Jump to content

Lazaros

Member
  • Posts

    95
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    1

Everything posted by Lazaros

  1. Σχετικό - άσχετο, όσο έβλεπα το Ghost Story πριν κάτι χρόνια, θυμήθηκα αυτό το κόμικ. Μοιάζει σαν μια άτυπη μεταφορά του, αν και καμιά σχέση πρακτικά. Νομίζω θα κάνουν καλό «double bill» πάντως
  2. Καλέ, ποια μέση; Εγώ είχα φτάσει ένα τεύχος πριν το τέλος και ένιωθα πως δεν έγινε τίποτα. Ε, ακόμα δεν το έχω τελειώσει. Μου είχε φανεί απαράδεκτο!
  3. Καλησπέρα παιδιά! Δυστυχώς, εδώ και καιρό διαπίστωσα πως δύο absolute (τρομάρα τους...) έχουν ξεκολλήσει από τη ράχη (το ένα λιγότερο και το άλλο σχεδόν ολοκληρωτικά). Επειδή φοβάμαι να δοκιμάσω μόνος μου με κόλλες, έλεγα να πάω σε κάποιο βιβλιοδετείο να γίνει η δουλίτσα. Έχετε κάποιο κατά νου που είτε σας έχουν πει ή γνωρίζεται από πρώτο χέρι πως αξίζει;
  4. Συμφωνώ σε όλα @leonidio! Προσωπικά τον χρωματισμό της Muir τον βρήκα εξαιρετικό, ίσως από τους καλύτερους της χρονιάς και έναν από τους βασικότερους λόγους για να διαβαστεί το κόμικ σε έντυπη μορφή!
  5. Πολύ ωραία συνέντευξη, απ' τις καλύτερες που έχω παρακολουθήσει στο συγκεκριμένο κανάλι (ή απλά μου φάνηκε πιο ενδιαφέρων ο καλεσμένος λόγω κόμικς )
  6. Μιας και σήμερα ήρθαν και τα τελευταία κομιξάκια πυο περίμενα, ορίστε (κάποιες) αγορές των τελευταίων μηνών. Στην πρώτη φωτογραφία τα λίγα που αγόρασα από Comicdom, εκ των οποίων ο, τι έχω διαβάσει μέχρι στιγμής μου άρεσε αρκετά (Stop Making Sense, Bedlam και ΕΓΚΛΗΜΑ) και στη δεύτερη μερικά κόμικς που περίμενα πολύύύύ καιρό (Sleepwalk και Ghost World είναι δώρα γενεθλίων).
  7. Υπέροχο κόμικ, με δυσκόλεψε και εμένα, δεν θυμάμαι να κατέληξα κάπου συγκεκριμένα, αλλά πραγματικά δεν με ένοιαξε καθόλου. Το σχέδιο δε, μαγευτικό!
  8. Τα ελάχιστα τεύχη είναι η μάστιγα των σύγχρονων κόμικς ρε γαμώτο, δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένουν τόσο πολύ στα 5-6 τεύχη.
  9. Κάθε χρόνο, υπάρχει υπερπροσφορά με ιστορίες του Batman, σε βαθμό που αναρωτιέται κανείς αν η DC γνωρίζει πως διαθέτει κι άλλους χαρακτήρες που μπορεί να αξιοποιήσει. Ανάμεσα σε αυτές τις πολυάριθμες κυκλοφορίες, κάθε φορά εμφανίζεται και μία που επιχειρεί να αφηγηθεί μια πιο «ρεαλιστική» και «σκοτεινή» εκδοχή του χαρακτήρα, τοποθετημένη στα πρώτα χρόνια της καριέρας του (για φέτος έχουν ήδη ανακοινωθεί δύο τέτοιες, σίγουρα με αφορμή την ταινία). Με άλλα λόγια, η αγορά έχει κορεσθεί τόσο πολύ από το συγκεκριμένο brand που ακόμα και θαυμαστές του, όπως ο υποφαινόμενος, καλούνται να κάνουν μετρημένες επιλογές, έχοντας κάποιον πολύ καλό λόγο για να επιλέξουν να διαβάσουν μια ιστορία του Batman. Στην περίπτωση του Batman: The Imposter,το οποίο επίσης καυχιέται πως αποτελεί μια προσγειωμένη απεικόνιση του χαρακτήρα, οι λόγοι που κίνησαν το ενδιαφέρον μου ήταν δύο. Απ’ τη μια ο σεναριογράφος, Mattson Tomlin, που έβαλε το χεράκι του και στην πολυαναμενόμενη ταινία του Matt Reeves, οπότε ήθελα να δω ένα πρώτο δείγμα, γνωρίζοντας ωστόσο πως η πιθανή κομιξική του αποτυχία δεν συνεπάγεται απαραίτητα και την κινηματογραφική, μιας και μιλάμε για διαφορετικά μέσα. Κι απ’ την άλλη, η παρουσία του σχεδιαστή Andrea Sorrentino, η οποία υποσχόταν μια τουλάχιστον ευφάνταστη προσαρμογή του σεναρίου στους κομιξικούς κανόνες. Τελικά, τα τρία ζουμερά τεύχη επιβεβαίωσαν τις ανησυχίες μου - αυτή είναι ακόμη μια ιστορία του συρμού, παρά τις σκόρπιες ενδιαφέρουσες ιδέες της. O Batman σκοτώνει! Ή τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δημιουργεί η παράλληλη δράση ενός αγνώστου που ντυμένος ως Batman δολοφονεί άτομα με σκοτεινό παρελθόν, προκαλώντας αναστάτωση στην Gotham. Οι πλούσιοι επιχειρηματίες έχουν θορυβηθεί και η αστυνομία βρήκε την αφορμή που ζητούσε, ώστε να βγάλει από την άκρη τον εκδικητή που, όπως αποδεικνύεται, περισσότερο δυσκολεύει, παρά διευκολύνει την απονομή δικαιοσύνης. Επομένως, ο πραγματικός Batman, ο Bruce Wayne, αρχίζει τη δικιά του έρευνα, προκειμένου να εντοπίσει και να σταματήσει τον δολοφόνο, προτού να είναι αργά και το Σύμβολο της Νυχτερίδας αμαυρωθεί για πάντα. Παράλληλα, ο Bruce οφείλει να περνά κάθε μέρα, τα ξημερώματα, από την ψυχολόγο του, η οποία στην αρχή της ιστορίας τον βρίσκει αναίσθητο και σοβαρά τραυματισμένο, απειλώντας τον πως αν δεν την επισκέπτεται θα αποκαλύψει την ταυτότητά του στην αστυνομία. Εκείνη ελπίζει να τον πείσει να αφήσει στο παρελθόν την νυχτερινή του υπερηρωική δράση, μιας και δεν προσφέρει κάτι στην ψυχολογική του ισορροπία, ίσα-ίσα την χειροτερεύει, αλλά εκείνος μοιάζει αμετακίνητος. Και σαν όλα αυτα να μην ήταν ήδη αρκετά, η αστυνομικός που έχει αναλάβει την υπόθεση τον έχει βάλει στο στόχαστρο ως βασικό ύποπτο, οπότε εκείνος πρέπει να βρει τρόπο να την διαχειριστεί. Η ιδέα ενός «απατεώνα» μασκοφόρου εκδικητή επιδέχεται πολλών προσεγγίσεων, άλλες εσωτερικές και σχεδόν μεταφυσικές κι άλλες πιο κυριολεκτικές. Σε κάθε περίπτωση αποτελεί ένα ενδιαφέρον εύρημα που επιτρέπει τη γέννηση υπαρξιακών ερωτημάτων στον Bruce για την αποτελεσμάτικοτητα του alter ego του ή ακόμα και τον κίνδυνο που ελλοχεύει για τον ίδιον σε περίπτωση που κάποτε ενδώσει στα βίαια ένστικτά του. Η πρώτη και σημαντικότερη αστοχία του σεναρίου, η μεγάλη χαμένη ευκαιρία αν θέλετε, είναι πως ποτέ δεν αναγνωρίζει αυτή τη διάσταση με τον Bruce να μην αμφισβητεί ποτέ την ιδιότητά του ως μασκοφόρος εκδικητής. Αντιθέτως, θεωρεί πως είναι το μοναδικό εργαλείο αντιμετώπισης των προβλημάτων της Gotham και εκφράζει τον φόβο πως η ύπαρξη του απατεώνα, ακόμα κι αν πιαστεί, θα δυσκολέψει το μελλοντικό του έργο. Μάλιστα, σε κάποιο σημείο αναφέρεται πως η δράση του έχει μειώσει δραματικά την εγκληματικότητα στην πόλη, γεγονός που αποδεικνύει την έλλειψη κριτικής στάσης απέναντι στον Batman. Πρακτικά, τα μόνα άτομα που απομένουν να εκφράσουν κάποιον προβληματισμό ή ακόμα και να εναντιωθούν στην ιδέα ύπαρξης ενός μασκοφόρου εκδικητή είναι η ψυχολόγος και η αστυνομικός. Στην πρώτη περίπτωση, οι όποιες αντιρρήσεις εκφράζονται μέσα από σύντομες ατάκες που διακόπτονται από τις απότομες απαντήσεις του Bruce, ενώ στη δεύτερη αποτυπώνονται κυρίως από το ιδιαίτερα ανατρεπτικό φινάλε, δίχως ωστόσο να εξερευνώνται πιο διεισδυτικά κάποιες πτυχές του ζητήματος. Λόγου χάρη, στην προσπάθεια να εντοπίσει την ταυτότητα του Batman, η αστυνομικός παρατηρεί πως η εταιρία του Bruce κέρδισε μια αποζημίωση για τη ζημιά που προκάλεσε στο κτίριό της ο... Batman, καταλήγοντας έτσι να ερευνά τον πλούσιο εργένη της Gotham. Δυστυχώς, όμως, το σενάριο δεν πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα τον σχολιασμό του, ώστε υπογραμμίσει πως θα μπορούσε η ελίτ της Gotham να αυξάνει τα κέρδη της από την «δημιουργική καταστροφή» που προκαλεί ο μασκοφόρος εκδικητής. Aυτές οι παραλήψεις ενδεχομένως να μην αποτελούσαν ιδιαίτερο πρόβλημα σε μια ιστορία που δεν ενδιαφέροταν να απεικονίσει τις συνέπειες της δράσης του Batman, αλλά στην προκειμένη περίπτωση στερούν από τις αν μη τι άλλο ενδιαφέρουσες ιδέες του Tomlin, την κατάλληλη κορύφωση που θα απογειώσει την ιστορία. Κάπου ανάμεσα στην έρευνα για την ταυτότητα του «νέου Batman» και τις συνεδριάσεις με τη ψυχολόγο, προκύπτει και μια ερωτική σχέση (ευτυχώς, όχι με την ψυχολόγο!). Ωστόσο, κι αυτή πέφτει θύμα της βιασύνης του σεναρίου, η οποίο παρά τις αγαθές προθέσεις της (είναι προφανές πως το φλερτ που ανατπύσσεται έχει ως σκοπό να δώσει συναισθηματικό βάρος στο ενδιαφέρον φινάλε), ποτέ δεν καταφέρνει να αναπτυχθεί οργανικά. Η χημεία του ζευγαριού δικαιολογείται χάρη στα κοινά βιώματα (θυμηθείτε τον τρόπο που ο Joseph Gordon Levitt «μυρίστηκε» την ταυτότητα του Batman στο The Dark Knight Rises…), ενώ δεν γίνεται απόλυτα ξεκάθαρο αν η σχέση είναι ειλικρινής από πλευράς του Bruce ή αν την εργαλειοποιεί για την έρευνα του∙ αν ισχύει το δεύτερο, χάθηκε μια σημαντική ευκαιρία να φωτιστεί με πρωτότυπο τρόπο ο ψυχισμό του Bruce και η εμμονή του με τον Batman. Τα πράγματα κυλούν σαφώς πιο ομαλά στο σχεδιαστικό κομμάτι με τον Sorrentino (σχέδιο) και την Jordie Bollaire (χρώματα) να κεντρίζουν το ενδιαφέρον σε κάθε στροφή. Οι σκοτεινές και μουντές αποχρώσεις της Bellaire κυριαρχούν, αποδίδοντας το ρεαλιστικό ύφος της ιστορίας, αν και δεν είναι λίγες οι φορές που βουτά τις σελίδες σε διάφορες μονοχρωματικές αποχρώσεις του κόκκινου, του μωβ κ.α, δημιουργώντας μια ασυνήθιστα χρωματιστική ατμόσφαιρα. Εξίσου συναρπαστικές είναι και οι οπτικές συνθέσεις του Sorrentino, αν και θεωρώ πως πλέον έχει αρχίσει να επαναλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό. Ο τρόπος που δομεί τις σελίδες παραμένει κατά κύριο λόγο πολύ ανώτερος και εφευρετικός από τον μέσο όρο, ωστόσο αισθάνομαι πως αν έχεις διαβάσει πέντε κόμικ που έχει σχεδιάσει, μπορείς να προβλέψεις πάνω κάτω ποιά οπτικά τρικς θα χρησιμοποιήσει. Είναι κρίμα που η συγκεκριμένη ιστορία δεν λειτουργεί τόσο καλά όσο θα περίμεναν οι δημιουργοί της διότι κάνει κάποιες τολμηρές επιλογές, τόσο με το status quo του χαρακτήρα και του περίγυρού του, όσο και με το ιδιαίτερο φινάλε, το οποίο μοιάζει να απαιτεί μια συνέχεια, περισσότερο για να ικανοποιήσει την περιέργεια μας για το τι συμβαίνει σε έναν κόσμο που ο Batman καταλήγει όπως καταλήγει εδώ.
  10. Ο James Tynion μόλις αποκάλυψε μέσω του newsletter του πως μπορεί να έφυγε από τη DC για τα μάτια του Substack, αλλά επιστρέφει για μία και μοναδική σειρά, τοποθετημένη στον κόσμο του Sandman. Nightmare Country λοιπόν, με πρωταγωνιστή τον THE CORINTHIAN και μερικές νέες, αρκετά αατριχιαστικές φυσιογνωμίες, όπως οι Mr. Agony και Mr. Ecstasy (ο δεύτερος θυμίζει αρκετά τον Joker ή είναι η ιδέα μου; ) Το σχέδιο έχει αναλάβει ο Lisandro Estherren (REDNECK).
  11. Χαίρομαι που σ' αρεσε, τους εκτιμώ ιδιαίτερα και τους δύο (ιδιαίτερα τον Lonnie, o Zac όσες ατομικές δουλειές του έχω διαβάσει μου φάνηκαν χλιαρές). Για την ιστορία, το '21 βγήκε και δεύτερος τόμος με άλλους χαρακτήρες που διαδραματίζεται, αν θυμάμαι καλά, στην κρίση του '29 και περιμένω πώς και πώς να το τσεκάρω! Για ακόμη μια φορά, πολύ καλή παρουσίαση @leonidio!
  12. Αυτό το παράδοξο που χαρακτηρίζει τον Peacemaker είναι που τον κάνει τόσο ενδιαφέρων στα μάτια μου, κρίμα που δεν έχουμε δει σοβαρό υλικό σχετικά με εκείνον (πέρα απο το Watchmen χιχιχι). Τώρα για τη σειρά, έχω περιέργεια πώς θα τον χειριστεί ο Gunn, αν και από τις πρώτες εντυπώσεις που διάβασα (συν οτι ο John Cena είναι εξαιρετικά γλυκούλης κατά βάθος) με κάνουν να ανησυχώ πως θα μετατραπεί σε αντι-ήρωα.
  13. Είναι γεγονός πως τα τελευταία χρόνια το «είδος» του φολκ τρόμου βιώνει μια δεύτερη νιότη χάρη στη κυκλοφορία δεκάδων σειρών και ταινιών. Ωστόσο, πόσο φρέσκια μπορεί να διατηρηθεί μια ιδέα (απομονωμένη κοινότητα θέλει να θυσιάσει/σκοτώσει κάποιον «ξένο» στα πλαίσια κάποιας παγανιστικής θρησκείας); Λίγο πολύ, κάθε ιστορία που υιοθετεί το συγκεκριμένο μοτίβο μοιάζει καταδικασμένη να επαναλαμβάνει τα ίδια και τα ίδια κλισέ, στερούμενη κάθε ίχνος πρωτοτυπίας. Κι όμως, ιστορίες σαν και αυτή του Autumnal αποδεικνύουν πως υπάρχουν περιθώρια για εκπλήξεις. Στο κόμικ πρωταγωνιστεί μια νεαρή μητέρα, η Kat, η οποία με αφορμή το θάνατο της απομακρυσμένης μητέρας της, αποφασίζει να μετακομίσει με την μικρή της κόρη, την Sybil, στην κωμόπολη όπου μεγάλωσε με την ελπίδα να ξεφύγει από το κακοποιητικό της παρελθόν και να προσφέρει ένα καλύτερο μέλλον στο παιδί της, αλλά και στην ίδια. Αν και η κόρη της ενθουσιάζεται με το νέο περιβάλλον –τις παρέες της, αλλά και τα αμέτρητα, πανέμορφα δέντρα-, η Kat διατηρεί τις επιφυλάξεις της! Οι περίεργοι γείτονες, ο ανεξήγητος φόβος των κατοίκων για τα... πεσμένα φύλλα κι η αποκρουστική θέα της νεκρής μητέρας της στο φέρετρο, δημιουργούν υποψίες πως κάτι δεν πάει καθόλου καλά, αίσθηση που μετατρέπεται σε βεβαιότητα με την ανάσυρση ξεχασμένων αναμνήσεων για ένα τραγικό γεγονός, όπου μια σειρά παιδιών βρήκαν απάνθρωπο θάνατο. Μπορεί όλα τα παραπάνω να δίνουν την εντύπωση πως η πλοκή θα ακολουθήσει γνώριμα σεναριακά μονοπάτια, αλλά ο Daniel Kraus κάνει μερικές καθοριστικές επιλογές που προσφέρουν μια ανάσα δροσιάς. Για παράδειγμα, ένα από τα βασικά ερωτήματα που προκύπτουν σε τέτοιου είδους ιστορίες είναι γιατί ο «ξένος» δεν φεύγει από την περίεργη κοινότητα. Εδώ, το σενάριο δίνει μια ξεκάθαρη και ιδιαίτερα ανθρώπινη απάντηση. Η φυγή προς την πόλη σηματοδοτεί και την επιστροφή σε ένα εφιαλτικό παρελθόν, οπότε η Kat δεν έχει άλλη επιλογή παρά να αγωνιστεί για να διεκδικήσει ένα καλύτερο μέλλον. Πράγμα που σημαίνει οτι πρέπει να αποκαλύψει την αλήθεια, πληρώνοντας βέβαια το αντίστοιχο τίμημα. Κυρίως όμως, είναι το φινάλε εκείνο που μοιάζει πραγματικά καινοτόμο, αφού –δίχως να πέσουμε σε σπόιλερ- ξεφεύγει από την κλασική κλιμάκωση των αντίστοιχων ιστοριών, εκφράζοντας μια εντελώς διαφορετική αντίληψη της ζωής που δεν περιορίζεται στα έμβια όντα. Κι αν όλα αυτά, αποτελούν μικρές καινοτομίες για το «είδος» του φολκ τρόμου, είναι το στήσιμο των χαρακτήρων –δηλαδή της Kat- που διαμορφώνουν μια ολοκληρωμένη ιστορία ανεξαρτήτως είδους. Οι εξελίξεις την φέρνουν αντιμέτωπη με το παρελθόν της και την υποχρεώνουν να αναθεωρήσει τη στάση της απέναντι σε άτομα που θεωρούσε πως την πρόδωσαν, ενώ τελικά έκαναν ο, τι έκαναν από αγάπη. Σε αντίστοιχα υψηλά επίπεδα κινείται το σχέδιο και το χρώμα των Chris Shehan και Jason Wordie αντίστοιχα. Ο πρώτος, αν και το σενάριο δεν διαθέτει πολυάριθμες στιγμές καθαρόαιμου τρόμου, στήνει φρικιαστικά πάνελ που στοιχειώνουν τη μνήμη και αποτυπώνει με μαεστρία τις μεταφυσικές διαστάσεις της πλοκής, καταφέρνοντας να μετατρέψει τη θέα ενός φύλλου σε προοικονομία για κάτι εφιαλτικό, ενώ ο δεύτερος επιλέγει αρχικά ψυχρές αποχρώσεις του μπλε, για να αποτυπώσει την γεμάτη εμπόδια ζωή της Kat και της Sybil, ενώ αργότερα, όταν μετακομίζουν στην υπέροχη κωμόπολη τους, λούζει τις εικόνες με ζεστά χρώματα (κυρίως πορτοκαλί) που αντί να λειαίνουν, ενισχύουν την υπόκωφη ένταση που κυριαρχεί στην ιστορία. Και στις δύο περιπτώσεις, τόσο τα ψυχρά, όσο και τα ζεστά χρώματα συνοδεύονται από μια βρώμικη υφή, τα όρια του χρώματος ποτέ δεν είναι ξεκάθαρα ή περιποιημένη, προσδίδοντας ακόμη περισσότερη τραχύτητα στην ιστορία. Αποφεύγοντας με μαεστρία τα κλισέ, το Autumnal καταφέρνει να αποτελέσει μια ενδιαφέρουσα πρόταση τρόμου, με σχέδιο που αναδεικνύει την ατμόσφαιρά του και σενάριο που δίνει έμφαση στους χαρακτήρες και παίζει έξυπνα με τις προσδοκίες. Το φθινόπωρο δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.
  14. Ωραία, θα το δοκιμάσω. Στην χειρότερη θα μου μείνει το απολαυστικό artwork!
  15. Έχει μπει στη λίστα εδώ και ένα χρόνο, αλλα με τρομάζει ένα πράγμα, μήπως απεικονίζει την Wonder Woman πολεμοχαρή και (υπερμετρα) bad ass. Να τολμήσω ή θα απογοητευτώ;
  16. Πολύ ωραία παρουσίαση Γιώργο! Θέλω πώς και πώς να το διαβάσω (με ψήνει αρκετά το κόνσεπτ με τη δολοφονία μετά από καιρό και το πειραγμένο dna), αλλά δυστυχώς δεν έχει έρθει ακόμα. Τώρα ανυπομονώ ακόμα περισσότερο!
  17. Καλή χρονιά παιδιά με υγεία και μπόλικα κόμικς!
  18. Από το δείγμα που διάβασα, φαίνεται δυνατό. Δηλαδή την αίσθηση b-movie, horror με μπόλικες δόσεις καφρίλας, τις πιάνει φουλ.
  19. Πηγή δημοσίευσης: thedirectorscut.gr, 29/10/21 Σαν φαν του τρόμου, ήταν δύσκολο να μην μου κεντρίσει το ενδιαφέρον η ιστορία του Swamp Dogs: House of Crows, αφού αναμειγνύει τους στοιχειωμένους βάλτους με την μέταλ και παντοδύναμα απέθαντα πλάσματα. Ωστόσο, το ενδιαφέρον μετατράπηκε γρήγορα σε ανυπομονησία στο άκουσμα πως το σενάριο του κόμικ συνυπογράφει, παρέα με τον J.M Brandt, o Θοδωρής Πρασίδης, ένας από τους ελάχιστους Έλληνες σεναριογράφους στην αμερικάνικη σκηνή των κόμικς, του οποίου η πρώτη δουλειά είχε εκδωθεί από την Image! Με αφορμή λοιπόν την πρόσφατη κυκλοφορία του πρώτου τεύχους του Swamp Dogs, μιλήσαμε μεταξύ άλλων για την είσοδο του στην σκηνή των κόμικς, τη δημιουργική διαδικασία πίσω από τη δημιουργία της ιστορίας και τα μελλοντικά του σχέδια. Ποιός είσαι Θοδωρή Πρασίδη και πώς βρέθηκε ένας Δραμινός στην αμερικάνικη σκηνή των κόμικς; Κάπως τυχαία θα έλεγα. Δεν μπορώ να πω ότι διάβαζα κόμικς από μικρός, ήμουν παιδί του σινεμά. Ακόμη και τα λιγοστά βιβλία που είχα ήταν όλα διασκευές από ταινίες, το Batman του Burton, το Phantom Menace, το Men in Black. Αυτά θυμάμαι από τότε. Οπότε μεγάλωσα, σπούδασα σινεμά στο εξωτερικό, μετά γύρισα για κάποιο λόγο Ελλάδα, έκανα μερικές μικρές δουλειές, προσπάθησα να κάνω κάποιες μεγαλύτερες, αλλά μου φάνηκε ότι για να μπεις στα κινηματογραφικά πράγματα θέλει ένα πείσμα και μια αντοχή που δεν είχα απαραίτητα. Έτσι τα παράτησα και ασχολήθηκα με άλλα πράγματα. Παράλληλα άρχισαν σιγά σιγά να μπαίνουν τα κόμικς στη ζωή μου, κυρίως όταν γνώρισα τον Δραμινό δημιουργό Χρήστο Δημητρίου, της γενιάς της Βαβέλ, με τον οποίο γίναμε πολύ στενοί φίλοι αλλά δυστυχώς μας άφησε πρόωρα το 2016. Εκείνη την περίοδο διοργάνωνα το Fuzztastic Planet, ένα διεθνές heavy/doom/psych rock φεστιβάλ, και μου ήρθε η ιδέα να γράψω ένα χιουμοριστικό αλφάβητο για την doom metal, για να το πουλάω στο merch booth. Το πρότεινα σε έναν από τους αγαπημένους μου εικονογράφους του χώρου, τον Maarten Donders, ο οποίος ψήθηκε φουλ και το ξεκινήσαμε αμέσως. Τότε διάβαζα το Saga, κι ένα βράδυ σκέφτηκα ότι θα είχε πλάκα να το πιτσάρω στην Image Comics, έτσι για να δούμε τι θα γίνει. Μετά από 20 λεπτά μου απαντάει ο Eric Stephenson ότι Theo, αυτό φαίνεται πολύ κουλ, θέλουμε να το βγάλουμε. Ε, και μ’ αυτά και μ’ αυτά σκέφτηκα, μαλάκα μου, κόμικς. Αυτές τις μέρες κυκλοφόρησε το πρώτο τεύχος της νέας σου δουλειάς, Swamp Dogs. Τι ακριβώς είναι και πώς προέκυψε σαν ιδέα; Τα Swamp Dogs γεννήθηκαν στο κεφάλι του J.M. Brandt, τον οποίο γνώρισα πριν μερικά χρόνια, όταν γράφαμε μαζί για το Αμερικάνικο site Screen Rant. Παρατηρήσαμε γρήγορα ότι μοιραζόμαστε παρόμοια γούστα στο σινεμά, στη μουσική, την ποπ κουλτούρα γενικότερα, κι έτσι αρχίσαμε να κουβεντιάζουμε για κάποια αόριστη, πιθανή συνεργασία. Μόλις λοιπόν είδε την ανακοίνωση του The Doomster’s Monolithic Pocket Alphabet από την Image, μου πρότεινε να γράψουμε μαζί το project που τον γαργαλάει εδώ και χρόνια, που δεν τον αφήνει να κοιμηθεί τη νύχτα. Αρχική ιδέα ήταν να κάνουμε μια κόμικς διασκευή της euro horror καλτιάς του 1972 Tombs of the Blind Dead, μεταφέροντας την πλοκή από την Ισπανική επαρχία στον Αμερικανικό Νότο, και αλλάζοντας τους απέθαντους από Ναΐτες Ιππότες με συνομοσπονδιακούς στρατιώτες του Αμερικανικού Εμφυλίου, και την σατανική μαύρη μαγεία με Βουντού. Εντοπίσαμε λοιπόν έναν ηλικιωμένο κυριούλη, μάλλον συμπαραγωγό της ταινίας που του είχαν ξεμείνει τα δικαιώματα, αλλά γρήγορα καταλάβαμε ότι δεν ήταν διατεθειμένος να βοηθήσει. Έτσι αποφασίσαμε να το κάνουμε δικό μας, να χτίσουμε από την αρχή μια καινούργια μυθολογία, και να το πάμε όπου θέλουμε εμείς. Το Swamp Dogs: House of Crows, ένα mini series πέντε τευχών, είναι η εισαγωγή σε αυτήν τη μυθολογία. Ποιό χαρακτηριστικό της ιστορίας σε γοήτευσε, πείθωντάς σε τελικά να αναμειχθείς στη δημιουργία του κόμικ; Τα πάντα ρε συ. Οι αναφορές στον cult κινηματογράφο, η ακραία προσέγγιση στον τρόμο, το diversity των χαρακτήρων, o Αμερικανικός Νότος, το ιστορικό υπόβαθρο, οι worldbuilding προοπτικές. Το όλο κόνσεπτ ήταν εντελώς στη φάση μου, βούτηξα αμέσως. Και απ’ ότι φαίνεται είναι ένα κόνσεπτ που ψήνει γενικά κόσμο με τη μία, γιατί ολόκληρο το creative team είπε ναι αμέσως. Ήταν δηλαδή όλοι τους η πρώτη μας επιλογή! Μιας και έχεις ασχοληθεί και με τον κινηματογράφο, πόσο διαφέρει ένα σενάριο κόμικ από εκείνο μιας ταινίας; Πέραν του ότι αντί για σκηνές στον κινηματογράφο, αναφέρεσαι σε σελίδες και panels στα κόμικς, μοιράζονται περισσότερες ομοιότητες παρά διαφορές, αφού και τα δύο αφορούν καθαρά οπτικά μέσα με παρόμοιους στυλιστικούς κανόνες, και περιγράφουν εικόνες και δράσεις μέσα σε συγκεκριμένο χώρο και χρόνο. Από κει και πέρα υπάρχουν τόσα διαφορετικά στυλ γραφής όσα και σεναριογράφοι, και δεν ισχύει κάποια γενική νόρμα για το πόσο αναλυτικός, τεχνικός, ή λογοτεχνικός πρέπει να είσαι γράφοντας το ένα ή το άλλο. Προσωπικά, έχοντας απόλυτη εμπιστοσύνη στους καλλιτέχνες με τους οποίους συνεργάζομαι, προσπαθώ να μην γίνομαι εξαντλητικά περιγραφικός στα panels μου, επιβαρύνοντάς τα με υπερβολικά πολλές πληροφορίες, εξειδικευμένους όρους, γωνίες λήψης κτλ, αφήνοντάς τους έτσι χώρο ώστε να συμμετέχουν κι αυτοί ενεργά στην αφηγηματική διαδικασία της ιστορίας. Για μένα όσο πιο απλό, ευκολοδιάβαστο και καθαρογραμμένο είναι ένα σενάριο, τόσο το καλύτερο. Έχετε αναφέρει σε άλλες συνεντεύξεις πως ενώ υπήρχε ενδιαφέρον και από άλλους εκδοτικούς εσείς επιλέξατε την σχετικά νεο-ιδρυθείσα Black Caravan, διότι ταίριαζε στο ύφος της ιστορίας. Πόσο σημαντικό είναι να ταυτίζεται το ύφος της ιστορίας με εκείνο του εκδότη; Συνεισφέρει ο editor στη δημιουργική διαδικασία κι αν ναι, με ποιόν τρόπο; Ναι, η αλήθεια είναι ότι είχαμε ένα ακόμη συμβόλαιο στα χέρια μας. Αλλά μόλις ανακαλύψαμε την Black Caravan και είδαμε τα βιβλία που βγάζει, μας φάνηκε πιο κατάλληλο σπίτι για εμάς. Κι έπειτα ο τρόπος με τον οποίο ανταποκρίθηκαν οι εκδότες μας Rich Woodall και Joseph Schmalke στο pitch μας μας κέρδισε 100%. Είναι πολύ σημαντικό να βρεις τα κατάλληλα άτομα για να βγάλουν τη δουλειά σου, κάπου γίνεται ένα κλικ. Όταν κάναμε το πρώτο meeting μαζί τους, μας είπαν ότι η πρότασή μας ήταν η καλύτερη που τους είχε υποβληθεί μέχρι τότε, και πως έχουν τόσο πολύ ενθουσιαστεί με το project, που το βλέπουν σαν τη ναυαρχίδα τους. Κι έτσι καταλάβαμε ότι είναι ίσως καλύτερα να είσαι με έναν μικρότερο εκδότη που όμως θα δώσει στο βιβλίο σου την αρμόζουσα προσοχή, παρά να χαθείς κάπου μέσα στους τεράστιους καταλόγους κυκλοφοριών ενός μεγαλύτερου εκδότη. Όσον αφορά τον editor μας, τον υπέροχο Shawn French, η δημιουργική συμβολή του είναι πάντα πολύτιμη για εμάς, αλλά ένα από τα καλά του να γράφεις με συν-σεναριογράφο είναι ότι έχεις ήδη και κι έναν πρώτο editor στο κείμενό σου, οπότε τα draft μας είναι πάντα σε πολύ καλή κατάσταση. Επιστρέφοντας πάλι στο Swamp Dogs, ποιές ήταν οι επιρροές σας σε σεναριακό, σχεδιαστικό και αισθητικό επίπεδο; Δύο είναι οι βασικές επιρροές του βιβλίου: το grindhouse/exploitation σινεμά τρόμου των 1970s, Texas Chainsaw Massacre, Faster, Pussycat! Kill! Kill!, Sugar Hill, τέτοια φάση, και το southern gothic. Σκέψου Deliverance και Black Snake Moan από ταινίες, σκέψου Preacher και Southern Bastards από κόμικς, και κυρίως, μια μεγάλη αγάπη της τηλεόρασης, το True Blood. Το ύφος της αφήγησης, η εξέλιξη της πλοκής, η αισθητική του εσωτερικού και των εξωφύλλων, όλα είναι άμεσα επηρρεασμένα από τα παραπάνω. Αλλά δεν μένουμε εκεί, υπάρχουν αναφορές στα κλασικά monster movies της Universal, στα διαμάντια της Αγγλικής Hammer, στον Κινγκικό προαστιακό τρόμο, σε κωμωδίες τρόμου τύπου Evil Dead 2 και Tucker and Dale vs Evil. Είναι με λίγα λόγια το δικό μας ερωτικό γράμμα στον τρόμο που αγαπάμε. Στο κόμικ γίνεται αναφορά στον Αμερικανικό Εμφύλιο και στους διάφορους τρομακτικούς θρύλους της Louisiana. Τι προκλήσεις, αλλά και ποιές καλλιτεχνικές ευκαιρίες δημιούργησε το γεγονός πως δεν είσαι Αμερικάνος, οπότε δεν έχεις την (θεωρητικά) άμεση σχέση με την ιστορία της χώρας και τους διάφορους τοπικούς θρύλους; Το ιστορικό background ήταν ίσως το στοιχείο που με τράβηξε περισσότερο στο project. Έχω μια αδυναμία στην Ιστορία, και ακόμη περισσότερο στις περιόδους πολέμου, γιατί όταν ένας πόλεμος έχει εδραιωθεί και η εμπόλεμη κατάσταση γίνεται πια η κανονικότητα, τότε μπορεί να προκύψουν οι πιο τρομακτικές ιστορίες, με τους πιο αλλόκοτους χαρακτήρες. Το ότι δεν είμαι Αμερικανός, μου δίνει ίσως την δυνατότητα να διαχειριστώ το θέμα από μια πιο ουδέτερη οπτική, γιατί είναι ένα θέμα δύσκολο και συναισθηματικά φορτισμένο για τους Αμερικάνους, όπως είναι για παράδειγμα ο δικός μας Εμφύλιος για τους Έλληνες. Και όντως, παρόλο που ο J.M. είναι ο Αμερικανός της παρέας, το ιστορικό κομμάτι το ανέλαβα κυρίως εγώ. Και ήταν μια διαδικασία που λάτρεψα, γιατί μέσα από σχετικές πηγές, λευκώματα, ταινίες και ντοκιμαντέρ, ανακάλυψα μια περίοδο αδιανόητα παράλογη και πέρα για πέρα χαοτική, πράγμα που την κάνει εξαιρετικά ενδιαφέρουσα για μελέτη. Όσον αφορά τους τοπικούς θρύλους, η πραγματική εμβάθυνση στο θεοσκότεινο, γεμάτο θεούς και δαίμονες φολκλόρ της Λουιζιάνα θα γίνει στα επόμενα arcs. Γράφοντας μαζί με τον J.M., τι θεωρείς ότι πρόσφερε ο ένας και τι ο άλλος στην ιστορία; Ο J.M. είναι full-on gore freak, οπότε οι πιο ακραίες σκηνές προέρχονται από το άρρωστο μυαλό του. Μάλιστα σε μια-δυο περιπτώσεις του ζήτησα να μετριάσει λίγο τη σιχαμάρα, γιατί κάποιες εικόνες μπορεί να παραήταν αποκρουστικές για μερικούς αναγνώστες. Εγώ έχω τα κομμάτια του πιο ατμοσφαιρικού, slow burning τρόμου. Επίσης, ίσως στον J.M. να οφείλουν λίγο περισσότερο την προσωπικότητά τους τα μέλη της μπάντας The Grunch, ενώ σε εμένα η Ayana και η Violet. Αλλά και πάλι όχι απόλυτα, στις περισσότερες περιπτώσεις είναι αμοιβαία η συμβολή. Είμαστε αρκετά τυχεροί ώστε να έχουμε το ίδιο ακριβώς όραμα για το βιβλίο, να γνωρίζουμε ακριβώς τι θέλουμε να δώσουμε στους αναγνώστες μας, οπότε η ιστορία μας βγήκε αβίαστα από κοινού. Αφού διαβάζω καμιά φορά κάποια από τις σκηνές και δεν μπορώ να θυμηθώ ποιος έγραψε τι. Πράγμα αρκετά γαμάτο. Μιας και το κόμικ έχει αρκετούς χαρακτήρες, έχεις κάποια ιδιαίτερη αδυναμία, κάποιον/-α που απόλαυσες να γράφεις λίγο περισσότερο ή είναι όλα τους παιδιά σου, οπότε δεν μπορείς να τα ξεχωρίσεις; Κοιτά, η Ayana, αυτό το πανέμορφο κορίτσι με τσαγανό που έχει ρίζες από Γαλλία και Αιθιοπία και είναι ταλαντούχα tattoo artist χωρίς να έχει ούτε ένα tattoo πάνω της, είναι 100% δική μου δημιουργία, οπότε ναι, θα μπορούσες να πεις ότι της έχω μια κάποια αδυναμία. Όλοι σου λένε πώς να χτίσεις έναν χαρακτήρα, αλλά κανείς δεν σου λέει πώς να μην τον ερωτευτείς μετά. Αλλά αγαπάω και τους κάφρους της μπάντας, τον Josh, τον Matt, τον Roy και την Kim. Έχουν φανταστική χημεία και δυναμική, θέλω να αράξω να κάνω παρέα μαζί τους. Μιλώντας για την μπάντα, υπάρχει κάποιο ιδανικό soundtrack για συνοδεία του κόμικ; Όχι απλά υπάρχει ένα φοβερό soundtrack για την συνοδεία του κόμικ, αλλά μάλιστα σκεφτόμαστε να το κυκλοφορήσουμε κάποια στιγμή σε βινύλιο, ίσως μέσω crowdfunding. Είναι ένα προσεκτικά επιλεγμένο compilation τραγουδιών που κυμαίνονται σε occult/psych/southern/blues rock/metal, με soul/funk σφήνες, ακολουθεί κατά κάποιο τρόπο την πλοκή του βιβλίου, και νομίζω ότι θα ήταν αρκετά ασφαλές να πω ότι το έστησα πριν καλά καλά αρχίσω να γράφω το σενάριο. Ενδεικτικά αναφέρω μερικές μπάντες: Uncle Acid and the Deadbeats, Kylesa, Zeal & Ardor, The Picturebooks, The Budos Band, Brownout, Maylene and the Sons of Disaster. Κακός χαμός δηλαδή. Τι επιφυλάσσει το μέλλον για τον κόσμο του Swamp Dogs, αλλά και τι να περιμένουμε από εσένα στο μέλλον; Έχουμε ήδη outlines για δύο συνέχειες, ένα spin-off, και ένα on-going series στον κόσμο των Swamp Dogs, και αν τα πράγματα πάνε όσο καλά δείχνουν ότι πάνε από άποψη πωλήσεων κτλ, θα αρχίσουμε να γράφουμε πάλι σύντομα. Εγώ έχω έτοιμη μια ακόμη σειρά τρόμου που θα κυκλοφορήσει στις αρχές του 2022 από την δυναμικά ανερχόμενη TKO Studios, και στα σκαριά ένα pulp sci-fi mini όπου θέλω να πειραματιστώ με αποκλειστικά οπτική αφήγηση, αλλά και μια μεγάλου μήκους ταινία κινουμένων σχεδίων που δουλεύω με τον Adrian Dexter, σκηνοθέτη, animator, και εικονογράφο της heavy psych/prog μπαντας Elder, για την οποία δε μπορώ να πω κάτι ακόμα, αλλά είμαι ακραία ενθουσιασμένος. Περισσότερες πληφορίες και νέα για τις δουλειές του Θοδωρή βρίσκετε στην προσωπική του σελίδα, www.theoprasidis.com
  20. ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ! Και εγώ στο όριο ήμουν, είχα αρχίσει να χάνω κάθε ελπίδα
  21. Προτιμώ το έντυπο, αλλά για εντελώς πρακτικούς λόγους (χώρου και κόστους κυρίως) διαβάζω και ψηφιακά (ωστόσο μόνο σε pc για να σώζεται και κάτι από το σχέδιο, μην τυφλωθώ εντελώς! ).
  22. Αυτός ο Anand RK έχει σπουδαίο χέρι! Και η δουλειά του στο Grafity's Wall, πάλι με τον Ram V, εξαιρετική και εντελώς διαφορετική αισθητικά από το Blue in Green (το κόμικ σαν κόμικ βέβαια συμπαθητικό, αλλά προσωπικά προτιμώ άλλες δουλειές του Ram)
  23. Είναι εγγύηση ο Ram V! Τώρα διαβαζω το Swamp Thing του. Ξεκίνησε κάπως αμήχανα, αλλά πλέον έχει πάρει ενδιαφέρουσα κατεύθυνση.
  24. Μόλις τελείωσα το Rorsarch και πραγματικά απορώ με τον King. Από τη μια εκτιμώ την προσπάθεια του να μην αντιγράψει τον Moore (μιας και το έχει κάνει σε όλες τις προηγούμενες δουλειές του χιχιχι). Από την άλλη, παίρνει έναν χαρακτήρα ακροδεξιό συνομωσιολόγο που εν μέρει επιβεβαιώνεται για τις θεωρίες του και προσφέρει άπλετη τροφή για άκρως ενδιαφέρουσες προσεγγίσεις με βάση το σύγχρονο πολιτικό τοπίο και επιλέγει να κάνει μια ιστορία που για 10 από τα 12 τεύχη δεν προχωράει καθόλου, στο 11ο είναι μπουκωμένη στο exposition και στο 12ο τελειώνει με ένα τουλάχιστον χλιαρό φινάλε. Σίγουρα θα το ξαναδιαβασω όταν βγει σε τόμο, μπας και έχασα κάτι λόγω του μηνιαίου+ κενού, ωστόσο δύσκολα θα ανατραπεί η αίσθηση πως πρόκειται για μια γιγαντιαία χαμένη ευκαιρία που και ΛΑΖΑΡΟΣ να λεγόταν δεν θα άλλαζαν πολλά. Επίσης, διαβάζω Diabolik από Jemma, είμαι κάπου στα μισά και νιώθω πως είναι η πρώτη φορά που σε μια ανθολογία ΟΛΕΣ οι ιστορίες έχουν τόσο παρόμοιο ύφος αφήγησης. Κάποιες έχουν πλάκα, κάποιες άλλες ωραίο σχέδιο, αλλά σεναριακά επαναλαμβάνονται σε τρομακτικό βαθμό (ενώ είναι από πολλά διαφορετικά άτομα!). Πραγματικά απορώ πώς συνέβη αυτό και στο μόνο που καταλήγω είναι πως και οι αρχικές ιστορίες ήταν τόσο μονότονες. Εν ολίγοις συμπαθητική κυκλοφορία, αλλά όχι και τίποτα το άχαστο.
×
×
  • Create New...