Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Αργεντινή'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 8 results

  1. Εδώ έχουμε το reboot του θρυλικού κόμικ, το οποίο επιχείρησε να κάνει ο Έστερχελντ το 1969, αυτή τη φορά σε σχέδια του Alberto Breccia, με τον οποίον είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν (όπως στο "Mort Cinder", αλλά όχι μόνο σε αυτό). Η ιστορία δημοσιευόταν κάθε εβδομάδα στο πολιτιστικό και πολιτικό περιοδικό ευρείας κυκλοφορίας "Gente". Μην τρομάζετε, δεν πρόκειται να επαναληφθεί το σεντόνι, που έγραψα για την πρώτη, την ορθόδοξη εκδοχή του "Ετερνάουτα" με εισαγωγές, κοινωνικοπολιτικά πλαίσια κτλ. Εξάλλου, όσα έγραψα σε εκείνη την παρουσίαση, ισχύουν και εδώ. Συγκρατείστε μόνο το εξής: το 1957, όταν ο Έστερχελντ ξεκίνησε να γράφει τον πρώτο "Ετερνάουτα", η Αργεντινή ήταν υπό στρατιωτική δικτατορία, κάτι που επίσης συνέβαινε το 1969. Όσο αφορά στην ιστορία, ο Έστερχελντ ήθελε να την αφηγηθεί ξανά από την αρχή, κάνοντας κάποιες αλλαγές. Οι δύο πιο σημαντικές σε αυτήν την εκδοχή είναι ότι απουσιάζει ο μικρός Πάμπλο και έχει αντικατασταθεί από μια νεαρή κοπέλα, τη Σουσάνα, πιθανόν σε μια προσπάθεια του συγγραφέα να προσθέσει έναν ακόμη γυναικείο χαρακτήρα, για να κάνει πιο ενδιαφέρουσα την πλοκή ή για να προσθέσει μια ερωτική ιστορία. Η δεύτερη διαφορά είναι θεμελιώδης, όχι τόσο για την πλοκή, όσο για τον ιδεολογικό προσανατολισμό του νέου κόμικ: σε κάποιο σημείο, σχετικά νωρίς στην πλοκή, αναφέρεται ξεκάθαρα, ότι η εξωγήινη εισβολή πλήττει μόνο τη Νότια Αμερική, επειδή οι μεγάλες δυνάμεις, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ και ΕΣΣΔ, αποφάσισαν να τους προσφέρουν εν είδει θυσίας αυτό το μέρος του κόσμου, προκειμένου να σωθούν οι ίδιες. Η πίκρα και η απογοήτευση του Έστερχελντ από την πολιτική κατάσταση στη χώρα του και στον κόσμο είναι σαφείς. Σε κάθε περίπτωση, το νέο κόμικ δεν πήγε καλά. Ξεκίνησε να δημοσιεύεται στις 29/5 και ολοκληρώθηκε στις 18/9 κακήν κακώς, επειδή ζητήθηκε από τον Μπρέσια να κάνει το σχέδιό του πιο εμπορικό, κάτι το οποίο τόσο ό ίδιος, όσο και ο σεναριογράφος αρνήθηκαν να κάνουν, αλλά και επειδή ο Έστερχελντ αντιλήφθηκε, ότι κάποια κομμάτια των κειμένων του είχαν αφαιρεθεί. Σύμφωνα με τον Rodrigo Baeza, που υπογράφει το βασικό κείμενο για το κόμικ στην έκδοση της Fantagraphics, οι πολιτικές πεποιθήσεις του Έστερχελντ έπαιξαν σίγουρα ένα ρόλο στην ακύρωση του κόμικ. Εξάλλου, το πολιτικά άκρως φορτισμένο κόμικ τους για τον Τσε Γκεβάρα είχε κυκλοφορήσει - και κυνηγηθεί από το καθεστώς - μόλις λίγους μήνες νωρίτερα. Το αποτέλεσμα όλων αυτών, συνεπώς, είναι ότι, ενώ η ιστορία ξεκινά αργά, από ένα σημείο και μετά τα γεγονότα τρέχουν, η δράση συμπιέζεται, καθώς ο σεναριογράφος ασθμαίνει, για να ολοκληρώσει την ιστορία, η οποία τελειώνει με τον ίδιο τρόπο με εκείνο της πρώτης εκδοχής και τελικά το κόμικ μοιάζει ανολοκλήρωτο και εκτός αφηγηματιικής ισορροπίας. Υπάρχει, φυσικά, το ανυπέρβλητο σχέδιο του Μπρέσια, ο οποίος, για μια ακόμη φορά, μεγαλουργεί, δημιουργώντας εικόνες, που εμπνέονται τόσο από τον εξπρεσιονισμό, όσο και από τη σύγχρονη (το 1969) ΕΦ και πιθανόν και την ψυχεδέλεια, αλλά ταυτόχρονα είναι και αφαιρετικές, αξιοποιώντας ακόμη και το άσπρο χρώμα της σελίδας ως εκφραστικό μέσο. Αδιαφορεί για το ρεαλισμό, αποδίδει τους εισβολείς με αδρές γραμμές, αλλά και τους ανθρώπους μόνο με τα βασικά χαρακτηριστικά τους, επειδή τον ενδιαφέρει πρωτίστως η ψυχολογική κατάσταση, η οποία δημιουργείται από τα δρώμενα. Ακόμη και οι νιφάδες του χιονιού είναι σχεδόν εξωπραγματικές και για αυτό το λόγο εντελώς απειλητικές. Και βεβαίως, σε διάφορα καρέ έχουμε τα αγαπημένα του κολάζ και σε ακόμη περισσότερα τη χρήση γραμμών, για να σχεδιαστεί ένα τμήμα του περιβάλλοντα χώρου. Τελικά, το σχέδιο του Μπρέσια είναι και ο κύριος λόγος, για να διαβάσει κανείς το συγκεκριμένο κόμικ, εκτός βέβαια αν ενδιαφέρεται να κάνει μια αντιπαραβολή μεταξύ των δύο εκδοχών. Δυστυχώς, το άδοξο τέλος του κόμικ επηρέασε αρκετά το τελικό αποτέλεσμα. Το κόμικ εκδόθηκε στα αγγλικά το 2020 από τη Fantagraphics ως ο τρίτος τόμος της σειράς "Alberto Breccia Library" (ο πρώτος ήταν το"Mort Cinder, ο δεύτερος το "Perramus", ενώ ακολούθησε και ένας τέταρτος). Είναι μάλλον περιττό να προσθέσω κάτι για την πολύ υψηλή ποιότητα έκδοσης, η οποία συνοδεύτηκε και από κείμενα για το κόμικ και τους δημιουργούς. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ.
  2. Βρισκόμαστε στον Δεκέμβριο του 2006, όταν η εκδοτική Μέδουσα, κυκλοφορεί έναν συγκεντρωτικό τόμο, των 12 άλμπουμ που εξέδωσε το 1991 αυτή σε συνεργασία με το Παρά Πέντε. Ενώ τα αλμπουμάκια, ήταν σε μορφή στριπ, ο τόμος έχει διαστάσεις κόμικ(26x20), χωρίς όμως να επηρεάζεται η δομή των στριπ. Ο τόμος είναι σκληρόδετος, με καλής ποιότητας χαρτί στο εσωτερικό( καθόλου γυαλιστερό βέβαια), αλλά δυστυχώς με αρκετά αδύναμο δέσιμο. Προφανώς δεν θα σάς μείνουν οι σελίδες στο χέρι, όμως- ειδικά κάπου στη μέση του τόμου- φοβάσαι να τό ανοίξεις πολύ. Εννοείται πως και οι 486 σελίδες είναι ασπρόμαυρες, όπως άλλωστε και τα 12 άλμπουμ στα οποία βασίστηκε. Δεν μέ χαλάει, καθώς πιστεύω ότι το χρώμα θα χαλούσε την αίσθηση του στριπ της δεκαετίας του '60. Αυτό που με ενοχλεί, είναι ότι σε ορισμένα καρέ, διάσπαρτα παντού μέσα στον τόμο, οι γραμμές του σχεδίου έχουν τυπωθεί τόσο αχνά, που χάνονται. Επίσης, να ξεκαθαρίσω ότι δεν πρόκειται για τα άπαντα της Μαφάλντα. Εάν θέλετε να αποκτήσετε τα άπαντα, θα πρέπει να αποκτήσετε και το άλμπουμ της Βαβέλ Mafalda 25, μια επετειακή έκδοση που είχε κυκλοφορήσει για τα 25 χρόνια της Μαφάλντα. Σε αυτόν, περιλαμβάνονται όλα στριπ της ηρωίδας, στα οποία θίγονται πολιτικά ζητήματα της Αργεντινής της δεκαετίας του '60. Αυτά δεν είχαν συμπεριληφθεί στα αλμπουμάκια και συνεπώς ούτε σε αυτή την έκδοση. Αυτό συνέβη, επειδή ο μέσος Έλληνας, δεν είναι εξοικειωμένος με αυτές τις καταστάσεις οπότε μεγάλο μέρος του χιούμορ θα χανόταν. Τέλος, η έκδοση δεν περιλαμβάνει κάποιο συνοδευτικό άρθρο( κάτι που θα έπρεπε, κατά την γνώμη μου, αφού πρόκειται για συγκεντρωτική έκδοση).Όσον αφορά τα στριπ, είναι απλά η Μαφάλντα. Το σκίτσο αν και λιτό, πολύ καλοσχεδιασμένο,(κάτι που μού έχει λείψει,να βλέπω δηλαδή κάτι καλοσχεδιασμένο με ελάχιστες γραμμές όμως) . Η Μαφάλντα σαν χαρακτήρας, είναι καυστική, οξυδερκής, γεμάτη αμφισβήτηση και συνάμα χιούμορ. Μακράν από τα πιο φιλοσοφημένα κόμικς κατ' εμέ. Κατά 99,9% θα σάς αρέσει. Εδώ είναι και το πινακάκι που υπάρχει στην Πρωτοπορία. Λεπτομέρειες Ξενόγλωσσος τίτλος MAFALDA ISBN13 9789608338388 Εκδότης ΜΕΔΟΥΣΑ Σειρά Χρονολογία Έκδοσης Δεκέμβριος 1991 Αριθμός σελίδων 486 Διαστάσεις 26x20 Μετάφραση ΤΖΟΥΔΑ ΝΙΚΗ, ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ ΚΑΤΕΡΙΝΑ Συγγραφέας/Δημιουργός (Ελληνικά) ΚΟΥΙΝΟ
  3. Ο άνθρωπος που γέννησε τη Μαφάλντα Γιάννης Κουκουλάς Στις ιστορίες της μικρής Μαφάλντα, στις γελοιογραφίες του και στα μονοσέλιδα, συνήθως χωρίς λόγια, κόμικς του ο Κίνο σατίρισε κάθε εξουσιαστική δομή, κάθε υποκριτικό καθωσπρεπισμό, κάθε αστική σύμβαση. Και κάθε σούπα. Η μικρή Σουζανίτα διαβάζει την εφημερίδα των γονιών της. Πόλεμοι, βόμβες, διαδηλώσεις, σεισμοί, λιμοί και καταποντισμοί περνούν από μπροστά της. Δείχνει θλιμμένη. Πετάει κάτω την εφημερίδα. Και ανακουφισμένη αναφωνεί: «Ααααχ! Ευτυχώς ο κόσμος βρίσκεται πολύ πολύ μακριά!». Αυτή είναι η μία στάση που μπορεί να κρατήσει κάποιος. Η στάση του εφησυχασμού και του ωχαδερφισμού. Της πλαστής ασφάλειας που παρέχει η απόσταση από τα γεγονότα. Η στάση που σάρκαζε ο Κίνο στο σύνολο της καριέρας του. Κι υπάρχει και η άλλη στάση. Η στάση της Μαφάλντα, που κάθεται δίπλα στη Σουζανίτα προβληματισμένη και ανήσυχη γιατί ζει στον ίδιο κόσμο με τη Σουζανίτα. Η στάση του Κίνο που με τα έργα του ήθελε να αλλάξει αυτόν τον κόσμο. Κι αν δεν τα κατάφερνε, τουλάχιστον να μας κάνει να τον δούμε με τα μάτια ενός παιδιού. Και να μην επαναπαυτούμε. Ο Joaquin Salvador Lavado που μεγαλούργησε ως Κίνο γεννήθηκε το 1932 στη Μεντόζα της Αργεντινής, γιος Ανδαλουσιανών μεταναστών με δημοκρατικές αρχές. Eχασε και τους δυο γονείς του πριν προλάβει να ενηλικιωθεί και σπούδασε καλές τέχνες χωρίς να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Από μικρή ηλικία εργάστηκε ως γελοιογράφος σε περιοδικά και εφημερίδες ενώ ανέλαβε το σχεδιαστικό και εικονογραφικό μέρος σε πολλές διαφημιστικές καμπάνιες. Όταν το 1963 αποδέχτηκε την πρόταση μιας εταιρείας ηλεκτρικών συσκευών να επινοήσει έναν χαρακτήρα που θα γινόταν το σήμα κατατεθέν της, γεννήθηκε η Μαφάλντα. Οι πρώτες της ιστορίες δημοσιεύτηκαν στις 29 Σεπτεμβρίου του 1964 στο περιοδικό «Primera Plana» ενώ λίγους μήνες αργότερα μετακόμισαν στην εφημερίδα «El Mundo», σε εθνικό επίπεδο πια. Η συνταγή ήταν πολύ απλή: μια μεσοαστική οικογένεια της Αργεντινής, ένα κοριτσάκι, ένας μπαμπάς, μια μαμά, πολλοί συμμαθητές. Και τριγύρω ένας κόσμος που βράζει. Σ’ αυτόν τον κόσμο, η Μαφάλντα με την αφοπλιστική της ειλικρίνεια και τις ενοχλητικές ερωτήσεις της προς τους μεγάλους, γίνεται ο πιο αυστηρός κριτής. Συνήθως απογοητευμένη, συχνά οργισμένη, απελπισμένη όταν το μεσημεριανό γεύμα περιλαμβάνει σούπα, θυμωμένη όταν βλέπει τις χούντες στη Λατινική Αμερική να ανεβοκατεβαίνουν η μια μετά την άλλη. Ονειροπόλα όταν σκέφτεται πώς θα μπορούσαν να είναι τα πράγματα, απαισιόδοξη όταν βλέπει πώς είναι τα πράγματα. Επηρεασμένος από τα «Peanuts» του Charles Schulz, στα οποία όμως δεν συμμετείχαν ποτέ ενήλικοι καθώς όλες τις νευρώσεις τους και τον διαταραγμένο ψυχισμό τους είχαν αναλάβει τα παιδιά, τη λιτότητα των σχεδίων του Saul Steinberg, το πικρό πολιτικό χιούμορ του Chaval, την καθαρή ασπρόμαυρη γραμμή του Sempe και με μια πλούσια εικαστική παιδεία, ο Κίνο υιοθέτησε ένα δοκιμασμένο και επιτυχημένο στιλ για τις ιστορίες του: ασπρόμαυρα στριπ των τριών ή τεσσάρων καρέ, ένα σταθερό καστ χαρακτήρων, λίγα λόγια, πλούσιες εκφράσεις. Και ένα περιεχόμενο που με πρωταγωνίστρια μια εξάχρονη μικρούλα σχολίαζε όλη την πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα των δεκαετιών του 1960 και του 1970. Η Μαφάλντα που απορεί και μελαγχολεί, ο πεσιμιστής Φελίπε (με πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία του Κίνο όπως είχε δηλώσει) που βρίσκεται πάντα σε αδιέξοδο, ο φιλοχρήματος Μανολίτο που ανυπομονεί να αναλάβει το μπακάλικο του μετανάστη πατέρα του, η συντηρητική μικροαστή Σουζανίτα που ονειρεύεται να παντρευτεί και να γίνει μητέρα, ο παράξενος Μιγκελίτο που νιώθει πως δεν τον καταλαβαίνουν, η μικροσκοπική Λιμπερτάδ με την αριστερή ιδεολογία να αποτυπώνεται σε κάθε φράση της, ο αδερφούλης Γκιγέρμε που βαδίζει στα χνάρια της Μαφάλντα συνθέτουν έναν συνοικιακό μικρόκοσμο από λιλιπούτειους κοινωνικούς, πολιτικούς και οικονομικούς αναλυτές, ο οποίος αντανακλά τη μεγάλη εικόνα της φτώχειας, της αποξένωσης, της πολιτικής αστάθειας, των ανισοτήτων. Σ’ αυτό το πλαίσιο, οι ιστορίες της Μαφάλντα ήταν πάντα βαθιά πολιτικές, έμμεσα ή άμεσα. Στα περισσότερα από τα εκατοντάδες στριπ που δημιούργησε ο Κίνο, στο επίκεντρο του χιούμορ βρισκόταν η τρέχουσα πολιτική κατάσταση της χώρας του, των ΗΠΑ, της Κίνας, της Κούβας, σχολιάζονταν η αστυνομική βία και η καταστολή, κατακρίνονταν οι λογοκριτικές μέθοδοι, σαρκάζονταν ο μιλιταρισμός, ο ιμπεριαλισμός και η αποικιοκρατία, στηλιτευόταν η αθλιότητα του εκπαιδευτικού συστήματος. Και αυτό συνεχίστηκε με συνέπεια μέχρι το 1973 όταν ο Κίνο, με την προσωρινή επιστροφή της δημοκρατίας στη χώρα του, αποφάσισε να αποχαιρετήσει τη Μαφάλντα ενώ λίγο αργότερα μετακόμισε στην Ευρώπη και πέρασε μεγάλο μέρος της ζωής του στο Μιλάνο και τη Μαδρίτη για να επιστρέψει στο Μπουένος Αϊρες πολύ μετά. Στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει τα βιβλία «Η Μαφάλντα και ο κόσμος της» (εκδ. Κολούμπρα, 1978), 12 τόμοι με το σύνολο των ιστοριών της από τις εκδόσεις Βαβέλ και Ars Longa, «Μαφάλντα 25» (εκδ. Βαβέλ, 1991), «Ο κόσμος ανάποδα» (εκδ. Βαβέλ, 1983), «Κινολογίες» (εκδ. Ars Longa, 1987) και «Σκληρός που είναι ο έρωτας» (εκδ. Ars Longa, 1988) Στη Μαφάλντα επέστρεψε ελάχιστες φορές και μόνο για κοινωφελείς σκοπούς όπως η Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού της UNICEF το 1973. Συνέχισε όμως να δημιουργεί μικρά μονοσέλιδα κόμικς και γελοιογραφίες που δημοσιεύονταν πλέον στα σημαντικότερα έντυπα της Ευρώπης και της Νότιας Αμερικής. Στην πλειονότητά τους αυτά χαρακτηρίζονται από μια διάχυτη απαισιοδοξία και από ένα βαθύ, υπόγειο χιούμορ που δεν οδηγεί σε γέλια αλλά σε περισυλλογή. Το χιούμορ του Κίνο λειτουργεί περισσότερο ως υπόμνηση, ως παρατήρηση, ως μομφή παρά ως απελευθερωτική προτροπή. Στις σιωπηλές σελίδες του, το τελευταίο καρέ, που ανατρέπει το συμβατικά αναμενόμενο φινάλε, επαναφέρει τον αναγνώστη σε μια σκληρή πραγματικότητα από την οποία προσπαθούσε να διαφύγει μέσω των κόμικς, όπως και οι χαρακτήρες του Κίνο προσπαθούν από κάτι να διαφύγουν για να προσγειωθούν απότομα και οδυνηρά. Αυτό το δυσάρεστο αίσθημα της απότομης προσγείωσης μαζί με μια απαισιοδοξία (που ποτέ όμως δεν μεταστρέφεται σε ηττοπάθεια και παραίτηση) είναι που χαρακτηρίζουν το σύνολο του έργου του μεγάλου Αργεντινού δημιουργού. Η Μαφάλντα, παρά τη θλίψη και την οργή της, δεν συνθηκολόγησε ποτέ και δεν παραιτήθηκε. «Η Μαφάλντα ζει σε μια συνεχή διαλεκτική με τον κόσμο των ενηλίκων που δεν τον εκτιμά, δεν τον σέβεται, του αντιτίθεται, τον ταπεινώνει και τον απορρίπτει ασκώντας το δικαίωμά της να παραμείνει ένα παιδί που δεν θέλει να αφομοιωθεί σε έναν κόσμο διεφθαρμένο από τους μεγάλους» όπως είχε γράψει ο Ουμπέρτο Εκο (όπως αναπαράγεται στο «Μαφάλντα 25», εκδόσεις Βαβέλ, 1991). Αυτόν τον κόσμο καυτηρίασε και «πολέμησε» με τα σκίτσα του, τα κόμικς του, τις γελοιογραφίες ο Κίνο για περισσότερα από πενήντα χρόνια. Όχι για να τον καταστρέψει αλλά για να τον αλλάξει. Πηγή
  4. Η Μαφάλντα στον τόπο του εγκλήματος Η αφίσα της Μαφάλντα δίπλα στα θύματα της δολοφονίας στον ναό του Αγίου Πατρικίου Άρης Χατζηστεφάνου Ένα χάρτινο κορίτσι, που γεννήθηκε για τις ανάγκες ενός διαφημιστικού γραφείου, βρέθηκε μερικά χρόνια αργότερα στο σημείο ενός στυγερού εγκλήματος. Μια ιστορία μυστηρίου, που αποκαλύπτει την πορεία της Αργεντινής στα σκληρά χρόνια των δεκαετιών του '60 και του '70. Το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976 οι πιστοί περίμεναν υπομονετικά να ανοίξουν οι πόρτες στον ναό του Αγίου Πατρικίου, στη συνοικία Μπελγκράνο του Μπουένος Αϊρες. Η ώρα όμως περνούσε και οι πόρτες της εκκλησίας έμεναν ερμητικά κλειστές. Όταν ένας από τους παρευρισκόμενους έσπασε το πλαϊνό παράθυρο για να δει τι είχε συμβεί, βρέθηκε μπροστά στο πιο αποτρόπαιο θέαμα της ζωής του: τα πτώματα τριών ιερέων και δύο μαθητών ιερατικής σχολής ήταν παρατεταγμένα μέσα σε μια λίμνη αίματος, διάτρητα από σφαίρες. Σε ένα από αυτά οι δράστες είχαν τοποθετήσει ένα αφισάκι με ένα από τα πιο γνωστά σκίτσα της Μαφάλντα: το δημιούργημα του Quino κοιτούσε το κλομπ ενός αστυνομικού και μονολογούσε: «Αυτό είναι το ραβδί που λυγίζει τις ιδεολογίες». Η εξήγηση για το τι είχε συμβεί βρισκόταν σε δύο μηνύματα που είχαν γράψει οι δράστες, με κιμωλία, στο πάτωμα του ναού. Το ένα έλεγε: «Σκοτώσαμε αυτούς τους αριστερούς γιατί προσηλύτιζαν τα μυαλά αθώων ανθρώπων και γιατί ήταν μέλη του MSTM». Και το δεύτερο μήνυμα συμπλήρωνε: «Αυτή είναι η απάντησή μας στην ανατίναξη των συντρόφων μας στα κεντρικά της ομοσπονδιακής ασφάλειας. Venceremos. Ζήτω η πατρίδα». Στα μολυβένια χρόνια της Αργεντινής της δεκαετίας του ’70 δεν χρειαζόταν να είσαι ο Σέρλοκ Χολμς ή ο Ηρακλής Πουαρό για να καταλάβεις τι είχε συμβεί. Τα αρχικά MSTM αναφέρονταν στο Κίνημα Ιερέων για τον Τρίτο Κόσμο – μια ομάδα στο εσωτερικό της Καθολικής Εκκλησίας, η οποία φλέρταρε με τον μαρξισμό και τις πιο ριζοσπαστικές ιδέες της εποχής, ενώ στήριζε την αριστερή πτέρυγα του περονισμού. Την ίδια πτέρυγα των περονιστών στήριζε και το αντάρτικο πόλεων των Montoneros (Movimiento Peronista Montonero), το οποίο δύο ημέρες νωρίτερα είχε επιτεθεί με εκρηκτικά στο κτίριο της Κεντρικής Ασφάλειας σκοτώνοντας 20 άτομα. Οι δράστες, λοιπόν, δήλωναν σχεδόν ανοιχτά ότι ήταν μέλη του κρατικού μηχανισμού και χρησιμοποιούσαν το Venceremos κοροϊδευτικά για να εξηγήσουν ότι με αυτόν τον τρόπο εκδικούνταν για τον θάνατο των συναδέλφων τους από τους Montoneros. Δέκα χρόνια αργότερα, μάλιστα, θα γινόταν γνωστό ότι τη δολοφονία των ιερέων διέταξε και συντόνισε ο αντιναύαρχος Ρουμπέν Τσαμόρο. Για να σχηματίσει βέβαια κάποιος μια πλήρη εικόνα όσων συνέβησαν το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976 δεν αρκεί να επιστρέψει στη βομβιστική επίθεση στα κεντρικά της Ασφάλειας. Οι Montoneros, όπως και οι περισσότερες αριστερές οργανώσεις ανταρτών της Αργεντινής, είχαν δημιουργηθεί αρκετά χρόνια νωρίτερα ως απάντηση στα δολοφονικά πογκρόμ, τα βασανιστήρια και τις εξαφανίσεις αριστερών αγωνιστών που πραγματοποιούσε ο κρατικός και παρακρατικός μηχανισμός, συχνά με την άμεση στήριξη αμερικανικών υπηρεσιών. Σημείο καμπής για το συγκεκριμένο αντάρτικο πόλεων αποτέλεσε η λεγόμενη σφαγή του (αεροδρομίου) Εζέιζα, που σημειώθηκε στις 20 Ιουνίου του 1973, την ημέρα της επιστροφής του Χουάν Περόν από τα 18 χρόνια εξορίας που είχε ζήσει στην Ισπανία. Καθώς τουλάχιστον τρία εκατομμύρια άνθρωποι συγκεντρώθηκαν για να υποδεχθούν τον «εθνάρχη» της Αργεντινής, ελεύθεροι σκοπευτές από τη δεξιά πτέρυγα των περονιστών άνοιξαν πυρ στο πλήθος σκοτώνοντας μέλη της αριστερής νεολαίας του Περόν και αρκετά μέλη των Montoneros. Η ιδιότυπη συνύπαρξη αριστερών και δεξιών παρατάξεων υπό τη μεγάλη ομπρέλα του περονισμού διακόπηκε οριστικά. Οι Montoneros αρχικά αποβάλλονται, με εντολή του Περόν, και στη συνέχεια γίνονται θύματα ενός στυγερού ανθρωποκυνηγητού από το κράτος και το παρακράτος. H Μαφάλντα, λοιπόν, γεννήθηκε και μεγάλωσε στα ταραγμένα χρόνια της δεκαετίας του ‘60 και στις αρχές του ’70, ενώ ο δημιουργός της, ο Quino, αποφάσισε να την απομακρύνει από την κυκλοφορία λίγο μετά τη σφαγή του Εζέιζα – αν και ο ίδιος αρνούνταν ότι τα δύο περιστατικά συνδέονται. Η πραγματική ενηλικίωσή της όμως έγινε εκείνο το πρωινό της 4ης Ιουλίου του 1976, όταν οι δολοφόνοι του ναού του Αγίου Πατρικίου άφησαν μια αφίσα της πάνω σε ένα από τα θύματά τους. Η αφίσα βρισκόταν ήδη σε ένα από τα δωμάτια του ναού. Τοποθετώντας την όμως στον τόπο του εγκλήματος οι δράστες έστελναν ένα σαφές μήνυμα σε όσους θα τολμούσαν στο εξής να ασκήσουν κριτική στο βαρύ χέρι του κράτους και του παρακράτους. Η Μαφάλντα είχε περάσει οριστικά πλέον στο πλευρό των αδικημένων και κατατρεγμένων της αργεντίνικης κοινωνίας. Μια μάλλον περίεργη πορεία ριζοσπαστικοποίησης, αν σκεφτεί κανείς ότι δημιουργήθηκε για να λειτουργήσει σαν εργαλείο του καταναλωτισμού στο εσωτερικό της μεσαίας τάξης της χώρας. Ο Quino σχεδίασε τη Μαφάλντα με εντολή μιας διαφημιστικής εταιρείας, η οποία πίστευε ότι έτσι θα μπορεί να περνά στους αναγνώστες κρυφά διαφημιστικά μηνύματα για λογαριασμό της εταιρείας Siam Di Tella. Το σχέδιο όμως αποκαλύφθηκε και έτσι η Μαφάλντα έπρεπε να συνεχίσει μόνη της στον δρόμο των περιοδικών και των εφημερίδων. Η διαφημιστική απάτη πρόλαβε να της κληροδοτήσει ένα μικροαστικό περιβάλλον (με έναν πατέρα «προστάτη οικογένειας» και μια μητέρα που εγκατέλειψε τις σπουδές της για να γίνει νοικοκυρά) με το οποίο υποτίθεται ότι θα μπορούσε να διεισδύσει στα μεσαία στρώματα της εποχής. Χωρίς όμως τα βάρη των διαφημιστών στις πλάτες της, η Μαφάλντα μπορούσε πλέον να γίνει ο πιο σκληρός κριτής του μικροαστισμού, του καταναλωτισμού αλλά και της κρατικής βίας. Πηγή
  5. ο Quino, ο δηημιουργός της mafalda, έφυγε σήμερα από την ζωή, στα 88 του χρόνια ... αποχαιρετιστήριο του Πάνου Ζάχαρη
  6. Τον Απρίλιο του 1968 οι εκδόσεις "Αιγόκερως", που ήδη είχαν θέσει σε κυκλοφορία το Λούκυ Λουκ και τα περιοδικά "Μικρός Σερίφης" και "Μικρός Καουμπόϋ", κυκλοφορούν ένα ακόμη περιοδικό με γουέστερν θεματολογία, που ήταν εξαιρετικά δημοφιλής στην Ελλάδα τότε. Το περιοδικό ονομαζόταν ¨Κένταλ, Χρυσός Αετός", αλλά ο ήρωας δεν λεγόταν κανονικά Κένταλ, ούτε είχε σχέση με χρυσούς αετούς. Το κόμικ ήταν το πολύ γνωστό στην Αργεντινή "Randal The Killer" σε σενάριο του Héctor Germán Oesterheld και σχέδιο του πολύ γνωστού στη Νότια Αμερική Arturo Pérez del Castillo, ο οποίος, αν και Χιλιανός, έκανε μεγάλη καριέρα στη γειτονική Αργεντινή. Το κόμικ είχε αρχίσει να δημοσιεύεται στο περιοδικό Hora Cero το 1957. Ο λόγος για τον οποίον ο Ράνταλ βαφτίστηκε "Κένταλ" στα καθ'ημάς δεν μου είναι γνωστός. Ένα κλασικό σε αφήγηση γουέστερν, το οποίο αφηγείτο τις περιπέτειες του Κένταλ, που προσπαθούσε να βοηθήσει τους υπερασπιστές του νόμου στην άγρια Δύση, έχοντας και αυτός έναν προσωπικό, αλλά άτεγκτο κώδικα ηθικής. Η αφήγηση ήταν στρωτή, κάπως πιο φλύαρη από όσο έχουμε συνηθίσει σήμερα, και με κάποιες επεξηγηματικές λεζάντες, οι οποίες ορισμένες φορές δεν έμπαιναν μέσα σε τετράγωνο, κάτι που για εμένα είναι το κύριο χαρακτηριστικό του κόμικ. Οι ιστορίες ήταν λιγότερο παιδικές, από όσο ίσως θα περίμενε κανείς και κάπως πιο βίαιες από το συνηθισμένο. Το σχέδιο του del Castillo ήταν εντυπωσιακό για την εποχή εκείνη (συγκρινόμενο με κόμικς που είχαν δημοσιευτεί στη χώρα μας) : ασπρόμαυρο, λιτό έως και αφαιρετικό σε κάποια σημεία, αλλά τραχύ με ιδιαίτερη έμφαση στις σκιές και με πρόσωπα σκληρά, σχεδόν αγέλαστα. Το περιοδικό είχε 40 σελίδες, ασπρόμαυρες φυσικά και η ύλη συμπληρωνόταν από πορτρέτα διάσημων ηθοποιών, που είχαν πρωταγωνιστήσει σε γουέστερν, διηγήματα (όχι μόνο γουέστερν), αλλά και κριτικές ταινιών γουέστερν (φυσικά!), στις οποίες συνήθως τα επίθετα του στιλ "αμίμητος", "ανεπανάληπτος" συνήθως περίσσευαν. Ήταν μηναίο και τελικά έβγαλε μόνο 12 τεύχη. Δεν έχω όλα τα τεύχη και δεν ξέρω με σιγουριά πότε κυκλοφόρησε το τελευταίο, στο τεύχος 11 πάντως, η ιστορία του Κένταλ περιορίζεται μόνο σε τρεις σελίδες και η υπόλοιπη ύλη είναι είναι διηγήματα, ανάμεσα στα οποία και ένα ΕΦ με τίτλο "Χρυσός Αεττός" και ένα κόμικ, το "Χαγιαγουάθα", για το οποίο δεν μπόρεσα να βρω κάποιο επιπλέον στοιχείο, οπότε κάθε βοήθεια καλοδεχούμενη. Παρά τη μεγάλη χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τη δημοσίευσή του, πιστεύω ότι το κόμικ αυτό διαβάζεται άνετα ακόμη και σήμερα. Το αν θα τα βρείτε και σε λογική τιμή, είναι δυστυχώς, εντελώς διαφορετικό θέμα, αφού τα περιοδικά είναι από τα σπανιότερα που έχουν κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα Πηγές γα περαιτέρω μελέτη Αφιέρωμα στο περιοδικό στο comicstrades Βιογραφία του Arturo Pérez Del Castillo στο lambiek.net (στα αγγλικά)
  7. Ήταν πρώτη Ιουλίου 1985, όταν το περιοδικό "Σκορπιός" έσκασε μύτη στα περίπτερα. Επρόκειτο τυπικά για τη συνέχεια του περιοδικού "Σκαθάρι", αφού δημοσίευε σε μεγάλο βαθμό κόμικς, που είχαν δημοσιευτεί και εκεί. Παρόλα αυτά, δημοσίευσε και άλλα κόμικς, που δεν είχαν δημοσιευτεί εκεί και τελικά έγινε ένα εντελώς ξεχωριστό περιοδικό. Το περιοδικό είχε 100 σελίδες, όλες ασπρόμαυρες και φιλοξενούσε συνήθως 8 ιστορίες διαφορετικού μεγέθους η κάθε μία. Στη συνέχεια προστέθηκαν και διηγήματα, σταυρόλεξα και χιουμοριστικά στριπάκια, ακόμη και μαθήματα ποδοσφαίρου (αίσχος! ), ενώ υπήρχε και στήλη αλληλογραφίας. Κατά τη γνώμη μου, ήταν η πιο επιτυχημένη μείξη περιπετειωδών και διανοουμενίστικων, ας το θέσω έτσι, κόμικς, που έχει κυκλοφορήσει στη χώρα μας. Σχεδόν όλα τα κόμικς ήταν από καλλιτέχνες της σχολής της Αργεντινής και, σε πολύ λιγότερο βαθμό, της Ιταλίας και μάλιστα ορισμένα από ονόματα, που είχαν ήδη τεράστια φήμη και πολλά από αυτά τα ξαναείδαμε στην Ελλάδα σε άλλες εκδόσεις. Το περιοδικό αντλούσε τις ιστορίες του μάλλον από την ιταλική έκδοση του περιοδικού Skorpio, το οποίο με τη σειρά του, ήταν προσαρμογή του ομότιτλου αρνεντίνικου περιοδικού, το οποίο είχε καταφέρει να συγκεντρώσει την αφρόκρεμα των δημιουργών κόμικς της Αργεντινής. Η σύνθεση των ιστοριών του περιοδικού άλλαζε κάθε φορά (δεν νομίζω, ότι υπήρξαν δύο τεύχη με ίδιο περιεχόμενο) και φυσικά δεν δημοσιεύτηκαν όλες οι ιστορίες σε ίσο αριθμό τευχών. Τελικά, η έκδοση σταμάτησε με το 28ο τεύχος, που κυκλοφόρησε στις 15/08/1986 (υποθέτω, βέβαια, ότι βγήκε ή λίγο νωρίτερα ή λίγο αργότερα) Οι ιστορίες που δημοσιεύτηκαν, κατά σειρά εμφάνισης στο περιοδικό ήταν οι εξής (δεν αναφέρω κάποιες ιστορίες, που δεν επαναλήφθηκαν σε άλλο τεύχος, ούτε τα στριπάκια) Τα κόμικς που δημοσιεύτηκαν ήταν τα εξής (τα λινκ οδηγούν σε βιογραφίες των καλλιτεχνών, οι οποίες δεν είναι πάντα στα αγγλικά): - Σκορπιός , Ο Μοναχικός Εκδικητής των Ray Collins (ψευδώνυμο του Eugenio Juan Zappietro), Ernesto R. Garcia Seijas - Γιορ ο Κυνηγός, των Ray Collins, Juan Zanotto - Καγιέννα, των Guillermo Saccomanno, Roberto Mandrafina - Μάντυ Ρίλεϋ, των Ray Collins, E.R. Garcia Seijas - Αλβάρ Μαγιόρ των Carlos Trillo, Enrique Breccia - Λάρρυ Μαννίνο των Ray Collins, Angel A. Fernandez - Μπάρμπαρα των Ricardo Barreiro, Juan Zanotto - Νεκράδαμος, των Hector G. Oesterheld, Horacio Lalia - Λεγεώνα των Ξένων, των Julio A. Grassi, Alberto Salinas - Σήριαλ Φαντασίας, από διάφορους καλλιτέχνες - Ουακαντάνκα, των Hector G. Oesterheld, Juan Zanotto - Μαύρος Στρατιώτης του E.R. Garcia Seijas - Ετερναόυτα, των Hector G. Oesterheld, Francisco Solano Lopez - Άσσος Πίκα, των Ricardo Barreiro, Juan Gimenez - Κάλικο Τζακ, των Carlos Albiac, Angel A. Fernandez - Οι Αετοί, των Ray Collins, Medrano/Martinez - Πράκτωρ Κανένας, των Carlos Trillo, Alberto Breccia - Η Ζούγκλα της Ασφάλτου, των Carlos Trillo, Horacio Altuna, Gustavo Trigo Αν κάποιος έχει πληροφορίες για μια σειρά ή κάποιους καλλιτέχνες, παρακαλώ, ας ποστάρει Όπως, πάντως, καταλαβαίνετε από κάποια από τα ονόματα, μιλάμε για ορισμένους πραγματικά τεράστιους καλλιτέχνες, πολλοί εκ των οποίων γίνανε γνωστοί πολύ αργότερα στη χώρα μας, Εμένα, πάντως, τα ονόματα δεν μου έλεγαν τότε κάτι, αν και σαφώς τα αναγνώριζα ως ισπανικά. Ξεκαθαρίζω εδώ, ότι για εμένα το περιοδικό αυτό ήταν ένα μεγάλο σοκ. Οι περιπέτειες ήταν εντελώς διαφορετικές, πιο ώριμες, πιο σκληρές και πιο ενήλικες από όλα τα άλλα κόμικς που είχα διαβάσει έως εκείνη τη στιγμή (ήμουν 13 ετών), Είχαν επίσης έντονο το στοιχείο της βίας και του σεξ, αλλά και ορισμένες είχαν μια πολύ βαθιά μελαγχολία. Με άλλα λόγια, ήταν ενήλικες και πολλές προβλημάτιζαν τον αναγνώστη, απείχαν, λοιπόν πάρα πολύ από τις ιστορίες των περισσότερων περιοδικών εκείνης της εποχής, με εξαίρεση τη "Βαβέλ". Δεν μπορώ να είμαι εντελώς αντικειμενικός σε σχέση με την ποιότητα των ιστοριών, αλλά υπάρχουν ορισμένες που τις θυμάμαι ακόμη, Η αλήθεια είναι ότι οι ιστορίες αναδύουν μια αύρα άλλης εποχής, λιγότερο (όχι περισσότερο) αθώας, πιο βίαιης, περισσότερο πολιτικοποιημένης και δεν ξέρω τι εντύπωση θα έκαναν σήμερα σε κάποιον που τις διαβάζει για πρώτη φορά. Για εμένα όμως τότε, ήταν σίγουρα "τα πιο όμορφα κόμκκς στο κόσμο", όπως διαφημιζόταν και στο εξώφυλλο του περιοδικού, ακόμη δεν θυμάμαι με πόση ντροπή, είχα ζητήσει το τεύχος 4 από τον περιπτερά της γειτονιάς μου (άλλες εποχές, τότε ) Είναι όμως σαφές, και αυτό νομίζω ότι είναι αντικειμενικό, ότι είναι η πληρέστερη ελληνική έκδοση με κόμικς από την Αργεντινή, άρα, όποιοι ενδιαφέρονται για αυτά, καλό θα ήταν να ψάξουν τη σειρά. Γενικά πάντως, συνιστώ σε όλους να την ψάξουν, πραγματικά αξίζει να ανακαλύψετε κάποια από αυτά τα κόμικς. Δεν είναι δύσκολη σειρά να βρεθεί, εξάλλου η Μαμούθ έβγαλε όλα τα τεύχη και σε τόμους. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο για το πρωτότυπο περιοδικό, πάνω στο οποίο βασίστηκε ο Σκορπιός Η σειρά κυκλοφορεί ολόκληρη σκαναρισμένη. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα
  8. Ένα από τα θεωρούμενα ως κορυφαία κόμικς όλων των εποχών στην Αργεντινή, κυκλοφόρησε και στα αγγλικά το 2019 και επιτέλους, όσοι δεν ξέρουμε ισπανικά, είχαμε την ευκαιρία να το διαβάσουμε. Το κόμικ αφηγείται την ιστορία του Mort Cinder (θάνατος, στάχτες), ο οποίος είναι αθάνατος και αφηγείται διάφορα επεισόδια της ζωής του στον παλαιοπώλη Ezra Winston. Η δομή των περισσότερων ιστοριών (είναι 9 συνολικά συν ένας πρόλογος) είναι παρόμοια: με αφορμή ένα αντικείμενο του παλαιοπώλη ή μια είδηση, ο Mort Cinder αφηγείται μια ιστορία από το παρελθόν του. Κάποιες από τις ιστορίες έχουν έντονα σημεία ΕΦ, άλλες τρόμου, αλλά σε κάποιες απουσιάζει τελείως το οποιοδήποτε υπερφυσικό στοιχείο, εξαιρουμένης φυσικά της παρουσίας του Mort Cinder. Με εξαίρεση την πρώτη ιστορία (Lead Eyes) που αφηγείται τη γνωριμία των δύο πρωταγωνιστών, όλες οι υπόλοιπες είναι σχετικά σύντομες και δομημένες σε συνέχειες, όπως δημοσιεύονταν στο περιοδικό Misterix. Σεναριογράφος της σειράς είναι ο θρυλικός Héctor Germán Oesterheld (νομίζω ότι προφέρεται "Οέστερελντ" στα ισπανικά), δημιουργός του εξίσου θρυλικού El Eternauta και σχεδιαστής ο ακόμη περισσότερο θρυλικός Alberto Breccia. Δεν ήταν η πρώτη του συνεργασία, ούτε και η τελευταία: συνεργάστηκαν σε μια νέα εκδοχή του El Eternauta και ίσως συνεργαζόντουσαν ξανά, εάν ο Oesterheld δεν "εξαφανιζόταν" μαζί με τις 4 κόρες του κατά τη διάρκεια της χούντας τους Βιδέλα (1976-1983), όπως και χιλιάδες άλλοι συμπατριώτες του, οι οποίοι αγνοούνται ακόμη και σήμερα. Η αλήθεια είναι ότι, εδώ ο Oesterheld ξεκινάει μάλλον μέτρια: η πρώτη ιστορία τραβάει πάρα πολύ σε μάκρος και είναι εξαιρετικά φλύαρη και ίσως και άσκοπη. Καθώς, όμως, το κόμικ προχωράει, οι ιστορίες γίνονται ολοένα και καλύτερες και δυστυχώς σταματούν, όταν ο Oesterheld παραδίδει μια από τις καλύτερες ιστορίες του τόμου, εκείνη που έχει σχέση με τη μάχη των Θερμοπυλών. Οι πολλές επεξηγήσεις είναι μάλλον κουραστικές, αλλά το κόμικ έχει ηλικία σχεδόν 60 ετών και ακολουθεί τις αφηγηματικές συμβάσεις των περισσότερων κόμκ εκείνης της εποχής. Φυσικά, σε διάφορες ιστορίες θίγονται αρκετά θέματα και τελικά καμία ιστορία δεν έχει αίσιο τέλος: παρά την αθανασία του Mort Cinder, η ιστορία φαίνεται να κάνει κύκλους γύρω από τα ίδια μοτίβα της εκμετάλλευσης και της βίας, αλλά και της αναπόδραστης ανθρώπινης κατάστασης. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, θεωρώ ότι ο Oesterheld έχει προσφέρει καλύτερα και πιο ολοκληρωμένα σενάρια. Ο Breccia όμως, απογειώνει το σενάριο. Το σχέδιο του είναι εκπληκτικό: ασπρόμαυρο, με πολύ έντονη παρουσία σκούρου σε κάποια καρέ (σύμφωνα με το σημείωμα στο τέλος του κόμικ, ο Breccia χρησιμοποίησε διάφορες τεχνικές για να σχεδιάσει, όπως οδοντόβουρτσες ή μίξη με διαλυτικά, έτσι ώστε να πετύχει ένα απόλυτα απόκοσμο αποτέλεσμα. Μελανώνει τα σχέδια και χρησιμοποιεί τις σκιές με διαφορετικό τρόπο κάθε φορά, με αποτέλεσμα κάθε καρέ να είναι από μόνο του ένα σχόλιο πάνω στην ιστορία. Κάποια σχέδια είναι λεπτομερή, άλλα αφαιρετικά, επειδή ο Breccia θέλει να δώσει έμφαση σε συγκεκριμένα πράγματα. Τα πρόσωπα, που είναι όλα σημαδεμένα και γεμάτα ρυτίδες και ειδικά τα μάτια, που είναι όλα κενά, δείχνουν ίσως τη ματαιότητα των πράξεων και κάνουν τους πρωταγωνιστές να φαίνονται σαν ζόμπι. Όλα αυτά δημιουργούν μια ονειρική ατμόσφαιρα, η οποία υπερβαίνει το χώρο και το χρόνο, αλλά και μια βαθιά απελπισία, που αναδεικνύει μια ατμόσφαιρα ματαιότητας και βαθιάς θλίψης, αλλά και μια οξύτατη αντίστιξη μεταξύ φωτός και σκότους. Χωρίς καμία υπερβολή, θεωρώ, ότι σχεδόν κάθε καρέ είναι εν δυνάμει αντικείμενο σεμιναριακής μελέτης. Αξίζει ίσως να σημειωθεί, ότι ο Breccia βάσισε τον Mort Cinder πάνω σε ένα φίλο του, επίσης κομίστα, ενώ εκείνον του Ezra Winston πάνω σε μια υποθετική, γερασμένη εικόνα του ίδιου του του εαυτού. Δυστυχώς, η επιτυχία του κόμικ δεν ήταν αρκετή για να θρέψει ο Breccia την οικογένειά του και άρχισε να διδάσκει σε μια σχολή καλών τεχνών, μέχρι που ανακαλύφτηκε ξανά, 4 χρόνια μετά. Η έκδοση της Fantagraphics είναι υποδειγματική. Περιέχει όλο το κόμικ και μάλιστα στο φορμάτ, στο οποίο είχε πρωτοδημοσιευτεί και περιλαμβάνει δύο επιλόγους, βιογραφικά των καλλιτεχνών και αποσπάσματα από ένα άλλο σενάριο, που δεν σχεδιάστηκε ποτέ. Δεν αρκεί όμως να σας την περιγράψω και ούτε καν να τη δείτε: πρέπει να την πιάσετε στα χέρια σας και να αισθανθείτε την υφή του εξωφύλλου και των σελίδων, για να καταλάβετε, για το τι είδος κοσμήματος μιλάμε. Η Fantagraphics έχει προγραμματίσει κι άλλες εκδόσεις έργων του Breccia, μεταξύ των οποίων και τον δικό του El Eternauta. Ενδεικτική περαιτέρω βιβλιογραφία (όλη στα αγγλικά): Wikipedia The Comics Journal Comicsbeat Mercurialblonde
×
×
  • Create New...