Jump to content

Καλώς ήλθατε στο ComicStreet

Γίνετε μέλη της κοινότητας. Η εγγραφή είναι γρήγορη και εύκολη.

Search the Community

Showing results for tags 'Ίκαρος'.

  • Search By Tags

    Type tags separated by commas.
  • Search By Author

Content Type


Forums

  • ΥΠΟΔΟΧΗ
    • Κανόνες
    • Νέα / Ανακοινώσεις
    • Απορίες / Βοήθεια
    • Γενική Συζήτηση
  • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ / ΑΡΘΡΑ
    • ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ
    • ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ
  • ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΞΕΝΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ
    • WEBCOMICS
  • ΚΟΜΙΚΣ ΚΑΙ ΑΛΛΕΣ ΤΕΧΝΕΣ
    • Κινηματογράφος/TV και Κόμικς
    • Animation
    • Βιβλία
  • ΚΑΤΑΣΤΗΜΑΤΑ - ΔΙΑΔΙΚΤΥΟ
    • Καταστήματα
    • Πηγές - Ενημέρωση

Find results in...

Find results that contain...


Date Created

  • Start

    End


Last Updated

  • Start

    End


Filter by number of...

Joined

  • Start

    End


Group


About Me

Found 20 results

  1. Κόμικς για τη Μικρασιατική Καταστροφή Απόσπασμα από το «Αϊβαλί» του Soloup Γιάννης Αντωνόπουλος (John Antono) Εκατό χρόνια μετά το τραγικό 1922, η μικρασιατική εκστρατεία, ο ξεριζωμός και ο Γολγοθάς της προσφυγιάς ξαναζωντανεύουν μέσα από πέντε αξιόλογα ιστορικά κόμικς. Ένας αιώνας συμπληρώθηκε από τη Μικρασιατική Καταστροφή – όπως ονομάστηκε η κορύφωση των κεμαλικών διωγμών και το ξερίζωμα του χριστιανικού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, μετά την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου. Ένα τραύμα χαραγμένο στο συλλογικό ασυνείδητο, με την εικόνα της φλεγόμενης Σμύρνης να συμβολίζει όσο καμία άλλη τον ενταφιασμό του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Μακριά από εθνικιστικές μονομέρειες, η αφορμή 100 χρόνων από την καταστροφή του μικρασιατικού ελληνισμού προσφέρεται για μελέτη και αναστοχασμό: στοιχεία απαραίτητα για την καλλιέργεια ιστορικής συνείδησης, που παραμένει το ζητούμενο σε μια εποχή όπου ο φανατισμός συνυπάρχει με (και τροφοδοτείται από) την αφασία ενός άχρωμου, λοβοτομημένου παρόντος. Ως ελάχιστη συμβολή προς αυτή την κατεύθυνση προτείνουμε πέντε αξιόλογες ελληνικές εκδόσεις οι οποίες αφηγούνται με τη γλώσσα των κόμικς τα γεγονότα της εποχής εκείνης. «Αϊβαλί» (εκδ. Κέδρος) Το «Αϊβαλί» του Soloup έχει γράψει τη δική του εκδοτική ιστορία. Πολυβραβευμένο και πολυμεταφρασμένο, το μνημειώδες γκράφικ νόβελ 440 σελίδων μάς μιλάει για το δράμα και την αξιοπρέπεια των απλών ανθρώπων στη δίνη του 1922, για την ανθρώπινη περιπέτεια στα άγρια κύματα της ιστορίας. Ο Soloup ταξιδεύει από τη Μυτιλήνη στο Αϊβαλί. Συναντάει ανθρώπους της «άλλης πλευράς». Ξεψαχνίζει ιστορικά αρχεία. Και αφήνει τέσσερις Αϊβαλιώτες, τρεις Ελληνες κι έναν Τούρκο, να αφηγηθούν την ιστορία τους: τον Φώτη Κόντογλου, τον Ηλία Βενέζη, την Αγάπη Βενέζη-Μολυβιάτη και τον Αχμέτ Γιορουλμάζ. Μέσω αυτών, μας ξανασυστήνει την Ανατολή: την «καθ’ ημάς», αλλά και των «άλλων». Τη Μικρασία των αρχαίων, βυζαντινών και νεότερων λογίων Ελλήνων που περήφανα έφεραν στην κουλτούρα τους οι πρόσφυγες του ’22, αλλά και την πατρίδα των τόσο άγνωστων και τόσο οικείων μας γειτόνων, με τους οποίους τόσες οδυνηρές μνήμες μας χωρίζουν, αλλά και τόσοι αιώνες συνύπαρξης μας ενώνουν. «1922 - Το τέλος ενός ονείρου» (εκδ. Ίκαρος) Ως συνέχεια του βιβλίου «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς», το κόμικς του Θανάση Πέτρου ακολουθεί κάποιους από τους ήρωες στην πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή. Πρόκειται για την πιο αριστοτεχνικά αποδοσμένη σύνοψη των δύο χρόνων στρατιωτικών επιχειρήσεων που προηγήθηκαν της εισόδου των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Καρέ από το «1922» του Θανάση Πέτρου Κεντρικός πρωταγωνιστής, ο Σμυρνιός Γιώργης Αμπατζής που, μετά την επάνοδό του από το Γκέρλιτς της Γερμανίας, κατατάχτηκε στον ελληνικό στρατό. Τον συναντάμε τον Αύγουστο του 1920, δεύτερο χρόνο μετά την έναρξη της ελληνικής κατοχής της ζώνης της Σμύρνης, να προελαύνει προς Ανατολάς με τον λόχο του, διασχίζοντας την Αλμυρά Ερημο. Μέσα από τη βασανιστική αυτή πορεία, που ξεκίνησε για την αντιμετώπιση των ανταρτών του Κεμάλ, παρακολουθούμε την καθημερινότητα των Ελλήνων στρατιωτών. Μια καθημερινότητα γεμάτη κακουχίες, στερήσεις, αιφνιδιαστικές επιθέσεις, πολύνεκρες μάχες και ελάχιστες στιγμές ψυχαγωγίας. Ο διχασμός ανάμεσα στους στρατιώτες είναι κυρίαρχος, ενώ οι πολιτικές εξελίξεις στην Ελλάδα (π.χ. ήττα Βενιζέλου στις εκλογές της 1ης/14ης Νοεμβρίου 1920, δημοψήφισμα για την επιστροφή του βασιλιά) εντείνουν την αποσάθρωση του στρατεύματος. Τα αλλοπρόσαλλα και χιμαιρικά σχέδια που εκπόνησε η αντιβενιζελική κυβέρνηση οδηγούν σε στασιμότητα. Ειδικά μετά την αποτυχία της εκστρατείας προς την Αγκυρα, το καλοκαίρι του 1921, το ηθικό των φαντάρων κάμπτεται. Ο Πέτρου δεν... χαρίζει κάστανα στην ελληνική πλευρά: τα έκτροπα Ελλήνων στρατιωτών σε βάρος του άμαχου τουρκικού πληθυσμού (σφαγές, τρομοκρατία, βιασμοί) είναι διάχυτα στην αφήγηση, ενώ από την άλλη δεν λείπουν στιγμές πονοψυχίας προς τον πληγωμένο αντίπαλο. Το «Τέλος ενός ονείρου» ολοκληρώνεται με τη μεγάλη τουρκική αντεπίθεση της 13ης/26ης Αυγούστου 1922, τη διάλυση του μετώπου Εσκί Σεχίρ - Αφιόν Καραχισάρ, την άτακτη υποχώρηση του ελληνικού στρατού και την πανικόβλητη μαζική φυγή των αγροτικών ελληνικών πληθυσμών από την ενδοχώρα της Μικράς Ασίας προς τη Σμύρνη. «1923 - Εχθρική πατρίδα» (εκδ. Ικαρος) …και από τη γενική υποχώρηση πριν από την καταστροφή, μεταφερόμαστε στον Πειραιά και στα περίχωρά του, τον Σεπτέμβρη του ’22, αμέσως μετά την καταστροφή. Η ίδια η καταστροφή είναι αποτυπωμένη στις συνέπειές της: στο χάος που έχει φτάσει στην Ελλάδα σαν ωστικό κύμα. Στα αντίσκηνα που έχουν καταλάβει κάθε πεζοδρόμιο, κάθε πλατεία, κάθε δημόσιο χώρο. Στα μάτια των εξαθλιωμένων προσφύγων που κατακλύζουν τη νέα, αφιλόξενη πατρίδα. Απόσπασμα από το «1923» του Θανάση Πέτρου Από τα «εξωτικά» τοπία της Ανατολίας με τα τζαμιά, τις παλαιοχριστιανικές εκκλησίες και τα σπαράγματα αρχαίων ναών, ο Θ. Πέτρου μάς πάει στα πρόχειρα παραπήγματα και τους μαχαλάδες που στήνονται όπως-όπως για να στεγάσουν χιλιάδες ανθρώπους. Η αντιμετώπιση από τους ντόπιους, τους «παλαιοελλαδίτες», είναι στις περισσότερες περιπτώσεις υποτιμητική έως εχθρική. Κάποιοι πρόσφυγες, για να επιβιώσουν, κάνουν μεροκάματα μεταφέροντας κάρβουνο. Μια νεαρή προσφύγισσα εξαναγκάζεται σε πορνεία. Εν τω μεταξύ, ο εξανθηματικός τύφος θερίζει. Στο φόντο όλων αυτών, ο αναβρασμός της επαναστατικής κυβέρνησης Πλαστήρα, η ανακήρυξη της Αβασίλευτης, τα γεμάτα ένταση συλλαλητήρια. «Μανώλης» (εκδ. Μικρός Ήρως) Το παιδικό βίωμα του ξεριζωμού και της προσφυγιάς πραγματεύεται το γκράφικ νόβελ σε σχέδια του Antonin Dubuisson, το οποίο βασίζεται στο μυθιστόρημα του Alain Glykos με τίτλο «Ο Μανώλης απ’ τα Βουρλά». Πρόκειται για την ιστορία του μικρού Μανώλη από τα Βουρλά της Μικράς Ασίας που έχασε βίαια την παιδική του ηλικία όταν οι Τσέτες εισέβαλαν στην περιοχή. Άφησε το πολυπολιτισμικό περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσε μέσα σε συνθήκες ολέθρου και αιματοχυσίας, για να ταξιδέψει υπό δυσχερείς συνθήκες σε διάφορα μέρη της Ελλάδας με τελικό προορισμό τη Γαλλία. Ο Alain Glykos επί της ουσίας παραθέτει τις αφηγήσεις του πρόσφυγα πατέρα του, οι οποίες μοιάζουν με τις αφηγήσεις εκατομμυρίων άλλων ανθρώπων που πήραν τον δρόμο της ξενιτιάς: «Όταν μπάρκαρα με τη γιαγιά μου από τη Μικρά Ασία, ο πατέρας μου μάλλον είχε ήδη πεθάνει. Κανείς δεν ήξερε τι είχε απογίνει το πτώμα του. Η θάλασσα ήταν κόκκινη απ’ το αίμα. H μάνα και τ’ αδέρφια μου πήραν άλλο καράβι…». «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» (εκδ. Σύγχρονη Εποχή) Απόσπασμα από το «1922-2022: Ανακαλύπτοντας τα ίχνη ενός ξεριζωμού» του Θανάση Καραμπάλιου Αν και δεν πρόκειται αμιγώς για κόμικς, το βιβλίο που επιμελήθηκε η «Διατμηματική Επιτροπή της Κ.Ε. του ΚΚΕ για τις μικρότερες ηλικίες της νεολαίας» χρησιμοποιεί το μέσο και την αισθητική των κόμικς, διά χειρός Θανάση Καραμπάλιου. Εχοντας τη δομή εκπαιδευτικού εγχειριδίου (στα χνάρια της προηγούμενης έκδοσης του 2020, με τίτλο «Κι όμως, κινείται»), απευθύνεται σε παιδιά 10+, διαβάζεται όμως εξίσου ευχάριστα και από ενηλίκους που αναζητούν μια άλλη προσέγγιση της Μικρασιατικής Καταστροφής πέρα από το αμήχανο αστικό αφήγημα. Ο Καραμπάλιος, γνωστός για την προσήλωσή του στην ιστορική ακρίβεια, όπως μας έχει συνηθίσει στη βραβευμένη σειρά «1800», εικονογραφεί την τραγωδία του πολέμου και της προσφυγιάς ως κομμάτι της γενικότερης διεθνούς κατάστασης με το τότε ελληνικό κράτος ως θύτη και ως θύμα στη σκακιέρα των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών. Πηγή
  2. Η ζωή του Αριστοτέλη σε κόμικ Σε σχέδιο του Αλέκου Παπαδάτου και σενάριο του Τάσου Αποστολίδη η ζωή και η φιλοσοφική σκέψη του Αριστοτέλη μεταμορφώθηκαν σε κόμικ (εκδ. Ίκαρος). Η ATHENS VOICE προδημοσιεύει αποκλειστικά ένα απόσπασμα του κόμικς των Αλέκου Παπαδάτου & Τάσου Αποστολίδη που θα κυκλοφορήσει από τις Εκδ. Ίκαρος. Είναι ο φιλόσοφος οι ιδέες του οποίου επέδρασαν όσο κανενός άλλου στην παγκόσμια διανόηση διαρκώς επί είκοσι τέσσερις αιώνες. H ζωή και η φιλοσοφική σκέψη του Αριστοτέλη έγιναν ένα εκτενές graphic novel που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις Εκδόσεις Ίκαρος. Το σενάριο υπογράφει ο Τάσος Αποστολίδης (Οι Κωμωδίες του Αριστοφάνη κ.ά.) και το σχέδιο ο Αλέκος Παπαδάτος (Logicomix, Δημοκρατία, εικονογράφος στο The Books’ Journal κ.ά.). Το εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Οι δύο συγγραφείς κατορθώνουν σε 216 σελίδες να ξετυλίξουν το νήμα της συναρπαστικής ζωής, της προσωπικότητας και της στοχαστικής ιδιοφυΐας του μεγαλύτερου φιλοσόφου όλων των εποχών. Με μια αφήγηση κατά βάση δραματοποιημένη, ενίοτε τριτοπρόσωπη, μ’ ένα σενάριο έντονο και ρυθμικό και με τον Αλέκο Παπαδάτο να ξεδιπλώνει –ίσως περισσότερο από ποτέ– τη δεινότητά του στα τεχνικά σημεία, στον χειρισμό των καρέ, στην –όχι απλά ικανοποιητική– εικονογράφηση ενός εκτενούς και απαιτητικού σεναρίου με πολύ κείμενο, ο αναγνώστης βρίσκεται σε συνεχή διάλογο μ’ ένα κόμικ του οποίου ο ειδολογικός χαρακτηρισμός ξεπερνά την ιστορία και τη βιογραφία. Η ιστορία βρίσκει στην αρχή της αφήγησης τον Αριστοτέλη στην Αθήνα αντιμέτωπο με το αντιμακεδονικό μένος που έχει ξεσπάσει μετά τον θάνατο του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αναγκασμένο να εγκαταλείψει για άλλη μια φορά την πόλη που αγάπησε. Διά στόματος Θεόφραστου (υπηρετεί την πλοκή ως αφηγητής), φίλου του Αριστοτέλη και διαδόχου του στο «Λύκειο», βλέπουμε τη ζωή του στοχαστή: από την Αθήνα, την Άσσο, τη Λέσβο, την Πέλλα και τη Μίεζα, στα Στάγειρα, τους Δελφούς, πάλι την Αθήνα και τέλος τη Χαλκίδα. Με εντυπωσιακά πάνελ, συνδυασμό πεζού κειμένου και εικόνων, στακάτες προτάσεις (όπου η αφήγηση είναι δραματοποιημένη), με καρέ που υπηρετούν άριστα το μέσο και τις σελίδες γεμάτες με κάθε λογής τεχνικές εικονογραφικής απεικόνισης, ο Αριστοτέλης των Τάσου Αποστολίδη και Αλέκου Παπαδάτου είναι μία από τις πιο εκλεκτικές και σίγουρα καλύτερες ελληνικές κυκλοφορίες κόμικς των τελευταίων ετών. Ο χρωματισμός του κόμικς κατόρθωσε να ξεφύγει από το να το κάνει απλά ομορφότερο, συνεισφέροντας ουσιαστικά, καθώς με τα χρώματα που επιλέχθηκαν έγινε ευδιάκριτη η χρονική εναλλαγή της αφήγησης από τριτοπρόσωπη σε δραματοποιημένη, ενώ το μελάνωμα του σχεδίου έχει κάνει η Annie Di Donna. Ο Αποστολίδης επιλέγει να αφηγηθεί τη ζωή του μεγαλύτερου στοχαστή όλων των εποχών αδιαφορώντας για σύγχρονες ματιές πάνω στο έργο και κυρίως την προσωπικότητά του. Η αποστασιοποίησή του από τη σύγχρονη κριτική, η οποία έχει μεταξύ άλλων κατηγορήσει τον Αριστοτέλη για σεξισμό και υπεράσπιση της δουλείας, δίνει μεγάλη ανάσα στην αφήγησή του, καθώς προσδίδει διαχρονικότητα στη δουλειά του – μακριά από επίκαιρες και ίσως επιπόλαιες απόψεις. Δείχνει η αντιμετώπισή του αυτή, τέλος, ότι έχει κατανοήσει σε βάθος ότι η προσέγγιση του Αριστοτέλη στην ηθική ήταν εμπειρική – δηλαδή βασιζόταν στην παρατήρηση. Και στην παρατήρησή του αυτή εντασσόταν φυσικά και ο ήδη παγιωμένος και διαμορφωμένος κόσμος που τον περιέβαλλε. Πηγή
  3. Την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου στις 19:30 οι εκδόσεις Ίκαρος και το βιβλιοπωλείο Αμόνι σας προσκαλούν στην παρουσίαση των graphic novel του Θανάση Πέτρου, 1922: Το τέλος ενός ονείρου και 1923: Εχθρική πατρίδα, που θα πραγματοποιηθεί στην Πλατεία Μερκούρη στα Άνω Πετράλωνα. Για τα βιβλία θα συνομιλήσουν με τον δημιουργό: η Ελένη Κυραμαργιού, συγγραφέας του βιβλίου Δραπετσώνα 1922-1967: Ένας κόσμος στην άκρη του κόσμου, και ο Δημήτρης Καμούζης, επιμελητής του βιβλίου Έλληνες στρατιώτες και Μικρασιατική εκστρατεία. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Γιάννης Μαραβελάκης από το βιβλιοπωλείο Αμόνι. Πηγή
  4. Την Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου στις 19:30 οι εκδόσεις Ίκαρος και το βιβλιοπωλείο Αμόνι σας προσκαλούν στην παρουσίαση των graphic novel του Θανάση Πέτρου, 1922: Το τέλος ενός ονείρου και 1923: Εχθρική πατρίδα, που θα πραγματοποιηθεί στην Πλατεία Μερκούρη στα Άνω Πετράλωνα. Για τα βιβλία θα συνομιλήσουν με τον δημιουργό: η Ελένη Κυραμαργιού, συγγραφέας του βιβλίου Δραπετσώνα 1922-1967: Ένας κόσμος στην άκρη του κόσμου, και ο Δημήτρης Καμούζης, επιμελητής του βιβλίου Έλληνες στρατιώτες και Μικρασιατική εκστρατεία. Τη συζήτηση θα συντονίσει ο Γιάννης Μαραβελάκης από το βιβλιοπωλείο Αμόνι. ΠΗΓΗ
  5. Από τη λάμψη της Σμύρνης, στην εξαθλίωση του Πειραιά Την εξαθλίωση και τα αδιέξοδα των προσφύγων όταν έφτασαν στον ελλαδικό χώρο αφηγείται το «1923. Εχθρική Πατρίδα» του Θανάση Πέτρου. Νικόλας Ζώης Θανάσης Πέτρου 1923. Εχθρική πατρίδα εκδ. Ικαρος, σελ. 128 Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου Σμύρνη. Η αρχόντισσα της Μικράς Ασίας εικ.: Μιχάλης Λουκιανός εκδ. Αγκυρα, σελ. 48 Ήταν ίσως επόμενο για τον Θανάση Πέτρου, μετά τα «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» και «1922» (και τα δύο από τις εκδόσεις Ίκαρος), που αποτύπωναν στις ιστορίες τους τον Εθνικό Διχασμό και την πορεία προς τη Μικρασιατική Καταστροφή, να ακολουθήσει ένα τρίτο γκράφικ νόβελ, με βασικό θέμα την εξαθλίωση που βίωσαν οι πρόσφυγες όταν έφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Το «1923. Εχθρική Πατρίδα» καταγράφει στις σελίδες του ακριβώς αυτό το ζήτημα, κατ’ αρχήν με ρεαλισμό και με ιστορική ενημερότητα, στοιχεία πολύτιμα όταν ασχολείται κανείς αφενός με σύνθετα κοινωνικά φαινόμενα όπως η αποκατάσταση των προσφύγων ή η συγκρότηση της πρώτης προσφυγικής παραγκούπολης στη Δραπετσώνα, και αφετέρου με κρίσιμα πολιτικά γεγονότα, όπως το «επαναστατικό κίνημα» των συνταγματαρχών Πλαστήρα, Γονατά και Φωκά που εκδηλώθηκε μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, η «δίκη των έξι» και τόσα ακόμα. Έχοντας γνώση της βιβλιογραφίας, αλλά και διαθέτοντας ευαισθησία σαν αφηγητής και σαν σχεδιαστής (οι γραμμές και τα χρώματά του ταιριάζουν λες στην υφή τόσο των προσώπων όσο και των γεγονότων που τα περιβάλλουν), ο Θανάσης Πέτρου θέτει στο επίκεντρο του «1923» την ιστορία του Σμυρνιού Γιώργη Αμπατζή και του Ζακυνθινού Σπύρου Τζανέτου, δύο συμπολεμιστών στη Μικρασιατική Εκστρατεία που μόλις έχουν φτάσει στον Πειραιά τον Σεπτέμβριο του 1922. Εκεί συναντούν τα αδιέξοδα της προσφυγικής ζωής σε θέματα σίτισης, στέγασης, υγιεινής και περίθαλψης, αντιμετωπίζουν την έχθρα πολλών ντόπιων (που περιφρονούν, χλευάζουν ή εκμεταλλεύονται τους άνδρες και ιδίως τις γυναίκες πρόσφυγες, φτάνοντας ακόμα και στις εν ψυχρώ δολοφονίες), αλλά και γνωρίζουν μετέπειτα εμβληματικές μορφές της ρεμπέτικης ιστορίας, όπως τον Μάρκο Βαμβακάρη, τον Βαγγέλη Παπάζογλου ή τον Στελλάκη Περπινιάδη. Αν πάντως η πλούσια κληρονομιά του ρεμπέτικου συνέβαλε σε μια γενικότερη εξιδανίκευση της περιόδου, ο κόσμος του προσφυγικού Πειραιά κάθε άλλο παρά ιδανικούς πρωταγωνιστές είχε και ο Θανάσης Πέτρου το γνωρίζει καλά όταν σκιαγραφεί στο «1923» τα περίφημα πορνεία των Βούρλων και κυρίως τον χαρακτήρα του Μπάμπη Καραλή, ενός ανθρώπου πρώτου σε κλεψιές, τραμπουκισμούς και εκπορνεύσεις, στα δίχτυα του οποίου πέφτει και η αδερφή του Γιώργη Αμπατζή, η Μαριγώ, ενώ εκείνος την αναζητά απεγνωσμένα. Η τελική σκηνή της συνάντησης των δύο αδερφών συνοδεύεται από μια τιμωρία του Καραλή, όμως η μεγαλύτερη δικαίωση για τον αναγνώστη είναι εκείνη που του δίνει μια ιστορία η οποία συνδυάζει την ιστορική γνώση και την κοινωνική ευαισθησία με τους αντιπροσωπευτικούς και ολοζώντανους ανθρώπινους χαρακτήρες. Απευθυνόμενο σε ένα μικρότερο ηλικιακά κοινό και πιάνοντας το νήμα της ιστορίας από τα χρόνια των αρχαίων ιωνικών πόλεων, το παιδικό βιβλίο «Σμύρνη. Η αρχόντισσα της Μικράς Ασίας», σε κείμενο της συγγραφέως Θεοδώρας Λούφα-Τζοάννου και με τις εικόνες του Μιχάλη Λουκιανού, βασίζεται επίσης σε ευρεία ιστορική γνώση περί των πολιτικών και των στρατιωτικών γεγονότων που κορυφώθηκαν με τη Μικρασιατική Καταστροφή, ενώ η κατανοητή αλλά όχι απλουστευτική αφήγησή του συνοδεύεται από μια εικονογράφηση που και την πραγματολογική ακρίβεια υπηρετεί, αλλά και το συναίσθημα διεγείρει. Κυρίως, πρόκειται για ένα βιβλίο που αν και επικεντρώνεται στην κοσμοπολίτικη λάμψη της Σμύρνης πριν από την καταστροφή, φροντίζει να πυροδοτήσει στο αναγνωστικό κοινό του πλήθος ερωτημάτων για την ιστορία της. Πηγή
  6. 1923. Εχθρική Πατρίδα: Ο Θανάσης Πέτρου κάνει την ιστορία και την ηθογραφία κόμικς Οι περιπέτειες των προσφύγων στο κόμικ του Θανάση Πέτρου Γιάννης Χ. Παπαδόπουλος 1923. Εχθρική Πατρίδα: Ο Θανάσης Πέτρου αποτυπώνει σε κόμικς τις κακουχίες που βιώσαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική καταστροφή (εκδόσεις Ίκαρος) Mετά την μεταφορά κλασικών μυθιστορημάτων σε κόμικς -τάση που έχει δει ιδιαίτερη άνθιση τα τελευταία χρόνια στα ελληνικά κόμικς- η βουτιά στην ιστορία ήταν για τους κομίστες το επόμενο επιτυχημένο πείραμα. Και στην περίπτωση των κόμικς που έφτιαξε τα τελευταία τρία χρόνια ο Θανάσης Πέτρου μόνο για επιτυχημένο πείραμα μπορούμε να μιλάμε. Ξεκίνησε το 2020 με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς», όπου διηγείται ένα άγνωστο περιστατικό από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο με την παράδοση αμαχητί του Δ’ Σώματος Στρατού στους Γερμανούς και την ιδιότυπη αιχμαλωσία τους στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας. Την επόμενη χρονιά συνέχισε με το «1922. Το τέλος ενός Ονείρου», με την αφήγηση να ακολουθεί τον Σμυρνιό Γιώργο Αμπατζή στην Μικρασιατική Εκστρατεία που οδήγησε στον ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και στην Μικρασιατική Καταστροφή. Φέτος επανέρχεται με το νέο του κόμικ με τίτλο «1923: Εχθρική Πατρίδα» (από τις εκδόσεις Ίκαρος, όπως και τα προηγούμενα) στο οποίο ακολουθεί για άλλη μια φορά τον ήρωά του, τον Γιώργο Αμπατζή, που τον συναντάμε στο λιμάνι του Πειραιά, πρόσφυγα, χωρίς υπάρχοντα και με την οικογένειά του να αγνοείται. Στο νέο αυτό κόμικ, ο Θανάσης Πέτρου καταπιάνεται με τις κακουχίες, την εχθρική διάθεση και την αφιλόξενη συμπεριφορά που βίωσαν από τους Ελλαδίτες οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Φτώχεια, πείνα, κοινωνικός διασυρμός, ο ανθρώπινος πόνος αποδίδονται με σεβασμό και επιτυχία σε αυτό το κόμικ. Η ευαισθησία του Πέτρου στην απεικόνιση όλων αυτών είναι ένα από τα δυνατά σημεία του εγχειρήματός του. Το άλλο είναι ότι, πέρα από τα προφανή και ίσως σχηματικά της υπόθεσης, δηλαδή την ιστορική αφήγηση, βλέπουμε να ξετυλίγεται μπροστά μας όλη η ιστορία της Ελλάδας την περίοδο που απασχολεί και τον Πέτρου στις αφηγήσεις του. Κινήματα, δικτατορίες, πολιτικός αναβρασμός των εκάστοτε περιόδων, κοινωνικές συνήθειες, ακόμα και ο πολιτισμός αποτυπώνονται με γλαφυρό τρόπο από τον Πέτρου στα κόμικς αυτά. Δεν τον απασχολεί μονάχα μια στεγνή αναδιήγηση των ιστορικών γεγονότων, αλλά η συνολική αύρα και το κοινωνιολογικό αποτύπωμα της περιόδου. Η ενσωμάτωση των προσφύγων άλλωστε είναι ένα γεγονός που με συναρπάζει προσωπικά για τις προεκτάσεις που είχε σε ένα σωρό τομείς της υπόστασης του ελληνικού κράτους και της κοινωνίας του. Πέραν από το γεγονός ότι είναι ένα από τα πρώτα success stories του σύγχρονου ελληνικού κράτους, η ενσωμάτωση των προσφύγων, παρόλο που μόνο εύκολη δεν ήταν, επέδρασε καταλυτικά τόσο δημογραφικά όσο και οικονομικά, γεωπολιτικά, κοινωνιολογικά, εθνολογικά και φυσικά πολιτισμικά. Η επίδραση των προσφύγων στον πολιτισμό και στις επικρατούσες λαϊκές κουλτούρες υπήρξε καθοριστική. Οι πρόσφυγες είχαν ζήσει άλλωστε σε τόπους με πολιτιστική παράδοση πολλών αιώνων, την οποία μετέφεραν στον τόπο που έγινε νέα τους πατρίδα. Κυριάρχησαν τα ρεμπέτικα αλλά και πολλοί λογοτέχνες όπως οι Γ. Σεφέρης, Η. Βενέζης, Κ. Πολίτης, Γ. Θεοτοκάς, Σ. Δούκας, ο ζωγράφος και συγγραφέας Φ. Κόντογλου διέπρεψαν στον τομέα και βοήθησαν σημαντικά στην εξέλιξη της ελληνικής γλώσσας. Όλα αυτά είναι υπαρκτή πραγματικότητα στα τρία αυτά κόμικς του Θανάση Πέτρου. Θανάσης Πέτρου © Klappert Θα έλεγα ότι τα κόμικς αυτά ξεφεύγουν από το καθαρά ιστορικό είδος. Ο ειδολογικός χαρακτηρισμός που θα τους απέδιδα δεν είναι στενά ιστορικός αλλά και ηθογραφικός, κι αυτό γιατί αποτελούν εμπράκτως έναν μοναδικό ηθογραφικό περίπατο στην ελληνική κοινωνία των αρχών του προηγούμενου αιώνα. Ακόμα και οι ντοπιολαλιές αποδίδονται περίτεχνα στα σενάρια που δόμησε ο Θανάσης Πέτρου. Τεχνικά όμως υπάρχει, για μένα, το πιο μεγάλο ενδιαφέρον. Στους «Ομήρους» αφηγητής είναι ο Σαλονικιός Οικονόμου, στο «1922» ο Σμυρνιός Αραμπατζής, ενώ στο 1923 δεν υπάρχει αφηγητής κι επομένως όλα όσα ανέφερα, τα ιστορικά στοιχεία και γεγονότα, τα ηθογραφικά στοιχεία, είναι κεντημένα μέσα στο σενάριο. Νομίζω ότι είναι το καλύτερο δείγμα σεναρίου που έχουμε δει από τον Πέτρου. Ένα σενάριο ζωντανό, γρήγορο και γεμάτο δράση. Τα μουντά χρώματα περνούν επιδέξια το συναίσθημα στις δύο πρώτες ιστορίες ενώ στο «1923: Εχθρική Πατρίδα» η παλέτα αλλάζει και γίνεται πιο αισιόδοξη καθώς οι πρόσφυγες εγκαθίστανται στη νέα πατρίδα. Μαστόρικα φτιαγμένα καρέ που υπηρετούν άριστα την πλοκή -ακόμα και όταν λείπει το σενάριο-, ενδελεχής ιστορική έρευνα, ψυχραιμία στην απεικόνιση της ιστορίας και των διαφόρων πολιτικών γεγονότων, σχέδιο προσηλωμένο στην ακρίβεια της σκηνοθεσίας, της εποχής των εκφράσεων των προσώπων. Ο Πέτρου ξέρει πολύ καλά τα κόμικς ως μέσο, χειρίζεται τις σελίδες και τα πάνελ του με αριστοτεχνικό τρόπο, σε μια αφήγηση ταυτόχρονα ακριβή και λιτή. Ξεφεύγει από τα καρέ, περνά στο περιθώριο της σελίδας επιστρέφοντας και πάλι σ’ αυτά, δείχνοντάς μας πως ξέρει να πει Ιστορία σε πολύχρωμες σελίδες με καρέ. Πηγή
  7. Με αφορμή τα 200 χρόνια από την έναρξη της επανάστασης, έσκασαν μύτη αρκετές εκδόσεις. Κάποιες ήταν fail (γκουχSonsOfChaosγκουχ), κάποιες αξιοπρεπείς (1800), κάποιες δεν έχω ιδέα (1821: Η Αρχή) και μία ξεχωρίζει ανάμεσα σε οτιδήποτε άλλο έχει εκδοθεί, ξεπερνώντας τα όρια του μέσου. Ο Soloup, δικαιολογεί την διδακτορική του ιδιότητα, με τον πιο μερακλίδικο τρόπο, γράφοντας ΤΗΝ ιστορία, υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου. Μετά το Αϊβαλί, που έδειχνε όλες τις μεριές του τραγικού τέλους της Μικρασιατικής εκστρατείας και το πολύ ιδιαίτερο και κοινωνικά σημαντικό Συλλέκτη, επιστρέφει Αντώνιος κάνοντας το triple kill με κάτι που θα συζητηθεί πολύ. Με τη βοήθεια τριμελούς ομάδας ιστορικών, μας παρουσιάζει την πιο ρεαλιστική και ωμή πλευρά της επανάστασης, έχοντας ως βασικό χαρακτήρα τον Θόδωρο Κολοκοτρώνη, τον αρχιστράτηγο και ψυχή της, μέσα από μία πολύ ιδιόμορφη εναλλαγή του παρόντος με το παρελθόν. Μία κοπέλα που κατεβαίνει στο κέντρο για δουλειές με το παπάκι της, πετυχαίνει με επεισοδιακό τρόπο έναν άστεγο στην πλατεία που βρίσκεται το άγαλμα του Κολοκοτρώνη και η Παλιά Βουλή. Ο οποίος, προθυμοποιείται να της αφηγηθεί την πραγματική, γυμνή αλήθεια για την επανάσταση, συνδέοντάς την με τη σαπίλα του παρόντος. Γιατί ότι σπείρεις, θερίζεις. Ανάμεσα από αυτές τις συναντήσεις, μεταφερόμαστε στο παρελθόν, βλέποντας τις πιο σημαντικές στιγμές της Επανάστασης, από τις οποίες ζήτημα είναι τελικά αν ο μέσος πολίτης ξέρει 2-3. Θα σας αφήσει άναυδους αρκετές φορές, από πολλές όψεις, στις 610 σελίδες του. Στο τέλος, προσφέρει και πλούσιο παράρτημα ~100 σελίδων. Μονάχα κάντε λίγο υπομονή στο πρώτο κεφάλαιο, γιατί αργεί λίγο να στρώσει η ροή του. Αλλά άπαξ και στρώσει αφηγηματικά, είναι ένα πραγματικό έπος, που αξίζει και πρέπει να διαβαστεί από κάθε Έλληνα, Ευρωπαίο και γενικότερα άνθρωπο, που θέλει να μάθει από πρώτο χέρι το πόσο άμπαλοι είμαστε και εδώ και 200 χρόνια γινόμαστε έρμαιο των ξένων συμφερόντων. Και αποδεικνύει ,με τον πιο αιχμηρό τρόπο, το ότι την ιστορία την γράφουν οι νικητές, διόλου αντικειμενικά.. Να λοιπόν το summer reading challenge για φέτος. Ακόμα να το τιμήσετε, @νθΕλλοΙνεΣ? ~ Soloup: To ’21 και η «Η Μάχη της Πλατείας» [Φλωράκης Γιώργος, 09/06/2021] ~«Ποιοι γράφουν την Ιστορία;» [Κουκουλάς Γιάννης, efsyn.gr, 11/06/2021] ~Soloup: Ένα κόμικ για την Επανάσταση του 1821 [Παναγιώτου Μαρία, philenews.com, 28/04/2021] Μπορείτε να διαβάσετε ένα απόσπασμα, τον πρόλογο ουσιαστικά, εδώ: https://issuu.com/ikarosbooks/docs/9789605724108
  8. Το θρυλικό εστιατόριο «Γρα-Γρου» της Βόρειας Ελλάδας έγινε συναρπαστικό κόμικ Μια πρωτότυπη ιστορία που αναμειγνύει με μαεστρία στοιχεία του φανταστικού με πραγματικά ιστορικά γεγονότα, ιδανικό παράδειγμα της νέας εποχής του ελληνικού κόμικ Για κάποιον που έχει ζήσει στην Αθήνα ή στη Νότια Ελλάδα ο περίεργος τίτλος του κόμικ δεν θυμίζει τίποτα. Για όσους όμως είναι από τη Βόρεια Ελλάδα ή έχουν ζήσει εκεί, το «Γρα-Γρου» αποτελεί σύμβολο μιας παλιάς εποχής. Το «Γρα-Γρου» είναι ένα καινούργιο κόμικ που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Ίκαρος, μια ιστορία των Γιάννη Παλαβού και Τάσου Ζαφειριάδη που εικονογράφησε ο Θανάσης Πέτρου. Η υπόθεσή του αφορά τις ιστορίες μοναχικών ανθρώπων που τους στοιχειώνει ένα γεφύρι σε ένα ερημικό και ξεχασμένο χωριό στα κρύα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας. Αυτά είναι αρκετά για να μην κάνουμε spoiler, μια και στο συγκεκριμένο έργο υπάρχει έντονο το στοιχείο της έκπληξης. Για κάποιον που έχει ζήσει στην Αθήνα ή στη Νότια Ελλάδα ο περίεργος τίτλος του κόμικ δεν θυμίζει τίποτα. Για όσους όμως είναι από τη Βόρεια Ελλάδα ή έχουν ζήσει εκεί, το «Γρα-Γρου» αποτελεί σύμβολο μιας παλιάς εποχής. «Ήταν ένα μικρό εστιατόριο στην παλιά εθνική οδό Βέροιας-Κοζάνης» λέει ο Γιάννης Παλαβός. «Χτίστηκε το 1925 έξω από το χωριό Καστανιά, στο Βέρμιο, από Σανταίους πρόσφυγες. Άλλαξε διάφορες χρήσεις: αρχικά ήταν χάνι, έπειτα κουρείο και τελικά έγινε εστιατόριο ονομαστό στη Βόρεια Ελλάδα. Επί ογδόντα χρόνια, το "Γρα-Γρου" ήταν το διάλειμμα για αναρίθμητους οδηγούς από τις ατέλειωτες στροφές του Βερμίου. Ήταν κάτι σαν καταφύγιο. Από κει περνούσαν καθημερινά εκατοντάδες αυτοκίνητα έως το 2004, οπότε άνοιξε η Εγνατία Οδός και το κτίριο κατεδαφίστηκε. Δεν υπάρχει ταξιδιώτης που να μην το νοσταλγεί». Οι δημιουργοί του έχουν χτίσει μια σοβαρή ιστορία μυθοπλασίας που αναμειγνύει με μαεστρία στοιχεία του φανταστικού με πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ο συμβολισμός του γεφυριού, που είναι ο άλλος πρωταγωνιστής του έργου, πέρα από το εστιατόριο, θίγει με έμμεσο τρόπο πολλές καταστάσεις από τη σύγχρονη κοινωνία. Ο Γιάννης ακόμη θυμάται τα συγκλονιστικά φαγητά που έφτιαχναν εκεί, τη φασολάδα και την κοτόσουπα. «Έχω έντονες αναμνήσεις από το ρυζόγαλο που τρώγαμε, από το πάτωμα που έτριζε, από τα κάδρα στους τοίχους –ιδίως τη "Σκάλα της ζωής του άντρα"–, από τη σόμπα που "μπουμπούνιζε", από τα τζάμια που τα θόλωνε το κρύο και, φυσικά, από τους ιδιοκτήτες του». Φωτο: Τάσος Αναστασόπουλος Εικονογράφηση από το κόμικ Το είχαν βαφτίσει έτσι παράξενα «από το γρύλισμα των μηχανών στην ανηφόρα», αναφέρει ο Τάσος Ζαφειριάδης. Αυτό ήταν, όπως μας είπαν, το βασικό έναυσμα για την ιστορία του κόμικ, όπως και η μοναδική τοποθεσία του. «Νομίζω ότι η πρώτη εικόνα που είχα ήταν αυτή του πέτρινου γεφυριού που χάνεται στην ομίχλη. Όταν κόλλησε αυτή η εικόνα με την Καστανιά, όλα άρχισαν με μαγικό τρόπο να μπαίνουν στη θέση τους και να συμπληρώνουν την ιστορία: το εκκλησάκι του Αγίου Χριστόφορου απέναντι από το Γρα-Γρου, το ποντιακό στοιχείο, η σύγχρονη Εγνατία Οδός με τις κοιλαδογέφυρές της που παρέκαμψε το χωριό, μια γέφυρα στη Βέροια που αποδίδεται εσφαλμένα στον Οθωμανό αρχιτέκτονα Μιμάρ Σινάν, αλλά και τα κουδαρίτικα, η συνθηματική γλώσσα των μαστόρων. Κλείδωσαν όλα μεταξύ τους με τρόπο που δεν μπορούσα να φανταστώ στην αρχή». Οι δημιουργοί του έχουν χτίσει μια σοβαρή ιστορία μυθοπλασίας που αναμειγνύει με μαεστρία στοιχεία του φανταστικού με πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ο συμβολισμός του γεφυριού, που είναι ο άλλος πρωταγωνιστής του έργου, πέρα από το εστιατόριο, θίγει με έμμεσο τρόπο πολλές καταστάσεις από τη σύγχρονη κοινωνία. Το κέντρο βάρους πέφτει και στο ρεαλιστικό σκίτσο του Θανάση Πέτρου. «Μια βασική διαφορά με τις προηγούμενες δουλειές μου είναι ότι το lettering είναι χειρόγραφο και όχι στον υπολογιστή, οπότε υπάρχει μεγαλύτερη συνάφεια μεταξύ του κειμένου και του σχεδίου. Από κει και πέρα, βασικό μου μέλημα ήταν να δημιουργήσω μια ατμόσφαιρα πειστική και αληθοφανή στα μάτια του αναγνώστη, που να ακολουθεί σκηνοθετικά και αισθητικά το πνεύμα της ιστορίας» λέει και, όπως το μαρτυρούν οι σελίδες, το έχει πετύχει. Έχει πιάσει ακριβώς την ατμόσφαιρα και τον ρυθμό της ιστορίας, αλλά κυρίως το «σκληρό» κλίμα της περιοχής. Με αφορμή αυτό, όμως, οι δημιουργοί του βρήκαν την ευκαιρία να ξεπεράσουν και ένα παλιό τους απωθημένο, το να ντύσουν ένα κόμικ με μουσική ώστε να αποτελεί μια πιο ολοκληρωμένη πρόταση. Επομένως, στις πρώτες σελίδες του ανακαλύπτεις ότι έχει και το δικό του σάουντρακ, επτά ορίτζιναλ κομμάτια που έχει συνθέσει ο Μιχάλης Σιγανίδης, εμπνευσμένα από την υπόθεση. Το εστιατόριο Γρα-Γρου χτίστηκε το 1925 έξω από το χωριό Καστανιά, στο Βέρμιο, από Σανταίους πρόσφυγες. Αρχικά ήταν χάνι, έπειτα κουρείο και τελικά έγινε εστιατόριο ονομαστό στη Βόρεια Ελλάδα. Φωτο: Τάσος Αναστασόπουλος Σκέφτομαι αν θα μπορέσει να αποτελέσει ιδανικό παράδειγμα της στροφής που κάνουν τελευταία οι Έλληνες δημιουργοί σε ελληνοκεντρικά θέματα και το κατά πόσο τα ελληνικά κόμικς αλλάζουν. Είναι τόσο προσεγμένη δουλειά, που μπορεί να σταθεί επάξια δίπλα σε ευρωπαϊκά ή αμερικανικά graphic novels και αν έχει τύχη, να βγει και σε άλλη αγορά, εκτός της χώρας του. Αν και δεν είναι ακόμα ευδιάκριτη η πορεία που θα πάρει η ελληνική «σκηνή» των κόμικς, όπως αναφέρει ο Θανάσης Πέτρου. «Ο όρος "σκηνή" υπονοεί κάποια κοινά χαρακτηριστικά, κάποιες αισθητικές τάσεις ή υφολογικές επιλογές, γεγονός που, καλώς ή κακώς, δεν είναι διακριτό σε γενικές γραμμές στα ελληνικά κόμικς. Δημιουργοί, κυρίως σχεδιαστές και λιγότερο σεναριογράφοι πάντοτε υπήρχαν και συνεχώς εμφανίζονται νέοι και πολύ ταλαντούχοι. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα παρατηρείται πολύ μεγάλη αύξηση στον χώρο των αυτοεκδόσεων, τις οποίες όμως, μια και συνήθως δεν έχουν διανομή, είναι δύσκολο να τις βρει το αναγνωστικό κοινό ‒ μόνο στο πλαίσιο κάποιων φεστιβάλ ή, στην καλύτερη περίπτωση, σε κάποια εξειδικευμένα βιβλιοπωλεία. Το ζήτημα είναι να υπάρχουν εκδότες οι οποίοι θα υποστηρίξουν και θα προωθήσουν τις νέες δημιουργίες. Τελευταία έχουν μπει και μεγάλοι εκδότες στον χώρο των κόμικς, οπότε μόνο καλό θα κάνει αυτή η αλλαγή τακτικής». Εικονογράφηση από το κόμικ Οι δημιουργοί του έχουν χτίσει μια σοβαρή ιστορία μυθοπλασίας που αναμειγνύει με μαεστρία στοιχεία του φανταστικού με πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Φωτο: Τάσος Αναστασόπουλος Σελίδα από το κόμικ Σελίδα από το κόμικ Πηγή
  9. 1923, Εχθρική Πατρίδα Το νέο κόμικς του Θανάση Πέτρου «1923, Εχθρική Πατρίδα» που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ίκαρος είναι το τρίτο μέρος της συναρπαστικής ιστορίας που ξεκίνησε με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς, Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» και συνεχίστηκε με το «1922, Το τέλος ενός ονείρου». Η κατάσταση στο λιμάνι του Πειραιά αμέσως μετά την καταστροφή της Σμύρνης, το 1923, οι συγκλονιστικές ιστορίες των προσφύγων και οι ανυπόφορες συνθήκες στις οποίες έπρεπε να ζήσουν, αντιμετωπίζοντας εχθρότητα και πολιτική αστάθεια, γίνονται για τον Θανάση Πέτρου το πλαίσιο για το νέο συγκλονιστικό graphic novel του. 1923, Πειραιάς, μετά την καταστροφή της Σμύρνης. Χιλιάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες κατακλύζουν το λιμάνι, ενώ το στρατιωτικό κίνημα που αναλαμβάνει επίσημα την άσκηση της εξουσίας απαιτεί την απομάκρυνση του βασιλιά. Η στρατοκρατούμενη διοίκηση πρέπει να φροντίσει για τη σίτιση και τη στέγαση των χαροκαμένων προσφύγων, οι οποίοι, πέρα από τις ταλαιπωρίες τους, έχουν να υπομείνουν και τη σχεδόν εχθρική, σε πολλές περιπτώσεις, αντιμετώπιση από τους γηγενείς Έλληνες. Ο Σμυρνιός Γιώργος Αμπατζής και ο Ζακυνθινός Σπύρος Τζανέτος, συμπολεμιστές στη Μικρασιατική Εκστρατεία, που έχουν πάρει το στρατιωτικό τους απολυτήριο και φτάνουν στον Πειραιά μαζί με τις χιλιάδες προσφύγων τον Σεπτέμβριο του 1922, αγωνίζονται να επιβιώσουν στις ανυπόφορες συνθήκες και την πολιτική αστάθεια, σε ένα περιβάλλον με αμέτρητες δυσκολίες. Ο Αμπατζής αναζητά τη χαμένη του οικογένεια και ο Τζανέτος παραμένει στο λιμάνι για να βοηθήσει τον φίλο του. Το νέο κόμικς του Θανάση Πέτρου «1923, Εχθρική Πατρίδα» που κυκλοφόρησε μόλις από τις εκδόσεις Ίκαρος είναι το τρίτο μέρος της συναρπαστικής ιστορίας που ξεκίνησε με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς, Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» και συνεχίστηκε με το «1922, Το τέλος ενός ονείρου». Παρουσιάζει με ρεαλιστικό τρόπο τις συνθήκες στους καταυλισμούς των προσφύγων και τη δημιουργία μιας ολόκληρης περιοχής, της Κρεμμυδαρούς, μέσα από περιστατικά που είναι σκληρά και απάνθρωπα, αλλά εντελώς αληθινά – με καρέ ωμής πραγματικότητας. «Με δεδομένο ότι το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε στον Πειραιά και με δεδομένο ότι σήμερα υπάρχει μια ρομαντική, σχεδόν μυθική, διάσταση γύρω από αυτό και τους δημιουργούς του, θέλησα να δείξω ότι ο κόσμος της μαγκιάς του Πειραιά, στην πραγματικότητα, απείχε πάρα πολύ από οποιαδήποτε ειδυλλιακή εικόνα έχουμε πλέον εμείς και η οποία βασίζεται στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο κόσμος της μαγκιάς είχε κλέφτες, απατεώνες, φυλακόβιους, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκους». «Αρχικά είχα ξεκινήσει να γράφω μια ιστορία που θα εστίαζε στο ρεμπέτικο, την οποία όμως εγκατέλειψα σχετικά γρήγορα, όταν συνειδητοποίησα ότι τα γεγονότα με το Δ' Σώμα Στρατού στο Γκαίρλιτς και το πλαίσιο στο οποίο εντάσσονταν είχαν πολύ περισσότερο ενδιαφέρον», εξηγεί ο Θανάσης Πέτρου. «Πριν ακόμα εκδοθούν οι "Όμηροι", είχα ξεκινήσει να ετοιμάζω τη συνέχειά τους, δηλαδή το “1922, το τέλος ενός ονείρου”, στο οποίο διαπραγματεύομαι την ιστορία της Μικρασιατικής Εκστρατείας μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το να ασχοληθώ με τις συνέπειες της Μικρασιατικής Καταστροφής και τη μοίρα των προσφύγων που έφτασαν στην Ελλάδα μου φάνηκε ότι ήταν μονόδρομος, οπότε προέκυψε το “1923, Εχθρική πατρίδα”. Επομένως, αν και δεν ήταν ο αρχικός σκοπός μου να κάνω μια τριλογία, τελικά συνέβη. Στους "Όμηρους" τον ρόλο του αφηγητή παίζει ο Θεσσαλονικιός Οικονόμου, στο “1922” τη σκυτάλη παίρνει ο Σμυρνιός, ενώ στο “1923” ουσιαστικά δεν υπάρχει αφηγητής. Ξεκινώντας να συλλέγω υλικό και να γράφω το σενάριο για το “1923” είχα κατά νου η ιστορία μου να φτάσει μέχρι το 1936, την εποχή που επιβάλλεται η δικτατορία από τον Μεταξά. Ωστόσο, τα ιστορικά γεγονότα του ελληνικού Μεσοπολέμου είναι τόσα πολλά και τόσο σύνθετα που ήταν αδύνατο με την αφήγησή μου να καλύψω μια τόσο μεγάλη χρονική περίοδο. Επομένως, θα υπάρξει και συνέχεια γιατί θέλω η ιστορία των πρωταγωνιστών μου να ολοκληρωθεί το 1936 και μάλιστα αυτό να γίνεται στη γενέθλια πόλη μου, τη Θεσσαλονίκη». — Τι έρευνα έκανες για να δημιουργήσεις το σκηνικό και τους ήρωες; Από τον τρόπο που μιλάνε μέχρι την κατάσταση στα καταλύματα στις περιοχές που τους έβαλαν να μείνουν; Προφανώς υπάρχει τεράστια βιβλιογραφία που σχετίζεται με το θέμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, της υποδοχής και της ένταξής τους στον ελλαδικό χώρο, έκανα μια επιλογή βιβλίων που αποτέλεσαν τις αρχικές πηγές μου. Πολύ βασικότερο ρόλο στην άντληση υλικού για το σενάριό μου είχε η ανάγνωση εφημερίδων της εποχής. Ουσιαστικά, έκανα αποδελτίωση των καθημερινών φύλλων 4-5 εφημερίδων από τον Σεπτέμβριο του 1922 μέχρι τον Απρίλιο του 1924. Ήταν πολύ κουραστικό, αλλά «ψάρευα» φοβερά πράγματα, ώστε να σχηματίσω μια πληρέστερη εικόνα για τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο. Βέβαια, πάρα πολλά από αυτά δεν τα χρησιμοποίησα, αλλά αυτό πάντα συμβαίνει όταν κάνεις έρευνα και συλλέγεις υλικό, ένα πολύ μεγάλο μέρος του μένει στο ράφι. — Πες μου για τις αληθινές προσωπικότητες που εμφανίζονται μέσα στην ιστορία. Στη διάρκεια της αφήγησης βλέπουμε δύο φορές τον Νικόλαο Πλαστήρα, επικεφαλής του επαναστατικού κινήματος, να βγάζει λόγο στο Σύνταγμα, ενώ ένα μικρό πέρασμα κάνουν ο έφηβος Μάρκος Βαμβακάρης (17 χρονών το 1922), ο συνθέτης Βαγγέλης Παπάζογλου και ο τραγουδιστής Στελλάκης Περπινιάδης (οι δυο τους, με βάση τη βιογραφία του Περπινιάδη, όντως είχαν γνωριστεί στα Βούρλα). Κατά τα άλλα, όσοι χαρακτήρες εμφανίζονται στο βιβλίο είναι επινοημένοι. — Πόσο δύσκολο ήταν να εντάξεις όλα αυτά τα γεγονότα μέσα στο σενάριο του κόμικς και σε ελάχιστα καρέ; Δεν ήταν εύκολο, γιατί επιπλέον στο τρίτο βιβλίο δεν υπάρχει αφηγητής, επομένως τα πάντα έπρεπε να γίνονται κατανοητά από την οπτική αφήγηση και τους διαλόγους. Μόνο στην τελευταία σελίδα του βιβλίου θα διαβάσουμε τις σκέψεις του Αμπατζή. Ήταν επιλογή μου να απουσιάζει ο αφηγητής που θα μας περιγράφει κάποια γεγονότα, τις σκέψεις και τα συναισθήματά του ή θα τοποθετεί χωρικά ή χρονικά τον αναγνώστη. Επομένως, όλα τα ιστορικά γεγονότα της περιόδου στην οποία αναφέρομαι δεν περιγράφονται αυτά καθ’ εαυτά, αλλά προσπάθησα να τα εντάξω έμμεσα. — Μίλησέ μου για τους άλλους χαρακτήρες του κόμικς, τον Σπύρο Τζανέτο, τον Μπάμπη Καραλή, τη Μαριγώ… Ο Σπύρος Τζανέτος, Επτανήσιος στην καταγωγή, ήταν συμπολεμιστής του Αμπατζή στη Μικρασιατική Εκστρατεία και σ’ αυτή την πρωτόγνωρη πραγματικότητα που αντικρίζουν στον Πειραιά αποφασίζει να μείνει και να συμπαρασταθεί στον φίλο του. Στην πραγματικότητα, δεν θα μπορούσε να φύγει, γιατί τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1922 οι ακτοπλοϊκές γραμμές είχαν διακοπεί. Όλα τα πλοία ουσιαστικά χρησιμοποιούνταν για τη μεταφορά προσφύγων από τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου προς τα μεγάλα λιμάνια της ηπειρωτικής ή της νησιωτικής χώρας. Ο χαρακτήρας του Μπάμπη Καραλή, μαζί με την παρέα του, ουσιαστικά αντιπροσωπεύει τον ντόπιο Πειραιώτη, που είναι μάγκας, πονηρός, λωποδύτης και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί τους πρόσφυγες, ώστε να βρει έναν εύκολο τρόπο βιοπορισμού. Με δεδομένο ότι το ρεμπέτικο τραγούδι γεννήθηκε στον Πειραιά και με δεδομένο ότι σήμερα υπάρχει μια ρομαντική, σχεδόν μυθική, διάσταση γύρω από αυτό και τους δημιουργούς του, θέλησα να δείξω ότι ο κόσμος της μαγκιάς του Πειραιά, στην πραγματικότητα, απείχε πάρα πολύ από οποιαδήποτε ειδυλλιακή εικόνα έχουμε πλέον εμείς και η οποία βασίζεται στα ρεμπέτικα τραγούδια. Ο κόσμος της μαγκιάς είχε κλέφτες, απατεώνες, φυλακόβιους, νταβατζήδες, μαχαιροβγάλτες, τραμπούκους. Θύμα του Μπάμπη πέφτει η έφηβη Μαριγώ, η αδελφή του Αμπατζή, η οποία έχει χάσει την οικογένειά της στη Σμύρνη και φτάνει ολομόναχη στον Πειραιά. — Η κατάσταση στα προσφυγικά ήταν πολύ δύσκολη, κι ο τρόπος που παρουσιάζεται στο «1923» είναι πολύ ρεαλιστικός, τι σε εντυπωσίασε περισσότερο από τα στοιχεία που μάζευες όσο ετοίμαζες το κόμικς; Είχες πηγές για αυτές τις αναφορές; Την πραγματική διάσταση των προβλημάτων την ξέρουν φυσικά μόνο όσοι πρόσφυγες τα βίωσαν στο πετσί τους. Από ’κει και πέρα όλοι εμείς, οι υπόλοιποι, θα πρέπει, αναγκαστικά, να βασιστούμε στις μαρτυρίες αυτών των προσφύγων, όπως στις αφηγήσεις της Αγγέλας Παπάζογλου ή σε λογοτεχνικά έργα. Αν έχω καταφέρει στο κόμικς να περιγράψω, έστω με τον ελάχιστο ρεαλισμό, την κατάσταση και τις συνθήκες που επικρατούσαν, θα είμαι πολύ ικανοποιημένος. — Πες μου για το πολιτικό πλαίσιο της ιστορίας – που είναι στην ουσία η επιβίωση στον προσφυγικό καταυλισμό και η αναζήτηση της οικογένειας του Αμπατζή. Ουσιαστικά, αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή, θα επικρατήσει ένα κίνημα στρατιωτικών το οποίο θα αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας. Σήμερα, θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε μια δικτατορία συνταγματαρχών, εκείνη την εποχή όλες αυτές οι ενέργειες των στρατιωτικών που κατέλυαν το πολιτικό σύστημα ονομάζονταν «κινήματα». Για να μη μακρηγορήσω, τα πολιτικοϊστορικά γεγονότα της συγκεκριμένης περιόδου είναι καταλυτικά: η υπογραφή συνθήκης ειρήνης με την κεμαλική Τουρκία, η τιμωρία των ενόχων για την αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η έναρξη συνομιλιών Ελλάδας και Τουρκίας με ποικίλα και πολυσύνθετα προβλήματα (ανατολική Θράκη, πολεμικές αποζημιώσεις, το Πατριαρχείο, οι πρόσφυγες κ.λπ.). Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό της χώρας, το κολοσσιαίο πρόβλημα είναι, φυσικά, η στέγαση, η σίτιση, η περίθαλψη και η γεωγραφική κατανομή των χιλιάδων προσφύγων που κατέφτασαν στον ελλαδικό χώρο. Από εκεί και πέρα, η καθημερινότητα των πρωταγωνιστών μου επηρεάζεται φυσικά από τα πολιτικά θέματα που προκύπτουν, αλλά το κυριότερο ζήτημα είναι, κατά βάση, αυτό της επιβίωσης ή για τον Αμπατζή το να βρει αν η οικογένειά του έχει γλιτώσει από την καταστροφή, ενώ παράλληλα βλέπουμε πώς δημιουργείται η Κρεμμυδαρού, η περιοχή που θα αποτελέσει αργότερα τη Δραπετσώνα. — Ο τρόπος που υποδέχτηκαν οι ντόπιοι τους πρόσφυγες είναι σοκαριστικός, αν και είναι στο DNA μας να μη θέλουμε ξένους στο σπίτι μας, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Δεν μαθαίνει ποτέ ο Έλληνας από την ιστορία… Υπάρχουν δύο βασικές διαστάσεις σε ό,τι αφορά την υποδοχή των προσφύγων. Από τη μία είναι η κρατική μέριμνα που έπρεπε να λειτουργήσει άμεσα, σε μεγάλη κλίμακα και αποτελεσματικά και η οποία προφανώς δεν επαρκούσε, οπότε χρειάστηκε μεγάλη συνδρομή από το εξωτερικό. Να αναφέρω ένα ενδεικτικό παράδειγμα της κατάστασης: τις πρώτες ημέρες που άρχισαν να φτάνουν πρόσφυγες στον Πειραιά γινόταν διανομή μόνο ξηράς τροφής, γιατί δεν υπήρχαν σκεύη για να τους προσφέρουν φαγητό. Από την άλλη, οι ντόπιοι Πειραιώτες, μια και το κόμικς διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου στον Πειραιά, είδαν την πόλη τους να πλημμυρίζει από χιλιάδες εξαθλιωμένους ανθρώπους. Να έχουμε υπόψη ότι, στην αρχή, οι πρόσφυγες που κατέφθαναν ήταν ηλικιωμένοι και γυναικόπαιδα, μια και οι άντρες από 18 έως 45 ετών είχαν συλληφθεί από τους Τούρκους. Προφανώς, πολλοί ντόπιοι προσπάθησαν να τους βοηθήσουν, αλλά πολλοί τους αντιμετώπισαν εχθρικά, ενώ κάποιοι θέλησαν να τους εκμεταλλευτούν. Πολλοί Αθηναίοι ή Πειραιώτες έτρεξαν να βρουν ανάμεσα στους πρόσφυγες οικιακές βοηθούς και παραδουλεύτρες, αλλά αρκετές γυναίκες και νέες κοπέλες έπεσαν θύματα σεξουαλικής εκμετάλλευσης και οδηγήθηκαν στην πορνεία. Πρέπει να ήταν τόσο μεγάλη η προσπάθεια εξαπάτησης του γυναικείου προσφυγικού πληθυσμού, ώστε πολύ σύντομα ψηφίστηκε νόμος που απαγόρευε στους ντόπιους να έχουν επαφές με τους πρόσφυγες, αν πρώτα δεν αποδείκνυαν την οικογενειακή τους κατάσταση και ότι όντως χρειάζονταν οικιακή βοηθό. Επίσης, να προσθέσω ότι μέσα από τις αναγνώσεις των εφημερίδων της εποχής, διαπίστωσα ότι ο Πειραιάς ήταν, ούτως ή άλλως, μια περιοχή όπου η γενική παραβατικότητα, οι τραυματισμοί, ακόμη και οι ανθρωποκτονίες για ασήμαντες αφορμές, μάλλον ήταν σε καθημερινή βάση. — Πες μου και για το κρατικό πορνείο των Βούρλων. Ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα στην περιοχή του Πειραιά φαίνεται ότι υπήρχε πολύ μεγάλο πρόβλημα με τα χαμαιτυπεία που εξυπηρετούσαν ναυτικούς και εργάτες και ήταν διασκορπισμένα στην περιοχή. Οι κάτοικοι διαμαρτύρονταν για τη διασπορά των εκδιδόμενων γυναικών μέσα στην πόλη και απαιτούσαν τη μεταφορά των πορνείων εκτός των ορίων της πόλης. Έτσι, το 1873 παραχωρήθηκε μία έκταση στην περιοχή Βούρλα, που ήταν κοντά στο νεκροταφείο του Αγίου Διονυσίου και θα προοριζόταν για την κατασκευή ενός κτιριακού συγκροτήματος-πορνείου. Ο δήμαρχος Πειραιά, κάτω από μυστήριες συνθήκες, ανέθεσε την εργολαβία στον Νικόλαο Μπόμπολα, ο οποίος αποπεράτωσε το κτιριακό συγκρότημα το 1875. Στην πραγματικότητα, ήταν ένα περίκλειστο στρατόπεδο-φυλακή-πορνείο υπό την επίβλεψη της χωροφυλακής. Στα Βούρλα, οι εργαζόμενες γυναίκες (ακόμα και ανήλικες) ήταν στην πραγματικότητα φυλακισμένες μέσα στο κτιριακό συγκρότημα, που ήταν χωρισμένο σε τρεις πτέρυγες. Τα δωμάτιά τους είχαν έναν βασικό εξοπλισμό (κρεβάτι, τραπέζι, καρέκλα και νιπτήρα τοίχου), ενώ στην κοινόχρηστη αυλή υπήρχαν αποχωρητήρια, λουτρά και καφενείο. Η κατάταξη των των γυναικών γινόταν σύμφωνα με την ηλικία τους. Στην πρώτη πτέρυγα ήταν οι μεσόκοπες 40-50 ετών, στη μεσαία οι γυναίκες 18-40 ετών και στην τρίτη πτέρυγα τα κορίτσια 14-18 ετών. Οι διευθύντριες, απόμαχες πόρνες, ήταν υπεύθυνες για την ενοικίαση των δωματίων, επέβλεπαν την προσέλευση των πελατών και την είσπραξη του αντιτίμου, φρόντιζαν για τις εβδομαδιαίες ιατρικές εξετάσεις των γυναικών στο Νοσοκομείου Συγγρού για αφροδίσια νοσήματα. Οι γυναίκες μπορούσαν να βγουν έξω από τα Βούρλα μόνο για ιατρικές εξετάσεις ή αν έπαιρναν άδεια από τις αστυνομικές αρχές, πράγμα σπάνιο. Απ’ ό,τι φαίνεται, υπήρχαν γυναίκες που μεγάλωναν μέσα στα Βούρλα τα παιδιά τους. Πληροφορίες από πρώτο χέρι για τα Βούρλα έχουμε από τα επιτόπια ρεπορτάζ που έκαναν η συγγραφέας-δημοσιογράφος Λιλίκα Νάκου το 1936 για την εφημερίδα «Ακρόπολις», ο δημοσιογράφος Κανελλής που επισκέφθηκε τα Βούρλα το 1933 για λογαριασμό της εφημερίδας «Ανεξάρτητος» και από τις βιογραφίες του Μάρκου Βαμβακάρη και του Νίκου Μάθεση. Δεν είναι βέβαιο πότε τερματίστηκε η λειτουργία του πορνείου των Βούρλων (άλλοι υποστηρίζουν το 1934, άλλοι το 1937), πάντως στην περίοδο της Κατοχής το συγκρότημα είχε μετατραπεί σε φυλακές. Αργότερα μετονομάστηκαν σε «Δικαστικές Φυλακές Πειραιώς», οι οποίες λειτούργησαν μέχρι τα χρόνια της δικτατορίας. Είναι γνωστή η ιστορία της απόδρασης 27 φυλακισμένων κομμουνιστών το 1955, οι οποίοι σε τέσσερις μήνες έσκαψαν σήραγγα 18-19 μέτρων για να καταφέρουν να αποδράσουν. Πηγή
  10. Ένα υπέροχο ταξίδι στον χρόνο Γιάννης Κουκουλάς Δημιουργός κόμικς, εικονογράφος, σχεδιαστής, είναι κάποιες από τις ιδιότητες με τις οποίες είναι γνωστός ο Πέτρος Χριστούλιας. Ολες σχετικές με την εικόνα. Σε αυτές προστέθηκε πρόσφατα κι ακόμα μία, αυτή του συγγραφέα παιδικών βιβλίων. «Η Ατμομηχανή του Χρόνου» είναι η πρώτη του συγγραφική δουλειά. Και είναι συναρπαστική. Τα ταξίδια στον χρόνο αποτελούσαν πάντα προκλήσεις για συγγραφικές επινοήσεις και αγαπημένα θέματα των αναγνωστών. Συνήθως, τέτοια ταξίδια στη λογοτεχνία –αλλά και στον κινηματογράφο, στα κόμικς κ.λπ.– συνδυάζονταν με τρελές περιπέτειες, με απρόσμενα σενάρια, με εντυπωσιακά ειδικά εφέ. Επιπλέον, οι επιστροφές στον χρόνο συνήθως αφορούν συγκεκριμένες χρονικές στιγμές, που είναι φορτισμένες με ιστορική σημασία και συγκεκριμένα μέρη που είναι ικανά να εξάψουν τη φαντασία. Δεν είναι και τόσο συνηθισμένο ένα θέμα τόσο εξωπραγματικό να «περιορίζεται» σε μια μικρή επαρχιακή πόλη της Ελλάδας και να μην έχει ούτε πανίσχυρα υπερόπλα ούτε καταστροφές και φιλοσοφικά παράδοξα ούτε απαστράπτουσες χρονομηχανές. Ο Πέτρος Χριστούλιας το κατάφερε, όμως. Στο βιβλίο του μπορεί να μην υπάρχουν τα αναμενόμενα σε ένα τέτοιο έργο. Και κυρίως να μην υπάρχει μια μηχανή του χρόνου. Είναι αρκετή, όμως, μια «Ατμομηχανή του Χρόνου» (εκδόσεις Ικαρος, 152 σελίδες), η οποία μεταφέρει τον Άλκη και τη Φωτεινή σε μια προηγούμενη εποχή της ίδιας τους της πόλης και σε ένα μυστήριο που πρέπει να λυθεί. Αν και δεν δηλώνεται ρητά πουθενά στο βιβλίο, αυτή η πόλη είναι η Χαλκίδα, πόλη στην οποία ζει, εργάζεται και δημιουργεί ο Χριστούλιας. Και είναι μια υπέροχη Χαλκίδα. Με τις ιδιαιτερότητές της, με τα παράξενα υδάτινα φαινόμενά της, με τα καραβάκια στο στενό που τη χωρίζει από την απέναντι στεριά, με τα ήσυχα και κατάφυτα δρομάκια της. Όλα αυτά, ιδιαίτερα στην παλαιά εποχή κατά την οποία εξελίσσεται το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου, υποκαθιστούν και με το παραπάνω την απουσία όλων των συμβατικών «αναμενόμενων» που προαναφέραμε. Μετατρέποντας έτσι την «Ατμομηχανή του Χρόνου» σε ένα πανέμορφο ταξίδι στον χρόνο, σε μια πανέμορφη πόλη, με πρωταγωνιστές δύο μικρά παιδιά που γνωρίζουν από κοντά τη μαγεία και τη γοητεία της απλότητας και της αθωότητας μιας άλλης, οριστικά χαμένης εποχής: «Σε λίγο περπατούσαν στις γειτονιές της πόλης τους, που τώρα, με όλα αυτά τα σπίτια με τις κεραμοσκεπές και τις αυλές τους, που από τα κάγκελά τους ξεχείλιζαν διάφορα φυτά, έμοιαζε περισσότερο με κάποιο χωριό. Οι μεθυστικές μυρωδιές από τα γιασεμιά και τα νυχτολούλουδα ήταν σίγουρα πιο ευχάριστες από τις αναθυμιάσεις των αυτοκινήτων που είχαν συνηθίσει». Η γραφή του Πέτρου Χριστούλια είναι απλή, κατανοητή και γεμάτη νοήματα και συναισθήματα για τα παιδιά άνω των 9 ετών στα οποία απευθύνεται η έκδοση, ενώ η αφήγηση συμπληρώνεται από τα έξυπνα, δεκάδες σχέδια του δημιουργού που προσφέρουν σε ορισμένα σημεία του βιβλίου την απαραίτητη οπτικοποίηση που κάνει την ιστορία ακόμα πιο ενδιαφέρουσα. Σε ένα ακόμα παράδειγμα παιδικής, εφηβικής και νεανικής λογοτεχνίας που τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας γνωρίζουν και θα συνεχίζουν να γνωρίζουν μεγάλη ανάπτυξη και εξέλιξη. Πηγή
  11. «1922»: Λίγο πριν από την τελευταία πράξη της Μικρασιατικής Καταστροφής ΑΠΕ-ΜΠΕ Εκατό παρά ένα χρόνια συμπληρώνονται από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ένα εθνικό τραύμα που έχει εγγραφεί στη συλλογική μνήμη και του οποίου η ιστορία εξακολουθεί να μας απασχολεί με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Με το καινούργιο εικονογραφημένο ιστορικό του μυθιστόρημα, που κυκλοφορεί υπό τον τίτλο «1922» από τις εκδόσεις Ίκαρος, ο Θανάσης Πέτρου αποδεικνύει πόσο έχουν προχωρήσει τα κόμικς στα καθ' ημάς, αναλαμβάνοντας πλέον να καταπιαστούν όχι απλώς με ιστορικά θέματα, αλλά και με ένα ζήτημα το οποίο συνδέεται με μια από τις πιο μοιραίες στιγμές της Ελλάδας. Η ιδέα για το «1922» ξεκίνησε από το αμέσως προηγούμενο εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Πέτρου, που τιτλοφορείται «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς» (2020, Ίκαρος), και το οποίο έχει ως θέμα του τον Α' Παγκόσμιο Πόλεμο και τον Εθνικό Διχασμό, αναφέρει το ΑΠΕ-ΜΠΕ. Στην τωρινή δουλειά του, με μεγάλα, μακρινά πλάνα για τις στρατιωτικές συγκρούσεις, τις οποίες απεικονίζει με βαθιά πράσινα, κίτρινα και καφέ χρώματα, χτίζοντας μιαν ατμόσφαιρα αγωνίας, ρίσκου και διαρκούς περιπέτειας, ο Πέτρου εξιστορεί την πορεία της Μικρασιατικής Εκστρατείας: από την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών, την οποία δεν σεβάστηκε και δεν τήρησε κανένας, μέχρι την προέλαση του ελληνικού στρατού στην Ανατολία το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1920 και την κατοπινή συντριβή. Στο κόμικ, που όπως και η λογοτεχνία, οφείλει να εξατομικεύσει μυθοπλαστικά την αφήγησή του, πρωταγωνιστούν δύο στρατιώτες: ο Γιώργης Αμπατζής και ο αρχαιοδίφης Κωνσταντίνος Νικολάου, ο οποίος μας υπενθυμίζει με διάφορες ευκαιρίες το πολυστρωματικό αρχαιοελληνικό παρελθόν της Μικράς Ασίας. Καθώς ξεδιπλώνει την ιστορία της πικρής εκστρατείας, ο Πέτρου αφήνει να φανεί, όπως το κάνουν όλοι οι σύγχρονοι ιστορικοί, πως τα γεγονότα για την ολοσχερή ήττα του ελληνικού στρατού στα βάθη της Τουρκίας είναι πολλαπλά: τα γεωπολιτικά συμφέροντα της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιταλίας, η άνοδος του εθνικισμού των Νεότουρκων και η πολιτική αδιαλλαξία του Κεμάλ Ατατούρκ, η βαθιά αντίθεση μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών (εδώ εμπλέκεται ο Εθνικός Διχασμός), αλλά και τα υπέρβαρα προβλήματα διοικητικής μέριμνας (επισιτισμού και τροφοδοσίας) τα οποία ήταν υποχρεωμένες να αντιμετωπίσουν σε όλη τη διάρκεια της εκστρατείας οι ελληνικές δυνάμεις (λόγω της απόστασης που είχε το στράτευμα από τη Σμύρνη). Εκείνο το οποίο έχει τη μεγαλύτερη σημασία στο εικονογραφημένο μυθιστόρημα του Πέτρου δεν είναι τόσο η ανάλυση των αιτίων της Μικρασιατικής Καταστροφής όσο η αποτύπωση της καθημερινότητας των Ελλήνων στρατιωτών, ιδίως μετά την οπισθοχώρηση από τον ποταμό Σαγγάριο: κακές συνθήκες διαβίωσης, απώλεια κάθε ελπίδας και προοπτικής, μικροπολιτικοί καβγάδες, απόγνωση και βία προς πάσα κατεύθυνση, αλλεπάλληλες απογοητεύσεις ύστερα από την ανασύνταξη των Τούρκων, φόβος για το σήμερα και για το αύριο και, στο τέλος, η επιστροφή στη Σμύρνη λίγο προτού καεί η πόλη και θανατωθεί μεγάλο μέρος του ελληνικού πληθυσμού, με τα κύματα των προσφύγων να κατακλύζουν την Ελλάδα και το όνειρο της Μικράς Ασίας να χάνεται διά παντός. Ο Πέτρου αφήνει έξω από τη δράση την τελευταία αυτή πράξη του δράματος, ίσως γιατί η απόλυτη κατονομασία προκαλεί ακόμη οδύνη, ενδεχομένως επειδή έτσι η καταστροφή αποκτά δραματικότερο χαρακτήρα, πιθανόν, όμως, και εξαιτίας μιας σοφής αφηγηματικής οικονομίας που θέλει να παροτρύνει τον αναγνώστη να συμπληρώσει μόνος του όσα έχει ήδη παρακολουθήσει, μια και τα γεγονότα είναι λίγο-πολύ δεδομένα για όλους μας. Λίγα λόγια για τον συγγραφέα O Θανάσης Πέτρου είναι μια πολυτάλαντη προσωπικότητα. Με σπουδές γαλλικής φιλολογίας και μεταπτυχιακό στην κοινωνιογλωσσολογία, έχει συνεργαστεί, δημοσιεύοντας κόμικς, με μια μεγάλη γκάμα εντύπων: από το «9» της «Ελευθεροτυπίας» μέχρι τη «Βαβέλ» και τη «Γαλέρα». Έχει επιπλέον δημοσιεύσει (για να μείνουμε στις πρόσφατες δουλειές του), σε συνεργασία με τον Δημήτρη Βανέλλη, το graphic novel «Γιαννούλης Χαλεπάς: ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής» (εκδόσεις Πατάκη, 2019). Η συνεργασία των δυο είχε ως αποτέλεσμα την κατ' επανάληψη μεταφορά ελληνικών λογοτεχνικών κειμένων σε κόμικς: από Δημοσθένη Βουτυρά, Κ. Π. Καβάφη και Ανδρέα Καρκαβίτσα μέχρι Κώστα Καρυωτάκη, Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη και Μ. Καραγάτση. Πρόσφατο είναι και το graphic novel «Γρα-Γρου» (εκδόσεις Ίκαρος, 2017), φτιαγμένο σε συνεργασία με τον Τάσο Ζαφειριάδη και τον Γιάννη Παλαβό. Πηγή
  12. Έκθεση comics – Soloup: 1821- η μάχη της πλατείας Την Τρίτη 6/7/2021 ανοίγει για το κοινό η έκθεση «1821- Η μάχη της πλατείας» στον ανακαινισμένο χώρο υποδοχής του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (Μέγαρο Παλαιάς Βολής, Σταδίου 13). Τι γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ιστορίες πολλών ανθρώπων, η Ιστορία μας. Μάχες στα βουνά και στις θάλασσες, μάχες και στα λόγια, στα κείμενα όσων έζησαν την Επανάσταση ή ασχολήθηκαν με αυτήν. Μια «μάχη» και στη σημερινή πλατεία, μπροστά από το άγαλμα του Κολοκοτρώνη. Εκεί όπου οι κουβέντες για το 1821 ενός γέρου άστεγου παλεύουν με τη λήθη και τα εθνικά στερεότυπα, τις ερμηνείες της Ιστορίας, τις σιωπές της. Εκεί όπου οι μάχες, μέσα από τούτες τις αφηγήσεις, ζωντανεύουν μπροστά στα έκπληκτα μάτια ενός νεαρού κοριτσιού. Όλοι είναι εδώ. Ήρωες και αντιήρωες. Ρουμελιώτες και Μοραΐτες, κοτζαμπάσηδες, Φαναριώτες, καραβοκύρηδες, φιλέλληνες και οπλαρχηγοί, οι Μεγάλες Δυνάμεις, τα φιρμάνια των Οθωμανών, τα γιαταγάνια των Αλβανών, οι ξιφολόγχες των Αιγυπτίων. Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», το οποίο κυκλοφόρησε πρόσφατα σε έντυπη μορφή από τις εκδόσεις Ίκαρος, επιχειρεί μια διαφορετική προσέγγιση της Ιστορίας, συνδυάζοντας την έντεχνη αφήγηση των κόμικς με την επιστημονική τεκμηρίωση. Ακολουθώντας τα κείμενα πάνω από 30 συγγραφέων, αλλά και τις εικαστικές δημιουργίες περισσότερων από 50 ζωγράφων και χαρακτών, το βιβλίο αποτελεί ένα παζλ υποκειμενικών προσεγγίσεων για τις μάχες και τα πρόσωπα του Αγώνα, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης. Το παράρτημα του βιβλίου, με γλωσσάρι, χρονολόγιο, βιογραφικά, αλλά και κατατοπιστικά κείμενα και αναφορές σε πηγές, προσφέρεται για μια πολυεπίπεδη ανάγνωση. To έργο υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) με τη συμβολή του τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας (Τ.Π.Τ.Ε) του Πανεπιστημίου Αιγαίου ενώ τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (Ε.Ι.Μ). Η έκθεση «1821- Η μάχη της πλατείας» βασίζεται στην έρευνα και το εικαστικό υλικό του graphic novel του Soloup. Περιλαμβάνει αφηγηματικές ενότητες από το έργο, πρωτότυπες σελίδες και προσχέδια σε μολύβι αλλά και υλικό τεκμηρίωσης από κειμήλια, αρχεία και εικαστικά έργα, που χρησίμευσαν ως πρότυπες αναφορές για τον σχεδιασμό συγκεκριμένων σκίτσων του έργου. Στον χώρο της έκθεσης θα προβάλλεται και το ντοκιμαντέρ αποτύπωσης και δημιουργίας του έργου: Making of …behind the sketches, σε σκηνοθεσία Μελέτη Μοίρα. Ευτυχής συγκυρία είναι η ανάπτυξη της έκθεσης στον τόπο που διαδραματίζεται η σύγχρονη ιστορία του graphic novel, στο μέγαρο της Παλαιάς Βουλής, όπου από το 1962 στεγάζεται το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έτσι οι επισκέπτες, πριν μπουν στον εκθεσιακό χώρο του κτηρίου, αντικρίζουν τον υποβλητικό έφιππο ανδριάντα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, έργο του γλύπτη Λάζαρου Σώχου, που πρωταγωνιστεί στις σελίδες του βιβλίου. Η έκθεση ανοίγει άμεσα ώστε, όσοι το επιθυμούν, εκμεταλλευόμενοι την ύφεση της πανδημίας, να την επισκεφθούν με άνεση τους θερινούς μήνες. Στις αρχές του φθινοπώρου, σε ημερομηνία που θα ανακοινωθεί και από το site http://www.1821graphicnovel.gr, θα πραγματοποιηθεί εκδήλωση παρουσίασης της έκθεσης αλλά και των παράλληλων δράσεων που θα αναπτυχθούν με επίκεντρο το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας». Συντελεστές: Σενάριο- σχέδια: Soloup/Αντώνης Νικολόπουλος (Μεταδιδακτορικός Ερευνητής Τ.Π.Τ.Ε./ Πανεπιστήμιο Αιγαίου), δημιουργός του graphic novel Ερευνητική ομάδα/ επιμέλεια έκθεσης: Νατάσα Καστρίτη (Ιστορικός Τέχνης, επιμελήτρια Ε.Ι.Μ.) Ρεγγίνα Κατσιμάρδου (Ιστορικός, επιμελήτρια Ε.Ι.Μ.) Παναγιώτα Παναρίτη (Δρ. Αρχαιολογίας, επιμελήτρια Ε.Ι.Μ.) Επιστημονική συμβολή: Εύη Σαμπανίκου (Καθηγήτρια Τ.Π.Τ.Ε. / Πανεπιστήμιο Αιγαίου) Ντοκιμαντέρ αποτύπωσης «Making of …behind the sketches»: Μελέτης Μοίρας Διάρκεια έκθεσης: Ιούλιος 2021- Μάιος 2022 Ώρες λειτουργίας: Τρίτη- Κυριακή, 8:30-14:30. Είσοδος ελεύθερη Εθνικό Ιστορικό Μουσείο Μέγαρο Παλαιάς Βουλής, Πλατεία Κολοκοτρώνη, Σταδίου 13, Αθήνα, 10561 Τηλ: 210-3237617, 210-3237315, 210-3222266, Fax: 210-3213786 www.nhmuseum.gr , E-mail: info@nhmuseum.gr Περισσότερες πληροφορίες: www.1821graphicnovel.gr Πηγή
  13. «Ποιοι γράφουν την Ιστορία;» Γιάννης Κουκουλάς Για τα 200 χρόνια από την Επανάσταση του 1821 ετοιμάζονταν γιορτές και πανηγύρια. Ο Covid απέτρεψε τα γλέντια και έτσι μείναμε μόνο με τον Κάρολο και τις καβαλίνες των αλόγων. Κυκλοφόρησαν όμως ορισμένα σπουδαία βιβλία για το θέμα. Με το «’21, η μάχη της πλατείας» του Soloup να ξεχωρίζει Έχουμε χορτάσει από Παπαφλέσσα και Κώστα Πρέκα, από ξυρισμένες φάτσες ηρώων της Επανάστασης και καλοσιδερωμένες φουστανέλες, από παρελάσεις και λόγους εκπροσώπων σωματείων και πολιτιστικών συλλόγων, από εμβατήρια και καταθέσεις στεφάνων. Μπορεί να είναι αναπόφευκτα όλα αυτά όταν συντηρούν εθνικούς μύθους και μεγάλες αφηγήσεις. Αλλά πόσο συμβάλλουν στη γνώση της Ιστορίας; Και ακόμα περισσότερο στην κατανόησή της; Πόσα γνωρίζουμε για το τι πράγματι συνέβη το 1821, λίγο πριν και λίγο μετά; Και από ποιων τα γραπτά, τις μαρτυρίες, τα απομνημονεύματα, τις αφηγήσεις; Με πόσο κριτικό μάτι είμαστε διατεθειμένοι και ικανοί να ξαναδούμε το 1821 ως ιστορικό γεγονός, ενταγμένο στην εποχή του και απαλλαγμένο από σύγχρονα εθνικά συμφέροντα; Να αντικρίσουμε τους πρωταγωνιστές του όχι ως αφίσες σε σχολικές τάξεις και εξώφυλλα στα Κλασσικά Εικονογραφημένα αλλά ως ανθρώπους με σάρκα και οστά, με πάθη, όνειρα και ανησυχίες; Να μάθουμε λίγο περισσότερα τόσο για την από δω πλευρά, τη «δικιά μας», όσο και για την άλλη πλευρά; Να αποφύγουμε τις εξιδανικεύσεις και τις ωραιοποιήσεις και να τοποθετήσουμε την αλλαγή που συνέβη στην Ελλάδα σε ένα γενικότερο πλαίσιο γεωπολιτικών ανακατατάξεων; Όλα αυτά είναι δύσκολα και απαιτούν χρόνο, διάβασμα και σίγουρα αλλαγή νοοτροπίας. Μπορεί να είναι πιο εύκολα, όμως, αν έρθουν μέσω της τέχνης, μέσω μιας μυθοπλασίας που στο επίκεντρό της βρίσκονται η ελληνική ιστορία και η Επανάσταση του 1821. Και τέτοιο είναι το «’21, η μάχη της πλατείας» (εκδόσεις Ίκαρος, 750 σελίδες) του Soloup, επτά χρόνια μετά το πολυβραβευμένο «Αϊβαλί» για τα γεγονότα του 1922 και τρία χρόνια μετά τον σπαρακτικό και πανέμορφο «Συλλέκτη» για τη γονεϊκή αποξένωση. Το «’21» αποτελεί μια ιδανική πρόταση αλλαγής παραδείγματος απέναντι στα καθιερωμένα και προτείνει μια διαφορετική ματιά πάνω στα γεγονότα που οδήγησαν στη σύσταση του νεοελληνικού κράτους. «Τι πραγματικά γνωρίζουμε σήμερα για το 1821; Και τι θα νιώθουν, τι θα λένε για την Επανάσταση οι millennials στα δικά τους παιδιά; Ποια είναι η εικόνα, η παράσταση, η οπτική αντίληψη που έχουμε για εκείνο τον Αγώνα; Ανταποκρίνεται στην αισθητική και το περιεχόμενο των πινάκων του Βρυζάκη; Σε όσα μας εξιστορεί ο Μακρυγιάννης και αναπαριστά ο γνωστός ως Παναγιώτης Ζωγράφος; Σε όσα έβλεπε σε αυτήν ο Θεόφιλος; Στη συγκινησιακή φόρτιση των κειμένων και των ζωγραφικών έργων των φιλελλήνων διανοουμένων της εποχής της; Ανταποκρίνεται στην οπτική -και σε έναν βαθμό κιτς- σημειολογική αφήγηση του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου, με ιδιαίτερα παραγωγική έμφαση κατά την περίοδο της Επταετίας; Κι αλήθεια γιατί χρησιμοποιήθηκε τόσο πολύ η Ελληνική Επανάσταση -μια επανάσταση στο πλαίσιο του αγώνα των λαών για ανεξαρτησία και αυτοδιάθεση, μέσα στο εκρηκτικό κοινωνικοϊστορικό και ιδεολογικό τοπίο της Ευρώπης που άλλαζε τόσο δραματικά τον 19ο αιώνα- στα χείλη “εθνικοφρόνων σωτήρων” παντός τύπου;» αναρωτιέται η Εύη Σαμπανίκου, καθηγήτρια του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας και Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, που συμμετείχε στην υλοποίηση του βιβλίου ως επιστημονικός σύμβουλος, στο εισαγωγικό της σημείωμα. Και συμπληρώνει ότι αυτό που ενδιέφερε ιδιαίτερα την ομάδα που εργάστηκε για την υλοποίηση του βιβλίου μαζί με τον Soloup ήταν το μετά την Επανάσταση: «Αυτό το μετά είναι που αναζητήσαμε. Επιχειρήσαμε, λοιπόν, να ξαναδούμε την Επανάσταση με όσο το δυνατόν πιο αποστασιοποιημένη, σύγχρονη ματιά και να αποδώσουμε σε αυτήν τη δική μας ανάγνωση των αθέατων όψεων, καλά φυλαγμένων σαν σκοτεινά μυστικά στα αρχεία της Ιστορίας». Την έρευνα των αρχείων και την επιμέλεια του παραρτήματος του βιβλίου υπογράφουν οι Νατάσα Καστρίτη, ιστορικός Τέχνης, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου, ιστορικός, και Παναγιώτα Παναρίτη, δρ Αρχαιολογίας, όλες επιστημονικές συνεργάτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου που, όπως αναφέρουν στο δικό τους εισαγωγικό σημείωμα, είχαν εργασία εξαντλητική και πολυεπίπεδη: «Η αφήγηση και η τεκμηρίωση του έργου βασίστηκαν σε πρωτότυπο υλικό (πηγές της περιόδου, ιστορικά κείμενα, απομνημονεύματα αγωνιστών και ξένων φιλελλήνων, ημερολόγια, αρχειακό υλικό κ.λπ.), ιστορικά αναγνώσματα, ιστορικές μελέτες κ.ά. Το ίδιο ισχύει και για την εικονογράφηση: πρωτότυπο εικαστικό υλικό της περιόδου (προσωπογραφίες, ζωγραφικοί πίνακες, χαρακτικά κ.λπ), καλλιτεχνικές αποτυπώσεις, σύγχρονες των γεγονότων, αποτέλεσαν σε μεγάλο βαθμό πρότυπα για τα τελικά σκίτσα». Και όλα αυτά με τελικό υπεύθυνο τον Soloup που, όπως αναφέρει, είχε πολύ δύσκολες αποφάσεις να λάβει μπρος σε έναν τεράστιο όγκο υλικού: «Υπάρχουν τόσα πράγματα που δεν μάθαμε ποτέ. Μια άλλη ιστορία ή, καλύτερα, πολλές διαφορετικές ιστορίες για την Ελληνική Επανάσταση, που απέχουν σημαντικά από τα στερεότυπα του εθνικού αφηγήματος και των σχολικών επετείων. Πώς θα μπορούσαμε, λοιπόν, να τα δέσουμε όλα αυτά μαζί; Τις διαφορετικές θέσεις και τα αντικρουόμενα συμφέροντα των πρωταγωνιστών, τις κυρίαρχες αφηγήσεις πλάι στις αιρετικές; Και εκείνο που θα προκύπτει στο τέλος να είναι, πάνω από όλα, ένα έντεχνο ανάγνωσμα, ένα κόμικς με τους δικούς του αφηγηματικούς και αισθητικούς κανόνες». Το «’21» είναι λοιπόν, πρώτα και κύρια, μια μεγάλη ιστορία κόμικς. Έχει μια πρωταγωνίστρια και έναν πρωταγωνιστή. Και αυτή δεν είναι η Μπουμπουλίνα ούτε η Μαντώ Μαυρογένους όπως και αυτός δεν είναι ούτε ο Κολοκοτρώνης ούτε ο Αθανάσιος Διάκος. «Συμμετέχουν» και αυτοί, φυσικά, στο βιβλίο αλλά η ιστορία χτίζεται πάνω σε ένα εντελώς διαφορετικό από τους ήρωες της Επανάστασης δίδυμο και διαδραματίζεται κυρίως στην πλατεία της Παλιάς Βουλής, δίπλα στο άγαλμα του Κολοκοτρώνη με την περικεφαλαία (μια πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία όπως την αφηγείται και τη σχεδιάζει ο Soloup) στη σύγχρονη Αθήνα. Μια νέα κοπέλα παρκάρει το σκουτεράκι της στον δρόμο και φεύγει για δουλειές στο κέντρο. Όταν επιστρέφει, η βαλίτσα είναι ανοιχτή αλλά ένας ηλικιωμένος κύριος την καθησυχάζει ότι δεν λείπει τίποτα από μέσα. Στη σκιά του αγάλματος, γίνεται η πρώτη γνωριμία του Κάρπου (από το Πολύκαρπος) και της Λίμπυ (από το Ελευθερία, Liberty). Μια γνωριμία που θα εξελιχθεί σε ένα «μάθημα» για την Ελληνική Επανάσταση σε 21 κεφάλαια. Ο Κάρπος και η Λίμπυ θα μιλήσουν για τον Σπυρίδωνα Τρικούπη, τον Νικηταρά, τον Ρήγα Φεραίο, τον Υψηλάντη, τον Μάρκο Μπότσαρη, τον Διονύσιο Σολωμό, τον Καποδίστρια, τον Κωλέττη, τον Μαυροκορδάτο, τον Μαχμούτ Β’, τον Βαχίτ Πασά, τον Ντελακρουά, τα Δερβενάκια, το Μεσολόγγι, την Τρίπολη, το Βαλτέτσι. Ο Κάρπος αφηγείται και η Λίμπυ μαθαίνει. Και μέσα από τις αφηγήσεις αναδύονται όλα τα σημαντικά περιστατικά που οδήγησαν στην Επανάσταση, όσα συνέβησαν κατά τη διάρκειά της και όσα ακολούθησαν. Αλλά και πολλά που δεν είναι ευρέως γνωστά ή αποσιωπήθηκαν από την επίσημη ιστοριογραφία. Και κάποια που δεν φωτίζουν μόνο τις πράξεις των εξεγερμένων αλλά και των Τούρκων, των συμμάχων των Ελλήνων και των αντιπάλων τους, των ξένων που έγραψαν για την Ελλάδα ή την επισκέφθηκαν κ.ά. Σ’ αυτό το τεράστιο μωσαϊκό, δεν μένουν κρυφές πτυχές, καθώς ο Soloup δεν επιδιώκει να εξιδανικεύσει την Επανάσταση ή να αποδώσει τα μελανά σημεία της σε αόρατους παράγοντες ή ορκισμένους ανθέλληνες. Γι’ αυτό δίπλα στις ηρωικές πράξεις, στον αγώνα για την ελευθερία και την αυτοδιάθεση, στην αυτοθυσία και τον αλτρουισμό, περιγράφει και τις στιγμές της διχόνοιας, της βαναυσότητας όλων των πλευρών, της προδοσίας. Δεν αποκρύπτει τα πολιτικά σφάλματα και τα ιδιοτελή κίνητρα που χαρακτήρισαν στιγμές της Επανάστασης ούτε επιχειρεί να φιλοτεχνήσει τις συνήθεις αγιογραφίες των πρωταγωνιστών παρουσιάζοντάς τους ως άσπιλους και αμόλυντους από τα ανθρώπινα ελαττώματα, τα πάθη και τα λάθη. Κι όταν η συγκινητική ιστορία του Κάρπου και της Λίμπυ μέσω της οποίας ο αναγνώστης έχει δει με άλλα μάτια την Επανάσταση ολοκληρώνεται, αρχίζει το δεύτερο μέρος του βιβλίου, ένα υπόδειγμα τεκμηρίωσης και πληροφοριών με κεφάλαια όπως «Η Ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης και η συγγραφή της», «Βόλια vs Γράμματα», «Φουστανέλα vs Βελάδα», «Λόγος και Εικόνα στο '21». Τέλος, ιδιαιτέρως κατατοπιστικά είναι το εκτενές Χρονολόγιο, το λεπτομερές Γλωσσάρι, το Λεξικό Ονομάτων με περισσότερες από 150 αναφορές σε πρόσωπα που έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην Επανάσταση, αλλά και οι αναφορές σκίτσων σε εικαστικά έργα που ξεπερνούν τις 75. Όλα αυτά μαζί αποτελούν το ιδανικό υλικό και συνθέτουν το ιδανικό αποτέλεσμα για να τιμηθεί η Επανάσταση του 1821. Χωρίς στερεότυπα και ρομαντικές αφηγήσεις με «αθάνατες Ελλαδάρες», «κρυφά σχολειά» και «βρομότουρκους», αλλά με τεκμηριωμένη γνώση, με στοιχεία, με αναφορές στις πηγές και, πάνω απ’ όλα, μέσω της τέχνης των κόμικς με την υπογραφή του Soloup σε σενάριο και σχέδια. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ, Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της, φυσικά, το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Στο πλαίσιο του 7ου Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Πελοποννήσου στην Καλαμάτα που φέτος έχει θέμα «Διεκδικώντας την Ελευθερία» και θα διεξαχθεί από 18 Ιουνίου έως 28 Ιουλίου, θα λάβει χώρα η διεθνής έκθεση κόμικς «Η 7η Τέχνη Συναντά την 9η» με τη συμμετοχή των Giuseppe Palumbo και Andrea Bruno, δύο εμβληματικών δημιουργών που πρωταγωνιστούν εδώ και χρόνια στην ιταλική σκηνή των κόμικς, του Κροάτη Danijel Zezely και τριών εκ των σημαντικότερων Ελλήνων δημιουργών, των Θανάση Πέτρου, Soloup και Γιώργου Μπότσου καθώς και του γραφίστα-εικονογράφου και καλλιτεχνικού διευθυντή της Βαβέλ, Soto Anagno. Η επιλογή των έργων και η επιμέλεια της έκθεσης ανήκει στη δημιουργική ομάδα του Διεθνούς Φεστιβάλ Κόμικς της Βαβέλ, ενώ η έκθεση του Soloup θα έχει ως θέμα της, φυσικά, το νέο του βιβλίο «’21, Η Μάχη της Πλατείας». Τα εγκαίνια της έκθεσης θα πραγματοποιηθούν στις 19 Ιουνίου στις 7.30 το απόγευμα στην γκαλερί A49 (Αναγνωσταρά 49, Καλαμάτα). Η παρουσίαση του βιβλίου θα γίνει την Κυριακή 20 Ιουνίου και θα μιλήσουν γι’ αυτό ο σκηνοθέτης Μελέτης Μοίρας, ο ιστορικός τέχνης Γιάννης Κουκουλάς και ο δημιουργός του, ενώ αμέσως μετά θα ακολουθήσει η πρώτη επίσημη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ «’21, Η Μάχη της Πλατείας / Making of… behind the scenes» σε σενάριο και σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα. Πηγή
  14. Soloup: To ’21 και η «Η Μάχη της Πλατείας» Ένα από τα πιο φιλόδοξα project των τελευταίων χρόνων, που ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού Γιώργος Φλωράκης Ο Soloup (Αντώνης Νικολόπουλος) μιλάει στην ATHENS VOICE για το graphic novel «Η Μάχη της Πλατείας», που αναφέρεται στην Επανάσταση του 1821. Ξεκίνησα να παρακολουθώ τη δουλειά του Soloup σποραδικά από την εποχή του «Ανθρωπόλυκου», στη Βαβέλ, πίσω στα τέλη της δεκαετίας του ’80. Κάποια στιγμή τον συνάντησα κιόλας για κάποια υπόθεση που αφορούσε τις κοινές μας σπουδές, οπότε έχοντας εικόνα τόσο του ανθρώπου όσο και της δουλειάς του, μου ήταν πολύ ευκολότερο να κρατάω στο μυαλό μου τα πράγματα με τα οποία καταπιανόταν. Δεν είμαι ο ειδικός των κόμικς ή των graphic novels, έρχεται όμως η στιγμή που καταλαβαίνεις πότε κάποιος καλλιτέχνης δουλεύει τη ματιά του, προχωράει την τέχνη του, κάνει βήματα μπροστά. Το «Αϊβαλί» ήταν μια καταπληκτική δουλειά, πρωτόγνωρη για την Ελλάδα, βαθιά και ταυτόχρονα απολαυστική. Ο «Συλλέκτης», τα «Έξι Διηγήματα Για Έναν Κακό Λύκο» ήταν ένα από τα πολύ συγκινητικά κείμενα-έργα των τελευταίων χρόνων. Κι ύστερα, η «Μάχη της Πλατείας». Με μια ερευνητική ομάδα που αποτελούνταν από τις Νατάσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη και με την επιστημονική συμβολή της Εύης Σαμπανίκου. Ένα έργο που υποστηρίχτηκε από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛ.ΙΔ.Ε.Κ.) στο πλαίσιο της 1ης προκήρυξης της δράσης «Επιστήμη και κοινωνία - 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση» και το Τμήμα Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ένα έργο που τελεί υπό την αιγίδα του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου (ΕΙΜ). Το πιο φιλόδοξο αλλά και το πιο απαιτητικό έργο για τον Soloup, το οποίο πηγαίνει καλά όχι μόνο ως έκδοση. Ήδη υπάρχει η ταινία-ντοκιμαντέρ του Μελέτη Μοίρα «’21 - Η μάχη της πλατείας / Making of... behind the sketches» που θα παρουσιαστεί μαζί με το graphic novel στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Πελοποννήσου στις 19 και τις 20 Ιουνίου, ενώ ετοιμάζεται και η ομώνυμη έκθεση που θα παρουσιαστεί στο Κτίριο της Παλαιάς Βουλής σύντομα. Μετά από περισσότερο από 25 χρόνια είχα τη χαρά να μιλήσω και πάλι με τον Soloup, τον Αντώνη Νικολόπουλο, κι αυτή τη φορά η συζήτηση αφορούσε αποκλειστικά την τέχνη του. Γεια σου Αντώνη! Ας ξεκινήσουμε από την ιδιότητά σου, με την οποία θα ασχοληθούμε λιγότερο στη συζήτησή μας. Τι απαιτεί το να είσαι γελοιογράφος; Μολύβια, γόμες και το να μπορείς όλα αυτά που μας βάζουν να καταπιούμε αμάσητα, τον θυμό, τη στενοχώρια, τη μελαγχολία που σου βγαίνει απ’ όσα φορτώνουν στις ζωές μας, να τα κάνεις χιούμορ. Το ότι έχεις σπουδάσει Πολιτικές Επιστήμες σε βοηθάει στην πολιτική γελοιογραφία ή καμιά φορά σε δυσκολεύει κιόλας; Όχι, ίσα ίσα. Σίγουρα βοηθάει. Το χιούμορ είναι το ένα συστατικό της γελοιογραφίας. Το άλλο είναι η κριτική ματιά. Το να μπορείς ν’ αντιλαμβάνεσαι δηλαδή τη δομή των πραγμάτων. Τις συγκρούσεις, τα συμφέροντα πίσω από τα πολιτικά πρόσωπα της επικαιρότητας. Δεν αρκεί να σπας πλάκα με τους πολιτικούς. Μπορείς φυσικά να σατιρίζεις τις φιγούρες τους αλλά η σάτιρα δεν πρέπει να αφορά την προσωπική τους ζωή αλλά τις πολιτικές επιλογές και τις ιδέες που εκπροσωπούν. Και σε αυτό σίγουρα βοηθάει να έχεις μια βαθύτερη, πιο ειδική γνώση. Να προσπερνάς τις εντυπώσεις της επικαιρότητας και να σημαδεύεις μακρύτερα, στην ουσία των καταστάσεων. Ποιες είναι οι διαφορές ανάμεσα στο να δουλεύεις πάνω σ’ ένα χιουμοριστικό κι ένα μη χιουμοριστικό κόμικ; Ξεκίνησα στη «Βαβέλ» φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Τον «Ανθρωπόλυκο», τον «Μήτσο Κυκλάμινο». Τα περισσότερα χρόνια μου τα πέρασα φτιάχνοντας χιουμοριστικά κόμικς. Με μυτόνγκες σαν αυτή του Αστερίξ και βάζοντας τους ήρωες σε τρελές καταστάσεις όπως στις ιστορίες του Edika και του Crump. Όμως δεν μπορείς όλα τα θέματα να τα κάνεις εικόνες και σκίτσα με τον ίδιο τρόπο. Πώς να μιλήσεις δηλαδή για την τραγική παγίδα που βιώνει ένας πατέρας καθώς αναζητά το παιδί του στον «Συλλέκτη» ή για τη Μικρασιατική καταστροφή στο «Αϊβαλί»; Μπορείς να τους σκιτσάρεις με μυτόνγκες σαν του Αστερίξ; Το θέμα που καταπιάνεσαι είναι, λοιπόν, αυτό που σε οδηγεί. Το σενάριο και η ανάγκη να το υπηρετήσεις όσο γίνεται καλύτερα. Με τα κατάλληλα σκίτσα και την ανάλογη ατμόσφαιρα. Είναι πολύ όμορφο που με τα χρόνια μπορώ πλέον να εκφράζομαι με διαφορετικά σχεδιαστικά στιλ. Και για τα ευτράπελα και σαρκαστικά, αλλά και τα πιο βαθιά και ψυχοβόρα ζητήματα. Όταν πρωτοδιάβασα το «Αϊβαλί» μου είχε φανεί ότι επρόκειτο για μια κοπιαστική και δύσκολη εργασία. Ήταν πραγματικά έτσι; Ποιες ήταν οι προκλήσεις που είχες να αντιμετωπίσεις; Στο «Αϊβαλί» ακολούθησα σχεδόν υπνωτισμένος μια υπαρξιακή περιέργεια: τις δικές μου ρίζες απ’ τη Μικρασία, τις αναμνήσεις από τις ιστορίες της γιαγιάς μου της Μαρίας, τη δική μου τοποθέτηση στον χρόνο, αν θέλεις και τους «άλλους», τους αιώνια εθνικούς εχθρούς μας, τους Τούρκους. Αυτό πήγαινε κι εγώ ακολουθούσα. Όταν όμως σκαλίζεις τέτοια θέματα, προκύπτουν και άλλα ζητήματα που έχεις ν’ αντιμετωπίσεις. Ο εθνικισμός, η μισαλλοδοξία, ο κατατρεγμός, η προσφυγιά. Να δεις τα ιστορικά γεγονότα πέρα από συναισθηματισμούς αλλά την ίδια ώρα να μπορείς ν’ ακούσεις φορτισμένες μαρτυρίες των ανθρώπων που τους έλιωσε στην κυριολεξία ο τροχός της ιστορίας. Έτσι δεν τέθηκε ποτέ ζήτημα «κοπιαστικής δουλειάς». Κι αυτή η φόρτιση νομίζω πως είναι και το δυνατό σημείο στο «Αϊβαλί». Και ο λόγος που το «Αϊβαλί» δεν σταμάτησε, 7 χρόνια τώρα, να επικοινωνεί με διαρκώς νέους αναγνώστες, και στην Ελλάδα και αλλού. Το μυρίστηκε η Κάτια Λεμπέση των εκδόσεων Κέδρος από τη πρώτη στιγμή και δεν διαψεύστηκε. Υπογράψαμε συμβόλαιο πριν καλά-καλά το δει. Αυτό της το οφείλω. Μοιάζει σαν το «Αϊβαλί» να δημιούργησε ένα κοινό που δεν υπήρχε πιο πριν στην Ελλάδα: Εκείνους που θα εμπιστευτούν το κόμικ ως κάτι περισσότερο από μια μορφή απλής διασκέδασης… Συμφωνείς; Ναι, και ήταν το πρώτο ελληνικό κόμικ που εκτός των άλλων το 2015 μπήκε στις αίθουσες ενός τόσο σημαντικού χώρου πολιτισμού, όπως το Μουσείο Μπενάκη, προσεγγίζοντας πράγματι ένα εντελώς διαφορετικό αλλά και πλατύτερο κοινό. Αυτό που προϋπήρχε, σίγουρα, ήταν η διεθνής επιτυχία του Logicomix των εκδόσεων Ίκαρος. Κάτι που, αν θέλεις, έδωσε και σ’ εμένα το θάρρος με το «Αϊβαλί» να προχωρήσω σε μια φόρμα, τα graphic novels, που θα μπορούσαν να επικοινωνήσουν διαφορετικά με το κοινό. Το «Αϊβαλί» όμως έθετε για πρώτη φορά τόσο οικεία και ταυτόχρονα τόσο ευαίσθητα ζητήματα όπως το 1922, αλλά μέσα από μια διεθνιστική, πολιτικοποιημένη ματιά. Αυτή προφανώς η διάσταση το έκανε ένα βιβλίο που δεν αφορά μόνο τους Έλληνες και το οδήγησε στις μεταφράσεις που έχουμε σήμερα στα Τουρκικά, Γαλλικά, Αγγλικά και, μόλις αυτές τις μέρες, στα Ισπανικά. Εισήγαγε επίσης μια ευθεία, πολιτικοποιημένη προσέγγιση της σύγχρονης ιστορίας που μέχρι τότε δεν υπήρχε, πλην μεμονωμένων εξαιρέσεων όπως το «Εκ των υστέρων» του Μαλισιόβα. Εκείνο που συναντούσαμε περισσότερο, ήταν οι εμπορικά πιο «ασφαλείς» μεταφορές ελληνικών λογοτεχνικών έργων σε άλμπουμ κόμικς, συχνά με τον προσδιορισμό ως graphic novels. Με τη «Μάχη της Πλατείας» τα πράγματα μοιάζουν ακόμη πιο πολύπλοκα. Είναι πραγματικά έτσι; Εδώ κυριολεκτικά έριξα τρελά ξενύχτια. Κι εκμεταλλεύτηκα στο έπακρο τον αναγκαστικό εγκλεισμό της πανδημίας. Είχε φτάσει, στο τέλος, η μέρα μου να ξεκινά στις δύο τα χαράματα. Το graphic novel «21 - Η μάχη της πλατείας», που κυκλοφόρησε πρόσφατα με την ιδιαίτερη φροντίδα των εκδόσεων Ίκαρος, ακολουθεί τα χνάρια του Αϊβαλιού. Όμως είναι πραγματικά κάτι πολύ πιο μεγάλο και πιο σύνθετο από το «Αϊβαλί». Και όχι μόνο λόγω των 753 σελίδων της έκδοσης του Ίκαρου ή των 870 σελίδων του τρίτομου εργαστηριακού e-book. Πού έγκειται αυτή η πολυπλοκότητα; Από την αρχή της συνεργασίας μας με τις ερευνήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις Παναγιώτα Παναρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Νατάσα Καστρίτη, είχαμε θέσει ως στόχο τη δημιουργία μιας φορτισμένης, «λογοτεχνικής» αφήγησης που όμως θα συνομιλούσε δυναμικά με την επιστημονική ιστορική τεκμηρίωση και με αναφορές σε συγγραφείς, εικαστικούς και αρχειακές πηγές. Η ένταξη της δουλειάς μας στο πρόγραμμα του Ελληνικού Ιδρύματος Έρευνας και Καινοτομίας (ΕΛΙΔΕΚ) για τα 200 χρόνια από την Ελληνική Επανάσταση –που βγήκαμε μάλιστα και πρώτοι ανάμεσα σε 10 πολύ αξιόλογες προτάσεις– απογείωσε και τις δυνατότητές μας. Με τη βοήθεια λοιπόν του Τμήματος Πολιτισμικής Τεχνολογίας κι Επικοινωνίας του Πανεπιστημίου Αιγαίου και της καθηγήτριας Εύης Σαμπανίκου, τώρα εκτός από το βιβλίο και το πολλά υποσχόμενο εργαστηριακό e-book, ετοιμάζουμε εκθέσεις, επιστημονικές συναντήσεις, εκπαιδευτικά προγράμματα κι ένα σωρό σημαντικές δράσεις. Θα ενημερώνουμε σχετικά γι’ αυτές τις δράσεις και από την επίσημη ιστοσελίδα μας: 1821graphicnovel.gr Ποιες ήταν οι πιο σημαντικές αποφάσεις που είχες να πάρεις ως προς την κατανομή της ύλης; Πώς να πεις με κατανοητό και τεκμηριωμένο τρόπο τόσo πολλά γεγονότα και φωτίζοντας διαφορετικές απόψεις χωρίς να κουράσεις τους αναγνώστες. Και για ένα ζήτημα τόσο ευαίσθητο, όπως η Επανάσταση του 1821 που έχει να κάνει και με τη νεοελληνική μας ταυτότητα αλλά και τα κυρίαρχα εθνικά αφηγήματα που έχουμε μεγαλώσει μαζί τους. Με μια πρώτη ματιά μοιάζει σαν το βιβλίο να θέλει να θέσει μια σειρά πολύ σοβαρών ερωτημάτων σε σχέση με την εποχή της Ελληνικής Επανάστασης. Θα μπορούσες να αναφέρεις αυτά που για σένα είναι πιο σημαντικά; Όπως σου είπα, είναι τόσα πολλά τα στερεότυπα που έχουμε στο μυαλό μας για την επανάσταση και τους αγωνιστές. Θυμήσου τις καλοσιδερωμένες κατάλευκες φουστανέλες στους πίνακες και τα καλοξουρισμένα μάγουλα στις σχολικές αφίσες και τους πίνακες ζωγραφικής. Αλλά τελικά, αν το καλοσκεφτείς, είναι τόσο λίγα εκείνα που ξέρουμε για την πραγματική ιστορία. Έπρεπε λοιπόν να βρούμε μια αφήγηση που όλα αυτά να τα περιγράφει. Και επίσης να κάνουμε τη σύνδεση με το σήμερα. Η ιστορία δεν είναι κάτι ακίνητο, γραμμένη μια για πάντα. Κάθε φορά τα ιστορικά γεγονότα αποκτούν νέες σημασίες και φορτίσεις από το χρονικό σημείο που τα κοιτάμε. Θέλαμε έτσι να δούμε την Επανάσταση με τα ματιά αλλά και τις ανάγκες των σημερινών ανθρώπων. Το να θέτεις ερωτήματα πάνω σε ζητήματα που για τα σχολικά εγχειρίδια μοιάζουν απαντημένα εδώ και δεκαετίες, είναι μια πράξη αμφισβήτησης. Ποια είναι τα ζητήματα που πιστεύεις ότι πρέπει να μπουν σε συζήτηση σήμερα; Να ξανατεθούν τα βασικά ερωτήματα. Τι είναι η Ιστορία; Πώς γράφεται η ιστορία; Ποιοι γράφουν την ιστορία; Και ν’ αναζητήσουμε τις απαντήσεις εκ νέου σε καλογραμμένα βιβλία, στις καταγραφές των αρχείων, στις μαρτυρίες. Η σοβαρή επιστημονική έρευνα είναι εκείνη που μπορεί να μας δώσει μια άλλη εικόνα της Ιστορίας ενάντια στην κυριαρχία των στερεότυπων και των στρεβλώσεών της. Το βιβλίο μας σε αυτή τη κατεύθυνση κινείται. Να δώσει τα ερεθίσματα ώστε οι αναγνώστες, συμφωνώντας ή διαφωνώντας με τα όσα αφηγούμαστε, να ψάξουν, ν’ αναζητήσουν οι ίδιοι την ιστορία. Η βιβλιογραφία, και οι πηγές είναι εκεί και μας περιμένουν. Κάτι γενικότερο τώρα… Ποιους σχεδιαστές παρακολουθείς φανατικά; Φανατικά δεν είναι η κατάλληλη λέξη, αλλά όσο πιο συστηματικά μπορώ, διαβάζω τους περισσότερους συναδέλφους σκιτσογράφους: Χριστούλιας, KON, Μπότσος, Κουλιφέτης, Αδαμοπούλου, Ζερβός, Λέανδρος, Βιτάλης, Βερύκιος, Μαστώρος, Καραμπάλιος, Πανταζής, Γούσης, Cob, Κυριαζής, Παπαδάτος, Ρουμπούλιας, Διαλυνάς, Στεφαδούρος, Τόμεκ, Τασμάρ, Τσαούσης, Ζάχαρης, Τσιαμάντας, Βαβαγιάννης, Πετρόπουλος, Καμμένος, Φραγκιαδάκης, Πέτρου, Δερβενιώτης, Koύτσης, Κούρτης, Οθωναίου, Ζάχαρη, Χατζόπουλος… Καθώς έχεις ασχοληθεί με το θέμα σε επίπεδο διδακτορικού, με ποια ελληνικά comics νιώθεις να έχει συνάφεια η δουλειά σου; Και με ποια ξένα; Σίγουρα οφείλω πολλά στον τρόπο που έβλεπα να δουλεύει ο Γιάννης Καλαϊτζής. Και κάποιες βασικές συμβουλές που μου έλεγε, όχι μόνο για θέματα σχεδίου. Και από ξένους, οι Spiegelman, Thompson, Satrapi, Sacco, Horrocks, Larcenet, Pedrosa… Όμως μελετώντας διάφορα comics για το διδακτορικό που αφορούσε τόσο την ιστορία όσο και τη σημειολογία των κόμικς, μου μπήκαν κάποιες ιδέες αφήγησης που τις εφάρμοσα αρχικά στο «Αϊβαλί». Και στη συνέχεια, αφού μου βγήκαν, στον «Συλλέκτη» και ακόμα περισσότερο τώρα στη «Μάχη της Πλατείας». Στοιχεία που αφορούν τη ροή της αφήγησης, το σενάριο αλλά και την αποτύπωσή τους στην εικόνα. Έτσι θα έλεγα πως ακολουθώ ένα προσωπικό μονοπάτι πειραματισμών χωρίς πολλές άμεσες συγγένειες με άλλους συναδέλφους. Τι διαβάζεις αυτή την εποχή; Φρεσκάρω Roland Barthes και διαβάζω εξαντλητικά τον Mikhail Bakhtin για τις ανάγκες της μεταδιδακτορικής μου εργασίας –που συνδέεται με κάποιον τρόπο και πάλι με τα κόμικς–, πριν ξαναχωθώ στο καινούργιο μου graphic novel. Τι να περιμένουμε στο άμεσο μέλλον; Τι έχεις στα σκαριά; Δουλεύω πλέον όπως σου είπα ένα νέο graphic novel για το 1922 που συνδέεται άμεσα με το «Αϊβαλί». Άλλωστε το σενάριο άρχισε να γράφεται παράλληλα μαζί του από τότε, το 2013. Όμως μετά την επιτυχία έκπληξη του «Αϊβαλί», δεν θέλησα να το βγάλω αμέσως και να φανεί σαν sequel. Ήθελα να ωριμάσει κι άλλο το σενάριο και να μεσολαβήσουν και άλλες δουλειές, όπως κι έγινε. Νομίζω όμως πως τώρα ήρθε η σειρά του και αν πάνε όλα καλά, θα κυκλοφορήσει μέσα στο 2022. Όμως ακόμα πιο άμεσα προηγούνται άλλα. Μια ζωντανή παρουσίαση της «Μάχης της πλατείας» στην Καλαμάτα στο 7ο Διεθνές Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ μαζί με την επίσημη πρώτη παρουσίαση του ντοκιμαντέρ making of «Behind the sketches» σε σκηνοθεσία του Μελέτη Μοίρα και το οποίο αποτυπώνει τον τρόπο που δουλέψαμε στο graphic novel. Ακόμα βρίσκονται σε εξέλιξη οι εργασίες για το στήσιμο της κεντρικής μας έκθεσης στο Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Και θα ακολουθήσουν πολλά πολλά άλλα για τα οποία θα ενημερώνουμε στο site μας, 1821graphicnovel.gr Πηγή
  15. Soloup: Ένα κόμικ για την Επανάσταση του 1821 Μαρία Παναγιώτου O αγώνας του 1821 μέσα από τα μάτια του σύγχρονου θεατή, σε ένα κόμικ που αναδεικνύει σκοτεινά μυστικά από τα αρχεία της Ιστορίας. - Το graphic novel «21: Η μάχη της πλατείας», με τις 752 σελίδες του, είναι το μεγαλύτερο σε έκταση μέχρι σήμερα έργο κόμικς στην Ελλάδα. Πόσο δύσκολο ήταν να συνδυάσετε την ιστορική έρευνα με την Ένατη Τέχνη; H έκταση του βιβλίου δεν ήταν το ζητούμενο. Όμως το ίδιο το θέμα, η Επανάσταση του 1821, που αναφέρεται σε μια πυκνή σειρά τόσο πολυδιάστατων γεγονότων, μας οδήγησε στις πολλαπλές αφηγήσεις του συγκεκριμένου βιβλίου. Έτσι, ο συγκερασμός της ιστορικής έρευνας με τα κόμικς προέκυψε από την ανάγκη να διαχειριστώ αφηγηματικά ένα τόσο δύσκολο υλικό. Σίγουρα, σε αυτή την προσπάθεια με βοήθησε η εξοικείωση με τη μεθοδολογία της έρευνας που απέκτησα κατά την εκπόνηση της διδακτορικής μου διατριβής, και το μεταδιδακτορικό μου στη συνέχεια. - Πώς προσεγγίζετε τις μάχες και τα πρόσωπα του αγώνα του 1821, τα γεγονότα και τις ιδέες της Επανάστασης; Για την ιστορική έρευνα σε αρχεία, βιβλιογραφία και πηγές, είχα τη χαρά να συνεργαστώ με τρεις εξαιρετικές επιμελήτριες του Εθνικού Ιστορικού Μουσείου, τις κυρίες Νατάσσα Καστρίτη, Ρεγγίνα Κατσιμάρδου και Παναγιώτα Παναρίτη, όπως επίσης και την καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου Εύη Σαμπανίκου. Μια τέτοια συντονισμένη αρχειακή προσέγγιση μας φανέρωσε αρκετά ανάγλυφα την ιστορία του Αγώνα, πάνω στην οποία στη συνέχεια ξετυλίχτηκε η αφήγηση των κόμικς. - Πιστεύετε ότι είναι πιο εύκολο για τους νέους να προσεγγίσουν την ιστορία μέσα από ένα κόμικ; Σίγουρα ναι. Ειδικά αν πατάει γερά στην έρευνα, όπως η δική μας δουλειά. Καθόλου τυχαία, αυτή η δουλειά στηρίζεται από το Ελληνικό Ίδρυμα Έρευνας και Καινοτομίας, το Πανεπιστήμιο Αιγαίου αλλά και το Εθνικό Ιστορικό Μουσείο. Έχουμε μάλιστα στο πλαίσιο του προγράμματος δημιουργήσει και ένα -συμπληρωματικό με το βιβλίο των εκδόσεων Ίκαρος- τρίτομο e-book 870 σελίδων που προσφέρεται για εκπαιδευτική χρήση. Ελπίζουμε πως αυτό θα εκτιμηθεί και θ’ αξιοποιηθεί στη συνέχεια από καθηγητές. - Ποιο είναι το ζητούμενο κάθε φορά που αρχίζετε ένα νέο graphic novel; Συνήθως έρχονται και με βρίσκουν τα θέματα. Μπαίνουν στη ζωή μου απρόσμενα, καταλαμβάνοντας σταδιακά όλο και περισσότερο χώρο, μέχρι που καταλήγουν εμμονές οι οποίες χρειάζονται διαχείριση. Η ανάγκη να κατανοήσω θέματα -όπως ήταν για παράδειγμα η Μικρασιατική καταγωγή μου στο «Αϊβαλί», η σχέση πατέρα και παιδιού στον «Συλλέκτη», ή στο «21» η σχέση μας με την νεότερη ιστορία μας- κατέληξαν τελικά στα graphic novel που βλέπετε. - Είναι κάποιοι κομίστες που έχουν επηρεάσει το έργο σας; Πάρα πολλοί. Αναφέρω ενδεικτικά τον Art Spiegelman και τον Craig Thompson. Εκτιμώ όμως πολύ και τη δουλειά που κάνουν σύγχρονοι συνάδελφοί μου στην Ελλάδα. - Ποια βιβλία που διαβάσατε πρόσφατα ξεχωρίζετε; Το πιο πρόσφατο, καθόλου τυχαία και λόγω των ερευνητικών μου αναζητήσεων, ήταν το «Φουστανέλες και Χλαμύδες» της Χριστίνας Κουλούρη. Ένα βιβλίο όμως που το έχω διαβάσει αρκετές φορές, αλλά το συμβουλευόμουν και κατά τη διάρκεια του «21», είναι ο «Επαναστατημένος άνθρωπος» του Καμύ. Soloúp «21: Η μάχη της πλατείας» Εκ. Ίκαρος Σελ. 752 – τιμή €25 Πηγή
  16. Μια ιστορία, άγνωστη στους περισσότερους, άγνωστη και σε εμένα που θέλω να λέω ότι ξέρω αρκετά πράγματα για την νεοελληνική ιστορία. Κατά τη διάρκεια του 1ου Παγκοσμίου Πολέμου, και συγκεκριμένα το 1916, η Ελλάδα παραμένει ακόμα ουδέτερη. Στο εσωτερικό οι πολιτικές εντάσεις μεταξύ βασιλοφρόνων και βενιζελικών είναι στο απόγειο τους, και ο εμφύλιος πόλεμος (άλλος ένας) είναι κοντά. Ο Βενιζέλος θέλει να μπούμε στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ, και ο γερμανοτραφής Βασιλιάς εμμένει στην ουδετερότητα. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, οι Βούλγαροι εισβάλλουν στην Ανατολική Μακεδονία, και το εκεί σταθμευμένο Δ' Σώμα Στρατού, μη μπορώντας να πολεμήσει, υποχωρεί μέχρι την Καβάλα, όπου και πολιορκείται από τους Βούλγαρους. Οι εντολές από το βασιλόφρων γενικό επιτελείο συνεχίζουν να απαγορεύουν στους Έλληνες στρατιώτες να αντεπιτεθούν. Η λύση δίνεται, με την συνδρομή των Γερμανών, και ολόκληρο το Δ' Σώμα, φορτώνεται σε τραίνα και οδηγείται στο Γκαίρλιτς, την ανατολικότερη πόλη της σημερινής ενωμένης Γερμανίας, δίπλα στα σύνορα με την Πολωνία. Όπου και έμειναν, οι περισσοτεροι, μέχρι το τέλος του πολέμου. Μια κρυφή, για τους περισσότερους, πτυχή της ελληνικής εμπλοκής στο Α' Παγκόσμιο Πόλεμο, και οι επιπτώσεις της στους απλούς ανθρώπους οι οποίοι, είτε λόγω έλλειψης άλλου τρόπου επιβίωσης, είτε λόγω ιδανικών και ιδεολογίας, υπηρετούσαν τότε στις τάξεις του Ελληνικού στρατού. Ο συγγραφέας και σχεδιαστής, ακολουθεί μια ομάδα στρατιωτών σε όλη τους την πορεία, από την Ελλάδα στη Γερμανία και πάλι πίσω, δείχνει τις κακουχίες, τις λίγες ευχάριστες στιγμές, τις πολιτικές διαμάχες, την ανθρώπινη πτυχή μιας παγκόσμιας τραγωδίας. Δυστυχώς όμως, ποτέ δεν με έκανε πραγματικά να ενδιαφερθώ για τους πρωταγωνιστές και να νιώσω ότι αυτοί είναι ο λόγος για τους οποίους γράφτηκε αυτή η ιστορία. Μέσα στις 100+ σελίδες αυτής της όμορφης και μεγάλου μεγέθους έκδοσης από τις εκδόσεις Ικαρος, περιγράφονται τόσα πολλά γεγονότα, και αρκετές διαφορετικές τοποθεσίες και σκηνικά, ώστε να μου δημιουργηθεί η αίσθηση ότι η "κάμερα", η "οπτική" του συγγραφέα ήταν πιο "ψηλά" από ότι χρειαζόταν για να περιγράψει μια ανθρώπινη ιστορία. Με λίγα λόγια, ένιωσα ότι διάβασα ένα ντοκυμαντέρ, διανθισμένο με το ανθρώπινο στοιχείο, παρά το αντίθετο. Ενδιαφέρον, καλογραμμένο, με σωστή ροή και άψογο ρυθμό, αλλά ποτέ δεν με "έβαλε" μέσα στην ιστορία. Σχεδιαστικά, έμοιαζε με τις περισσότερες δουλειές του Πέτρου που έχω διαβάσει. Θυμίζει απόλυτα πιο σύγχρονα BD, με λιγότερη έμφαση στην λεπτομέρεια και στο πλούσιο background, αλλά στο να είναι λειτουργικό και να προωθεί την ιστορία, πράγμα που καταφέρνει με επιτυχία. Σίγουρα δεν είναι απόλυτα του γούστου μου, αλλά τον σκοπό του τον επιτελεί σωστά. Σίγουρα περίμενα κάτι παραπάνω όταν αγόραζα το συγκεκριμένο κόμικ. Ακόμα και έτσι όμως, παραμένει μια αρκετά ικανοποιητική δουλειά, ίσως χωρίς να κάνει τη διαφορά, αλλά σίγουρα μία που αξίζει κάποιος και να την αγοράσει και να τη διαβάσει.
  17. Θανάσης Πέτρου: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία, Κοινωνιογλωσσολογία και Δημιουργία κόμικς. Από το 2005 έως το 2011 εργάστηκε στο «9» της Ελευθεροτυπίας. Από το 2012 διδάσκει στον ΑΚΤΟ. Έργα του: Ο τυμπανιστής και οι φίλοι του (Βιβλιοπέλαγος, 2008), Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2011), Το πτώμα, σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Jemma Press – Καλύτερο εξώφυλλο 2011 στα Comicdom Awards και Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Καλύτερο κόμικς 2012 στα βραβεία Comicdom Awards. Actors – Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση βιβλίου και εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2015), βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Μ. Καραγάτση, Στη μάχη του Μαραθώνα (Εκδόσεις Πατάκη, 2015, Κρατικό βραβείο βιβλίου γνώσεων 2016) και Στη μάχη των Θερμοπυλών (Εκδόσεις Πατάκη, 2016), κόμικς σε σενάρια της Κατερίνας Σέρβη, Αμανίτα μουσκάρια, σε σενάριο του Παύλου Μεθενίτη (Γνώση, 2016), Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές, κόμικς σε σενάριο της Κατερίνας Σέρβη (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), Γρα-Γρου, κόμικς σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Ίκαρος, 2017, Βραβείο καλύτερου κόμικς και καλύτερου σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2018), Γιαννούλης Χαλεπάς, ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής, σε σενάριο Δημήτρη Βανέλλη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019). Το τελευταίο του βιβλίο, Οι όμηροι του Γκαίρλιτς (Ίκαρος, 2020), όπου πρώτη φορά υπογράφει ο ίδιος και τα κείμενα, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο για τους ομήρους του Γκαίρλιτς; Κατά βάση ήταν η πολυεπίπεδη, σε ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, πραγματικότητα μέσα στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ξεκινώντας από την Ελλάδα και καταλήγοντας στη Γερμανία, που με συνάρπασε και έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία των Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς. Επιπλέον, πρόκειται για μια περίπτωση «μικροϊστορίας» που έχει περάσει στα ψιλά γράμματα, γιατί για την ιστοριογραφία αποτέλεσε ένα παράδειγμα ατιμωτικής και προδοτικής συμπεριφοράς. Στο βιβλίο αυτό υπογράφετε τα σχέδια, αλλά και τα κείμενα. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο; Αν και Οι όμηροι του Γκαίρλιτς είναι το δωδέκατο βιβλίο μου, είναι η πρώτη φορά που βρέθηκα στη θέση του σχεδιαστή αλλά και του σεναριογράφου. Μάλλον ήθελα να δοκιμάσω την ικανότητά μου και στη συγγραφή του σεναρίου, αλλά ενδόμυχα ίσως ήταν και μία επιθυμία να έχω εξ ολοκλήρου την ευθύνη της δημιουργίας. Ενώ μέχρι τώρα αφιέρωνα πολύ χρόνο στην έρευνα σε ό,τι αφορά το σχεδιαστικό κομμάτι ενός βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση έκανα πρώτα τη συγκέντρωση του βιβλιογραφικού υλικού, ώστε να γράψω το σενάριο, και από τη στιγμή που το είχα ολοκληρώσει, ξεκίνησα τη διαδικασία της εικονογραφικής μεταφοράς του στο χαρτί. Ποιες δυσκολίες συναντήσατε τόσο στο συγγραφικό, όσο και στο σχεδιαστικό κομμάτι; Πολλές. Το να συγκεντρώσω το βιβλιογραφικό υλικό ήταν σχετικά εύκολο, ωστόσο ήθελα να διαβάσω όλα τα φύλλα των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν στο Γκαίρλιτς, ώστε να βρω ποιες ήταν οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά των πρωταγωνιστών. Για παράδειγμα, τι μάθαιναν από τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα, από την κατάσταση στην Ελλάδα, την επανάσταση στη Ρωσία; Φυσικά,ό,τι δημοσιευόταν στις δύο ελληνόφωνες εφημερίδες του Γκαίρλιτς ήταν φιλτραρισμένο μέσα από τη σχετική λογοκρισία που σίγουρα υπήρχε. Επιπλέον, επειδή έχουμε να κάνουμε με πραγματικές τοποθεσίες και ιστορικά γεγονότα, χρειαζόμουν πολύ φωτογραφικό υλικό ως υλικό αναφοράς, ώστε στο σχέδιο να υπάρχει η αίσθηση της αληθοφάνειας. Τι είναι αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη όταν ανοίγει ένα βιβλίο με κόμικς; Όταν κάποιος ξεφυλλίζει ένα κόμικς, αυτό που αρχικά θα τον κερδίσει ή δεν θα τον κερδίσει είναι το σχέδιο. Δύσκολα θα διαβάσει ένας αναγνώστης κάτι που αισθητικά δεν του αρέσει. Τώρα βέβαια τι είναι αυτό που αρέσει στον καθένα και για ποιους λόγους είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση. Η ιστορία του κόμικς προφανώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, παρά μόνον όταν θα έχει ολοκληρώσει την ανάγνωση. Επομένως, σε μια πρώτη φάση αυτό που θα έλξει τον αναγνώστη είναι το αισθητικό-εικαστικό κομμάτι του κόμικς. Η αφήγηση της ζωής των ομήρων του Γκαίρλιτς γίνεται με μια ελεύθερη μεταφορά μιας συναρπαστικής και περίπλοκης καθημερινότητας, γεμάτης από σκοτάδια και ανασφάλεια, κι όλα αυτά με διαρκή αναφορά στην Ιστορία. Δεν είναι δύσκολο να ισορροπείς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας; Δουλεύοντας το συγκεκριμένο κόμικς, ο φόβος μου ήταν κυρίως να μην προκύψει ένα απρόσωπο ιστορικό «ντοκιμαντέρ», αλλά να υπάρχουν πρωταγωνιστές οι οποίοι έζησαν τα συγκεκριμένα γεγονότα και αυτά είχαν συνέπειες στην προσωπικότητα και στον χαρακτήρα τους, χωρίς ωστόσο να παραμορφώσω ή να διαστρεβλώσω, τουλάχιστον εν γνώσει μου, την Ιστορία. Βέβαια, σαφώς το τι διάλεξα να δείξω ή τι πρόσθετα στοιχεία έβαλα, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το έκανα, έχει μια προσωπική φόρτιση μέσα από τη δική μου ιδεολογία, ηθική και αντίληψη. Από τα γραφόμενά σας καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι οι στρατιώτες ήταν τελείως άβουλοι και γι’ αυτούς αποφάσισε ο ανώτατος αξιωματικός. Μήπως όμως συμβαίνει κάτι ανάλογο και στην πολιτική; Οι απανταχού στρατιώτες πρέπει να υπακούουν στις διαταγές των διοικητών τους – αν δείξουν ανυπακοή, θα υποστούν τις συνέπειες. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Ανατολική Μακεδονία, το Δ’ Σώμα Στρατού επισήμως δεν μπορούσε να αντισταθεί, γιατί η Ελλάδα κρατούσε ουδέτερη στάση στον πόλεμο. Oπότε καταλήφθηκαν το οχυρό του Ρούπελ και όλη η Ανατολική Μακεδονία. Υπήρξαν, όμως, μεμονωμένες περιπτώσεις μικρών μονάδων του ελληνικού στρατού που αντιστάθηκαν στους Βούλγαρους. Αντίστοιχα υπήρξαν ομάδες βενιζελικών στρατιωτών και αξιωματικών οι οποίοι λιποτάκτησαν από το Δ’ Σώμα Στρατού, ώστε να ενωθούν με την επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι στρατιώτες είτε θα ακολουθούσαν πειθήνια το σύνολο του Σώματος στο ταξίδι προς το άγνωστο είτε, αν έμεναν στην περιοχή της Καβάλας και της Δράμας, θα σφαγιάζονταν από τους Βούλγαρους. Οπότε προτίμησαν να ταξιδέψουν μην ξέροντας για πού, από το να χάσουν τη ζωή τους. Σε μία παρόμοια δυσχερέστατη θέση βρέθηκε και ο συνταγματάρχης Ι. Χατζόπουλος, ο εκτελών χρέη διοικητή, μια και ο στρατηγός διοικητής του Σώματος, την περίοδο που έγινε η εισβολή των Βουλγάρων, βρισκόταν με άδεια στην Αθήνα. Η απόφαση του φιλοβασιλικού συνταγματάρχη Χατζόπουλου ήταν κατά βάση μία πολιτική και όχι μια στρατιωτική απόφαση. Έπρεπε είτε να προδώσει τον βασιλιά είτε να προδώσει τα όπλα του και να παραδώσει ελληνικά εδάφη στους εισβολείς. Προτίμησε το δεύτερο. Αντίστοιχα, είναι μάλλον σίγουρο ότι πολιτικά πρόσωπα βρέθηκαν, βρίσκονται ή μπορεί να βρεθούν σε μία τόσο δεινή θέση ώστε να πρέπει να πάρουν πολύ δυσάρεστες αποφάσεις. Είναι πολύ ουσιαστικές και οι αναφορές που κάνετε στον Εθνικό Διχασμό. Γιατί οι συνέπειές του εξακολουθούν να μας ακολουθούν ως κατάλοιπο της ιστορικής κληρονομιάς; Γιατί πολύ απλά οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα και τελικά καθόρισαν καταλυτικά την Ιστορία της για πάνω από μισόν αιώνα. Πρώτα απ’ όλα έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήρθαν στην Ελλάδα κοντά στο 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες, ακολούθησε η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και τελικά, μόλις έληξε η εμπόλεμη κατάσταση, πολλοί στρατιωτικοί έβγαλαν τη στολή και τα παράσημά τους, έβαλαν κοστούμι και γραβάτα και έγιναν πολιτικοί, πρωθυπουργοί, δικτάτορες – βλέπε Πάγκαλος, Πλαστήρας, Μεταξάς. Η τελευταία στρατιωτική δικτατορία έληξε το 1974, τότε καταργήθηκε και η μοναρχία και εξέπεσε του αξιώματός του ο Κωνσταντίνος Β’, μόλις τότε επισημοποιήθηκε το πολίτευμα της Ελλάδος, η αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι σημερινές διενέξεις στα ελληνοτουρκικά θέματα που αφορούν τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών του Αιγαίου περιστρέφονται γύρω από το τι προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάνης. Άρα οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού δεν έχουν πάψει να επηρεάζουν την Ελλάδα ακόμα και το 2020. Είναι αλήθεια ότι καταγράφηκαν τα τραγούδια και οι ελληνικοί χοροί των ομήρων του Γκαίρλιτς από τους Γερμανούς; Σώζεται σήμερα αυτό το σημαντικό υλικό; Ναι, πράγματι. Η παρουσία ενός τόσο μεγάλου αριθμού Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς αποτέλεσε πόλο έλξης Γερμανών πανεπιστημιακών και ερευνητών, όπως φιλολόγων, λαογράφων, γλωσσολόγων. Αυτοί, θέλοντας κατά βάση να μελετήσουν τις ελληνικές διαλέκτους, αλλά και να συγκεντρώσουν λαογραφικά στοιχεία, ηχογράφησαν ποικίλο υλικό: αφηγήσεις παραμυθιών, τραγούδια, μουσικούς σκοπούς, ψαλμούς, αμανέδες. Το υλικό, που ξεπερνάει τους 100 δίσκους γραμμοφώνου, σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και τα συνοδευτικά έγγραφα της κάθε ηχογράφησης. Διαβάζοντας το βιβλίο σας, σημείωσα κάποιες φράσεις και σταμάτησα να πάρω ανάσες για να το απολαύσω. Υπάρχουν τεχνικές και μυστικά στα βιβλία για να γοητεύονται οι αναγνώστες; Δεν μπορώ να μιλήσω ως συγγραφέας λογοτεχνίας, γιατί δεν είμαι. Το κόμικς είναι μια μορφή αφήγησης στην οποία συνδυάζονται εικόνες και κείμενο ακολουθώντας μία σκηνοθεσία. Αφηγηματικές και σκηνοθετικές τεχνικές φυσικά και υπάρχουν στα κόμικς, ώστε να δώσεις γρήγορο ή αργό ρυθμό ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των καρέ, διαλέγεις μεγάλα καρέ για να δώσεις μεγαλύτερη έμφαση σε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία, επιλέγεις πλάνα, γωνίες ή αποστάσεις στο καδράρισμα που θα δημιουργούν συναισθηματική φόρτιση, σιωπηλά πλάνα, ελλειπτικά πλάνα, το χρώμα με το οποίο προσπαθείς να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για κάποια επτασφράγιστα μυστικά, αλλά για στοιχεία που χρησιμοποιείς για να κάνεις, όσο μπορείς, πιο ελκυστική και αποτελεσματική την οπτική σου αφήγηση. Η οπτική αφήγηση μοιάζει με την κινηματογραφική απεικόνιση. Η ζωή όμως δεν είναι γεμάτη από άπειρες εικόνες; Ναι, μάλλον στη ζωή του ένας άνθρωπος βλέπει άπειρες εικόνες, όταν όμως δημιουργείς μια οπτική αφήγηση, ως δημιουργός πρέπει να κάνεις συνειδητές επιλογές. Για ποιους λόγους θα επιλέξεις να απεικονίσεις το τάδε ή το δείνα στοιχείο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γιατί θέλεις να δείξεις το συγκεκριμένο πλάνο τη συγκεκριμένη στιγμή; Όλα νομίζω πως είναι θέμα των επιλογών που κάνεις, φυσικά σε συνδυασμό με τις ικανότητες που διαθέτεις. Για να επιστρέψουμε στους Ομήρους του Γκαίρλιτς, κατά πόσο έχουν σχέση με την πραγματικότητα ή τη φαντασία οι πραγματικοί χαρακτήρες του βιβλίου; Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν εδώ είναι φανταστικοί, αλλά αντιπροσωπεύουν τρία στοιχεία του ελληνισμού ως γεωγραφική καταγωγή και συνοδεύονται από στοιχεία που συνδέονται με αυτή την καταγωγή. Ο ένας πρωταγωνιστής είναι Παλαιοελλαδίτης, από τη Μάνη, συντηρητικός και φιλοβασιλικός. Ο δεύτερος είναι Σμυρνιός και έχει έναν κοσμοπολίτικο αέρα που, άλλωστε, διέκρινε τη Σμύρνη, και ο τρίτος προέρχεται από τις Νέες Χώρες, όπως ονομάζονταν οι περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, και συγκεκριμένα από τη Θεσσαλονίκη. Οι δύο τελευταίοι είναι οπαδοί του Βενιζέλου. Από εκεί και πέρα στον λόγο, τη στάση και τη συμπεριφορά τους προσθέτω στοιχεία που φυσικά έχουν σχέση με τη δική μου προσωπικότητα, αντίληψη και ψυχολογία. Υπάρχει η πιθανότητα στο μέλλον να γράψετε πάλι ένα βιβλίο κόμικς εμπνευσμένο από την ελληνική Ιστορία; Είμαι στη φάση δημιουργίας μιας, κατά κάποιον τρόπο, συνέχειας. Ο Σμυρνιός πρωταγωνιστής από τους Όμηρους του Γκαίρλιτς συνεχίζει τη στρατιωτική θητεία του στο μικρασιατικό μέτωπο, οπότε μέσα από τα μάτια του θα δούμε ολόκληρη τη μικρασιατική εκστρατεία μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μπορεί ένα graphic novel να επηρεάσει θετικά τους εφήβους και τους ενήλικες, ώστε να γίνουν καλοί αναγνώστες; Το διάβασμα είναι μια διαδικασία που πρέπει να τη μάθεις και να την αγαπήσεις, δε θα σου συμβεί μια ωραία πρωία ουρανοκατέβατη. Αν δεν έχεις τη διάθεση να αφιερωθείς στην ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός κόμικς, δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος που θα σου την επιβάλλει. Ο καθένας μόνος του θα βρει αυτό που του ταιριάζει και τον συναρπάζει. Κάποιου του αρέσει γενικά η λογοτεχνία, κάποιου άλλου του αρέσει μόνον η αστυνομική λογοτεχνία ή η επιστημονική φαντασία. Στα κόμικς υπάρχει τόσο μεγάλη θεματική και υφολογική ποικιλία, που ο καθένας μπορεί να βρει κάτι που θα τον έλξει. Εφόσον με τον όρο «καλός αναγνώστης» εννοείτε τον τακτικό αναγνώστη, τότε είναι σίγουρο πως κυκλοφορούν έργα στον χώρο των κόμικς και του graphic novel που θα τέρψουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας; Ακούω τα δευτερόλεπτα να περνούν με τα δάχτυλά μου ακίνητα επάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, οπότε μάλλον δεν έχω κάποια συγκεκριμένη απάντηση αυτή τη στιγμή. Οι όμηροι του Γκαίρλιτς Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου Θανάσης Πέτρου εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου Ίκαρος 104 σελ. ISBN 978-960-572-298-2 Τιμή €15,50 Πηγή
  18. To Logicomix είναι ένα σημαντικό ελληνικό κόμικ για πολλούς και διάφορους λόγους. Το ότι είναι σημαντικό δεν θα πει ότι κατ' ανάγκη πρέπει να μου αρέσει ή ότι είναι και καλό. Μπορεί όμως και να είναι καλό μπορεί όμως και να μου αρέσει. Μιας και έχω την τιμή να κάνω εγώ την παρουσίαση, να δηλώσω εξ αρχής πως δεν έχω σε καμία εκτίμηση τον Απόστολο Δοξιάδη είτε επαγγελματικά είτε σαν χαρακτήρα. Ομοίως όμως, το ότι εγώ δεν συμπαθώ τον Δοξιάδη δεν σημαίνει κατ' ανάγκη πως δεν μπορεί να φτιάξει ένα καλό κόμικ το οποίο και να μου αρέσει. Ξεκίνησα λοιπόν αυτή την παρουσίαση με κάποιους λογικούς συσχετισμούς, που μπορεί να είναι αληθείς ή να είναι ψευδής. Δεν έχει σημασία όμως εάν κάτι είναι αληθές ή ψευδές, αλλά μόνο το πως μπορείς να ορίσεις τον λογικό δρόμο για να φτάσεις σε συμπεράσματα. Αυτό προσπαθεί να πετύχει το Logicomix. Το κόμικ, θα λέγαμε πως είναι, μια παρουσίαση της ζωής και του έργου του Bertrand Russell μέσα από κόμικ. O Russel γεννήθηκε το 1872 και πέθανε το 1970, ήταν μαθηματικός, φιλόσοφος, πολιτικός ακτιβιστής, κόμης, ειρηνιστής, αγνωστικιστής και ένα κάρο ακόμα πράγματα. Όμως το κόμικ δεν είναι σίγουρα μόνο αυτό. Το κόμικ ισχυρίζεται λοιπόν πως είναι μια παρουσίαση των προβλημάτων που εντόπισε ο Bertrand Russel στα θεμέλια των μαθηματικών μέσα από την ζωή και τα πάθη. Ενώ καθώς οδηγούμαστε στην επίλυση των θεμελιακών προβλημάτων της μαθηματικής λογικής τα πράγματα περιπλέκονται. Η ιστορία διαδραματίζεται σε 2 επίπεδα. το πρώτο μας πηγαίνει στην Αθήνα του 2007-2008 ή νωρίτερα, όπου οι δημιουργοί του κόμικ συναντιούνται και σε ρόλο αφηγητών μας διηγούνται την δημιουργία του κόμικ, τις διαφωνίες αλλά και την έμπνευση τους. Η συγκεκριμένη αφήγηση γίνεται στο studio των δημιουργών-σχεδιαστών στην Πλάκα και σε μορφή περιπάτου στις τουριστικές περιοχές της Αθήνας. Έχουμε λοιπόν ένα metacomic. Το δεύτερο και βασικό επίπεδο, δηλαδή της ζωής του Bertnard Russel εμπλέκεται μέσα στην περιγραφή των δημιουργών. Η οποία περιγραφή της ζωής του Russel ξεκινάει με τον ίδιον να δίνει διάλεξη στα χρόνια του Β Παγκοσμίου Πολέμου. Από τα παιδικά χρόνια του Russel, στην Αγγλία, την αγάπη που βρήκε στη γεωμετρία και τους φόβους του μήπως οδηγηθεί στην... τρέλα... Στη συνέχεια οδηγούμαστε στην ενήλικη ζωή του καθώς η ιστορία ξεδιπλώνεται με όμορφο και έξυπνο τρόπο χωρίς όμως να θέλει να είναι ιστορικά ακριβής. Στη διάρκεια του κόμικ παρελαύνουν δεκάδες γνωστοί και σημαντικοί μαθηματικοί και φιλόσοφοι, προσδίδοντας με αυτόν τον τρόπο περισσότερο βάθος και κύρος στην ιστορία, χωρίς αυτό να την χαλάει (στο τέλος υπάρχει και ευρετήριο με βιογραφικά στοιχεία). Η κύρια ιστορία αναπτύσσεται σε έξι κεφάλαια, μια εισαγωγή και έναν επίλογο. Ενώ στις παράλληλες ιστορίες που τρέχουν μέσα στα κεφάλαια, κάνει την εμφάνιση της και η αρχαία τραγωδία (Ορέστεια) προσπαθώντας να συνδέσει ορισμένα κομμάτια (άστοχα και περιττά κατά την γνώμη μου). Τέλος, το κόμικ αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο ενός νέου βιβλίου σχετικά με τη δημιουργία των υπολογιστών... ακόμα περιμένουμε! Σε κάθε περίπτωση, το Logicomix είναι με διαφορά το γνωστότερο ελληνικό κόμικ στο ευρύ κοινό. Δεν έχει τεχνικά λάθη, έχει εξαιρετικό σχέδιο και χρωματισμό ενώ η ροή του είναι εξαιρετική (Είναι κρίμα που το επόμενο κόμικ του Παπαδάτου που είδαμε ήταν το μέτριο για μένα Δημοκρατία). Έχει γίνει εξαιρετική δουλειά και στην απόδοση των δύσκολων νοημάτων με απλούς όρους και γενικά το σενάριο είναι σαν περιεχόμενο και απόδοση σε υψηλά επίπεδα αν και 1-2 πράγματα δεν μ' άρεσαν (ως προς το περιεχόμενο). Σύμφωνα με την wikipedia έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει κυκλοφορήσει σε 14 χώρες με μεγάλη επιτυχία. Στο τελευταίο ταξίδι που έκανα στο Λονδίνο τον Μάρτιο μου έκανε εντύπωση που ήταν σε προθήκες κομιξάδικου. 12 χρόνια μετά την ελληνική έκδοση!
  19. «Ήρωες» ή «προδότες»; Γιάννης Κουκουλάς Οι Έλληνες στρατιώτες και αξιωματικοί που μεταφέρθηκαν στο γερμανικό Γκαίρλιτς κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, μπαίνουν στο καλλιτεχνικό μικροσκόπιο του Θανάση Πέτρου στο νέο του βιβλίο Ξέρω τον Θανάση Πέτρου κάτι περισσότερο από 30 χρόνια και έχω παρακολουθήσει την καλλιτεχνική του διαδρομή από κοντά, οπότε είναι δύσκολο να παραμείνω αντικειμενικός και αποστασιοποιημένος. Ο Θανάσης, με την ευρυμάθειά του, την πολυσχιδή παρουσία του στα κόμικς και την εικονογράφηση, με τη μουσική και τα ρεμπέτικά του, με την πολυετή θητεία του στον χώρο της εκπαίδευσης γύρω από τα κόμικς, αποτελεί μια σπάνια περίπτωση δημιουργού. Τα μοναδικά σχέδιά του στις προσαρμογές έργων της ελληνικής λογοτεχνίας (Βουτυράς, Καρκαβίτσας, Παπαδιαμάντης, Καραγάτσης, Καβάφης, Καρυωτάκης κ.ά.) αλλά και η εμπεριστατωμένη και άψογα τεκμηριωμένη βιογραφία του «Γιαννούλη Χαλεπά», σε σενάρια του Δημήτρη Βανέλη, το «Πτώμα» που φιλοτέχνησε σε σενάριο του Γιάννη Παλαβού και του Τάσου Ζαφειριάδη, το «Αμανίτα Μουσκάρια» του συγγραφέα Παύλου Μεθενίτη και τόσες ακόμα δουλειές του, μεταξύ άλλων και η μηνιαία παρουσία του στο «Λεξικό της Κρίσης» σε αυτές εδώ τις σελίδες, είναι αποδείξεις της σπάνιας καλλιτεχνικής του συνέπειας και ακρίβειας. Με το νέο του βιβλίο, που κυκλοφόρησε πριν από λίγες ημέρες από τις εκδόσεις Ικαρος με τίτλο «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς», ρίχνει φως σε μια από τις λιγότερο γνωστές πτυχές της ελληνικής ιστορίας. Οι «όμηροι», φαντάροι και αξιωματικοί του ελληνικού στρατού που, λόγω μιας σειράς δυσμενών συγκυριών, ανάμεσα σε Βούλγαρους και Αγγλογάλλους και λόγω των ελληνικών παλινωδιών, αφέθηκαν στη μοίρα τους το 1916 και κατέληξαν στο Γκαίρλιτς της Γερμανίας. Ο Θανάσης Πέτρου εξηγεί στο «Καρέ Καρέ» τις λεπτομέρειες αυτού του συγκλονιστικού και τραγικού οδοιπορικού των άτυχων φαντάρων. Μετά από περίπου 30 χρόνια παρουσίας στα ελληνικά κόμικς και πολλές συνεργασίες με σεναριογράφους και συγγραφείς, αποφάσισες πρώτη φορά να αναλάβεις ο ίδιος το σενάριο του έργου σου. Τι άλλαξε; Ακούγεται σαν να είμαι ο… Μαθουσάλας των κόμικς στην Ελλάδα. Όντως το πρώτο μου κόμικς το έκανα κάπου το 1991, αλλά η πρώτη μου δημοσίευση έγινε το 2002 στο «9» της Ελευθεροτυπίας, ενώ σε άλμπουμ οι δουλειές μου άρχισαν να εκδίδονται από το 2008. Η επιλογή του θέματος ήταν αρκετά ιδιαίτερη και, πολύ απλά, ήθελα να δοκιμάσω τις δυνάμεις μου και στο κομμάτι του σεναρίου. Έχεις ασχοληθεί με πολέμους στην αρχαιότητα στη σειρά σου από τις εκδόσεις Πατάκη, με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο στο «Αμανίτα Μουσκάρια» και τη συμμετοχή σου στο «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα» και τώρα έρχεται ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος. Πώς είναι να κάνεις κόμικς για πολέμους; Ο πόλεμος είναι μια σύγκρουση σε μαζική κλίμακα και είναι κυριολεκτικά συνυφασμένος με τη ζωή και την ύπαρξη του ανθρώπου στον πλανήτη. Επομένως, το να ασχολείσαι με ένα «πολεμικό» θέμα σημαίνει ουσιαστικά ότι ψάχνεις τις προεκτάσεις μιας ιστορίας σε πολλά επίπεδα: κοινωνικό, πολιτικό, πολιτιστικό, προσωπικό. Τι ήταν αυτό που σου κέντρισε τόσο το ενδιαφέρον στην ιστορία του Γκαίρλιτς; Μια ομολογουμένως γενικά άγνωστη ιστορία… Αφενός ότι πρόκειται για μια ελάχιστα γνωστή πτυχή της ελληνικής ιστορίας, στην οποία αντικατοπτρίζονται οι πολιτικές συνθήκες της εποχής, και αφετέρου το ότι τα ίδια τα γεγονότα είχαν συναρπαστικό ενδιαφέρον. Χαρακτηρίζεις την ιστορία ως μια περίπτωση «διχασμού και πολέμου». Είναι τελικά η ελληνική ιστορία γεμάτη διχασμούς; Φταίει η μαύρη μας η μοίρα, η βαλκανική μας παράδοση, η διαρκής εξάρτησή μας; Είτε αναφερθούμε σε αυτοκρατορίες και φεουδαρχικά καθεστώτα, είτε σε εθνικά κράτη, η παγκόσμια ιστορία είναι γεμάτη από διχασμούς, εμφύλιους σπαραγμούς, ανίερες συμμαχίες, προδοσίες, δολοπλοκίες και παρόμοια μπλεξίματα, οπότε δεν νομίζω πως είμαστε σε χειρότερη μοίρα από άλλες περιοχές όπου εμφανίστηκαν παρόμοιες καταστάσεις. Τελικά η Ιστορία γράφεται από τα μεγάλα γεγονότα, από τις μάζες και τους λαούς ή από μικρές ιστορίες που πρέπει να συναρμολογήσουμε για να την κατανοήσουμε; Δεν είμαι ειδικός για να απαντήσω για την ιστοριογραφία και τις ιστορικές σχολές, πάντως οι ιστορικοί που συνδέθηκαν ή επηρεάστηκαν από το περιοδικό Annales πρότειναν μια ιστορία η οποία προκύπτει από τη σύνθεση πολλών στοιχείων από ευρύτερους χώρους και δεν περιορίζεται στην καταγραφή μεγάλων γεγονότων. Φημίζεσαι για την τεκμηρίωση στα έργα σου, για την ακρίβεια και την επιμονή στην πιστότητα. Μετά τον Χαλεπά και την εξαντλητική έρευνα που κάνατε με τον σεναριογράφο Δημήτρη Βανέλη, πώς εργάστηκες στο Γκαίρλιτς; Η βιβλιογραφία για την ιστορία του Γκαίρλιτς είναι αρκετά μικρή σε αριθμό έργων, ωστόσο άντλησα πολύ βοηθητικό υλικό από τις δύο ελληνικές εφημερίδες που κυκλοφορούσαν στο Γκαίρλιτς και γενικά στη Γερμανία, τα «Νέα του Görlitz» και τα «Ελληνικά Φύλλα» (είναι διαθέσιμες από το αρχείο της Βουλής), όπως και από τον ελλαδικό ημερήσιο Τύπο. Οσον αφορά το φωτογραφικό υλικό, βρήκα πολλές πηγές σε γερμανικές και πολωνικές ιστοσελίδες. Οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί της ιστορίας σου ήταν προδότες ή ήρωες; Όπως λέει και ένας από τους χαρακτήρες σου ήταν «τυχεροί ή άτυχοι»; Ή η Ιστορία δεν μπορεί να γράφεται με μανιχαϊστικά δίπολα; Για μένα προσωπικά δεν ήταν ούτε ήρωες ούτε προδότες. Βρέθηκαν σε πρωτόγνωρες συνθήκες και προσπάθησαν να προσαρμοστούν σ’ αυτές και να επιβιώσουν. Υπήρχαν ανθρώπινες απώλειες, ενώ αρκετοί μάλιστα ρίζωσαν στο Γκαίρλιτς και έζησαν την υπόλοιπη ζωή τους εκεί. Βεβαίως, οι περισσότεροι επέστρεψαν στην Ελλάδα και ξαναβρέθηκαν σε συνθήκες έντονης πολιτικής πόλωσης, οπότε θεωρήθηκαν συλλήβδην προδότες και ριψάσπιδες. Ο δημοσιογράφος Στέφανος Κρατερός κυκλοφόρησε το 1918 ένα μικρό βιβλίο με τίτλο «Γκαίρλιτς», όπου χαρακτηρίζει, με λάβρο ύφος, το Γκαίρλιτς ως «εφιάλτη» και «φυτώριο προδοτών» και λέει ότι η ιστορία του θα είναι «μια μουντζούρα άσβεστη στους χρόνους τους κατοπινούς». Ωστόσο, πιο νηφάλια, το 1931, ο Γεώργιος Βεντήρης στο βιβλίο του «Η Ελλάς του 1910-1920» έγραφε: «Η ατίμωσις και η συμφορά της Καβάλας δεν έχουν ούτε θα έχουν συγχώρησιν ή δικαιολογίαν. Έχουν εξήγηση. Την τύφλωσιν εκ του εμφυλίου πολέμου». Έχεις μια πλούσια καριέρα στα κόμικς. Ταυτόχρονα είσαι καθηγητής στον ΑΚΤΟ, ενώ έχεις σπουδές στη γλωσσολογία και έχεις ασχοληθεί με τη μουσουλμανική μειονότητα της Δυτικής Θράκης. Στο βιβλίο σου αυτό αισθάνθηκα ότι συνδυάζεις όλες αυτές τις ιδιότητες. Ισχύει κάτι τέτοιο; Εφόσον ήμουν και στη θέση του σεναριογράφου, άλλοτε συνειδητά και άλλοτε ασυνείδητα, τα στοιχεία που συνθέτουν τον χαρακτήρα μου και έχουν σχέση με τις καταβολές, τις εμπειρίες και τις προτιμήσεις μου πέρασαν στο αφηγηματικό κομμάτι του κόμικς πολύ περισσότερο σε σχέση με άλλες δουλειές που είχαν γίνει συνεργατικά. Τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότεροι Έλληνες δημιουργοί στρέφονται στην ελληνική ιστορία, σύγχρονη ή παλαιότερη, για να φιλοτεχνήσουν τα έργα τους. Πού το αποδίδεις αυτό; Και πώς βλέπεις να εξελίσσεται η προσπάθεια για τον εορτασμό των 200 ετών από το 1821, σε καλλιτεχνικό επίπεδο εννοώ. Σκέφτεσαι να δημιουργήσεις κάτι για την επέτειο αυτή; Δεν μπορώ να απαντήσω με βεβαιότητα. Υποθετικά μιλώντας, ενδεχομένως να αλλάζουν τα γούστα και οι προτιμήσεις τους και αντίστοιχα τα θέματα που τους ενδιαφέρουν. Ίσως να υπάρχουν τέτοιες προτάσεις από εκδότες προς δημιουργούς. Όσο για τον εορτασμό των 200 ετών, ελπίζω να μην εξελιχθεί σε μια πατριωτική θριαμβολογία που ακολουθεί τα στεγανά των σχολικών εθνικών αφηγήσεων. Θα έχω μια μικρή συμμετοχή σε μια συλλογική έκδοση που ετοιμάζεται και νομίζω πως θα είναι λίγο πιο νηφάλια. Στον επίλογο του βιβλίου σου αναφέρεσαι στη Μικρασιατική Καταστροφή. Ήταν, μεταφορικά μιλώντας, η τραγική κατάληξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου; Πράγματι, όπως αναφέρεις, σκέφτεσαι σε μια μελλοντική σου δουλειά να ασχοληθείς με αυτή την περίοδο της Ιστορίας; Η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν μια τραγική κατάληξη γενικά για τον ελληνισμό, αλλά, ταυτόχρονα, για τον ελλαδικό χώρο σήμανε την αρχή μιας νέας εποχής. Αυτό που αναφέρω ως μελλοντική δουλειά έχει πάρει πλέον μια σαφή μορφή και είναι στο στάδιο της δημιουργίας - ελπίζω να την έχω ολοκληρώσει στον επόμενο χρόνο. Ποια είναι τα επόμενα σχέδια; Συνεργασία με κάποιον σεναριογράφο; Μια νέα προσωπική σου δουλειά; Δουλεύεις ήδη πάνω σε κάτι καινούργιο; Όπως προανέφερα ήδη δουλεύω τη «συνέχεια» του βιβλίου που μόλις κυκλοφόρησε, προσπαθώντας να παρουσιάσω τα ιστορικά γεγονότα μέχρι το 1922. Παράλληλα συζητάμε για μια μελλοντική συνεργασία με τον Τάσο Ζαφειριάδη, αλλά γι' αυτήν είναι πολύ νωρίς για να αναφέρω λεπτομέρειες. Πηγή
  20. Oταν τα κόμικ γράφουν Ιστορία Ένα ρεμπέτικο τραγούδι, μία από τις πρώτες ηχογραφήσεις μπουζουκιού στην ελληνική μουσική Ιστορία, έδωσε την ώθηση για αυτό το βιβλίο. Το τραγούδι λέγεται «Χήρα ν’ αλλάξεις το όνομα», μπουζούκι παίζει ο Κώστας Καλαμάρας από τη Σύρο, και τραγουδά ο Απόστολος Παπαδιαμάντης από στη Σκιάθο. Η ηχογράφηση έγινε στην πόλη Γκαίρλιτς της Σιλεσίας, στη Γερμανία, τον Ιούλιο του 1917 από τη Βασιλική Πρωσική Φωνογραφική Επιτροπή. To πολυσέλιδο graphic novel «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς. Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» σε σενάριο και σχέδιο του Θανάση Πέτρου που μόλις κυκλοφόρησε, αποδεικνύει ότι τόσο ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος» όσο και ο συγγραφέας έχουν τόλμη αλλά και άποψη στις επιλογές τους. ΄Η όπως μας λέει ο δημιουργός του κόμικ –από τους γνωστότερους Έλληνες σχεδιαστές– όταν τον ρωτάμε πώς αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό το θέμα: «Ευτυχώς η δική μου τρέλα βρήκε ανταπόκριση στον “Ίκαρο”». Χάρη στη συνεργασία τους λοιπόν, φωτίζεται ένα πολύ ιδιαίτερο και άγνωστο κομμάτι της πρόσφατης ελληνικής Ιστορίας. Το 1916, στη διάρκεια του τρίτου χρόνου του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, η Ελλάδα προσπαθούσε να διατηρήσει στάση ουδετερότητας. Οταν ο βουλγαρικός στρατός με συμμάχους τους Γερμανούς εισέβαλε στην Ανατολική Μακεδονία στις 18 Αυγούστου του 1916, το Δ΄ Σώμα Στρατού, που είχε εκεί την έδρα του, βρέθηκε μεταξύ σφύρας και άκμονος. Οι Έλληνες στρατιώτες ήταν αποκλεισμένοι, αλλά δεν είχαν δικαίωμα να αντισταθούν στους Βουλγάρους, καθώς οι Γερμανοί έδωσαν εγγυήσεις στον βασιλιά Κωνσταντίνο ότι δεν κινδύνευε από αυτούς η ακεραιότητα της χώρας. To πολυσέλιδο graphic novel «Οι όμηροι του Γκαίρλιτς. Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Ίκαρος». Στο μεταξύ, η διαμάχη του βασιλιά Κωνσταντίνου με τον πρωθυπουργό Βενιζέλο για τη στάση που θα κρατούσε η Ελλάδα απέναντι στα στρατόπεδα των αντιμαχόμενων δυνάμεων του Μεγάλου Πολέμου είχε κορυφωθεί, και η χώρα ζούσε χωρισμένη στα δύο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Μία από τις πιο τραγικές συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ήταν η παράδοση αμαχητί και με πλήρη οπλισμό του Δ΄ Σώματος στρατού στους Γερμανούς. Συνέβη στις 22 Σεπτεμβρίου 1916, όταν περίπου 6.000 στρατιώτες, περίπου 400 αξιωματικοί, δυνάμεις της ελληνικής χωροφυλακής, στρατιωτικοί υπάλληλοι και αρκετές γυναίκες και παιδιά αξιωματικών εγκατέλειψαν με τρένο τη Δράμα με κατεύθυνση το Γκαίρλιτς, όπου έζησαν για τα επόμενα δυο χρόνια σε ένα ιδιότυπο καθεστώς αιχμαλωσίας. Μπορεί ένα κόμικ να αφηγηθεί μια τέτοια σύνθετη πολιτική και στρατιωτική ιστορία; Προφανώς, αφού πλέον το είδος έχει εξελιχθεί και δεν απευθύνεται μόνον σε παιδιά, αλλά και σε απαιτητικούς ενήλικες. Ο Θανάσης Πέτρου, που με τους «Ομήρους του Γκαίρλιτς» δημιουργεί για πρώτη φορά σενάριο και σχέδια, εργάστηκε ως ερευνητής, συγκέντρωσε υλικό και πληροφορίες από αρχεία και παραθέτει στο τέλος του βιβλίου πλήρη βιβλιογραφία και έναν επίλογο για τις ιστορικές εξελίξεις μετά το τέλος της αιχμαλωσίας. «Όμως δεν υπογράφω ένα ντοκιμαντέρ», διευκρινίζει. Μολονότι μένει πιστός στα ιστορικά γεγονότα, η αφήγηση είναι δραματοποιημένη και μυθοπλαστική. «Το ζήτημα ήταν να βρω ένα αφηγηματικό όχημα για να πω την ιστορία μου. Έφτιαξα λοιπόν τρεις ήρωες που πρωταγωνιστούν –τρεις φαντάρους–, και ένας από αυτούς γίνεται αφηγητής. Ο πρώτος είναι σαν και μένα Θεσσαλονικιός. Ο δεύτερος είναι Σμυρνιός και ο τρίτος Μανιάτης. Ο Θεσσαλονικιός και ο Σμυρνιός είναι βενιζελικοί, ο Μανιάτης φανατικά βασιλικός. Έτσι συμπληρώνεται το μωσαϊκό που αντικατοπτρίζει το πολιτικό κλίμα της εποχής, ενώ μέσα από τα μάτια τους παρακολουθούμε την Ιστορία». Πηγή
×
×
  • Create New...