Jump to content

leonidio

Founders/Moderator
  • Content Count

    884
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    30

leonidio last won the day on October 11

leonidio had the most liked content!

Community Reputation

4,688 Excellent

4 Followers

Recent Profile Visitors

343 profile views
  1. Ο θαυμαστός κύριος Πίλκι Γιάννης Κουκουλάς Ο Νταβ Πίλκι έγινε γνωστός με τις ξεκαρδιστικές, παρωδιακού τύπου περιπέτειες του αντι-υπερήρωα Καπετάν Βράκα. Η νέα του σειρά για παιδιά κάθε ηλικίας έχει πρωταγωνιστή έναν αστυνομικό με σώμα ανθρώπου και κεφάλι σκύλου. Και είναι ακόμα πιο αστεία. Το λεπτό χιούμορ, η ειρωνεία ως σφάξιμο με το βαμβάκι, τα ευφυή λογοπαίγνια, ο σαρκασμός είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν συγκεκριμένα είδη και έργα της κωμωδίας. Για τις μικρότερες ηλικίες αναγνωστών, ωστόσο, είναι ιδιαίτερα δυσπρόσιτες αυτές οι τεχνικές πρόκλησης γέλιου. Συνήθως οι νεαρότεροι προτιμούν ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, πιο χοντροκομμένο και ξεκάθαρο χιούμορ που μεγαλώνοντας, σταδιακά μπορεί να τους οδηγήσει σε πιο δύσβατα, πιο ελκυστικά και πιο προκλητικά αναγνωστικά μονοπάτια. Από κάπου όμως πρέπει να ξεκινήσουν. «Οι περιπέτειες του Καπετάν Βράκα» του Νταβ Πίλκι αποτελούν μια ιδανική τέτοια αναγνωστική αφετηρία για παιδιά που επιδιώκουν να γελάσουν μέχρι δακρύων και αν το επιθυμούν να μοιραστούν την εμπειρία με τους γονείς τους, οι οποίοι είναι βέβαιο ότι θα ξεκαρδιστούν κι αυτοί. Η νέα σειρά, όμως, του Αμερικανού δημιουργού με τίτλο «Dogman» είναι ακόμα πιο απολαυστική και επιπλέον έχει αποκλειστικά τη μορφή των κόμικς σε αντίθεση με τον «Καπετάν Βράκα» που αποτελεί ένα υβρίδιο κειμένων, εικόνων και κόμικς. Ο πενηντατετράχρονος Πίλκι αποτελεί σήμερα ένα παγκόσμιο φαινόμενο και τα βιβλία του μεταφράζονται σε δεκάδες γλώσσες, ενώ ήδη έχει κυκλοφορήσει μια κινηματογραφική ταινία του («Captain Underpants: The First Epic Movie», 2017) και μια σειρά animation («The Epic Stories of Captain Underpants») με πρωταγωνιστή τον Καπετάν Βράκα που συμπλήρωσε τρεις σεζόν και απ’ ό,τι φαίνεται θα έχει μακρά συνέχεια. Τα βιβλία με τον Καπετάν Βράκα που έχουν κυκλοφορήσει στα αγγλικά είναι μέχρι στιγμής δεκατέσσερα (στα ελληνικά κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός), ενώ άλλες σειρές του είναι οι «The Adventures of Super Diaper Baby», «Mighty Robot», «Dragon» κ.ά. Οι περιπέτειες με τον Dogman είναι μέχρι στιγμής οκτώ στα αγγλικά (στα ελληνικά έχουν κυκλοφορήσει οι δύο πρώτες από τις εκδόσεις Ψυχογιός με τίτλους «Dogman» και «Dogman χωρίς λουρί και φίμωτρο» σε μετάφραση Σοφίας Γρηγορίου) και εδώ επίσης ανοίγεται ένα ακόμη πεδίον δόξης λαμπρό καθώς οι ιστορίες σημειώνουν τεράστια επιτυχία. Άλλωστε είναι σχεδόν βέβαιο ότι όσοι από τους νεαρούς αναγνώστες ακολουθούσαν ως τώρα τον Καπετάν Βράκα, θα περάσουν στη συνέχεια και στον Dogman καθώς εκτός από τον ίδιο δημιουργό οι σειρές σχετίζονται και με ένα επιπλέον σεναριακό τέχνασμα: οι υποτιθέμενοι συγγραφείς του Dogman είναι ο Τζορτζ και ο Χάρολντ που αποτελούν τους κεντρικούς πρωταγωνιστές του Καπετάν Βράκα, καθιστώντας έτσι τη νέα σειρά ένα ιδιόμορφο spin-off της παλαιάς. Το χιούμορ και σε αυτή τη σειρά είναι αυτό που χαρακτηρίζεται «καμένο» καθώς οι σεναριακές ακροβασίες, ο σουρεαλισμός, οι ανατροπές έρχονται με καταιγιστικό ρυθμό. Ο όρος «καμένο» έχει χρησιμοποιηθεί κατά κόρον τα τελευταία χρόνια για αυτή τη μορφή αστείου που βρίσκεται πέρα από κάθε σύμβαση και πολλές φορές μπορεί να μη γίνεται κατανοητό ή να ενοχλεί τους λιγότερο εξοικειωμένους. Σε πιο ενήλικες εκδοχές, τέτοιο είναι το χιούμορ σειρών όπως οι «Perry Bible Fellowship» του Nicholas Gurewitch και «Cyanide and Happiness» των Rob DenBleyker, Kris Wilson, Dave McElfatrick και Matt Melvin, ενώ στα καθ’ ημάς, αναλογίες μπορεί να βρει κανείς με τα ξεκαρδιστικά «Κουραφέλκυθρα» του Αντώνη Βαβαγιάννη και το «Σπιφ και Σπαφ» του Τάσου Ζαφειριάδη. Κάτι ανάλογο τα προηγούμενα χρόνια μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν και το περιοδικό «Βαβούρα», αξέχαστο για όσους το παρακολουθούσαν τη δεκαετία του 1980 ή, τηρουμένων των αναλογιών, και οι ιστορίες του «Ιζνογκούντ» των Goscinny (μέχρι τον θάνατό του) και Tabary. Ενα κοινό χαρακτηριστικό όλων ή κατά περίπτωση ορισμένων εξ αυτών των σειρών είναι ότι βασίζουν μεγάλο μέρος της επιτυχίας τους στα εντελώς απρόσμενα σενάρια, στους αναχρονισμούς και στην ανοικείωση που αισθάνεται ο αναγνώστης, σε αλληγορικές χρήσεις της εικόνας και του λόγου. Κάποιες από αυτές, όπως και τα κόμικς του Πίλκι έχουν κατηγορηθεί για τα «απλοϊκά» τους σχέδια που «θα μπορούσαν να είναι φτιαγμένα από παιδιά», λες και κάτι τέτοιο μπορεί να είναι κατακριτέο. Το σημαντικότερο στα κόμικς δεν είναι η αρτιότητα στο σχέδιο, η ακρίβεια στην ανατομία των σωμάτων, η πιστότητα της εικόνας με την κειμενική περιγραφή, αλλά η ιδανική συνύπαρξη της εικόνας με τον λόγο προς μια ολοκληρωμένη αφήγηση. Και σε όλα τα παραπάνω παραδείγματα η αφήγηση υπηρετείται με απόλυτη τελειότητα, «υποχρεώνοντας» τον καλοπροαίρετο αναγνώστη να μην παρατηρήσει ξεχωριστά τα σχέδια και να μην τα κρίνει στο χειρουργικό τραπέζι της σχεδιαστικής δεξιότητας του δημιουργού τους, αλλά να διαβάσει ένα ολοκληρωμένο έργο, όσο μικρό ή μεγάλο κι αν είναι αυτό. Στην περίπτωση του Πίλκι, ιδιαίτερα στις περιπέτειες του Dogman, αυτή η εσκεμμένη και επιδέξια επιτηδευμένη «απλότητα» των σχεδίων αιτιολογείται και με το παραπάνω από το γεγονός ότι τα κόμικς υποτίθεται πως γράφουν και σχεδιάζουν ο Τζορτζ και ο Χάρολντ, δύο μαθητές στις μικρές τάξεις του Δημοτικού. Σε μια ανάλογη απολαυστική «αυθαιρεσία» είχε προβεί παλαιότερα ο James Parson όταν είχε κυκλοφορήσει δύο βιβλία («This is War» και «Tony and Me») με παιδιάστικα σκίτσα και μια αφήγηση που παρέπεμπε σε πνευματικά καθυστερημένο άνθρωπο τα οποία υποτίθεται πως είχε δημιουργήσει ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους ο νεότερος, κατά τη διάρκεια των συνεδριών χρωματοθεραπείας του από έναν επίσης υποθετικό ψυχίατρο. Με όλα αυτά τα τεχνάσματα ως δεδομένα και δοκιμασμένα και με βαθιά γνώση της ιστορίας των κόμικς και της αφήγησης για παιδιά, ο Πίλκι με την υπόγεια πολιτική και κοινωνική κριτική του (οι αστυνομικοί εμφανίζονται σχεδόν στο σύνολό τους ως αποτυχημένοι και ο καλύτερος από αυτούς είναι ένας άνθρωπος με ραμμένο ένα κεφάλι σκύλου στη θέση του δικού του που κάνει τα κακά του όπου βρει, ο κακός χαρακτήρας στον πρώτο τόμο του Dogman είναι μια διεφθαρμένη δήμαρχος, ο υποχθόνιος Πίτι αποφασίζει να σβήσει με ένα μυστικό όπλο όλες τις λέξεις από τα βιβλία του κόσμου και οι άνθρωποι γίνονται σε λίγες μέρες ηλίθιοι κ.λπ.) δημιουργεί τις δικές του ιστορίες που, όπως έχει δηλώσει, είναι βαθιά επηρεασμένες από εμβληματικά έργα του παρελθόντος, όπως τα «Peanuts» του Charles Schulz και το περιοδικό «MAD» που είχε ιδρύσει ο Harvey Kurtzman και βασιζόταν εν πολλοίς στην άνευ όρων παρωδία και την αμφισβήτηση κάθε παραδεδεγμένης αξίας στην τέχνη. Ο δημιουργός του Καπετάν Βράκα και του Dogman δεν χάνει την ευκαιρία, επίσης, να τονίσει σε κάθε συνέντευξή του ότι μεγάλο μέρος της επιτυχίας του οφείλεται στη διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και την υπερκινητικότητα (ΔΕΠΥ) από τις οποίες πάσχει και τη δυσλεξία που τον χαρακτηρίζει. Όπως κατ’ επανάληψη έχει δηλώσει, όταν ήταν μαθητής πέρασε ατέλειωτες ώρες στους διαδρόμους του σχολείου του, τιμωρημένος από τους δασκάλους του για τη χαμηλή του απόδοση στα μαθήματα και την «κακή» διαγωγή του. Εκεί, μη έχοντας κάτι καλύτερο να κάνει και αναγκασμένος να παραμείνει καθιστός και αμίλητος, ξεκίνησε να δημιουργεί κόμικς βάζοντας τη φαντασία του να λειτουργεί με οργιώδεις ρυθμούς. Σύμφωνα με τα λόγια του, μεγάλο μέρος των σεναρίων των σημερινών του κόμικς βασίζεται στις ιδέες που ανέπτυξε κατά τα σχολικά του χρόνια, ενώ πολλά από αυτά είχαν ξαναδημιουργηθεί τότε σε μια πρωτόλεια μορφή. Δεν είναι τυχαίο που οι δύο πρωταγωνιστές του στον Καπετάν Βράκα και υποθετικοί δημιουργοί στον Dogman είναι δύο μαθητές σαν κι αυτόν, απ’ αυτούς που συνήθως οι δάσκαλοι και οι γονείς στιγματίζουν ως αποτυχημένους και άχρηστους, ενώ θα έπρεπε να επικεντρωθούν στον εντοπισμό των ταλέντων τους και των δεξιοτήτων τους ώστε να τους εντάξουν σε ομάδες και να τους καταστήσουν οργανικά μέρη των σχολικών κοινοτήτων με ιδιαιτερότητες και ειδικές ικανότητες και όχι απόβλητα ανάξια προσοχής. Όσοι γονείς διατηρείτε αμφιβολίες για τα κόμικς του Πίλκι λόγω του «ατημέλητου» σχεδίου ή των σκατολογικών αστείων, δώστε τους μια ευκαιρία. Διαβάστε τα μαζί με τα παιδιά σας και είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα γελάτε μαζί τους για ώρες. Πηγή
  2. Κάποια είναι πολύ καλά, κάποια λιγότερο και η αναλογία είναι σαφώς υπέρ των καλών έως και πολύ καλών. Φόλες δεν ξέρω αν υπάρχουν, τουλάχιστον από όσους τόμους έχουν εκδοθεί έως τώρα. Είναι όντως κάτι σαν best of, αλλά το θέμα είναι ότι σε γενικές γραμμές, αν και διαβάζονται αυτοτελώς, πρέπει να έχεις παρακολουθήσει κάποια πράγματα από το σύμπαν της Marvel, για να ξέρεις σε τι αναφέρονται. Πάντως, αν δεν σου αρέσουν τα υπερηρωικά, δεν ξέρω αν θα σου αρέσει η σειρά γενικά. Αν όμως σου αρέσουν, τότε η σειρά προσφέρει κάποιες εξαιρετικές επιλογές
  3. Πρωτότυπος τίτλος: Les Phalanges de l'Ordre noir (Dargaud, 1979) Αυτό είναι το κόμικ που έκανε τα ονόματα των δημιουργών του, και κυρίως του Μπιλάλ, διάσημα στη χώρα μας. Ήταν η τέταρτη συνεργασία τους, αλλά η πρώτη τους, που δημοσιεύτηκε στη χώρα μας και η πρώτη που βγήκε σε αυτόνομο άλμπουμ. Ο ελληνικός τίτλος είναι παραπλανητικός, γιατί σωστή μετάφραση θα ήταν "Οι Φάλαγγες τους Μαύρου Τάγματος" (τόσο στα γαλλικά, όσο και στα αγγλικά οι δύο λέξεις ταυτίζονται) Η ιστορία εκτυλίσσεται προς τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αφού είχε αποκατασταθεί η δημοκρατία στην Ισπανία μετά το θάνατο του φασίστα στρατηγού Φράνκο. Μια ομάδα ηλικιωμένων φασιστών, που αυτοαποκαλούνται "Φάλαγγες της Μαύρης Τάξης" και υποστηρίζουν ότι υπερασπίζονται τις αξίες της Ευρώπης, δολοφονούν όλους τους κατοίκους ενός πολύ μικρού ισπανικού χωριού. Όταν μαθευτεί η είδηση, ένας ηλικιωμένος δημοσιογράφος, παλαίμαχος του Ισπανικού Εμφυλίου, αλλά από την πλευρά των Δημοκρατικών, επικοινωνεί με τους παλιούς συμπολεμιστές του, οι οποίοι ήταν όλοι εθελοντές από διάφορες χώρες, να μαζευτούν, για να αποτρέψουν τη δράση των φασιστών. Παρόλο που σχεδόν όλοι τους είναι ενσωματωμένοι μέσα στις κοινωνίες των χωρών, όπου ζουν, δέχονται σχεδόν όλοι και χωρίς να διστάσουν την πρόσκληση, για μια τελευταία αναμέτρηση με τους παλιούς εχθρούς τους. Και έτσι ξεκινάει ένα κυνηγητό μέσα στην Ευρώπη, για να καταλήξουμε ξανά στην Ισπανία, όπου θα δοθεί η τελική αναμέτρηση. Έχει όμως αξία αυτή η πράξη, η οποία θα καταλήξει σε ένα λουτρό αίματος, που θα συμπεριλάβει και αθώους ανθρώπους; Έχει αξία η υπεράσπιση των αξιών σε έναν κόσμο, που ξεχνάει και δεν ενδιαφέρεται πλέον; Βρισκόμαστε σε μια εποχή, όπου η τρομοκρατία ταλανίζει την Ευρώπη, αλλά μια διαφορετική τρομοκρατία από τη σημερινή των Ισλαμιστών. Έχει νόημα να απαντάς με βία στη βία; Αν και το κόμικ είναι βαθύτατα απαισιόδοξο, η απάντηση του Κριστέν και του Μπιλάλ, είναι, νομίζω, "ναι, αξίζει". Ο πόλεμος ενάντια στη λήθη, που είναι χειρότερος εχθρός από το φασισμό, είναι απαραίτητος, για να υπερασπιστούμε τις αξίες μας. Παρόλο που οι παλαιοί αγωνιστές πρέπει να βουτήξουν και αυτοί στο βούρκο και να λερώσουν τα χέρια τους κάνοντας πράγματα, που και οι ίδιοι δεν εγκρίνουν, προκειμένου να αποσπάσουν πληροφορίες για τις κινήσεις των φασιστών. Οι ήρωές μας αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους, αναρωτιούνται αν πράττουν το σωστό, δεν ξέρουν πλέον σε ποιον κόσμο ανήκουν, αν είναι τμήματα της σύγχρονης κοινωνίας ή απολιθώματα. Οι σκέψεις όμως δεν είναι οι μόνες που μας ωθούν, κυρίως μας ωθούν οι πράξεις μας και οι πράξεις τους τελικά επικαλύπτουν τις σκέψεις και τις αμφιβολίες τους. Η σκέψη είναι πάντα σημαντική, η πράξη όμως είναι σημαντικότερη. Η αντίσταση είναι βαθιά ριζωμένη στο πετσί τους και δεν μπορούν να κάνουν πίσω. Εξάλλου - και εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται και το κλειδί για την κατανόηση του έργου - όλοι οι υπόλοιποι αδιαφορούν, τα πάντα είναι μπίζνες και χρήματα, οι αξίες για τις οποίες κάποιοι πολέμησαν κάποτε έχουν εκπέσει. Ο κόσμος γύρω μας φαίνεται να είναι γερασμένος, μοιυντός, επειδή τα πάντα έχουν θαφτεί μέσα στο σύστημα, τόσο στις καπιταλιστικές, όσο και στις σοσιαλιστικές χώρες. Στο τέλος της ιστορίας μας, ούτε ο αφηγητής δεν θυμάται γιατί έγιναν όλα αυτά και αναρωτιέται μήπως είναι και ο ίδιος νεκρός. Εμείς όμως ξέρουμε την απάντηση, γιατί έχουμε γίνει μάρτυρες και κοινωνοί της ιστορίας του: οι πράξεις διατηρούν την αξία τους, ακόμη κι όταν οι πρωταγωνιστές έχουν εγκαταλείψει το μάταιο αυτό κόσμο, ακόμη κι όταν οι ίδιοι αμφιβάλλουν για τις πράξεις τους. Η μνήμη είναι σημαντική και η διατήρησή της διαιωνίζει την ιστορία, γιατί η τελευταία είναι και πράξη και αφήγηση, δημιουργία των ανθρώπων και δημιούργημά τους. Ή μήπως είναι όλα μάταια και οδηγούν σε αδιέξοδο;;;; Μέσα σε όλα αυτά, κάνει και μια σύντομη εμφάνιση ένας ανώνυμος νεαρός, που πρέπει να είναι ο ίδιος, που φρόντιζε την πλούσια κληρονόμο στην "Πόλη που δεν Υπήρξε". Εμφανίζεται στην αρχή και στο τέλος της ιστορίας, οδηγώντας τους ήρωες στα μέρη, όπου θέλουν να πάνε και στο τέλος παίρνοντας το μόνο επιζώντα. Πιθανόν να λειτουργεί ως ψυχοπομπός, που φέρνει τους στρατιώτες στην κόλαση και στο τέλος τους παίρνει από εκεί. Μπορεί να είναι και ένας σύνδεσμος για τον πραγματικό κόσμο, που οδηγεί τους πρωταγωνιστές σε έναν παράλληλο κόσμο, εκεί όπου αυτοί μπορούν να τελειώσουν τη δουλειά, που οι φασίστες δεν τους επέτρεψαν 40 χρόνια πριν την ιστορία, που αφηγείται το κόμικ. Για το σχέδιο του Μπιλάλ, τι να πω; Τι νόημα έχει να σχολιάσω αυτό το υπέροχο σχέδιο και το πόσο ταιριαστό είναι με το σενάριο; Τα πάντα φαίνονται να έχουν μελετηθεί με μεγάλη επιμέλεια: το αρχικό πλάνο με τα αυτοκίνητα να έρχονται προς το μέρος μας, το τελευταίο σχέδιο με τις αντίθετες γωνίες λήψης, που ίσως και να συμβολίζει τις πλευρές της ιστορίας, όπου βρισκόμαστε, την απεικόνιση της Βαρκελώνης του Γκαουντί ή εκείνη της Ρώμης με τις αρχαιότητες να κυριαρχούν παντού (σίγουρα, όχι τυχαία), τα πλάνα των νεκρών και το αίμα, που κυλάει; Πραγματικά, κάθε καρέ συμβάλλει με κάποιον τρόπο στη δημιουργία της ατμόσφαιρας και υποστηρίζει το σενάριο, λέγοντας πράγματα, που ο Κριστέν δεν χρειάζεται να πει. Δεν επιθυμώ να γράψω και άλλες μπούρδες, θα ήθελα να γράψουν και άλλοι τις απόψεις τους. Μια τελευταία παρατήρηση: δεν ξέρω τι εντύπωση θα κάνει το κόμικ σήμερα, μετά από τόσα χρόνια και αν θα μπορέσει μια νέα γενιά αναγνωστών να ταυτιστεί με αυτό. Στα ελληνικά το κόμικ δημοσιεύτηκε στα τεύχη 29-36 της Βαβέλ και το 1985, μετά τη διάσπαση της εκδοτικής ομάδας του περιοδικού, εκδόθηκε σε άλμπουμ από την Ars Longa με κάποια προβληματάκια στη μετάφραση και στην επιμέλεια. Η έκδοση είναι προ πολλού εξαντλημένη και το πιο δύσκολο να βρεθεί άλμπουμ του Μπιλάλ και μάλιστα ακόμη πιο δύσκολο να βρεθεί σε πραγματικά καλή κατάσταση, λόγω της μέτριας βιβλιοδεσίας του. Στα γαλλικά έχει κυκλοφορήσει σε διάφορες εκδοχές, αρχικά από την Dargaud, στη συνέχεια από την Les Humanoïdes Associés και μετά από την Casterman. Στα αγγλικά κυκλοφόρησε πρώτη φορά - νομίζω - από την Catalan Communications το 1989 χαρτόδετο με τίτλο "The Ranks of the Black Order" και στη συνέχεια το 2000 σε σκληρόδετη έκδοση από την Humanoids με τίτλο "The Black Order Brigade". Το σκανάρισμα του εξωφύλλου έγινε από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη: wikipedia (αλλά στα Γαλλικά)
  4. Η τρίτη προσπάθεια να εκδοθούν περιπέτειες του θρυλικού "Tex" στη χώρα μας (είχαν προηγηθεί τα "Ροκ" και "Tex") ήταν και η μακροβιότερη. Στις 14/06/1988 ο Ανεμοδουράς έριξε στην αγορά το πρώτο τεύχος του περιοδικού "Ροντέο", όπου δημοσιευόντουσαν ιστορίες του ήρωα, που δημιούργησε ο Μπονέλι. Το περιοδικό ήταν μεσαίου σχήματος, ασπρόμαυρο φυσικά και κυκλοφορούσε κάθε Τρίτη. Ο Ανεμοδουράς δεν έπραξε όπως ο Παπαχρυσάνθου, που έβαλε κάποιες πιο σύγχρονες ιστορίες, αλλά επέλεξε να δημοσιεύσει παλιές ιστορίες, ξεκινώντας πιθανόν τη σειρά και από το ιταλικό #1. Δεν είμαι σίγουρος, εάν το "Ροντέο" δημοσίευσε ιστορίες, που είχαν δημοσιευτεί παλιότερα και στο "Ροκ", πάντως υπήρξαν κάποιες περιπτώσεις, όπου ο Ανεμοδουράς δημοσίευσε ξανά ιστορίες, που είχαν δημοσιευτεί σε προηγούμενα τεύχη του περιοδικού του. Από το όλο στήσιμο του περιοδικού ήταν σαφές, ότι ο εκδότης στόχευε σε ένα μικρότερο ηλικιακά κοινό: υπήρχαν διαφημίσεις παιχνιδιών, αφίσες και χαρτοκοπτική σε κάποια τεύχη, αφιερώματα στην Άγρια Δύση και σε ηθοποιούς γουέστερν κτλ. Επίσης, υπήρξαν και εξώφυλλα, που δεν είχαν καμία σχέση με το περιεχόμενο του περιοδικού, όπως αυτό που βλέπετε πιο πάνω. Παρόλα αυτά, το περιοδικό άντεξε μόλις για δύο χρόνια και κάτι και σταμάτησε την έκδοσή του με το 118ο τεύχος, στις 11/9/1990. Στη συνέχεια, ο Ανεμοδουράς έβγαλε ολόκληρη τη σειρά σε τόμους, εκτός από το τελευταίο τεύχος. Δεν είναι κάτι σπουδαίο σαν έκδοση, τυπικό περιοδικό της δεκαετίας του 1980, αλλά ορισμένες από τις ιστορίες, που έχει είναι πολύ καλές και αν σας αρέσουν τα γουέστερν, αξίζει να το ψάξετε. Τα τεύχη είναι μεν πολλά, αλλά δεν είναι πολύ δύσκολο να βρεθούν. Εξάλλου, στην ιστοσελίδα των εκδόσεων "Μικρός Ήρως" μπορεί να βρεθούν αρκετοί από τους τόμους. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη (για τη συγκεκριμένη έκδοση μόνο, για το ιταλικό περιοδικό, παραπέμπω στις παρουσιάσεις των "Ρο" και "Tex"): http://mikrosserifis.blogspot.com/2010/08/1-1988.html https://comicstrades.wordpress.com/2010/10/06/παρουσιαση-ροντεο-ανεμοδουρασ1988/
  5. Το έχω διαβάσει εγώ. Καλό ήταν, αλλά δεν με τρέλανε, σίγουρα δεν συγκρίνεται με τα αριστουργήματα του Μουρ. Προσωπική άποψη, βέβαια.
  6. Εγώ δεν τα ήξερα πριν ανοίξεις το θέμα, @Jim®, Ωραία είναι και εμένα μου αρέσουν σαφώς περισσότερο από τα Funko Pop. Μου άρεσε ιδιαίτερα το Batman who laughs . Φυσικά, ορισμένα δεν ξέρω πού αναφέρονται....
  7. Όταν τα κόμικς μιλούν μόνο με εικόνες Κουκουλάς Γιάννης Τα «βουβά» ή «σιωπηλά» κόμικς αποτελούσαν πάντοτε μια ειδική κατηγορία της ένατης τέχνης. Σε μια διεξοδική μελέτη, η πανε­πιστημιακός Μαριάννα Μίσιου ερευνά και παρουσιάζει τους μηχανισμούς τους, τις τεχνικές τους και την πρόσληψή τους από το κοινό. Πριν από περίπου δύο αιώνες, ο πρωτοπόρος των κόμικς Rodolphe Töpffer είχε αναπτύξει με μια σπουδαία επιχειρηματολογία τους λόγους για τους οποίους οι εικόνες ως αφηγηματικά εργαλεία συγκινούν τους αναγνώστες και θεατές τους και έχουν τόσο μεγάλη διάδοση και διείσδυση στο κοινό. Στα χρόνια που μεσολάβησαν από τον Töpffer μέχρι σήμερα αμέτρητοι δημιουργοί κόμικς για ποικίλους λόγους επέλεξαν να αφηγηθούν μικρές ή μεγαλύτερες ιστορίες μόνο με εικόνες σε βαθμό που τα «βουβά» ή «σιωπηλά» κόμικς αποτελούν μια ξεχωριστή κατηγορία του είδους. Αυτή την τόσο ιδιαίτερη κατηγορία μελετά η Μαριάννα Μίσιου στο νέο βιβλίο της με τίτλο «Βουβά Κόμικς και Εικονοβιβλία – Τεχνικές αφήγησης στα βιβλία χωρίς λέξεις» (εκδόσεις Καλειδοσκόπιο). Δεν είναι όμως η πρώτη φορά που η διδάσκουσα στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου καταπιάνεται με ένα θέμα σχετικό με τα κόμικς, καθώς τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εδώ και χρόνια αφορούν σχεδόν αποκλειστικά την αφήγηση μέσω εικόνων και λόγου. Στο προηγούμενο βιβλίο της («Τα Κόμικς, από το Περίπτερο στη Σχολική Τάξη», εκδόσεις ΚΨΜ, 2010) είχε ασχοληθεί εξαντλητικά με τα ζητήματα της παιδαγωγικής και διδακτικής διάστασης της ένατης τέχνης, ενώ τα μαθήματα που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου τόσο σε προπτυχιακό όσο και σε μεταπτυχιακό επίπεδο σχετίζονται με τα κόμικς και τις εικονιστικές αφηγήσεις γενικότερα, την πολυτροπικότητα των κειμένων, την αφηγηματικότητα των βουβών αφηγήσεων κ.ά. Απόσπασμα από το «Flotsam» του David-Wiesner Για το νέο της βιβλίο, η καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αιγαίου, Διαμάντη Αναγνωστοπούλου επισημαίνει στον πρόλογό της: «Τα βουβά βιβλία λειτουργούν συχνά ως “ανοιχτά έργα”, με την έννοια που έδινε στον όρο ο Ουμπέρτο Εκο, δηλαδή έργα που χρειάζονται την ενεργή συνεργασία του αναγνώστη τους. Η Μαριάννα Μίσιου στον ανά χείρας τόμο συνοδεύει τον αναγνώστη των βιβλίων αυτών στη διαδικασία κατανόησης και ερμηνείας τους, προσφέροντας μια σύνθεση των θεωρητικών προσεγγίσεων του είδους, μια ενδελεχή εξέταση των ιδιαίτερων αφηγηματικών και σχεδιαστικών τεχνικών τους, δίνοντας χαρακτηριστικά παραδείγματα που φωτίσουν τις αναλύσεις αυτές. Προτείνει στον αναγνώστη της μια ανάλυση του “συστήματος των βουβών βιβλίων” επιχειρώντας να αναδείξει τις σύνθετες λειτουργίες τους. Μέσα από την ιστορική, θεωρητική και αναλυτική τεκμηρίωση της μελέτης της, η ανάγνωση των βιβλίων χωρίς λέξεις αναδεικνύεται σε παιχνίδι της ανακάλυψης και της επινόησης, της παρατηρητικότητας και της αναγνώρισης, της μνημονικής ανάκλησης και της έκπληξης του καινούργιου, της ευχαρίστησης και της ενσυναίσθησης». Απόσπασμα από το «The Arrival» του Shaun Tan Η ίδια η συγγραφέας στην ιδιαιτέρως κατατοπιστική εισαγωγή της εξηγεί μεταξύ άλλων τις αιτίες που την οδήγησαν στη μελέτη αυτού του είδους και τονίζει: «Βουβά κόμικς (συμπεριλαμβανομένων και των graphic novels) και εικονοβιβλία διέπονται από κειμενικότητα, παρουσιάζουν δηλαδή όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που τα καθιστούν “κείμενα”, δομημένα με εικόνες που συμπαρατίθενται σε αλληλουχία. Πρόκειται για οπτικά κείμενα, ανοιχτά σε πολλαπλές και διαφορετικές αναγνώσεις και ερμηνείες. Πολλά από αυτά ανοίγονται ευρέως στη διακειμενικότητα, την ειρωνεία, τη μεταμυθοπλασία και άλλες τεχνικές της αφήγησης. Προτρέπουν τον αναγνώστη να χρησιμοποιήσει με κριτικό τρόπο ερμηνευτικές δεξιότητες και να συλλογιστεί πάνω σε σύνθετες ιδέες και έννοιες. Επιπλέον, η εικόνα των βουβών βιβλίων μπορεί να γίνει πολύσημη, προσφέροντας έτσι τη δυνατότητα να διαβαστούν αυτά από παιδιά και ενήλικες κάθε ηλικίας. Η γλώσσα της εικόνας κυκλοφορεί ευκολότερα ανάμεσα στους ανθρώπους, χωρίς να περνά από τα φίλτρα της μεταφραστικής διαμόρφωσης. Απόσπασμα από το «Η φάλαινα, το αγόρι και η θάλασσα ανάμεσά τους» της Πέρσας Ζαχαριά Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά οδηγούν στη διαπίστωση ότι τέτοια βιβλία δεν απευθύνονται σε ένα συγκεκριμένο κοινό, αλλά σε αναγνώστες γενικά». Και κάνοντας έναν ανάλογο παραλληλισμό, θα προσθέταμε ότι όπως τα βουβά βιβλία απευθύνονται σε όλους τους αναγνώστες ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου και προσλαμβανουσών, έτσι και το βιβλίο της Μίσιου απευθύνεται σε όλους τους αναγνώστες που επιθυμούν να αποκωδικοποιήσουν την πολύσημη γλώσσα των κόμικς και των εικόνων, ακόμα και χωρίς την παρουσία λόγου και λέξεων. Φυσικά, από ένα τέτοιο βιβλίο δε θα μπορούσε να λείπει η απαραίτητη τεχνική ορολογία, μια αποσαφήνιση των πολύπλοκων εννοιών και τα κατάλληλα ιστορικά στοιχεία που δίνονται από την αρχή. Στη συνέχεια, όμως, η συγγραφέας προχωρεί με μια ευφυή αρχιτεκτονικά διάρθρωση του έργου της στην απολύτως τεκμηριωμένη τόσο θεωρητικά όσο και από τα κατάλληλα κατά περίπτωση παραδείγματα σε μια διεξοδική κάλυψη του θέματος. Απόσπασμα από το «The-Only-Child» της Guojing Εξετάζει τον ρόλο του δημιουργού και του αναγνώστη και τις συμβάσεις που είναι απαραίτητες στη μεταξύ τους άτυπη σχέση, ασχολείται με τον κινησιολογικό κώδικα καθώς και με τις βασικές και σύνθετες εκφράσεις και κινήσεις που διέπουν τα κόμικς, μελετά τη λειτουργία του χώρου και του χρόνου καθώς και την αμοιβαία διαπερατότητά τους αλλά και την έννοια της διαδοχικότητας και της συγχρονίας. Ερευνά τη σύνθεση της εικόνας ως προς κάθε λεπτομέρειά της (γραμμές, σχήματα, λειτουργίες χρωμάτων, κάδρο και καδράρισμα) και αναλύει τα πλάνα και τις γωνίες θέασης που επιλέγουν οι δημιουργοί για να υπηρετηθεί η σιωπηλή αφηγηματικότητα. Εξετάζει τη συμβολή των συμπληρωματικών και παρακειμενικών στοιχείων των κόμικς όπως τα εξώφυλλα, τα οπισθόφυλλα κ.λπ. και, τέλος, παραθέτει κριτικά μια σειρά από απόψεις και θεωρητικά μοντέλα ερευνητών και μελετητών του είδους όπως ο Thierry Groensteen, ο Harry Morgan, o Achim Hescher κ.ά. Με την ολοκλήρωση της ανάγνωσης του βιβλίου της Μαριάννας Μίσιου, ο αναγνώστης (και, επιμένω, ταυτόχρονα θεατής) είναι βέβαιο ότι αποκτά τη δυνατότητα να βλέπει και να διαβάζει με περισσότερα ερμηνευτικά εργαλεία τα βουβά κόμικς και τα κόμικς γενικότερα. Και, ακόμα σπουδαιότερο, να τα αναζητήσει και να τα απολαύσει ακόμα πιο έντονα. Πηγή
  8. Ένας μετεωρίτης μάς χρειάζεται Γιάννης Κουκουλάς Οι μετεωρίτες προκαλούν τρόμο και δέος. Και η παρατήρησή τους θαυμασμό. Οι επιστήμονες τους μελετούν και μαθαίνουν όλο και περισσότερα γι’ αυτούς. Ο Τάκης Θεοδοσίου και ο John Antono εξηγούν με απλό και κατανοητό τρόπο τι είναι οι μετεωρίτες, τι συμβαίνει όταν περνούν από κοντά μας και πόσο κινδυνεύουμε από κάποιον που θα μας πλησιάσει επικίνδυνα. Ο εσκεμμένα παραπλανητικός τίτλος του άρθρου δεν δηλώνει κάποια εσχατολογικού τύπου προφητεία ούτε την πιθανή τελική λύση ύστερα από μακρά απογοήτευση. Οι μετεωρίτες που μας «χρειάζονται» είναι οι «Μετεωρίτες» (εκδόσεις Λόγος Slovo Α – Ω) και είναι απαραίτητοι για να κατανοήσουμε τι είναι τα παράξενα ουράνια σώματα που συχνά-πυκνά πετούν πάνω από τα κεφάλια μας και ενίοτε πέφτουν στη Γη. Κόντρα στις δοξασίες και τις αντιεπιστημονικές προκαταλήψεις αλλά και ενάντια στον πανικό που σπέρνει η ιδέα και μόνο ότι ένας μετεωρίτης θα προσγειωθεί μια μέρα κάπου δίπλα μας, οι Τάκης Θεοδοσίου και John Antono φιλοτεχνούν ένα βιβλίο που είναι φιλικό τόσο σε παιδιά όσο και σε ενήλικους αναγνώστες γύρω από τους μετεωρίτες. Και είναι οι κατά τεκμήριο ειδικοί για κάτι τέτοιο. Ο Τάκης Θεοδοσίου είναι φυσικός, μέλος του IMCA (International Meteorites Collectors Association) καθώς και υπεύθυνος συντονιστής για την Ελλάδα του παγκόσμιου οργανισμού «Ημέρα Αστεροειδών», ενώ από το 2018 είναι διευθυντής και επόπτης στο Ελληνικό Μουσείο Μετεωριτών. Ο John Antono (κατά κόσμον Γιάννης Αντωνόπουλος) είναι μάχιμος πολιτικός γελοιογράφος και δημιουργός κόμικς, συνεργάτης του «Καρέ Καρέ» στο οποίο συμμετέχει στη σειρά «Λεξικό της Κρίσης» και δημιουργός της σειράς «Homo Skepticus» που δημοσιεύεται στην πλατφόρμα socomic.gr με θέμα την επιστήμη, την ιστορία της και τα πρόσωπα που καθόρισαν την πορεία της. Η συνεργασία τους στους «Μετεωρίτες» οδηγεί σε ένα ιδιαίτερα ελκυστικό αποτέλεσμα εκλαϊκευμένης γνώσης που δεν αφορά μόνο όσους συναρπάζονται από όσα συμβαίνουν εκεί ψηλά, αλλά όλους όσοι ενδιαφέρονται για τις επιστήμες και την κατανόηση της λειτουργίας του Σύμπαντος και των φυσικών φαινομένων. «Από πού προέρχονται αυτοί οι εξωγήινοι εισβολείς; Πόσο μπορούν να βλάψουν τη Γη μας; Τι θέλουν να μας πουν οι κρατήρες στη Σελήνη για το παρελθόν και το μέλλον του πλανήτη μας; Ποιες είναι οι διαφορές μεταξύ αστεροειδών, κομητών, μετεώρων, μετεωριτών; Τι μας διηγούνται για την ιστορία του ηλιακού μας συστήματος, της Γης και της ίδιας της ζωής πάνω σ’ αυτήν; Με ποιους τρόπους θα αμυνθούμε στην απειλή τους αλλά και θα εκμεταλλευτούμε την ευκαιρία τους;». Σε αυτά και πολλά άλλα ερωτήματα απαντούν οι «Μετεωρίτες» με σαφή τρόπο, επιστημονική ακρίβεια, όμορφα σχέδια και, πάνω απ’ όλα, σεβασμό στον αναγνώστη ανεξαρτήτως γνώσεων και επιστημονικού υπόβαθρου. Πηγή
  9. Βρισκόμαστε στο έτος 3000 και η τεχνολογικά ανεπτυγμένη ανθρωπότητα βρίσκεται ξαφνικά αντιμέτωπη με μια εισβολή εξωγήινων, οι οποίοι κατατροπώνουν κάθε γήινη άμυνα. Κανείς δεν ξέρει από πού έρχονται και τι θέλουν, όλοι όμως καταλαβαίνουν, ότι επιθυμούν την καταστροφή της ανθρωπότητας. Και ενώ, όλα φαίνονται χαμένα, ο νεαρός δόκιμος αρχαιολόγος Τόμας Πρέντις ανακαλύπτει τυχαία τον τάφο του Βασιλιά Αρθούρου, ο οποίος ξυπνάει από το λήθαργό του, για να σώσει τη Βρετανία και τη Γη. Σιγά σιγά, ο Αρθούρος ανακαλύπτει ότι κάποιοι από τους παλιούς ιππότες του έχουν μετενσαρκωθεί στο 3000, τους βρίσκει και φτιάχνει μια νέα ομάδα ιπποτών, για να πολεμήσει τους εξωγήινους, πίσω από τους οποίους, όπως μαθαίνουμε πολύ γρήγορα, βρίσκεται η ετεροθαλής αδερφή του, Μοργκάνα Λε Φαι. Μόνο που θα δούμε, ότι οι ιππότες έχουν μετενσαρκωθεί σε νέα σώματα: ο Γκαγουέιν είναι μαύρος, ο Γκάλαχαντ Ιάπωνας, ο Πέρσιβαλ μεταλλαγμένος και ο Τριστάνος... γυναίκα. Αυτά και άλλα γεγονότα, όπως πάθη που ξυπνούν ξανά μετά από χιλιάδες χρόνια, δημιουργούν εντάσεις και δυσκολεύουν την αντίσταση. Η σειρά κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ το 2012 από την DC Comics και ολοκληρώθηκε σε 12 τεύχη και ήταν δημιουργία του σεναριογράφου Mike W. Barr και του Βρετανού σχεδιαστή Brian Bolland. Σαν περιπέτεια είναι αρκετά ενδιαφέρουσα, αλλά η αλήθεια είναι, ότι δείχνει τα χρονάκια της, Η απεικόνιση μιας τόσο μακρινής μελλοντικής κοινωνίας θυμίζει υπερβολικά δεκαετία του 1980 (ρίξτε μια ματιά στους ηγέτες των κρατών και θα καταλάβετε τι εννοώ) και η φαντασία εξαντλείται στα οχήματα και στα περίεργα κοστούμια. Παρόλα αυτά, παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον σε σχέση με τις ταυτότητες των ηρώων, τις φυλετικές, αλλά κυρίως τις σεξουαλικές, αφού ήταν ίσως η πρώτη φορά που θίχτηκαν ανοιχτά θέματα ομοφυλοφιλίας σε μεγάλη εκδοτική εταιρεία, κάτι που δημιούργησε κάποια αίσθηση στις ΗΠΑ (αλλά και στην Ελλάδα: θυμάμαι ένα άρθρο εκείνη την εποχή στο Ριζοσπάστη, που διάβαζε ο πατέρας μου, το οποίο εξαπέλυε μύδρους εναντίον του κόμικ, εξαιτίας αυτού ακριβώς αυτού του θέματος και φαντάζομαι ότι θα υπήρξαν θέματα και σε άλλες εφημερίδες τότε). Υπάρχουν όμως κι άλλες λεπτομέρειες, που κάνουν τη διαφορά, όπως για παράδειγμα, ότι οι εναρκτήριες ατάκες του κόμικ είναι στίχοι του διάσημου Τ.Σ. Έλιοτ ("Ο κόσμος δεν θα τελειώσει με έναν κρότο, αλλά με έναν ψίθυρο" [δική μου σημείωση: μάλλον η σωστή μετάφραση είναι "λυγμό" και όχι "ψίθυρο" - αξίζει να ακολουθήσετε το σύνδεσμο και να διαβάσετε και να ακούσετε το ποίημα]) Ο σχεδιαστής Brian Bolland ξεπερνάει τον εαυτό του: εξαιρετικό σχέδιο με πάρα πολλές λεπτομέρειες και άριστη σκηνοθεσία. Και το πιο εντυπωσιακό από όλα είναι, ότι το σχέδιο βελτιώνεται από τεύχος σε τεύχος και στα τελευταία τεύχη, καθώς η ιστορία βαίνει προς την τελική της σύγκρουση, γίνεται ακόμη πιο λεπτομερές, με μεγαλύτερη έμφαση στα πρόσωπα και στην αγωνία και σαφώς πιο ζοφερό. Η επιθυμία του Bolland να παραδώσει ένα άρτιο έργο, οδήγησε την έκδοση σε σημαντικές καθυστερήσεις στην κυκλοφορία των τευχών με αποτέλεσμα τα 12 τεύχη να ολοκληρωθούν τελικά σε σχεδόν 30 μήνες (Δεκέμβριος 1982-Απρίλιος 1985). Αυτή τη σειρά έφερε λοιπόν το 1985 στη χώρα μας η νεοσύστατη Star Comics, θυγατρική της Χαρλένικ Ελλάς, που εκδίδει ακόμη τα διάσημα Bell, ως τρίτη σειρά μετά τα Ερίκ Καστέλ και Στορμ (αν και δεν θυμάμαι πλέον με ποια σειρά είχαν κυκλοφορήσει τα τρία κόμικς). Ήταν μια πραγματικά υπέροχη έκδοση με φανταστικά χρώματα, ιλουστρασιόν χαρτί, πολύ καλή βιβλιοδεσία, που αντέχει ακόμη και σήμερα στο χρόνο, καλή μετάφραση από την Τάτη Παπαβασιλείου και επιμέλεια του Βασίλη Τουφεξή, που για όσους θυμούνται ήταν ο εκδότης της "Κολούμπρας". Γενικά, το περιοδικό ήταν μια όαση χρωμάτων για τα παιδικά μας μάτια. Δυστυχώς, το μειονέκτημα ήταν η τιμή του, 200 δραχμές, που ήταν εξωφρενική για την εποχή εκείνη. Βεβαίως, το Μίκυ Μάους κόστιζε 50 δραχμές τότε και έβγαινε κάθε εβδομάδα, ενώ αυτές οι εκδόσεις ήταν διμηνιαίες, αλλά ακόμη κι έτσι ήταν πολύ μεγάλο ποσό, για να το δώσει ένα παιδί με τη μία. Η Star Comics έβγαζε δύο αμερικανικά τεύχη σε ένα ελληνικό κι έτσι η σειρά ολοκληρώθηκε στα 6 τεύχη. Όπως έχω ξαναγράψει, εκείνες τις εποχές δεν ήταν καθόλου αυτονόητη η ολοκλήρωση μιας σειράς στα ελληνικά. Πιστεύω, ότι όσοι την αγόραζαν τότε. τη θυμούνται ακόμη. Πλέον είναι δύσκολο να βρεθούν τα τεύχη. Σίγουρα τα πρώτα δύο είναι πιο εύκολα, αλλά από εκεί και μετά αυξάνει θεματικά η δυσκολία και τα δύο τελευταία είναι εξαιρετικά δυσεύρετα. Τα ελληνικά τεύχη πάντως, υπάρχουν και σκαναρισμένα, αλλά και διαθέσιμα για online ανάγνωση. Η αμερικανική σειρά έχει κυκλοφορήσει και σε TPB και σε Hardcover. Τα σκαναρίσματα των ελληνικών τευχών έγιναν από εμένα, οι υπόλοιπες εικόνες είναι από το Ίντερνετ. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Άρθρο στο comicdom.gr από τον Αριστείδη Κώτση Ένα εντελώς απορριπτικό άρθρο για το κόμικ από ελληνικό ιστολόγιο wikipedia (στα αγγλικά)
  10. Αν και δεν αφορά αυτό το κόμικ του Tomine, υπάρχει ταινία στα σκαριά βασισμένη σε άλλο κόμικ του, το Killing and Dying και μάλιστα γαλλικής παραγωγής και μάλιστα από τον πολύ γνωστό και πολύ καλό σκηνοθέτη Ζακ Οντιάρ, ο οποίος έχει γυρίσει αρκετές γνωστές ταινίες (Ο προφήτης, Dheepan, Ths Sisters Brothers είναι κάποιες από τις πιο γνωστές του). Η ταινία θα έχει τον τίτλο "Les Olympiades". Περισσότερα μπορείτε να διαβάσετε εδώ. Εγώ δυστυχώς δεν έχω διαβάσει κάτι δικό του ακόμη, εκτός από όσα είχαν δημοσιευτεί στη Βαβέλ, αλλά μάλλον πλησιάζει η ώρα να το κάνω.
  11. Πάρα πολύ ωραίο και κατατοπιστικό βίντεο. Συγχαρητήρια @Phantom Duck και εξαιρετική η ιδέα σου για σχολιασμό των τευχών της επικαιρότητας.
  12. Θανάσης Πέτρου: συνέντευξη στον Ελπιδοφόρο Ιντζέμπελη Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία, Κοινωνιογλωσσολογία και Δημιουργία κόμικς. Από το 2005 έως το 2011 εργάστηκε στο «9» της Ελευθεροτυπίας. Από το 2012 διδάσκει στον ΑΚΤΟ. Έργα του: Ο τυμπανιστής και οι φίλοι του (Βιβλιοπέλαγος, 2008), Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2011), Το πτώμα, σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Jemma Press – Καλύτερο εξώφυλλο 2011 στα Comicdom Awards και Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Καλύτερο κόμικς 2012 στα βραβεία Comicdom Awards. Actors – Έπαινος στην κατηγορία Εικονογράφηση βιβλίου και εξωφύλλου στα βραβεία ΕΒΓΕ), Η Μεγάλη Βδομάδα του Πρεζάκη, σε σενάριο του Δημήτρη Βανέλλη (Τόπος, 2015), βασισμένο στο ομότιτλο διήγημα του Μ. Καραγάτση, Στη μάχη του Μαραθώνα (Εκδόσεις Πατάκη, 2015, Κρατικό βραβείο βιβλίου γνώσεων 2016) και Στη μάχη των Θερμοπυλών (Εκδόσεις Πατάκη, 2016), κόμικς σε σενάρια της Κατερίνας Σέρβη, Αμανίτα μουσκάρια, σε σενάριο του Παύλου Μεθενίτη (Γνώση, 2016), Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές, κόμικς σε σενάριο της Κατερίνας Σέρβη (Εκδόσεις Πατάκη, 2017), Γρα-Γρου, κόμικς σε σενάριο των Τάσου Ζαφειριάδη και Γιάννη Παλαβού (Ίκαρος, 2017, Βραβείο καλύτερου κόμικς και καλύτερου σεναρίου στα Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2018), Γιαννούλης Χαλεπάς, ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής, σε σενάριο Δημήτρη Βανέλλη (Εκδόσεις Πατάκη, 2019). Το τελευταίο του βιβλίο, Οι όμηροι του Γκαίρλιτς (Ίκαρος, 2020), όπου πρώτη φορά υπογράφει ο ίδιος και τα κείμενα, μας έδωσε την αφορμή για την ακόλουθη συνέντευξη. Τι σας ώθησε να γράψετε ένα βιβλίο για τους ομήρους του Γκαίρλιτς; Κατά βάση ήταν η πολυεπίπεδη, σε ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο, πραγματικότητα μέσα στην οποία έλαβαν χώρα τα γεγονότα, ξεκινώντας από την Ελλάδα και καταλήγοντας στη Γερμανία, που με συνάρπασε και έτσι αποφάσισα να ασχοληθώ με την ιστορία των Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς. Επιπλέον, πρόκειται για μια περίπτωση «μικροϊστορίας» που έχει περάσει στα ψιλά γράμματα, γιατί για την ιστοριογραφία αποτέλεσε ένα παράδειγμα ατιμωτικής και προδοτικής συμπεριφοράς. Στο βιβλίο αυτό υπογράφετε τα σχέδια, αλλά και τα κείμενα. Πώς τα συνδυάσατε αυτά τα δυο; Αν και Οι όμηροι του Γκαίρλιτς είναι το δωδέκατο βιβλίο μου, είναι η πρώτη φορά που βρέθηκα στη θέση του σχεδιαστή αλλά και του σεναριογράφου. Μάλλον ήθελα να δοκιμάσω την ικανότητά μου και στη συγγραφή του σεναρίου, αλλά ενδόμυχα ίσως ήταν και μία επιθυμία να έχω εξ ολοκλήρου την ευθύνη της δημιουργίας. Ενώ μέχρι τώρα αφιέρωνα πολύ χρόνο στην έρευνα σε ό,τι αφορά το σχεδιαστικό κομμάτι ενός βιβλίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση έκανα πρώτα τη συγκέντρωση του βιβλιογραφικού υλικού, ώστε να γράψω το σενάριο, και από τη στιγμή που το είχα ολοκληρώσει, ξεκίνησα τη διαδικασία της εικονογραφικής μεταφοράς του στο χαρτί. Ποιες δυσκολίες συναντήσατε τόσο στο συγγραφικό, όσο και στο σχεδιαστικό κομμάτι; Πολλές. Το να συγκεντρώσω το βιβλιογραφικό υλικό ήταν σχετικά εύκολο, ωστόσο ήθελα να διαβάσω όλα τα φύλλα των εφημερίδων που κυκλοφόρησαν στο Γκαίρλιτς, ώστε να βρω ποιες ήταν οι πληροφορίες που έφταναν στα αυτιά των πρωταγωνιστών. Για παράδειγμα, τι μάθαιναν από τις εξελίξεις στα πολεμικά μέτωπα, από την κατάσταση στην Ελλάδα, την επανάσταση στη Ρωσία; Φυσικά,ό,τι δημοσιευόταν στις δύο ελληνόφωνες εφημερίδες του Γκαίρλιτς ήταν φιλτραρισμένο μέσα από τη σχετική λογοκρισία που σίγουρα υπήρχε. Επιπλέον, επειδή έχουμε να κάνουμε με πραγματικές τοποθεσίες και ιστορικά γεγονότα, χρειαζόμουν πολύ φωτογραφικό υλικό ως υλικό αναφοράς, ώστε στο σχέδιο να υπάρχει η αίσθηση της αληθοφάνειας. Τι είναι αυτό που γοητεύει τον αναγνώστη όταν ανοίγει ένα βιβλίο με κόμικς; Όταν κάποιος ξεφυλλίζει ένα κόμικς, αυτό που αρχικά θα τον κερδίσει ή δεν θα τον κερδίσει είναι το σχέδιο. Δύσκολα θα διαβάσει ένας αναγνώστης κάτι που αισθητικά δεν του αρέσει. Τώρα βέβαια τι είναι αυτό που αρέσει στον καθένα και για ποιους λόγους είναι μια άλλη, πολύ μεγάλη, συζήτηση. Η ιστορία του κόμικς προφανώς δεν μπορεί να γίνει αντιληπτή, παρά μόνον όταν θα έχει ολοκληρώσει την ανάγνωση. Επομένως, σε μια πρώτη φάση αυτό που θα έλξει τον αναγνώστη είναι το αισθητικό-εικαστικό κομμάτι του κόμικς. Η αφήγηση της ζωής των ομήρων του Γκαίρλιτς γίνεται με μια ελεύθερη μεταφορά μιας συναρπαστικής και περίπλοκης καθημερινότητας, γεμάτης από σκοτάδια και ανασφάλεια, κι όλα αυτά με διαρκή αναφορά στην Ιστορία. Δεν είναι δύσκολο να ισορροπείς μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας; Δουλεύοντας το συγκεκριμένο κόμικς, ο φόβος μου ήταν κυρίως να μην προκύψει ένα απρόσωπο ιστορικό «ντοκιμαντέρ», αλλά να υπάρχουν πρωταγωνιστές οι οποίοι έζησαν τα συγκεκριμένα γεγονότα και αυτά είχαν συνέπειες στην προσωπικότητα και στον χαρακτήρα τους, χωρίς ωστόσο να παραμορφώσω ή να διαστρεβλώσω, τουλάχιστον εν γνώσει μου, την Ιστορία. Βέβαια, σαφώς το τι διάλεξα να δείξω ή τι πρόσθετα στοιχεία έβαλα, καθώς και ο τρόπος με τον οποίο το έκανα, έχει μια προσωπική φόρτιση μέσα από τη δική μου ιδεολογία, ηθική και αντίληψη. Από τα γραφόμενά σας καταλαβαίνει ο αναγνώστης ότι οι στρατιώτες ήταν τελείως άβουλοι και γι’ αυτούς αποφάσισε ο ανώτατος αξιωματικός. Μήπως όμως συμβαίνει κάτι ανάλογο και στην πολιτική; Οι απανταχού στρατιώτες πρέπει να υπακούουν στις διαταγές των διοικητών τους – αν δείξουν ανυπακοή, θα υποστούν τις συνέπειες. Όταν το 1916 οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Ανατολική Μακεδονία, το Δ’ Σώμα Στρατού επισήμως δεν μπορούσε να αντισταθεί, γιατί η Ελλάδα κρατούσε ουδέτερη στάση στον πόλεμο. Oπότε καταλήφθηκαν το οχυρό του Ρούπελ και όλη η Ανατολική Μακεδονία. Υπήρξαν, όμως, μεμονωμένες περιπτώσεις μικρών μονάδων του ελληνικού στρατού που αντιστάθηκαν στους Βούλγαρους. Αντίστοιχα υπήρξαν ομάδες βενιζελικών στρατιωτών και αξιωματικών οι οποίοι λιποτάκτησαν από το Δ’ Σώμα Στρατού, ώστε να ενωθούν με την επαναστατική κυβέρνηση του Βενιζέλου στη Θεσσαλονίκη. Οι υπόλοιποι στρατιώτες είτε θα ακολουθούσαν πειθήνια το σύνολο του Σώματος στο ταξίδι προς το άγνωστο είτε, αν έμεναν στην περιοχή της Καβάλας και της Δράμας, θα σφαγιάζονταν από τους Βούλγαρους. Οπότε προτίμησαν να ταξιδέψουν μην ξέροντας για πού, από το να χάσουν τη ζωή τους. Σε μία παρόμοια δυσχερέστατη θέση βρέθηκε και ο συνταγματάρχης Ι. Χατζόπουλος, ο εκτελών χρέη διοικητή, μια και ο στρατηγός διοικητής του Σώματος, την περίοδο που έγινε η εισβολή των Βουλγάρων, βρισκόταν με άδεια στην Αθήνα. Η απόφαση του φιλοβασιλικού συνταγματάρχη Χατζόπουλου ήταν κατά βάση μία πολιτική και όχι μια στρατιωτική απόφαση. Έπρεπε είτε να προδώσει τον βασιλιά είτε να προδώσει τα όπλα του και να παραδώσει ελληνικά εδάφη στους εισβολείς. Προτίμησε το δεύτερο. Αντίστοιχα, είναι μάλλον σίγουρο ότι πολιτικά πρόσωπα βρέθηκαν, βρίσκονται ή μπορεί να βρεθούν σε μία τόσο δεινή θέση ώστε να πρέπει να πάρουν πολύ δυσάρεστες αποφάσεις. Είναι πολύ ουσιαστικές και οι αναφορές που κάνετε στον Εθνικό Διχασμό. Γιατί οι συνέπειές του εξακολουθούν να μας ακολουθούν ως κατάλοιπο της ιστορικής κληρονομιάς; Γιατί πολύ απλά οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού ήταν καταστροφικές για την Ελλάδα και τελικά καθόρισαν καταλυτικά την Ιστορία της για πάνω από μισόν αιώνα. Πρώτα απ’ όλα έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, ήρθαν στην Ελλάδα κοντά στο 1,5 εκατομμύριο πρόσφυγες, ακολούθησε η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 και τελικά, μόλις έληξε η εμπόλεμη κατάσταση, πολλοί στρατιωτικοί έβγαλαν τη στολή και τα παράσημά τους, έβαλαν κοστούμι και γραβάτα και έγιναν πολιτικοί, πρωθυπουργοί, δικτάτορες – βλέπε Πάγκαλος, Πλαστήρας, Μεταξάς. Η τελευταία στρατιωτική δικτατορία έληξε το 1974, τότε καταργήθηκε και η μοναρχία και εξέπεσε του αξιώματός του ο Κωνσταντίνος Β’, μόλις τότε επισημοποιήθηκε το πολίτευμα της Ελλάδος, η αβασίλευτη κοινοβουλευτική δημοκρατία. Οι σημερινές διενέξεις στα ελληνοτουρκικά θέματα που αφορούν τα χωρικά ύδατα, την υφαλοκρηπίδα των ελληνικών νησιών του Αιγαίου περιστρέφονται γύρω από το τι προέβλεπε η Συνθήκη της Λωζάνης. Άρα οι συνέπειες του Εθνικού Διχασμού δεν έχουν πάψει να επηρεάζουν την Ελλάδα ακόμα και το 2020. Είναι αλήθεια ότι καταγράφηκαν τα τραγούδια και οι ελληνικοί χοροί των ομήρων του Γκαίρλιτς από τους Γερμανούς; Σώζεται σήμερα αυτό το σημαντικό υλικό; Ναι, πράγματι. Η παρουσία ενός τόσο μεγάλου αριθμού Ελλήνων στρατιωτών στο Γκαίρλιτς αποτέλεσε πόλο έλξης Γερμανών πανεπιστημιακών και ερευνητών, όπως φιλολόγων, λαογράφων, γλωσσολόγων. Αυτοί, θέλοντας κατά βάση να μελετήσουν τις ελληνικές διαλέκτους, αλλά και να συγκεντρώσουν λαογραφικά στοιχεία, ηχογράφησαν ποικίλο υλικό: αφηγήσεις παραμυθιών, τραγούδια, μουσικούς σκοπούς, ψαλμούς, αμανέδες. Το υλικό, που ξεπερνάει τους 100 δίσκους γραμμοφώνου, σώζεται μέχρι σήμερα, όπως και τα συνοδευτικά έγγραφα της κάθε ηχογράφησης. Διαβάζοντας το βιβλίο σας, σημείωσα κάποιες φράσεις και σταμάτησα να πάρω ανάσες για να το απολαύσω. Υπάρχουν τεχνικές και μυστικά στα βιβλία για να γοητεύονται οι αναγνώστες; Δεν μπορώ να μιλήσω ως συγγραφέας λογοτεχνίας, γιατί δεν είμαι. Το κόμικς είναι μια μορφή αφήγησης στην οποία συνδυάζονται εικόνες και κείμενο ακολουθώντας μία σκηνοθεσία. Αφηγηματικές και σκηνοθετικές τεχνικές φυσικά και υπάρχουν στα κόμικς, ώστε να δώσεις γρήγορο ή αργό ρυθμό ανάλογα με τον αριθμό και το μέγεθος των καρέ, διαλέγεις μεγάλα καρέ για να δώσεις μεγαλύτερη έμφαση σε κάποια συγκεκριμένα στοιχεία, επιλέγεις πλάνα, γωνίες ή αποστάσεις στο καδράρισμα που θα δημιουργούν συναισθηματική φόρτιση, σιωπηλά πλάνα, ελλειπτικά πλάνα, το χρώμα με το οποίο προσπαθείς να δημιουργήσεις μια ατμόσφαιρα. Δεν πρόκειται για κάποια επτασφράγιστα μυστικά, αλλά για στοιχεία που χρησιμοποιείς για να κάνεις, όσο μπορείς, πιο ελκυστική και αποτελεσματική την οπτική σου αφήγηση. Η οπτική αφήγηση μοιάζει με την κινηματογραφική απεικόνιση. Η ζωή όμως δεν είναι γεμάτη από άπειρες εικόνες; Ναι, μάλλον στη ζωή του ένας άνθρωπος βλέπει άπειρες εικόνες, όταν όμως δημιουργείς μια οπτική αφήγηση, ως δημιουργός πρέπει να κάνεις συνειδητές επιλογές. Για ποιους λόγους θα επιλέξεις να απεικονίσεις το τάδε ή το δείνα στοιχείο με έναν συγκεκριμένο τρόπο, γιατί θέλεις να δείξεις το συγκεκριμένο πλάνο τη συγκεκριμένη στιγμή; Όλα νομίζω πως είναι θέμα των επιλογών που κάνεις, φυσικά σε συνδυασμό με τις ικανότητες που διαθέτεις. Για να επιστρέψουμε στους Ομήρους του Γκαίρλιτς, κατά πόσο έχουν σχέση με την πραγματικότητα ή τη φαντασία οι πραγματικοί χαρακτήρες του βιβλίου; Οι χαρακτήρες που πρωταγωνιστούν εδώ είναι φανταστικοί, αλλά αντιπροσωπεύουν τρία στοιχεία του ελληνισμού ως γεωγραφική καταγωγή και συνοδεύονται από στοιχεία που συνδέονται με αυτή την καταγωγή. Ο ένας πρωταγωνιστής είναι Παλαιοελλαδίτης, από τη Μάνη, συντηρητικός και φιλοβασιλικός. Ο δεύτερος είναι Σμυρνιός και έχει έναν κοσμοπολίτικο αέρα που, άλλωστε, διέκρινε τη Σμύρνη, και ο τρίτος προέρχεται από τις Νέες Χώρες, όπως ονομάζονταν οι περιοχές που ενσωματώθηκαν στο ελληνικό κράτος μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, και συγκεκριμένα από τη Θεσσαλονίκη. Οι δύο τελευταίοι είναι οπαδοί του Βενιζέλου. Από εκεί και πέρα στον λόγο, τη στάση και τη συμπεριφορά τους προσθέτω στοιχεία που φυσικά έχουν σχέση με τη δική μου προσωπικότητα, αντίληψη και ψυχολογία. Υπάρχει η πιθανότητα στο μέλλον να γράψετε πάλι ένα βιβλίο κόμικς εμπνευσμένο από την ελληνική Ιστορία; Είμαι στη φάση δημιουργίας μιας, κατά κάποιον τρόπο, συνέχειας. Ο Σμυρνιός πρωταγωνιστής από τους Όμηρους του Γκαίρλιτς συνεχίζει τη στρατιωτική θητεία του στο μικρασιατικό μέτωπο, οπότε μέσα από τα μάτια του θα δούμε ολόκληρη τη μικρασιατική εκστρατεία μέχρι τη Μικρασιατική Καταστροφή. Μπορεί ένα graphic novel να επηρεάσει θετικά τους εφήβους και τους ενήλικες, ώστε να γίνουν καλοί αναγνώστες; Το διάβασμα είναι μια διαδικασία που πρέπει να τη μάθεις και να την αγαπήσεις, δε θα σου συμβεί μια ωραία πρωία ουρανοκατέβατη. Αν δεν έχεις τη διάθεση να αφιερωθείς στην ανάγνωση ενός βιβλίου ή ενός κόμικς, δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος που θα σου την επιβάλλει. Ο καθένας μόνος του θα βρει αυτό που του ταιριάζει και τον συναρπάζει. Κάποιου του αρέσει γενικά η λογοτεχνία, κάποιου άλλου του αρέσει μόνον η αστυνομική λογοτεχνία ή η επιστημονική φαντασία. Στα κόμικς υπάρχει τόσο μεγάλη θεματική και υφολογική ποικιλία, που ο καθένας μπορεί να βρει κάτι που θα τον έλξει. Εφόσον με τον όρο «καλός αναγνώστης» εννοείτε τον τακτικό αναγνώστη, τότε είναι σίγουρο πως κυκλοφορούν έργα στον χώρο των κόμικς και του graphic novel που θα τέρψουν και τον πιο απαιτητικό αναγνώστη. Τι θα προτείνατε στους αναγνώστες που θα διαβάσουν τη συνέντευξή σας; Ακούω τα δευτερόλεπτα να περνούν με τα δάχτυλά μου ακίνητα επάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή, οπότε μάλλον δεν έχω κάποια συγκεκριμένη απάντηση αυτή τη στιγμή. Οι όμηροι του Γκαίρλιτς Μια απίστευτη, αληθινή ιστορία διχασμού και πολέμου Θανάσης Πέτρου εικονογράφηση: Θανάσης Πέτρου Ίκαρος 104 σελ. ISBN 978-960-572-298-2 Τιμή €15,50 Πηγή
  13. Οι εκδόσεις Μίνωας κυκλοφορύν στα ελληνικά το graphic novel "Όργουελ", που φυσικά είναι η βιογραφία του διάσημου συγγραφέα. Είναι εντυπωσιακό το ότι κυκλοφορεί και με σκληρό και με μαλακό εξώφυλλο με ανάλογη διαφοροποίηση στην τιμή. Από ό,τι κατάλαβα, το κόμικ πρέπει να βρίσκεται ήδη στα καταστήματα. Μπορείτε να το δείτε και στο σάιτ των εκδόσεων, εδώ. Σεναριογράφος είναι ο Πιέρ Κριστέν, ναι Ο Πιέρ Κριστέν (Βαλέριαν, Η πόλη που δεν υπήρξε και πολλά άλλα). Πρόκειται για αυτό εδώ το κόμικ. Για εμένα είναι σίγουρη αγορά.
×
×
  • Create New...