Jump to content

manosvasar

Member
  • Posts

    29
  • Joined

  • Last visited

  • Days Won

    1

manosvasar last won the day on March 27

manosvasar had the most liked content!

Reputation

232 Excellent

The recent visitors block is disabled and is not being shown to other users.

Enable
  1. Ήρθε και το δεύτερο επεισόδιο podcast για το The Wire και τη 2η σεζόν του. Καλεσμένος και πάλι ο Γιώργος Καλαμπόκας, ο οποίος εύστοχα παρατηρεί: "Το The Wire δεν ψάχνει οπαδούς, αλλά κοινωνούς με μια υλιστική μελέτη του σύγχρονου κόσμου. Δεν ψάχνει οπαδούς, γι’ αυτό ίσως έχει τόσους πολλούς." Ακούστε το εδώ:
  2. Παραθέτω στη συνέχεια το κείμενό μου για το Smassing Culture: Ο ευγενής τυχοδιώκτης ταξιδεύει στον 21ο αιώνα Δεν είναι εύκολο για κανέναν καλλιτέχνη να αναμετρηθεί με μορφές που έχουν αφήσει τόσο ανεξίτηλα το σημάδι τους στην ποπ κουλτούρα, όσο εκείνη του Κόρτο Μαλτέζε. Ο εμβληματικός ήρωας του Hugo Pratt, έχει αναβιώσει, διάγοντας έναν δεύτερο βίο στα χέρια άλλων δημιουργών, όπως έχει συμβεί και σε άλλους κορυφαίους τίτλους των γαλλοβελγικών κόμικς, περισσότερο (Ο Αστερίξ και ο Υπεριταλικός, Λούκυ Λουκ: Μπελάδες στις φυτείες) ή λιγότερο (Ο Πάπυρος του Καίσαρα, Λούκυ Κίντ: Αταξία και τιμωρία) επιτυχημένα. Η μετα-Pratt εποχή ξεκίνησε με μεγάλες υποσχέσεις, καθώς την αναβίωση του ήρωα ανέλαβε ο Juan Dias Canales, ο ένας εκ των δύο συνδημιουργών του Blacksad, ο οποίος συνέβαλλε στο μύθο του χαρακτήρα (μαζί με τον Rubén Pellejero στο σχέδιο) με τρείς τίτλους αντάξιους της κληρονομιάς του αρχικού του δημιουργού, τα Κάτω από τον Ήλιο του Μεσονυκτίου, Εκουατόρια και Η Μέρα της Ταροβεάν. Πλέον, έφτασε το πλήρωμα του χρόνου ώστε η βαριά κληρονομιά του ήρωα να περάσει σε νέα χέρια και αυτό συνέβη με τον «Μαύρο Ωκεανό» (Ocean Noir), που προέκυψε από ένα νέο δίδυμο, εκείνο των Bastien Vivès (σχέδιο) και Martin Quenehen (σενάριο), το οποίο κυκλοφόρησε τον Σεπτέμβριο του 2021 απ’ τις εκδόσεις Casterman, βρέθηκε στις επίσημες επιλογές των βραβείων του φεστιβάλ της Angoulême (χωρίς να καταφέρει όμως να αναδειχθεί πρώτο σε κάποια κατηγορία) και μεταφράστηκε σε αξιοθαύμαστο χρόνο (σχεδόν παράλληλα) στα ελληνικά από την Τατιάνα Ραμπακούλια και τον Γαβριήλ Τομπαλίδη ώστε να κυκλοφορήσει μόλις δύο μήνες αργότερα (τον Νοέμβριο του 2021) και στη χώρα μας από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως. Η υπόθεση του «Μαύρου Ωκεανού» βρίσκει τον Κόρτο Μαλτέζε αναμεμειγμένο σε μία περιπέτεια που περιλαμβάνει έναν αρχαίο θησαυρό – σύμβολο του ιαπωνικού θρόνου, μία εθνικιστική σέχτα που σχεδιάζει την επάνοδο ενός φασιστικού καθεστώτος στη σύγχρονη Ιαπωνία, εμπόρους ναρκωτικών και μυστικές υπηρεσίες. Παράλληλα, εκτυλίσσεται και ένα ρομαντικό ειδύλλιο του πρωταγωνιστή με την Φρέγια, μία οικολόγο δημιουργό ντοκιμαντέρ, το οποίο δίνει το δικό του ιδιαίτερο τόνο στην ιστορία. Οι Quenehen και Vivès επέλεξαν να φέρουν στα μέτρα τους τον χαρακτήρα, να πλάσουν έναν «σύγχρονο» Κόρτο Μαλτέζε, τοποθετώντας τον χρονικά εγγύτερα στη δική τους εποχή. Πιο συγκεκριμένα, η ιστορία «Μαύρος Ωκεανός» εκτυλίσσεται στις αρχές του 21ου αιώνα, σε μία χρονική περίοδο που σημαδεύτηκε απ’ την τρομοκρατική επίθεση της Αλ Κάιντα στους Δίδυμους Πύργους και τον πόλεμο στο Ιράκ, γεγονότα τα οποία εμφανίζονται στο ιστορικό background του κόμικ. Όπως έχει εξηγήσει ο Quenehen σε κοινή συνέντευξη του δημιουργικού διδύμου, το χρονικό αυτό σημείο δεν το διάλεξαν καθόλου τυχαία. Το θεώρησαν, αντιθέτως, ένα έτος – ορόσημο για τη σύγχρονη παγκόσμια ιστορία, γιατί έμελλε να αποτελέσει την αφετηρία των νέων πολέμων, «του αντι-τρομοκρατικού πολέμου, του πολέμου της πληροφορίας, του οικονομικού και του τεχνολογικού πολέμου». Άραγε πόσο δραματικά επιβεβαιώνεται, ειδικά στις μέρες μας, αυτή τους η επισήμανση… Πάντως, ενώ επιχείρησαν να οικειοποιηθούν τον χαρακτήρα, έπιασαν το νήμα της βαριάς του κληρονομιάς με έκδηλο σεβασμό στον Hugo Pratt. Στην ίδια συνέντευξη, εξάλλου, ο Quenehen εξηγούσε πως απ’ την πρώτη στιγμή είχαν αντιληφθεί ότι προκειμένου να «επανεφεύρουν» τον Κόρτο Μαλτέζε, έπρεπε «να μπουν στα παπούτσια» του Pratt, εξερευνώντας προσεκτικά τον κόσμο που είχε χτίσει. Ως εκ τούτου, παρά τις επιμέρους αλλαγές (όπως την αντικατάσταση του ναυτικού καπέλου με ένα τζόκεϊ), διατήρησαν την ουσία του χαρακτήρα, εκείνου του αντικομφορμιστή ευγενούς τυχοδιώκτη, του πολυταξιδεμένου ναυτικού και του λυρικού πειρατή. Στα στοιχεία που παραπέμπουν ευθέως στην κληρονομιά του Pratt, φυσικά συγκαταλέγεται και η συνεργασία των δύο δημιουργών με την Patrizia Zanotti, την συνεργάτιδα του Hugo Pratt, που ανέλαβε τον χρωματισμό των έργων του το 1979, μόλις στα 17 της χρόνια. Έτσι λοιπόν συμφώνησε να χρωματίσει και τις 13 πρώτες σελίδες της νέας περιπέτειας του Κόρτο Μαλτέζε, δημιουργώντας έναν ακόμη στενό σύνδεσμο μεταξύ παρόντος και παρελθόντος του τίτλου. Στις υπόλοιπες σελίδες του έργου, οι δημιουργοί επέλεξαν να διατηρήσουν ασπρόμαυρο το σχέδιο του Bastien Vivès, ίσως ως άλλον έναν φόρο τιμής στον Pratt, αφού μπορεί κανείς να σκεφτεί ότι με αυτό τον τρόπο αναφέρονται και στις δύο περιόδους των έργων του, στην αρχική τους ασπρόμαυρη εμφάνιση αλλά και στην μετέπειτα έγχρωμη απόδοσή τους δια χειρός Zanotti. Κατά τα άλλα με το σχέδιο του ο Vivès επιχειρεί να επαναπροσεγγίσει το σύμπαν του Κόρτο Μαλτέζε, διατηρώντας την ατμόσφαιρα των αυθεντικών έργων, όμως αποδίδοντας εμφανώς τον χαρακτήρα με το δικό του στυλ, με ένα πιο μοντέρνο ύφος, το οποίο σε κάποια καρέ ίσως μοιάζει περισσότερο ψηφιακό απ’ όσο μάλλον θα θέλαμε. Όμως, σίγουρα το δυνατότερο σημείο του σχεδίου του Vivès είναι οι αναπαραστάσεις των τόπων, των ατμοσφαιρικών πολυσύχναστων πόλεων και των ερημικών νησιών, στα οποία ταξιδεύει ο εμβληματικός του πρωταγωνιστής. Επιλογικά, κρίνοντας τον τόμο του «Μαύρου Ωκεανού» σαν σύνολο, δεν τίθεται αμφιβολία ότι πρόκειται για μία πολυτελή έκδοση ενός κόμικ που -λόγω της κληρονομιάς του αλλά και της ποιότητάς του- βρίσκεται ανάμεσα στα πιο πολυσυζητημένα κόμικς της χρονιάς. Είναι σίγουρα πολυτέλεια για το ελληνικό αναγνωστικό κοινό να πιάνει στα χέρια του μεταφρασμένο στα ελληνικά ένα τέτοιο έργο σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα από την κυκλοφορία του πρωτότυπου στη γαλλική αγορά, μία περίπτωση που δεν είναι μεμονωμένη για τον Μικρό Ήρωα, ο οποίος σε εξίσου γρήγορους ρυθμούς κυκλοφόρησε πρόσφατα και τον πρώτο τόμο της νέας ιστορίας Blacksad. Από την άλλη πάντως, ίσως πρέπει εν είδει αστερίσκου να σημειωθεί η παρατήρηση ότι μάλλον ο εκδοτικός οίκος θα πρέπει να επανεξετάσει το επιπλέον υλικό με το οποίο εμπλουτίζει τις εκδόσεις του, καθώς μερικές φορές αυτό φαίνεται να είναι εφήμερο ή και κάπως τετριμμένο (ειδικά στη σημερινή εποχή που υπάρχει τεράστιος όγκος πληροφοριών στο διαδίκτυο). Αφορμή γι’ αυτό το σχόλιο αποτελεί η συμπερίληψη στον τόμο μίας συνέντευξης της Patrizia Zanotti στον Γαβριήλ Τομπαλίδη, η οποία μάλλον ταιριάζει περισσότερο ως κομμάτι ενός περιοδικού (απ’ τις ίδιες εκδόσεις κυκλοφορεί εξάλλου το Non-stop Comics) ή ακόμα θα μπορούσε να αποτελέσει απλώς μία διαδικτυακή δημοσίευση με το χαρακτήρα του υποστηρικτικού υλικού της έκδοσης, αφού, παρά το ενδιαφέρον της, έχει στοιχεία αρκετά εφήμερα, με χαρακτηριστικότερη την εξαγγελία της δημιουργού για μία μελλοντική έκθεση στην Ελλάδα. Δημοσιεύτηκε στο smassingculture.gr
  3. Για ένα κορίτσι στις αρχές του 19ου αιώνα στις ΗΠΑ η εκπαίδευση φάνταζε πολυτέλεια, ένα πάρεργο, μία παρηγοριά για την εξ αρχής καθορισμένη οικογενειακή της ζωή που της επέβαλλε η κοινωνική της θέσης. Όταν μάλιστα αυτό το κορίτσι τύχαινε να ήταν και μαύρο, η μόρφωση μετατρεπόταν σε ένα άπιαστο όνειρο. Κόντρα σε αυτά τα εδραιωμένα στερεότυπα, μία γενναία αμερικανίδα δασκάλα, η Prudence Crandall, υπέρμαχος της κατάργησης της δουλείας και αγωνίστρια υπέρ της ισότητας, αφιέρωσε τη ζωή της στη διδασκαλία και την επιμόρφωση κοριτσιών, ιδρύοντας ένα απ’ τα πρώτα σχολεία για κορίτσια αφροαμερικανικής καταγωγής, στο Connecticut το 1833. Τη σύντομη ιστορία αυτού του σχολείου μετέφεραν οιWilfrid Lupano και Stéphane Fert στις σελίδες του Blanc Autour, ενός υπέροχου γαλλικού bandes dessinée των εκδόσεων Dargaud, που μεταφράστηκε στα αγγλικά με τον τίτλο White All Around απ’ τις αποκλειστικά ψηφιακές εκδόσεις Europe Comics. Η ιστορία ξεκινάει με τον καρπό της αμφιβολίας. Ένα νεαρό κορίτσι παρατηρεί ότι η αντανάκλαση των αντικειμένων στο νερό παραμορφώνει την εικόνα τους. Δεν αρκείται απλώς να αποδεχθεί αυτό το παράδοξο ή να πάψει να προβληματίζεται αποδίδοντάς το στη σοφία του Θεού, αλλά επιθυμεί να το κατανοήσει, να μάθει «γιατί και πώς» συμβαίνει αυτό το φαινόμενο. Έτσι προσφεύγει στη δασκάλα ενός ιδιωτικού σχολείου θηλέων της περιοχής, η οποία δράττεται της ευκαιρίας και προσκαλεί το κορίτσι στην τάξη της, ώστε να καταφέρει να γνωρίσει μερικά από τα «μυστήρια» αυτού του κόσμου. Τότε η ιστορία αποκτά μία ανεξέλεγκτη τροπή. Στις παραπάνω γραμμές παραλείφθηκε μόνο ένα επίθετο, το οποίο όμως αποτέλεσε την αιτία της προστριβής της δασκάλας με την τοπική κοινωνία, η οποία στράφηκε ολοκληρωτικά εναντίον της, προκαλώντας ένα ιδιότυπο κυνήγι μαγισσών. Το επίθετο που παραλείφθηκε είναι το «μαύρο». Το κορίτσι ήταν αφροαμερικανικής καταγωγής κι αυτό ξεσήκωσε τους γονείς των λευκών κοριτσιών που βρέθηκαν στα ίδια θρανία με ένα μαύρο κορίτσι. Και όλα αυτά συνέβησαν το 1832 στο Connecticut, σε μία πολιτεία του βορρά των ΗΠΑ στην οποία είχε καταργηθεί η δουλεία, όμως σε καμία περίπτωση δεν είχε επιτευχθεί η φυλετική ισότητα. Σε λίγο καιρό το άλλοτε σεβαστό -απ’ την τοπική κοινωνία- σχολείο, του οποίου το επίπεδο προσέγγιζε τα καλύτερα σχολεία αρρένων της εποχής, μετατράπηκε σε ένα από τα πρώτα σχολεία για παιδιά αφροαμερικανικής καταγωγής. Εκείνη την εποχή ένα τέτοιο σχολείο θα έμοιαζε με μία νησίδα, με ένα φρούριο που πολιορκείται από τους εχθρούς της ισότητας, από τους λευκούς που το έχουν περικυκλώσει. Κατά το τελευταίο στάδιο προετοιμασίας της νέας μορφής του σχολείου, του Prudence Crandall’s Canterbury Female Boarding School, η πρωταγωνίστρια δασκάλα εμφανίζεται να έχει συνείδηση του πολέμου που πρόκειται να ασκηθεί εναντίον του εγχειρήματός της. Αυτός δεν θα προκαλούνταν επειδή παραβίαζε κάποιο νόμο της πολιτείας, αλλά επειδή οι ισχυροί συμπολίτες της, που είχαν δυσαρεστηθεί με την απόφασή της να φιλοξενήσει αφροαμερικανίδες μαθήτριες, ήταν ακριβώς εκείνοι «που διαπλάθουν τους νόμους». Κάπως έτσι το ζήτημα της φυλετικής ισότητας που ξεκίνησε απ’ την πρόκληση ηθικού πανικού στην λευκή τοπική κοινωνία του Canterburry γρήγορα εξελίχθηκε σε μία δικαστική διαμάχη σχετικά με τη συνταγματικότητα των φυλετικών αποκλεισμών. Έναν ολόκληρο αιώνα αργότερα, το 1954, το Supreme Court των ΗΠΑ, αντιμετωπίζοντας στην Brown vs Board of Education μία ανάλογης φύσης υπόθεσης σχετικά με το φυλετικό διαχωρισμό στα σχολεία, εξέδωσε μία εμβληματική απόφαση που αναγνώριζε την αντισυνταγματικότητα του φυλετικού διαχωρισμού. Ακόμα και με αυτή την κατάκτηση, όμως, θα χρειαζόταν τουλάχιστον μία δεκαετία ακόμα, μέχρι να αποκτήσουν οι αφροαμερικανοί πολιτικά δικαιώματα και να πάψουν να είναι πολίτες β’ κατηγορίας. Πάντως, μέχρι και σήμερα ο ρατσισμός παραμένει εδραιωμένος στις ρίζες του πολιτικού συστήματος των ΗΠΑ, όπως μαρτυρούν η δολοφονία του George Floyd και τα εξεγερτικά γεγονότα του Black Lives Matter που ακολούθησαν το τραγικό γεγονός. Σε κάτι πολύ περισσότερο από μία απλή εικονογραφημένη ιστορική βιογραφία, το Blanc Autour μεταφέρει τους αναγνώστες του σε μία εποχή που η έννοιας της ισότητας δεν ήταν καθόλου δεδομένη, προκειμένου να επαναδιηγηθεί την ιστορία μίας γενναίας γυναίκας, της Prudence Crandall, που δεν δίστασε να θυσιάσει το κοινωνικό της στάτους και την επαγγελματική της σταδιοδρομία, με σκοπό να παλέψει για τα ιδανικά της. Πέραν όμως της ιστορίας της Crandall, στο comic αναπλάθονται οι σχέσεις που ανέπτυξαν οι αφροαμερικανίδες μαθήτριες του σχολείου, οι οποίες διεκδίκησαν την ευκαιρία τους για μόρφωση, παρά τα εμπόδια που συνεχώς όρθωνε η τοπική κοινωνία, προκειμένου να αποτρέψει την παραμονή τους εκεί. Η τριβή αυτών των μικρών κοριτσιών μεταξύ τους αναδεικνύει τους διαφορετικούς τους χαρακτήρες, τους φόβους και τις φιλοδοξίες καθεμίας από αυτές, ενώ η συνύπαρξή τους προκαλεί αρκετές κωμικές καταστάσεις που εξισορροπούν τον ζόφο που κυριαρχεί στη ρατσιστική κοινωνία που τις περιβάλλει. Οι εν λόγω προσωπικές διηγήσεις είναι εν μέρει βασισμένες στις πραγματικές ιστορίες των μαθητριών του σχολείου, το νήμα της ζωής των οποίων αναζήτησε η ιστορική έρευνα, παρά τις εγγενείς δυσκολίες του εγχειρήματος, αφού η Crandall δεν κρατούσε αρχείο με τα στοιχεία των μαύρων μαθητριών της, ώστε να μην θέσει τις ίδιες ή τις οικογένειές τους σε κίνδυνο. Το σχέδιο του Stéphane Fert είναι μοναδικό, ένα πραγματικό κομψοτέχνημα. Πολύχρωμο και αισιόδοξο, αποτυπώνει την μαγεία και την ζωντάνια της φύσης αλλά και την ομορφιά των ανθρώπινων σχέσεων, ακόμα κι όταν αυτές χτίζονται κάτω από δύσκολες συνθήκες. Τους διαλόγους διαδέχονται οι σιωπές, κατά τη διάρκεια των οποίων η ιστορία ξετυλίγεται με κινηματογραφικό ρυθμό, εστιάζοντας στην έκφραση των προσώπων και στη γλώσσα του σώματος, που μαρτυρά πολλές φορές περισσότερα από όσα μπορούν να χωρέσουν σε ένα μπαλονάκι διαλόγου. Παράλληλα το σχέδιο διακατέχεται από μία εμφανή αφαιρετικότητα, σε σημείο να ισορροπεί στα όρια μεταξύ ρεαλισμού και φαντασίας, όταν η ματιά μας κάνει zoom out. Τότε το περιβάλλον και οι ανθρώπινες φιγούρες παραμορφώνονται, τα χρώματα στο φόντο αναμειγνύονται, οι γραμμές του σχεδίου απελευθερώνονται και τελικά τα καρέ μοιάζουν με μικρούς ζωγραφικούς πίνακες. Ο παραλογισμός του ρατσισμού συναντιέται με ένα ηχηρό μήνυμα γυναικείας ενδυνάμωσης, σε ένα comic που όταν δεν θυμίζει ζωγραφικό πίνακα, μοιάζει με ποίημα. Η πραγματική ιστορία της Prudence Crandall αλληλοδιαπλέκεται με μικρές παρένθετες ιστορίες με τους δικούς τους συμβολισμούς και μηνύματα, ενώ ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνύπαρξη των ανθρώπων με τη φύση, στην οποία δεν είναι τυχαίο ότι η ποικιλία των ειδών θεωρείται φυσικός πλούτος. Ας μην ξεχνάμε, εξάλλου, ότι ο Διαφωτισμός ανέδειξε τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα ως φυσικά δικαιώματα, με τα οποία ο άνθρωπος γεννιέται και κανείς δεν δικαιούται να του τα αφαιρέσει, όσο ισχυρός κι αν είναι. Άρθρο που δημοσιεύτηκε στο smassingculture.gr
  4. Επιστροφή μετά από καιρό στα podcasts με ένα πολύ ενδιαφέρον θέμα. Καλεσμένη η Ιωάννα Κουρού, υποψήφια διδάκτωρ στο τμήμα Ψυχολογίας του Παντείου Πανεπιστημίου η οποία έχει ερευνήσει το συγκεκριμένο ζήτημα στο πλαίσιο των επιστημονικών της ενδιαφερόντων, την οποία ευχαριστούμε πολύ για την αποδοχή της πρόσκλησης και για την πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση που έκανε με την Παναγιώτα Καρβούνη. Enjoy
  5. Back to business με κομιξικό podcast για το Σινγκάλ (συζήτηση με Λευτέρη Σταυριανό και Γιαννη Δηράκη + μαρτυρία 19χρονου Γεζίντι) που συνοδεύεται από συνέντευξη του δημιουργού Mikkel Sommer. Όχι κι άσχημα για τέλη Αυγούστου ε; ? ?️ Εδώ το podcast: ✍️ Κι εδώ η μακροσκελής συνέντευξη του Mikkel Sommer: https://smassingculture.gr/mikkel-sommer/ ? Φτιάξαμε και μερικές σχετικές promo εικόνες στο Instagram, που ίσως σας αρέσουν. Τσεκαρετε και κάντε και κάνα follow αν δεν μας έχετε ήδη: https://www.instagram.com/p/CTBw05JKsaY/?utm_medium=copy_link Ελπίζουμε να είναι ωραία παρέα μέχρι να έρθει το ΣΚ ?
  6. Νέο επεισόδιο podcast για ένα θέμα που κοντεύουμε να το ξεχάσουμε... Ελληνικά Βραβεία Κόμικς 2020! Δεν έχει ανακοινωθεί ακόμα πότε θα γίνει η απονομή και με ποιο τρόπο αλλά επειδή εμείς θέλαμε να συζητήσουμε για τις πολλές και πολύ δυνατές υποψηφιότητες της (προηγούμενης πλέον) χρονιάς, κάναμε ένα (σχεδόν 2ωρο!) podcast. Πάντως μην τρομάζετε με τη διάρκεια. Στην περιγραφή του video στο Youtube υπάρχουν χρονικά σημεία όπου συζητάμε ξεχωριστά κάθε κατηγορία, οπότε μπορείτε να προσπερνάτε εύκολα τα προηγούμενα και να ακούσετε όποιο θέμα σας ενδιαφέρει περισσότερο. Εναλλακτικά το ακούτε στο Spotify:
  7. Καλή χρονιά σε όλους/-ες με πολλά ωραία κομιξάκια (μακάρι)! Αυτό τον καιρό βγάζουμε ανασκοπήσεις του 2020 στο podcast του Smassing Culture. Σας παρουσιάζω εδώ τα επεισόδια για τις σειρές και τις ταινίες που ξεχωρίσαμε, προκειμένου να ενταθεί η αγωνία για το επόμενο επεισόδιο που είναι αφιερωμένο στα καλύτερα comics του 2020 και έρχεται οσονούπω! Πέραν των podcasts έχουμε και αντίστοιχα κείμενα με λίστες ανασκόπησης της χρονιάς: Για τις ταινίες: https://smassingculture.gr/best-movies-2020/ Για τις σειρές: https://smassingculture.gr/2020-best-tv-series/ Για άνιμε: https://smassingculture.gr/best-anime-2020/ Και teaser για το αντίστοιχο podcast των καλύτερων comics: https://smassingculture.gr/best-2020-comics/
  8. Διάβασα πολύ λίγα ξένα comics φέτος, κυρίως Gideon Falls και το Y: The last man ήταν τα αγαπημένα μου από αυτά, οπότε δεν έχω να συνεισφέρω κάτι ιδιαίτερο στην κουβέντα, αλλά είμαι εδώ για την ευκαιρία να κερδίσω το comic ?
  9. Στο νέο επεισόδιο των SmassPodcasts ακολουθούμε κινηματογραφικά μονοπάτια (με στυλ) και συζητάμε για το σινεμά του Γιάννη Οικονομίδη Εναλλακτικά το ακούτε στο Spotify: https://open.spotify.com/show/3hLu90utjUDVeOdVeOk8Lz
  10. Η σχέση της λογοτεχνίας με τα comics έχει βαθιές ρίζες στην ιστορία της 9ης τέχνης. Τα comics, ως μία πιο προσιτή μορφή ανάγνωσης για μικρά παιδιά, επιτελούσαν για δεκαετίες μια λειτουργία πρόωρης λογοτεχνικής διαπαιδαγώγησης των νέων. Πόσοι από εμάς δεν έχουν την ανάμνηση των κλασσικών εικονογραφημένων; Εδώ και δεκαετίες βέβαια τα comics έχουν αποστασιοποιηθεί από τον παραπληρωματικό χαρακτήρα του παρελθόντος τους, χωρίς όμως να έχουν διακόψει το στενό δεσμό τους με τη λογοτεχνία. Κλασσική και σύγχρονη λογοτεχνία συνεχίζει να τροφοδοτεί την τέχνη των comics, χωρίς όμως να την αντιμετωπίζει με την υπεροψία του παρελθόντος. Σε αυτό το πλαίσιο εντάσσονται οι διασκευές λογοτεχνικών έργων του Albert Camus από τον Jacques Ferrandez, έναν εκ των επιφανέστερων σύγχρονων εκπροσώπων της ευρωπαϊκής comic σκηνής. Ο Ferrandez μέχρι στιγμής έχει μεταφέρει σε comic τρία έργα του Camus, τον Ξένο, τον Πρώτο Άνθρωπο και το διήγημα L’Hôte (The Guest), το οποίο αποτελεί το μόνο της σειράς που δεν έχει μεταφραστεί στα ελληνικά μέχρι σήμερα. Τα δύο πρώτα πάντως έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά απ’ τις εκδόσεις Πατάκη και κυκλοφορούν σε σκληρόδετες πολυτελείς εκδόσεις. Μάλιστα οι μεταφράσεις και των δύο έχουν γίνει απ’ τις Νίκη Καρακίτσου – Douge και Μαρία Κασαμπάλογλου – Roblin, οι οποίες έχουν προσφέρει αξιόπιστες μεταφράσεις για τη μεγάλη πλειοψηφία των έργων του Camus που κυκλοφορούν στα ελληνικά. Ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος έμεινε τελικά ημιτελής -λόγω του αιφνίδιου θανάτου του συγγραφέα σε τραγικό τροχαίο δυστύχημα, μόλις στα 47 του χρόνια- έμελλε να αποτελέσει το φιλόδοξο κύκνειο άσμα του, το οποίο αν είχε ολοκληρώσει θα μπορούσε ίσως να γίνει το magnum opus του. Το έργο βρέθηκε στον τόπο του δυστυχήματος, μέσα στην τσάντα του, γραμμένο μέσα σε 144 πυκνογραμμένες χειρόγραφες σελίδες, οι οποίες θεωρούνται μόνον ένα πρώτο σχεδίασμα του τελικού σχεδίου που είχε στο μυαλό του ο Camus. Τελικά ο Πρώτος Άνθρωπος, ο οποίος δακτυλογραφήθηκε απ’ την κόρη του, Catherine Camus, εκδόθηκε 34 χρόνια μετά το θάνατο του συγγραφέα του, μόλις το 1994, όταν πλέον είχε περάσει ικανό χρονικό διάστημα απ’ την Απελευθέρωση της Αλγερίας, μία ιστορική συνθήκη εξαιτίας της οποίας δίστασε η οικογένεια του Camus να το κυκλοφορήσει νωρίτερα. Η υπόθεση του Πρώτου Ανθρώπου αφορά τον Jacques Cormery, έναν επιτυχημένο μεσήλικα Γάλλο λογοτέχνη, ο οποίος επιστρέφει στην Αλγερία, στην οποία γεννήθηκε, προκειμένου να επισκεφτεί την -πλέον- σχεδόν ανήμπορη μητέρα του και να αναζητήσει τις ρίζες του. Η επιστροφή στις φτωχογειτονιές που μεγάλωσε ανασύρουν στη μνήμη του τα δύσκολα παιδικά του χρόνια, που μεγάλωσε με τη μητέρα του και την αυστηρή γιαγιά του, αφού τον πατέρα του δεν κατάφερε να τον γνωρίσει ποτέ, επειδή είχε σκοτωθεί στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το τελευταίο βιβλίο του Camus ήταν και το πλέον αυτοβιογραφικό του. Τα πολλά κοινά στοιχεία του Jacques Cormery με τον συγγραφέα (ο οποίος επίσης μεγάλωσε στο Αλγέρι με τη μητέρα και τη γιαγιά του, έχοντας χάσει τον πατέρα του στον πόλεμο) τον καθιστούν ένα λογοτεχνικό alter ego του. Όμως τον Camus δεν τον απασχολεί να γράψει μία αυτοβιογραφία. Τα προσωπικά του βιώματα αλληλοδιαπλέκονται με τη μυθοπλασία προκειμένου το έργο του να αποκτήσει διαχρονικότητα, αναφερόμενο σε κοινούς τόπους ανεξαρτήτως του συγκεκριμένου χώρου και χρόνου όπου τοποθετεί τη διήγησή του, χαρακτηριστικό κάθε κλασσικού έργου. Γι’ αυτό δηλώνει σαφώς -μέσω του πρωταγωνιστή – alter ego του- ότι «θα ήθελα να μιλήσω εξ ονόματος εκείνων που τους αρνήθηκαν το λόγο». Έχοντας θέσει το στόχο του, η οικουμενική ματιά του Camus στρέφει το ενδιαφέρον των αναγνωστών σε ιστορίες ανθρώπων χωρίς φωνή, όπως ήταν η αγράμματη μητέρα του ή ο πατέρας του που ήταν θύμα του πιο αιματηρού πολέμου μετά το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ή και οι Άραβες του Αλγερίου, που το Γαλλικό κράτος είχε αποικίσει τη χώρα τους στέλνοντας οικογένειες Γάλλων να την εποικίσουν, μεταξύ των οποίων βρισκόταν και η δική του οικογένεια. Η μεταφορά του βιβλίου σε comic απ’ τον Jacques Ferrandez ήταν ένα δύσκολο εγχείρημα, ειδικά αφού πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ημιτελές, με κενά στην αφήγηση, τα οποία ο Καμύ (όπως φαίνεται απ’ τις σημειώσεις των χειρογράφων του) επιθυμούσε να τα καλύψει, διανθίζοντας το πρώτο αυτό σχεδίασμα. Είναι χαρακτηριστικό ότι δεν είχε κατορθώσει καν να ολοκληρώσει την ιστορία, για την εξέλιξη της οποίας είχε αφήσει μόνον υπαινιγμούς μέσω σημειώσεων στο τέλος των χειρογράφων του. Όμως τελικά, ακριβώς αυτή η δυσκολία του ημιτελούς έργου μετατρέπεται σε μία απ’ τις σημαντικότερες αρετές της comic διασκευής του, αφού η αποσπασματικότητα της αφήγησης στα καρέ του Ferrandez αφήνει με δημιουργικό τρόπο υπαινιγμούς για τα υπαρκτά -παρ’ ότι ακούσια- κενά της πλοκής. Εύστοχα παρατηρεί επ’ αυτού η Alice Kaplan στην εισαγωγή που συνοδεύει την έκδοση, ότι το comic «αποδεικνύεται ακριβώς το τέλειο μέσο» επειδή «ανάμεσα στα καρέ υπάρχει πάντα το κενό, η έλλειψη, που επιτρέπει κάθε στιγμή στον αναγνώστη να ταξιδέψει πέρα από ό,τι λέγεται, από ό,τι φαίνεται». Ο Ferrandez έχει μεγαλώσει κι εκείνος στην Αλγερία κι αυτή η κοινή καταγωγή του δημιουργεί ένα συναισθηματικό δεσμό με τον Νομπελίστα Γάλλο συγγραφέα. Όμως, πέραν αυτού, η καταγωγή του Ferrandez απ’ την Αλγερία του προσφέρει το προνόμιο να γνωρίζει βιωματικά τον τόπο στον οποίο εκτυλίσσεται το μυθιστόρημα και να μπορεί να αποδώσει στο σχέδιό του με ρεαλισμό και λεπτομέρεια την ατμόσφαιρα, τους ανθρώπους, ακόμα και τα τοπία, τους δρόμους και τα κτήρια της χώρας. Το σχεδιαστικό στυλ του Ferrandez εντάσσεται στην ευρωπαϊκή παράδοση των comics, της οποίας αποτελεί μία απ’ τις πιο ταλαντούχες σύγχρονες πένες. Με επιμονή στη λεπτομέρεια ο Ferrandez εστιάζει στα πρόσωπα των χαρακτήρων του έργου του για να αποδώσει τα συναισθήματά τους, ενώ εντυπωσιάζει η συχνότητα που αποτυπώνει πολυπληθείς συγκεντρώσεις στις πόλεις, στα σχολεία και αλλού, χωρίς να ελλαττώνεται η προσοχή του στις λεπτομέρειες. Οι πρωταγωνιστές του μοιάζουν να τοποθετούνται σε ένα σχεδόν ζωγραφικό καμβά, που στα καρέ του καταφέρνει να συνεπάρει τον αναγνώστη, να τον ταξιδέψει σε ατέλειωτες θάλασσες, να τον ξεναγήσει στους πολυπληθείς δρόμους του Αλγερίου, αλλά και να τον υποβάλλει να νιώσει αβοήθητος -όπως οι πρωταγωνιστές- σε βροχερά νυχτερινά σκηνικά και στο θανατηφόρο πεδίο του πολέμου. Για το τέλος μένει πάντοτε ένα ερώτημα που συχνά αναδύεται σε διασκευές σημαντικών λογοτεχνικών έργων σε comics: έχει άραγε αυτόνομη καλλιτεχνική αξία το έργο του Ferrandez ή χρησιμεύει μόνον ως μία εισαγωγή στο έργο του Camus, απευθυνόμενο κυρίως σε μικρότερες ηλικίες; Σίγουρα κανείς -ούτε ο ίδιος ο δημιουργός φυσικά- δεν θα μπορούσε να συγκρίνει το έργο ενός απ’ τους κορυφαίους λογοτέχνες του 20ου αιώνα με μία διασκευή του σε comic μορφή. Όμως θα ήταν λάθος -βιασύνης ή απειρίας- να παραβλεφθεί και η αυτόνομη καλλιτεχνική αξία του έργου του Ferrandez, ο οποίος με όλο του το ταλέντο, την προσήλωση στη λεπτομέρεια και το σεβασμό στο πρωτότυπο κείμενο έχει δημιουργήσει ένα comic υψηλότατου επιπέδου, ένα από εκείνα τα comics που οδηγούν μικρούς και μεγάλους να αγαπήσουν την 9η τέχνη. Πρέπει να παραδεχθούμε λοιπόν ότι πράγματι τα comics του Ferrandez έχουν την αρετή να εισάγουν με προσιτό τρόπο τις μικρότερες ηλικίες στο έργο του Camus (άλλωστε έχουν χρησιμοποιηθεί και στις σχολικές αίθουσες της Γαλλίας γι’ αυτό το σκοπό), όμως έχουν και τη δύναμη να γνωρίσουν σε αναγνώστες κάθε ηλικίας τη μαγεία της τέχνης των comics. Κι αυτή η συνεισφορά τους είναι εξίσου ανεκτίμητη. Κείμενο που δημοσιεύθηκε στο Smassing Culture Μπορείτε να το ακούσετε και σε μορφή podcast:
  11. Αφήνω κι εδώ τη συνέντευξη του Γιάννη Ρουμπούλια στα SmassPodcasts, που μας μίλησε για τις νέες εκδόσεις Nerdula και μας έδωσε μια πρώτη ιδέα για το τι ετοιμάζουν! Ακούστε το εναλλακτικά στο Spotify: https://open.spotify.com/episode/0ZVNnQ9vp3COzBA48arDrW?si=jYho5rMaQb2LMq90tA9DQg
  12. Αναρωτιέστε τι ετοιμάζουν οι νέες εκδόσεις Nerdula; Ρωτήσαμε τον Γιάννη Ρουμπούλια και μας έλυσε τις απορίες Ακούστε το εναλλακτικά στο Spotify: https://open.spotify.com/episode/0ZVNnQ9vp3COzBA48arDrW?si=jYho5rMaQb2LMq90tA9DQg
  13. Πάρτε και μερικές προτάσεις σειρών με πολλές σεζόν για να κάνετε διαλείμματα ανάμεσα στα comics που διαβάζετε στην καραντίνα: Εναλλακτικά και στο Spotify: https://open.spotify.com/episode/1oAUPMf2hHO4S6o2wAIy0f?si=NI2FPYIgT4mkBSMUSpEuZw
  14. Αρκετούς μήνες αργότερα απ' τη συζήτηση που κάνατε, να πω ότι μου άρεσε κι εμένα το κόμικ του Πέτρου. Παρ' όλο που συμφωνώ με την @kabuki ότι δύσκολα ταυτίζεσαι σε υψηλό βαθμό με τους χαρακτήρες του έργου, πιστεύω ότι αυτά τα πλάνα με τους στρατιώτες σε παράταξη ή σε στιγμές χαλάρωσης (αλλά πάντοτε με πολλούς από αυτούς στο πλάνο) κι αυτή η στρατιωτική ομοιομορφία που επίτηδες δεν σπάει αρκετά κατά την εξέλιξη της αφήγησης, μάλλον στόχευαν στην αποστασιοποίηση του αναγνώστη. Οι στρατιώτες ήταν απλοί άνθρωποι της εποχής τους, όπου ο ένας ήταν Βενιζελικός, ο άλλος βασιλικός, αλλά όλοι τους είχαν βρεθεί αναπάντεχα σε μία κατάσταση μεταξύ ομηρίας και εξορίας. Αντιγράφω παρακάτω και το σχετικό άρθρο παρουσίασής μου στο Smassing Culture: Η περίοδος του Εθνικού Διχασμού αποτελεί μία απ’ τις σημαντικότερες ιστορικές περιόδους της σύγχρονης Ελλάδας. Τα πολιτικά μπλοκ που σχηματίστηκαν γύρω απ’ τη σύγκρουση Βενιζέλου – βασιλιά διατηρήθηκαν για αρκετά χρόνια, τουλάχιστον μέχρι τη δεκαετία του 1940, οπότε η Κατοχή και η Αντίσταση δημιούργησαν ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό σκηνικό, λόγω κυρίως της πρωτοπόρας δράσης του ΕΑΜ – ΕΛΑΣ και του ΚΚΕ στον αγώνα για την Απελευθέρωση και τη Λαοκρατία. Η πολιτική διαμάχη μεταξύ Φιλελεύθερων – Βασιλικών έλαβε διαστάσεις εμφυλίου πολέμου χαμηλής έντασης με διακύβευμα τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η μέγαλη σημασία της περιόδου του Εθνικού Διχασμού έγκειται στο γεγονός ότι σε αυτά τα χρόνια διαμορφώθηκε το πολιτικό -και το συνταγματικό- πλαίσιο επί του οποίου εν πολλοίς οικοδομήθηκε το ελληνικό κράτος, όπως αυτό συγκροτήθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο αλλά και μετά την τραγωδία της Μικρασιατικής Καταστροφής. Και γι’ αυτό η ανάδειξη νέων πτυχών της περιόδου ή νέων οπτικών και αναλύσεων έχει μεγάλο ενδιαφέρον, ιδιαίτερα αν συνυπολογίσουμε ότι αρκετοί έχουν γνωρίσει την συγκεκριμένη περίοδο κυρίως μέσα απ’ τη βάσανο της παπαγαλίας των Πανελληνίων. Τα comics έχουν διαμορφωθεί ανά τις δεκαετίες σε μία δημιουργική φόρμα η οποία μπορεί να αναδείξει ιστορικές πτυχές, μαρτυρίες και αναλύσεις με έναν εύληπτο, κατανοητό και εύκολα προσεγγίσιμο τρόπο. Εύστοχα ο ιστορικός Αντώνης Λιάκος με αφορμή το «Ένα Γλυκό Ξημέρωμα», μία ανθολογία comics για την περίοδο της Κατοχής, είχε χαρακτηρίσει τα comics ως ένα «διεισδυτικό μέσο δημόσιας ιστορίας στο ευρύ κοινό». Φυσικά κάθε συζήτηση για την διαπλοκή ιστορικής αφήγησης και comics δεν μπορεί παρά να ξεκινάει από το θρυλικό «Maus», όμως είναι πολύ ευχάριστο το γεγονός ότι η ελληνική κόμικ σκηνή -ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια- ασχολείται αρκετά συστηματικά με την ανάδειξη ιστορικών αφηγήσεων μέσα απ’ τα καρέ των κόμικς. Απ’ αυτή την ενασχόληση κάποιων δημιουργών κόμικς στην Ελλάδα έχουν προκύψει κάποια εξαιρετικά comics με ιστορική θεματολογία, απ’ τα οποία αξίζει να αναφερθούν ως πιο αντιπροσωπευτικά παραδείγματα της σχετικής δουλειάς που γίνεται -έστω ονομαστικά- η σειρά «1800» του Θανάση Καραμπάλιου, η σειρά comic strips «Working Dead» του Πάνου Ζάχαρη, τα «Χαρακώματα» των Τάσου Ζαφειριάδη και Πέτρου Χριστούλια και το «Τέρμινους» του Λευτέρη Παπαθανάση. Το νέο comic του Θανάση Πέτρου εντάσσεται κι αυτό στην κατηγορία των ελληνικών comics με ιστορική θεματολογία. Ο Πέτρου δημιουργεί μία ιστορία με πρωταγωνιστές φαντάρους του ελληνικού στρατού προκειμένου να αναδείξει το ιστορικό πλαίσιο του Εθνικού Διχασμού και να αφηγηθεί μία αρκετά άγνωστη πτυχή της περιόδου. Η μεγάλη εμπειρία του στα ελληνικά comics (η οποία μαρυρείται από την εργογραφία του μέσα από comics όπως ο περσινός «Χαλεπάς», το πολυβραβευμένο «Γρα Γρου», το «Παραρλάμα» και άλλα) του επέτρεψε να αναλάβει εξ ολοκλήρου την ιστορική έρευνα, το σενάριο και το σχέδιο του comic, παρουσιάζοντάς μας ένα τελικό αποτέλεσμα με έντονο το προσωπικό στοιχείο του δημιουργού του. Στους Όμηρους του Γκαίρλιτς, που κυκλοφορούν απ’ τις εκδόσεις Ίκαρος, ο Πέτρου έχει μελετήσει μία αρκετά άγνωστη πτυχή του Εθνικού Διχασμού, η οποία μπορεί να μας παραπέμψει στην ιστορία των εγκλωβισμένων στρατιωτών της Δουνκέρκης. Οι Όμηροι του Γκαίρλιτς ήταν ένας λόχος του ελληνικού στρατού, ο οποίος το 1916 εν μέσω Εθνικού Διχασμού βρισκόταν στην Καβάλα. Ενώ ελληνικές πόλεις κινδύνευαν από τον βουλγαρικό στρατό και άλλες πολιορκούνταν από πολεμικά πλοία της Αντάντ, ο ελληνικός στρατός είχε εντολή να διατηρήσει την ουδετερότητά του. Ανάμεσά τους βρίσκονταν και οι στρατιώτες οι οποίοι στη συνέχεια κατέληξαν να γίνουν οι «όμηροι» του Γκαίρλιτς. Η ιστορία παρουσιάζεται μέσα από τα μάτια των απλών στρατιωτών οι οποίοι δεν μπορούν να αντιληφθούν τι σημαίνει να παραμένουν ουδέτεροι ενώ βρίσκονται στην καρδιά του πολεμικού μετώπου. Τελικώς κατέφυγαν με το Δ’ Σώμα Στρατού συντεταγμένα στην ανατολική Γερμανία, σε ένα στρατόπεδο στο Γκαίρλιτς της Σιλεσίας στο οποίο παρέμειναν για πολύ καιρό. Πίσω στην Ελλάδα ο Εθνικός Διχασμός είχε μετατραπεί σε εμφύλιο μεταξύ βενιζελικών και βασιλικών και -όπως ήταν αναμενόμενο- παρά την απόσταση και την ελλειπή ενημέρωση, το βαθύ ρήγμα που είχε δημιουργηθεί στην ελληνική κοινωνία επηρέασε και τις δικές τους διαπροσωπικές σχέσεις, δημιουργώντας εντάσεις, ρήγματα και συγκρούσεις στο στρατόπεδο. Ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος εξελισσόταν, στην Ελλάδα οι πολιτικές εξελίξεις ήταν ραγδαίες και εκείνοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε έναν τόπο δίχως να γνωρίζουν αν είναι ελεύθεροι ή αιχμάλωτοι των Γερμανών. Όπως το περιγράφει ο ίδιος ο αφηγητής: «Από τη μία ο Βενιζέλος που ήθελε αλλαγές, απ’ την άλλη ο στρατός που παρέμενε πιστός στον βασιλιά. Τρίχες… Εμείς εδώ στη Γερμανία τι κάναμε; Ήμασταν ελεύθεροι; Ήμασταν αιχμάλωτοι; Ήμασταν φιλοξενούμενοι; Ήμασταν προδότες; Ήμασταν ακόμα στρατιώτες;» Στο comic του Θανάση Πέτρου παρακολουθούμε την περίοδο του Εθνικού Διχασμού μέσα από την οπτική γωνία των απλών στρατιωτών ενός στρατιωτικού σώματος που βρίσκονται αποκομμένοι σε ένα στρατόπεδο μίας χώρας που ξεκινά ως ουδέτερη και καταλήγει εχθρική. Πρωταγωνιστές είναι αυτοί οι απλοί στρατιώτες, που στην πραγματικότητα είναι απλοί καθημερινοί άνθρωποι οι οποίοι έτυχε να επιστρατευτούν απ’ τη χώρα τους για να λάβουν μέρος σε έναν πόλεμο. Απ’ τα καρέ της ιστορίας απουσιάζουν εντελώς οι μεγάλες προσωπικότητες, οι οποίες εμπλέκονται στην αφήγηση μόνο στο βαθμό που επηρεάζουν τις ζωές των στρατιωτών του Γκαίρλιτς. Αυτή είναι μία αντίστροφη μεθοδολογία σε σχέση με εκείνη που ακολουθείται συνήθως από την κυρίαρχη ιστορική αφήγηση, η οποία συνηθίζει να αναδεικνύει ως πρωταγωνιστές μόνο τους «από πάνω», τις σημαντικές προσωπικότητες του πολιτικού και στρατιωτικού βίου, πολλές φορές ξεχνώντας ότι εκτός από αυτούς υπάρχουν και ολόκληροι λαοί που βιώνουν με τον δικό τους ιδιαίτερο τρόπο τις μεγάλες πολιτικές αποφάσεις, τα στρατιωτικά και τα πολιτικά γεγονότα. Ακολουθώντας αυτή τη μεθοδολογία ο Πέτρου μας θυμίζει ότι η ιστορία δεν γράφεται μόνο από τις μεγάλες προσωπικότητες, τους βασιλιάδες, τους κυβερνήτες και τους στρατιωτικούς, αλλά κυρίως από τους καθημερινούς ανθρώπους, από τους «από κάτω» και από τις επιλογές τους, δηλαδή από εκείνους που «κουβάλησαν τα αγκωνάρια» σύμφωνα με τον Μπρεχτ, για να χτιστεί η «Θήβα η εφτάπυλη». Στο σχέδιο του Πέτρου κυριαρχεί το χακί, αφού τα καρέ του comic είναι γεμάτα στρατιώτες είτε συγκροτημένους σε λόχο, είτε χωρισμένους σε παρέες, οι οποίοι έχουν να διηγηθούν τις δικές τους προσωπικές και συλλογικές ιστορίες. Η επιβεβλημένη ομοιομορφία (για λόγους ιστορικής εγκυρότητας) εξελίσσεται σε συνειδητή επιλογή του Πέτρου να αναμειγνύει τους πρωταγωνιστές του στα διάφορα καρέ, έτσι ώστε παρά το γεγονός ότι μας έχει γνωρίσει κάποιους από αυτούς, να μας δυσκολεύει παράλληλα να τους ξεχωρίζουμε, ιδιαίτερα στα πρώτα μέρη του έργου. Ίσως έτσι μπορούμε να προβληματιστούμε σχετικά με το πόσο διαφορετικοί αλλά και πόσο ίδιοι είναι οι «από κάτω» μεταξύ τους, απ’ τους οποίους φυσικά ξεχωρίζουν τα υψηλόβαθμα στελέχη και γενικώς αυτοί που έχουν την εξουσία, αλλά όχι και τόσο οι υπόλοιποι ομοιόμορφα ντυμένοι, κουρεμένοι και ξυρισμένοι φαντάροι. Κατά συνέπεια το σχέδιο ολόκληρου του comic μοιάζει αρκετά ομοιόμορφο, ζωγραφισμένο με μία παλέτα λίγων χρωμάτων, στα οποία κυριαρχούν μουντά χρώματα όπως το χακί και οι διάφορες αποχρώσεις του καφέ οι οποίες χρησιμοποιούνται στα χρώματα των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις οποίες φιλοξενούνταν (ή φυλάσσονταν; ) οι πρωταγωνιστές. Αυτά τα μουντά χρώματα σπάνε μόνο όποτε οι στρατιώτες φεύγουν απ’ τις στρατιωτικές εγκαταστάσεις και επισκέπτονται την κοντινή πόλη, στην οποία ο Πέτρου χρησιμοποιεί πιο ζωντανά χρώματα στα σπίτια, τους ανθρώπους και τα τοπία, προκειμένου να κατανοήσουμε και την ψυχική ανάταση και ανακούφιση που δημιουργούσαν αυτές οι ολιγόωρες αποδράσεις στους στρατιώτες. Παρά το γεγονός ότι το ιστορικό πλαίσιο στο οποίο εντάσσεται η αφήγηση του comic χαρακτηρίζεται απ’ τις συνεχείς πολεμικές συγκρούσεις, απ’ τα καρέ του comic απουσιάζουν σχεδόν εντελώς σκηνές μάχης, ίσως με κάποιες μικρές εξαιρέσεις στις πρώτες σελίδες. Αυτή δεν μπορεί παρά να είναι μία συνειδητή επιλογή του δημιουργού, ο οποίος δεν ενδιαφέρεται να εντυπωσιάσει τον αναγνώστη με σκηνές μάχης, βίας και στρατιωτικής δράσης. Ο πόλεμος κυριαρχεί, αλλά ως αιτία και αφορμή να αναπτυχθούν προσωπικές σχέσεις, φιλίες, πολιτικές κόντρες και διαμάχες, ανάμεσα σε καθημερινούς ανθρώπους που έγιναν στρατιώτες και βρέθηκαν σε μία κατάσταση οριακή μεταξύ ελευθερίας και ομηρείας. Τον Πέτρου δεν τον ενδιαφέρει να διηγηθεί μία στρατιωτική περιπέτεια. Αντιθέτως στοχεύει να προβληματιστεί γύρω από έντονες πολιτικές καταστάσεις με διαχρονικότητα όπως είναι ο διχασμός, η δύναμη της εξουσίας και ο πόλεμος και παράλληλα να μελετήσει τις εντάσεις που δημιουργούνται στην ψυχοσύνθεση και στις διαπροσωπικές σχέσεις ανθρώπων ταλαιπωρημένων, που βρίσκονται σε οριακές στιγμές. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Smassing Culture
  15. Καλησπέρα σε όλους. Είδα ότι δεν υπάρχει topic για τις Μπαμπαδοϊστορίες του Νικόλα Στεφαδούρου που κυκλοφόρησαν σε μορφή ανθολογίας τον Οκτώβριο απ' τις εκδόσεις Μικρός Ήρως και πήρα την πρωτοβουλία να φτιάξω ένα με την παρουσίασή μου στο Smassing Culture. Αν δεν το έχετε πάρει ακόμα πάντως σας παροτρύνω σίγουρα να το κάνετε σύντομα. Μπορεί να υπάρχουν πολλά comic strips στην ελληνική κόμικ σκηνή, αλλά αυτό σίγουρα ξεχωρίζει γιατί πέρα από γέλιο προκαλεί σε κάποιες στιγμές και έντονες συγκινήσεις Ακολουθεί η παρουσίαση του comic: Είναι συχνό φαινόμενο η παρατήρηση – μομφή προς τους νέους γονείς ότι ρέπουν να συζητούν σχεδόν αποκλειστικά για τα παιδιά τους. Βέβαια αυτό δεν είναι παράλογο αφού όταν έρχεται ένα παιδί στη ζωή μίας οικογένειας (και ειδικά το πρώτο) αναδιοργανώνει πλήρως τη μέχρι τότε ζωή του ζευγαριού, το οποίο πλέον σπαταλά σχεδόν όλη την ενέργεια που του απομένει απ’ τη δουλειά στη φροντίδα του παιδιού. Επομένως, είναι απολύτως φυσιολογικό όταν συναντιούνται με τους φίλους τους να συζητούν κυρίως για εκείνες τις κωμικοτραγικές εμπειρίες της νέας καθημερινότητάς τους που πλέον σε τίποτα δεν θυμίζει το πρόσφατο παρελθόν τους. Άλλωστε με τον ίδιο τρόπο δεν αντιμετωπίζουμε καθετί στο οποίο αφιερώνουμε την καθημερινότητά μας, είτε αυτό είναι το σχολείο, είτε το πανεπιστήμιο, είτε η δουλειά μας; Τι συμβαίνει όμως όταν ένας σκιτσογράφος το πάει σε άλλο επίπεδο και δεν απασχολεί μόνο τον κοινωνικό του περίγυρο με τις Μπαμπαδοϊστορίες του, αλλά και το αναγνωστικό κοινό του; Πολλά πράγματα μπορούν να συμβούν, εξαρτάται πώς θα χειριστεί το θέμα. Στην περίπτωση του Νικόλα Στεφαδούρου πάντως, το αποτέλεσμα είναι μία πολύ τρυφερή αποτύπωση κωμικοτραγικών στιγμών της ζωής του απ’ τη στιγμή που έγινε πατέρας, οι οποίες ξεχειλίζουν αγάπη, στοργή, συγκίνηση και χιούμορ. Σίγουρα δεν είναι απ’ τις περιπτώσεις που μπορείς να τις προσπεράσεις με ένα φευγαλέο «Ok boomer», όσο κι αν θες να το παίξεις ατίθασο νιάτο! Γιατί τα comic strips του Στεφαδούρου δεν είναι comic απόδοση των «Μανούλων του Facebook», ούτε αναπαράγουν τα τυπικά κλισέ για να κάνουν εύκολο χιούμορ, τύπου «ζακέτα να πάρεις». Ακόμα κι όταν αναφέρεται σε κάποια από αυτά, το κάνει με εύστοχο τρόπο ώστε να τα κριτικάρει με χιούμορ που δεν είναι αστεία – κονσέρβα. Επιπλέον, ο Στεφαδούρος δεν διηγείται τις γονεϊκές εμπειρίες του με βαρετό και δασκαλίστικο τρόπο. Δεν γράφει διδακτικές ιστορίες για γονείς και παιδιά, παρ’ όλο που νιώθει την ανάγκη να διαφοροποιήσει πλήρως τον εαυτό του από άλλους γονείς με ομοφοβικές, ρατσιστικές και εθνικιστικές ιδέες και συμπεριφορές. Στόχος του δεν είναι να δημιουργήσει έναν «οδηγό» νέων γονέων που είναι nerds και αντισυμβατικοί όπως ο ίδιος, αλλά να αφηγηθεί τη δική του εμπειρία με τη μορφή ενός τρυφερού ημερολογίου μίας σχέσης σε εξέλιξη. Κάθε ιστορία περιέχει μία διαφορετική στιγμή που έζησαν με την κόρη του και τη σύζυγό του και χαράχτηκε στο νου του ή μια σκέψη που δεν μπορεί να φύγει απ’ το μυαλό του. Τις περισσότερες φορές αυτές οι στιγμές είναι χιουμοριστικές, nerdουλιάρικες, τρυφερές και χαρούμενες, με την ικανότητα να σκορπούν το γέλιο ή τουλάχιστον να διαβάζονται με ένα χαμόγελο καρφωμένο συνέχεια στην έκφραση του αναγνώστη. Όμως, στις σελίδες του comic υπάρχουν και ιστορίες λυπητερές, οι οποίες μας θυμίζουν ότι όλα είναι μέσα στη ζωή μας -καλά και κακά- και πρέπει να είμαστε δυνατοί και ενωμένοι για να τα αντιμετωπίσουμε. Στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Νικόλας Στεφαδούρος αφηγείται τις προσωπικές του εμπειρίες από μία απ’ τις σημαντικότερες στιγμές της ζωής του, με τρόπο που δεν κρύβει τα πλούσια συναισθήματά του. Όμως δεν είναι η πρώτη φορά που ο δημιουργός εμπνέεται απ’ το οικογενειακό του περιβάλλον προκειμένου να αφηγηθεί μία comic ιστορία. Εδώ θα πρέπει να θυμηθούμε την Αλεξάνδρεια, ένα comic που αποτελούνταν κι εκείνο από ημι-αυτοτελείς μονοσέλιδες ιστορίες εμπνευσμένες απ’ τα παιδικά χρόνια του πατέρα του -του Γιώργου Στεφαδούρου- στην Αλεξάνδρεια. Η Αλεξάνδρεια και οι Μπαμπαδοϊστορίες είναι τα -μέχρι στιγμής- πιο προσωπικά έργα του Στεφαδούρου, γεμάτα συναισθήματα που εμπλουτίζουν την αναγνωστική εμπειρία. Βέβαια στις Μπαμπαδοϊστορίες ο Στεφαδούρος ξετυλίγει χωρίς ταμπού και τον nerd εαυτό του. Μας θυμίζει έτσι ότι πρόκειται για έναν δημιουργό με ευρεία γκάμα, ο οποίος μπορεί να υποστηρίξει από προσωπικές ιστορίες συγκινητικές και συναισθηματικές, μέχρι σκληρά nerd comics με ζόμπι, όπως το OMG Zombies. Τον βοηθάει βέβαια να κινείται με ευκολία στα διαφορετικά είδη και το υψηλού επιπέδου καρτουνίστικο σχέδιό του, με το οποίο μπορεί να δοκιμάζει το ύφος της γραφής και της φαντασίας του σε διαφορετικά μοτίβα και αφηγηματικά πλαίσια, χωρίς κινδυνεύει να βρεθεί εκτός context. Οι Μπαμπαδοϊστορίες μπορεί να τυπώθηκαν πριν λίγο καιρό ως ανθολογία από τις εκδόσεις Μικρός Ήρως, όμως δεν έχουν σταματήσει να κυκλοφορούν νέα επεισόδια. Η σειρά είχε ξεκινήσει να δημοσιεύεται τακτικά στο socomic.gr και πλέον έχει μετακομίσει στο all4mama.gr. Η έντυπη ανθολογία περιλαμβάνει στο τέλος της και στριπάκια από guests δημιουργούς: τον Βαγγέλη Λιόλη, τον Νίκο Κούτση, τον Κωνσταντίνο Κάτσο, τον Θανάση Καραμπάλιο, τον Τόνυ Τζανουκάκη και τη Δήμητρα Αδαμοπούλου. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στο Smassing Culture
×
×
  • Create New...