Jump to content

leonidio

Founders/Moderator
  • Content Count

    1,101
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    35

leonidio last won the day on January 22

leonidio had the most liked content!

Community Reputation

5,926 Excellent

4 Followers

Recent Profile Visitors

681 profile views
  1. Πρέπει να ήταν 1987 ή 1988, όταν άκουσα για πρώτη φορά τα ονόματα «Quino» και «Μαφάλντα». Πήγαινα στην Α’ Λυκείου και ο φιλόλογος της τάξης μας – πρόωρα χαμένος, δυστυχώς – μας μίλησε για ένα κόμικ με περίεργο χιούμορ, «εγκεφαλικό», όπως το χαρακτήρισε. Και επειδή, η μνήμη μας παίζει περίεργα παιχνίδια, ακόμη θυμάμαι το συγκεκριμένο στριπάκι για το οποίο μας μίλησε και ήταν αυτό εδώ (από το άλμπουμ «Μαφάλντα 12»). Όντας αθεράπευτος αναγνώστης των κόμικς, έψαξα να βρω κάποια άλμπουμ στα περίπτερα (ήταν οι εποχές, όταν τα άλμπουμ μπορούσες να τα βρεις σε αρκετά περίπτερα) και κάπως έτσι, έγινε η γνωριμία μου με τον κόσμο του Quino, ο οποίος μας εγκατέλειψε στις 30 Σεπτεμβρίου φέτος, πλήρης ημερών, στα 88 του χρόνια. Ποιος ήταν ο Quino Ο άνθρωπος, που θα γινόταν γνωστός απλά ως Quino (Κίνο) γεννήθηκε στις 17 Ιουλίου του 1932 στη Μεντόσα της Αργεντινής ως Joaquín Salvador Lavado Tejón (στη Λατινική Αμερική αγαπάνε τα μεγάλα ονοματεπώνυμα, κάτι, που ο ίδιος ο Quino είχε σχολιάσει σε ένα στριπ της Μαφάλντας). Απέκτησε από μικρός το παρατσούκλι ‘Quino’ και επίσης από πολύ μικρός έδειξε κλίση για το σχέδιο και πολύ μικρός ξεκίνησε σπουδές στη Σχολή Καλών Τεχνών της πόλης του, σπουδές τις οποίες διέκοψε το 1948 μετά το θάνατο του πατέρα του και ενώ η μητέρα του ήδη είχε πεθάνει από το 1945. Άρχισε από πολύ μικρός να δουλεύει ως σκιτσογράφος και μέχρι το 1954 είχε κατορθώσει να συνεργάζεται σε τακτική βάση με διάφορα περιοδικά και εφημερίδες. Αυτά τα χρόνια, όπως και πολλά από όσα θα ακολουθούσαν, ήταν εξαιρετικά ταραγμένα για την Αργεντινή, η οποία εκείνη την εποχή έβγαινε από την περίοδο διακυβέρνησης του Χουάν Περόν, ιδιαίτερα δημοφιλούς πολιτικού, ο οποίος προσπάθησε να απομακρύνει την Αργεντινή από την επιρροή άλλων δυνάμεων και να βελτιώσει τις συνθήκες ζωής των φτωχότερων, χρησιμοποιώντας όμως αυταρχικές μεθόδους (μεταξύ των οποίων λογοκρισία και βασανιστήρια πολιτικών αντιπάλων) και οδηγώντας τελικά τη χώρα σε έναν τεράστιο πληθωρισμό. Μετά την απομάκρυνση και την εξορία του Περόν, η χώρα γνώρισε μια σειρά από ασταθείς κυβερνήσεις, πραξικοπήματα, βομβαρδισμούς κυβερνητικών κτηρίων από το στρατό, κυνήγι των κομμουνιστών και των οπαδών του Περόν. Η Μαφάλντα Κάπως έτσι ήταν η πολιτική και κοινωνική κατάσταση στην Αργεντινή, όταν μια βιομηχανία ηλεκτρικών ειδών, ζήτησε από τον Quino ένα χιουμοριστικό στριπάκι, που θα χρησίμευε για να προωθήσει τα προϊόντα της. Το σχέδιο τελικά δεν περπάτησε, αλλά ο Quino είχε ήδη σκεφτεί ένα στριπάκι για μια μεσοαστική οικογένεια με ένα παιδί, ένα κοριτσάκι, που θα ονομαζόταν «Μαφάλντα», όνομα που επέλεξε κυρίως επειδή άρχιζε με το ίδιο γράμμα της επωνυμίας της εταιρείας, αλλά και γιατί του φαινόταν «χαριτωμένο». Η Μαφάλντα, το κοριτσάκι με το φιόγκο στα μαλλιά, που την κάνει να φαίνεται σαν ένα διαβολάκι, εμφανίστηκε για πρώτη φορά “Primera Plana” στις 29 Σεπτεμβρίου 1964. Επειδή όμως το περιοδικό θεώρησε τα σκίτσα του Quino ιδιοκτησία του, ο δημιουργός σταμάτησε να συνεργάζεται μαζί του, αφότου είχαν ήδη δημοσιευτεί 48 στριπάκια. Η νέα στέγη της Μαφάλντα ήταν η εφημερίδα “El Mundo”, στην οποία δημοσιευόταν το κόμικ σε καθημερινή βάση από τις 15 Μαρτίου 1965 έως τις 22 Δεκεμβρίου 1967, όταν η εφημερίδα θα υποχρεωθεί να αναστείλει την κυκλοφορία της. Στη συνέχεια, θα μετακομίσει στο εβδομαδιαίο περιοδικό “Siete Dias”, όπου θα δημοσιεύεται από τις 2 Ιουνίου 1968 έως τις 25 Ιουνίου 1973, όταν ο Quino φοβούμενος την επανάληψη, θα αποφασίσει να διακόψει τη σειρά. Πιστός στην απόφασή του, δεν «ανέστησε» ποτέ το στριπ, χρησιμοποίησε όμως τη Μαφάλντα και τους φίλους της, το 1976 για να εικονογραφήσει τη Διακήρυξη των Δικαιωμάτων του Παιδιού και το 1984 για μια εκστρατεία για τη στοματική υγιεινή, το 1987 για να γιορτάσει ένα αποτυχημένο πραξικόπημα εναντίον του εκλεγμένου προέδρου της Αργεντινής, Ραούλ Αλφονσίν, το 2020 με αφορμή την πανδημία του COVID, καθώς και σε ορισμένες, άλλες, λίγες περιπτώσεις, που πάντα είχαν σχέση με τα ανθρώπινα δικαιώματα και τη δημοκρατία.// Η Μαφάλντα είναι ένα εξάχρονο κορίτσι, που λατρεύει την ειρήνη, τη δημοκρατία και τους Beatles και απεχθάνεται το φασισμό, τον πόλεμο, την αδικία και φυσικά… τη σούπα. Ρωτάει διαρκώς διάφορα πράγματα, που φέρνουν σε αμηχανία τους δύσμοιρους γονείς της, φιλοσοφεί διαρκώς και είναι βαθιά απαισιόδοξη για το μέλλον της Γης. Είναι πάντα περίεργη και έχει άποψη για τα πάντα. Έχει μια χελώνα ως κατοικίδιο, που την έχει ονομάσει «Γραφειοκρατία», επειδή κινείται αργά. Και πάνω από όλα, είναι πιστή στους φίλους της, αν και ορισμένοι από αυτούς την εκνευρίζουν κάποιες φορές (και αυτή εκείνους, για να είμαστε δίκαιοι!). Ο κύκλος της Μαφάλντα περιλαμβάνει καταρχάς τους γονείς της, ένα μάλλον άχρωμο νεαρό ζευγάρι, που μάλλον δεν καταλαβαίνουν, γιατί η κόρη τους έχει τόσες πολλές απορίες. Η γυναίκα είναι οικιακά και ο άνδρας εργάζεται σε μια εταιρεία, χωρίς ποτέ να μαθαίνουμε τι ακριβώς δουλειά κάνει, και πρέπει να ήταν τυπικοί εκπρόσωποι της μικροαστικής τάξης της Αργεντινής εκείνη την εποχή. Ο Φελίπε είναι ο πρώτος από την παρέα της Μαφάλντα, που εμφανίζεται. Είναι ένα χρόνο μεγαλύτερος και μένει στην ίδια πολυκατοικία. Είναι ντροπαλός, φοβιτσιάρης, ονειροπόλος και διαρκώς αναποφάσιστος. Είναι όμως καλόκαρδος, έξυπνος και καλό σκακιστής. Ο Quino είχε δηλώσει, ότι υπάρχει ένα σημαντικό τμήμα του εαυτού του στο Φελίπε. Ο Μανολίτο είναι συμμαθητής της Μαφάλντα, ισπανικής καταγωγής και γιος του μπακάλη της γειτονιάς. Είναι λίγο κουμπούρας στο σχολείο και η μόνη του κλίση φαίνεται να είναι το εμπόριο και η συνεχής διαφήμιση της οικογενειακής επιχείρησης. Σκέφτεται συνέχεια το χρήμα και είναι ένθερμος οπαδός του καπιταλισμού. Η Σουζανίτα είναι η σπαστικιά της παρέας: τυπικό δείγμα μικροαστής, που από πολύ μικρή ηλικία σκέφτεται το γάμο και τη μητρότητα, συντηρητική και ολίγον ρατσίστρια. Τσακώνεται διαρκώς με τους υπόλοιπους, πειράζει διαρκώς το Μανολίτο και ειρωνεύεται το Φελίπε, με τον οποίον ίσως να είναι λίγο τσιμπημένη. Ο Μιγκελίτο είναι ένα χρόνο μικρότερος από τη Μαφάλντα και γνωρίστηκαν στις διακοπές. Είναι γιός Ιταλών μεταναστών και ο παππούς του μιλούσε με θαυμασμό για το Μουσολίνι. Κατά καιρούς φαίνεται αφελής, αλλά κάποιες φορές έχει κάνει κάποια ιδιαιτέρως οξυδερκή σχόλια. Ο Γκίγιε, υποκοριστικό του Γκιγιέρμε (στα ελληνικά και σε άλλες γλώσσες επιλέχθηκε το Νάντο, υποκοριστικό του Φερνάντο), είναι ο μικρότερος αδερφός της Μαφάλντα και το νεαρότερο μέλος της παρέας. Εμφανίστηκε στο κόμικ λίγο μετά τη επανέναρξή του στο περιοδικό “Siete Dias”. Έχει μια εμμονή με την πιπίλα του, είναι ταραχοποιός και έχει και αυτός την τάση, να κάνει άβολές ερωτήσεις στους γονείς τους. Η Ελευθερία υπήρξε η τελευταία προσθήκη στην παρέα. Και αυτή τη γνώρισε η Μαφάλντα στις διακοπές. Είναι εξαιρετικά βραχύσωμη, κάτι που σε συνδυασμό με το όνομα της, προκαλεί διάφορες πικρές σκέψεις σε πολλούς, όπως πολύ καλά γνωρίζει και η ίδια. Ταυτόχρονα, είναι και το πλέον πολιτικοποιημένο και ριζοσπαστικοποιημένο μέλος της παρέας, περισσότερο κι από την ίδια τη Μαφάλντα. Η Μαφάλντα μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, δημοσιεύτηκε σε πολλές χώρες, αγαπήθηκε από πολύ κόσμο και έγινε σύμβολο εξέγερσης και αντίστασης. Πολλοί διανοούμενοι, όπως ο Χούλιο Κορτάσαρ, ο Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες και κυρίως ο Ουμπέρτο Έκο, εξέφρασαν το θαυμασμό τους για το κόμικ. Ο τελευταίος μάλιστα, έγραψε αρκετά άρθρα για τη Μαφάλντα και προλόγισε και την πρώτη έκδοσή της στην Ιταλία, το 1968, προτού εκδώσει το «Όνομα του Ρόδου» και γίνει και ο ίδιος σούπερ σταρ. Στην Ελλάδα υπήρξε ιδιαίτερα δημοφιλής, κυρίως στη δεκαετία του 1980, όταν η χώρα μας ήταν τελείως διαφορετική από πολλές απόψεις και οι άνθρωποι διεκδικούσαν περισσότερα, γιατί είχαν και λιγότερα. Ίσως να υπήρχε και μια εκλεκτική συγγένεια μεταξύ των δύο χωρών, που είχαν ταλαιπωρηθεί και οι δύο από πραξικοπήματα και παρατεταμένη περίοδο πολιτικής αστάθειας, ίσως να υπήρχε και μια παρόμοια νοοτροπία μεταξύ των δύο λαών. Έγιναν αρκετές συγκρίσεις μεταξύ της Μαφάλντα και των Peanuts του Charles Schulz, βασισμένες κυρίως στο γεγονός, ότι και τα δύο στριπ αφορούσαν παιδιά, που προσπαθούσαν να βρουν κάποια αναγνώριση σε έναν ενήλικο κόσμο. Παρά τις προφανείς διαφορές, τόσο αφηγηματικές (στον κόσμο της Μαφάλντα, οι γονείς είναι παρόντες και διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο, σε εκείνον του Τσάρλι Μπράουν οι γονείς δεν εμφανίζονται ποτέ), όσο και προέλευσης (η Μαφάλντα ζει σε μια κοινωνία συνεχώς σε αναβρασμό με συνεχείς αναφορές στην κοινωνική και πολιτική κατάσταση εκείνης της εποχής, ο Τσάρλι σε μια σταθερή και σχετικά εύπορη κοινωνία, που φαίνεται να είναι αποκομμένη από τα συμβάντα του πραγματικού κόσμου) και τα δύο έργα παρουσιάζουν μια πολύ σημαντική ομοιότητα, το πώς τα παιδιά αμφισβητούν τον κόσμο των μεγάλων με όχημα το χιούμορ, αλλά και την μελαγχολία. Εξάλλου, αποδείχθηκαν και τα δύο τα πιο διαχρονικά και επιδραστικά στριπ στον κόσμο. Επιπλέον, είναι γνωστός ο σεβασμός, που έτρεφαν ο ένας για τον άλλο. Κατά δική του ομολογία, ο Quino είχε μελετήσει τα στριπ του Schulz, προτού ξεκινήσει τη Μαφάλντα, ενώ και ο Schulz θαύμαζε τον Quino, τον οποίον είχε αποκαλέσει «γίγαντα». Από εκεί και μετά, και τα δύο κόμικ είναι πολύ σημαντικό κομμάτι της ιστορίας, όχι μόνο των κόμικς, αλλά και της κουλτούρας γενικότερα και η προτίμηση για το ένα ή το άλλο είναι σαφώς προσωπική επιλογή. Προσωπικά, αν και σέβομαι απεριόριστα τον Charles Schulz, δίνω σαφώς την ψήφο μου στη Μαφάλντα, λαμβάνοντας φυσικά υπόψη, το γεγονός, ότι ο όγκος του υλικού δεν συγκρίνεται (η Μαφάλντα δημοσιευόταν για 9 χρόνια, ενώ τα Peanuts σχεδόν 50, πράγμα, που σίγουρα αποβαίνει εις βάρος των Peanuts, λόγω και της αναπόφευκτης επανάληψης). Ο Quino μετά τη Μαφάλντα Όταν ο Quino σταμάτησε να σχεδιάζει τη Μαφάλντα, η πολιτική κατάσταση στην Αργεντινή επιδεινωνόταν σταθερά και η πολιτική βία ήταν στην ημερήσια διάταξη. Οι περονιστές είχαν επιστρέψει στην εξουσία, αλλά ένα νέο στρατιωτικό πραξικόπημα με επικεφαλής το Χόρχε Βιδέλα έστειλε τη χώρα για επτά χρόνια στο γύψο και πολλούς Αργεντινούς στον άλλο κόσμο, φροντίζοντας να «εξαφανίσει» πολλούς από αυτούς μόνιμα, με αποτέλεσμα οι μητέρες τους και οι λοιποί συγγενείς τους, να τους ψάχνουν ακόμη, 40 χρόνια μετά. Λίγες ημέρες μετά το πραξικόπημα, ο Quino και η γυναίκα του, η Αλίσια, εγκατέλειψαν την Αργεντινή και κατέφυγαν στο Μιλάνο. Ευτυχώς, γιατί αλλιώς μπορεί να αναζητούσαμε ακόμα και τα δικά τους οστά. Επέστρεψαν στη χώρα τους μετά την πτώση του Βιδέλα και την εγκαθίδρυση της εύθραυστης δημοκρατίας και μοίραζαν το χρόνο τους κυρίως μεταξύ Αργεντινής και Ισπανίας, ενώ ο Quino απέκτησε και την ισπανική υπηκοότητα το 1990. Ο Quino δεν σταμάτησε ποτέ να σχεδιάζει, ακόμη κι όταν σταμάτησε τη Μαφάλντα. Για την ακρίβεια, και σε αντίθεση με πάρα πολλούς δημιουργούς, η καριέρα του γνώρισε μια νέα άνθηση, αλλά και η τεχνοτροπία του άλλαξε ριζικά και τόσο μεγάλο βαθμό, ώστε πραγματικά θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τον Quino της Μαφάλντα και εκείνον μετά από αυτή. Ο Quino δεν ξεκίνησε καμία σειρά μετά τη Μαφάλντα, αλλά σχεδίασε ένα μεγάλο αριθμό από γελοιογραφίες, οι οποίες στη σύλληψη και την εκτέλεσή τους ήταν σχεδόν το αντίθετο του στριπ που τον έκανε διάσημο. Πράγματι, ενώ η Μαφάλντα βασιζόταν σε μεγάλο βαθμό στο λόγο και οι ήρωες του Quino μιλούσαν ακατάπαυστα προσπαθώντας να εξωτερικεύσουν τις σκέψεις και τους προβληματισμούς τους, οι χαρακτήρες του στις γελοιογραφίες μιλούν πάρα πολύ σπάνια, λες και τα λόγια του δημιουργού τους εξαντλήθηκαν μετά τη Μαφάλντα. Κι όμως, αυτή η σιωπή είναι τόσο εύγλωττη, ώστε κάποιες γελοιογραφίες να εκφράζουν μέσω της σιωπής πράγματα, για τα οποία έχουν γραφτεί εκατομμύρια λέξεις σε χιλιάδες τόμους βιβλίων. Μέσω αυτών των γελοιογραφιών, ο Quino απέφυγε, ως επί το πλείστον, να σχολιάσει την επικαιρότητα. Αντίθετα, οι γελοιογραφίες του ασχολούνται με θέματα διαχρονικά και πανανθρώπινα, ανατέμνουν την αρχέγονη ανθρώπινη κατάσταση, διυλίζουν την πραγματικότητα και προσφέρουν την ουσία των πραγμάτων. Μέσα από έναν αφηγηματικό μινιμαλισμό και την αφαίρεση, ο Quino προσφέρει έναν πλούτο ιδεών, που δεν νομίζω, ότι έχει υπάρξει άλλος καλλιτέχνης, που να το έχει καταφέρει αυτό σε τόσο μεγάλο βαθμό. Θα γίνω ίσως αιρετικός υποστηρίζοντας, ότι κατά κάποιον τρόπο τα βουβά ή με ελάχιστα λόγια σκίτσα του Quino, είναι ακόμη μεγαλύτερα επιτεύγματα κι από τη Μαφάλντα του, η οποία, η αλήθεια είναι, είναι σε μεγάλο βαθμό συνυφασμένη με την εποχή στην οποία δημιουργήθηκε. Για αυτό ακριβώς το λόγο οι γελοιογραφίες του είναι απολύτως επίκαιρες ακόμη και σήμερα, χωρίς να έχουν χάσει τίποτα από το χιούμορ τους, αλλά και τη βαθιά απαισιοδοξία τους. Γιατί η αλήθεια είναι, ότι ο μεγάλος δημιουργός, παρέμεινε απαισιόδοξος σε ολόκληρη τη ζωή του. Σε όλη του την καριέρα παρατηρούσε πολύ προσεκτικά τους ανθρώπους και τον κόσμο γύρω του και είτε με τη βοήθεια των λέξεων, είτε χωρίς αυτές, μπορούσε να δείξει την αγωνία και τα αδιέξοδα των απλών ανθρώπων και να κριτικάρει την κοινωνική ανισότητα, χωρίς να γίνεται ποτέ διδακτικός. Ο Quino παρέμεινε πάντα μέσω των έργων του στο πλευρό των αδύναμων και των φτωχότερων της κοινωνίας, ακόμη και στο πλευρό εκείνων, που χωρίς να το καταλαβαίνουν, έχουν εγκλωβιστεί στο μικροαστικό πλέγμα μιας τεχνητής ευμάρειας και μιας πλασματικής ευτυχίας. Χωρίς καμία δόση υπερβολής, τα σκίτσα και τα λόγια του Quino μας περιλαμβάνουν όλους και έχουν κάτι να πουν για τις ζωές όλων μας, αρκεί να είμαστε έτοιμοι να τα δεχτούμε. Ο Quino έλαβε πολλά βραβεία στη ζωή του, αλλά και παράσημα από το κράτος της Αργεντινής, το Βασιλιά της Ισπανίας και έγινε και μέλος της γαλλικής Λεγεώνας της Τιμής. Είδε μια πλατεία στο Μπουένος Άιρες να ονομάζεται «Πλατεία Μαφάλντα» και το όνομά του να δίνεται σε έναν αστεροειδή, αλλά το κυριότερο ήταν ότι το έργο του διέσχισε τα εθνικά σύνορα, άγγιξε εκατομμύρια ανθρώπους παντού και έγινε διαχρονικό. Δεν απέκτησε ποτέ παιδιά, αλλά όλοι εμείς, που λατρεύουμε το έργο του, έχουμε κάτι από εκείνον μέσα μας. Μετά από μια πάθηση, που τον άφησε σχεδόν τυφλό, έσβησε από εγκεφαλικό. Η ημέρα του θανάτου του ήταν μια θλιβερή μέρα όχι μόνο για τα κόμικς, αλλά για ολόκληρο τον κόσμο της τέχνης και του πολιτισμού. Ο Quino στα ελληνικά Από όσο γνωρίζω, σχέδια του Quino είχαν δημοσιευτεί σε διάφορα περιοδικά από τη δεκαετία του 1970. Η πρώτη, νομίζω, εμφάνιση της Μαφάλντα έγινε στο ιστορικό, αλλά βραχύβιο περιοδικό «Κολούμπρα» το 1978. Οι εκδόσεις Κολούμπρα εξέδωσαν και δύο αλμπουμάκια με στριπ της Μαφάλντα. Μετά την αναστολή έκδοσης της Κολούμπρα, η Μαφάλντα και ο Quino μετακόμισαν στην εξίσου ιστορική και καθόλου βραχύβια «Βαβέλ», η οποία ξεκίνησε να κυκλοφορεί και ορισμένα άλμπουμ με τα στριπάκια. Μετά τη διάσπαση του εκδοτικού οίκου, τα δικαιώματα κράτησε το περιοδικό «Παρά Πέντε» και η εκδοτική Ars Longa κυκλοφόρησε σχεδόν όλα τα στριπάκια του κόμικ σε 12 μικρά άλμπουμ, τα οποία γνώρισαν διάφορες επανεκδόσεις και κυκλοφορούν ακόμη. Το 2006 κυκλοφόρησε μια συγκεντρωτική έκδοση των 12 άλμπουμ σε μεγάλο σχήμα και μεγάλο μέγεθος. Το 1991 η Βαβέλ κυκλοφόρησε ένα άλμπουμ μεγάλου σχήματος με τίτλο «Mafalda 25», που περιείχε αποκλειστικά ανέκδοτα στριπάκια, με σχολιασμό ορισμένων και συμπληρωματικά κείμενα, που καθιστούν το βιβλίο αυτό απαραίτητο συμπλήρωμα των υπόλοιπων τόμων. Πέρα από αυτά τα άλμπουμ της Μαφάλντα, υπάρχουν και ορισμένα άλλα, που έχουν κυκλοφορήσει από άλλους εκδοτικούς οίκους (όπως για παράδειγμα, το «Η Μαφάλντα και οι Άλλοι», από τις εκδόσεις Λιβάνη το 1992) και τα οποία γενικά απευθύνονται σε μικρότερο ηλικιακά κοινό. Πολλές γελοιογραφίες του Quino δημοσιευόντουσαν σε εβδομαδιαία βάση στο περιοδικό «9» της Ελευθεροτυπίας. Εκτός από τη Μαφάλντα, οι υπόλοιπες εκδόσεις του Quino στα ελληνικά είναι οι εξής: - Ο Κόσμος του Quino, εκδόσεις Φόρμα, χωρίς χρονολογία έκδοσης (αλλά σίγουρα μετά το 1981) - Ο Κόσμος Ανάποδα, Βαβέλ, χωρίς χρονολογία έκδοσης, επανέκδοση Ars Longa 1983 - Καλή Όρεξη, Βαβέλ, 1983, επανέκδοση Ars Longa 1983 - Κινολογίες, Ars Longa 1987 - Σκληρός που Είναι ο Έρωτας, Ars Longa 1988 Όλα αυτά τα άλμπουμ είναι εδώ και πολλά χρόνια εξαντλημένα. Υπάρχουν πολλά άρθρα και αφιερώματα στη Μαφάλντα, τόσο σε έντυπα, όσο και διαδικτυακά. Ένα βιβλίο, που έχει γραφτεί και ασχολείται και με την ηρωΐδα του Quino είναι το βιβλίο «Η Αμφισβήτηση στα κόμικς» της Κωνσταντίνας Πίστα (εκδόσεις «Το Ανώνυμο Βιβλίο, 2016). Από όσο γνωρίζω, πιθανόν η μόνη συνέντευξη του Quino σε ελληνικό μέσο είναι αυτή που έδωσε στο Θανάση Λάλα στο Βήμα το 2000 και αναδημοσιεύεται στη διεύθυνση http://www.elogiki.gr/th-lalas-quino-dimiourgos-tis-mafalntas/.lack Για όσους θέλουν να εντρυφήσουν στο θέμα της Μαφάλντα, ίσως το πληρέστερο βιβλίο στα αγγλικά είναι το «Mafalda: A Social and Political History of Latin America's Global Comic» της Isabelle Cosse (Duke University Press, 2019) Επιπλέον πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στις εξής ιστοσελίδες: Quino (επίσημη ιστοσελίδα) Wikipedia Lambiek Comiclopedia Todohistorietas (στα ισπανικά) Όλα αυτά τα βιβλία και οι πηγές, συνέβαλαν στη συγγραφή αυτού του κειμένου. Τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα, οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Αυτή η ανάρτηση δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά ως άρθρο για το 10ο τεύχος του ηλεκτρονικού περιοδικού Comic Cultura και σας συνιστώ να τη διαβάσετε και μέσω του issuu, και επειδή εκεί είναι ο φυσικός της χώρος, αλλά και επειδή έχει και εικόνες, που δεν έχω περιλάβει εδώ. Τα τεύχη του περιοδικού μπορείτε να τα βρείτε εδώ και στο συγκεκριμένο τεύχος θα βρείτε και άλλα, πολύ πιο ενδιαφέροντα άρθρα για το σπουδαίο Κίνο. Ευχαριστώ τον αρχισυντάκτη του περιοδικού, Ίωνα Αγγελή (@Jonas), αλλά και ολόκληρη τη συντακτική ομάδα (@manosvasar, @JohnnyMZ, @Lazaros, Αλέξανδρο Μινωτάκη, @kabuki), που με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν την ευκαιρία να γράψω για έναν από τους αγαπημένους μου δημιουργούς, όχι μόνο των κόμικς, αλλά κάθε μορφής τέχνης. Μια ελαφρώς συντομευμένη μορφή του κειμένου μπορείτε να βρείτε και στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  2. Ακριβώς αυτό σκέφτηκα κι εγώ, όταν το είδα
  3. Ο Ορέλ είναι σκιτσογράφος στη Le Monde και αυτή είναι η πρώτη του ταινία, κινουμένων σχεδίων, φυσικά. Αφηγείται τη ζωή του Ισπανού (Καταλανού, για την ακρίβεια) σκιτσογράφου Ζοσέπ (όχι “Γιοσέπ”) Μπαρτολί, ο οποίος μετά την πτώση της Βαρκελώνης κατέφυγε στη Γαλλία μαζί με 500.000 χιλιάδες συμπατριώτες του, κομμουνιστές, αναρχικούς και απλούς δημοκράτες, που είχαν πολεμήσει το Φράνκο. Εκεί όμως, θα τους κλείσουν μέσα σε στρατόπεδα συγκέντρωσης κάτω υπό άθλιες συνθήκες, όπου η πείνα και οι αρρώστιες αποτελείωσαν το έργο του Ισπανού δικτάτορα. Παρά τις αντιξοότητες όμως, ο Μπαρτολί θα καταφέρει να διαφύγει για το Μεξικό, όπου θα έχει σχέση με τη θρυλική Φρίντα Κάλο, προτού μετοικήσει στις ΗΠΑ, όπου και θα πεθάνει σε προχωρημένη ηλικία. Ο Ορέλ αφηγείται την ιστορία χωρίς να παρακάμπτει όλες τις ενοχλητικές λεπτομέρειες της διαβίωσης στο στρατόπεδο, αντίθετα τις τονίζει, αφού έχουν πολύ μεγάλη σημασία για την υπόθεση. Ο σωματικός πόνος και ο ευτελισμός ταιριάζουν απόλυτα με την αίσθηση αδυναμίας και τη νοσταλγία για τη χαμένη πλέον πατρίδα. Παρόλα αυτά, υπάρχουν και οι εσωτερικές πολιτικές συγκρούσεις ανάμεσα στους εξόριστους, κάτι που θα αναδειχθεί με τραγικό τρόπο στις τελευταίες σκηνές της ταινίας, στο Μεξικό. Ταυτόχρονα, μας δείχνει την αλγεινή συμπεριφορά ορισμένων Γάλλων απέναντί τους και αφήνει υπαινιγμούς για τη συνεργασία αυτών με την Γκεστάπο. Δυστυχώς, ο ισπανικός εμφύλιος υπήρξε προοίμιο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αν και η φρίκη του τελευταίου δεν μπορούσε να προβλεφθεί τότε. Το ύφος του σχεδίου ποικίλλει: σε κάποια σημεία φαντάζει άτεχνο, ενώ σε άλλα είναι σαφέστατα πιο λεπτομερές. Σε κάποιες άλλες στιγμές, τα σχέδια μοιάζουν ακίνητα και βλέπουμε την κίνηση μέσω διαφορετικών πλάνων. Υποθέτω, ότι όλες αυτές οι επιλογές, οι οποίες είναι σε συγκεκριμένα σημεία, αποσκοπούν στον τονισμό των εφιαλτικών συνθηκών μέσα στο στρατόπεδο και της απελπισίας, που έχει κατακυριεύσει τους ήρωες. Αντιθέτως, στις σπάνιες στιγμές χαράς, τα σχέδια κινούνται κανονικά: η αδυναμία ισούται με την ακινησία και η διασκέδαση με την κίνηση. Η ταινία σίγουρα δεν αποφεύγει κάποιες ευκολίες (για παράδειγμα η σχεδιαστική ταύτιση ενός εκ των δεσμοφυλάκων με γουρούνι), αν και η αλήθεια είναι ότι κάπου στη μέση αποφεύγει με μαεστρία έναν πιθανό σκόπελο, που για να είμαι ειλικρινής, μου πέρασε κι εμένα από το μυαλό (αναφέρομαι στη σκηνή πάνω στο πλοίο) και οπωσδήποτε απευθύνεται στο συναισθηματικό κόσμο του θεατή. Είναι όμως ανθρώπινη και παίρνει σαφώς θέση για ορισμένα πράγματα, που δυστυχώς, τα ξεχνάμε με μεγάλη ευκολία. Και τελικά, αυτό είναι και το μεγάλο θέμα της ταινίας, η διατήρηση της μνήμης σε έναν κόσμο που ξεχνάει. Ο “Γιοσέπ” έλαβε το Βραβείο Σεναρίου και το Βραβείο Κοινού στις Νύχτες Πρεμιέρας το 2020. Ορίστε το τρέιλερ: imbd: Josep (2020) - IMDb Το παρόν κείμενο αναρτήθηκε πρώτη φορά στο ιστολόγιο astoixeiotos.wordpress.com
  4. Με μεγάλη χαρά, νοσταλγία και, ναι, συγκίνηση ξαναδιάβασα αυτές τις ιστορίες για πρώτη φορά μετά από 30, 35 σχεδόν χρόνια, ούτε καν θυμάμαι πλέον. Πολύ ωραίες ιστορίες, σημαντικές για την εξέλιξη του Σπάιντερ-Μαν, αν και σίγουρα κάποιες σεναριακές ευκολίες υπάρχουν. Δεν πειράζει, όμως, είναι αρκετά καλογραμμένες και μας εισάγουν στην ιστορία χωρίς βιασύνη και αξιοποιώντας πλήρως τους χαρακτήρες. Κι εμένα το αγαπημένο μου τεύχος στον τόμο ήταν το #259, που το ξαναδιάβασα με μεγάλη απόλαυση και πιστεύω κι εγώ, ότι ήταν μία από τις πιο ξεχωριστές ιστορίες, που είχαμε διαβάσει στο εβδομαδιαίο Σπάιντερ-Μαν. Συμφωνώ κι εγώ, ότι τα πρώτα ονόματα στον τόμο θα έπρεπε να ήταν οι Tom DeFalco και Ron Frenz, οι οποίοι έκαναν τη μεγαλύτερη και σημαντικότερη δουλειά. Τέλος, παρατήρησα κι εγώ κάποια θεματάκια στη μετάφραση, παρόμοια με αυτά που έθιξε ο @GreekComicFan. Από την άλλη, μου έκανε καλή εντύπωση η ιδέα να μεταφραστεί ο Beyonder ως "Άρχοντας του Υπερπέραν". Και κάτι τελευταίο: διαβάζοντας για πρώτη φορά το #300 έγχρωμο, θα τολμήσω να πω, ότι δεν ενθουσίασε το σχέδιο του McFarlane όσο με είχε ενθουσιάσει την πρώτη φορά. Ευχαριστώ για την εξαιρετική παρουσίαση @GreekComicFan.
  5. Από περιέργεια, τι παρήγγειλες;
  6. Ένα πολύ ωραίο φανζίν, που κυκλοφόρησε το 2016 από την ταλαντούχα Aniro (Ντορίνα Παναγιωτοπούλου), γραμμένο στα αγγλικά. Αφηγείται την ιστορία της Έρικα, η οποία δοκιμάζει ένα καινούριο ναρκωτικό, που ονομάζεται Blue Moon. Αφού το πάρει, ξυπνά την επόμενη μέρα και βρίσκει έναν άγνωστο στο δωμάτιό της, ο οποίος την προκαλεί να θυμηθεί το προηγούμενο βράδυ. Δεν πρόκειται να αποκαλύψω κάτι παραπάνω, θα μάθετε τι έγινε, όταν διαβάσετε το φανζίν. \ Πολύ ωραίο σχέδιο και εξαιρετικοί χρωματισμοί στην παλέτα του μπλε, του πράσινου και του μωβ, που χρησιμοποιούνται συμβολικά με το καθένα να έχει μια διαφορετική χρήση μέσα στην ιστορία. Η Aniro χτίζει προσεκτικά την ιστορία της και την ολοκληρώνει με πειστικό τρόπο δίνοντας μια πλήρη ιστορία μέσα στις λίγες σελίδες του φανζίν. Το σχέδιο είναι πολύ δουλεμένο, δείχνοντας ένα σημαντικό ταλέντο. Πολύ ωραία έκδοση, σε πολύ καλό χαρτί και ζωντανά χρώματα. Περιέχει και κάποια σκίτσα της Aniro, την οποία μπορείτε να βρείτε στο facebook. Η καλλιτέχνις δεν έχει σταματήσει να εξελίσσεται και μπορείτε να διαβάσετε για μια επόμενη δουλειά της εδώ. Όλα τα σκαναρίσματα έγιναν από εμένα. Πηγές για περαιτέρω μελέτη: Συνέντευξη της Aniro στο smassingculture Παρουσίαση του The Blue Moon και του Lost Soul, ξανά στο smassingculture
  7. Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η νέα περιπέτεια του Αστερίξ στη Γαλλία. Αντιγράφω από το σάιτ cnn.gr: Το φθινόπωρο θα κυκλοφορήσει η νέα περιπέτεια των ατρόμητων και ανυπότακτων Γαλατών. Αυτή τη φορά ο Αστερίξ και ο Οβελίξ θα πρέπει να βοηθήσουν έναν καλό φίλο του Μιρακουλίξ. Το νέο κόμικ θα κυκλοφορήσει παγκοσμίως στις 21 Οκτωβρίου σε περίπου πέντε εκατομμύρια αντίτυπα, από τα οποία σχεδόν τα δύο εκατομμύρια προορίζονται για τη γαλλική αγορά. Σύμφωνα με τον γαλλικό εκδοτικό Albert René και τον γερμανοδανέζικο Egmont Ehapa, περισσότερες πληροφορίες σχετικά με το νέο τεύχος του δίδυμου Ζαν-Ιβ Φερί και Ντιντιέ Κονράντ θα δοθούν την άνοιξη. Ο 39ος τόμος του Aστερίξ θα είναι ο πρώτος που θα κυκλοφορήσει μετά τον θάνατο του Αλμπέρ Ουντερζό, σκιτσογράφου του θρυλικού Αστερίξ και συνδημιουργού των χαρακτήρων του κόμικ. «Αυτή ήταν η τελευταία περιπέτεια που είχε εγκρίνει ο σχεδιαστής Ουντερζό», δήλωσε η Ιζαμπέλ Μανιάκ, διευθύνουσα σύμβουλος του εκδοτικού ομίλου Hachette Livre, που έχει την πλειοψηφία των μετοχών του οίκου Albert René, σε συνέντευξή της στο ειδικό περιοδικό Livres Hebdo. Ο Αλμπέρ Ουντερζό πέθανε τον Μάρτιο του 2020 σε ηλικία 92 ετών. Μαζί με τον συγγραφέα Ρενέ Γκοσινί δημιούργησαν τις περιπέτειες του Aστερίξ στα τέλη της δεκαετίας του 1950. Μετά το θάνατό του Γκοσινί το 1977, ο Γάλλος σχεδιαστής κόμικς συνέχισε τη σειρά μόνος του, αλλά από τις αρχές του 2009 άρχισε να αποσύρεται όλο και περισσότερο. Ο πρώτος τόμος «Asterix' των Φερί και Κονράντ κυκλοφόρησε το 2013. Πηγή
  8. Αμερική τόσο διαφορετική, τόσο ίδια Η ιστορία των θρυλικών εκδόσεων EC Comics, όπως την αφηγείται στην «Κ» ο εμβριθέστερος μελετητής της Γκραντ Γκάισμαν Στην Ελλάδα δεν είναι πολύ γνωστές. Ισως οι πιο μερακλήδες να έχουν κρατήσει μερικά τεύχη της σειράς τρόμου «Ιστορίες από την κρύπτη», που κυκλοφόρησαν από τη Modern Times τη δεκαετία του ’90, ενώ κάποιοι μπορεί να απόλαυσαν μερικά αντίτυπα του σατιρικού περιοδικού MAD, που είχαν δημοσιευθεί από τις εκδόσεις Σαμούχου μερικά χρόνια πριν. Στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, ωστόσο, οι περίφημες εκδόσεις EC Comics είναι ένα μεγάλο κεφάλαιο της Ένατης Τέχνης και της ποπ κουλτούρας, που μνημονεύεται από συγγραφείς όπως ο Στίβεν Κινγκ, αλλά και από σκηνοθέτες όπως ο Τζορτζ Λούκας, ο Στίβεν Σπίλμπεργκ ή ο Τζορτζ Ρομέρο, ως βασική τους επιρροή. Η αξία τους οφείλεται πριν από όλα στους δημιουργούς που φιλοξενήθηκαν στις ανθολογίες τους: ο Γουάλας Γουντ, ο Τζακ Ντέιβις, ο Αλ Φέλντσταϊν, ο Χάρβεϊ Κούρτζμαν φυσικά, αλλά και οι Γκράχαμ Ινγκελς και Φρανκ Φραζέτα, ήταν μερικά από τα ονόματα που σήμερα θεωρούνται θρύλοι. Ειδικά όμως ο Αλ Φέλντσταϊν και ο εκδότης των EC Comics Μπιλ Γκέινς είναι αυτοί που χάραξαν το ευρύτερο όραμα. Μέσα από ιστορίες τρομακτικές και αιματοβαμμένες, ιστορίες αλλόκοτης επιστημονικής φαντασίας αλλά και ανεπιτήδευτες απεικονίσεις του πολέμου και της αστικής εγκληματικότητας, σχεδιασμένες με έναν «οξύ ρεαλισμό» και με τα ζωηρά χρώματα της δεκαετίας του ’50, κατόρθωσαν να θίξουν θέματα ταμπού για την Αμερική: ο ρατσισμός, ο αντισημιτισμός, ο εθισμός στα ναρκωτικά και η αστυνομική διαφθορά, βρήκαν τον δάσκαλό τους στις σελίδες των EC Comics, τουλάχιστον μέχρι να μπουν στο κάδρο διάφοροι θεματοφύλακες της ηθικής. Την ιστορία των Entertaining Comics (που οι απαρχές εντοπίζονται στο 1933, στα πρώτα εκδοτικά εγχειρήματα του πατέρα του Μπιλ Γκέινς, Μαξ, και η οποία φτάνει ώς το 1956), αφηγείται ένα πλούσιο λεύκωμα της Taschen, που κυκλοφόρησε πριν από μερικούς μήνες υπογεγραμμένο από τον «ειδήμονα» Γκραντ Γκάισμαν. Συγγραφέας τεσσάρων βιβλίων για τα EC Comics και για το περιοδικό MAD, ο Γκάισμαν, κιθαρίστας της τζαζ και συνθέτης μουσικών θεμάτων για την τηλεόραση (μεταξύ των οποίων εκείνο της σειράς «Two and a Half Men»), εμπλούτισε τις 592 σελίδες του λευκώματος «The History of EC Comics» με πάνω από 1.000 πάνελ, εξώφυλλα, σχέδια και αυθεντικές εικονογραφήσεις. Πολλές προέρχονται από την προσωπική του συλλογή και από το αρχείο του Μπιλ Γκέινς, βλέποντας το φως της δημοσιότητας για πρώτη φορά. Όπως λέει ο Γκραντ Γκάισμαν στην «Κ», οι ιστορίες και τα σχέδια των EC Comics τού φάνηκαν από νωρίς υψηλότερου επιπέδου απ’ ότι του Σούπερμαν και του Μπάτμαν. Ισως γιατί ο εκδότης Μπιλ Γκέινς και ο κομίστας Αλ Φέλντσταϊν δημιουργούσαν κόμικς που άρεσαν πρώτα στους ίδιους και στόχευαν σε μεγαλύτερες ηλικίες. Οι ιστορίες τρόμου, κυρίως η σειρά «Tales from the crypt», έφερναν τα περισσότερα έσοδα στην εταιρεία και έδιναν στους δύο συνεργάτες τη δυνατότητα να ασχοληθούν με τα κόμικς επιστημονικής φαντασίας (τις σειρές «Weird Science» και «Weird Fantasy»), για τα οποία ήταν ιδιαιτέρως περήφανοι. Ιστορίες εκδίκησης Οι ιστορίες τρόμου εστίαζαν ουσιαστικά σε «μια ηθική στο στυλ του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” της Παλαιάς Διαθήκης, πράγμα ειρωνικό, μιας και ο Μπιλ Γκέινς ήταν άθεος», λέει ο Γκραντ Γκάισμαν. Ειδικά οι ιστορίες τρόμου, λέει ο Γκάισμαν, «ήταν κατά βάση ιστορίες εκδίκησης, στις οποίες κάποιος που είχε αδικηθεί, επέστρεφε από τον τάφο σαν ένα αργοκίνητο πτώμα σε αποσύνθεση, επιδιώκοντας να ανταποδώσει το κακό σε όποιον τον είχε βλάψει. Επρόκειτο ουσιαστικά για μια ηθική στο στυλ του “οφθαλμόν αντί οφθαλμού” της Παλαιάς Διαθήκης, πράγμα ειρωνικό, μιας και ο Μπιλ Γκέινς ήταν άθεος. Οι ιστορίες που δημιουργούσε μαζί με τον Φέλντσταϊν μπορούσαν μεν να γίνουν αποτρόπαιες, αλλά συνήθως γράφονταν μεταξύ σοβαρού και αστείου και οι δύο συνεργάτες τις θεωρούσαν ακίνδυνες φαντασίες. Ο Γκέινς τις είχε χαρακτηρίσει κάποτε ιστορίες “αρρωστημένου χιούμορ” και ήταν χαρούμενος που στη φαντασία του μπορούσε να γίνει όσο “αρρωστημένος” ήθελε, γιατί αν έβλεπε αληθινό αίμα, λιποθυμούσε». Από την άλλη, οι πολεμικές ιστορίες των EC Comics, που εκείνη την περίοδο αντλούσαν έμπνευση από τον πόλεμο της Κορέας, είχαν άλλη στόχευση. «Η απεικόνιση της φρίκης του πολέμου ήταν ο τομέας ειδίκευσης του σχεδιαστή και σεναριογράφου Χάρβεϊ Κούρτζμαν», λέει ο Γκραντ Γκάισμαν. «Εκείνος ξεκίνησε τα δύο πρώτα πολεμικά κόμικς της EC, τα “Two-Fisted Tales” και “Frontline Combat”, θέλοντας να δείξει τις αληθινές πτυχές του πολέμου και όχι μια ηρωική εκδοχή του, όπως έκαναν τα πολεμικά κόμικς μέχρι τότε. Ο Κούρτζμαν έκανε σχολαστική έρευνα, περνώντας ώρες σε βιβλιοθήκες, μιλώντας με βετεράνους, επαληθεύοντας ακόμα και την ακριβή αναπαράσταση του οπλισμού. Μια τόσο μεγάλη έρευνα απαιτούσε απίστευτο χρόνο. Ο Γκέινς και ο Φέλντσταϊν μπορούσαν να γράψουν μια ιστορία τρόμου σε μια ημέρα, αλλά η προετοιμασία των ιστοριών του Κούρτζμαν, έπαιρνε εβδομάδες». Και αν όλα αυτά φαίνονται πια δεδομένα, το ειρωνικό είναι ότι οι εκδόσεις EC Comics τύπωσαν και μερικές από τις πρώτες ιστορίες της Ένατης Τέχνης που καταπιάνονταν με κοινωνικά ζητήματα της μεταπολεμικής Αμερικής. «Οι παραβολές πάνω σε θέματα ρατσισμού, μισαλλοδοξίας, αντισημιτισμού, εθισμού, αστυνομικής διαφθοράς και αυτοδικίας δεν είχαν προηγούμενο στα πρώιμα EC Comics και ουσιαστικά, ούτε και στα υπόλοιπα κόμικς», εξηγεί στην «Κ» ο Γκάισμαν. «Γράφονταν από τον Γκέινς και τον Φέλντσταϊν, οι οποίοι μεταξύ τους τις ανέφεραν ως “κηρυγματάκια”, γιατί ήξεραν ότι κηρύσσουν κάποιο κοινωνικό μήνυμα. Πρωτοεμφανίστηκαν στις αστυνομικές σειρές “Crime SuspenStories” και “Shock SuspenStories”, καθώς και στις σειρές επιστημονικής φαντασίας “Weird Science” και “Weird Fantasy”. Ηταν πολύ αμφιλεγόμενες για την εποχή τους, ειδικά σε συγκεκριμένες περιοχές της χώρας. Μία τέτοια ιστορία με τίτλο “The Guilty!”, από το “Shock SuspenStories” Νο. 3 του 1952, ήταν πιθανότατα η πρώτη ιστορία σε κόμικς που έθιγε το ζήτημα των προκαταλήψεων και της αστυνομικής βίας κατά των Αφροαμερικανών. Στην ιστορία, οι αστυνομικοί τσακώνουν έναν Αφροαμερικανό που θεωρούν ύποπτο για φόνο, προσπαθούν διά της βίας να τον κάνουν να ομολογήσει και τελικά τον αναγκάζουν να τρέξει, ώστε να τον πυροβολήσουν καθώς διαφεύγει. Μεταφέρουν το πτώμα του στο τμήμα, όπου διαπιστώνουν ότι ο αληθινός δολοφόνος είχε ομολογήσει και ότι εκείνοι είχαν σκοτώσει έναν αθώο». Η κόντρα με τον Κώδικα Δεοντολογίας και τα επίκαιρα «κηρυγματάκια» Από την πρώτη σχεδόν στιγμή κατά την οποία έκαναν την εμφάνισή τους, τα αμερικανικά κόμικς βρήκαν απέναντί τους εχθρούς, για προφανείς λόγους: όχι μόνο δεν συνιστούσαν λογοτεχνία, αλλά και αποθάρρυναν τα παιδιά από την ανάγνωση βιβλίων. Οι εικονογραφήσεις τους ήταν χαμηλής υποστάθμης και οι ιστορίες τους σκουπίδια που επηρέαζαν αρνητικά τη νεολαία. Σύμφωνα με τον Γκραντ Γκάισμαν, πολιτικοί, ψυχολόγοι, δάσκαλοι και άλλοι «υπερασπιστές των ηθών», έβαλλαν συχνά κατά των κόμικς. Μεταπολεμικά, ήταν τόση η κατακραυγή, ειδικά εναντίον των αστυνομικών κόμικς και εκείνων με ιστορίες τρόμου, που το 1954 οι ίδιοι οι εκδότες δημιούργησαν τον Κώδικα Δεοντολογίας των Κόμικς (Comics Code Authority): είχε εθελοντικό χαρακτήρα, όμως όποιο έντυπο δεν έφερε τη σφραγίδα του, μετά βίας έβρισκε μια θέση στα ράφια και τους πάγκους των πωλητών. Τα προβλήματα Ο εκδότης των EC Comics Μπιλ Γκέινς το διαπίστωσε με τον δύσκολο τρόπο. Θέλοντας να αποφύγει τις κωμικοτραγικές ρυθμίσεις του Κώδικα, εγκατέλειψε τα αστυνομικά και τις ιστορίες τρόμου και εγκαινίασε την πιο ρεαλιστική σειρά «New Direction», ενώ ανανέωσε και το τμήμα επιστημονικής φαντασίας των εκδόσεων. Ωστόσο, τα προβλήματα συνεχίστηκαν και επηρέασαν τα οικονομικά της επιχείρησης. Ο Γκραντ Γκάισμαν διηγείται: «Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα της σύγκρουσης των EC Comics και του Κώδικα Δεοντολογίας ήταν η ιστορία “Judgement Day!” από το “Incredible Science Fiction” Νο. 33 του 1956. Βασιζόταν σε μια ιδέα του Γκέινς, το σενάριο ήταν του Αλ Φέλντσταϊν και είχε εικονογραφηθεί από τον Τζο Ορλάντο. Ηταν μια αλληγορία για τη φυλετική ισότητα, με ένα επίχρισμα επιστημονικής φαντασίας. Ενας αστροναύτης από τη Γη φτάνει σε έναν “φυλετικά διαχωρισμένο” πλανήτη που κατοικείται από μπλε και πορτοκαλί ρομπότ, με σκοπό να ελέγξει αν αυτός έχει προοδεύσει αρκετά ώστε να ενταχθεί στη “Μεγάλη Διαγαλαξιακή Δημοκρατία της Γης”. Στο τέλος, ο αστροναύτης λέει στους ηγέτες των ρομπότ ότι δεν έχουν εξελιχθεί αρκετά για κάτι τέτοιο, καθώς ο πλανήτης τους χαρακτηρίζεται ακόμα από προκαταλήψεις. Στο τελευταίο πάνελ, ο αστροναύτης βγάζει το κράνος του αποκαλύπτοντας ότι είναι μαύρος, καθώς η “Διαγαλαξιακή Δημοκρατία” δεν είχε διαχωρισμούς. Ο Φέλντσταϊν είχε γράψει μέχρι και ένα επιλογικό κλείσιμο στο στυλ του Ρέι Μπράντμπερι: “ο άνδρας έβγαλε την κάσκα του, κούνησε το κεφάλι του και τα φώτα του διαστημοπλοίου έκαναν τις σταγόνες από ιδρώτα στο σκούρο δέρμα του να λαμπυρίσουν σαν μακρινά αστέρια”. Ομως ο επικεφαλής του Κώδικα Δεοντολογίας, ο δικαστής Τσαρλς Μέρφι, είπε στον Φέλντσταϊν ότι ο αστροναύτης δεν μπορούσε να είναι μαύρος. Κι εκείνος απάντησε “για όνομα του θεού, αυτό είναι όλο το νόημα της αναθεματισμένης ιστορίας!”. Γύρισε στο γραφείο και είπε στον Γκέινς: “Μπιλ, είναι απλώς αδύνατο. Μας σκοτώνουν. Είναι παράλογο, αβάσιμο και δεν έχει καμία σχέση με τον Κώδικα”. Ο Γκέινς κάλεσε τότε τον Μέρφι και χάλασε τον κόσμο, μέχρι που ο Μέρφι είπε “τότε πρέπει να βγάλετε τον ιδρώτα”. Ο Γκέινς του είπε “Fuck you!” κι έκλεισε το τηλέφωνο. Απείλησε ότι θα διοργανώσει συνέντευξη Τύπου για το συμβάν και δημοσίευσε την ιστορία. Εκείνο το τεύχος ήταν το τελευταίο που κυκλοφόρησε. Είχε τελειώσει με τον Κώδικα και με τα κόμικς». Στη συνέχεια ο Μπιλ Γκέινς στράφηκε στην έκδοση του σατιρικού περιοδικού MAD, το οποίο είναι μια άλλη, μεγάλη ιστορία. Χωρίς αυτό, ίσως να μην είχαν αναδειχθεί δημιουργοί όπως ο Ρόμπερτ Κραμπ και ο Τέρι Γκίλιαμ των Monty Python’s ή να μην είχαν υπάρξει εκπομπές όπως το «Saturday Night Live», ταινίες σαν το «Airplane!» και άλλες μορφές σάτιρας, πιστεύει ο Γκραντ Γκάισμαν. Είναι η κληρονομιά των EC Comics που έφτασε επιτυχώς στη σύγχρονη Αμερική. Γιατί στον νου του Γκάισμαν έρχονται και μερικά τεύχη που στηλιτεύουν την Κου Κλουξ Κλαν, αλλά και ιστορίες όπως εκείνη με τίτλο «Master Race», η πρώτη ιστορία για το Ολοκαύτωμα από τον χώρο των κόμικς: «δυστυχώς για την κοινωνία», καταλήγει ο Γκάισμαν, «όλα τα “κηρυγματάκια” των EC Comics εξακολουθούν να είναι επίκαιρα, ακόμα και 65 χρόνια μετά». Πηγή
  9. Κόμικ του Μπάτμαν πωλήθηκε για 2,2 εκατ. δολάρια - Γιατί έγινε "χρυσό" Τεύχη του Batman και της Marvel σε δημοπρασία (ΑΡΧΕΙΟΥ) ASSOCIATED PRESS Το τεύχος του Μπάτμαν που κατέρριψε το ρεκόρ για το πιο ακριβό κόμικ Batman που έχει πωληθεί ποτέ, κυκλοφόρησε το 1940 και όσο και να μοιάζει περίεργο, δεν αποτελεί την πρώτη εμφάνιση του Σκοτεινού Ιππότη. Το πρώτο τεύχος της σειράς κόμικ Batman που κυκλοφόρησε το 1940 (και ήταν η πρώτη ομότιτλη σειρά του Σκοτεινού Ιππότη, αφιερωμένη αποκλειστικά στις περιπέτειές του) πωλήθηκε πρόσφατα μέσω της Heritage Auctions έναντι του εντυπωσιακού ποσού των 2,2 εκατ. δολαρίων. Κατέρριψε φυσικά όλα τα ρεκόρ ως το πιο ακριβό τεύχος κόμικ Batman που έχει ποτέ πωληθεί, ωστόσο αξίζει να σημειωθεί ότι δεν αποτελεί την πρώτη εμφάνιση του δημοφιλούς υπερήρωα (η οποία καταγράφτηκε το 1936 στις σελίδες του τεύχους Detective Comics #27 το 1939) . Οι βασικοί λόγοι για την υψηλή τιμή πώλησης του είναι δύο: Ο πρώτος είναι γιατί στις σελίδες του Batman #1 έχουμε τις παρθενικές εμφανίσεις του αιώνιου εχθρού του, Τζόκερ και της αγαπημένης του διαρρήκτριας, Catwoman... Οι δύο χαρακτήρες εμφανίζονται εδώ σε δύο ξεχωριστές ιστορίες και φυσικά με τα χρόνια έμελε να γίνουν θρύλοι, καθιστώντας αυτήν την πρώτη τους εμφάνιση "άγιο δισκοπότηρο" για πολλούς συλλέκτες. Το εξώφυλλο του Batman #1 (1940) DC COMICS Ο δεύτερος λόγος είναι η κατάσταση, στην οποία έχει διατηρηθεί το 80 ετών κόμικ που απέσπασε πιστοποιημένο σκορ 9,4 (στα 10) από την Εταιρεία Πιστοποιημένης Εγγύησης -CGC, (ανεξάρτητη υπηρεσία αξιολόγησης και ταξινόμησης κόμικ, καρτών, περιοδικών και άλλων συλλεκτικών αντικειμένων) για τη διατήρησή του, κάτι που είναι εξαιρετικά σπάνιο για ένα τόσο παλιό τεύχος. Στην περιγραφή στον ιστότοπο της Heritage Auctions αναφέρεται ότι «είναι η πρώτη φορά στην ιστορία του CGC που ένα αντίτυπο σε άριστη κατάσταση ενός από τα πέντε βασικά τεύχη της Χρυσής Εποχής πωλείται σε δημοπρασία». Ελάχιστα τεύχη είναι τόσο εύκολο να αξιολογηθούν όσο το Batman#1, αναφέρεται και διευκρινίζεται ότι το κίτρινο εξώφυλλο του κόμικ είναι πιθανόν να έχει κηλίδες ή σκιές σκόνης, κάτι που κάνει τα πρωτότυπα δύσκολο να αναπαραχθούν. Ο Μπίλι Τ. Γκέιτς ήταν ο πιο πρόσφατος ιδιοκτήτης του κόμικ, το οποίο αγόρασε το 1979 έναντι 3.000 δολαρίων. Αξίζει να σημειωθεί ότι πριν από δύο μήνες τεύχος του Detective Comics #27 πωλήθηκε σε δημοπρασία έναντι 1,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Πηγή
  10. Ο Ποπάυ έγινε 91 ετών: Η αληθινή ιστορία και τα "απαγορευμένα" ρατσιστικά επεισόδια Εκθέματα από αφιερωματική έκθεση στον Ποπάυ από το Μουσείο Τηλεόρασης και Ραδιοφώνου στη Νέα Υόρκη ASSOCIATED PRESS Ο αληθινός "Ποπάυ" ήταν ένας καβγατζής συμπολίτης του δημιουργού του χάρτινου ήρωα - Η ιστορία πίσω από το... σπανάκι και τα απαγορευμένα επεισόδια της δημοφιλούς σειράς κινουμένων σχεδιών. Υπήρξε από τους πρώτους αντισυμβατικούς υπερήρωες στην ιστορία των κόμικς που κατάφερε να προκαλέσει ντελίριο ενθουσιασμού στους τότε πιτσιρικάδες. Ο Ποπάυ, ένας καλόκαρδος σκληροτράχηλος ναύτης που του άρεσε να καπνίζει πίπα και να τρώει σπανάκι (το οποίο τού χάριζε υπερφυσικές δυνάμεις) αγκαλιάστηκε θερμά από τους αναγνώστες από την πρώτο κιόλας καρέ, παρά το γεγονός ότι δεν είχε τη συνηθισμένη όψη του υπερήρωα: Είναι μονόφθαλμος, χωρίς δόντια και κοντός με κακόηχη φωνή και υπερτροφικά του χέρια (που κάτω από τους αγκώνες τα κοσμούσαν δυο τατουάζ με άγκυρες), αμόρφωτος και παραπονιάρης. Και όμως αυτή είναι η πιο σημαντική του νίκη παρά οι μονομαχίες με τον Βρούτο, δεδομένου ότι από το 1929, οπότε πρωτοεκδόθηκαν οι περιπέτειές του, μέχρι σήμερα προβάλλει ένα νέο πρότυπο ήρωα και τον ενστερνισμό της διαφορετικότητας. Ας πιάσουμε όμως την ιστορία του από την αρχή: Ο Ποπάυ «γεννήθηκε» από το πενάκι του Αμερικανού Έλζι Κράισλερ Σίγκαρ. Από το 1919 σχεδίαζε καθημερινά σκιτσάκια τα οποία δημοσιεύονταν αποκλειστικά σε εφημερίδες. Κάθε μέρα εμφανιζόταν μια σειρά με 4-5 εικόνες και η ιστορία πάντα συνεχιζόταν την επόμενη μέρα. Ο Ποπάυ έκανε το ντεμπούτο του στις 17 Ιανουαρίου του 1929, σε μία σειρά κόμικς της νεοϋορκέζικης εφημερίδας Evening Journal. Η σειρά αυτή μετρούσε ήδη δέκα χρόνια ζωής, με πρωταγωνιστές την -μετέπειτα αρραβωνιαστικιά του- Όλιβ Όιλ, τον αδελφό της Κάστορ και τον αγαπημένο της Χαμ Γκρέιβι. Ο Ποπάυ εμφανίστηκε σ' έναν δευτερεύοντα ρόλο και αμέσως κέρδισε την αγάπη των αναγνωστών. Σταδιακά, ο Σίγκαλ άρχισε να του δίνει όλο και μεγαλύτερους ρόλους, μέχρι που έγινε ο κεντρικός ήρωας, κέρδισε την Όλιβ, και τελικά η σειρά πήρε το όνομά του. Μετά το θάνατο του δημιουργού του, το 1938, διάφοροι άλλοι καλλιτέχνες ανέλαβαν το σχεδιασμό του, προσθέτοντας τη δική τους πινελιά. Ο σκιτσογράφος Hy Eisman δουλεύει πάνω στα σχέδια της σειράς κινουμένων σχεδίων του Ποπάυ AP Στον κινηματογράφο, ο Ποπάυ πρωτοεμφανίστηκε το 1933, στην ταινία κινουμένων σχεδίων «Οι περιπέτειες του Ποπάυ του ναυτικού». Η καριέρα του στη μεγάλη οθόνη έμελλε να είναι ακόμη πιο ένδοξη απ' ότι στις εφημερίδες. Μάλιστα, το 1938 ανακηρύχθηκε ως ο πιο δημοφιλής χαρακτήρας κινουμένων σχεδίων στις ΗΠΑ, ξεπερνώντας ακόμη και τον Μίκι Μάους. Ο Β' Παγκόσμιος και τα "απαγορευμένα" επεισόδια Κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου ο Ποπάυ γνώρισε ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία, καθώς τα καρτούν του εμψύχωναν και ανέβαζαν το ηθικό των Αμερικανών στρατιωτών. Αρκετά από αυτά περιείχαν προσβλητικά και ρατσιστικά σχόλια για τους Ιάπωνες, οι οποίοι στα καρτούν αποκαλούνταν "Jap-pansies" και απεικονίζονταν με τεράστια δόντια και πολύ χοντρά γυαλιά. Ένα από τα πιο γνωστά «απαγορευμένα» επεισόδια της εποχής εκείνης ήταν αυτό με τίτλο «Seein’ Red, White ‘n Blue». Είναι το μοναδικό επεισόδιο στο οποίο ο Ποπάυ και ο Βρούτος ενώνουν τις δυνάμεις τους και μοιράζονται μία κονσέρβα σπανάκι, για να δείρουν ένα… συμφωνημένο εχθρό, δηλαδή τους Ιάπωνες στρατιώτες. Επίσης, σήμερα κάποιοι τηλεοπτικοί σταθμοί λογοκρίνουν τα μέρη εκείνων των επεισοδίων όπου οι Αφρο-αμερικάνοι παρουσιάζονται με εμφανώς ρατσιστικό τρόπο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου άλλαξε επίσης και η γκαρνταρόμπα του Ποπάυ. Ο Ποπάυ άρχισε να εμφανίζεται με μια άσπρη στολή ναύτη, αντί για το κλασικό καπέλο καπετάνιου και μαύρο πουκάμισο με τα σηκωμένα μανίκια. Η ναυτική στολή συνόδευσε τον Ποπάυ καθόλη τη διάρκεια της σειράς από εκεί και πέρα, μέχρι και μετά το τέλος του πολέμου. Ο Ποπάυ στην Ελλάδα Τον Ποπάυ πρωτοέφερε στην Ελλάδα το 1956 ο εκδότης του περιοδικού κόμικς «Γέλιο και Χαρά». Γύρω στα μέσα του 1973 ο Ιωάννης Δραγούνης (Πηδάλιο Πρεςς) πήρε την άδεια και δημοσίευσε εκ νέου τις περιπέτειές του σ’ ένα περιοδικό, το οποίο λατρεύτηκε αμέσως από τα παιδιά και έγινε το αντίπαλο δέος του Μίκυ. Ήταν τόσο δημοφιλές, που μέχρι και οι πωλήσεις του σπανακιού, του λαχανικού που τροφοδοτούσε τη δύναμή του, αυξήθηκαν. Τα περισσότερα από τα εξώφυλλά του στην Ελλάδα, όπως κι αυτό το επετειακό για την 28η Οκτωβρίου, τα φιλοτέχνησε ο σκιτσογράφος και καλλιτέχνης, Άκης Αβαγιανός. 5 πράγματα που πρέπει να ξέρεις 1. Ο ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΣ ΠΟΠΑΪ Ο Ποπάυ όσο περιέργο και αν φαίνεται βασίζεται σε έναν πραγματικό άνθρωπο εν ονόματι Φρανκ Φίγκελ. Το ίδιο βέβαια και η Όλιβ Όιλ, που βασίστηκε στη γειτόνισσα του Σίγκαρ, Ντόρα Πάσκελ, και ο Πόλντο που βασίστηκε στον Γουίλιαμ Σούκερ. Ο πολωνικής καταγωγής Φίγκελ γεννήθηκε στις 27 Ιανουαρίου 1868 στο Τσέστερ του Ιλινόις, μια πόλη 5.000 κατοίκων. Έμενε σε ένα σπιτάκι με τη μάνα του κοντά στο δημοτικό κοιμητήριο και ήταν ο νταής της πόλης, ένας σκληροτράχηλος τύπος που δεν χαριζόταν σε κανέναν. Μια γειτόνισσα τον περιγράφει ως εξής: «Ψηλό, δυνατό, πάντα έτοιμο για καβγά και πάντα νικητή». Τα καμώματά του ήταν θρυλικά στο Τσέστερ και όλοι διηγούνταν την ιστορία όπου του την είχαν πέσει πέντε αλήτες να τον δείρουν, πήραν όμως ένα καλό μάθημα που θα το θυμόταν για όλη τους τη ζωή! Ο Φρανκ, ή «Rocky» όπως τον ήξεραν όλοι, εργαζόταν σε ένα μπαρ της πόλης. Όταν σχόλαγε και έχοντας καταναλώσει μερικά ποτηράκια, έβγαζε μια καρέκλα δίπλα στην εξώπορτα του μαγαζιού, και με την πίπα πάντοτε κρεμασμένη στο στόμα έπαιρνε έναν υπνάκο. Γινόταν, όπως ήταν φυσικό, αντικείμενο πειράγματος από τα παιδιά της γειτονιάς, τα οποία κοντοζύγωναν, ούρλιαζαν στο αυτί του και μετά τρέπονταν σε φυγή. Ο Φρανκ ξυπνούσε αλαφιασμένος και πάντα με τις γροθιές του υψωμένες, πανέτοιμος για άλλον έναν καβγά. Μόνο που δεν υπήρχε αντίπαλος, καθώς τα πιτσιρίκια είχαν ήδη φτάσει στην άλλη γωνιά. Κυκλοφορούσαν μάλιστα και πολλές λαϊκές διηγήσεις για την υπεράνθρωπη δύναμή του, την οποία δοκίμαζε βέβαια σε όσους τολμούσαν να τον αντιμετωπίσουν. Στο φύλλο της τοπικής εφημερίδας («Chester Herald Tribune») με ημερομηνία 28 Μαρτίου 1947 υπάρχει δημοσιευμένος ένας επικήδειος για τον Φίγκελ, από τον οποίο μαθαίνουμε ότι πέθανε ήρεμα στο σπίτι του στις 24 του μήνα, στα 79 του χρόνια. Γλυπτό του Ποπάυ στο καζίνο "Encore Boston Harbor" στο Έβερετ της Μασαχουσέτης 2. ΓΙΑΤΙ ΣΠΑΝΑΚΙ; Στις ιστορίες των κόμικς ο Ποπάυ δεν είχε το σπανάκι να τον δυναμώνει ούτε είχε την υπεράνθρωπη δύναμη με την οποία τον έχουμε συνηθίσει όλοι. Όταν βρισκόταν σε δύσκολες καταστάσεις έτριβε συνεχώς το κεφάλι μιας κότας και έτσι έπαιρνε την τύχη της και γινόταν λίγο πιο δυνατός. Το σπανάκι εμφανίστηκε για πρώτη φορά το 1932. Ο δημιουργός διάλεξε το σπανάκι εξ αιτίας της υψηλής περιεκτικότητάς του σε σίδηρο. Η λατρεία του Ποπάυ για το σπανάκι συνέβαλε στην αύξηση της κατανάλωσης του λαχανικού κατά 33%. Δύο αγάλματα του Ποπάυ έχουν στηθεί σε δύο πόλεις, στο Ιλινόις απ’ όπου κατάγεται ο Σιγκάρ και στο Αρκάνσας, το οποίο αυτοαποκαλείται ως «Παγκόσμια Πρωτεύουσα Σπανακιού». Η μάρκα «Popeye Spinach» εξακολουθεί να είναι η δεύτερη με μεγαλύτερες πωλήσεις στη χώρα. 3. ΤΟ ΑΓΑΛΜΑ Το 1937, στην πόλη Crystal City, στο Τέξας, έγιναν τα αποκαλυπτήρια ενός αγάλματος του Ποπάι, το πρώτο άγαλμα προς τιμήν ενός χαρακτήρα κινουμένων σχεδίων στην ιστορία. Γιγαντιαίο γκραφίτι του Ποπάυ διαφημίζει... σπανάκι στην πόλη Σαλίνας της Καλιφόρνια ASSOCIATED PRESS 4. ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΤΟΥ ΠΟΠΑΫ Τον Δεκέμβρη του 1980 γίνεται η πρεμιέρα της ταινίας Popeye. Πρόκειται για μια μουσική κωμωδία, πάντα βασισμένη στη σειρά του Elzie Segar, με πρωταγωνιστή τον Ρόμπιν Ουίλιαμς (ΠοπάΥ) και τη Shelley Duvall (Όλιβ). Η ταινία γυρίστηκε στη Μάλτα και για τις ανάγκες του φίλμ χρειάστηκε να δημιουργηθεί ένα παραθαλάσσιο χωριό. Η κατασκευή ξεκίνησε το 1979 με συνεργείο 165 ανθρώπων. Χρειάστηκαν εκατοντάδες κορμοί και σανίδες που εισήχθησαν από την Ολλανδία, ενώ τα ξύλινα βότσαλα που χρησιμοποιήθηκαν για τις σκεπές εισήχθησαν από τον Καναδά. Επιπλέον 8 τόνοι καρφιών και 2 χιλιάδες γαλόνια μπογιάς χρησιμοποιήθηκαν για την κατασκευή του ξύλινου χωριού. Σήμερα, παρά το γεγονός ότι η ταινία είχε ανάμεικτες κριτικές, το Popeye Village παραμένει ένα δημοφιλές τουριστικό αξιοθέατο. Είναι ανοιχτό για το κοινό επτά ημέρες την εβδομάδα. Υπάρχουν παραστάσεις, μουσεία θεματικά, σπίτια παιχνιδιού όπου τα παιδιά μπορούν να αναρριχηθούν και να εξερευνήσουν το χωριό. Ernie Schuchert, left, nephew to J. William Schuchert, the inspiration for Wimpy, a character from the Popeye comic strip, and Laurie Randall, right, co-owner of Spinach Can Collectibles and the Popeye Museum, pose inside the museum in downtown Chester, Ill., Wednesday, Jan. 14, 2004. Saturday, Jan. 17, is the 75th anniversary of Popeye the Sailor Man's comic-strip debut. (AP Photo/Charles Rex Arbogast) ASSOCIATED PRESS 5. ΟΙ ΝΕΟΛΟΓΙΣΜΟΙ ΤΗΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΠΟΥ ΟΦΕΙΛΟΝΤΑΙ ΣΤΟΝ ΠΟΠΑΫ Το ουσιαστικό "wimp" (δειλός, άτολμος, λαπάς) προέρχεται από το επίθετο του J. Wellington Wimpy (στα ελληνικά "Πόλντο"), του απαθούς, υπέρβαρου φίλου του Ποπάυ που λατρεύει τα χάμπουργκερ. "Wimpy’s" ονομάζεται και μία εξαιρετικά δημοφιλής αλυσίδα φαστφουντάδικων στην Αγγλία. Το ουσιαστικό "jeep" προέρχεται από το όνομα του κατοικίδιου (κάτι σαν σκύλος) του Ποπάυ, τον Eugene the Jeep, ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε το 1936. Τέσσερα χρόνια αργότερα εμφανίστηκε το πρώτο στρατιωτικό τζιπ. Οι Αμερικάνοι αρχικά το έλεγαν "GP" (προφέρεται "τζι-πι") από τα αρχικά των λέξεων "General Purpose" (= Γενικής Χρήσης), αλλά γρήγορα καθιερώθηκε ως "jeep", ίσως εξαιτίας του σκύλου (;) του Ποπάυ. Οι Αμερικάνοι στρατιώτες κατά τον Β΄ ΠΠ ήταν εξοικειωμένοι με τη σειρά λόγω των συχνών προβολών του κόμικς στα στρατόπεδα προς εξύψωση του ηθικού τους. Το ουσιαστικό της αργκώ "goon" (= εγκληματίας, τραμπούκος) προϋπήρχε του Ποπάυ, αλλά εξαιτίας της "Οικογένειας Γκουν" (κάτι περίεργα στην όψη πλάσματα) στο κόμικς απόκτησε και την έννοια του "παράξενου" ή/και του "χαζούλη". Το ουσιαστικό "dufus" (εναλλακτική ορθογραφία: "doofus") προέρχεται από το όνομα του ανιψιού του Ποπάυ, τον Dufus (στα ελληνικά: "Ρεβυθούλης"), ο οποίος πρωτοεμφανίστηκε κατά τη δεκαετία του ’60, και στην καθομιλούμενη σημαίνει "ανόητος, βλάκας, ηλίθιος". Πηγή
  11. Τεντέν : Χρυσή η αγορά των παλαιών κόμικ Το σπάνιο εξώφυλλο του Ερζέ, που σχεδίασε το 1936, δημοπρατήθηκε στην υψηλότερη μέχρι σήμερα τιμή, θυμίζοντας τη «χρυσή αγορά» του χώρου Τρυπώνει μέσα σε ένα κινέζικο βάζο φορώντας ασιατικά ρούχα αγκαλιά με τον σκύλο του Μιλού προκειμένου να ξεφύγουν και οι δύο από έναν κόκκινο δράκο. Πρόκειται για το εξώφυλλο μιας περιπέτειας του Τεντέν που δημοπρατήθηκε την περασμένη Πέμπτη στο Παρίσι έναντι του αστρονομικού ποσού των 3,2 εκατομμυρίων ευρώ. Η ιστορία που υπάρχει πίσω από το πολύτιμο και σπάνιο εξώφυλλο του δημοφιλούς ήρωα κόμικ, σύμφωνα με τον οίκο Artcurial, o oποίος ανέλαβε τη δημοπρασία, πάει πίσω στο μακρινό 1936. Τότε ο Βέλγος δημιουργός του Τεντέν Ζορζ Ρεμί φιλοτέχνησε το τεύχος που είχε τίτλο ο «Μπλε Λωτός» (The blue Lotus). Η εικόνα όμως του Ρεμί – που ήταν διάσημος με το ψευδώνυμο Ερζέ – δεν έπεισε τον εκδότη του, αφού το απέρριψε για οικονομικούς λόγους. Τα χρώματα που απαιτούνταν για την εκτύπωση ήταν πάρα πολύ ακριβά. Συγκεκριμένα, ο δημιουργός πρότεινε ινδική μελάνη, γκουάς και ακουαρέλα. Τα πολλά χρώματα ήταν απαγορευτικά για τη μαζική παραγωγή. Αντί του συγκεκριμένου σχεδίου στο τεύχος του εξωφύλλου χρησιμοποιήθηκε μια άλλη ζωγραφιά, ασπρόμαυρη με κάποιες κόκκινες λεπτομέρειες, η οποία βεβαίως ήταν λιγότερο δαπανηρή από την αρχική. Την πρώτη ο Ερζέ τη δώρισε στον κληρονόμο του εκδοτικού οίκου Ζαν-Πολ Καστερμάν, ο οποίος δημοσιεύει ό,τι έχει σχέση με τον δημοφιλή ήρωα κόμικ. Ο Καστερμάν φύλασσε στο συρτάρι του διπλωμένο το πολύτιμο εξώφυλλο και αρνιόταν να το πουλήσει απορρίπτοντας όλες τις γενναιόδωρες προσφορές των συλλεκτών που ονειρεύονταν να το έχουν στην κατοχή τους. Για τον Καστερμάν ήταν το ανεκτίμητο δώρο του Ερζέ και κανένα χρηματικό ποσό δεν ήταν αρκετό. Το δίπλωσε στα έξι το έβαλε στο συρτάρι του μέχρι το 1981, χρονιά που ζήτησε από τον Ερζε να υπογράψει το πολύτιμο σχέδιο. Αυτός ήταν ο λόγος, όπως εξηγεί ο υπεύθυνος για τα βιβλία κόμικς του οίκου δημοπρασιών Artcurial, Ερίκ Λερόι, που το συγκεκριμένο έργο δεν είχε δημοπρατηθεί. Ερζέ Αγαπημένο κόμικ Τα παιδιά του Καστερμάν το διέθεσαν προς πώληση έχοντας μάλιστα εκτιμήσεις από ειδικούς που προέβλεπαν ότι η εικόνα που αποτύπωνε την περιπέτεια του Τεντέν στη μακρινή Κίνα με τον τετράποδο φίλο του Μιλού θα άγγιζε τα 2 εκατομμύρια ευρώ. Τελικά η διαδικασία ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα έφτασε τα 2 εκατομμύρια ευρώ κλείνοντας τελικά στα 3,2 εκατομμύρια ευρώ. Τα στοιχεία του αγοραστή, ως είθισται σε αυτές τις περιπτώσεις, δεν έχουν αποκαλυφθεί. Στην ίδια δημοπρασία της προηγούμενης Πέμπτης πωλήθηκε μια λιθογραφία του «Μπλε Λωτού» – η οποία είχε δημιουργηθεί το 1981, υπογεγραμμένη μάλιστα από τον Ερζέ, ο οποίος πέθανε το 1983 – προς 6.000 ευρώ, διπλάσια τιμή από την εκτιμώμενη αξία. Ο Τεντέν εμφανίστηκε για πρώτη φορά σε ταινία κινουμένων σχεδίων το 1929, ενώ οι έντυπες περιπέτειές του βρίσκονται σε 24 βιβλία. Σίγουρα είναι εντυπωσιακό το νούμερο της δημοπρασίας, αλλά δεν είναι η μοναδική που μετρά την αξία του αγαπημένου κόμικ. Το 2014 η αρχική εικονογράφηση του πρώτου εξωφύλλου του Τεντέν, η οποία κυκλοφόρησε τον Φεβρουάριο του 1930, πωλήθηκε σε δημοπρασία Ντάλας, μέσω του αμερικανικού οίκου Heritage Auctions αντί του ποσού των 1.125.000 δολαρίων, δηλαδή 992.000 ευρώ. Το συγκεκριμένο σκίτσο δείχνει τον Τεντέν να βρίσκεται για ρεπορτάζ στη Σοβιετική Ένωση και να πελεκίζει μέσα σε ένα κορμό δέντρου έναν αυτοσχέδιο έλικα για το αεροπλάνο του, ενώ ο σκύλος του ο Μιλού τον παρατηρεί τυλιγμένος με γάζες. Το σκίτσο που πωλήθηκε στο Ντάλας το 2019 έγινε με σινική μελάνη και η επεξεργασία με γκουάς. Ήταν υπογεγραμμένο από τον δημιουργό του, ο οποίος το είχε δώσει στην εφημερίδα για να τυπωθεί. Τον Ιανουάριο του 1929 Οι περιπέτειες του «Τεντέν στη χώρα των Σοβιέτ» άρχισαν να κυκλοφορούν από τον Ιανουάριο του 1929 – κάθε εβδομάδα στο «Le Petit Vingtieme». Μετά την επιτυχία του κόμικ ο Τεντέν από τις 8 σελίδες επεκτείνει τις ιστορίες του στις 16. Τα περισσότερα παλιά εξώφυλλα του Τεντέν βρίσκονται στο μουσείο Ερζέ στη Λουβέν-λα-Νεβ του Βελγίου. Το άλλο μεγάλο επεισόδιο στη ροή των ειδήσεων που αφορούν τις δημοπρασίες του Τεντέν καταγράφηκε πριν από έναν χρόνο περίπου. Τον Μάιο του 2014 βγήκαν σε δημοπρασία στο Παρίσι από τον οίκο Artcurial, δύο σπάνιες σελίδες του 1937, με περισσότερες από 34 εικόνες του Τεντέν. Σε αυτές εικονίζεται με το πιστό φοξ τεριέ του, τον Μιλού, και είχαν χρησιμοποιηθεί ως εσώφυλλα σε τόμους με τις περιπέτειες του Βέλγου δημοσιογράφου τις δεκαετίες του ’30, του ’40 και του ’50. Ένα μάλιστα από αυτά τα καρέ τον δείχνει να φοράει βαρύ παλτό σε χιονισμένο σκηνικό, δεν θυμίζει κάποια από τις γνωστές ιστορίες του ήρωα του Ερζέ. Οι Περιπέτειες του Τεντέν περιλαμβάνουν 23 τόμους κόμικς. Μέχρι το 2007 είχαν πουληθεί περισσότερα από 200 εκατομμύρια αντίτυπα και είχαν μεταφραστεί σε περισσότερες από 70 γλώσσες. Marvel και άλλοι θησαυροί Η αγάπη και η αφοσίωση για τους ήρωες των κόμικς από του λάτρεις του είδους πολλές φορές έχει αποδειχθεί πολυδάπανη. Οι εραστές των χάρτινων ειδώλων δεν δίστασαν πολλές φορές να αποδείξουν πόσο σοβαρή υπόθεση είναι για εκείνους η συλλογή αντιτύπων με τις περιπέτειες των αγαπημένων τους ηρώων. Το 2019 στην Αμερική δημοπρατήθηκε το πρώτο τεύχος που κυκλοφόρησε η Marvel. Το ποσό που έδωσε ο αγοραστής για να αποκτήσει το πρώτο κόμικ άγγιξε το ποσό των 1,26 εκατομμυρίων δολαρίων. Πρόκειται για το τεύχος που βγήκε το 1939 και στο οποίο εμφανίζεται για πρώτη φορά ο γνωστός «Ανθρώπινος Πυρσός». Τα στοιχεία του μανιώδους συλλέκτη δεν αποκαλύφθηκαν από τον οίκο δημοπρασιών Heritage Auctions του Ντάλας. Σύμφωνα με τον αντιπρόεδρο του οίκου Εντ Τζάστερ, επρόκειτο «για ένα ιστορικό αντίτυπο, ενός ιστορικού κόμικ». Το Ντάλας ήταν η τελική διαδρομή του τεύχους αυτού. Η εκκίνηση της περιπέτειάς του αρχίζει από την Πενσιλβάνια. Συγκεκριμένα από το Γιούνιονταουν, εκεί όπου το είχε αγοράσει για πρώτη φορά ένας ταχυδρόμος. Έκτοτε άλλαξε χέρια λίγες φορές. Ένα άλλο σημαντικό ρεκόρ που σημειώθηκε σε κόμικ της Marvel ήταν το 1962. Τότε έκανε την εμφάνισή του για πρώτη φορά ο αγαπημένος υπερήρωας Spider-Man. Το τεύχος αυτό δόθηκε έναντι του ποσού των 1,1 εκατομμυρίων δολαρίων το 2011. Το 2014, ένα τεύχος Superman, στο οποίο πρωταγωνιστεί ο πιο διάσημος σούπερ ήρωας στον κόσμο, ο Κλαρκ Κεντ, το οποίο εκδόθηκε το 1938 (της DC Comics), αγοράστηκε έναντι του ποσού των 3,4 εκατομμυρίων δολαρίων στο eBay. Στον κατάλογο των ανεκτίμητων κόμικς με τις περιπέτειες των υπερηρώων βρίσκεται και εκείνο των X-Men που πωλήθηκε το 2012, έναντι του ποσού των 492.937 δολαρίων. Πρόκειται για το τεύχος του Jack Kirby και στο οποίο άρχισαν να εμφανίζονται οι Cyclops, Beast και ο Magneto. Το ποσό των 567.625 δολαρίων άγγιξε το πρώτο τεύχος του σκοτεινού και δημοφιλούς ήρωα Batman, το 2013. Πρόκειται για τη σειρά που παρουσιάζει τις παρθενικές εμφανίσεις των περιβόητων εχθρών του, του Joker και της Catwoman. Να σημειωθεί ότι ήταν από τα λίγα κόμικς στην ιστορία των δημοπρασιών που ξεπέρασε την τιμή πώλησης των 500.000 δολαρίων. Επίσης το 2013 ένα αντίγραφο πωλήθηκε περισσότερα από 600.000 χιλιάδες δολάρια μπαίνοντας στη λίστα με τα πιο ακριβά κόμικς στο κόσμο. Στην ίδια λίστα βρίσκεται και το τεύχος All-Star Comics, το οποίο πωλήθηκε 936.223 δολάρια το 2017 στο e bay. Το τεύχος αυτό είναι σημαντικό για τους οπαδούς της Wonder Woman, καθώς εδώ κάνει την πρώτη της εμφάνιση. Πηγή
  12. Πρωτότυποι τίτλοι: Cromwell Stone (1986), Le retour de Cromwell Stone (1994) Le testament de Cromwell Stone (2004) (Delcourt) Ο Andreas Marten, που υπογράφει απλά ως Andreas, είναι μεν Γερμανός, αλλά έχει σπουδάσει κόμικς στο Βέλγιο και εκδίδει τα κόμικς του στα Γαλλικά. Το Cromwell Stone, που εκδόθηκε σε τρία μέρη με διαφορά σχεδόν δέκα ετών το ένα από το άλλο, είναι ένα από τα πιο γνωστά του κόμικς. Πρόκειται για μια ιστορία τρόμου με σαφείς επιρροές από τον Λάβκραφτ, που όμως δεν σταματούν εκεί. Παρά τον παραπλανητικό τίτλο, δεν αναφέρεται σε έναν λίθο, αλλά σε ένα πρόσωπο. Αφηγείται πρακτικά την ιστορία ενός αντικειμένου, που ανήκει στον Κρόμγουελ Στόουν και το οποίο έχει κάποιες υπερφυσικές ιδιότητες, τις οποίες και ο ίδιος αγνοεί, αφού έγινε κάτοχος του αντικειμένου εντελώς τυχαία. Καθώς εκτυλίσσεται η ιστορία, μαθαίνουμε την προέλευση και τις δυνάμεις του αντικειμένου, αλλά η ιστορία περιπλέκεται περισσότερο, καθώς ο Andreas μάλλον αδιαφορεί για την οποιαδήποτε αληθοφάνεια ή και συνοχή στην αφήγηση, αφήνοντας πολλά κενά, τα οποία καλείται να συμπληρώσει ο αναγνώστης. Εδώ βρίσκεται και η αντίρρησή μου στο κόμικ: παρά το γεγονός, ότι υπάρχει ένας σεναριακός σκελετός, η αλήθεια είναι ότι οι λεπτομέρειες είναι πάρα πολύ μπλεγμένες, σε σημείο, που να μην μπορούν να εξηγηθούν (εγώ, τουλάχιστον, δεν τα κατάφερα). Ένα επιπλέον χαρακτηριστικό του κόμικ, το οποίο χαρακτηριστικό δεν βρίσκω σε καμία περίπτωση κακό από μόνο του, είναι ότι σε πολλές περιπτώσεις, ο δημιουργός αφήνει την εικόνα να μιλήσει, χωρίς να την υποστηρίζει με διαλόγους ή κάποια άλλη λεκτική αφήγηση, κάτι που μπορεί να οδηγήσει τον αναγνώστη σε χαοτικές καταστάσεις. Δεν είμαι καθόλου σίγουρος, ότι την επομένη θα θυμάστε τις λεπτομέρειες της ιστορίας ή ότι θα έχετε καταλάβει τι ακριβώς συνέβη. Επαναλαμβάνω, ότι αυτά συνέβησαν σε εμένα - ίσως να έπεσα κι εγώ θύμα των μυστηριωδών δυνάμεων του αντικειμένου του Κρόμγουελ Στόουν! Αυτό που δεν θα ξεχάσετε και δεν ξεπεράσετε εύκολα, όμως, είναι το σχέδιο, που πραγματικά είναι ανυπέρβλητο από κάθε άποψη. Δεν μιλάμε μόνο για την τεχνοτροπία ή τις σχεδιαστικές ικανότητες του Andreas, ούτε για την εκλπκηκτική σκηνοθεσία και για τον τρόπο, με τον οποίον τεμαχίζει τα καρέ. Μιλάμε για την αδύνατη γεωμετρία και την αίσθηση του απόκοσμου, που σου δίνει και για την ικανότητα του Andreas ως σχεδιαστή να ενσωματώνει μέσα σε κάποια καρέ διαφορετικούς τόπους και πιθανόν διαφορετικούς χρόνους. Να πω, ότι το ασπρόμαυρο είναι κατά τη γνώμη μου το μόνο κατάλληλο, για να αναδείξει το έργο του σχεδιαστή και ότι υπάρχει έντονη επιρροή από ξυλογραφίες του 19ου αιώνα - αυτό νομίζω, τουλάχιστον, ίσως κάποιος/α που γνωρίζει, να μπορεί να μας διαφωτίσει. Είναι κάτι, που οπωσδήποτε πρέπει να δείτε και να χαζέψετε και θα ξεχάσετε πιθανόν τα πάντα σχετικά με το σενάριο. Με λίγα λόγια, όπως γράφει και το κείμενο, στο οποίο παραπέμπω στις πηγές, είναι, πιθανόν, η αποθέωση του στιλ πάνω στην ουσία. Με τέτοιο σχέδιο, όμως, δεν ξέρω πόσοι θα νοιαστούν. Το κόμικ κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 2019 από την Titan σε έναν χορταστικό σκληρόδετο τόμο, που συγκεντρώνει και τα τρία μέρη του κόμικ, αλλά δεν περιέχει τίποτα παραπάνω. Δεν γνωρίζω, εάν υπάρχουν προηγούμενες εκδόσεις του κόμικ στα αγγλικά. Όλες οι εικόνες είναι από το Ίντερνετ Πηγές για περαιτέρω μελέτη (στα αγγλικα): wikipedia για τον Andreas Μια κριτική για το κόμικ
  13. Εξαιρετική κίνηση! Πολύ ωραία ιστορία!
  14. Η λογοτεχνία –και όχι μόνο– σε εικόνες Ο Βασίλης Ρώτας ήταν υπεύθυνος για πολύ μεγάλο κομμάτι των κειμένων, ενώ στο σχεδιαστικό μέρος συνέβαλλε ο Μέντης Μποστατζόγλου (Μποστ) Δημήτρης Γκιώνης Εβδομήντα χρόνια από την έκδοση των «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Εβδομήντα χρόνια συμπληρώνονται την 1η Μαρτίου από την έκδοση στην Ελλάδα των «Κλασσικών Εικονογραφημένων», της περιοδικής δηλαδή έκδοσης λογοτεχνικών έργων γνωστών συγγραφέων –και όχι μόνο- σε εικονογραφημένη συμπύκνωση. Κάτι, δηλαδή πρωτόγνωρο για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό, που ώς τότε σιτιζόταν με περιπετειώδη (οι νέοι, αλλά και μεγαλύτεροι) ή αισθηματικού (κυρίως οι γυναίκες) περιεχομένου αναγνώσματα, σε τεύχη, περιοδικά ή εφημερίδες σε συνέχειες. Υπήρχαν βέβαια και αυτοί που προτιμούσαν αυτά που κυκλοφορούσαν με πλήρες το κείμενο στο σχήμα του λογοτεχνικού βιβλίου, αλλά σίγουρα δεν ήταν η πλειονότητα. Για πολλούς πάντως αναγνώστες των «Κλασσικών Εικονογραφημένων» η ανάγνωσή τους ήταν ένας ερεθισμός να αναζητήσουν το βιβλίο με το πλήρες κείμενο. Η ιδέα ήταν αμερικάνικη, από αυτήν την πήρε η εκδοτική οικογένεια Πεχλιβανίδη (γνωστή περισσότερο με την επωνυμία εκδόσεις «Ατλαντίς») μέλος της οποίας (ο Παντελής Γ. Πεχλιβανίδης) ανταποκρίθηκε στην πρόταση της «Εφ.Συν.» να αφηγηθεί το τι και πώς των ελληνικών «Κλασσικών Εικονογραφημένων». Παντελής Πεχλιβανίδης Από τη δεύτερη γενιά, γιος του δεύτερου εκ των τριών αδελφών, Γεωργίου, ο Παντελής Πεχλιβανίδης, σπούδασε Οικονομικά και Διοίκηση Επιχειρήσεων στη Γερμανία, και την ίδια περίοδο απέκτησε εργασιακή εμπειρία σε εκτυπωτικά εργοστάσια και εκδοτικούς οίκους της τότε Δυτικής Γερμανίας. Εργάστηκε στην οικογενειακή επιχείρηση, μαζί με τα πρώτα του εξαδέλφια Παντελή και Βάσο, ώς το 2004. Παράλληλα ακολούθησε ακαδημαϊκή καριέρα στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών (ΑΣΟΕΕ), και στο Πανεπιστήμιο Πατρών, του οποίου είναι ομότιμος καθηγητής. Πριν, να προσθέσω ότι εκτός του ενθουσιασμού που προκάλεσε η έκδοσή τους στην ελληνική, υπήρξαν και κάποιες αντιδράσεις, κυρίως για την αμερικανική προέλευσή τους, αντιδράσεις οι οποίες ξεπεράστηκαν με την υποδοχή που είχαν. Πολύ περισσότερο όταν προστέθηκαν θέματα από την ελληνική μυθολογία και την ιστορία, με τη συνεργασία επιφανών ανθρώπων της τέχνης, με επικεφαλής τον ποιητή και μεταφραστή Βασίλη Ρώτα, στους οποίους αναφέρεται ο κ. Πεχλιβανίδης, του οποίου ακολουθεί η αφήγηση: Απ’ τη Μ. Ασία «Η οικογένεια Πεχλιβανίδη, μητέρα με πέντε παιδιά πρόσφυγες, το 1922 από την Αττάλεια της Μικράς Ασίας, με πρώτο σταθμό την Ερμιόνη, έφτασαν στην Αθήνα δυο χρόνια αργότερα και βιοπορίστηκαν με διάφορες εργασίες. Με επιχειρηματική αφετηρία ένα καροτσάκι με κάλτσες και άλλα είδη ένδυσης στην οδό Αθηνάς, επεξέτειναν την εμπορική τους δραστηριότητα περιοδεύοντας σε κοντινές πόλεις και χωριά της Στερεάς Ελλάδας και της Πελοποννήσου. »Το 1927 ήταν σταθμός για την οικογένεια, όταν τα τρία μεγαλύτερα παιδιά επιχείρησαν το πρώτο τους μεγάλο άλμα και συνεταιρίστηκαν με τον λιθογράφο Γρούνδμαν τυπώνοντας στάμπες στις κάλτσες που ήδη πουλούσαν στην οδό Αθηνάς. Οι δουλειές πήγαν πολύ καλά, οπότε οι εκτυπώσεις από τις κάλτσες πέρασαν στο χαρτί, αφίσες, ετικέτες, ρεκλάμες, αξίες, βιβλία. Η “έδρα” της επιχείρησης από το καρότσι της οδού Αθηνάς μεταφέρεται στην οδό Μιλτιάδου 7, με την αξιοποίηση των εγκαταστάσεων του προϋπάρχοντος λιθογραφείου Γρούνδμαν που περιήλθαν εξ ολοκλήρου στην ιδιοκτησία των αδελφών Μιχάλη, Γιώργου και Κώστα Πεχλιβανίδη. Το πρώτο μεγάλο άλμα των αδελφών ολοκληρώθηκε με την εισαγωγή του συστήματος offset που αντικατέστησε την πιο αργή και περιορισμένης ταχύτητας τυπογραφία. »Το επόμενο μεγάλο βήμα των αδελφών ήταν στις εικονογραφημένες πολύχρονες εκδόσεις για παιδιά προσχολικής και μεγαλύτερης ηλικίας, δυνατότητα που παρείχε με ευκολία το σύστημα offset. Η μερίδα του λέοντος ανήκε στην αγαπημένη μας θεία Λένα. Για όσους δεν γνώρισαν την εποχή, αναφέρομαι στα δημοφιλή παραμύθια της Αντιγόνης Μεταξά. Για τα παιδιά μικρής ηλικίας, ξεχώρισαν από την αρχή οι πολύχρωμες σειρές όπως τα “Χρυσά βιβλία”, με τα γνωστά παραμύθια από την Ελλάδα και όλο τον κόσμο, όπως τα “Μεγάλα Πολύχρωμα” με ιστοριούλες για ζωάκια και κατοικίδια. Ακόμα εκδόθηκαν και τα “Μικρά Πολύχρωμα” με διασκεδαστικές εικόνες και έμμετρα τετράστιχα του φημισμένου εκείνη την εποχή ζωγράφου Doris. »Στον κύκλο της εκδοτικής δραστηριότητες του οίκου Πεχλιβανίδη, εκτός από τα περιοδικά περιελήφθησαν και βιβλία για παιδιά από την κλασική παγκόσμια λογοτεχνία, ενώ εξέχουσα θέση κατείχε ο Τάκης Λάππας, συγγραφέας βιβλίων της περιόδου 1821. Να προσθέσω και τις εκδοτικές σειρές επιστημονικού χαρακτήρα για παιδιά που και αυτές με τη σειρά τους είχαν μεγάλο ενδιαφέρον. Εκείνο που δεν αφορούσε τα παιδιά, αλλά αγαπήθηκε ιδιαίτερα από τους μεγάλους ήταν το πρωτοεμφανιζόμενο στην Ελλάδα αστυνομικό μυθιστόρημα και μιλάμε για τη γνωστή σειρά αστυνομικής λογοτεχνίας του Γιάννη Μαρή». Και πάμε στα «Κλασσικά Εικονογραφημένα»: «Στις αρχές του 1950, ο Μιχάλης, ο μεγαλύτερος των τριών αδελφών, σε ένα ταξίδι του στην Αμερική, στις προθήκες των αμερικάνικων περίπτερων “έκανε τη γνωριμία” με τα “Κλασσικά Εικονογραφημένα”. Οι εκδόσεις ανήκαν στον οίκο Γκίλμπερτον, στο τιμόνι της οποίας βρισκόταν ο Αμερικανοεβραίος Αλμπερτ Κάντερ. Ιδέα του τελευταίου ήταν τα εικονογραφημένα να αποκτήσουν ουσία προβάλλοντας έργα από την κλασική λογοτεχνία. Αποτέλεσμα της συνεργασίας του με τους αδελφούς Πεχλιβανίδη ήταν τον Μάρτιο του 1951, η Ελλάδα να βρίσκεται μεταξύ των πρώτων ευρωπαϊκών χωρών που εξέδωσαν τα πρώτα “Κλασσικά Εικονογραφημένα”. Μεταξύ των έργων που κυκλοφόρησαν στη γλώσσα μας, όπως “Οι Άθλιοι” (το πρώτο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα), “Ολιβερ Τουίστ”, “Η καλύβα του Μπάρμπα Θωμά”, “Η νήσος των θησαυρών”... Ακολούθησαν με μεγάλη επιτυχία πολλά γνωστά έργα της αμερικανικής και παγκόσμιας λογοτεχνίας. Και ελληνικά »Τα “Κλασσικά Εικονογραφημένα” είχαν φανατικό αναγνωστικό κοινό. Δεν αγαπήθηκαν μόνο από παιδιά και εφήβους αλλά γοήτευσαν και τους ενήλικες και αποτέλεσαν στη μετεμφυλιακή Ελλάδα σημείο αναφοράς για πολλές γενιές. Η επιτυχία σε αριθμούς φαίνεται από το ύψος του τιράζ, που ξεπέρασε τα 250.000 αντίτυπα το τεύχος». Περνάμε στα ελληνικά «Κλασσικά»: «Σημαντικός σταθμός στη διαδρομή μας ήταν και η έκδοση τευχών με θέματα από την ελληνική ιστορία και μυθολογία. Έχει ίσως ενδιαφέρον να ανατρέξουμε στους λόγους που οι εκδόσεις μας κατευθύνθηκαν σε ελληνικά θέματα. Πρώτος διδάξας ο πολυμήχανος Αλμπερτ Κάντερ, που θεωρούσε την ελληνική ιστορία ιδιαίτερα πλούσια σε θεματολογία και μας παρακαλούσε να ασχοληθούμε. Επιπλέον κίνητρο ήταν η διόρθωση των ανακριβειών που εντοπίστηκαν σε αμερικανικές εκδόσεις ελληνικών θεμάτων. Τέτοιο παράδειγμα ήταν η “Ιλιάδα”. Σημειώνεται ακόμα ότι οι (αμερικανικές) διαφοροποιήσεις δεν περιορίζονταν μόνο στους διαλόγους του κειμένου αλλά και στην εικονογράφηση. Τέλος, μπορούμε να προσθέσουμε και έναν επιπλέον λόγο που δεν ήταν άλλος από τη συγκίνηση που προκαλούσαν τα θέματα της ιστορίας μας που προσέλκυαν ιδιαίτερα το ελληνικό αναγνωστικό κοινό. Ρώτας και Μποστ »Προς τούτο, το 1952 και 1953 πρωτοκυκλοφόρησαν τεύχη αφιερωμένα σε ήρωες του 1821, όπως ο “Κολοκοτρώνης” του Βασίλη Ρώτα, “Το Χάνι της Γραβιάς”, “Κανάρης ο Πυρπολητής”, ο “Αθανάσιος Διάκος”, ο “Ρήγας Βελεστινλής” {Φεραίος), ενώ δεν παραλείφθηκε η θεματολογία από τα χρόνια του Βυζαντίου και άλλων περιόδων. Στους διακεκριμένους κειμενογράφους συγκαταλέγονται ο Βασίλης Ρώτας (υπεύθυνος για πολύ μεγάλο μέρος των κειμένων), η Γεωργία Δεληγιάννη – Αναστασιάδη, η Σοφία Μαυροειδή – Παπαδάκη, ενώ το σχεδιαστικό μέρος ανέλαβαν σημαντικοί ζωγράφοι, όπως ο Κώστας Γραμματόπουλος (γνωστός από το Αναγνωστικό του Δημοτικού), ο Βασίλης Ζήσης, ο Γεώργιος Βακαλό, ο Νίκος Νομικός, ο Παύλος Βαλασάκης, ο Τάκης Κατσουλίδης, ο Μέντης Μποστατζόγλου (Μποστ) και άλλοι. »Εκδόθηκαν συνολικά 180 τίτλοι, από τους οποίους 60 περίπου με ελληνικά θέματα. Η πρώτη έκδοση αφορούσε το “Περσέας και Ανδρομέδα”, αλλά πολύ ψηλά στις προτιμήσεις του κοινού βρίσκονταν τα θέματα η σειρά από την αρχαία Ελλάδα, το Βυζάντιο και την επανάσταση του 1821. Οι τίτλοι τέλους έπεσαν με το υπ’ αριθμόν 180 τεύχος, κοντά στο τέλος της δεκαετίας του ’60, με το οποίο ολοκληρώθηκε η σειρά των εκδιδομένων για πρώτη φορά “Κλασσικών Εικονογραφημένων”, ενώ ακολούθησαν πολυάριθμες επανεκδόσεις σε τίτλους με μεγάλη ζήτηση, ενώ οι πρώτες εκδόσεις αποτελούν συλλεκτικά αντικείμενα. »Στα ευπώλητα των “Κλασσικών Εικονογραφημένων” συγκαταλέγονται, από τα μεγάλα έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας “Οι Αθλιοι” [που ήταν και το πρώτο που κυκλοφόρησε στην Ελλάδα] “Η καλύβα του Μπάρμπα Θωμά”, “Ο Ρομπέν των Δασών”, ο “Ριχάρδος ο Λεοντόκαρδος”, “Οι Τρεις Σωματοφύλακες”, “Οι Ιππότες της στρογγυλής Τραπέζης”. Ζήτηση όμως είχαν και οι τίτλοι της αμερικανικής λογοτεχνίας, όπως ο “Μπιλ Χίκοκ”, ο “Μπάφαλο Μπιλ” και άλλοι». Πηγή
×
×
  • Create New...