς. Ο «Ερωτόκριτος» διασκευάστηκε σεναριακά από τον Δημοσθένη Παπαμάρκο («Γκιακ»), Γιάννη Ράγκο («Μυρίζει Αίμα», «BalkaNoir») και Γιώργο Γούση, με τον τελευταίο να αναλαμβάνει και την εξαιρετική εικονογράφηση του ποιητικού έργου του Βιτσέντζου Κορνάρου. Ερωτόκριτος © Εκδόσεις Polaris Κάτω από τη σειρά «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ» των εκδόσεων Polaris, το 2018 κυκλοφόρησε το εξίσου επιτυχημένο γκράφικ νόβελ «Στα Μυστικά του Βάλτου», διασκευή του κλασικού μυθιστορήματος της Πηνελόπης Δέλτα, με φόντο τον Μακεδονικό Αγώνα. Αυτή τη φορά το σενάριο-διασκευή κειμένου ανέλαβε ο Γιάννης Ράγκος και την εικονογράφηση ο Παναγιώτης Πανταζής. Κάνοντας μία πλήρη περιστροφή, φτάσαμε στα τέλη του 2019 και την κυκλοφορία του τρίτου γκράφικ νόβελ της σειράς, τον περίφημο «Ζητιάνο» του Ανδρέα Καρκαβίτσα. Ένα όχι τόσο εύκολο ανάγνωσμα, που προκύπτουν ερωτήματα στους σύγχρονους δημιουργούς γιατί διάλεξαν να το διασκευάσουν και τι ανακάλυψαν μέσα από το συγκεκριμένο κλασικό κείμενο της εγχώριας ρεαλιστικής λογοτεχνίας (ο «Ζητιάνος» πρωτοδημοσιεύτηκε το 1897). Στην εικονογράφηση βρίσκουμε τον έλληνα δημιουργό Kanellos Cob, που ζει και εργάζεται στη Λυών της Γαλλίας και έχει να μας επιδείξει ένα σημαντικό εύρος δουλειάς (κόμικς, εικονογραφήσεις για περιοδικά), τοιχογραφίες, εξώφυλλα δίσκων, ενώ ο – επίσης σχεδιαστής κόμικς – Γιώργος Γούσης συμβάλει με τη σειρά του σαν επιμελητής του βιβλίου και της σειράς. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Ποια είναι η ιστορία του «Ζητιάνου»; Μερικά χρόνια μετά την ενσωμάτωση της Θεσσαλίας στο ελληνικό κράτος, φτάνει στο χωριό Νυχτερέμι στις εκβολές του Πηνειού ο επαγγελματίας ζητιάνος Τζιριτόκωστας, ένας αδυσώπητος εκμεταλλευτής της ανθρώπινης αδυναμίας. Με αποκλειστικό σκοπό τον προσωπικό πλουτισμό, ο Τζιριτόκωστας θα χειραγωγήσει επιδέξια τους αμόρφωτους, δεισιδαίμονες και με πρωτόγονα ένστικτα κατοίκους του χωριού και σε λίγες μόνον ημέρες θα τους οδηγήσει στην καταστροφή και τον αφανισμό. Ο σχεδιαστής κόμικς Kanellos Cob και ο επιμελητής της σειράς Γιώργος Γούσης, μίλησαν στην ATHENS VOICE για τον «Ζητιάνο», τι συμβολίζει σήμερα και για την εκδοτική κίνηση και πραγματικότητα στην Ελλάδα. Αυτό είναι το τρίτο βιβλίο της σειράς «Η Νεοελληνική Λογοτεχνία σε Γκράφικ Νόβελ». Πώς γεννήθηκε η ιδέα για σειρά; Γιώργος Γούσης: Η ιδέα ξεκίνησε από τον εκδοτικό οίκο Polaris. Είχαν την ιδέα για ένα revival της λογικής των «κλασικών εικονογραφημένων», διασκευή σε κόμικς κλασικής λογοτεχνίας, με τη λογική ότι σήμερα υπάρχουν δημιουργοί που μπορούν να το μετατρέψουν σε ένα σύγχρονο κόμικ και όχι σαν τα «κλασικά εικονογραφημένα» που έμοιαζαν περισσότερο με φυλλάδια. Βιβλία χιλίων σελίδων μετατρέποντας σε 20 σελίδες κόμικς, στην ουσία είχες ένα ρεζουμέ της ιστορίας με εικονογράφηση. Έγινε η πρόταση σε εμένα και τον Γιάννη Ράγκο στην αρχή, μπήκε και ο Δημοσθένης Παπαμάρκου μέσα και η λογική ήταν ότι θα διαλέγαμε εμείς τον πρώτο τίτλο. Διαλέξαμε κάτι που μας άρεσε, θέλαμε πραγματικά να το διασκευάσουμε με γνώμονα ότι αξίζει να γίνει διασκευή, υπάρχει λόγος να γίνει κόμικ και αυτό θα έδινε ακόμα μια οπτική στο πρωτότυπο έργο μένοντας πάντα πιστοί στο αφηγηματικό όραμα του συγγραφέα. Γι’ αυτό και επιλέξαμε τον «Ερωτόκριτο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Περιμένατε την τόση θερμή ανταπόκριση από τους αναγνώστες; Γιώργος Γούσης: Η λογική έλεγε ότι αν κρατήσεις κάποια στάνταρ ποιότητας, θα υπάρχει ανταπόκριση και στο τρίτο βιβλίο. Αυτό που δεν περιμέναμε καθόλου ήταν η επιτυχία του πρώτου. Υπήρχε και ένα αδιόρατο άγχος ότι μπορεί να κριθούμε και αρνητικά, τι είναι αυτό που βγάλατε, γιατί ακουμπάτε αυτά τα κείμενα, γιατί κόμικς… Ξέραμε ότι αν πετύχαινε τότε θα πετύχαινε αρκετά γιατί υπήρχε ο τίτλος «Ερωτόκριτος». Αν δεν πετύχαινε όμως, θα πάτωνε ολοκληρωτικά και μαζί με αυτό και εμείς.» Πώς αποφασίσατε το έργο «Ο Ζητιάνος» του Ανδρέα Καρκαβίτσα να είναι το νέο σας, τρίτο κατά σειρά, γκάφικ νόβελ; Kanellos Cob: Ο εκδοτικός μου το πρότεινε. Έψαχναν έναν άνθρωπο εδώ και καιρό μάλιστα για το σχέδιο και κείμενο. Είχαμε κάνει μία συνεργασία με τον Γιώργο Γούση με το περιοδικό «Μπλε Κομήτης». Γιώργος Γούσης: Εγώ, σαν επιμελητής αυτής της σειράς, πάντα ψάχνω τους επόμενους τίτλους και μετά ψάχνουμε σε ποιον μπορούμε να το προτείνουμε, με κριτήριο να του ταιριάζει και να του αρέσει πάντα, όχι απλά να το σχεδιάσει και έτσι πήγαμε στον Κανέλλο. Η επιλογή του βιβλίου είναι πάντα στη λογική ότι είμαστε στα τρία πρώτα βιβλία, τα πρώτα χρόνια της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεν υπάρχουν δικαιώματα σε αυτούς τους τίτλους. Στα σύγχρονα πρέπει να πάρεις δικαιώματα που σημαίνει ότι αυξάνεται δραματικά το κόστος και η δυσκολία διασκευής τους. Ο κυριότερος, βέβαια, λόγος από όλους ήταν ότι το κείμενο του «Ζητιάνου» είναι τρομερά σύγχρονο. Το έργο «μιλάει» και «αντανακλά» στο σήμερα; Τι διακρίνατε στον «Ζητιάνο»; Kanellos Cob: Απίστευτους παραλληλισμούς με τη σημερινή πραγματικότητα. Και στο κοινωνικό κομμάτι, και στο ψυχογραφικό κομμάτι της κοινωνίας που παρουσιάζει, της κοινωνίας ενός χωριού. Δεν ξέρω αν έχεις δει την ταινία «Ο Βασιλιάς»; Στην αρχή μου έκανε κάτι τέτοιο. Έχουμε μία μικρή κοινωνία που άνετα θα μπορούσε να αντιπροσωπεύσει μία μεγαλύτερη κοινωνία, ίσως μία κοινωνία του σήμερα. Μέσα στο βιβλίο μιλάει για την πατριαρχεία, γυναίκες που υποφέρουν, ουσιαστικά δούλες της φτώχιας και των συζύγων τους, είναι παιδο-μηχανές, είναι εκεί για να γεννάνε παιδιά και το χειρότερο είναι πως δεν θέλουν να γεννάνε κορίτσια, θέλουν να γεννάνε αγόρια γιατί ξέρουν πως το αγόρι θα τις προσέξει, θα τις φροντίσει, ενώ στο κορίτσι πρέπει να βρουν κάποιον να την παντρέψουν και να έχουν και προίκα. Μετά από εκεί έχεις κρατικούς υπαλλήλους οι οποίοι χρηματίζονται και παίρνουνε μίζες, έχεις την εξουσία η οποία αυθαιρετεί πάνω στους ανθρώπους, ένας φαύλος κύκλος βασικά, θρησκοληψία και η θέση της θρησκείας, δεισιδαιμονία, προκατάληψη, είναι πράγματα που τα συναντάμε και στην σημερινή κοινωνία. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Τι τύπος ήταν ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος, ο Τζιριτόκωστας; Γιώργος Γούσης: Ο Τζιριτόκωστας ήταν ένας λαοπλάνος, πονηρός, ικανός πολύ, χρησιμοποιεί κάθε πιθανό εργαλείο που θα του δοθεί και το έχει καλλιεργήσει για να βγει αλώβητος και να κερδίσει ότι μπορεί. Βλέπεις όμως πως δεν φταίει μόνο αυτός, φταίνε και οι άλλοι. Δεν τίθεται θέμα σύγκρισης αλλά και στο σήμερα ας πούμε, ο λαοπλάνος τηλεβιβλιοπώλης Άδωνις Γεωργιάδης είδαμε που έφτασε στην ιεραρχία της εξουσίας και πως το σύστημα αγκαλιάζει τέτοιους ανθρώπους που μπορούν να χειριστούν το πόπολο. Kanellos Cob: Εκεί πέρα είναι που έρχονται κάποιοι συμβολισμοί, όταν το έγραφα και το σχεδίασα, έλεγα «τι είναι ο ζητιάνος;» και τι θέλει να πει ο Καρκαβίτσας με αυτόν τον χαρακτήρα. Πρώτη μου σκέψη ήταν το κεφάλαιο, όπως το κεφάλαιο θα πάρει οποιαδήποτε μορφή για να ικανοποιήσει την ανάγκη του για εξουσία και χρήμα, ο ζητιάνος κάνει ακριβώς το ίδιο. Παίρνει οποιαδήποτε μορφή για ακριβώς τους ίδιους λόγους. Μετά από εκεί, μπορείς να τον χαρακτηρίσεις σαν τον λούμπεν τύπου που δεν έχει κανέναν ηθικό φραγμό και στα πλαίσια της επιβίωσής του, δεν υπολογίζει τίποτα. Και κατέληξα μετά, κουβεντιάζοντας και με μία φίλη ψυχολόγο, για να το δούμε πιο ψυχογραφικά, ο ζητιάνος στην ουσία είναι ένας καθρέφτης, ένας φακός ο οποίος ρίχνει φως σε κάθε σκηνή στα πιο σκοτεινά σημεία του εαυτού μας. Αυτό βλέπεις να γίνεται με τους χαρακτήρες ουσιαστικά και γι’ αυτό κανέναν χαρακτήρα δεν τον χαρακτηρίζεις καλό ή κακό, είναι πραγματικοί άνθρωποι που θέλουν να επιβιώσουν Γιώργος Γούσης: Υπάρχει και το χωριό του ζητιάνου. Ο ζητιάνος έρχεται από τα Κράβαρα, το χωριό το οποίο «παράγει» ζητιάνους, μία βιομηχανία τέτοιων ανθρώπων, που μπορεί να είναι σήμερα τα media. Μπαίνεις σε ένα σύστημα και μετατρέπεσαι σε «ζητιάνο». Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Kanellos Cob: Έχει επίσης ενδιαφέρον η ανθρώπινη υπόσταση που του δίνει ο Καρκαβίτσας, διότι ο ζητιάνος στο πρώτου ταξίδι, τον εξαπατούν, γυρνάει πίσω το χωριό του ταπεινωμένος και τον διώχνει ο πατέρας του, «δεν σε θεωρώ πια γιο μου». Οπότε, βιωματικά και μόνο, βλέπεις πως αντιδρούν μπροστά του στην αποτυχία και πως γίνεται όλο και περισσότερο σκληρός για να τους αποδείξει ότι αξίζει. Οπότε, έχεις μία «κοινωνική πίεση» για να κερδίσεις, δημιουργήθηκε έτσι ένας άνθρωπος που τον νοιάζει να επιβιώσει, έτσι έμαθε. Γιώργος Γούσης: Το πιο σπουδαίο από όλα αυτά, όπως τα παρουσιάζει ο Καρκαβίτσας, είναι ότι στο τέλος σου λέει πως όλα αυτά είναι παθογένειες της ανθρώπινης κοινωνίας. Ενώ αν το δεις με το πρίσμα της φύσης όλα αυτά είναι φυσιολογικά. Η φύση δεν κρίνει τους ανθρώπους σε καλούς και κακούς. Η φύση δέχεται μέσα της και τα ζιζάνια και τα ζώα. Όλα αυτά είναι πολύ ανθρώπινες καταστάσεις. Σε ένα άλλο επίπεδο, δεν ενδιαφέρουν και κανέναν άλλον πέρα από τους ανθρώπους και τις κοινωνίες τους. Kanellos Cob: Το ενδιαφέρον είναι αυτό, τα τελευταία λόγια του Καρκαβίτσα στο βιβλίο λένε «και η φύση δέχτηκε τον ζητιάνο, όπως δέχεται μέσα της τα παράσιτα και ερπετά». Είναι η πεποίθηση του συγγραφέα, την οποία ενστερνίζομαι, πως δεν υπάρχει θεία δίκη, δεν θα έρθει ένα χέρι για να βαρέσει τον κακό. Υπάρχουν άνθρωποι που εκμεταλλεύονται άλλους ανθρώπους ουσιαστικά και το ερώτημα είναι πώς να πάψει αυτό το πράγμα. Κόβοντας τις προκαταλήψεις σου, κόβοντας τις δεισιδαιμονίες σου, κόβοντας την πονηριά. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Δύσκολη η μεταφορά από τις λέξεις-κείμενο του Καρκαβίτσα στην εικονογράφηση; Kanellos Cob: Με δυσκόλεψε η γλώσσα στην αρχή. Μου πήρε χρόνο γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, μου πήρε χρόνο να συνηθίσω τη γραφή του. Θέλαμε να μείνουμε πιστοί στο κείμενο, θέλαμε να μην το αλλάξουμε που είναι αυτή η δημοτική «αργκό» της υπαίθρου. Μετά συνειδητοποίησα ότι το μεγαλύτερο περιγραφικό κομμάτι ήταν και αυτό που θα γινόταν και το εικονογραφικό κομμάτι. Αυτό βοήθησε πάρα πολύ γιατί ο Καρκαβίτσας είναι πάρα πολύ περιγραφικός, το είχες όλο μπροστά σου και στο «εξηγούσε». Και μετά από εκεί, το μεγαλύτερο μέρος στο 90% είναι αυτούσιοι οι διάλογοι, αυτούσια η διήγηση, δεν ήθελα να αλλάξω τίποτα και ως σεβασμός στο κείμενο του συγγραφέα. Γιατί τελικά αποφασίσατε να κυκλοφορήσουν αυτά τα έργα της νεοελληνικής λογοτεχνίας σε κόμικς; Σε ποιους απευθύνονται; Γιώργος Γούσης: Το πρώτο επιχείρημα που πρέπει να έχεις για αυτό είναι ότι υπάρχει λόγος να μεταφερθεί σε ένα άλλο μέσο. Με την εικονογράφηση μπορείς να αναδείξεις πολλές περισσότερες πτυχές του κειμένου. Στο κείμενο του Καρκαβίτσα, αυτή η αφήγηση μιας άλλης εποχής που περιγράφει τα πάντα εξονυχιστικά και είναι το πιο δύσκολο κομμάτι, περνάει στην εικόνα. Μπαίνεις με την εικονογράφηση κατευθείαν στην ουσία της ιστορίας. Και έχει επίσης πολύ δράση, μια άλλη κατάσταση. Στον «Ερωτόκριτο» από την άλλη, ο κόσμος που περιγράφει ο Κορνάρος είναι τελείως φανταστικός, δεν υπήρξε ποτέ και δεν τον περιγράφει κιόλας. Πχ, λέει για το παλάτι και δεν το περιγράφει καθόλου. Οπότε η εικόνα έρχεται να «αφηγηθεί» την ιστορία από την αρχή. Το δεύτερο είναι ότι μέσα από όλη αυτή τη διαδικασία θα το μάθουν και άλλοι, κείμενα που νομίζουμε ότι τα έχουν διαβάσει όλοι και ουσιαστικά δεν τα έχει διαβάσει κανείς, ίσως κάποιο απόσπασμα στο σχολείο. Μέσα από τη γοητεία που σου προκαλεί η εικόνα θα το διαβάσεις πιο γρήγορα και εύκολα, θα «μπεις» μέσα σε αυτό εύκολα, κάνει πολλούς ανθρώπους να το διαβάσουν και να μάθουν τι είναι. Από εκεί και πέρα, αν είσαι και μερακλής, μπορείς να γυρίσεις και στο βιβλίο. Kanellos Cob: Ανοίγεις και ένα παράθυρο για ένα πιο νέο κοινό. Αυτή η τριλογία μάλιστα απευθύνεται σε όλους. Από ένας ηλικιωμένος μέχρι ένα παιδί μπορούν να τα διαβάσουν. Είναι πολύ σημαντικό να δείξεις πως το κόμικ είναι ένα μέσο το οποίο είναι ανοιχτό σε όλους και να ξεφύγεις λίγο και από αυτή την ιδέα του «Μίκυ Μάους», γιατί διαβάζεις ακόμα κόμικς; Γιώργος Γούσης: Κάνεις και το ανάποδο. Ανοίγεις και την τέχνη των κόμικς σε ένα κοινό που δεν είναι κοντά τους και αρχίζει να «τρίβεται» με αυτά και επίσης γνωρίζεις στο κοινό και τους δημιουργούς που θα τους μάθεις μέσα από ένα brand name που είναι αναγνωρίσιμο, θα διαβάσεις τον «Ζητιάνο» του Κανέλλου και ίσως αργότερα διαβάσεις και ένα άλλο βιβλίο του Κανέλλου που δεν θα είναι ο «Ζητιάνος» αλλά κάτι καθαρά δικό του. Ο Ζητιάνος © Εκδόσεις Polaris Πόσο καιρό σας πήρε για να ολοκληρωθεί το γκράφικ νόβελ; Kanellos Cob: Περίπου 1.5 χρόνο, να το κουβεντιάσουμε, να δούμε τη μορφή του. Να προτείνω πράγματα, να μου αντιπροτείνουν πράγματα. Τότε έμενα και στον Καναδά μάλιστα, 7 ώρες διαφορά, μέσω Skype δουλέψαμε μεγάλο μέρος του. Το πιο ενδιαφέρον ήταν πως δουλέψαμε πάρα πολύ σαν ομάδα. Εγώ έφτιαχνα το πακέτο και οι άλλοι ήταν στην επιμέλεια. Ενδιαφέρον και το συνεργατικό κομμάτι, γνωρίζεις καλύτερα τον άλλον σε ανθρώπινο επίπεδο. Γιώργος Γούσης: Και στα πρώτα βιβλία που ήταν συνεργατικά και κάτω από την ίδια δημιουργική διαδικασία, μιας και στον «Ζητιάνο» ήμασταν πιο πολύ επιμελητές, γενικά είδαμε πως οι ομάδες λειτουργούν και πάντα αυτοί που εμπλέκονται σε αυτά, αν και είναι και οι ίδιοι δημιουργοί με δικό τους όραμα και προσωπικά, είναι ταυτόχρονα και οι λιγότερο εγωιστές. Πώς βλέπετε γενικότερα τη σκηνή των κόμικς στην Ελλάδα; Και ομολογουμένως με όλα αυτά τα νέα φεστιβάλ, εκδόσεις και νέους δημιουργούς; Γιώργος Γούσης: Αν πάρουμε και το μετρήσουμε, έστω «μπακαλίστικα», βλέπουμε πως υπάρχει μία άνοδος σε όλα τα επίπεδα, από τους αναγνώστες, τους δημιουργούς, στις εκδόσεις και στην ποιότητα και τα φεστιβάλ. Από την άλλη, για να το ονομάσεις όλο αυτό σκηνή είναι δύσκολο γιατί δεν υπάρχει βιομηχανία κόμικς όπως σε άλλες χώρες, όπως η Γαλλία. Εδώ υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι, δημιουργοί, που έχουν τη δική τους πορεία ο κάθε ένας και τα καταφέρνουν, πχ. η αμερικάνικη και η γαλλική αγορά στελεχώνονται πια από ανθρώπους από όλο τον κόσμο, που δεν χρειάζεται να βρίσκονται καν σε εκείνες τις χώρες. Αν θέλεις να τα καταφέρεις σαν Έλληνας να φτάσεις σε ένα επίπεδο και να δουλέψεις σε μία αμερικάνικη εταιρία, θα δουλέψεις. Αλλά αυτό σημαίνει ότι θα δουλέψεις για αμερικάνικα πράγματα, με το δικό τους τρόπο. Αν θες να κάνεις τα δικά σου πράγματα, είναι μια άλλη ιστορία. Δηλαδή εδώ λειτουργούμε όπως λειτουργεί η λογοτεχνία στην Ελλάδα, να γράψεις ένα καλό κείμενο, να σε μάθει ο κόσμος, να αποκτήσεις ένα κοινό, να σε ακολουθεί, να ξέρεις να πουλάς το προϊόν σου, είσαι «μοναδική εταιρία», ο ίδιος διαχειρίζεσαι τον εαυτό σου. Kanellos Cob: Έχει ενδιαφέρον αυτό. Μαθαίνεις καλύτερα την αγορά, σου δίνει μία εμπειρία τι θα φτιάξεις και πώς θα το φτιάξεις, τι κώδικες θα χρησιμοποιήσεις για να μάθεις πως αντιδρά το ελληνικό κοινό. Αυτός ο λόγος που ήθελα να κάνω κάτι με Ελλάδα. Σαφώς ωραίο κείμενο, σαφώς να δούμε πώς θα δείξουν ενδιαφέρον, αυτό το πράγμα ανεβάζει την εικόνα των κόμικς στην Ελλάδα βασικά. Το βρίσκω πολύ σημαντικό γιατί είναι μία τέχνη η οποία είναι εξίσου σημαντική με τον κινηματογράφο. Είναι ξεκάθαρα η λογική «δείχνουμε μία ιστορία με ένα μέσο» το οποίο δεν χαίρει τόσο σεβασμού όσο πχ, στη Γαλλία. Στη Γαλλία αγοράζουν κόμικς, όπως αγοράζουν λογοτεχνία. Γιώργος Γούσης: Ένα σημαντικό σημείο που δεν ξέρω αν παίξει ρόλο στο μέλλον, είναι αυτό που έκανα το καλοκαίρι, ένα κόμικ παραγγελία από το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Το φεστιβάλ έκλεινε τα 60 χρόνια και μας παραγγείλανε να φτιάξουμε, εγώ και μία ομάδα, ένα κόμικ, μία ιστορία, σαν επετειακή έκδοση για το φεστιβάλ. Πριν λίγα χρόνια ίσως να μην πέρναγε αυτό σαν πρόταση στη διοίκηση. Δηλαδή ξόδεψαν δημόσιο χρήμα για τη δημιουργία του κόμικ. Kanellos Cob: Βασικά είναι πολύ σημαντικό που σκεφτήκανε αυτό το μέσο για την προβολή ενός τέτοιου γεγονότος. Δείχνει τελικά ότι έχει αρχίσει να έχει σεβασμό αυτό το μέσο για να βγάλουν ένα κόμικ για το φεστιβάλ. Το γκράφικ νόβελ «Ο Ζητιάνος» κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Polaris Πηγή
  12. Κόμικς ερωτικό και ανίερο Ορέστης Ανδρεαδάκης, Πόλυ Λυκούργου, Γιώργος Γούσης, Γεωργία Ζάχαρη και Παναγιώτης Πανταζής Το λένε «Φεστιβάλ», το υπογράφουν οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη. Κλείνει στις σελίδες του όλη την αίσθηση, την εμπειρία της διοργάνωσης. Σε ρόλους guest από τη Μελίνα και τη Βουγιουκλάκη μέχρι τον Τεό και τον Μπέλα Ταρ. Είναι οι μέρες των δώρων και των tips. «Πάρτε εκείνο, πάρτε το άλλο και, προσοχή, μην ξεχάσετε τα βιβλία, είναι το καλύτερο δώρο». Ναι σε όλα. Με μια επισήμανση. Ανοίξτε τις επιλογές σας, ξεφύγετε (λιγουλάκι) από τη λογοτεχνία και σκεφτείτε και τους σινεφίλ φίλους σας. Ειδικά εκείνους που όσων χρόνων και να ’ναι, από 20 μέχρι 80, κουβαλάνε μέσα τους ένα κομμάτι της μυθολογίας του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης. Εχουν ή δεν έχουν πάει. Το ξέρουν σαν τη χούφτα τους ή πήραν απλώς κάποτε μια ευχάριστη, αξέχαστη τζούρα. Το φεστιβάλ, που γιόρτασε φέτος τα 60ά του γενέθλια, έχει έτοιμο στα βιβλιοπωλεία το απόλυτο δώρο-έκπληξη: το κόμικς «Φεστιβάλ», που κυκλοφόρησε αρχές Νοεμβρίου και μπορούσες να το βρεις μόνο όσο διαρκούσε η διοργάνωση στους ποικίλους χώρους της, τώρα πια διατίθεται και σε βιβλιοπωλεία Αθήνας και Θεσσαλονίκης (Πολιτεία, Πρωτοπορία και Ιανός). Ενα ευχάριστο, ευφυές και συγκινητικό ανάγνωσμα ακόμα και για μάτια μη εξοικειωμένα με τη γλώσσα των κόμικς. Και το πιο περίεργο και ενδιαφέρον είναι ότι αυτό το ελκυστικό γκράφικ νόβελ, που συνυπογράφουν τρεις νέοι κομίστες, ο μεγαλύτερος γεννημένος το 1982, η μικρότερη το 1994, είναι η επίσημη, «ιστορική», επετειακή έκδοση του φεστιβάλ για τα εξήντα χρόνια του. Το ερωτευμένο ζευγάρι του σκηνοθέτη και της κριτικού Το εξήγησε καλά και ευθαρσώς ένα βράδυ στο six d.o.g.s, σε ένα προχριστουγεννιάτικο πάρτι παρουσίασης του κόμικς, ο διευθυντής του Φεστιβάλ Ορέστης Ανδρεαδάκης. Σαν να απαντούσε με την ευκαιρία σε όσους δυσαρεστήθηκαν με αυτή την επιλογή και περίμεναν κάποια πιο «σοβαρή» έκδοση. «Μας απασχόλησε πολύ το ερώτημα τι θα μπορούσε να είναι ένα επετειακό έντυπο», είπε. «Θα ήταν ένα φωτογραφικό λεύκωμα, που όλοι βλέπουμε τους εαυτούς μας 30 χρόνια πριν; Αλλος ένας κατάλογος με τις “σημαντικές” ταινίες, τους “διάσημους” που πέρασαν από το φεστιβάλ; Μια συλλογή από κείμενα; Που θα λέγαν τι; Τα είχαμε κάνει όλα αυτά, θέλαμε κάτι πρωτότυπο και διαφορετικό. Θεωρήσαμε ότι σε έναν θεσμό που γιορτάζει τις εικόνες, θα ταίριαζε καλύτερα κάτι πιο μυθοπλαστικό. Κάτι που να μην καταγράφει απλά γεγονότα και στιγμές, αλλά να συλλαμβάνει την αίσθηση, την εμπειρία τού τι είναι φεστιβάλ». Να και μια αίθουσα άδεια! Κι αυτό ακριβώς κατάφεραν οι Γιώργος Γούσης, Παναγιώτης Πανταζής και Γεωργία Ζάχαρη, που συνυπογράφουν σενάριο και σχέδιο του κόμικς. Κι ας μην ήταν παλιές καραβάνες στο φεστιβάλ - το αντίθετο, μάλιστα. Με έρευνα, κουβέντες, σκληρή δουλειά και άψογη συνεργασία (μεταξύ τους και με τους ανθρώπους του φεστιβάλ) κατάφεραν να φανταστούν μια ερωτική, δύσκολη αλλά ωραία ιστορία μεταξύ του σκηνοθέτη Σωτήρη και της κριτικού σινεμά Ντάρια και μέσω αυτής να αιχμαλωτίσουν όλη τη φεστιβαλική «εμπειρία» γύρω της, στο διάβα του χρόνου, παρελθόν, παρόν και μέλλον. Το είπε με πολύ προσωπικό τρόπο και η κριτικός σινεμά Πόλυ Λυκούργου από το Flix.gr, είκοσι χρόνια παθιασμένη φεστιβαλίστρια: «Αναγνώρισα στο κόμικς τη δική μου εμπειρία, από τα πρώτα χρόνια στους καναπέδες των φίλων και τα ξενύχτια που με έβρισκαν στα πατσατζίδικα. Τα πάνω-κάτω στην παραλία και από αίθουσα σε αίθουσα. Τα qna, που θέλουν οι περισσότεροι να ακούσουν τη φωνή τους, παρά να ρωτήσουν κάτι ουσιαστικό. Τα πάρτι στις αποθήκες με τις ατέρμονες συζητήσεις για σινεμά ή για γκόμενους». Και είχε πολύ δίκιο όταν ομολόγησε με θάρρος ότι αυτή ειδικά την έκδοση του φεστιβάλ, σε αντίθεση με πολλές άλλες που δεν χωράνε στις βαλίτσες των δημοσιογράφων και ξεμένουν σε κομοδίνα ξενοδοχείων, «δεν υπήρχε περίπτωση να την αφήσει πίσω», αντιθέτως την πήρε και για τους φίλους της. Η Πόλυ Λυκούργου έκανε ακόμα δύο ενδιαφέρουσες επισημάνσεις. «Πόσο κινηματογραφικό είναι το αποτέλεσμα, που ξεκινά ως βρόμικο αμερικανικό indie και καταλήγει σε sci-fi αλληγορία». Και πόσο απολαυστική είναι αυτή η «ανίερη αντιμετώπιση» των κινηματογραφικών μύθων, που περνάνε στις 180 σελίδες του κόμικς, σε άσχετες στιγμές και άσχετους ρόλους. Ο Τεό να επεμβαίνει στη ρομαντική βόλτα του ζεύγους στην παραλία, μέσα από μια βάρκα. Ο Γιάννης Οικονομίδης «σκούζοντας σαν αγροίκος» να προειδοποιεί τον Σωτήρη ότι η Ντάρια θα τον πληγώσει. Η Αλίκη Βουγιουκλάκη να παρηγορεί την Ντάρια και ο Τσιώλης να της πουλάει τσιγάρα. Η Βαρντά να ψήνει καφέ και κουλουράκια στον Σωτήρη και η Μελίνα Μερκούρη με τσιγάρο στο χέρι να του θέτει καίρια ερώτηση σε qna. Να ένα παιχνίδι που μπορείτε να παίξετε αφού πρώτα απολαύσετε το κόμικς. Πόσες από τις 70 τόσες διασημότητες, που κλείνει στα καρεδάκια του, μπορείτε να ανακαλύψετε και να αναγνωρίσετε; Μη νομίζετε ότι είναι πάντα εύκολο. Και μετά, επιβεβαιώστε ή διαψεύστε αυτόν τον κακό τύπο, που στο τέλος του βιβλίου, μόνος του, το διαβάζει και μονολογεί: «Χα χα, δεν μπορώ να σας εξηγώ πόσα λάθη έχει». By the way, είναι ο Αχιλλέας Κυριακίδης, αντιπρόεδρος του Δ.Σ. του φεστιβάλ. «Ανίερο» δεν είπαμε ότι είναι αυτό το κόμικς γενεθλίων; Ιnfo: Τιμή 10,80 ευρώ. Κυκλοφορεί στα ελληνικά και στα αγγλικά. Πηγή
×
×
  • Create New...